Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Έκφραση... Έκθεση... Έξοδος...

Υπάρχουν δυο δρόμοι στην πολιτική. Ο καλός και ο κακός. Οι πολιτικοί με κάθε απόφαση, με κάθε επιλογή τους διαλέγουν ποιον θα ακολουθήσουν. Είναι σαν το μύθο του Ηρακλή που κλήθηκε στην αρχή της ηρωικής σταδιοδρομίας του να διαλέξει αν θα ακολουθούσε το δρόμο της «Αρετής» ή το δρόμο της «Κακίας». Ο πρώτος ήταν δύσκολος, γεμάτος προβλήματα, απαιτούσε προσπάθεια, δύναμη, ευφυΐα και κόπο. Ο δεύτερος ήταν ο εύκολος. Μπορούσε να τον διαβεί ο κάθε ατάλαντος, χωρίς να κοπιάσει και να σκεφτεί το παραμικρό. Αυτός που θα τον επέλεγε, διάλεγε μια πορεία εύκολη, γεμάτη κραιπάλη, όμορφα κορίτσια ή και αγόρια ανάλογα με τα γούστα. Ο Ηρακλής διάλεξε τον πρώτο. Γι αυτό ακόμα και σήμερα τον θυμόμαστε και οι άθλοι του αποτελούν σημείο αναφοράς και πρότυπο για όλους.
Για όλους; Όχι! Οι πολιτικοί μας έχουν ξεφύγει από το δίλλημα έχοντας υπογράψει συμβόλαιο με την πλανεύτρα Κακία βάζοντας την Αρετή στα αζήτητα. Όλα αυτά μου έφερε στο μυαλό -ανάμεσα σε πολλά άλλα- η πρόσφατη, ριζοσπαστικά ανατρεπτική απόφαση για τη βαθμολόγηση του μαθήματος της «Έκφρασης - Έκθεσης» στις εισαγωγικές εξετάσεις. Πλέον το υπουργείο αποφάσισε ότι η Έκθεση (παραγωγή κειμένου) δε θα βαθμολογείται με πενήντα μονάδες αλλά με σαράντα. Οι δέκα μονάδες που περισσεύουν θα μοιραστούν στο κομμάτι των γλωσσικών ασκήσεων που από είκοσι πέντε μονάδες θα βαθμολογείται με τριάντα πέντε.
Η απόφαση αποτελεί Έκφραση ανευθυνότητας, Έκθεση ανόητου λαϊκισμού και δείχνει ότι η κυβέρνηση μάλλον έχει εντοπίσει την Έξοδο από την εξουσία. Κάποιος, ακόμα κι αν είναι η μάνα, η θεία, ο αξάδερφος ή ο μπατζανάκης του υπουργού (άρα λειτουργεί απέναντί του με εξωφρενικά καλή διάθεση), από όπου και να πιάσει την απόφαση, δεν πρόκειται να εντοπίσει κάτι άλλο πέρα από όσα ήδη έχω αναφέρει, δηλαδή ανευθυνότητα, ανοησία, λαϊκισμό.
Το υπουργείο στην αιτιολόγηση της επιλογής αναφέρει ότι «υπήρξε πάγιο αίτημα των μαθητών η αντικειμενικότερη βαθμολόγηση της Έκθεσης»!!!
Δηλαδή, το υπουργείο αποφάσισε ξαφνικά να ικανοποιήσει τα πάγια αιτήματα των μαθητών ξεκινώντας από το συγκεκριμένο; Να περιμένουμε, δηλαδή, την ικανοποίηση και άλλων πολύ πιο ουσιαστικών πάγιων αιτημάτων στο εξής;
Το να γίνει καλύτερη επιλογή και προετοιμασία των βαθμολογητών με στόχο τον περιορισμό των προβλημάτων βαθμολόγησης του συγκεκριμένου μαθήματος δεν παίζει για το υπουργείο! Οι αναβαθμολογήσεις θα περιορίζονταν στο ελάχιστο, αν ελέγχονταν ουσιαστικά οι βαθμολογητές και ο αριθμός των γραπτών που θα αντιστοιχούσε στον καθένα (ορισμένοι σήμερα κάνουν λόγο για «βιομηχανία»). Ένας μικρός αριθμός γραπτών θα τόνωνε την προσοχή και την υπευθυνότητα του κάθε βαθμολογητή.
Από την άλλη, δεν είναι το ίδιο υπουργείο που ευαγγελίζεται ότι στόχος του είναι ο περιορισμός της αποστήθισης; Και τι κάνει γι αυτό; Το μάθημα της Έκθεσης μπορεί να εξυπηρετήσει το συγκεκριμένο στόχο με θέματα που θα ξεφεύγουν από τυποποιημένα προσχέδια, θέματα που θα απαιτούν από τους μαθητές ενημέρωση για τις εξελίξεις και προβληματισμό για τα νέα δεδομένα που έτσι κι αλλιώς θα κληθούν να αντιμετωπίσουν. Το υπουργείο εισάγοντας νέα ήθη και ποιοτικά κριτήρια θα μπορούσε να αξιοποιήσει την Έκθεση για τη δημιουργία ενός νέου δυναμικού κοινού αναγνωστών και να στηρίξει πρακτικά την προετοιμασία των μαθητών για την ένταξή τους στην πραγματικότητα. Θα μπορούσε αξιοποιώντας ως βάση το συγκεκριμένο μάθημα να αξιοποιήσει τις σχολικές βιβλιοθήκες και να προωθήσει την ανάγνωση και την έρευνα μέσα στα ίδια τα σχολεία.
Το μάθημα της Έκφρασης - Έκθεσης είναι με βεβαιότητα απαιτητικό. Ίσως το πιο απαιτητικό. Η ουσιαστική αντιμετώπισή του προϋποθέτει γνώση, ενημέρωση, κριτική και δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων, σωστή χρήση του λόγου, αφαιρετική αλλά και αναλυτική ικανότητα, ταχύτητα σκέψης τόσο από το διδάσκοντα όσο και από το μαθητή. Αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά που το κάνουν ενδιαφέρον.
Αντίθετα, γίνεται βαρετό και μη αποδοτικό, όταν ο εκπαιδευτικός το συνδέει με την αποστήθιση κειμένων ή «ωραίων λέξεων ή εκφράσεων» έχοντας μπερδέψει το «πλούσιο λεξιλόγιο» με τις ανούσιες, βαρύγδουπες εκφράσεις οι οποίες ελάχιστα συμβάλλουν στην εξέλιξη και τη λογική στήριξη ενός κειμένου. Η Έκθεση δεν είναι Συναίσθημα, είναι η απόλυτη έκφραση της Λογικής. Θέτει συγκεκριμένες απαιτήσεις και περιμένει ξεκάθαρες και τεκμηριωμένες απαντήσεις από το μαθητή. Ο μαθητής που διαθέτει γλωσσική παιδεία κατανοεί τα ζητούμενα και αντεπεξέρχεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στις απαιτήσεις. Πρόβλημα έχει ο μαθητής που έχει αποστηθίσει θέματα και λέξεις και προσπαθεί να τα εντάξει σε κάθε ζητούμενο δημιουργώντας σύγχυση σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού. Αυτός πρόβλημα θα έχει έτσι κι αλλιώς, εκτός κι αν του ζητηθεί το συνώνυμο του «μπουχέσας», του οποίου γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι το «μπουλομαλάκας»!
Ποιους από τους στόχους της εκπαίδευσης, λοιπόν, εξυπηρετεί η απόφαση; Θα έλεγα τώρα τι εξυπηρετεί αλλά θα το έλεγα με εκφράσεις που δε θα γίνονταν αποδεκτές σε μαθητικά γραπτά, οπότε λέω να το αποφύγω. Μια ακόμα επιλογή ανόητου λαϊκισμού με σκοπό τη διευκόλυνση των μέτριων (εκπαιδευτικών και μαθητών). Μια ακόμα απεγνωσμένη κίνηση προς λάθος κατεύθυνση χωρίς μελέτη των επιπτώσεων, χωρίς λογική βάση από μια κυβέρνηση που ήδη ακούει το απειλητικό τρίξιμο της πόρτας εξόδου από την εξουσία που ήδη έχει αρχίσει να ανοίγει απειλητικά γρήγορα.
Υπάρχουν δυο δρόμοι στην πολιτική. Ο καλός και ο κακός. Οι Έλληνες πολιτικοί, εδώ και καιρό, διάλεξαν το δεύτερο. Γι αυτό και τις αθλιότητές τους δεν τις θυμάται κανείς από τη στιγμή που διαβαίνουν την έξοδο!

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Πτυχία σε τσεβρέ!

Λοιπόν, δεν ξέρω για σας αλλά εγώ το βρίσκω πέρα για πέρα φυσιολογικό! Ένας ακόμα (πόσο αφόρητα βαρετό;) διάλογος για την εκπαίδευση έχει ήδη ξεκινήσει και έχει ξεκινήσει από εκεί που θα έπρεπε λογικά να το κάνει. Δηλαδή, από το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Πάλι καλά, γιατί όλοι οι σοφοί που εμπλέκονται σ’ αυτόν ήταν ικανοί να τον ξεκινήσουν από τον τρόπο απονομής των πτυχίων. Θα μπορούσαν για μήνες να συζητούν τι θα φορούν οι πτυχιούχοι, αν το πτυχίο θα είναι σε πάπυρο, σε βινίλιο, σε τσεβρέ (είδος πανέμορφου κεντήματος) ή σε … κοφτό, αν θα έπρεπε να απονέμεται σε αμφιθέατρο, σε bar, στο νέο μουσείο της Ακρόπολης ή σε χασαποταβέρνα.
Η εκπαίδευση έχει ήδη καταρρεύσει και αυτοί συζητούν για το σύστημα εξετάσεων. Λογικό! Δηλαδή, οι… διαλογιζόμενοι θεωρούν απολύτως φυσιολογικό ένας μηχανικός να ξεκινά την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής από τον τελευταίο (πολυ)όροφο και σταδιακά να χτίζει τους υπόλοιπους (λιγο)ορόφους από κάτω και να ρίχνει τα θεμέλια στο τέλος. Φαντάζονται ότι ένας ζωγράφος πρώτα φτιάχνει έναν πίνακα, τον παρουσιάζει στο κοινό και μετά ασχολείται με τα προσχέδια όχι ενός άλλου αλλά του ολοκληρωμένου πίνακα. Θεωρούν εξαιρετικά λογικό ένας εκπαιδευτικός πρώτα να μπαίνει στην αίθουσα, να κάνει το μάθημά του και αμέσως μετά το τέλος της παράδοσης να ασχολείται με το πλάνο του μαθήματος που μόλις τελείωσε. Δε θα τους φαινόταν παράξενο πρώτα να βάζω βαθμό στο γραπτό ενός μαθητή μου και μετά να το διαβάζω και να κάνω τις διορθώσεις! Ε;
Κι ο συγκεκριμένος διάλογος έχει και χρονικό ορίζοντα. Έξι μήνες. Ζήλια ο Flash Gordon! Οι πάνσοφοι θα βελτιώσουν την εκπαίδευση σε χρόνο ρεκόρ. Δηλαδή και για να καταλάβω, αν κάποιος έχει μια ωραία ιδέα μετά το πέρας του εξαμήνου, καίγεται; Τους φαντάζομαι όλους αυτούς τους συνομιλητές σε μια αίθουσα να πιέζονται να διατυπώσουν άποψη ενώ ο χρόνος τρέχει αμείλικτα. Κι άμα ο άλλος έχει πονοκέφαλο, κοψομέσιασμα, μάτι κακό τη μέρα της εξέτασής του, τι θα πάθει; Θα τον κόψουν από το διάλογο; Θα τον αφήσουν στον ίδιο … διάλογο; Τι θα του κάνουν τέλος πάντων;
Άντε και βγαίνουν με φανφάρες και μας ανακοινώνουν με το πέρας του εξαμήνου έναν καινούριο τρόπο εισαγωγής στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ, τι θα γίνει τότε; Θα έχουμε βελτιώσει την εκπαίδευση, θα βγάζουμε πιο σοφά, λιγότερο συντηρητικά, πιο λαμπερά, απαλλαγμένα από την άγνοια και τα κενά παιδιά; Δηλαδή, ο γιος μου που δήλωνε από την πρώτη δημοτικού «εγώ, όταν φτάσουμε στο τελευταίο γράμμα, που είναι το Ωμέγα, θα φύγω από το σχολείο», το έκανε επειδή σκεφτόταν το σύστημα πρόσβασης που θα αντιμετώπιζε σε δώδεκα χρόνια; Το σύστημα εισαγωγής ευθύνεται που τα παιδάκια του δημοτικού και του γυμνασίου σκυλοβαριούνται και αμφισβητούν το σχολείο; Μήπως οι εκπαιδευτικοί θα γίνουν πιο αποδοτικοί, πιο προοδευτικοί και πιο υπεύθυνοι επηρεασμένοι από τον καινούριο τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια; Δηλαδή, οι εκπαιδευτικοί που δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους σήμερα, το κάνουν επειδή δεν τους αρέσει το τωρινό σύστημα επιλογής για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση; Και καλά το ανθρώπινο δυναμικό. Οι υποδομές του σχολείου θα εκσυγχρονιστούν και θα βελτιωθούν με ένα καινούριο σύστημα; Μα καλά κανείς τους δεν έχει ρίξει μια ματιά στο λεξικό του Μπαμπινιώτη για να καταλάβει τι ακριβώς σημαίνει «λογική»;
Σε τίποτα δε θα βοηθήσει η αλλαγή του συστήματος εισαγωγής τη συγκεκριμένη στιγμή. Σε τίποτα δε θα βοηθήσει ένας διάλογος στηριγμένος σε λαϊκιστικές κραυγές που στοχεύει στα θύματα που επιθυμούν με κάθε τρόπο να δουν το παιδί τους στο πανεπιστήμιο. «Δημόσια, δωρεάν παιδεία για το σύνολο των μαθητών» σημαίνει ότι όλοι πρέπει να μπαίνουν σε πανεπιστήμια; Η τεχνική εκπαίδευση δεν προσφέρει παιδεία; Πιστεύει κανείς ότι ξαφνικά δε χρειαζόμαστε τεχνικούς αλλά έχουμε ανάγκη από περισσότερους επιστήμονες; Χρειαζόμαστε, όπως κάθε αναπτυγμένη κοινωνία, όχι περισσότερους αλλά καλύτερους και τεχνικούς και επιστήμονες. Χρειαζόμαστε καλύτερη τεχνική εκπαίδευση, λιγότερα αλλά πολύ καλύτερα πανεπιστήμια κι αυτά δε θα τα έχουμε, όσες αλλαγές κι αν γίνουν στο σύστημα εξετάσεων. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει σκληρές και ανατρεπτικές αλλαγές στα θεμέλια κι όχι στους τελευταίους ορόφους της εκπαίδευσης.
Κι όλη αυτή η συνθηματολογία που συνοδεύει ανέκαθεν τους διαλόγους για την εκπαίδευση περί «κακής παραπαιδείας που προκαλεί την οικονομική αφαίμαξη της ελληνικής οικογένειας», δεν έχει καταντήσει βασανιστικά κουραστική πια; Γιατί, αν τόσο πολύ οι πολιτικοί μας σκέφτονται τα έξοδα της ελληνικής οικογένειας για την προετοιμασία των παιδιών της, δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους; Το κράτος, αναγνωρίζοντας τα κενά του, παρέχει στους πολίτες το δικαίωμα να επισκέπτονται ιδιώτες γιατρούς (παραγιατρούς;) καλύπτοντας τα έξοδα. Ε λοιπόν, καιρός να τους αναγνωρίσει και το δικαίωμα να προτιμούν τα ιδιωτικά φροντιστήρια από την πρόσθετη διδακτική στήριξη που παρέχει το ίδιο το σχολείο ενισχύοντας οικονομικά και την επιλογή τους αυτή! Και τότε δε θα μιλάμε για καμιά αφαίμαξη.
Ένας διάλογος που ξεκινάει με τους όρους που ξεκίνησαν και όλοι οι προηγούμενοι θα έχει τα ίδια αποτελέσματα μ’ αυτούς. Δηλαδή κανένα! Χρειαζόμαστε ένα διάλογο που να πληροί τις βασικές έστω αρχές της λογικής ξεκινώντας το χτίσιμο σωστά. Και το σωστό χτίσιμο δεν ξεκινάει ποτέ από πάνω. Χρειάζεται πρώτα από όλα ισχυρά θεμέλια. Διαφορετικά ας μείνουμε στην κουβέντα για τα πτυχία και προτείνω αυτά να είναι σε τσεβρέ. Έτσι κι αλλιώς, όπως πάει, δε θα χρησιμεύουν πουθενά. Τουλάχιστον έτσι θα στολίζουν το τραπεζάκι του σαλονιού ή έστω την οθόνη του υπολογιστή. Θα τα βγάλουν τα λεφτά τους!

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

"Συγγνώμη, αλλά θα γύριζε έτσι κι αλλιώς"!

Οι πρώην Βρετανοί τραπεζίτες περίλυποι ζητούσαν συγγνώμη για τις επιλογές τους που οδήγησαν σε φαλιμέντο τις εταιρείες την ευθύνη των οποίων είχαν αναλάβει. Σε ερώτηση, μάλιστα, ως προς την ετήσια αμοιβή τους, κάποιος δήλωσε ότι αυτή είχε φτάσει το 1,4 εκατομμύρια €!!! Με απλά λόγια ο τύπος πήρε κοντά 1,5 εκατομμύριο για να φαλιρίσει την τράπεζα στην οποία εργαζόταν. Καθόλου άσχημα! Ο άνθρωπος άλλωστε ζήτησε συγγνώμη! Η τηλεοπτική εικόνα μου έφερε στο μυαλό σκηνές παρόμοιας φαιδρότητας. Πολιτικοί να ζητούν, κάθε τόσο, συγγνώμη για βλαμμένες ενέργειές τους που μας οδηγούν από το κακό στο χειρότερο. Ο Κλίντον να ζητάει συγγνώμη από τους Έλληνες για το ρόλο των Αμερικανών στη δικτατορία. Η Καθολική Εκκλησία να ζητάει συγγνώμη για τα συγχωροχάρτια που μοίραζε αφειδώς πουλώντας πανάκριβα ελπίδα στον κάθε πικραμένο ή για τις βιαιότητες και τις λεηλασίες των Σταυροφόρων. Η ίδια -το έβγαλε από τα μάτια η αθεόφοβη- να ζητάει, με καθυστέρηση τριών αιώνων, συγγνώμη από το Γαλιλαίο, τον οποίο είχε καταδικάσει, εξαιτίας της «αιρετικής» θέσης του ότι η Γη γυρίζει! Αλλά και πιο καθημερινές σκηνές όπως ο τύπος που ζητάει συγγνώμη επειδή σου λιάνισε το μικρό δαχτυλάκι στην προσπάθειά του να σου πάρει τη σειρά με βιαιότητα χοντροβούβαλου.
Ε και; Τι έγινε που όλοι αυτοί και ακόμα περισσότεροι ζητούν συγγνώμη καθημερινά για σημαντικά και ασήμαντα; Διορθώνεται κάτι; Σιγά μη διορθώνεται! Η κρίση παραμένει τόσο κρίση όσο και πριν τη συγγνώμη των τραπεζιτών. Τα αδιέξοδα της πολιτικής παραμένουν τόσο αδιέξοδα όσο και πριν τη συγγνώμη των πολιτικών. Ο πόνος στο μικρό δαχτυλάκι παραμένει τόσο οξύς και οδυνηρός όσο και πριν τη συγγνώμη του χοντράνθρωπου που τον προκάλεσε. Όσο για τη Γη; Αυτή συνεχίζει να γυρίζει με το ρυθμό που το έκανε και πριν τη συγγνώμη της Καθολικής Εκκλησίας. Ούτε πιο γρήγορα ούτε πιο αργά ούτε πιο κυκλικά ούτε πιο χαρωπά. Με πολύ απλά λόγια, η συγγνώμη δε διορθώνει το παραμικρό!
Κι επειδή ακριβώς δε διορθώνει το παραμικρό, δε θα έπρεπε να υπάρχει. Αφού όμως υπάρχει, πρέπει να καταργηθεί, να αφαιρεθεί από τα λεξικά και η χρήση της να απαγορευτεί με ποινή θανάτου! Ο χρήστης της μάλιστα θα έπρεπε να στέλνεται πάραυτα στο πυρ το εξώτερον, αφού βέβαια η ανθρωπότητα του ζητάει … συγγνώμη! Μόνη εξαίρεση στη χρήση της έννοιας να αποτελέσει η διάθεση ευγένειας του στιλ: «Συγγνώμη Madame, μπορώ να περάσω;» που χρησιμοποιείται όταν μια Madame με περιφέρεια που θυμίζει σε όλα της το «Ελευθέριος Βενιζέλος» έχει μπαστακωθεί στο χειρότερο σημείο που θα μπορούσε να το κάνει εμποδίζοντας την απρόσκοπτη μετακίνηση ατόμων και διακίνηση αγαθών.
Η συγγνώμη πρέπει να αφανιστεί και είμαι οριζόντιος (δηλαδή ξαπλωμένος, που είναι πιο ξεκούραστο από το να είμαι κάθετος, δηλαδή κουραστικά όρθιος) σ’ αυτό. Και πρέπει να εξαϋλωθεί όχι μόνο γιατί δεν προσφέρει τίποτα θετικό αλλά και γιατί ευθύνεται για πολύ σοβαρά προβλήματα. Η συγγνώμη μας καθιστά μάλλον πιο ανόητους, σίγουρα πιο ανεύθυνους και με βεβαιότητα πιο ανυπόληπτους. Η συγγνώμη, βέβαια, από μόνη της δεν το κάνει αυτό αλλά η δυνατότητά μας να τη χρησιμοποιούμε το κάνει και το παρακάνει. «Θα την κάνω τη βλακεία» σκέφτεται κάποιος «και μετά ζητάω μια συγγνώμη και όλα μερέντα και σάμαλι». Ούτε προβληματισμός ούτε και ευθύνη.
Αν, όμως, δεν υπήρχε; Τότε όλα θα ήταν απερίγραπτα καλύτερα. Ο καθένας θα ήταν αναγκασμένος να σκέφτεται περισσότερο, πιο λογικά και πιο σφαιρικά, πριν από οποιαδήποτε ενέργεια. Κάτι τέτοιο θα τόνωνε την ανθρώπινη ευφυΐα, θα καθιστούσε πιο προσεκτικό και σοφό το ανθρώπινο είδος. Θα αποκτούσαμε έτσι καλύτερους και πιο ακίνδυνους πολιτικούς, θα είχαμε καλύτερες σχέσεις, θα περιορίζαμε τα λάθη και τις επιβαρύνσεις απέναντι στους άλλους αλλά και στον εαυτό μας. Δε μου το βγάζετε από το μυαλό ότι ένας κόσμος χωρίς συγγνώμη θα ήταν ένας πραγματικά καλύτερος κόσμος και σίγουρα πιο ανθρώπινος.
Βρίσκω την απαίτηση συγγνώμης οδυνηρά βαρετή. Εμπεριέχει κάτι ύπουλο, απλοϊκό και εξαιρετικά επιφανειακό. Σε καμιά περίπτωση μεταμέλεια. Αυτή (η μεταμέλεια) μπορεί να εκφραστεί με ενέργειες και συμπεριφορές και αυτό προϋποθέτει συνδυασμό αρχοντιάς, φιλότιμου, λεβεντιάς και αυτοεκτίμησης. Άνθρωποι με τέτοια χαρακτηριστικά είναι έτοιμοι να λουστούν την ντροπή στα μούτρα τους αναλύοντας τα λάθη τους, αιτιολογώντας τις επιλογές τους και αναλαμβάνοντας τις ευθύνες τους. Το «περασμένα ξεχασμένα» δε λέει και πολλά. Για την ακρίβεια δε λέει τίποτα! Άρα είναι μουγκό. Και όλα αυτά τα γράφω με πλήρη συνείδηση και τελείως ανερυθρίαστα.
Και χωρίς τη συγγνώμη θα μπορούσαμε να ζήσουμε και άρα δε θα μας έλειπε. Εκείνο που λείπει και μάλλον θα συνεχίσει να το κάνει (δηλαδή να λείπει) είναι η πραγματική προσπάθεια διόρθωσης καταστάσεων που προκλήθηκαν εξαιτίας άγνοιας, αμέλειας ή, ακόμα χειρότερα, σκοπιμότητας. Αυτό μας λείπει! Άλλωστε ακόμα και το γεγονός ότι ολόκληρη Καθολική Εκκλησία εγκατάλειψε το πείσμα της κι αποφάσισε να ρίξει τα μούτρα της, δεν πρόσφερε το παραμικρό στον πολιτισμό, στην επιστήμη και στο Σύμπαν ολόκληρο. «Συγγνώμη» κιόλας, αλλά η Γη θα συνέχιζε να γυρίζει και χωρίς τη συμφωνία των Καθολικών.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Μπράβο που υπάρχεις!

Έχοντας μόλις βγει από τη διαδικασία συγγραφής του δεύτερου βιβλίου μου (Μάθε, παιδί μου, γράμματα!), θεώρησα -όσο θλιβερό κι αν φαίνεται για ένα εξαιρετικά λογικό ον- ότι είχα κάθε δικαίωμα στην τεμπελιά, την πλήρη και εξωφρενικά ανιαρή αδράνεια. Το βιβλίο βρίσκεται πια στα χέρια ή πιο σωστά στα συρτάρια ή και στα ράφια του εκδοτικού οίκου περιμένοντας -υπομονετικά ελπίζω- την κυκλοφορία του στην αγορά.
Ήταν μια υπέροχη περίοδος. Άκουσα πολύ όμορφα λόγια, ακόμα και πλήρεις όμορφες φράσεις για τη δουλειά μου. Αυτό, όμως, ήταν πρόβλημα! Γιατί, όσο ξετσίπωτος κι αν δείχνω, ενίοτε, η επιβράβευση των άλλων με κάνει να ντρέπομαι και να κοκκινίζω κιόλας. Η μάνα μου άλλωστε πάντα μου το έλεγε: «Ε, άμα ντρέπεσαι, να βάλεις μια σήτα (που είναι το λεπτό κόσκινο)»! Αυτό, όμως, δεν το κατάλαβα ποτέ, γιατί το να κυκλοφορώ με μια σήτα στα μούτρα, μάλλον, θα με έκανε να ντρέπομαι ακόμη περισσότερο!
Η δυσκολία αποδοχής, χωρίς ενδοιασμούς, επαίνων ήταν και η αφορμή για να πιάσω και πάλι μολύβι και χαρτί ή για την ακρίβεια, πληκτρολόγιο και ποντίκι. Λοιπόν, σε κάποιο σημείο του βιβλίου μου αναφέρομαι στην ευθύνη της συνεχούς και αδικαιολόγητης επιβράβευσης στη δημιουργία βλαμμένων παιδιών, που διαθέτουν υψηλή αυτοϊδέα ενώ στην πραγματικότητα χαρακτηρίζονται από αχαρακτήριστη βλακεία και γράφω το εξής: «Τέτοια παιδιά μεγαλώνουν σ’ ένα περιβάλλον που τα θεωρεί, από τη στιγμή της γέννησής τους, θαύμα της φύσης μεγαλύτερο κι από τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας και την πυραμίδα του Χέοπα. “Μπράβο μπούλη/α που γεννήθηκες!”, ή “Βρε μπαγασάκο πόσα πολλά κουραδάκια έκανες!” ή “Τι κόκκινα και γλιτσερά που είναι τα σπυράκια της εφηβείας σου;” είναι ορισμένες μόνο από τις πολλές, άσκοπες και χαζές επιβραβεύσεις με τις οποίες μεγαλώνουν τέτοια παιδιά».
Κάποιοι θεωρούν τη συγκεκριμένη θέση υπέρμετρα σκληρή, απόλυτη και έξω από τα αποδεκτά όρια. Η ιδιαιτέρως βαρετή αντίδραση τέτοιων ανθρώπων συνοψίζεται στη φαιδρότητα: «Ε βρε, παιδιά είναι. Τη θέλουν την επιβράβευση»! Προσωπικά, σε καμιά περίπτωση, δεν ένιωσα καν την ανάγκη να προβληματιστώ πάνω σ’ αυτό. Προτιμώ να με θεωρούν απόλυτο από το να συμβιβάζομαι με τη βλακεία και να συμμαχώ με την άγνοια. Δηλαδή, να δεχτώ τι; Ότι πρέπει να επιβραβεύω κάποιον -και παιδί έστω- επειδή απλώς … υπάρχει ή επειδή φάνηκε εντάξει στη σωματική ανάγκη του;
Δηλαδή, άμα δεν επαινώ ένα άτομο -ανεξάρτητα από την ηλικία του- επειδή υπάρχει, ενισχύω την πιθανότητα αυτοκτονίας του ή, μήπως, διευκολύνω την πορεία του προς τα ναρκωτικά; Επειδή δεν δίνω τα εύσημα στο παιδί που μόλις έκανε την ανάγκη του, προκαλώ τον κίνδυνο αυτό (το παιδί) να σκάσει αρνούμενο να επισκεφτεί ξανά το WC ως αντίδραση στην αδιαφορία μου; Και, τελικά, άμα τον επαινέσω τον μπούλη, επειδή υπάρχει, τι θα πρέπει να κάνω, όταν θα μάθει να φτύνει το κουκούτσι του σταφυλιού χωρίς να πνίγεται; Ε, τι θα κάνω τότε; Θα φωνάξω τους αδελφούς Κατσάμπα και θα στήσω πανηγύρι τρελό; Νομίζω ότι αυτά είναι ανοησίες. Είμαι υπέρ του επαίνου. Αναγνωρίζω την ανάγκη επιβράβευσης των ανθρώπων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι σε κάθε επιτυχή αναπνοή τους (εισπνοή ή εκπνοή αδιάφορο) θα εκστομίζω ένα «μπράβο»!
Η αναγνώριση χρειάζεται σε όλους μας αλλά για να αξίζει και να διαδραματίζει θετικό ρόλο, είναι ανάγκη να μη σπαταλιέται. Ο έπαινος δεν μπορεί να αναφέρεται στα αυτονόητα. Έχει αξία, ευνοεί την προσπάθεια, προσφέρει ικανοποίηση, όταν δεν ξοδεύεται ασύστολα σε ανούσια και δεδομένα αλλά όταν πηγάζει από το θαυμασμό ή την έκπληξη που προκαλούν ενέργειες, επιλογές, συμπεριφορές, επιδόσεις που κινούνται έξω από τα συνηθισμένα, που ξεφεύγουν από τα όρια, που υπερβαίνουν τις δεδομένες ευθύνες που έχει αναλάβει κάποιος. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο έπαινος χάνει την αξία του και η προσφορά του εκμηδενίζεται.
Για παράδειγμα, δουλειά του πολιτικού δεν είναι να διαχειρίζεται προβλήματα και να οδηγεί σε πρόοδο μια χώρα; Αν το καταφέρνει, δεν χρειάζεται «μπράβο», γιατί απλώς αυτή είναι η δουλειά του! Δουλειά του μαθητή δεν είναι να διαβάζει; Αν το κάνει, δεν χρειάζεται την καθημερινή και συνεχή επιβράβευση, γιατί, με απλά λόγια, αυτό πρέπει να κάνει! Δουλειά του εκπαιδευτικού δεν είναι να κάνει αποδοτικό μάθημα; Αυτή είναι η ευθύνη του και δεν χρειάζεται να τον επιβραβεύει κανείς, γιατί είναι υποχρέωση που έχει αναλάβει απέναντι στον εαυτό του και τους άλλους και μάλιστα επί πληρωμή. Ο έπαινος ανήκει σε όσους προσπαθούν συνεχώς και υπερβαίνουν τα δεδομένα. Οι λάτρεις του αυτονόητου δεν τον αξίζουν.
Ακόμη και η πιθανότητα οποιασδήποτε αμφιβολίας για την ορθότητα της θέσης μου εξανεμίστηκε, όταν πρόσφατα σε κείμενο, όπου ο Umberto Εco αναφερόταν στις επιρροές που δέχτηκε από τον δάσκαλό του της μουσικής, διάβασα: 
«Στις 5 Φεβρουαρίου 1945, πήγα με ενθουσιασμό και του είπα (στον καθηγητή του) “σήμερα γίνομαι 13 χρόνων”. Εκείνος μου απάντησε με ύφος βλοσυρό: “Δεκατρία χρόνια κατασπαταλημένα”. Τι ήθελε να πει; Ότι δεν πρέπει να προσβλέπω σε επαίνους, επειδή απλώς και μόνο ικανοποιώ το βιολογικό μου καθήκον; Πιστεύω ότι γνώριζε και μου δίδαξε ότι ένας δάσκαλος πρέπει πάντα να σπέρνει αμφιβολίες στους μαθητές του. Έπειτα από αυτό ήμουν πάντα φειδωλός στους επαίνους με εκείνους που τους περίμεναν από εμένα και αποφάσισα να εκφράζω την επιδοκιμασία μου με το να μην κάνω επιπλήξεις. Αν δεν επιπλήττω κάποιον, σημαίνει ότι αυτός ενήργησε σωστά».
Ίσως, λοιπόν, αν ο δάσκαλος της ιστορίας μας είχε αρχίσει τα γλυκανάλατα του τύπου "Μπράβο, συγχαρητήρια, και σε ανώτερα (δηλαδή, άντε και στα 14), χρόνια πολλά,...", τότε, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα είχαμε διαβάσει ποτέ το "Όνομα του Ρόδου". Ε;





Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

"Ποια Επανάσταση Χρειαζόμαστε"

Αν συνεχίσει έτσι θα αποτελέσουμε θεσμό!
Πριν λίγες μέρες ξαναζήσαμε στο Καρπενήσι την υπέροχη εμπειρία της συμμετοχής στην εκδήλωση Προσανατολισμού που διοργάνωσε για δεύτερη χρονιά το φροντιστήριο "λέξη" και οι ιδιοκτήτες του, Γιάννης Τασιόπουλος και Ρίτα Τσιγκρέλη σε συνεργασία με την εταιρεία ORIENTUM.
Ο Σπύρος Μιχαλούλης προσέγγισε θέματα σχετικά με τις σχολές, τα μυστικά μιας σωστής επιλογής και συμπλήρωσης του μηχανογραφικού. Ο Φώτης Ρήγας προσέγγισε θέματα που σχετίζονται με την επιλογή προσωπικού στη σημερινή αγορά εργασίας και τα εφόδια που θεωρούνται σημαντικά για την εξέλιξη ενός νέου.

Εκπληκτική παρέα, υπέροχο κοινό, αψεγάδιαστη οργάνωση, συμπαθέστατοι μαθητές και αξεπέραστη φιλοξενία δημιούργησαν πάλι ένα κλίμα τόσο φιλικό που κάνει τον καθένα να στενοχωριέται, όταν φτάνει η στιγμή της αναχώρησης.
Η φετινή χρονιά πρόσθεσε στην περσινή εμπειρία κάποια νέα δεδομένα, τα οποία -δυστυχώς- δεν είχαν την ευκαιρία όλοι να τα ... ζήσουν. Το bar "ΧΡΩΜΑ" όπου και καταλήξαμε ήταν εξαιρετικό (μουσική rock, καθαρά ποτά και τζάκι) ενώ και το δωμάτιο με τζάκι που μου εξασφάλισαν οι οικοδεσπότες ήταν πολύ ... ζεστό! Για το τελευταίο δε γίνεται να επεκταθώ, γιατί ορισμένοι από την παρέα θυμώνουν (ίσως γιατί τα δωμάτιά τους δε διέθεταν τζάκι).


Στη συγκεκριμένη εκδήλωση συμμετείχα και ως ομιλητής -γεγονός που μου προκαλεί αφόρητο άγχος! Ήταν πάντως η αφορμή που χρειαζόμουν, ώστε να ολοκληρώσω όσα είχα ήδη αρχίσει να εκφράζω στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις.


Η εισήγησή μου στην εκδήλωση ακολουθεί:

"Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που βρίσκομαι στο Καρπενήσι συμμετέχοντας στην εκδήλωση του φροντιστηρίου «λέξη» για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Και είμαι χαρούμενος για δυο λόγους. Ο ένας είναι καθαρά συναισθηματικός, αφού με το Γιάννη και τη Ρίτα έχουμε δέσει όσο και το γλυκό με το σιρόπι του. Ο άλλος είναι τελείως πρακτικός κι έχει να κάνει με τα ΑΤΜ των τραπεζών της περιοχής σας που λειτουργούν κανονικά εξυπηρετώντας το κοινό. Μπορεί να σας φαίνεται ανόητο αλλά στη δική μου πόλη δεν έχουν μείνει πολλά ATM σε λειτουργία μετά τις πρόσφατες κινητοποιήσεις αλλά και τις καταστροφές που προκάλεσε μια ομάδα νέων, γεγονός που δημιούργησε σημαντικά προβλήματα στην καθημερινότητά μας.
Η αφορμή για όσα αποφάσισα να μιλήσω σήμερα βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό.
Διαβάσαμε αρκετά και ακούσαμε ακόμα περισσότερα για τους λόγους που οδήγησαν τους νέους στους δρόμους. Είδαμε ανθρώπους -κυρίως πολιτικούς και δημοσιογράφους- τελείως υποκριτικά να προσπαθούν να εντοπίσουν και να μας γνωστοποιήσουν τις αιτίες που οδήγησαν εκατοντάδες νέους σε ειρηνικές διαδηλώσεις και, δυστυχώς, κάποιες δεκάδες σε βίαιες καταστροφές.
Οι δημοσιογράφοι βέβαια, ασχολήθηκαν κυρίως με τις καταστροφές, επειδή η βία και ο βανδαλισμός πουλάνε στο κοινό που ακόμα και σήμερα παρακολουθεί -σπαταλώντας το χρόνο του- τηλεόραση, υποβαθμίζοντας ή ακόμα και αδιαφορώντας για τις ειρηνικές και κάποτε εξαιρετικά συγκινητικές εκδηλώσεις του μεγαλύτερου τμήματος της νεολαίας.
Οι πολιτικοί ασχολήθηκαν με το γνωστό λαϊκιστικό τρόπο που γνωρίζουν πολύ καλά, χαϊδεύοντας τα αφτιά των νέων, επειδή αυτοί ψηφίζουν στα δεκαοχτώ, οπότε αποτελούν μια καλή πελατεία για τις επόμενες εκλογές. Η ουσία, για μια ακόμα φορά, χάθηκε ανάμεσα στις κραυγές των τηλεοπτικών παραθύρων, στα δακρυγόνα και στις βόμβες μολότοφ.
Οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί θα ασχοληθούν ξανά με τη νεολαία, όταν αυτή οδηγηθεί σε νέες ακρότητες. Η ηρεμία, η ουσιαστική και λογική προσέγγιση των διαφόρων θεμάτων που μπορεί να οδηγήσει σε λύσεις προκαλούν -δυστυχώς- το ενδιαφέρον σε όλο και λιγότερους ανθρώπους στη χώρα μας.
Όλοι -πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ακόμα και οι νέοι- αποχώρησαν από τη σκηνή, αφού, δήλωσαν συντετριμμένοι από τα γεγονότα.
Στο ερώτημα, όμως, «τι κατάφεραν οι νέοι που βγήκαν στους δρόμους», η απάντηση είναι, δυστυχώς και για μια ακόμα φορά: «ΤΙΠΟΤΑ»!
Οι περισσότεροι αντιμετώπισαν την κατάσταση αποσπασματικά. Δήλωσαν και μάλλον ένιωσαν έκπληκτοι σαν να έρχονταν για πρώτη φορά σε επαφή με τα προβλήματα και την ανάγκη αντίδρασης των νέων. Κι όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Οι νέοι βρίσκονται σε αδιέξοδο, νιώθουν αδύναμοι, ανασφαλείς, αισθάνονται άγχος και πίεση και κυρίως νιώθουν μόνοι και χωρίς στηρίγματα εδώ και καιρό.
Ό,τι συνέβη πρόσφατα μπορεί να έχει διαφορετικές αφορμές αλλά έχει τις ίδιες αιτίες με πλήθος άλλων αντιδράσεων από την πλευρά των νέων. Πρόκειται για τις ίδιες αιτίες που προκάλεσαν διαμαρτυρίες, μακροχρόνιες καταλήψεις σχολικών μονάδων και επεισόδια στους δρόμους ολόκληρης της Ευρώπης και κατά τη δεκαετία του ’90. Πρόκειται για τις ίδιες αιτίες που οδηγούν δεκάδες νέους καθημερινά στα ναρκωτικά. Για τις ίδιες αιτίες που προκαλούν σε δεκάδες νέους κατάθλιψη, μαθησιακές δυσκολίες, απέχθεια για τους θεσμούς της κοινωνίας, μίσος και διάθεση αποστασιοποίησης από την πραγματικότητα και πλέον … εθισμό στο Internet.
Βλέπετε; Όσα πρόσφατα ζήσαμε δεν τα ζήσαμε για πρώτη φορά. Και σίγουρα δεν ήταν ούτε η τελευταία! Με βεβαιότητα θα γινόμαστε όλο και πιο συχνά μάρτυρες παρόμοιων αλλά όλο και πιο έντονων, καταστροφικών, μαζικών και δυναμικών αντιδράσεων.
Στο βιβλίο μου, «Εγχειρίδιο Επιβίωσης», πριν λίγα χρόνια αναφερόμενος στην προετοιμασία των νέων έγραφα:

«Διαμορφώνουμε άτομα που θα ριχτούν στη ζωή απροετοίμαστα, χωρίς στηρίγματα, άτομα που εύκολα θα αποπροσανατολίζονται και θα χάνουν το δρόμο και το στόχο τους. Διαπαιδαγωγούμε άτομα που πολύ πιθανώς θα επιδείξουν έντονα αντικοινωνική συμπεριφορά αντιδρώντας στην καταπίεση που θα υποστούν, στις ανασφάλειες που θα τα πολιορκούν, στα όνειρα που δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ! Ήδη τα πρώτα μηνύματα έρχονται από παντού. Ομάδες ανθρώπων ξεσηκώνονται, λαοί επαναστατούν, θρησκευτικές ή κοινωνικές μειονότητες αντιδρούν δυναμικά και συγκρούονται με τις δυνάμεις του κατεστημένου. Αν δεν απαλλαγούμε άμεσα από την αδράνεια απέναντι στα γεγονότα, είναι πιθανό να ζήσουμε ακόμη πιο αρνητικές καταστάσεις που θα έχουν αντίκτυπο όχι απλώς σε περιορισμένες ομάδες αλλά στην παγκόσμια κοινότητα και τις δομές της προκαλώντας χάος στις συναλλαγές, στην πολιτική οργάνωση αλλά και σε ό,τι άλλο γνωρίζαμε μέχρι σήμερα και το αποδεχόμασταν ως “ορθό”!».

Δεν είμαι προφήτης. Ούτε τη βρίσκω με δυσοίωνες προβλέψεις. Ζω και κινούμαι ανάμεσα σε νέους, έρχομαι σε επαφή μαζί τους κι αυτό μου προσφέρει απλόχερα τη δυνατότητα να αντιλαμβάνομαι και έτσι να κατανοώ τι αισθάνεται η νέα γενιά καθώς και τα γεγονότα που πρόκειται να ακολουθήσουν.
Για όλα αυτά που συμβαίνουν ευθύνεται η αδυναμία της προηγούμενης γενιάς των γονιών, των πολιτικών, των εκπαιδευτικών να προετοιμάσει σωστά τους νέους. Η εποχή, οι μεταβολές, οι ανακατατάξεις προχωρούν πολύ πιο γρήγορα από τους περισσότερους ανθρώπους, προχωρούν πολύ πιο γρήγορα από τους θεσμούς που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Η οικογένεια, η εκπαίδευση, η πολιτική, η θρησκεία αδυνατούν να κατανοήσουν το καινούριο, να προσαρμοστούν σ’ αυτό και τελικά να προετοιμάσουν τους νέους ουσιαστικά για το μέλλον τους και να τους βοηθήσουν να κοινωνικοποιηθούν ομαλά. Οι θεσμοί έχουν περιέλθει σε βαθιά κρίση και το σημαντικότερο είναι ότι δε δείχνουν την παραμικρή διάθεση και μάλλον δεν έχουν την ικανότητα να ξεφύγουν από αυτή.
Το αποτέλεσμα είναι δεδομένο. Νέοι συντηρητικοί που αναγκάζονται να συμβιβαστούν στα δεκαέξι και στα δεκαεφτά τους. Νέοι που ξυπνούν ένα πρωί και συνειδητοποιούν ότι αγωνίζονται για μια μόνιμη, σίγουρη και «ξεκούραστη» θέση. Συνειδητοποιούν ότι αγωνίζονται για ό,τι σιχαίνονται, για ό,τι μέχρι «χθες» αποτελούσε όνειρο όχι δικό τους αλλά των … «γέρων» της κοινωνίας. Νέοι που πριν ακόμα ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία, σκέφτονται τη σύνταξη! Νέοι που θεωρούν ότι αν δεν καταφέρουν αυτό που θέλουν οι δικοί τους, δεν έχουν εναλλακτική λύση, που πιστεύουν ότι μια μέτρια και ήσυχη ζωή χωρίς εναλλαγές, ενδιαφέρον και πρωτοτυπία στην αγκαλιά του Δημοσίου είναι η λογική αναζήτηση. Νέοι που σήμερα φωνάζουν «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» και πέφτουν για ύπνο με το όνειρο(;) ότι κάποτε θα καταφέρουν να είναι οι ίδιοι στη θέση εκείνων που σήμερα μισούν και βρίζουν. Νέοι που φωνάζουν «κάτω το κράτος» αλλά που κάποιοι τους έπεισαν ότι η δουλειά γι αυτό το κράτος θα είναι η σωτηρία γι αυτούς και το μέλλον τους. Νέοι που θα ήθελαν να γίνουν δημιουργικοί, καινοτόμοι, δυνατοί αλλά που δεν έχουν ιδέα και πώς θα το καταφέρουν.
Δε χρειάζεται να ψάχνουμε για άλλες αιτίες για τα όσα συμβαίνουν. Έχουμε ήδη την απάντηση. Γνωρίζουμε και τους υπευθύνους.
Αρκετοί θα σκεφτούν ότι αναφέρομαι στα λίγο πολύ γνωστά και χιλιοειπωμένα, ότι σε λίγο θα αρχίσω να επιρρίπτω ευθύνες στο περιβόητο κακό κι απάνθρωπο Σύστημα που για όλα φταίει. Ίσως κάποιοι μάλιστα -κυρίως οι νεότεροι εδώ μέσα- περιμένουν, τελείως βολικά γι αυτούς, να προσωποποιήσω περισσότερο τα πράγματα αναφερόμενος στις ευθύνες της διεφθαρμένης και γεμάτης υποκρισία πολιτικής, της συντηρητικής οικογένειας που αποσβολωμένη και ανήμπορη παρακολουθεί από μακριά τις εξελίξεις, στο εξίσου συντηρητικό και αποστεωμένο σχολείο που έχει τόση σχέση με την πραγματικότητα όση και ο Αυτοκρατορικός πιγκουΐνος με την έρημο Σαχάρα.
Ωραία όλα αυτά αλλά πιστεύω ότι έχουν καταντήσει κουραστικά, βαρετά. Θα άξιζε να ασχοληθεί κανείς με την κατάσταση των συγκεκριμένων θεσμών, αν πίστευε ότι κάτι σύντομα μπορεί να αλλάξει. Προσωπικά αδυνατώ να φανταστώ ότι η οικογένεια, το σχολείο και η πολιτική θα αποκτήσουν σύντομα πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτό που λέγεται προετοιμασία των νέων.
Ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν ακράδαντα ότι η επανάσταση είναι η μόνη λύση. Ανήκω σε εκείνους που προσδοκούν ανυπόμονα αυτή την επανάσταση που θα αλλάξει την πορεία των πραγμάτων και θα μας απαλλάξει από την ακινησία, την αγωνία, την απαισιοδοξία και τα προβλήματα που μας προκαλεί η άγνοια για τον κόσμο που έχει διαμορφωθεί και μας περιβάλλει ορίζοντας τις δυνατότητες, τις επιλογές και τις κινήσεις μας σε κάθε τομέα.
Στο μυαλό των περισσοτέρων, όταν γίνεται λόγος για επανάσταση, έρχονται εικόνες βίας, καταστροφής, αιματηρών συγκρούσεων, φρικαλεοτήτων μεταξύ αντιμαχόμενων παρατάξεων. Όλα αυτά, όμως, είναι ξεπερασμένα, συντηρητικά, ιστορικά έχουν αποδειχτεί αδιέξοδα και με βεβαιότητα πρέπει να τα εγκαταλείψουμε στο παρελθόν.
Χρειαζόμαστε μια επανάσταση αλλά αυτή πρέπει να είναι πολύ διαφορετική από εκείνες που έχουν προηγηθεί. Μια επανάσταση που θα καταφέρει να αποστασιοποιηθεί από τη βία και τους κάθε είδους βανδαλισμούς.
Τα πάντα ξεκινούν από μια απλή σκέψη και την παραδοχή της. Οι παραδοσιακοί θεσμοί -πολιτική, οικογένεια, σχολείο- και το κατεστημένο που εκφράζουν ευθύνονται για τα σημερινά προβλήματα, για την πορεία της παγκοσμιοποίησης, για τα αδιέξοδα των κοινωνιών μας, για τη διαφθορά που κυριαρχεί, για την αναξιοκρατία, την καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αλλά και για τις αδυναμίες, τη σύγχυση, τις ανασφάλειες, την απαισιοδοξία των νέων. Αφού αυτοί έχουν σημαντική ευθύνη για τον κόσμο μας, είναι τουλάχιστον παράλογο και σίγουρα ανόητο κάποιος να περιμένει ότι αυτοί θα είναι εκείνοι που θα τον αλλάξουν. Είναι η εύκολη λύση να περιμένει κάποιος το παραμικρό από θεσμούς που έχουν περιέλθει σε σοκ και λειτουργούν σαν να βρίσκονται σε κώμα. Και το βέβαιο είναι ότι, όσο κι αν το επιθυμούν, θα αργήσουν πολύ να ξεπεράσουν τη σύγχυση στην οποία βρίσκονται. Οι θεσμοί αναζητούν απεγνωσμένα βοήθεια κι αυτή δεν πρόκειται να έρθει, αν οι πραγματικά υπεύθυνοι δεν αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Μιλάμε διαρκώς για μια επανάσταση. Μια επανάσταση που τη χρειάζεται η οικογένεια, το σχολείο, η πολιτική, η οικονομία, οι διεθνείς σχέσεις, η θρησκεία, ολόκληρος ο κόσμος. Μια επανάσταση για την οποία, όμως, οι μόνοι ικανοί είναι οι νέοι. Αυτοί έχουν την ευθύνη πλέον.
Οι εποχές που οι νέοι κατέβαιναν στους δρόμους και απλώς διεκδικούσαν αλλαγές από τους φορείς του κατεστημένου έχουν παρέλθει. Το κατεστημένο αγνοεί το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε, αγνοεί τις λύσεις που πρέπει να δοθούν. Βρισκόμαστε πια μπροστά στην επιτακτική ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε τη νεότητα και να απαιτήσουμε από αυτή περισσότερα, πιο σύγχρονα και ουσιαστικά πράγματα. Οι νέοι στο παρελθόν αντιμετωπίστηκαν και σε μεγάλο βαθμό υπήρξαν κληρονόμοι της πραγματικότητας που διαμόρφωσαν οι προηγούμενες γενιές. Σήμερα καλούνται να συνειδητοποιήσουν ότι πρέπει να αποτελέσουν οι ίδιοι τους διαμορφωτές του μέλλοντός τους.
Αν οι νέοι επιθυμούν στηρίγματα, έξοδο από τα αδιέξοδα, πορεία προς την επιτυχία, «ζωή και όχι επιβίωση» πρέπει να εγκαταλείψουν τις εύκολες λύσεις. Θα πετύχουν, θα αποτινάξουν το άγχος, την ανασφάλεια, τη σύγχυση και την απαισιοδοξία εκείνοι οι νέοι που θα πιστέψουν και θα στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις, που θα πάψουν απλώς να γκρινιάζουν για τις δυσκολίες που συναντούν, που θα πάψουν να καταδικάζουν τα αρνητικά που τους περιμένουν, που θα πάψουν να προσδοκούν λύσεις από θεσμούς που δείχνουν ανήμποροι ακόμα και να αντιληφτούν το τι συμβαίνει.
Κι όλα αυτά δε θα τα καταφέρουν όσα ATM κι αν διαλύσουν, όσες βιτρίνες κι αν σπάσουν, όσα αυτοκίνητα κι αν καταστρέψουν. Θα τα καταφέρουν με σκληρή και συνεχή προσπάθεια, με πολλή δουλειά και διοχέτευση του δυναμισμού τους προς τη σωστή κατεύθυνση. Θα τα καταφέρουν οι νέοι που σήμερα προετοιμάζονται για το αύριο κι όχι όσοι επαναπαύονται σε όσα μπορεί να τους προσφέρει η προηγούμενη γενιά. Θα τα καταφέρουν οι νέοι που δε μένουν στα εφόδια που τους προσφέρει το οργανωμένο σύστημα. Ωραία και χρήσιμα όλα αυτά που το σύστημα μπορεί να δώσει στη νεολαία. Χρήσιμες οι ξένες γλώσσες, η πανεπιστημιακή εξειδίκευση, η γνώση ηλεκτρονικών υπολογιστών αλλά σκεφτείτε ότι αυτά όλοι ή τουλάχιστον οι περισσότεροι ήδη τα διαθέτουν. Σκεφτείτε ότι όλα αυτά η αγορά τα πληρώνει το πολύ με … 700 €!
Το παιχνίδι της διάκρισης ήδη έχει μεταφερθεί αλλού και λέγεται ισχυρή, προσαρμοστική και δυναμική προσωπικότητα. Κι αυτή δεν αποκτιέται ούτε με καταστροφές ούτε πολύ περισσότερο με συμβιβασμούς, με αποδοχή των ονείρων των μεγαλυτέρων, με φοβίες που προσπαθεί να προκαλέσει το κατεστημένο. Διαμορφώνεται μέσα από την αμφισβήτηση του συντηρητικού και τη δυναμική αντιπαράθεση σ’ αυτό, μέσα από ρήξεις και συγκρούσεις με τις επιθυμίες και τις συμβουλές των γονιών και των εκπαιδευτικών.
Χρειαζόμαστε μια επανάσταση και τη χρειαζόμαστε γρήγορα αλλά αυτή η επανάσταση δεν μπορεί να ξεκινήσει παρά μόνο από την ψυχή του κάθε νέου!

Είναι παράλογο και τελείως άσκοπο να περιμένουν οι νέοι βοήθεια από αλλού. Είναι τραγικό να πιστεύουν ότι η πολιτεία, η οικογένεια, το σχολείο θα αλλάξουν προς το καλύτερο χωρίς τη βοήθεια και τη συμμετοχή της ίδιας της νέας γενιάς. Αν κάποιοι νέοι επιθυμούν μια δημοκρατική πολιτεία, έναν δίκαιο κόσμο, ένα σύγχρονο σχολείο, μια δυναμική οικογένεια δεν μπορούν απλώς να τα απαιτούν. Πρέπει να αγωνιστούν γι αυτά, να αναλάβουν την ευθύνη και να δείξουν το δρόμο και στις προηγούμενες γενιές που έχουν χαθεί στη δίνη των μεταβολών. Είναι παράλογο να περιμένει κανείς την επανάσταση από ανθρώπους και θεσμούς βουτηγμένους στο παρελθόν, από ανθρώπους και θεσμούς που φοβούνται και την παραμικρή αλλαγή.
Χρειαζόμαστε μια επανάσταση κι αυτή μπορεί να ξεκινήσει από μια αποδοχή. Οι μεγάλοι δεν μπορούν, όσο κι αν το επιθυμούν, να ελέγξουν και πολύ περισσότερο να στηρίξουν τη διαπαιδαγώγησή της νέας γενιάς. Ακούγεται σκληρό αλλά η αλήθεια είναι ότι η δουλειά των μεγάλων τέλειωσε. Σωστά ή λαθεμένα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Τέλειωσε! Οι μόνοι που έχουν τη δυνατότητα να αναλάβουν την ευθύνη της προετοιμασίας τους είναι οι ίδιοι οι νέοι. Αυτοί έχουν τη βασική ευθύνη της διαμόρφωσης ενός δυναμικού χαρακτήρα, της απόκτησης εφοδίων που θα τους χρειαστούν σε κάθε επόμενο βήμα τους. Η εποχή μας τους έχει εξασφαλίσει και τα μέσα για να το πετύχουν.
Χρειαζόμαστε μια επανάσταση κι αυτή μπορεί να πηγάσει αποκλειστικά από τη ρεαλιστική και θετική διάθεση των νέων. Από τη διάθεσή τους να αποδεχτούν ότι ζουν σε μια εποχή που προσφέρει ευκαιρίες, μια εποχή ανέσεων, δυνατοτήτων για μόρφωση, καλλιέργεια και ενημέρωση. Από τη διάθεσή τους να πάψουν να γκρινιάζουν διαρκώς για τα αρνητικά και να αξιοποιήσουν δυναμικά τα θετικά του κόσμου τους. Από τη διάθεσή τους να κατανοήσουν ότι είναι λογικό κάποιος να ξεκινάει τη ζωή του με 700 € και ότι είναι στο χέρι του αργότερα να αγωνιστεί για περισσότερα. Να αγωνιστεί κι όχι απλώς να τα απαιτεί από το σύστημα.
Χρειαζόμαστε μια επανάσταση κι αυτή θα στηριχτεί στην κατανόηση των νέων ότι έχουν μια εξαιρετική τύχη. Την τύχη να είναι νέοι. Οι ευκαιρίες βρίσκονται μπροστά τους, το μέλλον τους ανήκει, αρκεί να το θέλουν και να αγωνιστούν γι αυτό.
Χρειαζόμαστε μια επανάσταση κι αυτή θα βασιστεί στην κατανόηση ότι το μέλλον του καθενός δεν είναι προκαθορισμένο και κυρίως δεν μπορεί να είναι αυτό που έχουν τη δυνατότητα να ονειρευτούν και να δημιουργήσουν οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί ή οι πολιτικοί. Στην αποδοχή των νέων ότι δεν μπορούν να γκρινιάζουν για τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους πριν καν αρχίσουν την προσπάθεια υλοποίησής τους. Το αύριο του καθένα καθορίζεται από τις επιλογές και τις προσπάθειες που ο ίδιος κάνει σήμερα.
Ο κόσμος μας χρειάζεται επιτακτικά μια επανάσταση. Επανάσταση, όμως, σημαίνει βήματα προς τα εμπρός κι αυτό πρέπει να το κατανοήσει ο κάθε νέος. Μόνο έτσι οι νέοι θα αντιληφτούν ότι δεν είναι αρκετό να αμφισβητούν. Είναι φυσιολογικό να απορρίπτουν τις ιδεολογίες, να αρνούνται τις επιλογές, να σαρκάζουν τις προκαταλήψεις και να μειδιούν με τις συμβουλές της προηγούμενης γενιάς αλλά παράλληλα είναι καλό να έχουν έτοιμες απαντήσεις, επιχειρήματα και προτάσεις για το καινούριο, διαφορετικά δεν πρόκειται να πετύχουν το παραμικρό! Η άποψη περί ανωριμότητάς τους θα εγκαταλειφθεί, όταν οι νέοι το διεκδικήσουν κι όχι επειδή οι μεγαλύτεροι θα το αποφασίσουν.
Οι όποιες κινητοποιήσεις της νεολαίας θα καρποφορήσουν και θα προωθήσουν σημαντικές και προς τη σωστή κατεύθυνση μεταρρυθμιστικές τομές, αν οι νέοι κάποια στιγμή δώσουν τις απαντήσεις που ψάχνει η κοινωνία ως προς την πορεία της αλλαγής. Οι νέοι καλούνται να δείξουν το δρόμο άρα πρέπει οι ίδιοι να τον γνωρίζουν καλά, ώστε να καθοδηγήσουν τους υπολοίπους.
Εδώ βέβαια, παρουσιάζεται ένα ερώτημα που οι μαθητές μού θέτουν συχνά. «Από πού να αρχίσουμε»; Η απάντηση είναι απλή: αρχίζει κανείς από τα πιο μικρά και εύκολα, αρχίζει από την προσπάθεια βελτίωσης του μικρόκοσμού του. Αρχίζει από την αλλαγή και τη βελτίωση του ίδιου του εαυτού του, της οικογένειάς του, του τμήματός του στο σχολείο ή στο φροντιστήριο, των ανθρώπων που αποτελούν φίλους του.
Η αποφυγή καταστάσεων και αδιεξόδων παρόμοιων με αυτά που ζούμε μπορεί να στηριχτεί στο τρίπτυχο: ακούω, βλέπω, προβληματίζομαι διαρκώς! Η αποκωδικοποίηση του κόσμου που μας περιβάλλει και η κατανόηση των συστατικών του είναι η βάση για την ενεργό συμμετοχή. Η ορθή και γρήγορη σκέψη είναι η πυξίδα για τη σωστή πορεία. Τη στιγμή που αρκετοί άνθρωποι και κυρίως νέοι αποφασίσουν να ενημερωθούν και να μάθουν, έχω την αίσθηση ότι θα έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις για την επανάσταση που όλο και πιο αναγκαία φαντάζει.
Συμφωνώ με τους νέους -και χαίρομαι ιδιαίτερα που υπάρχουν, ακόμα, τέτοιοι- που πιστεύουν ότι ο κόσμος μας χρειάζεται ριζικές μεταβολές και αγωνίζονται ουσιαστικά ήδη γι αυτό. Συμφωνώ με την άποψη που θεωρεί ότι κάποια στιγμή μια επόμενη γενιά θα είναι εκείνη που θα διαμορφώσει κάτι πιο υγιές, πιο ανθρώπινο και λιγότερο καταπιεστικό. Συμφωνώ με εκείνους που ισχυρίζονται ότι για να βελτιωθεί η κατάσταση και να ξεφύγουμε από τα υπάρχοντα δεσμά είναι ανάγκη να ανατρέψουμε και να γκρεμίσουμε, αφού μια απλή ανακαίνιση δεν αρκεί για να καλυτερεύσει τις συνθήκες.
Αναρωτιέμαι όμως το εξής: Αφού γκρεμίσουμε, θα ζήσουμε ανάμεσα στα χαλάσματα, τα δακρυγόνα και τη σκόνη; Σίγουρα όχι! Προσωπικά δε θα με ενδιέφερε καθόλου μια τέτοια προοπτική. Πρέπει να γκρεμίσουμε αλλά παράλληλα πρέπει να έχουμε ήδη έτοιμα τα σχέδια για ένα οικοδόμημα πιο όμορφο, πιο σταθερό, πιο εξυπηρετικό, πιο άνετο, πιο σύγχρονο, πιο ανθρώπινο. Κάθε γκρέμισμα πρέπει να συνοδεύεται από χτίσιμο και ανάπλαση. Εύχομαι και θα δεχτώ οι νέοι να τα γκρεμίσουν όλα αλλά να το κάνουν όταν θα έχουν ήδη έτοιμα τα σχέδια για τον κόσμο που επιθυμούν να δημιουργήσουν. Αυτή την επανάσταση χρειαζόμαστε!
Είναι η ώρα να κλείσω και θα το κάνω τελείως συντηρητικά δίνοντας συμβουλές.
Η συμβουλή μου προς τους μεγαλύτερους που βρίσκονται σήμερα εδώ είναι η εξής: Αν θέλετε να βοηθήσετε τους νέους να πετύχουν, προσπαθήστε να τους καταλάβετε. Αν επιθυμείτε να τους δείτε και πραγματικά ευτυχισμένους, σταματήστε να τους δίνετε συμβουλές!
Η συμβουλή μου στους νέους είναι: Παιδιά, να μη δέχεστε συμβουλές!

Θέλω να ευχηθώ στα παιδιά που βρίσκονται σήμερα εδώ κάθε επιτυχία στη ζωή τους, όποιον δρόμο κι αν ακολουθήσουν.
Θέλω να αφιερώσω όσα είπα σήμερα στους νέους που αποτελούν θύματα μιας κατάστασης που σίγουρα όλοι μας επιθυμούμε να αλλάξει"!