Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

«Είμαστε όλοι Έλληνες...»

Λύσσιαξαν πια όλοι τους οι ξενέρωτοι! Μη δουν λαό να προοδεύει, τον έβαλαν στο μάτι και όποιον πάρει ο Χάρος. Και δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα το μάτι το κακό μού προκαλεί κάτι φρικτούς πονοκεφάλους και ημικρανίες και σκοτοδίνες και μετά πρέπει να παρακαλάω τη μάνα μου να με ξεματιάσει και δε συμμαζεύεται. Φαντάζομαι με καταλαβαίνετε, γιατί έτσι είμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες. Μας πιάνει εύκολα το μάτι το κακό. Και δεν υπάρχουν και λίγοι λόγοι για να μας βάζουν στο μάτι οι ξένοι κι εμάς να μας πιάνει το μάτι...
Από την έλλειψη τάξης που χαρακτηρίζει την προηγούμενη παράγραφο, μάλλον έχετε αντιληφτεί πόσο φουρκισμένος είμαι τη στιγμή που γράφω. Κι αν βρείτε διπλά και τριπλά γράμματα στο κείμενο, είναι που τρέμω ολόκληρος από τη σύγχυση και την ταραχή και τα δάχτυλά μου πατούν και δυο και τρεις φορές το κάθε γράμμα στο πληκτρολόγιο. Και πώς να μην είμαι συγχυσμένος κι εγώ κι εσείς και ο απανταχού ελληνισμός με όσα συμβαίνουν.
Στο καινούριο φρούτο αναφέρομαι που του έδωσαν και όνομα ήδη και το ονόμασαν «κίνημα είμαστε όλοι Έλληνες». Χα! Με κάτι τέτοια γίνομαι οπαδός των θεωριών συνωμοσίας που διατυπώνονται από πολύ... σοβαρά χείλη. Είναι να μην πιστεύεις τόσο πειστικές και τεκμηριωμένες θεωρίες; Κάποιοι ανόητοι, βέβαια, χαίρονται κιόλας και πιστεύουν ότι βρήκαμε συμπαραστάτες και αξιόπιστους συμμάχους αλλά πού μυαλό να δουν τι κρύβεται πίσω από όλο αυτό το πανηγυράκι του «είμαστε όλοι Έλληνες»;
Δηλαδή, πού ήταν όλοι αυτοί, που σήμερα διατυμπανίζουν «είμαστε όλοι Έλληνες», όσο εμείς χύναμε αίμα και ιδρώτα για να φτάσουμε μέχρι εδώ; Πού ήταν όλοι αυτοί όταν ξεπλατιζόμασταν για να φτιάξουμε τον Παρθενώνα; Να σας πω εγώ πού ήταν! Σε κάτι σπηλιές ήταν κι όταν έβγαιναν από αυτές, πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο σαν την τσίτα του Ταρζάν. Εμ τότε δε συνέφερε να είναι Έλληνες, γιατί οι Έλληνες ιδροκοπούσαν κάτω από τον καυτό αττικό ήλιο για να μεγαλουργήσουν και να φτιάξουν μεγαλεία που σήμερα θαυμάζει όλη η ανθρωπότητα πίνοντας καφέ, τσίπουρα και μπύρες στα μπαρ της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Τώρα τι να σας κάνουμε βρε λεβέντες; Το χτίσιμο ήταν το λούκι. Να τον βλέπουμε, μπορούμε και μόνοι μας.
Πού ήταν όλοι αυτοί, όταν τραβούσαμε κουπί σε τρικυμίες και φουρτούνες; Πού ήταν όταν ψάχναμε τα πιο λαμόγια και τους πιο διεφθαρμένους, για να τους κάνουμε πολιτικούς; Είχαμε καμιά βοήθεια τότε; Μόνοι μας ψάχναμε. Πού ήταν όλοι αυτοί όταν πήραμε έναν σκασμό λεφτά από την ΕΕ και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να τα σπαταλήσουμε; Πού ήταν, όταν αναζητούσαμε τις πιο ασφαλείς τράπεζες στην Ελβετία για να καταθέσουμε το υστέρημά μας, όταν ψάχναμε τα πιο πολυτελή αυτοκίνητα για να τα αποκτήσουμε και να τα επιδεικνύουμε στις πλατείες, όταν αναζητούσαμε τις πιο σικ τοποθεσίες για να ανεγείρουμε βιλίτσες και βιλάρες και ό,τι άλλο επιθυμούσαμε; Είχαμε καμιά συμπαράσταση τότε; Αμ δεν είχαμε.
Και τώρα; Ε, τώρα που τα καταφέραμε, όλοι θέλουν να είναι Έλληνες. Δεν είναι έτσι το πράγμα! Έτσι ξέραμε κι εμείς! Δηλαδή, τώρα που κατάλαβαν οι κουτόφραγκοι σε τι πολυτέλεια ζούμε, τώρα θυμήθηκαν να είναι όλοι Έλληνες; Και κάποιοι ηλίθιοι δικοί μας χαίρονται γι αυτό. Μα δε σκέφτεστε, γιατί να θέλουν να είναι Έλληνες όλοι αυτοί; Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Είναι τόσο απλό... Θέλουν να είναι Έλληνες για να έχουν όσα κι εμείς. Ναι αλλά εμείς δεν τα αποκτήσαμε ως δια μαγείας. Αγωνιστήκαμε για όλα αυτά, κουραστήκαμε, ξεπουλήσαμε καθετί ηθικό, πουλήσαμε την ίδια την ψυχή μας στο διάολο. Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Λούκι μεγάλο ήταν.
Ε όχι κυρίες και κύριοι που θέλετε να είστε όλοι Έλληνες, δεν πρόκειται να σας γίνει το χατίρι που να χτυπιέστε ολημερίς κι ολονυχτίς. Δεν τα μασάμε εμείς κάτι τέτοια. Κορόιδα ψάχνετε; Δεν είμαστε εμείς κουτόφραγκοι να μοιραστούμε τις ανέσεις μας, τα αραλίκια μας και τις πολυτέλειές μας με όλους εσάς που τώρα είδατε το φως το αληθινό.
Και στο κάτω κάτω της γραφής, άντε και πιανόμαστε κορόιδα και αποδεχόμαστε το αίτημά σας και σας κάνουμε την τιμή να είστε όλοι Έλληνες, δε σκέφτεστε ότι τότε θα υπάρξει ένα τόσο δα μικρό προβληματάκι; Γιατί, αν όλοι εσείς γίνετε Έλληνες, τότε ποιος, που να πάρει, θα δουλεύει σαν το γομάρι για να συνεχίσει να μας δίνει εμάς δανεικά και να περνάμε ζάχαρη; Ε, ποιος θα το κάνει; Γιατί, έχω την αίσθηση, ότι εμείς οι Έλληνες δεν πρόκειται να το κάνουμε ποτέ!


Υ.Σ. Αναρωτιέμαι αν, τώρα που τόσοι πολλοί ξένοι θέλουν να γίνουν Έλληνες, μπορώ εγώ να γίνω ένας Γερμανός, ένας Ολλανδός ή κάτι άλλο ξένο βρε παιδί μου...

6 σχόλια:

Ippokrates είπε...

Μας φτιάξατε κ. Ζάχο μας!!Σας φαντάζομαι εκεί που πατάτε διπλά και τριπλά τα γράμματα... Μεγαλείο!!!Γιατί βρε θες να φύγεις;Πού θα βρεις καλύτερα; Όλα τα 'χουμε. Τους Ελληναράδες μας, τις Ελ-λαδιές μας, τις Ελληνι-κούρες μας, τις Ελληνο-μαστοριές μας. Μαέστροι και πρωτοπόροι, κινηματίες ...όλοι Έλληνες. Να σας ακούγαμε κιόλας κ. Ζάχο! Θα γραφτώ τα Σάββατα στα ενηλίκων του φροντιστηρίου. Φιλιά Ντίνα από Αθήνα.

ΑΣΠΑ είπε...

Νομίζω, λοιπόν, πως κάπου εδώ πρέπει να αφαιρεθεί η ετικέτα όπου μπορούμε να υποβάλλουμε τα σχόλιά μας! Έτσι δεν είναι κ. Ζάχο;



Υ.Γ. Συγνώμη, ξέχασα πως μπορεί να υπάρχει και κάποιος που να διαφωνεί...ΦΙΛΙΑ

Σωτήρης Π. Ζάχος είπε...

Τι εννοείς Άσπα;;; Δεν το κατάλαβα! Πώς είσαι;

Σωτήρης Π. Ζάχος είπε...

Ντίνα βιάσου, γιατί οι θέσεις κλείνουν!!! Μπορώ πάντως να έρχομαι και στην Αθήνα για τέτοια μαθήματα αλλά να τα ονομάσουμε ... σεμινάρια! Με φτιάχνει αυτό!

Dimitris Chlorokostas είπε...

Η Άσπα μάλλον εννοεί ότι δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει η επιλογή σχολίασμού, γιατί τα λέτε όλα "ΤΕΛΕΙΑ".

Σωτήρης Π. Ζάχος είπε...

Δημήτρη,
δε νομίζω ότι εννοεί κάτι τέτοιο! Δεν είναι από τα άτομα που θα αποδεχτούν την ... τελειότητά μου!!!