Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Έκφραση... Έκθεση... Έξοδος...

Υπάρχουν δυο δρόμοι στην πολιτική. Ο καλός και ο κακός. Οι πολιτικοί με κάθε απόφαση, με κάθε επιλογή τους διαλέγουν ποιον θα ακολουθήσουν. Είναι σαν το μύθο του Ηρακλή που κλήθηκε στην αρχή της ηρωικής σταδιοδρομίας του να διαλέξει αν θα ακολουθούσε το δρόμο της «Αρετής» ή το δρόμο της «Κακίας». Ο πρώτος ήταν δύσκολος, γεμάτος προβλήματα, απαιτούσε προσπάθεια, δύναμη, ευφυΐα και κόπο. Ο δεύτερος ήταν ο εύκολος. Μπορούσε να τον διαβεί ο κάθε ατάλαντος, χωρίς να κοπιάσει και να σκεφτεί το παραμικρό. Αυτός που θα τον επέλεγε, διάλεγε μια πορεία εύκολη, γεμάτη κραιπάλη, όμορφα κορίτσια ή και αγόρια ανάλογα με τα γούστα. Ο Ηρακλής διάλεξε τον πρώτο. Γι αυτό ακόμα και σήμερα τον θυμόμαστε και οι άθλοι του αποτελούν σημείο αναφοράς και πρότυπο για όλους.
Για όλους; Όχι! Οι πολιτικοί μας έχουν ξεφύγει από το δίλλημα έχοντας υπογράψει συμβόλαιο με την πλανεύτρα Κακία βάζοντας την Αρετή στα αζήτητα. Όλα αυτά μου έφερε στο μυαλό -ανάμεσα σε πολλά άλλα- η πρόσφατη, ριζοσπαστικά ανατρεπτική απόφαση για τη βαθμολόγηση του μαθήματος της «Έκφρασης - Έκθεσης» στις εισαγωγικές εξετάσεις. Πλέον το υπουργείο αποφάσισε ότι η Έκθεση (παραγωγή κειμένου) δε θα βαθμολογείται με πενήντα μονάδες αλλά με σαράντα. Οι δέκα μονάδες που περισσεύουν θα μοιραστούν στο κομμάτι των γλωσσικών ασκήσεων που από είκοσι πέντε μονάδες θα βαθμολογείται με τριάντα πέντε.
Η απόφαση αποτελεί Έκφραση ανευθυνότητας, Έκθεση ανόητου λαϊκισμού και δείχνει ότι η κυβέρνηση μάλλον έχει εντοπίσει την Έξοδο από την εξουσία. Κάποιος, ακόμα κι αν είναι η μάνα, η θεία, ο αξάδερφος ή ο μπατζανάκης του υπουργού (άρα λειτουργεί απέναντί του με εξωφρενικά καλή διάθεση), από όπου και να πιάσει την απόφαση, δεν πρόκειται να εντοπίσει κάτι άλλο πέρα από όσα ήδη έχω αναφέρει, δηλαδή ανευθυνότητα, ανοησία, λαϊκισμό.
Το υπουργείο στην αιτιολόγηση της επιλογής αναφέρει ότι «υπήρξε πάγιο αίτημα των μαθητών η αντικειμενικότερη βαθμολόγηση της Έκθεσης»!!!
Δηλαδή, το υπουργείο αποφάσισε ξαφνικά να ικανοποιήσει τα πάγια αιτήματα των μαθητών ξεκινώντας από το συγκεκριμένο; Να περιμένουμε, δηλαδή, την ικανοποίηση και άλλων πολύ πιο ουσιαστικών πάγιων αιτημάτων στο εξής;
Το να γίνει καλύτερη επιλογή και προετοιμασία των βαθμολογητών με στόχο τον περιορισμό των προβλημάτων βαθμολόγησης του συγκεκριμένου μαθήματος δεν παίζει για το υπουργείο! Οι αναβαθμολογήσεις θα περιορίζονταν στο ελάχιστο, αν ελέγχονταν ουσιαστικά οι βαθμολογητές και ο αριθμός των γραπτών που θα αντιστοιχούσε στον καθένα (ορισμένοι σήμερα κάνουν λόγο για «βιομηχανία»). Ένας μικρός αριθμός γραπτών θα τόνωνε την προσοχή και την υπευθυνότητα του κάθε βαθμολογητή.
Από την άλλη, δεν είναι το ίδιο υπουργείο που ευαγγελίζεται ότι στόχος του είναι ο περιορισμός της αποστήθισης; Και τι κάνει γι αυτό; Το μάθημα της Έκθεσης μπορεί να εξυπηρετήσει το συγκεκριμένο στόχο με θέματα που θα ξεφεύγουν από τυποποιημένα προσχέδια, θέματα που θα απαιτούν από τους μαθητές ενημέρωση για τις εξελίξεις και προβληματισμό για τα νέα δεδομένα που έτσι κι αλλιώς θα κληθούν να αντιμετωπίσουν. Το υπουργείο εισάγοντας νέα ήθη και ποιοτικά κριτήρια θα μπορούσε να αξιοποιήσει την Έκθεση για τη δημιουργία ενός νέου δυναμικού κοινού αναγνωστών και να στηρίξει πρακτικά την προετοιμασία των μαθητών για την ένταξή τους στην πραγματικότητα. Θα μπορούσε αξιοποιώντας ως βάση το συγκεκριμένο μάθημα να αξιοποιήσει τις σχολικές βιβλιοθήκες και να προωθήσει την ανάγνωση και την έρευνα μέσα στα ίδια τα σχολεία.
Το μάθημα της Έκφρασης - Έκθεσης είναι με βεβαιότητα απαιτητικό. Ίσως το πιο απαιτητικό. Η ουσιαστική αντιμετώπισή του προϋποθέτει γνώση, ενημέρωση, κριτική και δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων, σωστή χρήση του λόγου, αφαιρετική αλλά και αναλυτική ικανότητα, ταχύτητα σκέψης τόσο από το διδάσκοντα όσο και από το μαθητή. Αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά που το κάνουν ενδιαφέρον.
Αντίθετα, γίνεται βαρετό και μη αποδοτικό, όταν ο εκπαιδευτικός το συνδέει με την αποστήθιση κειμένων ή «ωραίων λέξεων ή εκφράσεων» έχοντας μπερδέψει το «πλούσιο λεξιλόγιο» με τις ανούσιες, βαρύγδουπες εκφράσεις οι οποίες ελάχιστα συμβάλλουν στην εξέλιξη και τη λογική στήριξη ενός κειμένου. Η Έκθεση δεν είναι Συναίσθημα, είναι η απόλυτη έκφραση της Λογικής. Θέτει συγκεκριμένες απαιτήσεις και περιμένει ξεκάθαρες και τεκμηριωμένες απαντήσεις από το μαθητή. Ο μαθητής που διαθέτει γλωσσική παιδεία κατανοεί τα ζητούμενα και αντεπεξέρχεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στις απαιτήσεις. Πρόβλημα έχει ο μαθητής που έχει αποστηθίσει θέματα και λέξεις και προσπαθεί να τα εντάξει σε κάθε ζητούμενο δημιουργώντας σύγχυση σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού. Αυτός πρόβλημα θα έχει έτσι κι αλλιώς, εκτός κι αν του ζητηθεί το συνώνυμο του «μπουχέσας», του οποίου γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι το «μπουλομαλάκας»!
Ποιους από τους στόχους της εκπαίδευσης, λοιπόν, εξυπηρετεί η απόφαση; Θα έλεγα τώρα τι εξυπηρετεί αλλά θα το έλεγα με εκφράσεις που δε θα γίνονταν αποδεκτές σε μαθητικά γραπτά, οπότε λέω να το αποφύγω. Μια ακόμα επιλογή ανόητου λαϊκισμού με σκοπό τη διευκόλυνση των μέτριων (εκπαιδευτικών και μαθητών). Μια ακόμα απεγνωσμένη κίνηση προς λάθος κατεύθυνση χωρίς μελέτη των επιπτώσεων, χωρίς λογική βάση από μια κυβέρνηση που ήδη ακούει το απειλητικό τρίξιμο της πόρτας εξόδου από την εξουσία που ήδη έχει αρχίσει να ανοίγει απειλητικά γρήγορα.
Υπάρχουν δυο δρόμοι στην πολιτική. Ο καλός και ο κακός. Οι Έλληνες πολιτικοί, εδώ και καιρό, διάλεξαν το δεύτερο. Γι αυτό και τις αθλιότητές τους δεν τις θυμάται κανείς από τη στιγμή που διαβαίνουν την έξοδο!

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Πτυχία σε τσεβρέ!

Λοιπόν, δεν ξέρω για σας αλλά εγώ το βρίσκω πέρα για πέρα φυσιολογικό! Ένας ακόμα (πόσο αφόρητα βαρετό;) διάλογος για την εκπαίδευση έχει ήδη ξεκινήσει και έχει ξεκινήσει από εκεί που θα έπρεπε λογικά να το κάνει. Δηλαδή, από το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Πάλι καλά, γιατί όλοι οι σοφοί που εμπλέκονται σ’ αυτόν ήταν ικανοί να τον ξεκινήσουν από τον τρόπο απονομής των πτυχίων. Θα μπορούσαν για μήνες να συζητούν τι θα φορούν οι πτυχιούχοι, αν το πτυχίο θα είναι σε πάπυρο, σε βινίλιο, σε τσεβρέ (είδος πανέμορφου κεντήματος) ή σε … κοφτό, αν θα έπρεπε να απονέμεται σε αμφιθέατρο, σε bar, στο νέο μουσείο της Ακρόπολης ή σε χασαποταβέρνα.
Η εκπαίδευση έχει ήδη καταρρεύσει και αυτοί συζητούν για το σύστημα εξετάσεων. Λογικό! Δηλαδή, οι… διαλογιζόμενοι θεωρούν απολύτως φυσιολογικό ένας μηχανικός να ξεκινά την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής από τον τελευταίο (πολυ)όροφο και σταδιακά να χτίζει τους υπόλοιπους (λιγο)ορόφους από κάτω και να ρίχνει τα θεμέλια στο τέλος. Φαντάζονται ότι ένας ζωγράφος πρώτα φτιάχνει έναν πίνακα, τον παρουσιάζει στο κοινό και μετά ασχολείται με τα προσχέδια όχι ενός άλλου αλλά του ολοκληρωμένου πίνακα. Θεωρούν εξαιρετικά λογικό ένας εκπαιδευτικός πρώτα να μπαίνει στην αίθουσα, να κάνει το μάθημά του και αμέσως μετά το τέλος της παράδοσης να ασχολείται με το πλάνο του μαθήματος που μόλις τελείωσε. Δε θα τους φαινόταν παράξενο πρώτα να βάζω βαθμό στο γραπτό ενός μαθητή μου και μετά να το διαβάζω και να κάνω τις διορθώσεις! Ε;
Κι ο συγκεκριμένος διάλογος έχει και χρονικό ορίζοντα. Έξι μήνες. Ζήλια ο Flash Gordon! Οι πάνσοφοι θα βελτιώσουν την εκπαίδευση σε χρόνο ρεκόρ. Δηλαδή και για να καταλάβω, αν κάποιος έχει μια ωραία ιδέα μετά το πέρας του εξαμήνου, καίγεται; Τους φαντάζομαι όλους αυτούς τους συνομιλητές σε μια αίθουσα να πιέζονται να διατυπώσουν άποψη ενώ ο χρόνος τρέχει αμείλικτα. Κι άμα ο άλλος έχει πονοκέφαλο, κοψομέσιασμα, μάτι κακό τη μέρα της εξέτασής του, τι θα πάθει; Θα τον κόψουν από το διάλογο; Θα τον αφήσουν στον ίδιο … διάλογο; Τι θα του κάνουν τέλος πάντων;
Άντε και βγαίνουν με φανφάρες και μας ανακοινώνουν με το πέρας του εξαμήνου έναν καινούριο τρόπο εισαγωγής στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ, τι θα γίνει τότε; Θα έχουμε βελτιώσει την εκπαίδευση, θα βγάζουμε πιο σοφά, λιγότερο συντηρητικά, πιο λαμπερά, απαλλαγμένα από την άγνοια και τα κενά παιδιά; Δηλαδή, ο γιος μου που δήλωνε από την πρώτη δημοτικού «εγώ, όταν φτάσουμε στο τελευταίο γράμμα, που είναι το Ωμέγα, θα φύγω από το σχολείο», το έκανε επειδή σκεφτόταν το σύστημα πρόσβασης που θα αντιμετώπιζε σε δώδεκα χρόνια; Το σύστημα εισαγωγής ευθύνεται που τα παιδάκια του δημοτικού και του γυμνασίου σκυλοβαριούνται και αμφισβητούν το σχολείο; Μήπως οι εκπαιδευτικοί θα γίνουν πιο αποδοτικοί, πιο προοδευτικοί και πιο υπεύθυνοι επηρεασμένοι από τον καινούριο τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια; Δηλαδή, οι εκπαιδευτικοί που δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους σήμερα, το κάνουν επειδή δεν τους αρέσει το τωρινό σύστημα επιλογής για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση; Και καλά το ανθρώπινο δυναμικό. Οι υποδομές του σχολείου θα εκσυγχρονιστούν και θα βελτιωθούν με ένα καινούριο σύστημα; Μα καλά κανείς τους δεν έχει ρίξει μια ματιά στο λεξικό του Μπαμπινιώτη για να καταλάβει τι ακριβώς σημαίνει «λογική»;
Σε τίποτα δε θα βοηθήσει η αλλαγή του συστήματος εισαγωγής τη συγκεκριμένη στιγμή. Σε τίποτα δε θα βοηθήσει ένας διάλογος στηριγμένος σε λαϊκιστικές κραυγές που στοχεύει στα θύματα που επιθυμούν με κάθε τρόπο να δουν το παιδί τους στο πανεπιστήμιο. «Δημόσια, δωρεάν παιδεία για το σύνολο των μαθητών» σημαίνει ότι όλοι πρέπει να μπαίνουν σε πανεπιστήμια; Η τεχνική εκπαίδευση δεν προσφέρει παιδεία; Πιστεύει κανείς ότι ξαφνικά δε χρειαζόμαστε τεχνικούς αλλά έχουμε ανάγκη από περισσότερους επιστήμονες; Χρειαζόμαστε, όπως κάθε αναπτυγμένη κοινωνία, όχι περισσότερους αλλά καλύτερους και τεχνικούς και επιστήμονες. Χρειαζόμαστε καλύτερη τεχνική εκπαίδευση, λιγότερα αλλά πολύ καλύτερα πανεπιστήμια κι αυτά δε θα τα έχουμε, όσες αλλαγές κι αν γίνουν στο σύστημα εξετάσεων. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει σκληρές και ανατρεπτικές αλλαγές στα θεμέλια κι όχι στους τελευταίους ορόφους της εκπαίδευσης.
Κι όλη αυτή η συνθηματολογία που συνοδεύει ανέκαθεν τους διαλόγους για την εκπαίδευση περί «κακής παραπαιδείας που προκαλεί την οικονομική αφαίμαξη της ελληνικής οικογένειας», δεν έχει καταντήσει βασανιστικά κουραστική πια; Γιατί, αν τόσο πολύ οι πολιτικοί μας σκέφτονται τα έξοδα της ελληνικής οικογένειας για την προετοιμασία των παιδιών της, δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους; Το κράτος, αναγνωρίζοντας τα κενά του, παρέχει στους πολίτες το δικαίωμα να επισκέπτονται ιδιώτες γιατρούς (παραγιατρούς;) καλύπτοντας τα έξοδα. Ε λοιπόν, καιρός να τους αναγνωρίσει και το δικαίωμα να προτιμούν τα ιδιωτικά φροντιστήρια από την πρόσθετη διδακτική στήριξη που παρέχει το ίδιο το σχολείο ενισχύοντας οικονομικά και την επιλογή τους αυτή! Και τότε δε θα μιλάμε για καμιά αφαίμαξη.
Ένας διάλογος που ξεκινάει με τους όρους που ξεκίνησαν και όλοι οι προηγούμενοι θα έχει τα ίδια αποτελέσματα μ’ αυτούς. Δηλαδή κανένα! Χρειαζόμαστε ένα διάλογο που να πληροί τις βασικές έστω αρχές της λογικής ξεκινώντας το χτίσιμο σωστά. Και το σωστό χτίσιμο δεν ξεκινάει ποτέ από πάνω. Χρειάζεται πρώτα από όλα ισχυρά θεμέλια. Διαφορετικά ας μείνουμε στην κουβέντα για τα πτυχία και προτείνω αυτά να είναι σε τσεβρέ. Έτσι κι αλλιώς, όπως πάει, δε θα χρησιμεύουν πουθενά. Τουλάχιστον έτσι θα στολίζουν το τραπεζάκι του σαλονιού ή έστω την οθόνη του υπολογιστή. Θα τα βγάλουν τα λεφτά τους!

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

"Συγγνώμη, αλλά θα γύριζε έτσι κι αλλιώς"!

Οι πρώην Βρετανοί τραπεζίτες περίλυποι ζητούσαν συγγνώμη για τις επιλογές τους που οδήγησαν σε φαλιμέντο τις εταιρείες την ευθύνη των οποίων είχαν αναλάβει. Σε ερώτηση, μάλιστα, ως προς την ετήσια αμοιβή τους, κάποιος δήλωσε ότι αυτή είχε φτάσει το 1,4 εκατομμύρια €!!! Με απλά λόγια ο τύπος πήρε κοντά 1,5 εκατομμύριο για να φαλιρίσει την τράπεζα στην οποία εργαζόταν. Καθόλου άσχημα! Ο άνθρωπος άλλωστε ζήτησε συγγνώμη! Η τηλεοπτική εικόνα μου έφερε στο μυαλό σκηνές παρόμοιας φαιδρότητας. Πολιτικοί να ζητούν, κάθε τόσο, συγγνώμη για βλαμμένες ενέργειές τους που μας οδηγούν από το κακό στο χειρότερο. Ο Κλίντον να ζητάει συγγνώμη από τους Έλληνες για το ρόλο των Αμερικανών στη δικτατορία. Η Καθολική Εκκλησία να ζητάει συγγνώμη για τα συγχωροχάρτια που μοίραζε αφειδώς πουλώντας πανάκριβα ελπίδα στον κάθε πικραμένο ή για τις βιαιότητες και τις λεηλασίες των Σταυροφόρων. Η ίδια -το έβγαλε από τα μάτια η αθεόφοβη- να ζητάει, με καθυστέρηση τριών αιώνων, συγγνώμη από το Γαλιλαίο, τον οποίο είχε καταδικάσει, εξαιτίας της «αιρετικής» θέσης του ότι η Γη γυρίζει! Αλλά και πιο καθημερινές σκηνές όπως ο τύπος που ζητάει συγγνώμη επειδή σου λιάνισε το μικρό δαχτυλάκι στην προσπάθειά του να σου πάρει τη σειρά με βιαιότητα χοντροβούβαλου.
Ε και; Τι έγινε που όλοι αυτοί και ακόμα περισσότεροι ζητούν συγγνώμη καθημερινά για σημαντικά και ασήμαντα; Διορθώνεται κάτι; Σιγά μη διορθώνεται! Η κρίση παραμένει τόσο κρίση όσο και πριν τη συγγνώμη των τραπεζιτών. Τα αδιέξοδα της πολιτικής παραμένουν τόσο αδιέξοδα όσο και πριν τη συγγνώμη των πολιτικών. Ο πόνος στο μικρό δαχτυλάκι παραμένει τόσο οξύς και οδυνηρός όσο και πριν τη συγγνώμη του χοντράνθρωπου που τον προκάλεσε. Όσο για τη Γη; Αυτή συνεχίζει να γυρίζει με το ρυθμό που το έκανε και πριν τη συγγνώμη της Καθολικής Εκκλησίας. Ούτε πιο γρήγορα ούτε πιο αργά ούτε πιο κυκλικά ούτε πιο χαρωπά. Με πολύ απλά λόγια, η συγγνώμη δε διορθώνει το παραμικρό!
Κι επειδή ακριβώς δε διορθώνει το παραμικρό, δε θα έπρεπε να υπάρχει. Αφού όμως υπάρχει, πρέπει να καταργηθεί, να αφαιρεθεί από τα λεξικά και η χρήση της να απαγορευτεί με ποινή θανάτου! Ο χρήστης της μάλιστα θα έπρεπε να στέλνεται πάραυτα στο πυρ το εξώτερον, αφού βέβαια η ανθρωπότητα του ζητάει … συγγνώμη! Μόνη εξαίρεση στη χρήση της έννοιας να αποτελέσει η διάθεση ευγένειας του στιλ: «Συγγνώμη Madame, μπορώ να περάσω;» που χρησιμοποιείται όταν μια Madame με περιφέρεια που θυμίζει σε όλα της το «Ελευθέριος Βενιζέλος» έχει μπαστακωθεί στο χειρότερο σημείο που θα μπορούσε να το κάνει εμποδίζοντας την απρόσκοπτη μετακίνηση ατόμων και διακίνηση αγαθών.
Η συγγνώμη πρέπει να αφανιστεί και είμαι οριζόντιος (δηλαδή ξαπλωμένος, που είναι πιο ξεκούραστο από το να είμαι κάθετος, δηλαδή κουραστικά όρθιος) σ’ αυτό. Και πρέπει να εξαϋλωθεί όχι μόνο γιατί δεν προσφέρει τίποτα θετικό αλλά και γιατί ευθύνεται για πολύ σοβαρά προβλήματα. Η συγγνώμη μας καθιστά μάλλον πιο ανόητους, σίγουρα πιο ανεύθυνους και με βεβαιότητα πιο ανυπόληπτους. Η συγγνώμη, βέβαια, από μόνη της δεν το κάνει αυτό αλλά η δυνατότητά μας να τη χρησιμοποιούμε το κάνει και το παρακάνει. «Θα την κάνω τη βλακεία» σκέφτεται κάποιος «και μετά ζητάω μια συγγνώμη και όλα μερέντα και σάμαλι». Ούτε προβληματισμός ούτε και ευθύνη.
Αν, όμως, δεν υπήρχε; Τότε όλα θα ήταν απερίγραπτα καλύτερα. Ο καθένας θα ήταν αναγκασμένος να σκέφτεται περισσότερο, πιο λογικά και πιο σφαιρικά, πριν από οποιαδήποτε ενέργεια. Κάτι τέτοιο θα τόνωνε την ανθρώπινη ευφυΐα, θα καθιστούσε πιο προσεκτικό και σοφό το ανθρώπινο είδος. Θα αποκτούσαμε έτσι καλύτερους και πιο ακίνδυνους πολιτικούς, θα είχαμε καλύτερες σχέσεις, θα περιορίζαμε τα λάθη και τις επιβαρύνσεις απέναντι στους άλλους αλλά και στον εαυτό μας. Δε μου το βγάζετε από το μυαλό ότι ένας κόσμος χωρίς συγγνώμη θα ήταν ένας πραγματικά καλύτερος κόσμος και σίγουρα πιο ανθρώπινος.
Βρίσκω την απαίτηση συγγνώμης οδυνηρά βαρετή. Εμπεριέχει κάτι ύπουλο, απλοϊκό και εξαιρετικά επιφανειακό. Σε καμιά περίπτωση μεταμέλεια. Αυτή (η μεταμέλεια) μπορεί να εκφραστεί με ενέργειες και συμπεριφορές και αυτό προϋποθέτει συνδυασμό αρχοντιάς, φιλότιμου, λεβεντιάς και αυτοεκτίμησης. Άνθρωποι με τέτοια χαρακτηριστικά είναι έτοιμοι να λουστούν την ντροπή στα μούτρα τους αναλύοντας τα λάθη τους, αιτιολογώντας τις επιλογές τους και αναλαμβάνοντας τις ευθύνες τους. Το «περασμένα ξεχασμένα» δε λέει και πολλά. Για την ακρίβεια δε λέει τίποτα! Άρα είναι μουγκό. Και όλα αυτά τα γράφω με πλήρη συνείδηση και τελείως ανερυθρίαστα.
Και χωρίς τη συγγνώμη θα μπορούσαμε να ζήσουμε και άρα δε θα μας έλειπε. Εκείνο που λείπει και μάλλον θα συνεχίσει να το κάνει (δηλαδή να λείπει) είναι η πραγματική προσπάθεια διόρθωσης καταστάσεων που προκλήθηκαν εξαιτίας άγνοιας, αμέλειας ή, ακόμα χειρότερα, σκοπιμότητας. Αυτό μας λείπει! Άλλωστε ακόμα και το γεγονός ότι ολόκληρη Καθολική Εκκλησία εγκατάλειψε το πείσμα της κι αποφάσισε να ρίξει τα μούτρα της, δεν πρόσφερε το παραμικρό στον πολιτισμό, στην επιστήμη και στο Σύμπαν ολόκληρο. «Συγγνώμη» κιόλας, αλλά η Γη θα συνέχιζε να γυρίζει και χωρίς τη συμφωνία των Καθολικών.