Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Αληθινά Χριστούγεννα

Το αχνοκίτρινο φως της λάμπας δημιουργούσε γαλήνια ατμόσφαιρα στο ζεστό δωμάτιο προκαλώντας παιχνιδιάρικες σκιές. Πυκνές νιφάδες χιονιού δημιουργούσαν μικρά, κατάλευκα βουναλάκια στο περβάζι του παραθύρου του. Κατάκοπος κάθισε στην καινούρια ξύλινη πολυθρόνα του γραφείου του. Κοίταζε σχεδόν με έκπληξη αγγίζοντας προσεκτικά το βιβλίο που είχε επιλέξει να αγοράσει από το βιβλιοπωλείο που είχε επισκεφτεί νωρίτερα εκείνο το απόγευμα. Η οθόνη του υπολογιστή απέναντί του παράμενε σκοτεινή. Αδυνατούσε να θυμηθεί πότε είχε καθίσει για τελευταία φορά σ’ αυτή τη θέση χωρίς να ανοίξει ταυτόχρονα και τον υπολογιστή με την αυτόματη κίνηση που έκανε πάντα. Είχε περάσει καταπληκτικά εκείνη τη μέρα. Είχε να ζήσει τόσα πολλά και τόσο έντονα, πολύ, μα πάρα πολύ καιρό. Ίσως όσα είχε ζήσει εκείνη τη μέρα, ήταν πολύ περισσότερα και σίγουρα πιο … πραγματικά από όλα όσα είχε ζήσει τα τελευταία χρόνια. Ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη διακοπή του ηλεκτρικού!

Είχε μόλις επιστρέψει από το σχολείο του. Μπροστά του απλώνονταν οι πολυήμερες χριστουγεννιάτικες διακοπές. Τις περίμενε πώς και πώς. Είχε σκεφτεί με κάθε λεπτομέρεια τι θα έκανε και δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Ούτε πολύπλοκο ήταν. Υπολογιστής και Διαδίκτυο! Δυο εβδομάδες βουτηγμένος στο ψηφιακό σύμπαν. Δυο εβδομάδες απομονωμένος από τον πραγματικό κόσμο, τον οποίο θεωρούσε βαρετό, αγχώδη και κυρίως κοπιαστικό. Αφού μπορούσε να τα έχει όλα μπροστά του μέσα από μια οθόνη, πίστευε ότι δε χρειαζόταν οτιδήποτε άλλο. Επικοινωνούσε με τους ψηφιακούς φίλους του, έπαιζε μαζί τους παιχνίδια, δεχόταν και έστελνε πληροφορίες για ηλεκτρονικές διευθύνσεις που παρουσίαζαν ενδιαφέρον. Κι όλα αυτά απλώς αγγίζοντας πλήκτρα. Σκεφτόταν ότι τον περίμεναν δυο υπέροχες ψηφιακές εβδομάδες.
Κι εκείνη τη στιγμή της ανείπωτης χαράς και του απόλυτου ενθουσιασμού συνέβη το τραγικά αναπάντεχο. Τα φώτα αρχικά τρεμόπαιξαν και τελικά έσβησαν αφήνοντας το σκοτάδι να επιβληθεί βίαια σκεπάζοντας σχεδόν τα πάντα. Σχεδόν. Η οθόνη του φορητού υπολογιστή παράμεινε ανοιχτή κι αυτό τον έκανε να νιώσει αγαλλίαση που, όμως, για κακή τύχη του δεν κράτησε πολύ. Η πρώτη ειδοποίηση για την μπαταρία που έπνεε τα λοίσθια δεν άργησε να κάνει απειλητικά την εμφάνισή της. Πανικός, απόγνωση, εκνευρισμός. Μα πώς φάνηκε τόσο ανόητος; Πώς δε σκέφτηκε να φορτίσει το μηχάνημα το πρωί φεύγοντας για το σχολείο; Ήξερε ότι δεν είχε πάνω από είκοσι λεπτά πριν σκοτεινιάσει και η οθόνη. Βιαστικά έστειλε μηνύματα σε ορισμένους φίλους του. Περίμενε… Καμιά απάντηση. Μάλλον κι εκείνοι αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα. Τι θα έκανε τώρα; Και πόσο θα κρατούσε αυτή η καταραμένη η διακοπή;
Το απαλό χτύπημα στην πόρτα διέκοψε τις μαύρες σκέψεις του. Ήταν η μαμά που κρατούσε ένα κηροπήγιο. Το άφησε δίπλα του στο γραφείο. Μαζί άφησε και μερικά κεριά πληροφορώντας τον ότι το ρεύμα θα ερχόταν αργά το βράδυ. Του ανακάτωσε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά, του χαμογέλασε κι όλο συμπόνια τον ρώτησε τι θα έκανε.
Δεν ήξερε!
Δεν ήταν προετοιμασμένος για τέτοια καταστροφή. Άλλωστε δε διέθετε την εμπειρία για κάτι τέτοιο. Δηλαδή, τι μπορούσε να κάνει κάποιος χωρίς υπολογιστή; Θα μπορούσε να κατέβει στο κέντρο μια βόλτα. Εκεί τα πάντα λειτουργούσαν κανονικά. Τουλάχιστον έτσι του είχε πει η μαμά. Κάτι θα ήξερε αυτή. Ωραία, να πάει, αλλά τι θα έκανε εκεί; Να καθίσει στο σπίτι χωρίς υπολογιστή ούτε συζήτηση κι αυτό το διαολεμένο κινητό δε θα ήταν έτοιμο πριν την επόμενη μέρα. Αποκλεισμένος. Έτσι ένιωθε. Δεν καταλάβαινε ποιος και γιατί τον τιμωρούσε τόσο σκληρά, τόσο απάνθρωπα, τόσο ολοκληρωτικά. Θα έπεφτε σε κατάθλιψη. Με βαριά καρδιά ντύθηκε ζεστά, κοίταξε το πορτοφόλι του για χρήματα, φύσηξε απαλά το κερί για να σβήσει και έκλεισε πίσω του την πόρτα του δωματίου ρίχνοντας μια απελπισμένα πονεμένη ματιά στη σκοτεινή πια οθόνη του υπολογιστή.
Το χιόνι έπεφτε πυκνό. Το κατάλευκο τοπίο του έκανε εντύπωση. Κρύες νιφάδες έπεφταν στα μάγουλά του και στα ρούχα του και μετά από λίγο εξαφανίζονταν με τρόπο μαγικό. Παρατηρώντας το παιχνιδιάρικο στριφογύρισμά τους έφτιαχνε με τη φαντασία του εικόνες άλλοτε απειλητικές κι άλλοτε ευχάριστες. Είχε πολύ καιρό να φανταστεί εικόνες. Ο υπολογιστής τού τις έδινε πάντα έτοιμες. Συνειδητοποίησε ότι η κίνηση γύρω του γινόταν όλο και πιο έντονη. Τα πρώτα φώτα φάνηκαν στους δρόμους και τα μαγαζιά της πολύβουης αγοράς. Πλησίαζαν οι γιορτές και οι περισσότεροι έτρεχαν για τις τελευταίες αγορές. Δώρα, γλυκά, τρόφιμα, ρούχα.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας περνούσαν δίπλα του. Στριμώχνονταν έξω από τις στολισμένες βιτρίνες, τον άγγιζαν. Στάθηκε παρατηρώντας τα πρόσωπά τους απορημένος. Μπορεί να ήταν και φόβος. Μερικοί από τους νεότερους ίσως ήταν «φίλοι» του στο Facebook σκέφτηκε, περισσότερο για να καθησυχάσει τον εαυτό του. Κι όμως, στον πραγματικό κόσμο ένιωθε και ήταν μόνος. Δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν. Τι να έκανε; Μπορούσε να τους πλησιάζει και να τους ρωτά: δε μου λες, μήπως έχεις κάνει ποτέ «add» στην τάδε διεύθυνση ή μήπως στον ψηφιακό κόσμο κυκλοφορείς με το ψευδώνυμο «το νυχτολούλουδο»; Όχι, θα τον περνούσαν για τρελό και δεν είχε καμιά διάθεση να περάσει τις διακοπές του κλεισμένος σε κάποιο ίδρυμα για τέτοιους.
Αναστέναξε κι έστρεψε το βλέμμα στη βιτρίνα πίσω του. Συνειδητοποίησε ότι στεκόταν μπροστά σε ένα βιβλιοπωλείο. Κάθε είδους βιβλία στόλιζαν το δέντρο που υπήρχε μέσα από το τζάμι. Πολύχρωμα λαμπάκια αναβόσβηναν ανάμεσα σε cd, γιρλάντες, βιβλία, κουτιά με προγράμματα για υπολογιστές, παιχνίδια. Την προσοχή του τράβηξε ένα βιβλίο. Στο εξώφυλλό του δέσποζε το πληκτρολόγιο ενός υπολογιστή. Ένιωσε οικεία. Ήταν του Κέβιν Μίτνικ. Ο Μίτνικ αποτελούσε κάτι ιερό για τον κυβερνοχώρο. Πασίγνωστος χάκερ που «πλήρωσε» τα κόλπα του με φυλάκιση. Χωρίς ιδιαίτερο κέφι, αποφάσισε να μπει μέσα για να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες.
Άνοιξε τη γυάλινη πόρτα. Ήθελε να περάσει απαρατήρητος. Δεν τα κατάφερε ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένα καταραμένο κουδουνάκι έκανε τα πάντα για να ειδοποιήσει όλους για την είσοδό του. Κοίταξε τρομαγμένος γύρω του. Κανείς δε φαινόταν να έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στην είσοδό του. Τι κάνει κάποιος σε ένα … πραγματικό βιβλιοπωλείο; Μπορούσε να περιηγηθεί με άνεση σε κάθε ψηφιακό κατάστημα. Ακόμα και σε ψηφιακά βιβλιοπωλεία ήταν συχνός επισκέπτης. Αλλά εδώ; Σαστισμένος χρειάστηκε λίγη ώρα ώσπου να συνειδητοποιήσει το άγγιγμα στο μπράτσο του.
Γύρισε έκπληκτος για να αντικρίσει ένα χαμογελαστό πρόσωπο.
«Γεια σου, είμαι η Αλκμήνη κι αν δεν κάνω λάθος εσύ είσαι ο Νίκος, αν βέβαια δεν κυκλοφορείς με ψεύτικα στοιχεία στο Facebook. Το δικό μου, πάντως, είναι το πραγματικό όνομα»!Προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Το πρόσωπό της κάτι του θύμιζε. Ναι, βέβαια! Ήταν η κοπέλα με την οποία συνομιλούσε πριν μερικές μέρες σε ένα forum από τα χιλιάδες που είχαν στηθεί στο Διαδίκτυο. Του είχε φανεί ενδιαφέρουσα και το όνομά της του είχε κάνει εντύπωση. Είχε αναζητήσει στο google τη σημασία του. «Αυτή που ακτινοβολεί», είχε βρει σε μια ιστοσελίδα. Καθόλου τυχαίο, σκέφτηκε. Είχε μείνει έκθαμβος. Την κοίταζε αποσβολωμένος. Ήταν πανέμορφη. Τα ξανθά μαλλιά της έπεφταν με χάρη γύρω από το όμορφο πρόσωπό της, η λευκή επιδερμίδα της ακτινοβολούσε ανάμεσα στα χριστουγεννιάτικα στολίδια, το άρωμά της τον μεθούσε. Σίγουρα ήταν πολύ πιο όμορφη από ό,τι έδειχνε μέσα από τα pixels της οθόνης.
«Ε, τι έπαθες; Μύγα σε τσίμπησε ή μήπως είδες το φάντασμα των Χριστουγέννων»;Ήταν πολύ όμορφη και πολύ … αληθινή για να είναι φάντασμα.
«Εεε να, εγώ δεν»!
Ένιωθε βλαμμένος. Πού πήγε η άνεση που είχε κάθε που επικοινωνούσε, ακόμα και με καινούρια άτομα στο Διαδίκτυο;
Η Αλκμήνη τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση.
«Σε γνώρισα με το που σε είδα εδώ μέσα. Δεν πιστεύω να σε πείραξε που σου μίλησα. Μάλλον είσαι κι εσύ θύμα της διακοπής του ρεύματος, όπως και αρκετοί άλλοι. Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο εδώ μέσα ή κάνεις βόλτες μέχρι να επανέλθει το ρεύμα»;Της εξήγησε τι έψαχνε.
«Α, “Η τέχνη της απάτης”, εκπληκτικό βιβλίο. Το έχω διαβάσει. Πάμε να το βρούμε. Στηρίξου σε μένα, γνωρίζω καλά τα κατατόπια. Εγώ δε βρήκα αυτό που έψαχνα. Μου είπαν ότι θα το έχουν αύριο, οπότε πρέπει να ξανάρθω. Θα είσαι η καλή πράξη μου για σήμερα. Έλα από εδώ».Και πριν προλάβει να σκεφτεί το παραμικρό, ένιωσε το ζεστό χέρι της να πιάνει απαλά το δικό του και να τον τραβολογάει με άνεση ανάμεσα σε διαδρόμους γεμάτους βιβλία. Ένιωσε ρίγος κι όχι εξαιτίας των βιβλίων που τον περιτριγύριζαν. Όταν μιλούσαν τις προάλλες, αισθανόταν ωραία αλλά αυτό το άγγιγμα ήταν υπέροχο.
Η Αλκμήνη στάθηκε μπροστά σε ένα ράφι, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τράβηξε το βιβλίο που έψαχναν.
«Αυτό είναι» του είπε, «αν δε θέλεις κάτι άλλο πάμε στο ταμείο και μετά για καφέ εδώ δίπλα. Θα γνωρίσεις μερικούς από την παρέα με την οποία συνομιλούσαμε πριν λίγες μέρες. Μην ανησυχείς, κι εγώ πρόσφατα τους γνώρισα πραγματικά, είναι πολύ ενδιαφέροντες όλοι τους. Αξιόλογα άτομα, όχι τίποτα φρικιά που νιώθουν φυσιολογικά μόνο όταν βρίσκονται καλά κρυμμένα πίσω από την ανωνυμία που τους προσφέρει ο υπολογιστής».Αισθάνθηκε αμήχανος. Μήπως εννοούσε τον ίδιο; Μπα! Μπορεί να περνούσε αρκετές ώρες μπροστά στην οθόνη αλλά ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να κρύψει την ταυτότητά του. Δεν είχε φτάσει ακόμα σε τέτοια όρια ανασφάλειας.
Το ύφος της έδειχνε άτομο σίγουρο, δυναμικό. Η πιθανότητα να της φέρει κάποιος αντίρρηση μάλλον δεν περνούσε καθόλου από το μυαλό της. Χωρίς να αντιδράσει, βρέθηκε στο ταμείο να πληρώνει το βιβλίο ενώ η Αλκμήνη δίπλα του συνέχιζε να μιλάει ακατάπαυστα. Βγήκαν από το βιβλιοπωλείο στον κρύο αέρα. Τα μάγουλα της καινούριας φίλης του κοκκίνισαν κι αυτό την έκανε ακόμα πιο όμορφη. Τον έπιασε από το μπράτσο και άρχισαν να προχωράνε. Σκέφτηκε ότι ήταν εκπληκτική. Ανάδιδε ζωντάνια, χαρά, κέφι. Και όλα αυτά κατάφερνε χωρίς προσπάθεια να του τα μεταδίδει τόσο έντονα όσο καμιά ψηφιακή γνωριμία δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα.
Την αισθάνθηκε να κοντοστέκεται.
«Άκου!» τον πρότρεψε και σήκωσε το χέρι της για να του δείξει. Λίγο πιο πέρα, μπροστά από ένα στολισμένο δέντρο μια παιδική χορωδία τραγουδούσε μελωδικά με τη συνοδεία μιας μικρής, ιδιαίτερα κεφάτης μπάντας. Στάθηκαν για λίγο απολαμβάνοντας τους μαγευτικούς ήχους του “Sleigh Ride”. Συμφώνησαν ότι ήταν ένα από τα πιο ρυθμικά, χαρούμενα και … ανόητα χριστουγεννιάτικα τραγούδια καθώς έπαιρναν και πάλι το δρόμο για το καφέ.
Σε λίγο είχαν φτάσει. Μπαίνοντας, η Αλκμήνη τον πληροφόρησε ότι οι υπόλοιποι βρίσκονταν ήδη εκεί. Ένιωσε έκπληκτος. Ήταν στον παράδεισο; Ήρεμη, χαρούμενη μουσική, στολίδια παντού. Δεκάδες αρώματα πλανιούνταν στην ατμόσφαιρα, πλέκονταν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια πανδαισία από υπέροχες μυρωδιές. Φρέσκος καφές, βανίλια, τσάι, καραμέλα, πραλίνα, αχνιστές σοκολάτες έστηναν πανηγύρι με την όσφρησή του. Πριν το πολυκαταλάβει είχε παρασυρθεί σε ένα τραπέζι όπου κάθονταν δυο αγόρια και τρία κορίτσια, όλοι μάλλον συνομήλικοί του. Οι συστάσεις έγιναν στα γρήγορα για να αρχίσει αμέσως μετά η κουβέντα. Δε χρειάστηκε πολύ χρόνο προσαρμογής. Η παρέα ήταν άνετη και γρήγορα αισθάνθηκε και ο ίδιος χαλαρός. Μίλησαν για υπολογιστές, για βιβλία, για μουσική, αστειεύτηκαν, γέλασαν, γνωστοποίησαν τις επιθυμίες τους για τη νέα χρονιά. Είπαν πράγματα για την προσωπική ζωή τους που ποτέ δε θα άγγιζαν στις ολονύχτιες κουβέντες που έστηναν στο internet. Έδειχναν και μάλλον ένιωθαν άνετα. Εκμυστηρεύτηκαν τα όνειρά τους, σχολίασαν με χιούμορ τις συνήθειές τους, τους γονείς τους.
Μετά από πολύ καιρό ένιωθε ότι γνωρίζει πραγματικά κάποιους καινούριους φίλους. Κι αυτοί ήταν πραγματικοί φίλοι. Τους είχε μπροστά του, όχι μόνο τους άκουγε, μπορούσε να τους αγγίξει, τους ένιωθε κοντά του. Δίπλα του είχε ανθρώπους και περνούσε καλά. Πραγματικά καλά. Κατάλαβε ότι είχε πολλή ώρα να σκεφτεί τον υπολογιστή και το εκμυστηρεύτηκε δειλά στους άλλους. Κι εκείνοι το ίδιο. Όλοι ένιωθαν ότι δεν τους έλειπε. Μπορούσαν τελικά να μείνουν μακριά του.
Η ώρα πέρασε γρήγορα, χωρίς να το καταλάβουν. Ένιωθε ανανεωμένος, χαρούμενος, γεμάτος. Ετοιμάστηκαν να φύγουν. Είχαν την άνεση για μια βόλτα πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους. Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει. Τα πάντα ήταν κάτασπρα.
Η Αλκμήνη έφτιαξε μια χιονόμπαλα και του την πέταξε. Δεν άργησε να γίνει πανικός. Μέσα σε φωνές, γέλια, γλίστρες στον παγωμένο πεζόδρομο, θεαματικές πτώσεις -ευτυχώς όχι οδυνηρές- ο χιονοπόλεμος ξεκίνησε. Ένιωθε ζωντανός καθώς άφηναν πίσω τους την πολύβουη αγορά. Είχαν ιδρώσει, ένιωθαν κατάκοποι αλλά το κέφι τους παράμενε αμείωτο καθώς αποχαιρετούσαν όσους έφταναν ήδη στο σπίτι τους ανταλλάσσοντας τηλέφωνα και κανονίζοντας το ραντεβού της επόμενης μέρας. Αποδείχτηκε ότι η Αλκμήνη δεν έμενε πολύ μακριά του. Είχαν μείνει οι δυο τους. Η βλάβη που είχε προκαλέσει τη διακοπή του ρεύματος δεν είχε αποκατασταθεί ακόμα. Από τα παράθυρα των σπιτιών αχνόφεγγε φως κεριών.
Τον έπιασε πάλι από το χέρι -φοβόταν μη γλιστρήσει του είπε- και του χαμογέλασε καθώς προχωρούσαν στο δρόμο που φωτιζόταν μόνο από το φεγγάρι και τα αστέρια της κρύας νύχτας συνεχίζοντας την κουβέντα. Ένιωσε και πάλι το ίδιο ρίγος που είχε αισθανθεί στο βιβλιοπωλείο. Ήταν τόσο αληθινή, τόσο αυθόρμητη. Περπάτησαν λίγο ακόμα. Έφτασαν έξω από το σπίτι της. Συνειδητοποίησε ότι είχαν τόσα πολλά να πουν ακόμα. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Ό,τι αισθανόταν, ό,τι είχε αισθανθεί εκείνο το απόγευμα ήταν γι αυτόν πρωτόγνωρα συναρπαστικά.
Η φίλη του στάθηκε απέναντί του μπροστά στην εξώπορτα της αυλής του όμορφου σπιτιού.
«Πέρασα πολύ όμορφα σήμερα! Κι όπως κανονίσαμε, μην ξεχαστείς μπροστά στον υπολογιστή» του πέταξε πειραχτικά, «σε περιμένω αύριο το μεσημέρι. Και μετά τον κινηματογράφο θα βρούμε τους άλλους για καφέ».Ο ίδιος ήξερε ότι δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να ξεχαστεί. Δεν έβλεπε τη στιγμή για να την ξαναδεί. Δε θα άλλαζε με τίποτα την παρέα της. Ψέλλιζε κάποια λόγια αποχαιρετισμού όταν, η Αλκμήνη, απρόσμενα, τον αγκάλιασε και τον φίλησε γλυκά στο μάγουλο. Ένιωσε χιλιάδες βολτ να διαπερνούν το σώμα του. Είχε την αίσθηση ότι τα πάντα φωτίστηκαν ξαφνικά από αυτό το φιλί. Δεν είχε αντιληφτεί ότι την ίδια στιγμή είχε επανέλθει το ρεύμα. Έμεινε ακίνητος να την κοιτάζει μαγεμένος. Αδύναμος να δώσει εντολή στα πόδια του να ξεκουνηθούν την άκουσε να του φωνάζει γελώντας:
«Εκεί θα περάσεις όλη τη νύχτα; Πήγαινε σπίτι σου πριν ξεπαγιάσεις. Δε θα είναι καθόλου ωραίο να περάσεις τις διακοπές κρεβατωμένος».Της χαμογέλασε.
«Ήθελα να σιγουρευτώ ότι δε θα γλιστρήσεις…» δικαιολογήθηκε και ξεκίνησε για τα τελευταία μέτρα που τον χώριζαν από το σπίτι του σφυρίζοντας γεμάτος κέφι το“Sleigh Ride”, το τραγούδι που είχαν ακούσει από τις παιδικές φωνές έξω από το βιβλιοπωλείο. Το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει και πάλι πυκνό.
Όταν ανέβηκε στο δωμάτιό του οι γονείς του, που κάθονταν μπροστά στο αναμμένο τζάκι, κοιτάχτηκαν έκπληκτοι.

«Τι έπαθε αυτός;» ρώτησε ο μπαμπάς τη μητέρα του. «Είχα να τον δω τόσο κεφάτο πολύ καιρό. Περίμενα ότι θα είναι μέσα στα νεύρα και την κατήφεια. Ούτε κινητό ούτε υπολογιστή! Πίστευα ότι θα περνούσαμε δύσκολο βράδυ». Η μαμά απλώς χαμογέλασε όλο νόημα. Καταλάβαινε το γιο της πολύ καλά και ήξερε ότι τίποτα ανησυχητικό δε συνέβαινε.
Την ίδια στιγμή ο Νίκος είχε χαθεί στις σκέψεις του. Το αχνοκίτρινο φως της λάμπας δημιουργούσε γαλήνια ατμόσφαιρα στο ζεστό δωμάτιο προκαλώντας παιχνιδιάρικες σκιές. Η οθόνη του υπολογιστή απέναντί του παράμενε σκοτεινή. Είχε τόσα πολλά στο μυαλό του, μάλλον γιατί είχε ζήσει πολλά. Ήταν ευτυχισμένος. Αναρωτιόταν πόσα πράγματα είχε χάσει κολλημένος στον υπολογιστή. Είχε χρειαστεί μόνο ένα απόγευμα για να καταλάβει ότι τελικά, ο πραγματικός κόσμος ήταν καλύτερος, πιο όμορφος, πιο έντονος και σίγουρα πολύ πιο συναρπαστικός από τον ψηφιακό!
Μπροστά του απλώνονταν οι πολυήμερες χριστουγεννιάτικες διακοπές. Έπρεπε να αναθεωρήσει τα σχέδιά του. Έσβησε τη λάμπα, κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι του και χώθηκε κάτω από το χοντρό πάπλωμα. Έκλεισε τα μάτια του. Ήξερε ότι αυτά θα ήταν Αληθινά Χριστούγεννα!
Δημοσιεύτηκε στη Συλλογή Διηγημάτων
"Λαρισαίων Διηγήματα"

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Κοινωνία Αταξίας

Η τύχη του αντικαπνιστικού νόμου απλώς ενίσχυσε την αντίληψη ότι στη χώρα μας ο καθένας κάνει ό,τι του… καπνίσει. Η ανυπακοή στον αντικαπνιστικό νόμο δεν είναι εξαίρεση. Είναι ο κανόνας. Στην Ελλάδα ο σεβασμός των νόμων είναι η εξαίρεση. Η καταπάτησή τους είναι ο κανόνας. Η αίσθηση «αταξίας» είναι έντονη και διαρκής. Πεζόδρομοι που καταλαμβάνονται από τραπέζια, καθίσματα και μηχανοκίνητα, φοροδιαφυγή κάθε μορφής, διαφθορά δημόσιων λειτουργών, σπατάλη δημόσιου χρήματος, φακελάκια σε νοσοκομεία, πολεοδομίες και εφορίες, αυθαίρετα σε πόλεις, βουνά και παραλίες. Ακόμα και στις πιο απλές, καθημερινές σχέσεις, συναλλαγές και διαδικασίες, αντιλαμβάνεται κανείς την ανυπαρξία δομής, ορίου, σεβασμού.
Η πηγή της παγιωμένης «αταξίας» είναι εύκολο να εντοπιστεί αρκεί να βάλουμε τις σκέψεις μας σε «τάξη». Για να φτάσουμε στη ρίζα του κακού δεν έχουμε παρά να ξετυλίξουμε ένα κουβάρι απλών ερωτημάτων.
Τα πάντα ξεκινούν από αυτό: Τι καθορίζει το επίπεδο «τάξης» μιας δημοκρατικής κοινωνίας; Μα φυσικά ο νόμος. Αυτός καθορίζει τα όρια. Διασαφηνίζει το αποδεκτό και το απαράδεκτο σε ατομικό και θεσμικό επίπεδο. Προϋπόθεση, όμως, για να λειτουργεί ο νόμος είναι η αποδοχή του από την πλειονότητα. Μια μειονότητα -αυτό θα ήταν το λογικό- που τον παραβιάζει υπόκειται τις συνέπειες, οι οποίες και πάλι καθορίζονται από το νόμο. Εδώ έχουμε το πρώτο πρόβλημα. Στη χώρα μας μόνο μια μειονότητα σέβεται το νόμο.
Και ποιος ευθύνεται για τους νόμους και την επιβολή τους; Μα φυσικά η εξουσία. Αυτή, εκλεγμένη από το λαό, έχει οριστεί να θεσπίζει νόμους που υπηρετούν τα συμφέροντα του συνόλου, συμβάλλουν στην πρόοδο, διασφαλίζουν ισότητα και δικαιοσύνη. Η εξουσία, βέβαια, έχει και την ευθύνη της εφαρμογής και της τήρησής τους από όλους -πολιτικούς και πολίτες, πλούσιους και φτωχούς, άντρες και γυναίκες, μορφωμένους και αγράμματους.
Το θέμα τώρα είναι αν διαθέτουμε εξουσία ικανή να επωμιστεί τις ευθύνες της. Αυτό το γνωρίζουν ακόμα και οι πέτρες (μάλλον γι αυτό σημαντικός πολιτικός παράγων του τόπου δήλωσε πρόσφατα: «Θα μας πάρουν με τις πέτρες»). Η εξουσία μας -εδώ εμφανίζονται ελάχιστες εξαιρέσεις- κυριαρχείται από τη διαφθορά, το λαϊκισμό, την αυθαιρεσία, το νεποτισμό. Κυριαρχείται από το φόβο της αντιπαράθεσης με μεγάλα ή και μικρότερα συμφέροντα. Τρομάζει ακόμα και στην ιδέα αυτή, γιατί συνδέει την αντιπαράθεση με το πολιτικό κόστος. Και πολιτικό κόστος σημαίνει ότι κάποιοι πολιτικοί θα χάσουν τις θεσούλες τους. Και αυτό είναι το τελευταίο που επιθυμεί κάποιος πολιτικός. Η εξουσία ανέχεται την καθημερινή παραβίαση του νόμου αφήνοντας την «αταξία» να … εξουσιάζει.
Όμως, η εξουσία είναι κάτι που τυχαίνει σε ένα λαό; Όχι βέβαια! Είναι κάτι που εκλέγεται, ελέγχεται και εξαρτάται από αυτόν. Αυτό… πονάει, γιατί οι περισσότεροι αισθάνονται καλύτερα ρίχνοντας όλα τα βάρη στην εξουσία. Αφού, λοιπόν, ο λαός εκλέγει την εξουσία του, είναι δυνατόν να εκλέγει μια εξουσία που δεν του αρέσει και δεν του ταιριάζει; Απίθανο. Ο λαός εκλέγει την εξουσία που επιθυμεί και του ταιριάζει. Επιλέγει ελεύθερα ή ανέχεται μέσω της αποχής του και αυτό σημαίνει ότι για την ποιότητα της εξουσίας μας είμαστε ολοκληρωτικά υπεύθυνοι. Κι αν η εξουσία μας έχει τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν, τότε και ο λαός έχει τα ίδια γνωρίσματα. Δεν μπορεί από ένα λαό που είναι «νερό για λειτουργιά» να προκύπτει εξουσία διεφθαρμένη. Κι αν αυτό συνέβαινε κάποια στιγμή, ο λαός με τη δύναμή του θα την έστελνε από εκεί που ήρθε σε μικρό χρονικό διάστημα.
Ναι αλλά από τι εξαρτώνται το επίπεδο και οι επιδιώξεις του λαού; Το παζλ ολοκληρώνεται. Ο λαός, λοιπόν, διαπαιδαγωγείται από όσα αντιλαμβάνεται καθημερινά μέσα στην οικογένεια, το σχολείο, την πολιτεία. Και τι βλέπει εκεί; Τη μετριότητα να κυριαρχεί, τη διαφθορά να κάνει κουμάντο, το λαϊκισμό να ρυθμίζει τις σχέσεις, την αυθαιρεσία να καλύπτει τα πάντα, τον ατομικισμό να καθοδηγεί, την ευκολία να αποτελεί μόνιμη επιλογή. Εντάξει αλλά ποιος επιτρέπει τη διαιώνιση της δυσλειτουργίας και της αταξίας όλων αυτών; Ελάτε τώρα! Η απάντηση είναι γνωστή. Μα φυσικά ο νόμος. Στο παζλ μπήκε και το τελευταίο κομμάτι. Φτάσαμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, δηλαδή από το ότι εδώ νόμος είναι η αταξία. Κι όσο η εξουσία -δηλαδή εμείς που την επιλέγουμε ή την ανεχόμαστε- συνεχίζει να τροφοδοτεί την αταξία, η πραγματικότητά μας θα συνεχίσει να είναι θλιβερά και χαοτικά ακατάστατη.
Κύκλος είναι κι όσο αυτός δε σπάει, η τήρηση του νόμου, δηλαδή, ο σεβασμός των ορίων θα αποτελεί εξαίρεση συμπεριφοράς μιας ελάχιστης μειονότητας αδύναμης να διαφυλάξει την τάξη. Το πρόβλημα είναι ότι η κατάσταση αυτή λειτουργεί εθιστικά και επιβάλλεται σε κάθε επίπεδο. Οι περισσότεροι λειτουργούν με την ιδέα: ο νόμος είμαι εγώ. Καθημερινά απαιτούν εκβιαστικά ό,τι είναι ανίκανοι να κατακτήσουν και επιβάλλουν με άξεστο τρόπο ό,τι περιορίζει τους άλλους επιτείνοντας το χάος της αταξίας. Το παράλογο είναι ότι όλοι αυτοί είναι οι πρώτοι που διαμαρτύρονται, όταν κάποιοι άλλοι, εξίσου ή περισσότερο άξεστοι και χυδαίοι, βρίσκονται στο δρόμο τους και επιβάλλουν τη δική τους αταξία. Γιατί, όταν μια κοινωνία δε στηρίζεται στην τάξη, είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα βρίσκεται κάποιος πιο άξεστος και πιο χυδαίος και επιβάλλει τη δική του πιο χαοτική αταξία!

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Η Επανάσταση του Τραχανά

Σε προεκλογικές περιόδους δυο πράγματα με ξετρελαίνουν. Το ένα είναι το ουτοπικό που πλανάται στον αέρα. Η Ελλάδα αναπτύσσεται, τα προβλήματα λύνονται με τρόπο μαγικό, η ζωή μας βελτιώνεται, ο πολίτης μπαίνει στο επίκεντρο. Όλα αυτά βέβαια, μέχρι την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Τότε όλα τα ουτοπικά και ωραία εξαφανίζονται τόσο μαγικά όσο κι ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ. Το άλλο που με ξετρελαίνει είναι τα συνθήματα των υποψηφίων. Λουσμένα με ευφυΐα, πασπαλισμένα με επαναστατικότητα, περιχυμένα με δυναμισμό είναι να τα λιμπίζεται κανείς.
Η τωρινή προεκλογική περίοδος δεν κατάφερε να διαφοροποιηθεί στο παραμικρό. Τα συνθήματα πήραν και έδωσαν αλλά διέθεταν την επαναστατικότητα μιας χελώνας και την πρωτοτυπία μιας μπανάνας. Η αίσθηση ότι το πνεύμα του Τσε πλανάται γύρω μας ήταν μόνιμη. Ο ένας υποψήφιος να υπόσχεται «ρήξεις», ο άλλος να ετοιμάζει «ανατροπές», κάποιος άλλος να προσβλέπει σε «σύγκρουση» και ένας άλλος να προωθεί «ριζικές αλλαγές και ανακατατάξεις». Και όλοι μαζί να δίνουν λύσεις σε μικρά και κυρίως μεγάλα προβλήματα. Η χαρά του πολίτη!
Τόσο ανατρεπτικό κλίμα η Οικουμένη δεν έζησε ούτε με τη Γαλλική Επανάσταση. Τέτοιους και τόσους επαναστάτες ούτε το ’21 δεν αναδείξαμε. Κι όλοι αυτοί που τώρα είναι έτοιμοι να «επαναστατήσουν» για χάρη μας τι επαναστατικό έχουν να επιδείξουν στη ζωή και την καθημερινότητά τους; Πού τα σκέφτονται οι άτιμοι όλα αυτά τα ωραία δεν καταλαβαίνω. Και επίσης δεν καταλαβαίνω σε ποιον απευθύνονται όλες αυτές οι ψευτοεπαναστατικές αηδίες. Τι εννοώ; Ένα σύνθημα πρέπει να έχει στόχο και εδώ στόχος είναι ο πολίτης, ο οποίος και μέσω του συνθήματος πρέπει να πειστεί να σταυρώσει (όχι κυριολεκτικά) το συγκεκριμένο υποψήφιο. Μέχρι εδώ απλό και κατανοητό. Από εδώ και πέρα όμως υπάρχει ένα πρόβλημα. Γιατί ποιον πολίτη ευελπιστούν να πείσουν και να καθοδηγήσουν τέτοιες ασυνάρτητες μπαρούφες;
Θα πει κάποιος ότι ο πολίτης - στόχος τέτοιων συνθημάτων είναι ο ανόητος που έχει τόση σχέση με τη σκέψη όση και ο τραχανάς. Ναι αλλά ποιος επικοινωνιολόγος πιστεύει ότι ο τραχανάς απαιτεί ρήξεις, συγκρούσεις και ανατροπές; Το μόνο που θέλει και ονειρεύεται ο τραχανάς είναι η στασιμότητα. Να τον απλώνεις στον ήλιο, να περιμένεις με τις ώρες να στεγνώσει και μετά να τον μαζεύεις για να μην τον ποτίσει η υγρασία της νύχτας. Αυτό θέλει και ο τραχανάς και ο τραχανοποιημένος πολίτης. Ούτε αλλαγές ούτε ανατροπές, ούτε συγκρούσεις ονειρεύεται κανείς τους. Την ησυχία τους και τη διαιώνιση της ακινησίας επιθυμούν οι τραχανοπολίτες. Κάθε αλλαγή, ακόμα και η ανεπαίσθητη, είναι ικανή να τους κοψοχολιάσει με κίνδυνο να το πάθουν το καρδιακό. Με απλά λόγια σε τέτοια άτομα αυτά τα συνθήματα δεν παίζουν.
Μήπως, όμως, είναι πιθανό αυτά τα συνθήματα να στοχεύουν λογικούς, καλλιεργημένους και κυρίως πολιτικοποιημένους ανθρώπους; Δύσκολο! Τέτοια άτομα είναι απίθανο να παρασύρονται από συνθήματα, γιατί πολύ απλά δεν τα ακούνε καν. Εδώ παίζει η λογική. Μπορεί, λοιπόν, να υπάρχει υποψήφιος που ενώ κατέρχεται στις εκλογές υπό τη σημαία και με τις ευλογίες οποιουδήποτε κόμματος, να πιστεύει ότι θα πείσει κάποιον λογικό ότι είναι επαναστάτης; Και τι σόι επανάσταση κάνει αυτός; Την επανάσταση του κατεστημένου κάνει; Μα αν το κατεστημένο επαναστατούσε, θα το λέγαμε «κατεστημένο» ή μήπως θα το λέγαμε «επαναστατημένο» όμορφα κι ωραία; Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο!
Δηλαδή, πόσο λογικό ακούγεται ένας υποψήφιος σε συνδυασμό που ελέγχεται από το ΠΑΣΟΚ να υπόσχεται ρήξεις και συγκρούσεις; Με ποιον θα έρθει αυτός σε ρήξη; Θα έρθει σε ρήξη και σύγκρουση με το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ από το οποίο και υποστηρίζεται; Κι αν είναι να έρθει σε ρήξη με το ΠΑΣΟΚ, γιατί δεν κατέβαινε με συνδυασμό της ΝΔ, του ΚΚΕ, της ΕΥΔΑΠ και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο; Ή μήπως είναι λογικό ένας υποψήφιος με τη ΝΔ να υπόσχεται λύσεις στα προβλήματά μας; Δηλαδή, αυτός και το κόμμα του δεν ήξεραν τις λύσεις μέχρι πριν λίγους μήνες που βρίσκονταν στην κυβέρνηση και τώρα τις έμαθαν και θα τις εφαρμόσουν; Σε φροντιστήριο πήγαν και τις έμαθαν ή τη δουλειά την έκανε το Πνεύμα το Άγιο;
Θα μου πείτε τώρα αυτός ο παραλογισμός με πείραξε; Όχι. Δεν είναι μόνο αυτός αλλά όταν εκείνοι που διεκδικούν την ψήφο μας το κάνουν με τόσο χαζούς τρόπους, ενοχλούμαι. Ας βγουν να μας το πουν απλά και καθαρά. Κυρίες και κύριοι πολίτες ξεχάστε τις λύσεις και τις συγκρούσεις και τις ρήξεις και τις ανατροπές. Θέλω την ψήφο σας γιατί έχω μεγάλη αυτοϊδέα ή γιατί λατρεύω να ασκώ εξουσία ή επειδή όταν ήμουν μικρός τις αποκριές με έντυναν Μέγα Ναπολέοντα ή γιατί δεν έχω άλλη δουλειά να κάνω ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Τα υπόλοιπα φαίνονται και είναι πιο ανόητα και κυρίως έχουν πάψει εδώ και καιρό να συγκινούν και να πείθουν οποιονδήποτε. Σε έναν τόπο που η αλλαγή θεωρείται κατάρα και η σύγκρουση αμαρτία τα πράγματα είναι απλώς επικίνδυνα.
Οι ρήξεις, οι συγκρούσεις, οι ανατροπές και τελικά οι πολυπόθητες λύσεις προϋποθέτουν ηγέτες και αλήθειες. Οι ηγέτες, όμως, έχουν εξαφανιστεί και οι αλήθειες είναι σκληρές. Οι ηγέτες τολμούν να πουν αλήθειες. Οι μέτριοι πολιτικάντηδες και οι επαγγελματίες πολιτικοί τις αποφεύγουν, γιατί ελάχιστοι επιθυμούν να τις ακούσουν. Οι περισσότεροι προτιμούν τα συνθήματα. Λέγονται εύκολα, είναι απλοϊκά, ξεχνιούνται γρήγορα και κυρίως κρύβουν την αλήθεια. Έχουμε όμως την πολυτέλεια να κρύβουμε ακόμα τις αλήθειες;

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Πιο Γρήγορα, Πιο Εύκολα, Πιο Πολλά!

Υπάρχουν δυο τρόποι για να διαπαιδαγωγεί κανείς τη νέα γενιά. Μπορεί να τη διαπαιδαγωγεί ουτοπικά ή μπορεί να το κάνει ρεαλιστικά. Ο πρώτος τρόπος την παραμικρή σχέση έχει με την πραγματικότητα και άρα είναι ξεκάθαρα ένας τελείως χαζός τρόπος διαπαιδαγώγησης. Ο δεύτερος συνδέεται άρρηκτα με την πραγματικότητα και άρα είναι ο λογικά αποδεκτός. Ο πρώτος εμποδίζει τους νέους να κατανοήσουν τις συνθήκες ζωής προκαλώντας τους ψευδαισθήσεις ως προς αυτές. Ο δεύτερος τους φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητα και τους βοηθάει να συνειδητοποιήσουν όσα αργά ή γρήγορα θα βρουν μπροστά τους. Ο πρώτος δεν ωθεί τη νέα γενιά σε προσπάθεια και φυσικά δεν της προσφέρει το παραμικρό εφόδιο. Ο δεύτερος, αντίθετα, το κάνει.
Η κατάρρευση του κόσμου που γνωρίζαμε, οδήγησε στα γνωστά ... ελληνικά δράματα. Το σύγχρονο εθνικό δράμα έχει τίτλο «γενιά χωρίς μέλλον»! Μάλιστα, όσοι πρωταγωνιστούν στην ανάδειξή του είναι εκείνοι που «έσβησαν» το μέλλον αυτής της γενιάς. Δημοσιογράφοι που έπλεκαν εγκώμια στις κυβερνήσεις όταν αυτές διόριζαν ασύστολα, γονείς που απαιτούσαν και πρόσφεραν «τα πάντα» στα παιδιά τους, εκπαιδευτικοί που μοίραζαν απλόχερα μεγάλους βαθμούς για να αποφύγουν τη σύγκρουση με μια καλομαθημένη κοινωνία που είχε στρογγυλοκαθίσει στην καλοπέραση και την ευκολία.
Ανοησίες! Μπορούμε να μιλάμε για πολλούς «χαμένους νέους» αλλά σίγουρα όχι για «χαμένη γενιά». Όλοι αυτοί που προσπαθούν να μας κάνουν να δακρύσουμε δικαιολογούσαν τις επιλογές τους στηριγμένοι στο απλοϊκό «όλοι τα ίδια κάνουν» αλλά τώρα συνειδητοποιούν ότι, δυστυχώς γι αυτούς, κάποιοι έκαναν το διαφορετικό μέσα από συγκρούσεις και ρήξεις. Κάποιοι νέοι προετοιμάστηκαν ρεαλιστικά και είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Κάποιοι άλλοι οδηγήθηκαν σε ουτοπίες, τις οποίες ήδη παρακολουθούν να καταρρέουν. Γιατί μπορεί το να μεγαλώνει ένας νέος βουτηγμένος στην ουτοπία να είναι πιο ανόητο και από προεκλογικό λόγο υποψηφίου αλλά η ελληνική κοινωνία έδειξε έντονα τη σταθερή προτίμησή της στην απόλυτη και ξεκάθαρη ανοησία. Ένα μεγάλο ποσοστό νέων που αυτή την περίοδο τελειώνει το Λύκειο, φοιτά στο Πανεπιστήμιο ή βολοδέρνει στα λουσάτα καφέ όλο πόζα και ιδέα έχει μεγαλώσει χαμένο στο τρίπτυχο: «πιο γρήγορα, πιο εύκολα, πιο πολλά»!
Εκπληκτικό νόημα ζωής αλλά ταιριάζει μόνο στα μαρούλια. Τα φυτεύεις, τα ποτίζεις κι αυτά μεγαλώνουν αναμένοντας στωικά το ξεπάτωμά τους. Κάποιος να ειδοποιήσει επιτέλους αυτά τα παιδιά ότι η απλοϊκή ιδέα που τους καλλιέργησαν δεν ισχύει πλέον. Ο κόσμος στον οποίο ίσχυε έχει πεθάνει παρασύροντας και όσα τον χαρακτήριζαν. Με πιο απλά λόγια, αυτό σημαίνει: Παιδιά, παίξατε και χάσατε, γιατί δεν ποντάρατε στα σωστά σημεία. Όσα σας έταξαν απλώς δεν υφίστανται. Η «ευκολία» που περιμένατε πήγε περίπατο μαζί με το «γρήγορα» και το «πολλά». Τελείως μεταξύ μας, νομίζω ότι θα αργήσουν να επιστρέψουν, οπότε φάτε μόνοι σας και μην τους περιμένετε.
Εννοώ ότι παιδιά που απλώς έμαθαν να έχουν ό,τι επιθυμούσαν, που έπαιρναν μεγάλους βαθμούς χωρίς να προσπαθήσουν ποτέ και για τίποτα, θα έχουν ένα … τοσοδούλικο προβληματάκι. Γιατί όλο αυτό δε θα ήταν διόλου κακό, αν ο κόσμος παρέμενε στάσιμος, αν οι συντηρητικές και αντιπαραγωγικές επιλογές μας εξασφάλιζαν στο Δημόσιο την πολυτέλεια να παραμένει ένας μόνιμος, σίγουρος και διόλου απαιτητικός εργοδότης. Ωραίο παραμύθι αλλά έφτασε στο τέλος του. Τώρα τα καλομαθημένα που επένδυσαν στην ανόητη ευκολία του τίποτα και στην ανέξοδη παθητικότητα της άγνοιας βρίσκονται ξεκρέμαστα, οπότε κάποιος να βρεθεί να τα ... κρεμάσει.
Το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς θα πάνε χαμένοι δε σημαίνει, όμως, ότι θα παρασύρουν και τους υπολοίπους. Για αρκετούς είναι πλέον αργά. Ευτυχώς όχι για όλους. Είναι βλακώδες να μιλάμε για «χαμένη γενιά» και να εννοούμε ότι όλοι οι εκπρόσωποί της βράζουν στο ίδιο καζάνι. Αυτό θα ήταν παράλογο, πρωτίστως επειδή δεν υπάρχει τόσο μεγάλο καζάνι ώστε να χωρέσουν όλοι. «Δευτερίστως», επειδή η σημερινή νέα γενιά εκτός από καλομαθημένους μπούληδες, συμπεριλαμβάνει (το βεβαιώνω αυτό) και άξιους εκπροσώπους. Παιδιά που προβληματίζονται και προγραμματίζουν, που κοπίασαν και θα συνεχίσουν να το κάνουν, παιδιά που γνωρίζουν τις δυσκολίες αλλά και τις ευκαιρίες που υπάρχουν, παιδιά που δεν παρασύρθηκαν στην εύκολη λύση του «τίποτα», σε ανούσιες αντιδράσεις και επιλογές, που διαθέτουν ήδη αξιόλογα εφόδια και πρόκειται να αποκτήσουν κι άλλα, παιδιά ώριμα και δυναμικά που δεν περιμένουν τίποτα έτοιμο, που ξέρουν ότι η επιτυχία δεν είναι εύκολη ούτε και γρήγορη, ζουν ανάμεσά μας. Ξέρουν ότι έχουν δικαίωμα να θέλουν «πολλά» ακόμα και «όλα» αλλά κανείς δε θα τους τα προσφέρει χωρίς ανταλλάγματα.
Αυτοί δεν έχουν την ψευδαίσθηση ότι η δουλειά είναι κάτι που τους περιμένει στο πιάτο σαν αχνιστό ντολμαδάκι. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι τις δικές τους ευκαιρίες θα τις δημιουργήσουν οι ίδιοι και θα το κάνουν πολύ καλά. Τη στιγμή που οι περισσότεροι θα κλαίνε με μαύρο δάκρυ για τη «χαμένη γενιά», κομμάτι αυτής της γενιάς θα τους διαψεύδει προχωρώντας δυναμικά και με πείσμα θα συνεχίσει να ονειρεύεται, να προσπαθεί, να σχεδιάζει και τελικά να πετυχαίνει. Στο κάτω κάτω αυτός δεν είναι ο ρόλος των νέων; Τώρα είναι η ευκαιρία να αναδειχτούν όσοι κοπίασαν και να πετύχουν εκεί που οι προηγούμενες γενιές απέτυχαν. Το εθνικό τρίπτυχο «πιο γρήγορα, πιο εύκολα, πιο πολλά» τα ... κακάρωσε. Ευτυχώς! Άλλωστε τους καλομαθημένους μπούληδες, που αδιαμαρτύρητα αφέθηκαν στην εύκολη λύση της ... φροντίδας όσων επέλεξαν να μην τους φέρουν σε επαφή με την πραγματικότητα, δεν τους συμπάθησα ποτέ!

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Η αβάσταχτη γελοιότητα της έλλειψης Χιούμορ

Εδώ και πολύ καιρό έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πιο βαρετά ανούσιοι άνθρωποι είναι εκείνοι που δε διαθέτουν χιούμορ!
Λατρεύω το χιούμορ άρα και όσους το διαθέτουν! Θεωρώ ότι αποτελεί το πιο ζωτικό στοιχείο. Αν, μάλιστα, μου ζητούσαν να επιλέγω ανθρώπους για συναναστροφή αποκλειστικά με ένα κριτήριο, ελάχιστα θα δυσκολευόμουν. Χιούμορ! Αυτό και μόνο. Κι αν κανείς αναρωτιέται «αν είναι αρκετό», θα απαντούσα, χωρίς δυσκολία και πάλι: «Ναι». Είναι αρκετό και είναι το πιο ασφαλές κριτήριο για σωστή επιλογή, αφού περικλείει όλα τα συστατικά ενός ενδιαφέροντος ατόμου και δε χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος για την απόδειξή του.
Απεχθάνομαι την έλλειψη χιούμορ και άρα δε θέλω ούτε να βλέπω ούτε να ακούω ανθρώπους που δε διαθέτουν έστω ψήγματά του. Αδυνατώ ακόμα και να σκεφτώ τη ζωή χωρίς αυτό, την καθημερινότητα μακριά από άτομα ικανά να εντοπίζουν την αστεία πλευρά της ζωής, να διακωμωδούν πρόσωπα και καταστάσεις. Τραγικό! Τι θα ήταν τότε η ζωή; Μάλλον ένα συνεχές μελόδραμα γεμάτο πόνο, γκρίνια, απαισιοδοξία, δάκρυ, πλήξη, κατήφεια, οδυρμό, πίεση, θλίψη, μιζέρια επαχθέστατη, ένα διαρκές σκοτάδι χωρίς την παραμικρή αχτίδα. Ιδιαίτερα στις μέρες μας η έλλειψη χιούμορ και η βλακώδης, επιφανειακή και σοβαροφανής προσέγγιση της ήδη ζοφερής πραγματικότητας θα ήταν όχι μόνο αβάσταχτη δυστυχία αλλά και αμείλικτος κίνδυνος.
Αντιλαμβάνεστε τη δυστυχία που εμπερικλείει η έλλειψη χιούμορ, αφού τότε η ζωή μας θα διέθετε όλες τις προδιαγραφές ταινιών του στιλ «scary movie 13 ½»! Η αίσθηση ότι τα ζόμπι ζουν ανάμεσά μας θα αποτελούσε μόνιμη συνοδό μας. Ίσως σας είναι πιο δύσκολο να αντιληφθείτε την επικίνδυνη πλευρά αλλά ευτυχώς εγώ είμαι εδώ! Μια τέτοια κατάσταση με βεβαιότητα θα σηματοδοτούσε εκρηκτική αύξηση των αυτοκτονιών και τότε… Τότε θα κινούμασταν μεταξύ πτωμάτων που θα βρίσκονταν είτε σε πρόωρη είτε σε προχωρημένη σήψη (επιστημονικά η αποσύνθεση). Αυτά τα δεύτερα θα ήταν και τα πιο επικίνδυνα. Εκτός του ότι θα αποτελούσαν πηγή μολυσματικών ασθενειών, θα απέπνεαν έντονη δυσοσμία, οπότε θα αναγκαζόμασταν να περπατάμε κρατώντας τη μύτη μας και αυτό με τη σειρά του θα περιόριζε αισθητά τις δυνατότητές μας να κρατάμε άλλα πράγματα. Ιδίως για εμάς τους Λαρισαίους, που κάναμε μόδα τον «καφέ στο χέρι», κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με κατάρα χειρότερη από όλες τις κατάρες του Φαραώ, γιατί πώς θα πιάναμε στην περίπτωση αυτή το πλαστικοχαρτονένιο ποτηράκι με τον καφέ μας; Ε, πώς, μου λέτε;
Σε κάθε περίπτωση αδυνατώ και να σκεφτώ μια τέτοια φρικαλεότητα. Αισθάνομαι τυχερός που μπορώ να επιλέγω και να συναναστρέφομαι ανθρώπους με χιούμορ. Είναι μια άνεση που κέρδισα με κόπο. Και δεν αναφέρομαι στη γελοία φαιδρότητα που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερους εξυπνάκηδες. Δεν αναφέρομαι καν στα στημένα και προκαθορισμένα, χωρίς την παραμικρή πρωτοτυπία και αυθορμητισμό, «αστεία» κρύων και αποστεωμένων ανθρώπων. Το πραγματικό χιούμορ προϋποθέτει καλλιέργεια του πνεύματος τόσο για την έκφραση όσο και την κατανόησή του. Προϋποθέτει ευστροφία και υψηλού επιπέδου γλωσσική παιδεία. Στηρίζεται στην ικανότητα να εντοπίζει κανείς λεπτές, αδιόρατες ή και αόρατες στους χοντρόμυαλους, εκφάνσεις της ζωής και τελικά στη δυνατότητα να διατυπώνει με τρόπο εύστοχο και άμεσο σχόλια και απαντήσεις για όσα συμβαίνουν και για όσα λέγονται.
Κι αν η ευφυΐα είναι η πηγή του χιούμορ, τότε η αυτοπεποίθηση είναι η ψυχή του. Η αυτογνωσία και η εμπιστοσύνη στον εαυτό του καθιστά κάποιον ικανό να αποδέχεται το χιούμορ και κάποτε το σαρκασμό και την καλοπροαίρετη ειρωνεία που αποτελούν συστατικά του εξεζητημένου και σπάνιου στην εποχή μας χιούμορ. Απαιτεί δύναμη και διάθεση η αναγνώριση, αποδοχή και διαχείριση των αδυναμιών ή των ελαττωμάτων, ώστε να εμπλακεί κανείς σε μια χιουμοριστική κουβέντα ή και αντιπαράθεση. Ο ανασφαλής και ψυχικά ευάλωτος αδυνατεί να αντιμετωπίσει -πολύ περισσότερο να κατανοήσει- το χιούμορ. Αυτός εύκολα γίνεται εριστικός και αγενής αντιδρώντας συχνά έξω από τα όρια, αφού του είναι δυσβάσταχτη η υπενθύμιση των βλαμμένων χαρακτηριστικών του. Η αίσθηση κατωτερότητας και η αίσθηση του χιούμορ απέχουν όσο ο Βόρειος από το Νότιο Πόλο (η μεγαλύτερη γήινη απόσταση που μπορώ να σκεφτώ).
Ο Wittgenstein, που έχει πει πολύ ωραία πράγματα, έλεγε και το εξής: «το χιούμορ δεν είναι απλώς διάθεση, είναι ένας τρόπος για να βλέπει κανείς τη ζωή»! Τόσο υπέροχο (αυτό που είπε) όσο και το να το εφαρμόζει κανείς στη ζωή του. Το χιούμορ εκφράζει την αισιοδοξία απέναντι και στις πιο τραγικές καταστάσεις της ζωής. Είναι το αντίδοτο σε όσα μας πιέζουν και μας ανησυχούν, η πυξίδα για λύση ακόμα και των πιο πολύπλοκων προβλημάτων ενώ η έλλειψή του είναι η παγίδα και ο εγκλωβισμός στη διαρκή γκρίνια, στη στασιμότητα, στην αδυναμία να επιλυθούν ακόμα και απλοϊκά ζητήματα.
Απλό τελικά. Γι αυτούς τους λόγους αναζητώ ανθρώπους με χιούμορ και αποφεύγω, όπως ο ακατονόμαστος το λιβάνι, ανθρώπους που έχουν με το χιούμορ τόση σχέση όση και τα φρέσκα ψάρια με την κορυφή των Ιμαλαΐων. Επιθυμώ το χιούμορ, επειδή επιθυμώ την ευφυΐα, την αισιοδοξία, τη χαρά, τον αυθορμητισμό, την καθαρότητα της σκέψης, το γέλιο, το δυναμισμό, την πρωτοτυπία, την ελευθερία. Αδιαφορώ (η καθώς πρέπει προσέγγιση), μάλλον σιχαίνομαι (η ρεαλιστική προσέγγιση) όσους δεν το διαθέτουν ή αδυνατούν να το αναγνωρίσουν σε άλλους, γιατί απεχθάνομαι τη βλακεία, την περιφερόμενη απαισιοδοξία, τη βδελυρή τυποποίηση, τη γελοία σοβαροφάνεια, την πληκτική παθητικότητα απέναντι σε δυσκολίες, την ανόητη και αναίτια ανησυχία, τη διάθεση δραματοποίησης ακόμα και θετικών καταστάσεων.
Μπορεί να συμβαίνει και σ’ εσάς. Άνθρωποι χωρίς χιούμορ μου φαίνονται πιο γελοίοι κι από κακοχυμένα γιουβαρλάκια που πλέουν μέσα στη σούπα τους, ιδίως όταν προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη στάση τους ως "διάθεση να βλέπουν σοβαρά τη ζωή" και (θα συμπλήρωνα εγώ) να… σκέφτονται αποτραβηγμένοι στο βαρετά ανόητο κόσμο τους.
Πόσο αβάσταχτη είναι η ελαφρότητα τέτοιων ανθρώπων, τους οποίους τελικά κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά;

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Δεν ήξεραν! Δε ρώταγαν;

Άλλο πάλι και τούτο! Λες και δε μας έφταναν οι φωτιές που ανάβουμε μόνοι μας, έχουμε πλέον και τις εισαγόμενες. Μωρέ, καλά λένε ότι οι ξένοι μας φθονούν και μας ζηλεύουν και γι αυτό δε μας αφήνουν σε χλωρό κλαρί. Έχουν δίκιο όσοι επιρρίπτουν τις ευθύνες για όλα τα δεινά μας σε μια παγκόσμια συνωμοσία που εξυφαίνεται εναντίον μας με κάθε τρόπο και μέσο. Δηλαδή, τι ήταν αυτές οι δηλώσεις Ευρωπαίου αξιωματούχου περί «χώρας διεφθαρμένης» και περί «οικονομικής κρίσης ολοφάνερης εδώ και δεκαετίες»; Η πολυλατρεμένη και εξίσου πολυτραγουδισμένη Ελλάδά μας χώρα διεφθαρμένη; Το λίκνο του παγκόσμιου και πανσυμπαντικού πολιτισμού σε κρίση; Τι να πω; Το μόνο που μπορώ να πω είναι «Βόηθα Χριστέ και Παναγιά», γιατί μόνο εσείς μπορείτε να το κάνετε, εδώ που φτάσαμε.
Μάλιστα! Μια δήλωση ενός αξιωματούχου έφερε τα πάνω κάτω και μας άναψε φωτιές στα μπατζάκια μας. Και τρέχουν τώρα πρωθυπουργοί, νυν και πρώην, να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα. Μα καλά βρε Ευρωπαίε αξιωματούχε μου, βρήκες την ώρα και τη στιγμή να εκστομίσεις τέτοιες ύβρεις για τη χώρα που σας κατέβασε από τα δέντρα; Γιατί ως γνωστόν, όταν εμείς φτιάχναμε Παρθενώνες, εσείς πηδούσατε από δέντρο σε δέντρο και τρώγατε μπανάνες, γιατί μάλλον είχατε πολύ εύκρατο κλίμα. Αντί να αφήσεις τους πρωθυπουργούς μας απερίσπαστους στο ιερό έργο τους, προσηλωμένους στην προσπάθεια να νοικοκυρέψουν ακόμα περισσότερο τη χώρα, αποσπάς την προσοχή τους με ανοησίες;
Και μετά θα έρθεις κ. αξιωματούχε μου να μας ζητήσεις επιστροφή των δανεικών; Δηλαδή, θα είμαστε εμείς οι κακοί, αν σας πούμε να τα ξεχάσετε τα δανεικά και αγύριστα; Μα αφού δε μας αφήνετε να εργαστούμε, πώς θα μαζέψουμε τα λεφτά που σας χρωστάμε; Γίνεται αυτό το πράγμα; Αμ δε γίνεται κι όσο θέλεις δοκίμασέ το. Την ώρα που θα δουλεύεις να έρχομαι και να σου ψιθυρίζω στο αφτί ανοησίες και να σε δω τότε πόσο αποδοτικός θα είσαι! Άκου διαφθορά και κρίση στην Ελλάδα και μάλιστα αυτοί το ήξεραν, γιατί τους το είπε ένας δικός μας και μάλιστα πρωθυπουργός. Και άντε να έλεγε ότι του το είπε ένας υφυπουργός, ένας γενικός γραμματέας, ένας κλητήρας, άντε ένας υπάλληλος της ΕΥΔΑΠ τέλος πάντων, να το περάσουμε στο ντούκου. Αλλά ένας πρωθυπουργός; Αυτό δεν καταπίνεται έτσι. Είναι ντροπή και όνειδος και αν υπάρχει Θεός, θα ρίξει φωτιά και θα σε κάψει, γιατί εμείς δεν εκλέγουμε τέτοιους παλιοπρωθυπουργούς!
Κύριε αξιωματούχε μου, αν θέλεις να μάθεις και να το διαδώσεις και στους κολλητούς σου, ούτε διαφθορά ούτε κρίση υπάρχει στη χώρα μας. Κι αν κοίταζε ο καθένας τη δουλειά του, όλα θα ήταν όμορφα και ωραία. Γιατί αν, από τη μια, εμείς συνεχίζαμε, όπως ακριβώς κάναμε τόσα χρόνια, να τρώμε και να σπαταλάμε χωρίς όριο κι εσείς, από την άλλη, συνεχίζατε να χρηματοδοτείτε τα γλέντια μας, δε θα υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα. Ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο καθένας θα έκανε αυτό που ήξερε πολύ καλά να κάνει και όλα θα δούλευαν ρολόι. Δηλαδή, εδώ που τα λέμε, εσείς θα δουλεύατε ρολόι κι εμείς θα σας δουλεύαμε -έτσι νομίσαμε- ψιλό γαζί.
Τι κατάφερες τώρα Ευρωπαίε αξιωματούχε μου με τις εξυπνάδες σου; Μια τρύπα στο νερό κατάφερες. Κάτι τέτοια εμάς τους Έλληνες δε μας πτοούν. Αντίθετα ενδυναμώνουν τον καραεθνικισμό και άλλα πολύ χρήσιμα ελαττώματά μας. Μήπως πίστεψες ότι με τέτοιες πονηριές θα μας έκανες να χάσουμε την εμπιστοσύνη μας στους πολιτικούς μας; Σιγά και μην! Σου τη φέραμε αξιωματούχε μου, γιατί εμείς την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς μας την είχαμε χάσει πριν καν εφευρεθεί η πολιτική και πολύ πριν εσείς κατεβείτε από τα δέντρα. Όχι που θα περιμέναμε τον ξένο δάχτυλο, λες και δεν έχουμε εμείς δικό μας … δάχτυλο!
Αλλά δε φταίμε εμείς. Φταίει η έμφυτη και σε μεγάλες δόσεις ευγένεια της ψυχής που μας χαρακτηρίζει σε κάθε έκφανση της ζωής μας. Αυτή η ευγένεια φταίει που οι πρωθυπουργοί μας ασχολήθηκαν με τις δηλώσεις σου εν είδη κολοκυθιάς. «Δεν του το είπα εγώ. Αυτός το είπε», «Τι λες καλέ που το είπα εγώ! Εγώ είμαι τάφος και τα κρατάω τα μυστικά μας»! Αυτοί οι καλοί τρόποι και ο σεβασμός προς τους ξένους και διαφορετικούς θα μας φάνε τελικά εμάς αλλά μπροστά σας θα το βρείτε τελικά.
Δεν ξέρω αν εσείς τους πρωθυπουργούς σας τους έχετε και τους εκλέγετε -εμείς σας το μάθαμε κι αυτό, για να μην ξεχνιόμαστε- για να ασχολούνται με τα προβλήματά σας, με την ανάπτυξή σας, με την τόνωση της θέσης της χώρας σας στη διεθνή πολιτική σκηνή αλλά εμείς δεν τους χαραμίζουμε σε τέτοια μικρά κι ανόητα. Εμείς τους πρωθυπουργούς μας τους έχουμε κορώνα στο κεφάλι μας. Σ’ εμάς δεν περνάνε τέτοιες μικρότητες. Εμείς τους πολιτικούς μας τους έχουμε για να λύνουν τα δικά τους προβλήματα, να βολεύουν τους δικούς τους ανθρώπους -για μας η οικογένεια συνεχίζει να αποτελεί ιερό θεσμό- να αθλούνται, άντε να κάνουν και κανέναν ανασχηματισμό για να περνάει η ώρα. Δεν είμαστε βάρβαροι εμείς να τους ξεπατώνουμε τους πρωθυπουργούς στη δουλειά και να έχουμε κι απαιτήσεις. Εμείς είμαστε ανθρωπιστές κι όταν κάποιος από αυτούς -τους πρωθυπουργούς- μάς πει ότι κουράστηκε, τον στέλνουμε στο σπίτι του για να ξεκουραστεί.
Κι έρχεσαι εσύ τώρα αξιωματούχε να μας μιλήσεις για διαφθορά και κρίση. Δηλαδή, τι είστε εσείς οι Ευρωπαίοι; Οι φωτεινοί παντογνώστες είστε και τα ξέρετε όλα; Κοιτάξτε τα χάλια σας και αφήστε μας εμάς. Ακούς εκεί να περιμένετε να γνωρίζουν οι πρωθυπουργοί μας ότι στη χώρα ζει και βασιλεύει η διαφθορά; Τι είναι η διαφθορά; Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι που ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει; Και επειδή σας ξέρω τι κουμάσια είστε εσείς οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, περιμένω να πείτε και το αμίμητο: «Καλά δεν ήξεραν! Δε ρώταγαν»; Αλλά μην το πείτε, γιατί κι αυτό δικό μας είναι και θα σας πάρουμε και τα σώβ…ακα, αν διεκδικήσουμε πνευματικά δικαιώματα και γι αυτό και για ό,τι άλλο πήρατε από εμάς! Αμάν πια!

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

«Αλληλεπιδραστικό» σχολείο!

Εντάξει, ποτέ δεν υπήρξα φωστήρας στα μαθηματικά αλλά μια προσθεσούλα πάντα την κατάφερνα και μάλιστα με σχετική άνεση. Και την κατάφερνα χωρίς καν τη χρήση αριθμητηρίου στο δημοτικό ή ψηφιακών μέσων αργότερα. Τώρα πια έχω χάσει το μέτρημα και μάλλον δεν ευθύνεται γι αυτό η μαθηματική ανεπάρκειά μου. Αναφέρομαι στις εκπαιδευτικές επαναστάσεις που έχουν λάβει χώρα στη … χώρα μας τα τελευταία χρόνια και των οποίων το άθροισμα αδυνατώ πια να εντοπίσω. Επανάσταση ο Παπανδρέου, επανάσταση ο Αρσένης, επανάσταση η Γιαννάκου, επανάσταση τώρα (ψηφιακή αυτή) και η Διαμαντοπούλου. Σίγουρα μου διαφεύγουν κι άλλες πολλές. Αυτές είναι οι πιο πρόσφατες. Φταίω εγώ τώρα που αδυνατώ να κάνω τη σούμα και να βγάλω άκρη; Όχι ε; Αν μάλιστα υπήρχε μάθημα για την ιστορία των αλλαγών στην ελληνική εκπαίδευση, θα χρειαζόταν πολύτομο εγχειρίδιο και πού να τη μεταφέρουν την εγκυκλοπαίδεια τα πιτσιρίκια;
Μου κάνει εντύπωση πώς το υπουργείο Παιδείας και με όλες τις πρόσφατες αλλαγές στην ονομασία (μόνο εκεί) των υπουργείων δε μετονομάστηκε σε «υπουργείο Επανάστασης»! Εκείνο που φαίνεται να αγνοούν οι υπεύθυνοι μπουρλοτιέρηδες επαναστάτες -υπουργοί, υφυπουργοί, γραμματείς, φαρισαίοι και άλλοι ειδικοί και ανειδίκευτοι παρατρεχάμενοι- είναι η ιστορία. Και η ιστορία το λέει ξεκάθαρα: Η μόνη επανάσταση που δείχνει να άξιζε τον κόπο (κι αυτό, αν δει κανείς το αποτέλεσμα, ελέγχεται!!!) σ’ αυτόν τον τόπο ήταν εκείνη του θρυλικού ’21. Και από ό,τι γνωρίζω αυτή δεν ήταν καν εκπαιδευτική. Όλες οι άλλες υπήρξαν οι επαναστάσεις της όπισθεν, αφού το μόνο που έχουν να επιδείξουν είναι οπισθοδρόμηση με τις μπάντες (αυτό δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αλλά πάντα ήθελα να το χρησιμοποιήσω). Γιατί αν γνώριζαν, έστω και ελάχιστα, πού κατάληξαν και τι δεινά πρόσθεσαν στον πολύπαθο εκπαιδευτικό οργανισμό της χώρας μας, θα έκαναν τουμπεκί περιμένοντας υπομονετικά να περάσει η σειρά τους και στη θέση τους να έρθουν οι επόμενοι επαναστάτες. Κάτι σαν το «φύγε εσύ, έλα εσύ» ή το «να φύγετε να πάτε αλλού να κάνετε τις επαναστάσεις σας βρωμόπαιδα»!
Αλλά τα πράγματα καθόλου δεν είναι έτσι και ο καθένας που τον διορίζουν υπουργό νομίζει ότι έχει υποχρέωση να επαναστατήσει για να μη χάσουμε τη σειρά. Κάπως έτσι και πάλι βρεθήκαμε στα πρόθυρα μιας ακόμα επανάστασης. Μάλιστα, αυτή φημολογείται ότι θα είναι πολύ μοντέρνα και μέσα στο κλίμα της εποχής και της εξέλιξης. Λένε ότι το σχολείο θα γίνει ψηφιακό. Αυτό εγώ δεν το καταλαβαίνω, γιατί έχω την αίσθηση ότι ήδη το ελληνικό σχολείο, εδώ και χρόνια, είναι το σχολείο της … εικονικής πραγματικότητας. Δηλαδή, καμιά σχέση με την … πραγματική πραγματικότητα!
Το σχολείο θα γίνει διαδραστικό ή αλλιώς αλληλεπιδραστικό. Θα αποκτήσει όλα τα σύγχρονα ψηφιακά καλούδια που μας έχει χαρίσει η επιστήμη και η τεχνολογία. Διαδραστικοί πίνακες θα κατακλύσουν τις αίθουσες, οι μαθητές θα έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν μαθήματα μέσω του Διαδικτύου, θα διαθέτουν ψηφιακά συγγράμματα… Ο παραδοσιακός μαυροπίνακας και η κιμωλία που γαλούχησαν γενιές και γενιές Ελλήνων θα μας αφήσουν χρόνια και καιρούς. Εννοείται βέβαια, ότι επαναστατική αλλαγή στην εκπαίδευση δε νοείται χωρίς αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, οπότε και εκεί επίκεινται αλλαγές που θα βελτιώσουν την κατάσταση, όπως και όλες οι προηγούμενες φαντάζομαι.
Και αφού δώσαμε net book στα παιδάκια και είδαμε φοβερά αποτελέσματα, είπαμε τώρα να ξοδέψουμε ένα σκασμό λεφτά για διαδραστικούς πίνακες και την παραγωγή ψηφιακών μαθημάτων. Καλά, κανείς από τους υπευθύνους δεν άκουσε ότι η ΕΕ ζητάει πίσω τα χρήματα που σπαταλήσαμε για τους μαθητικούς υπολογιστές, επειδή δεν είχαμε προετοιμάσει ούτε τους εκπαιδευτικούς ούτε τις υποδομές; Μάλλον οι Ευρωπαίοι άκουσαν ότι η εφαρμογή που κυριάρχησε στους μαθητικούς υπολογιστές ήταν το πειρατικό «κατέβασμα» της τσόντας που γύρισε η Τζούλια, άντε και κανένα παιχνίδι. Εφαρμογή στο μάθημα δε βρήκαν. Πυροτέχνημα λαϊκισμού οι μαθητικοί υπολογιστές. Ουσία μηδέν. Κάπως έτσι τα βλέπω να εξελίσσονται τα πράγματα και με τα νέα ψηφιακά μέσα. Την έχω την εικόνα εγώ. Ο διαδραστικός πίνακας τοποθετημένος μπροστά στα παράθυρα εν είδη παραπετάσματος, για να μην μπαίνει το φως του ήλιου και ξυπνάει τους μαθητές. Βλέπω τους ψηφιακούς μαρκαδόρους σε ρόλο σαΐτας στα χεράκια τους. Όσο για τα ψηφιακά μαθήματα, ας μη γράψω καλύτερα τι επισκεψιμότητα θα έχουν από τους μαθητές…
Δηλαδή, πώς το σκέφτονται οι υπεύθυνοι; Θα μπουν διαδραστικοί πίνακες και η ποιότητα του σχολείου θα βελτιωθεί άμεσα; Οι εκπαιδευτικοί είναι έτοιμοι να τους χρησιμοποιήσουν, υπάρχουν έτοιμα προγράμματα που θα στηρίξουν το μάθημα ή το μόνο που θα γίνει είναι να χρησιμοποιούνται όπως και ο μαυροπίνακας αλλά αντί για κιμωλία θα χρησιμοποιείται ψηφιακή γραφίδα ή το … δάχτυλο; Βρε παιδιά, κανένας δε βρίσκεται να τους σφυρίξει στο αφτί ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης εξαρτάται -μάλλον αποκλειστικά- από την ποιότητα, την κατάρτιση, τη διάθεση και την ευθύνη του ανθρώπινου δυναμικού κι όχι από το είδος του πίνακα ή της κιμωλίας; Γιατί αν ο εκπαιδευτικός διαθέτει γνώση (βασικό) και μεράκι (βασικό επίσης), θα την κάνει τη δουλειά του είτε σε μαύρο είτε σε πράσινο είτε σε μπορντό είτε σε ψηφιακό πίνακα.
Αν οι υπεύθυνοι ρωτούσαν έναν εκπαιδευτικό (καλό είναι να αποφύγουν τους συνδικαλιστές) γιατί δε γίνεται δουλειά στο σχολείο, αυτός θα απαντούσε «γιατί λείπουν οι αλληλεπιδραστικοί πίνακες»; Μα είμαστε με τα καλά μας; Το πρόβλημα δε βρίσκεται εκεί και το γνωρίζουν ακόμα και οι κουκουβάγιες τόσο οι σοφές όσο και οι ηλίθιες και άρα δεν πρόκειται να λυθεί με τέτοιους τρόπους. Ούτε οι πίνακες ούτε οι κιμωλίες φταίνε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι σημερινοί, παραδοσιακοί πίνακες δεν επιδρούν στους μαθητές. Το πρόβλημα είναι ότι συνολικά το σχολείο και μάλλον αρκετοί από τους εκπαιδευτικούς, εδώ και χρόνια, έχουν περιέλθει σε αφασία κι έχουν πάψει να επιδρούν έστω και στο ελάχιστο στους μαθητές.

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά…

Απελπισία!!! Αν με μια λέξη προσπαθούσα να χαρακτηρίσω την κατάσταση, θα ήταν αυτή (εννοώ την πρώτη λέξη του κειμένου μου που είναι η «απελπισία»). Μου φαίνεται ότι όσο κι αν το παλέψει κανείς, δύσκολα θα την αποφύγει την κατάθλιψη. Λες και το Σύμπαν ολόκληρο έχει βαλθεί να ξεκάνει το περιούσιο και περίλαμπρο έθνος μας. Η μόνη περίπτωση να τη γλιτώσουμε και να τη βγάλουμε καθαρή είναι ένα θαύμα σαν κι αυτά που βρίσκει κανείς στους «βίους αγίων», στην Παλαιά αλλά και στην Καινή Διαθήκη. Σε κάθε άλλη περίπτωση τη βάψαμε.
Ακόμα και οι απλές καθημερινές συνήθειες του πολύ πρόσφατου παρελθόντος μας έχουν καταλήξει πλέον πιο επικίνδυνες κι από το Δαίμονα της Τασμανίας. Μέχρι και τον Αύγουστο που μας πέρασε όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Βγαίναμε με φίλους, διαβάζαμε εφημερίδα, αγοράζαμε βιβλία, κάναμε βόλτα στην αγορά. Γενικά το διασκεδάζαμε το πράγμα χαλαρά και όμορφα. Βέβαια, όλοι ξέρουμε ότι μέχρι και τον Αύγουστο όλα ήταν εντάξει. Ούτε κρίση είχαμε ούτε τίποτα. Η κρίση, όπως πολύ καλά ήδη γνωρίζαμε, ήρθε το Σεπτέμβριο. Έτσι άλλωστε είχε προβλέψει ο Νοστράδαμος, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και άλλοι πολλοί, πιο σύγχρονοι προφήτες. Ήρθε η κρίση και κάθισε στο σβέρκο μας σαν μια γερή κατραπακιά. Είδαμε τον ουρανό σφοντύλι! Όλα όσα μέχρι πρότινος θεωρούσαμε απλά, δεδομένα και ανθρώπινα εξαφανίστηκαν τόσο μαγικά, όσο κι ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, ο γνωστός θαυματοποιός.
Κοιτάζω πλέον τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και σφίγγεται η ψυχή μου. «Η κρίση θα κρατήσει χρόνια», «Η Ελλάδα οδηγείται σε πτώχευση», «Ψαλίδι σε μισθούς και συντάξεις», «Με λουκέτο κινδυνεύουν χιλιάδες επιχειρήσεις», «Κι άλλος θάνατος από το κουνούπι του Νείλου», «Αισιόδοξος ο πρωθυπουργός για το μέλλον…»!!! Λες και όλα αυτά πρέπει να διαθέτει κανείς την ευστροφία του Αϊνστάιν για να τα ξέρει, λες και πρέπει να διαθέτει κληρονομικό χάρισμα ενόρασης για να γνωρίζει ότι η κρίση δηλώνει πλέον μόνιμος κάτοικος Ελλάδας. Ή μήπως είναι καινούριο φρούτο το ότι η χώρα μας οδηγείται σε πτώχευση; Δηλαδή, κάποια άλλη στιγμή οδηγιόταν στον πλούτο και στην ανάπτυξη και τώρα ξαφνικά έχασε το δρόμο και παραστράτησε; Μα αυτό δε λέγεται ενημέρωση, σαδισμός λέγεται και μάλιστα στη χειρότερη ιστορικά μορφή του. Τέτοιο ζήλο να μας υπενθυμίζουν συνεχώς από τη μια, το χάλι μας και από την άλλη, την αφασία του πολιτικού κόσμου δεν έχω ξαναδεί!
Κι άντε οι δημοσιογράφοι ξέρουν ότι το δράμα πουλάει οπότε και το … πουλάνε σε υπερβολικές δόσεις. Όσο όμως κι αν ψάξει κανείς, παρηγοριά δε βρίσκει. Μπαίνω σε βιβλιοπωλεία για να δω αν «παίζει» κάτι αισιόδοξο, ελπιδοφόρο και χαρούμενο εκεί και κόβεται η ανάσα μου. Τι τίτλοι είναι αυτοί που έχουν κατακλύσει τα ράφια; «Μαύρος είναι ο χειμώνας που γεννήθηκες», «Αγαπώ σημαίνει χάνομαι», «Το τελευταίο τσιγάρο», «Η ταπείνωση», «Νηπενθές», «Βοήθημα Μαθηματικών Γ΄ Λυκείου»!!! Μη χειρότερα! Σε βιβλιοπωλείο μπήκα ή στο μαγαζί του μανιακού δολοφόνου με το πριόνι; Τι σόι άνθρωπος αυτή την περίοδο θα αγοράσει και θα διαβάσει βιβλίο με τίτλο «Νηπενθές»; Αμ δε ρίχνει κατευθείαν μια αυτοκτονία να ησυχάσει άπαξ; Δηλαδή, το μόνο που λείπει είναι να επανεκδοθούν το «Χωρίς Οικογένεια», οι «Άθλιοι», ο «Όλιβερ Τουίστ», τα «Ανεμοδαρμένα ύψη», ο «Ο Θάνατος του Εμποράκου» και άλλα κλασικά δακρύβρεχτα δράματα. Μα αν δεν μπορώ να βρω παρηγοριά, στήριξη, αισιοδοξία και δύναμη ούτε στην Τέχνη, πού θα τη βρω; Αν η Τέχνη αδυνατεί να μας βοηθήσει να ονειρευόμαστε, ποιος στο καλό θα το κάνει; Οι πολιτικοί θα το κάνουν; Σιγά και μην…
Και εντάξει, να μην τα ισοπεδώνω όλα, γιατί κάποιοι πολιτικοί με πρώτο και καλύτερο τον πρωθυπουργό μας το πάλεψαν. Θυμηθείτε την προεκλογική ατάκα του πρωθυπουργού, πριν γίνει πρωθυπουργός: «Λεφτά υπάρχουν»! Και να το όνειρο, να η ελπίδα, να η αισιοδοξία, να και η ψήφος. Και άντε να τον βγάλουμε το Γιώργο το λεβέντη για να μας πει κι εμάς πού είναι κρυμμένα τα λεφτά, μπας και δούμε άσπρη μέρα. Κάπως έτσι την πατήσαμε. Γιατί μπορούσα εγώ, ο απλός πολίτης, να σκεφτώ ότι κοτζάμ άντρας έλεγε ψέματα; Δηλαδή, και σύνθετος πολίτης να ήμουν, τέτοιο πράγμα δε θα περνούσε από το μυαλό μου. Πού να το φανταστώ κι εγώ και πολλοί άλλοι ότι όταν ο νυν πρωθυπουργός έλεγε ότι «λεφτά υπάρχουν» εννοούσε ότι λεφτά υπάρχουν αλλά δεν τα έχουμε εμείς αλλά το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή και η Παγκόσμια Τράπεζα; Αμ αυτό το γνώριζε και η κουτσομούρα που έφαγα προχθές.
Εδώ που τα λέμε τώρα, οι μόνοι που δεν πρέπει να έχουν καταλάβει ακόμα ότι τα λεφτά τελικά δεν τα έχουμε εμείς είναι αυτοί που κατακλύζουν ολημερίς και ολονυχτίς τα «καφέ» και χαζολογάνε μέσα στην αφασία. Αυτοί σίγουρα ζουν στην κοσμάρα τους και περιμένουν τη στιγμή που η κυβέρνηση θα ξετρυπώσει τα λεφτά αρχίζοντας τη μοιρασιά αδιακρίτως. Δεν εξηγείται αλλιώς να κάθονται ο ένας επάνω στον άλλο, να κοντεύουν να πάθουν ασφυξία και να χαίρονται κιόλας πληρώνοντας τον καφέ χρυσάφι και το ποτό μάλαμα!
Πάντως και τελικά, νομίζω ότι αυτοί οι αφασίες είναι πολύ καλύτεροι από όλους τους άλλους που έχουν κάνει την κρίση σημαία και την περιφέρουν όλο καμάρι δεξιά κι αριστερά και στο κέντρο. Δεν τολμάς πια να ρωτήσεις κάποιον «τι κάνεις;» ή «πώς πάει;». Ελλοχεύει ο κίνδυνος της κατάθλιψης ακόμα κι εκεί. Η απάντηση δεδομένη: «Έλα μωρέ, τι να κάνω; Κρίση»!!! Μια τρέλα. Και οι περισσότεροι από αυτούς νιώθουν χάλια όχι γιατί η κρίση σε κάτι τους επηρέασε αλλά γιατί απλώς τους είπαν ότι … υπάρχει και είναι κάτι κακό! Αν, δηλαδή, αύριο βγει κάποιος και ανακοινώσει ότι φτάνουμε στο τέλος της κρίσης, όλοι αυτοί θα αρχίσουν και πάλι να ξοδεύουν και να είναι μέσα στην τρελή χαρά σα να μη συμβαίνει τίποτα! Δεν το χωράει ο νους μου αυτό που έπαθε ο τόσο λεβέντικος και ζουμπουρλούδικος λαός μας. Εμείς που χτίσαμε τον Παρθενώνα κι ένα σωρό αυθαίρετα, να μην μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι!!! Μωρέ καλά το λέει το άσμα, «μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά» και δυστυχώς μαύρη είναι και στους κάμπους, να συμπληρώσω εγώ! Γλυτωμό δεν έχουμε πουθενά!

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

Οι πρώτες λέξεις...

Σε λίγες μέρες, τα σχολεία (που είναι η παιδεία) ανοίγουν τις πόρτες τους για να υποδεχτούν τους μαθητές. Τα φροντιστήρια (που είναι η παραπαιδεία) ήδη το έχουν κάνει. Θα μπορούσα με ιδιαίτερη ευκολία να γράψω ένα κείμενο συγκινητικό που θα σας προκαλούσε θλίψη, πλάνταγμα στο κλάμα και βαθείς αναστεναγμούς από το συναίσθημα. Θα αναφερόμουν στη ζωντάνια που θα αποκτήσουν οι άδειοι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού χώροι, στις χαρούμενες παιδικές και εφηβικές φωνές που θα ξαναζωντανέψουν τα, για πολλούς(!) μήνες, νεκρά κτήρια. Θα περιέγραφα με τρόπο γλαφυρό τα συναισθήματα όσων παιδιών για πρώτη φορά θα διαβούν το κατώφλι της γνώσης κι εκείνων που θα ξαναβρούν φίλους, παρέες, καινούρια πρόσωπα, δασκάλους. Λοιπόν, όσο το σκέφτομαι, θα μπορούσα να σας κάνω να ρίξετε τόσο δάκρυ που θα λύναμε μια και καλή το πρόβλημα της έλλειψης νερού που ταλανίζει τον πλανήτη.
Θα μπορούσα αλλά δε θα το κάνω. Εκείνο που σκεφτόμουν προσωπικά είναι το πόσο σημαντική είναι η εναρκτήρια μέρα της σχολικής χρονιάς (κάθε σχολικής χρονιάς) για το μέλλον των παιδιών και άρα της κοινωνίας μας. Σκεφτόμουν πόσα χάνουμε και πόσα θα μπορούσαμε να κερδίσουμε από την ποιότητα και το περιεχόμενο αυτής της πρώτης μέρας. Και μάλιστα χωρίς ο προϋπολογισμός του υπουργείου παιδείας να αυξηθεί στο ελάχιστο.
Έχω στο μυαλό μου την εικόνα χιλιάδων μαθητών να μπαίνουν στις αίθουσες, να τραβολογιούνται προσπαθώντας να προλάβουν την αγαπημένη θέση τους, να μαλλιοτραβιούνται ώστε να βρεθούν στο ίδιο θρανίο με τον καλύτερο φίλο τους, να καθίσουν κοντά στην «έδρα», αν είναι φυτά ή μακριά της, αν πρόκειται για φυσιολογικά παιδιά. Γενικά έχω στο μυαλό μου έναν χαμό ικανό να τρελάνει ακόμα και ένα αναισθητοποιημένο μύδι! Κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας εκπαιδευτικός. Τα παιδιά παίρνουν τις θέσεις τους -εκτοξεύοντας ανήκουστες απειλές σε εκείνον που πρόλαβε να πιάσει τη θέση που ονειρεύονταν- η κατάσταση ηρεμεί και όλοι περιμένουν να καταλαγιάσει η ανυπόφορη σκόνη.
Ο εκπαιδευτικός παίρνει τη θέση του, καλωσορίζει τους μαθητές και τους εύχεται «καλή χρονιά». Η αμέσως επόμενη στιγμή είναι καθοριστική. Από την επιλογή του τρόπου με τον οποίο ο εκπαιδευτικός θα χαριεντιστεί ή θα προσεγγίσει τους παλιούς και καινούριους μαθητές του κρίνονται σε μεγάλο βαθμό τα πάντα. Το μέλλον, η ποιότητα, οι επιλογές των μαθητών ακόμα και η πορεία της χώρας μας για τις επόμενες δεκαετίες.
Αν ο εκπαιδευτικός στρέψει ή επιτρέψει η κουβέντα να στραφεί γύρω από τις εξελίξεις στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, στη μεταγραφή του Στραβοκάνη, στο τηλεοπτικό σύμπαν, στο νέο cd της Κούλας Μπούλας ή σε άλλα απύθμενης βλακείας θέματα, τότε το παιχνίδι θα έχει χαθεί. Οι πιο βαρετοί μαθητές -άτομα χωρίς ουσιαστικά ενδιαφέροντα- θα αποκτήσουν φωνή και θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι στην πλάνη ότι το «τίποτα» σημαίνει «κάτι», θα συνεχίσουν να βρίσκουν ενδιαφέρουσα την ερώτηση: «τι ομάδα είσαι;», να πληροφορούνται για τα «επώνυμα» τηλεοπτικά ή άλλα σαχλοκούδουνα. Κάθε αναζήτηση που θα τους βελτίωνε θα πάει περίπατο και μάλιστα μακρινό. Την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι μαθητές που δε βρίσκουν ενδιαφέρον στην απλοϊκότητα της μπούρδας θα νιώσουν παρείσακτοι και μάλλον περίεργοι. Ο εκπαιδευτικός με την επιλογή ή την ανοχή του -αυτό είναι χειρότερο- θα έχει ωθήσει κάποια παιδιά σε πρακτικές που τα οδηγούν σε αδυναμία να κατανοήσουν ακόμα και ένα απλό κείμενο. Κάποτε θα το κάνει γιατί ο ίδιος αισθάνεται πιο άνετα ανάμεσα σε μαθητές χωρίς ουσιαστικές αναζητήσεις, προβληματισμούς και όνειρα. Παράλληλα, θα έχει περιορίσει μαθητές με ενδιαφέροντα και καλλιέργεια.
Ας αφήσουμε τέτοιες αίθουσες που για μια ακόμα χρονιά, μάλλον, θα αποτελέσουν την πλειονότητα κι ας μεταφερθούμε σε κάποιες άλλες που ελπίζω και εύχομαι να αυξηθούν. Σ’ αυτές μπαίνει ένας εκπαιδευτικός που έχει καταλάβει το ρόλο του και έχει αναλάβει την ευθύνη της βελτίωσης των παιδιών και της κοινωνίας μας. Ο εκπαιδευτικός χαμογελαστός περιμένει τα παιδιά να πάρουν τις θέσεις τους, τα καλωσορίζει και τους εύχεται τα καλύτερα. Αμέσως μετά αδιαφορεί για ερωτήσεις που στρέφονται σε απλοϊκά βαρετά θέματα, γεγονός που κάνει αρκετούς μαθητές να τα χάνουν και να σκέφτονται: «είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος που δε βρίσκει ενδιαφέρον και χαρά σε συζητήσεις για το ποδόσφαιρο και την τηλεόραση»; Ο εκπαιδευτικός έχοντας ήδη ανατρέψει το απλοϊκό Σύμπαν των περισσοτέρων, κοιτάζει τα παιδιά και με καλοσυνάτη περιέργεια τα ρωτάει: «Ποια βιβλία διαβάσατε το καλοκαίρι»;
Το φαντάζεστε; Κάποια -μάλλον λίγα- παιδιά που διάβασαν το καλοκαίρι θα νιώσουν άνετα, θα βρουν χώρο και στήριξη στον εκπαιδευτικό, θα αισθανθούν ότι δεν είναι «οι περίεργοι» και θα αρχίσουν να μιλούν για την εμπειρία τους. Θα βιώσουν την προσοχή, τη συμπάθεια, την αναγνώριση και τη συμπαράσταση του εκπαιδευτικού. Θα συνεχίσουν να διαβάζουν και να ασχολούνται με τα ενδιαφέροντά τους ακόμα πιο δυναμικά. Δε θα κρύβουν τις επιλογές τους με το φόβο της υποτίμησης από τους άλλους. Οι υπόλοιποι θα παρακολουθούν την κουβέντα λουφάζοντας στη γωνιά τους, θα καταλάβουν ότι ένα ολόκληρο καλοκαίρι δεν έκαναν το παραμικρό για την προσωπικότητά τους, δεν αφιέρωσαν τον ελάχιστο χρόνο σε κάτι που σίγουρα θα τους ωφελούσε και θα τους βοηθούσε στις μελλοντικές επιλογές τους. Κάποιοι από αυτούς θα προσπαθήσουν να υποτιμήσουν εκείνους που διάβασαν έστω και ένα βιβλίο. Αν ο εκπαιδευτικός επιμείνει στην επιλογή του, θα έχει βοηθήσει κάποια παιδιά να συνεχίσουν την προσπάθεια και θα έχει δείξει σε κάποια άλλα ότι το «τίποτα» δεν έχει πάντα πρωταγωνιστική θέση. Ίσως μάλιστα σπρώξει κάποια ακόμα παιδιά σε λίγο διαφορετικές αναζητήσεις.
Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να έχουν σημαντικό ρόλο στις επιλογές των παιδιών από την πρώτη κιόλας μέρα που θα ανοίξουν τα σχολεία. Αν θα διαιωνίσουν τη μετριότητα ή αν θα προκαλέσουν μια μικρή επανάσταση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από αυτό: τις πρώτες λέξεις τους προς τα παιδιά!

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Με τις πόρτες ... κλειστές!

Στο μυθιστόρημά του «Με τις πόρτες ανοιχτές» ο Ίαν Ράνκιν ξεφεύγει με εξαιρετική επιτυχία από το γνωστό μοτίβο των ιστοριών του με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Ρέμπους. Εκείνο που με εντυπωσίασε, όταν για πρώτη φορά άνοιγα το εσώφυλλο του βιβλίου, ήταν μια φράση γραμμένη με πορτοκαλί γράμματα: «Για το σωστό άνθρωπο όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές…»!
Κι ενώ ο συγγραφέας ισχυρίζεται αυτό την ίδια στιγμή ο σύγχρονος κόσμος βρίσκεται σε αδιέξοδο βλέποντας γύρω του όλες τις πόρτες κλειστές. Το κυριότερο είναι ότι εκείνοι που βιώνουν εντονότερα αυτό το κλειστοφοβικό σκηνικό και τις παρενέργειές του είναι οι νέοι. Το περίεργο είναι ότι όσοι θα μπορούσαν να αλλάξουν το σκηνικό (που οι ίδιοι έστησαν) στέκονται αποσβολωμένοι αδυνατώντας να διατυπώσουν και την παραμικρή ουσιαστική πρόταση. Μέθοδοι ξεπερασμένες, καταδικασμένες εκ των προτέρων σε παταγώδη αποτυχία προωθούνται με τυμπανοκρουσίες για να διαψεύσουν γρήγορα και απροκάλυπτα τις προσδοκίες των εμπνευστών τους.
Οι κοινωνίες θα συνεχίσουν να κινούνται ανάμεσα στα συντρίμμια της οικονομικής κρίσης, οι πολίτες τους θα συνεχίσουν να μεμψιμοιρούν και οι νέοι θα συνεχίσουν να συναντούν πόρτες κλειστές, όσο αρνούμαστε να δεχτούμε και άρα να διορθώσουμε δυο πράγματα.
Το ένα έχει να κάνει με τη ρίζα του κακού. Και η ρίζα του κακού βρίσκεται στο λάθος δρόμο που ακολούθησε η παγκοσμιοποίηση. Με σύνθημα «όλα για την κατανάλωση» οι αγορές δέχτηκαν μια σειρά στρεβλώσεων που λειτούργησαν σαν ντόμινο. Αδιαφορώντας για την έννοια της δημοκρατίας οι αγορές έψαξαν και εντόπισαν χώρες με φτηνό εργατικό δυναμικό με στόχο την παραγωγή πιο φτηνών προϊόντων. Και γιατί στις χώρες αυτές το εργατικό δυναμικό είναι φτηνότερο; Απλούστατα επειδή οι αρχές της δημοκρατίας αποτελούν κάτι άγνωστο γι αυτές και άρα ο άνθρωπος εκεί είναι εξαιρετικά ευάλωτος σε κάθε μορφής εκμετάλλευση.
Αποτέλεσμα; Επιχειρήσεις και εργοστάσια μαζικά εγκατάλειψαν τον αναπτυγμένο κόσμο και τους εργάτες τους και να εγκαθίστανται στην Κίνα και σε άλλες εξίσου … δημοκρατικές χώρες όπου η εκμετάλλευση ανθούσε. Αυτό βέβαια ήταν λογικό να σημάνει έκρηξη της ανεργίας στις δυτικές κοινωνίες κι αυτή με τη σειρά της την εφαρμογή μιας σειράς ανορθόδοξων λύσεων. Η κατάσταση που ερχόταν φώναζε από μακριά αλλά οι περισσότεροι έκλειναν τα αφτιά τους αρνούμενοι να αποδεχτούν το αυτονόητο.
Η λογική λέει κάτι απλό. Το παιχνίδι που έχει στηθεί στην παγκόσμια σκακιέρα πρέπει να γίνει με ίσους όρους για όλους. Όποιος θέλει να παίξει είναι καλοδεχούμενος αρκεί να ακολουθήσει απλούς κανόνες δημοκρατίας και ανθρωπισμού. Αν μια χώρα αρνείται να σεβαστεί και τα βασικά ακόμα δικαιώματα των εργαζομένων, δεν μπορεί να έχει θέση στην παγκόσμια αγορά. Ο ανταγωνισμός πρέπει να υπάρχει, μάλλον θα είναι σκληρός αλλά δεν μπορεί παρά να είναι δίκαιος. Χωρίς ανθρώπους δε νοείται οικονομία (μάλλον δε νοείται τίποτα) αλλά κάποιοι αδυνατούν να το αντιληφθούν. Η οικονομική, συναισθηματική και σωματική εξόντωση του ανθρώπου εγγυάται ένα και μόνο παγκοσμίως: Οι πόρτες θα παραμένουν κλειστές για όλο και περισσοτέρους.
Η λύση είναι εξαιρετικά απλή. Επιβολή σεβασμού κοινών κανόνων και άρα ισότητα. Ο ανταγωνισμός που βασίστηκε στην ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση δοκιμάστηκε και απότυχε. Ο ανταγωνισμός μπορεί να έχει μόνο ποιοτικά κριτήρια. Άρα πάμε για άλλα. Κι εδώ εμφανίζεται ένα δεύτερο (το σημαντικότερο) πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί. Ποιοι θα μας οδηγήσουν σ’ αυτά τα άλλα; Ποιοι θα ξεκλειδώσουν τις κλειστές πόρτες, όχι σε εθνικιστικά δεδομένα ενός θλιβερού παρελθόντος αλλά σε σύγχρονα παγκοσμιοποιημένα, ανθρώπινα πρότυπα; Αυτοί λοιπόν, απλώς δεν υπάρχουν και δεν υπάρχουν επειδή το σύστημα δε φρόντισε να τους δημιουργήσει ή σε άλλες περιπτώσεις τους έχει αποκλείσει.
Στηριγμένοι σε πρακτικές ποσοτικές παρά ποιοτικές δημιουργήσαμε έναν κόσμο στα πρότυπα της βιομηχανικής παραγωγής. Τεχνοκράτες που μπορούσαν να λειτουργούν μηχανικά κατάκλυσαν κάθε χώρο και θέση. Άνθρωποι που έμαθαν να λειτουργούν απολύτως τυποποιημένα, χωρίς πρωτοτυπία, χωρίς φαντασία, χωρίς να μπορούν να ξεφύγουν από θεσπισμένους κανόνες λήψης αποφάσεων κυριάρχησαν προς μεγάλη χαρά ενός συστήματος που μπορούσε να δημιουργήσει τέτοιους μαζικά. Άνθρωποι που δέχτηκαν και αναπαράγουν τυποποιημένη, απλή και εύκολα κατανοητή γνώση και παιδεία είναι εύκολο να διαμορφωθούν και μάλιστα με φτηνές όσο και απαρχαιωμένες μεθόδους. Αυτοί είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι όσο ο κόσμος κινείται σε δεδομένες και άρα προβλέψιμες πορείες. Διαφορετικά…
Σήμερα, δυστυχώς γι αυτούς, ο κόσμος τελείως απρόβλεπτα(;) εγκατάλειψε τις φωτεινές λεωφόρους του πρόσφατου παρελθόντος και κινείται σε ατραπούς που ελάχιστα είχαν προβλεφθεί. Οι τεχνοκράτες δεν είχαν προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο. Αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν (δεν μπορούσαν να το διανοηθούν) πώς φτάσαμε μπροστά σε πόρτες κλειστές. Πολύ περισσότερο δε διαθέτουν τα κλειδιά για να τις ανοίξουν. Η παντοδυναμία τους, η αδιαμφισβήτητη κυριαρχία τους σε πολιτικές και οικονομικές θέσεις κράτησε ελάχιστα. Τώρα δέχονται πυρά από παντού και δεν είναι μακριά η στιγμή που οι λαοί θα απαιτήσουν, ίσως με ελάχιστα ειρηνικό τρόπο, την απομάκρυνσή τους από θέσεις εξουσίας.
Ωραία ήταν όσο οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Κανείς βέβαια, δεν ήθελε καν να σκεφτεί το ενδεχόμενο κάποια στιγμή να κλείσουν. Και τώρα κανείς δε θυμάται πού βρίσκονται τα κλειδιά. Είναι άσχημο να βρίσκει κάποιος όλες τις πόρτες κλειστές αλλά του μένει ένα μόνο να κάνει. Πρέπει να βρει τα χαμένα κλειδιά ή τους κατάλληλους ανθρώπους. Ανθρώπους που μπορούν να λειτουργήσουν έξω από τα δεδομένα και να εντοπίσουν ποιες πόρτες και με ποιο τρόπο πρέπει να ανοίξουν. Εναλλακτικό σενάριο δεν υπάρχει. Σε κάθε άλλη περίπτωση οι πόρτες θα παραμένουν κλειστές!

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Τι είχε πάρει μαζί του ο Οδυσσέας;

Την ώρα που πρέπει να ταξιδέψω με τη μάνα μου για το χωριό, όπου κάθε χρόνο περνάμε ένα κομμάτι των διακοπών μας, γνωρίζω ένα πράγμα. Γνωρίζω ότι θα ζήσω μια «Οδύσσεια». Μη φανταστείτε ότι πρόκειται για πολύωρο ταξίδι. Μη φανταστείτε ότι το χωριό είναι απομονωμένο και δύσβατο. Όχι, το Νεραϊδοχώρι βρίσκεται σίγουρα σε ορεινή περιοχή -1200 υψόμετρο- αλλά λόγω συγκυριών είχε την τύχη να αποτελέσει από νωρίς κομμάτι του πολιτισμού με άνετο δρόμο ακόμα και το καταχείμωνο, όταν το χιόνι σκεπάζει τα πάντα.
Ενώ στο ομηρικό έπος το επίκεντρο βρίσκεται το ταξίδι της επιστροφής του ήρωα, η δική μου «Οδύσσεια» έχει αιτία διαφορετική. Αιτία είναι η μάνα μου και η αντίληψή της για το τι πρέπει ένας άνθρωπος να παίρνει μαζί του στις διακοπές. Εκεί έγκειται η δική μου «Οδύσσεια». Εγώ το είχα καταλάβει από μέρες ότι το παραμικρό δε θα άλλαζε και πάλι. Η μάνα μου έκανε απέλπιδες προσπάθειες να βρει κάποιον άλλον να τη μεταφέρει. Προσέγγισε την αδερφή μου, το γαμπρό μου, τη γυναίκα μου, μάλλον και αρκετούς άλλους που δε γνωρίζω, προσπαθώντας να με αποφύγει όπως ο ακατονόμαστος το λιβάνι. Με θεωρεί άνθρωπο που αγνοεί την υπομονή ακόμα και ως λέξη και συχνά βρίσκει τις αντιδράσεις μου υπερβολικές. Δε θα μείνω βέβαια, σ’ αυτήν την εσφαλμένη μητρική άποψη. Το θέμα είναι ότι οι συγκυρίες την ανάγκασαν να αποδεχτεί ότι μαζί μου θα έκανε και φέτος το ταξίδι, γεγονός που προκάλεσε και στους δυο μας πανικό.
Η μάνα μου -φαντάζομαι και πολλοί άλλοι της γενιάς της- έχει αποφασίσει ότι ένα ταξίδι για να το ευχαριστηθείς δεν πρέπει να είναι άνετο. Δηλαδή, όταν ταξιδεύει και κάθεται άνετα, χωρίς να την περιορίζουν βαλίτσες, σάκοι, σακούλες και σακουλάκια, πιστεύω ότι δεν το θεωρεί ταξίδι. Κάποτε πίστευα ότι αυτό γινόταν επειδή ήθελε να ενισχύσει τη φαντασία μου υποχρεώνοντάς με να εντοπίζω χώρους για να βολέψω όλη την πραμάτεια της. Τώρα πια ξέρω ότι δε γίνεται γι αυτό. Κάπως έτσι και φέτος -επιστρατεύοντας τεχνικές εφάμιλλες του πολυμήχανου Οδυσσέα- αναγκάστηκα να ταχτοποιήσω βαλίτσες με ρούχα (αναγκαία) αλλά και σακούλες με ντομάτες, πατάτες, φρούτα, οδοντογλυφίδες, λάδι, αναψυκτικά, καφέδες, χαρτοπετσέτες, ζάχαρη, οδοντόκρεμες, κουτιά με γλυκά, απορρυπαντικά... Φέτος μάλιστα, ξεπερνώντας κάθε δικό της όριο και μάλλον προσπαθώντας να ανακαλύψει τα δικά μου η αθεόφοβη προχώρησε λίγο ακόμα. Αν έχετε το Θεό σας, θεώρησε αναγκαίο να κουβαλήσουμε ένα φαράσι (ε βρε παιδάκι μου, αυτό που είχαμε έσπασε!) αλλά και ένα πατάκι για την εξώπορτα (πού να βρεις τόσο ανθεκτικό και απορροφητικό πατάκι εκεί επάνω;)!!!
Μάταια προσπάθησα να την πείσω ότι δεν είναι αναγκαίο κάθε χρόνο να μεταφέρουμε όλα αυτά τα αγαθά από τον κάμπο στο βουνό. Ό,τι είπα πέρασε και δεν ακούμπησε. Για μια ακόμα φορά δεν έλεγε να καταλάβει ότι τα σούπερ μάρκετ και εμπορικά της περιοχής μπορούν να καλύψουν κάθε ανάγκη και έλλειψη που πιθανώς παρουσιαστούν. Αγύριστο κεφάλι! Ο ορισμός της συντηρητικής θεώρησης των πραγμάτων. Ο διάλογός μας, όπως και κάθε παρόμοιος, λόγω έλλειψης λογικών επιχειρημάτων από μέρους της, κατάληξε σε ό,τι «μου τη δίνει» αφόρητα: «Καλά, εγώ έτσι έμαθα! Δε θα αλλάξω τώρα, επειδή το θέλεις εσύ»!
Μάλιστα. Όταν ακούω αυτό το «έτσι μάθαμε», πετάω την πετσέτα στο τερέν και σηκώνω τα χέρια ψηλά. Παραδίνομαι. Η μάνα μου, βέβαια, δικαιολογείται ως ένα βαθμό και όχι γιατί μάνα είναι μόνο μία ούτε γιατί αποτελεί τον ορισμό της μάνας που γίνεται θυσία. Ανήκει σε μια γενιά που έζησε με σημαντικές ελλείψεις και σίγουρα μακριά από τις σημερινές ανέσεις, όχι μόνο στη μετακίνηση αλλά και σε άλλα. Η γενιά της, εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν, οργάνωσε έναν αξιοθαύμαστα ευρηματικό τρόπο ζωής που, όμως, σήμερα μόνο δυσχέρειες προκαλεί αλλά είναι απίθανο να εγκαταλειφτεί. Ήταν λογικό στο παρελθόν η μετακίνηση στο χωριό να φέρνει σε κάτι από … ξεριζωμό. Έλλειψη μέσων μεταφοράς, κακή κατάσταση οδικού δικτύου και περιορισμένη ανάπτυξη της αγοράς στην ύπαιθρο καθιστούσαν τη μετακίνηση μια πραγματική «Οδύσσεια».
Η μητέρα μου και η γενιά της έζησαν συνταρακτικές μεταβολές και ασύλληπτους ρυθμούς προόδου. Κατάφεραν να προσαρμοστούν σε αρκετά αλλά μέχρι ενός σημείου. Τους φαίνεται παράλογο και μάλλον ανήθικο να εγκαταλείψουν ό,τι όρισε τη ζωή τους στο παρελθόν. Κάτι τέτοιο το αντιμετωπίζουν ως μορφή προδοσίας ακατανόητης για μένα. Προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό ό,τι μπορούν. Νιώθουν ότι έτσι κρατούν ζωντανό τον κόσμο τους κι ότι μένουν δεμένοι με αυτόν. Νιώθουν ότι κάποιες συνήθειες, όσο επώδυνες κι αν είναι πια για τους υπολοίπους και για τους ίδιους, είναι οι ρίζες τους σε ένα παρελθόν που ξέρουν πολύ καλά ότι χάθηκε αλλά αρνούνται να αποδεχτούν.
Για όλους αυτούς τους λόγους, όσο κι αν με εκνευρίζει, είμαι ανεκτικός με τη μητέρα μου και τη γενιά της ενώ δε δίνω δεκάρα και σιχαίνομαι ανθρώπους νεότερους που χωρίς να έχουν ζήσει τίποτα από το παρελθόν, προσπαθούν να το συντηρήσουν, χωρίς να τους δένει κάτι με αυτό, επειδή έτσι τους … παραδόθηκε. Με αυτούς, όμως, που τους θεωρώ απλώς βαρίδια που δυσκολεύουν την προσαρμογή της κοινωνίας στα νέα δεδομένα δεν έχω ούτε το χώρο ούτε τη διάθεση να ασχοληθώ.
Άλλωστε λίγες μόλις ώρες πριν κατάφερα ζώντας μια «Οδύσσεια» να βρω χώρο στο αυτοκίνητο για να βολέψω όσα η μάνα μου θεωρεί αναγκαία! Μάλιστα, αυτή τη φορά τα κατάφερα εκπληκτικά, αφού κανείς από τους επιβαίνοντες δε χρειάστηκε να έχει στα πόδια του ούτε κουτί με τσίχλες. Η άνεση αυτή, όμως, ελάχιστα εκτιμήθηκε από τη μάνα μου, η οποία ρισκάροντας μια έκρηξή μου και ενώ ταξιδεύαμε, με ρώτησε: «Αφού έχουμε χώρο, μήπως να παίρναμε και κανένα καρπούζι»; Δεν έδωσα σημασία και φυσικά δεν πήραμε καρπούζι. Δεν μπήκα καν στον κόπο να της εξηγήσω ότι το χωριό διαθέτει πλέον και ασύρματο internet! Εκείνη τη στιγμή απλώς σκεφτόμουν: αν για λίγες μέρες διακοπών ξεπατώθηκα για να ταχτοποιήσω ένα σκασμό πράγματα, εκείνος ο έρμος ο Οδυσσέας, όταν ξεκινούσε για την Τροία, τι να είχε πάρει μαζί του;

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Κρίση με συμπτώματα γρίπης!

Έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι στην αρχαία Αίγυπτο. Τότε με τις πληγές του Φαραώ που μαθαίναμε στα θρησκευτικά. Η μια πληγή διαδέχεται την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό εναλλαγής. Ακόμα δε συνήλθαμε από την πληγή της γρίπης και μια νέα πληγή εμφανίζεται ως τιμωρία. Η καινούρια καραμέλα λέγεται «κρίση». Όλα τα μάθαμε πια. Τα αίτια, την προέλευση, ποιοι ευθύνονται, ποιοι και πώς θα την πληρώσουν και δε συμμαζεύεται. Αυτά βέβαια, δεν πιάνουν μία μπροστά στην προσπάθεια χρονικής πρόβλεψης του ερχομού της. Οι ειδικοί κρισολόγοι(;) συμφωνούν στο ότι η κρίση θα γίνει εμφανέστατη το Σεπτέμβριο. Μάλιστα! Ούτε Αύγουστο ούτε Οκτώβριο. Η κρίση έρχεται το Σεπτέμβριο! Δε μας έφταναν οι προβλέψεις των μετεωρολόγων για τον καιρό, των χταποδιών για τα αποτελέσματα των mundiaλικών αγώνων, των τσαρλατάνων για το μέλλον, των εκπαιδευτικών για τα θέματα των πανελλαδικών, τώρα έχουμε και τις προβλέψεις των κρισολόγων για τον ερχομό της κρίσης.
Δηλαδή, τι είναι η κρίση; Γρίπη είναι; Και δεν είδαμε τι έγινε με τις προβλέψεις για τη γρίπη το χειμώνα που πέρασε! Και να, τώρα έρχεται η γρίπη να μας αποδεκατίσει, τώρα θα τη δούμε σε έξαρση και θα τα τινάξουμε τα πέταλα και να το τέλος της ανθρωπότητας και ποιος να το περίμενε ότι το δημιούργημα του Υψίστου θα πήγαινε από γρίπη και άλλα φαιδρά και γραφικά. Και τώρα που από θαύμα επιβιώσαμε από τη γρίπη, νέα απειλή-πληγή. Τώρα όμως, δε θα πάμε από πυρετό αλλά από πείνα, ανέχεια και εξάντληση.
Το θέμα είναι ότι οι προβλέψεις προέρχονται από ειδικούς κρισολόγους, οι οποίοι λίγο πριν ήταν ειδικοί γριπολόγοι και λίγο πιο πριν υπήρξαν ειδικοί εκλογολόγοι και ακόμα πιο πριν ήταν ειδικοί τσοντολόγοι (ελέω Τζούλιας) και, τέλος πάντων, σε κάθε χρονική φάση και ανάλογα με το αντικείμενο εμφανίζονται ως ειδικοί σε κάτι. Επειδή προσωπικά δε διαθέτω ειδικές… κρισογνώσεις, δεν είμαι σε θέση να κάνω κρισοπροβλέψεις. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι όλοι αυτοί που παρουσιάζονται ως ειδικοί σε όλα είναι τελικά ειδικοί σε ένα. Και αυτό το ένα δεν είναι άλλο από τη μπούρδα. Σκεφτείτε και πείτε μου κι εμένα, για ποιο λόγο μια κρίση οικονομική έχει περισσότερους λόγους να εμφανιστεί το Σεπτέμβριο απ’ ό,τι τον Αύγουστο ή τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο; Δηλαδή, τι κάνει η κρίση τον Αύγουστο και δεν εμφανίζεται; Διακοπές κάνει και ξεκουράζεται; Γιατί να μην εμφανιστεί το Νοέμβριο; Η υψηλή υγρασία την πειράζει ή οι χαμηλές θερμοκρασίες δεν της επιτρέπουν να ξεμυτίσει; Κι αφού δεν καταφέραμε να βάλουμε σε μια τάξη την εμφάνιση της γρίπης Η1Ν1, τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρουμε με την κρίση; Οπότε κάθε που ακούτε τους ειδικούς μπουρδολόγους να μιλούν για την κρίση, κλείστε τηλεοράσεις, εφημερίδες, internet και αφήστε τους να τα λένε και να τα ακούνε μόνοι τους.
Αν μη τι άλλο θα έχετε την ηρεμία σας. Έτσι, ακόμα κι αν είναι γραφτό σας να δείτε τα ραπανάκια ανάποδα από την πείνα και την ανέχεια, τουλάχιστον θα … πάτε με αρχοντιά, ήρεμα και ωραία, με το χαμόγελο στα χείλη κι όχι βουτηγμένοι στο άγχος της προσμονής του μοιραίου. Τουλάχιστον θα έχετε διασφαλίσει έναν αξιοπρεπή θάνατο κι ό,τι ήθελε προκύψει. Αν μάλιστα πιστεύετε στη μετά θάνατον ζωή, τότε τι έχετε να φοβηθείτε; Γιατί στην περίπτωση αυτή το τέλος δεν είναι παρά μια απλή μετακίνηση σε τόπους χλοερούς και σε τόπους αναπαύσεως. Σε τόπους που δεν τους αγγίζει ούτε κρίση ούτε τίποτα. Εκεί μάλλον το είχαν κάνει καλύτερα το κουμάντο τους!
Καλά αυτοί, εμείς τι θα κάνουμε μέχρι να γίνουμε κι εμείς αυτοί… Προσωπικά είμαι αισιόδοξος. Θεωρώ ότι η κρίση είναι μια καλή ευκαιρία να βάλουμε μυαλό, να βρούμε τα όρια, να καταλάβουμε ότι ο καθένας θα έχει όσα δικαιούται και για όσα έχει κοπιάσει και ρισκάρει και ξενυχτήσει και φτύσει αίμα και χύσει ιδρώτα κι ας λέει το ΚΚΕ ό,τι θέλει. Όλοι τα ίδια ούτε θα τα έχουμε ποτέ ούτε τα αξίζουμε. Λοιπόν, η κρίση θα μας επαναφέρει στη χαμένη «Τάξη», θα καταστήσει τα δεδομένα λίγο πιο λογικά. Αυτή είναι η κατάσταση κι όποιος δεν την αντιληφτεί έγκαιρα, απλώς δε θα επιβιώσει.
Νομίζω ότι τα πράγματα είναι απλά. Το να αποφύγουμε την αρνητική κατάσταση είναι τόσο απλό όσο απλό ήταν και να τη δημιουργήσουμε. Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Με τις επιλογές μας καταφέραμε να χρεοκοπήσουμε το κράτος. Φλούδα δεν αφήσαμε στο έρμο! Και τώρα το κράτος πρέπει να ξεχρεώσει και για να το κάνει μειώνει μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, υπαλλήλους, παράλογα έξοδα. Δύσκολη δουλειά αλλά όχι ακατόρθωτη. Αν αφήσουμε το ντόμινο να λειτουργήσει χωρίς εμπόδια, δε θα υπάρξουν δυσκολίες.
Μείωση μισθών και επιδομάτων στο δημόσιο τομέα συνεπάγεται μείωση της αγοραστικής δύναμης ενός ικανού ποσοστού ανθρώπων. Τίποτα σπουδαίο. Αυτοί θα συνεχίσουν να αγοράζουν, αρκεί να βρουν υπηρεσίες και προϊόντα σε καλύτερες τιμές. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η αγορά πρέπει να προσαρμοστεί. Η διασκέδαση, η ένδυση, το φαγητό, ο καλλωπισμός, η γνώση, η ασφάλεια πρέπει να γίνουν πιο φτηνές. Ωραία, και για να γίνουν όλα αυτά πιο φτηνά τι πρέπει να συμβεί; Πάλι απλά πράγματα. Έξυπνοι επιχειρηματίες, μείωση μισθών και στον ιδιωτικό τομέα και αισθητή μείωση των ενοικίων. Ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ισορροπία και πάλι, απλώς μια άλλη ισορροπία πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όσοι καταφέρουν να ισορροπήσουν εντάξει, οι άλλοι θα βρεθούν με την… κρίση στο χέρι και θα μιλούν για ατυχία!!!
Είπαμε βέβαια, ότι εγώ δεν είμαι ειδικός για να με πάρετε στα σοβαρά. Μπορείτε να συνεχίσετε να παίρνετε στα σοβαρά τους ειδικούς κρισολόγους, ώστε να οδηγηθείτε σταδιακά σε κατάθλιψη. Και προσέξτε, το πράγμα δεν είναι καθόλου αστείο. Συμπτώματα όπως ατελείωτη μιζέρια, τρόμος και απαισιοδοξία, γκρίνια αφόρητη και σιχαμερή είναι προάγγελοι δεινών. Όσο το σκέφτομαι τα ίδια ακριβώς συμπτώματα κυριάρχησαν και την περίοδο που μας απειλούσε η γρίπη. Ούτε πυρετό ούτε τρεμούλα είδαμε. Τελικά έχουμε να κάνουμε με μια κρίση που παρουσιάζει κοινά συμπτώματα με εκείνα της γρίπης. Ετοιμάστε τις ασπιρίνες!

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

ΤρΕλλάδα

Ένας καλοστημένος μηχανισμός προπαγάνδας έχει στηθεί γύρω μας. Στόχος του να μας τρελάνει τελείως. Τα πρώτα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Αναφέρομαι στα διαφημιστικά σποτάκια με σημείο έμπνευσης και αναφοράς την κρίση που μας βάρεσε κατακούτελα και… αναπάντεχα. Σποτάκια, χωρίς το παραμικρό ίχνος λογικής, που έχουν κατακλύσει πλέον τα κανάλια και έχουν συντρίψει και το τελευταίο μικρό νευράκι του συστήματός μου. Κι όχι μόνο του δικού μου φαντάζομαι. Ο τόπος έχει πια τιγκάρει από τρελούς κάθε είδους…
Ήταν να μη γίνει η αρχή. Με την τρέλα πάντα έτσι είναι. Δεν είναι να δει ο τρελός να γίνεται η αρχή. Άμα τη δει, θα καθίσει και όλοι ξέρουμε πάρα πολύ καλά τι θα κάνει. Έτσι και με τα συγκεκριμένα σποτάκια. Όλη η παλαβομάρα ξεκίνησε με πρωτοβουλία του ελληνικού κοινοβουλίου. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε! Το κοινοβούλιο άνοιξε και διαφημίζει τραπεζικό λογαριασμό όπου καθένας μπορεί να καταθέτει χρήματα, για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Έλα Χριστέ και Παναγιά να βρείτε λογική, γιατί προσωπικά αδυνατώ.
Δηλαδή, εγώ ο Έλληνας πολίτης θα καταθέσω χρήματα σε λογαριασμό που διαχειρίζονται βουλευτές; Από τι ώρα πρέπει να αρχίσω να πίνω για να προχωρήσω σε τέτοια αποκοτιά; Αν κάνω λάθος, κάποιος να μου το πει για να επανορθώσω. Δηλαδή, οι βασικοί υπεύθυνοι για τη διόγκωση και πλήρη διάλυση του δημόσιου τομέα, την αναξιοκρατία, τη σπατάλη, τη διαπλοκή, την καταπάτηση κάθε νόμου, εκείνοι που βρέθηκαν με αμύθητες περιουσίες, που έχτισαν παράνομα, που δέχτηκαν «χορηγίες», που ανέχτηκαν και κάποτε καθοδήγησαν ενέργειες που στρέφονταν ενάντια στο κράτος και τους πολίτες, έρχονται τώρα να μας ζητήσουν τα αζήτητα;
Πόσο λογικό είναι να δώσω χρήματα για να τα διαχειριστούν βουλευτές; Ο βοσκός θα έβαζε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα; Ας μου πει κάποιος πού κόβουν χέρια από τη ρίζα για να μη σώσω να βάλω λεφτά σ’ αυτόν το λογαριασμό! Δηλαδή, γιατί τώρα θα τα διαχειριστούν σωστά και προς όφελός μας; Πήγαν ομαδικά για εξομολόγηση, έκαναν τις μετάνοιες τους ωραία ωραία και υποσχέθηκαν ότι θα γίνουν αγνοί, σεμνοί και ταπεινοί και δε θα το ξανακάνουν; Νερό για λειτουργιά ξαφνικά οι βουλευτές μας; Κι έρχονται ξετσίπωτα και μου λένε να βοηθήσω να καλυφθεί το χρέος που δημιούργησαν; «Ωραία φάγαμε και ήπιαμε, τώρα βάλτε όλοι ένα χεράκι μπας και ξελασπώσουμε»; Αυτό μου λένε; Κύριοι βουλευτές και λοιποί πολιτικοί μαζί τα φάγαμε τα αφάγωτα; Σκάσατε από το φαγοπότι πρώτα και τώρα «είμαστε Έλληνες και όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε»; Κι αν είμαστε Έλληνες τώρα και όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε, γιατί δεν ήμασταν Έλληνες όσο είχε στηθεί το φαγοπότι; Ε, γιατί; Δε μας είχατε ικανούς στο φαΐ αλλά είμαστε ικανοί τώρα που έφτασε η… «λυπητερή»;
Και ήταν απλώς η αρχή. Αμέσως μετά μπήκε στο χορό και ο ΟΠΑΠ, δηλαδή πάλι το κράτος. Κι εκεί πια τα είδαμε όλα. Και να τα σποτάκια: «Μπορούμε. Είμαστε Έλληνες, όλοι μαζί δεν αφήνουμε τίποτα στην τύχη»!!! Αυτοί που έφτιαξαν το συγκεκριμένο πρέπει να ζουν σε κάμπους, γιατί ως γνωστόν η τρέλα δεν πάει στα βουνά. «…Τίποτα δεν αφήνουμε στην τύχη» κι αυτό το διατυμπανίζει ο οργανισμός τυχερών παιγνίων της χώρας; Δηλαδή, ρε παλικάρια το Τζόκερ, το Πρότο, το Λόττο και του διαόλ’ τα κέρατα δε στηρίζονται στην τύχη; Στη γνώση και τη λογική στηρίζονται; Οι νικητές σε όλα αυτά τα παιχνίδια είναι οι ευφυΐες της επικράτειας;
Είπαμε να μην έχουμε ιερό και όσιο. Είπαμε να μη σεβόμαστε το παραμικρό. Να φτιαχνόμαστε μεταξύ μας αλλά… «Μπορούμε. Είμαστε Έλληνες»; Τέτοια εθνικιστικά στερεότυπα ούτε η χειρότερη χούντα δεν προσπάθησε να περάσει. Δηλαδή, αφού «μπορούμε» επειδή «είμαστε Έλληνες», γιατί φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; Ξένοι οδήγησαν την Ελλάδα στο ναδίρ της ανάπτυξης; Όχι βέβαια! Ό,τι καταφέραμε, μόνοι μας και με χαρακτηριστική άνεση το καταφέραμε. Άκου είμαστε Έλληνες και άρα μπορούμε! Σαν να μην υπάρχουν βλάκες Έλληνες, σαν να μην υπάρχουν ανίκανοι τεμπέληδες ή άξεστοι κουτοπόνηροι ανάμεσά μας! Τι σόι μπούρδες είναι αυτές; Δεν έχουμε παραμυθιαστεί αρκετά με κάτι σλόγκαν του στιλ «Είμαστε γεννημένοι για να είμαστε πρώτοι» και «οι πρωτιές είναι στο DNA μας»; Γιατί τελικά το θέμα δεν είναι να ξέρουμε εμείς ότι είμαστε γεννημένοι για να είμαστε πρώτοι. Το θέμα είναι να το μάθουν αλλά και να το αφομοιώσουν οι άλλοι λαοί, ώστε να πάψουν επιτέλους να μας προσπερνούν. Τότε όμως, θα μιλούσαμε για τον πολιτισμό της χελώνας. Ο κόσμος θα κινιόταν σε ρυθμούς slow motion πιο αργής κι από εκείνης των αγώνων του mundial, αφού οι άλλοι θα έπρεπε να σέρνονται πιο αργά από εμάς. Δηλαδή, υπάρχει μια παγκόσμια ιεραρχία της οποίας το ρετιρέ κατέχουμε «ελέω Θεού»; Γιατί εμένα μου φαίνεται ότι εκείνο το χτίσιμο του Παρθενώνα μας σακάτεψε από την κούραση κι από τότε δεν ξανασηκώσαμε κεφάλι. Κάπως έτσι βρήκαν ευκαιρία κάποια (αρκετά) έθνη και εξελίσσονται ταχύτερα από εμάς.
Και ποιους προβάλλουν οι αθεόφοβοι για να μας πείσουν ότι οι πρωτιές μάς ανήκουν; Μ. Κάλλας και Γ. Παπανικολάου (τεστ Παπ) πρωτοστατούν. Αυτοί είναι ενδεικτικοί Έλληνες που τα κατάφεραν; Μα όποιος διαβάσει τις βιογραφίες αυτών των δυο, τι θα δει; Θα δει ότι η πατρίδα τούς «αγκάλιασε» ή θα δει τι πόλεμο και αμφισβήτηση δέχτηκαν; Εκτός κι αν το σποτάκι λειτουργεί προτρεπτικά. «Είδατε; Η Κάλλας και ο Παπανικολάου τα κατάφεραν! Αν το θέλετε κι εσείς, πάρτε των ομματιών σας και κάντε τη για όσο πιο μακριά»! Έτσι φέρνει πιο κοντά στη λογική!
Αλίμονό μας να λέμε, γιατί τα σποτάκια την έχουν κάνει ήδη τη δουλειά τους. Πήξαμε πλέον στους τρελούς κι αυτό γίνεται ολοφάνερο κάθε στιγμή γύρω μας. Άνθρωποι έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια με το παραμικρό, άτομα που οδηγούν λες και βρίσκονται στα συγκρουόμενα, που αφήνουν τα αυτοκίνητά τους όπου τους βολεύει, που διαβάζουν την εφημερίδα τους χωρίς να συνειδητοποιούν ότι την κρατούν ανάποδα (το είδα κι αυτό), που γίνονται αγενείς, που χάνουν κάθε όριο στη συμπεριφορά και τις επιλογές τους, που τρέμουν φοβισμένοι κάθε που σκέφτονται το μέλλον, που … κάνουν ό,τι τους κατέβει χωρίς ίχνος λογικής.
Και τώρα θα έρθουν μερικά σποτάκια να με πείσουν τι; Ότι με τύπους σαν κι αυτούς θα τα καταφέρουμε; Μωρέ αβάφτιστοι θα πάμε και ώρες ώρες αναρωτιέμαι μήπως το όνομα «Τρελλάδα» θα ταίριαζε περισσότερο σε έναν τόπο που έχει πια τιγκάρει από τρελούς;

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Οι κότες δεν τηγανίζουν αβγα!!!

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων κάθε χρόνο μου αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Μια, πώς να το πω; Χαρμολύπη!!! Ναι αυτή είναι η σωστή έκφραση. Το συγκεκριμένο γεγονός έχει ένα θετικό και πολλά αρνητικά. Κι αφού το θετικό είναι ένα και μοναδικό, λέω να ξεκινήσω από αυτό για να τελειώνω γρήγορα και παστρικά από την πρώτη κιόλας παράγραφο, ώστε να καταπιαστώ με τα αρνητικά στις υπόλοιπες, μπας και καταφέρω να εκτονωθώ. Λοιπόν, το θετικό είναι ότι η ανακοίνωση της βαθμολογίας των μαθητών σηματοδοτεί και επίσημα την έναρξη των διακοπών μου!!!
Μέχρι εδώ όλα (δηλαδή ένα μόνο) καλά! Γιατί από το σημείο αυτό και μέχρι να ετοιμάσω και την τελευταία βαλίτσα με αντηλιακά, μπρατσάκια, κρέμες προσώπου, μπανιερά, βατραχοπέδιλα, πετσέτες θαλάσσης, πετσέτες βουνού και ό,τι άλλο χρειάζεται ο … μέσος άνθρωπος στις διακοπές του, έχω την αίσθηση ότι μεσολαβούν ένα εκατομμύριο βασανιστικά έτη. Το αισθάνομαι κάθε χρόνο και τίποτα δε με κάνει αισιόδοξο ότι θα το αποφύγω φέτος. Κάτι σαν το Γολγοθά. Όλο πίκρα κι εμείς τελείως μαζοχιστικά τον γιορτάζουμε κάθε χρόνο!
Το χειρότερο από τα χειρότερα όλων είναι για μένα η κοινωνική έκφανση του γεγονότος. Όσα άτομα γνωρίζω σε διάστημα τριών ημερών μετά την ανακοίνωση των βαθμών, δεν τα γνωρίζω όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Εκεί που είχες να κάνεις με ένα παιδί, με έναν άντε δυο γονείς, ξαφνικά έχεις να κάνεις με στρατιές ολόκληρες συγγενών και φίλων της οικογενείας. Όλοι αυτοί κάνουν την εμφάνισή τους όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή. Και να ο θείος του υποψηφίου με το μικρό αξαδερφάκι που ακόμα του τρέχουν οι μύξες από παντού και το οποίο «μετά από λίγα χρόνια θα το έχετε κι αυτό μαθητή». Και να η γιαγιά με την κρεατοελιά όλο τρίχα που φτύνοντας για να μη με πιάσει ποτέ το κακό το μάτι μού εύχεται «να είσαι καλά παλικάρι μου για το καλό που μας έκανες», λες κι έγραψα εγώ πανελλαδικές κι όχι ο εγγονός ή η εγγονή. Και να η μεγαλύτερη αδερφή που δε σπούδασε, γιατί αλλού το είχε το μυαλό της όταν ήταν μαθήτρια, αλλά δεν της έκατσε και «μήπως χρειάζεστε στο φροντιστήριο κάποιο άτομο που δε σκαμπάζει από τίποτα;»!!! Και να ήμουν από εκείνους που επιδιώκουν σαχλοκοινωνικές αηδίες να το αντέξω αλλά εγώ ο καημένος βρίσκομαι τόσο μακριά από ό,τι οι περισσότεροι θεωρούν «κοινωνικό» όσο και ο πλανήτης Ποσειδώνας από τον Ήλιο (4.5 δισεκατομμύρια km).
Έστω ότι και φέτος θα καταφέρω να αντέξω αυτή την έκρηξη κοινωνικότητας και την απεραντοσύνη της χαράς που θα εκδηλωθεί γύρω μου. Αυτό δεν είναι το μόνο εφιαλτικό που με περιμένει. Αν ήταν μόνο αυτό, θα μιλούσα για περίπατο της Κοκκινοσκουφίτσας στο δάσος, αφού ο κυνηγός έχει φάει λάχανο τον κακό το λύκο. Αλλά είπαμε, Γολγοθάς. Γιατί μετά το πέρας των γνωριμιών, των αγκαλιών και των ξεματιασμάτων έπεται αυτό το ρημάδι το μηχανογραφικό του υποψηφίου κι αυτό δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Κάποτε μπορεί να ήταν. Σήμερα όχι! Και δεν είναι γιατί σήμερα τα δεδομένα σπουδών και εργασίας έχουν γίνει πιο περίπλοκα και δυσνόητα κι από ομιλία του πρωθυπουργού μας.
Δεκάδες σχολές, τμήματα, ειδικότητες, ευμετάβλητες προοπτικές, αδιάκοπες ανατροπές και ασύλληπτες λεπτομέρειες καθιστούν τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού κομματάκι δύσκολη. Και καλά τα προηγούμενα χρόνια ο κάθε αδαής, συντηρητικός ανεύθυνος που αναλάμβανε την παροχή βοήθειας (μάλλον καταστροφής) στους υποψηφίους είχε την πρόταση έτοιμη: Μια στρατιωτική σχολή ή κάποιο τμήμα που οδηγούσε στη … σίγουρη αγκαλιά του δημοσίου και αυτό ήταν. Σήμερα που -επιτέλους- και η ελληνική κοινωνία είναι αναγκασμένη να προσαρμοστεί στα διεθνή δεδομένα, τι μπορεί να προτείνει στον υποψήφιο και με ποια κριτήρια θα το κάνει ο κάθε άσχετος;
Κι όμως, για κάποιο περίεργο λόγο οι περισσότεροι μαθητές και οι γονείς τους συνεχίζουν να θεωρούν ότι οι καθηγητές που προετοιμάζουν τα παιδιά τους για τις εξετάσεις γνωρίζουν τα πάντα για τις σχολές και τις προοπτικές της αγοράς εργασίας. Τραγικό λάθος! Δηλαδή, η κότα που γεννάει το αυγό ξέρει και να το τηγανίζει ή να το κάνει μαρέγκα; Όχι πείτε μου, είδατε ποτέ κότα να κάνει κάτι τέτοιο; Όχι βέβαια! Η κότα ξέρει να το γεννάει το αυγό και μόνο αυτό. Ούτε να το τηγανίζει ούτε να το βράζει ούτε και να το βάφει το Πάσχα ξέρει! Κάποιος άλλος τα αναλαμβάνει αυτά. Κι αν δεν το καταλάβατε, αυτό σημαίνει εξειδίκευση και σήμερα υφίσταται παντού!
Εγώ βέβαια, προετοιμάζομαι για να αντιμετωπίσω τα όσα έρχονται. Ήδη την έχω την εικόνα ολοζώντανη μπροστά μου. Ο ένας να με ρωτάει ποια σχολή του ταιριάζει, ο άλλος ποια σχολή θα του εξασφαλίσει αποκατάσταση, ο άλλος αν θα τα καταφέρει ακολουθώντας τον τάδε επιστημονικό κλάδο και πάει λέγοντας. Δηλαδή, όλοι αυτοί δεν καταλαβαίνουν ότι εγώ ένας απλός καθηγητής είμαι και τίποτα άλλο; Μπορώ εγώ να αναλάβω την ευθύνη των προβλέψεων που απαιτούν; Διαθέτω εγώ το απαιτούμενο κληρονομικό χάρισμα ενόρασης και δεν το γνωρίζω ή μήπως το κρατάω κρυφό; Όλοι αυτοί δε χρειάζονται εμένα. Ούτε καν ειδικούς σε θέματα επαγγελματικού προσανατολισμού χρειάζονται. Αυτοί χρειάζονται άλλο πράγμα κι αυτό το πράγμα μπορεί να λέγεται κ. Χορταρέας, κ. Μύριαμ, κ. Τζόσουα, κ. Παγιατάκη και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Τουλάχιστον εγώ όποτε χρειάζομαι κάποια πρόβλεψη ή έστω εξήγηση ενός ονείρου σ’ αυτούς τους ανθρώπους απευθύνομαι και νομίζω ότι και οι υποψήφιοι που δεν ξέρουν ακόμα τι τους γίνεται σ’ αυτούς πρέπει να αποταθούν, αν βέβαια επιθυμούν εγγυημένα αποτελέσματα. Αλλά όλα συνηγορούν ότι τελικά για μια ακόμα χρονιά δε θα το κάνουν προετοιμάζοντας τον προσωπικό εαρινό εφιάλτη μου! Δεν πειράζει, γιατί αμέσως μετά αρχίζουν οι διακοπές μου!

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Μεταξύ συγγενών, γνωστών και φίλων η Γνώση είναι για όλους!!!

Βρίσκομαι στο φροντιστήριο. Απέναντί μου ο μεγάλος ξάδερφός μου μού εξηγεί ότι τα φετινά θέματα των πανελλαδικών στη Φυσική δεν ήταν κάτι ιδιαίτερα δύσκολο, όπως φημολογείται από ορισμένους αδαείς. Ο ξάδερφός μου είναι Φυσικός και ιδιαίτερα ευφυής. Όταν ήταν μαθητής, όλοι οι συγγενείς ήταν περήφανοι γι αυτόν. Οι μεγαλύτεροι μάλιστα, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, έλεγαν ότι θα τον έπαιρναν στη NASA. Ο ίδιος, βέβαια, επέλεξε διαφορετική πορεία. Κάποια στιγμή με ρώτησε: «Πιστεύεις ότι η Γνώση είναι για όλους; Όλα τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν λεπτές έννοιες και τελικά να κατακτήσουν την ουσία της Γνώσης»; Είχα έτοιμη απάντηση, αφού το θέμα με είχε απασχολήσει στο βιβλίο μου, «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» αλλά η συζήτησή μας διακόπηκε εκεί από μαθητές που εμφανίστηκαν την πιο ακατάλληλη στιγμή. Πάντα το κάνουν!
Λίγες μέρες μετά, σε πλατεία χωριού με μια φίλη συζητάμε περιμένοντας τα αχνιστά παϊδάκια και τα άλλα εδέσματα που ετοιμάζονταν. Η φίλη μου είναι Μαθηματικός και ιδιαίτερα ευφυής. Φαντάζομαι ότι και οι δικοί της συγγενείς θα ήταν περήφανοι γι αυτήν. Ίσως μάλιστα και εκείνη να την προόριζαν για τη NASA, αλλά η ίδια επέλεξε άλλο δρόμο. Η κουβέντα μας αφορούσε στη διαφορετική διάθεση που χαρακτηρίζει μαθητές απέναντι στη Γνώση και από τι μπορεί αυτή να επηρεάζεται. Είχα έτοιμη απάντηση κτλ, κτλ αλλά αυτή δόθηκε με τρόπο άμεσο και απρόβλεπτο από διπλανή παρέα.
Την παρέα απάρτιζαν γυναίκες κυρίως μεσήλικες και υπερήλικες με προφορά που δυσχέραινε ακόμα και την κατανόηση του γέλιου τους! Στην παρέα και μια κοπελίτσα γύρω στα είκοσι, με ίδια προφορά, που δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα να κουβεντιάζει με τις υπόλοιπες για θέματα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για ένα άτομο είκοσι χρόνων: πλύσιμο ρούχων, μαγείρεμα, σιδέρωμα, σιγύρισμα, ξεσκάτωμα και άλλα. Στην αγκαλιά της κρατούσε ένα παιδάκι μικρής ηλικίας που αποδείχτηκε… κόρη της! Σκεφτήκαμε ότι θα παντρεύτηκε στα δεκατέσσερα, αν και αυτό ελάχιστα επηρεάζει την ιστορία μας. Η κοπελίτσα -χωρίς η ίδια να το γνωρίζει- σε λίγο θα απαντούσε σε όσα περί Γνώσης απασχολούσαν τον ξάδερφο, τη φίλη μου κι εμένα!
Η κοπέλα -ορισμός του «τελειωμένου» ανθρώπου- ανάμεσα σε άλλα περισπούδαστα, άρχισε να διηγείται το μεγάλο καημό της που δεν ήταν άλλος από το ότι, λόγω δουλειάς, είχε υποχρεωθεί να στείλει το κοριτσάκι της σε βρεφονηπιακό σταθμό. Οι υπόλοιπες της παρέας έδειξαν κατάφωρα την αμέριστη συμπαράστασή τους στον πόνο της. «Τι κρίμα, από τόσο μικρό το δύστυχο στα βάσανα!» η μία. «Τόσα χρόνια θα το βαρεθεί το σχολείο!» η δύο. «Είναι να μην το λυπάσαι το καημένο;» η τρία. Άλλο να σας τα γράφω και άλλο να τα ακούτε. Πόνος, πίκρα και δυστυχία για το παιδάκι, το οποίο κι εγώ ακόμα κόντεψα να λυπηθώ. Η κοπελίτσα καταλαβαίνοντας ότι βρήκε κατάλληλο κοινό, προσφέρθηκε όλο χαρά να διηγηθεί περιστατικό ενδεικτικό της αποστροφής της κορούλας της για το σχολείο: «Προχθές γυρίζαμε από το τάδε χωριό» άρχισε «και περνούσαμε με την “κούρσα” έξω από το βρεφονηπιακό σταθμό. Η μικρή, μόλις κατάλαβε πού ήμασταν, έσκυψε και κρύφτηκε τρομαγμένη. Εγώ και ο άντρας μου τρελαθήκαμε στο γέλιο»! Το ίδιο έκανε και η παρέα των terminators βρίσκοντας λογικότατη την αντίδραση της μικρής, της οποίας τα μάγουλα άρχισαν να τσιμπούν επιδοκιμαστικά.
Εμείς απλώς κοιταχτήκαμε τόσο έντρομοι όσο και η μικρούλα όταν ακούει για βρεφονηπιακό σταθμό. Οι απαντήσεις που ψάχναμε, είχαν μόλις δοθεί με φρικιαστικές λεπτομέρειες. Το συγκεκριμένο τραγικό κοριτσάκι και η απέραντης αφέλειας μαμά του δεν αποτελούν την εξαίρεση αλλά μάλλον τον κανόνα της σύγχρονης πραγματικότητας ως προς τον τρόπο ένταξης των παιδιών στη μαθησιακή διαδικασία. Μπορεί ένα τέτοιο παιδί να απαλλαγεί στο μέλλον από την άρνηση που του δημιουργεί το περιβάλλον για τη Γνώση; Μάλλον απίθανο! Αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει τον τραγικά καταστροφικό ρόλο του το περιβάλλον συνεχίζει με παρόμοια αντιμετώπιση και στο μέλλον.
Συχνά βιώνω παρόμοιες περιπτώσεις με πρωταγωνιστές γονείς μαθητών. Κάποιοι εκδηλώνουν θαυμασμό που τα παιδιά τους διαβάζουν ενώ οι ίδιοι θεωρούν το διάβασμα χαμένο χρόνο και φυσικά δεν το πάλεψαν ποτέ! Όλο και περισσότεροι εκφράζουν λύπηση για τα παιδιά τους, επειδή αυτά μελετούν αρκετές ώρες! Πολλοί θεωρούν ότι το όλο σύστημα οδηγεί τα παιδιά σε «βίαιη ενηλικίωση που πληγώνει ανεπανόρθωτα το συναισθηματικό κόσμο τους»! Άντε τώρα αυτά τα παιδιά να κατανοήσουν τη σημασία, να αγαπήσουν και να επιδιώξουν με πάθος την κατάκτηση της Γνώσης! Αν μάλιστα στο δρόμο τους (των παιδακίων) βρεθούν και μερικοί εκπαιδευτικοί που έχουν να δουν βιβλίο από τότε που τους βάφτισαν και είδαν το Ευαγγέλιο του παπά, εκπαιδευτικοί που δε βλέπουν την ώρα να τελειώσει η ανιαρή διαδικασία του μαθήματός τους ή να πάρουν καμιά απόσπαση που θα τους απαλλάξει από το βάρος της διδασκαλίας ή να γυρίσουν στο σπιτάκι τους για να πιάσουν τον … κασμά ή να βγουν στη σύνταξη, τότε τα παιδάκια όχι μόνο δε θα καταλάβουν ποτέ τι σημαίνει Γνώση αλλά θα τη σιχαίνονται περισσότερο και από το πιο βδελυρό σκουλήκι. Κι αυτό σε μια εποχή που τα πάντα κινούνται γύρω από τη Γνώση.
Μήπως όλοι αυτοί οι ανελέητα ανόητοι που στρέφουν τα παιδιά ενάντια στη Γνώση, θα επιθυμούσαν να τα δουν σε κάποιο χειρωνακτικό επάγγελμα; Μήπως θα ήθελαν να ζουν τα παιδιά τους σε εποχές που τα κορίτσια παντρεύονταν στα δεκατέσσερα και τα αγόρια έμπαιναν στη βιοπάλη στην ίδια ηλικία; Αυτά θεωρούν ήπια και αποδεκτή ενηλικίωση; Γιατί αν θέλουν κάτι τέτοιο, είναι δικαιολογημένη η στάση τους και η γκρίνια τους και η έκφραση της άγνοιάς τους.
Απολύτως ξεκάθαρο. Η Γνώση είναι για όλους, αρκεί να μην έχουν την ατυχία να ζουν με γονείς που εκφράζουν το Μεσαίωνα ή τη δυστυχία να συναντήσουν εκπαιδευτικούς που με τη μετριότητα και την αδιαφορία τους για την προσωπικότητα των ίδιων αλλά και των μαθητών τους προσπαθούν να τον αναστήσουν!