«Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμεινε να λες
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαίς».
Διονύσιος Σολωμός – Ύμνος εις την Ελευθερίαν
Η τραγικότητα της χώρας δε συνίσταται στα μύρια όσα προβλήματα ζούμε. Η τραγικότητα συνίσταται στην άρνησή μας να τα αντικρίσουμε, να τα αποδεχτούμε και να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Είναι μάλλον η άμυνά μας. Κατεβάζουμε ρολά. Αποφεύγουμε κάθε συνειδητή επαφή με τη θλιβερή κατάντια μας. Διαφορετικά θα παθαίναμε συλλογική κατάθλιψη. Και τελικά, θα πεθαίναμε από αυτήν. Στην προσπάθεια αποφυγής της κατάθλιψης, μάλιστα, έχουμε αποδειχτεί ευφάνταστα εφευρετικοί. Επιστρατεύουμε ό,τι διαθέτουμε και δε διαθέτουμε, ως μέσο άμυνας. Κι όλα ωραία και καλά. Η ζωή συνεχίζεται σε στιλ: έξω ντέρτια και καημός, όπα.
Προσφιλές -διαχρονικά και παρά την ιλιγγιώδη επιστημονική πρόοδο- αντικαταθλιπτικό παραμένει, τι άλλο, η εμμονή και συνεχής επιστροφή στο ένδοξο αλλά πολύ απώτερο παρελθόν μας. Επιβεβαίωση και το πρόσφατο θέμα της Νεοελληνικής Γλώσσας στις Πανελλαδικές. Το θέμα, και πάλι, παρέπεμπε στην αρχαιότητα και ειδικά στα μνημεία της πολιτισμικής κληρονομιάς μας. Βλέπετε; Ακόμη και οι Πανελλαδικές στην υπηρεσία της πανεθνικής προσπάθειας σωτηρίας του λαού μας από τη μαζική κατάθλιψη.
Τα θέματα απλά διατυπωμένα και μάλιστα από εκείνα που χαρακτηρίζονται super extra sos. Λογικά δεν πρέπει να υπήρξε μαθητής ή μαθήτρια, μάνα ή πατέρας, κουνιάδα ή μπατζανάκης που δεν είχε προσεγγίσει ήδη το θέμα στο σχολείο ή στο φροντιστήριό του. Είναι από τα θέματα εκείνα που κάνουν τους καθηγητές-μέντιουμ να κραυγάζουν όλο χαρά και χάρη: «πιάσαμε τα θέματα, πιάσαμε τα θέματα». Όταν βέβαια, ανακοινώνονται οι βαθμολογίες των μαθητών, επιβεβαιώνεται ότι πράγματι όλοι κάτι έχουν «πιάσει» και πιθανώς όχι τα θέματα. Τότε θα φταίει ο κακός ο φλάρος, ο ανάδρομος Ερμής ή ο τρισάθλιος βαθμολογητής που δεν κατάλαβε τις βαθιές φιλοσοφικές αναζητήσεις στις οποίες συχνά -και λόγω άγνοιας- καταφεύγει ο παμμέγιστος μαθητής. Δράμα δραμάτων αλλά προς στιγμήν… έχει ο Θεός.
Ωραία περνάμε. Με τα θέματα που δόθηκαν αποφύγαμε τις τραγικότητες αλλά και τις πολλές πολλές αντιδράσεις που ακολουθούν κάθε χρόνο το συγκεκριμένο μάθημα. Όλοι είναι ή, τουλάχιστον, νιώθουν ευχαριστημένοι. Αλλά αυτή η εμμονή στο παρελθόν (τρία θέματα τα τελευταία χρόνια γι αυτό το ρημάδι το παρελθόν;) μήπως χρήζει ψυχιατρικής μελέτης; Εντάξει, το πιάσαμε το υπονοούμενο. Έγινε κομμάτι του DNA μας. Είμαστε και, έστω ενδόμυχα, νιώθουμε ένας λαός ξοφλημένος που ζει το άθλιο παρόν του ενώ αγνοεί αν έχει μέλλον, έστω ζοφερό. Οπότε, ποια η λύση; «Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις».
Αντί να προσπαθούμε με κάθε τρόπο και μέσο να ωθήσουμε τα παιδιά σε επαφή με την πραγματικότητα, κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ή άλλο μέλος του σώματός μας, ώστε να παραμείνουν στο σκοτάδι του παρελθόντος. Δε λέω, ένδοξο μεν, παρελθόν δε. Και μετά, αυτά τα παιδιά εμποτισμένα με γραφικά στερεότυπα θα πιστεύουν ότι η κατάστασή μας οφείλεται στην κακία των ξένων, στους ψεκασμούς ή στο ανεξέλεγκτο μεταναστευτικό ρεύμα. Γιατί πώς αλλιώς να δικαιολογηθεί η εξαθλίωση ενός λαού με τόσο δυσθεώρητα μεγαλειώδες παρελθόν; Το κυριότερο, αυτά τα παιδιά θα αποτελούν τα εύκολα θύματα πολιτικών που θα μπαρουφολογούν ακατάσχετα απευθυνόμενοι σε άτομα βιολογικά ενήλικα αλλά νοητικά νήπια. Τα καημένα τα ζωντόβολα.
Το σχολείο είναι θεωρητικά επιφορτισμένο με την ευθύνη της επαφής της νέας γενιάς με την πραγματικότητα. Θεωρητικά μόνο. Πρακτικά όμως… Πρακτικά η πραγματικότητα έχει εξοβελιστεί από την εκπαιδευτική διαδικασία. Κάθε προσπάθεια που γίνεται για αλλαγές της διαδικασίας δίνει την αίσθηση ότι αγνοεί τις διεθνείς εξελίξεις αλλά συμβαδίζει με εγχώριες λαϊκιστικές, συντηρητικές πρακτικές ή με ιδεοληπτικές εμμονές των εκάστοτε υπευθύνων. Η ποιότητα της προετοιμασίας της νέας γενιάς δε γεννάει ιδιαίτερη αισιοδοξία.
Το μάθημα της γλώσσας θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό εργαλείο εξέλιξης. Θα μπορούσε να βοηθήσει τους μαθητές να κατανοούν την ταχύτατη εξέλιξη, να αντιλαμβάνονται τον κόσμο στον οποίο πρέπει να ζήσουν, τις απαιτήσεις στις οποίες θα κληθούν να ανταποκριθούν, να εξοικειώνονται με το παγκόσμιο γίγνεσθαι, να σκέφτονται και να αναλύουν κάθε νέο στοιχείο, να αποφασίζουν σωστά για το μέλλον τους. Όμως κάτι τέτοιο δε θα γίνει με την εμμονή σε θέματα για το παρελθόν. Τέτοια θέματα μπορεί να χαροποιούν εκείνους τους καθηγητές που έχουν ως αυτοσκοπό να τα «πιάνουν» αλλά μέχρι εκεί. Γιατί δεν αφήνουμε τη Νεοελληνική Γλώσσα να είναι ακριβώς αυτό: «Νέα». Τα μαθήματα της Ιστορίας, των Αρχαίων, των Θρησκευτικών δεν αρκούν για την προσέγγιση και κατανόηση του παρελθόντος; Εκτός κι αν κάποιοι έχουν βαλθεί να μας γυρίσουν σ’ αυτό...
Ο κ. Ζάχος οφείλει δημόσια να ευχαριστήσει
την καφετζού της γειτονιάς, η οποία
με την επιστημονική
κατάρτισή της και το κληρονομικό χάρισμα ενόρασης
κατάφερε να πιάσει και πάλι το θέμα




Εδώ και πολύ καιρό έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πιο βαρετά ανούσιοι άνθρωποι είναι εκείνοι που δε διαθέτουν χιούμορ!
Άλλο πάλι και τούτο! Λες και δε μας έφταναν οι φωτιές που ανάβουμε μόνοι μας, έχουμε πλέον και τις εισαγόμενες. Μωρέ, καλά λένε ότι οι ξένοι μας φθονούν και μας ζηλεύουν και γι αυτό δε μας αφήνουν σε χλωρό κλαρί. Έχουν δίκιο όσοι επιρρίπτουν τις ευθύνες για όλα τα δεινά μας σε μια παγκόσμια συνωμοσία που εξυφαίνεται εναντίον μας με κάθε τρόπο και μέσο. Δηλαδή, τι ήταν αυτές οι δηλώσεις Ευρωπαίου αξιωματούχου περί «χώρας διεφθαρμένης» και περί «οικονομικής κρίσης ολοφάνερης εδώ και δεκαετίες»; Η πολυλατρεμένη και εξίσου πολυτραγουδισμένη Ελλάδά μας χώρα διεφθαρμένη; Το λίκνο του παγκόσμιου και πανσυμπαντικού πολιτισμού σε κρίση; Τι να πω; Το μόνο που μπορώ να πω είναι «Βόηθα Χριστέ και Παναγιά», γιατί μόνο εσείς μπορείτε να το κάνετε, εδώ που φτάσαμε.

Ένας καλοστημένος μηχανισμός προπαγάνδας έχει στηθεί γύρω μας. Στόχος του να μας τρελάνει τελείως. Τα πρώτα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Αναφέρομαι στα διαφημιστικά σποτάκια με σημείο έμπνευσης και αναφοράς την κρίση που μας βάρεσε κατακούτελα και… αναπάντεχα. Σποτάκια, χωρίς το παραμικρό ίχνος λογικής, που έχουν κατακλύσει πλέον τα κανάλια και έχουν συντρίψει και το τελευταίο μικρό νευράκι του συστήματός μου. Κι όχι μόνο του δικού μου φαντάζομαι. Ο τόπος έχει πια τιγκάρει από τρελούς κάθε είδους…
Βρίσκομαι στο φροντιστήριο. Απέναντί μου ο μεγάλος ξάδερφός μου μού εξηγεί ότι τα φετινά θέματα των πανελλαδικών στη Φυσική δεν ήταν κάτι ιδιαίτερα δύσκολο, όπως φημολογείται από ορισμένους αδαείς. Ο ξάδερφός μου είναι Φυσικός και ιδιαίτερα ευφυής. Όταν ήταν μαθητής, όλοι οι συγγενείς ήταν περήφανοι γι αυτόν. Οι μεγαλύτεροι μάλιστα, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, έλεγαν ότι θα τον έπαιρναν στη NASA. Ο ίδιος, βέβαια, επέλεξε διαφορετική πορεία. Κάποια στιγμή με ρώτησε: «Πιστεύεις ότι η Γνώση είναι για όλους; Όλα τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν λεπτές έννοιες και τελικά να κατακτήσουν την ουσία της Γνώσης»; Είχα έτοιμη απάντηση, αφού το θέμα με είχε απασχολήσει στο βιβλίο μου, «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» αλλά η συζήτησή μας διακόπηκε εκεί από μαθητές που εμφανίστηκαν την πιο ακατάλληλη στιγμή. Πάντα το κάνουν!
Πιτσιρίκια παίζαμε ένα παιχνίδι όπου στον καθέναν από τους συμμετέχοντες αντιστοιχούσε ένας αριθμός. Το παιχνίδι ξεκινούσε με το: «έχω μια κολοκυθιά που κάνει x (τυχαίος αριθμός παίκτη) κολοκύθια». Εκείνος που είχε το x απαντούσε: «και γιατί να κάνει x κολοκύθια;» για να πάρει την απάντηση: «και πόσα θες να κάνει»; Τότε ο x επέλεγε έναν άλλο αριθμό που αντιστοιχούσε σε έτερο συμπαίκτη και το παιχνίδι συνεχιζόταν μέχρι κάποιος να μπερδευτεί και να αναρωτηθεί: «γιατί να κάνει z (άλλος τυχαίος αριθμός) κολοκύθια» χωρίς όμως ο αριθμός του να είναι ο z! Αυτός που μπερδευόταν έχανε και η τιμωρία του ήταν να μιμηθεί τη φωνή ενός ζώου (ο γάιδαρος είχε συχνά την τιμητική του). Η «κολοκυθιά» (έτσι ονομαζόταν το παιχνίδι) ήταν ένα χαζό παιχνίδι!

Τέτοια ανησυχία είχα να την περάσω από τότε που έβλεπα την ταινία «Ο μανιακός δολοφόνος με το πριόνι VI»! Τόσους μήνες στην εξουσία η νέα κυβέρνηση και να μην αποτολμήσει μια μικρούλα επανάσταση, μια επανίδρυση έστω του εκπαιδευτικού συστήματος; Τι απραξία κι αυτή! Έφτασα σε σημείο να μην κοιμάμαι καλά τα βράδια, να σκέφτομαι ότι αυτοί θα το δουν σοβαρά το θέμα και γι αυτό το καθυστερούν. Αργούν, επειδή ακόμη και η πιο ανεπαίσθητη παρέμβαση σε έναν τόσο σημαντικό χώρο, όπως της εκπαίδευσης, προϋποθέτει μελέτη, επεξεργασία, οργάνωση στη λεπτομέρεια, αξιολόγηση των πιθανών αποτελεσμάτων και τελικά διαμόρφωση των κατάλληλων προϋποθέσεων, ώστε τα μέτρα να μην είναι «αέρα πατέρα». Γιατί, όπως όλοι γνωρίζουμε, τα καλά τα μέτρα μπορεί να είναι «αέρα μητέρα», «αέρα κουμπάρα», «αέρα μπατζανάκη» αλλά ποτέ μα ποτέ «αέρα πατέρα»!
Αν πριν λίγο καιρό τολμούσε κανείς και να σκεφτεί αυτό που τώρα συμβαίνει στη χώρα, σίγουρα θα τον περνούσαν για τρελό αλλά πιθανώς θα του άφηναν το περιθώριο να κυκλοφορεί ελεύθερος. Αν τολμούσε, όμως, και να το εκφράσει, τότε είχε εξασφαλίσει εισιτήριο για ισόβιο εγκλεισμό στο χειρότερο κολαστήριο, όπου θα ζούσε εφιάλτες χειρότερους και από εκείνους που έζησε ο Τζακ Νίκολσον στη «Φωλιά του Κούκου».