Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Τελείες, παράγραφοι και... κενά

Ο Γούντι Άλεν δεν πρέπει να ήταν διόλου ευχαριστημένος από την εκπαίδευσή του. Δήλωνε γι αυτή: «Είχα μια φρικτή εκπαίδευση. Ήμουν σε ένα σχολείο για διανοητικά καθυστερημένους καθηγητές». Θυμάμαι τα λόγια του όταν μαθητές μου με πλησιάζουν λέγοντας: «Κύριε, μας είπαν στο σχολείο...». Κάθε που το ακούω αυτό αγωνιώ για όσα ακολουθούν. Ξέρετε, κάποτε, όσα τους λένε στο σχολείο σχετίζονται με το μάθημα που διδάσκω, την Έκθεση και είναι ένας ύμνος στην αυθεντία εκείνου που τα λέει. Συνήθως, μάλιστα, «όσα τους λένε στο σχολείο» συνοδεύονται από την υπενθύμιση ότι αυτός που λέει, όσα λέει, βαθμολογεί στις Πανελλαδικές και άρα γνωρίζει τα πάντα. Γιατί, το να βαθμολογεί κανείς στις Πανελλαδικές, είναι τίτλος και πτυχίο καλύτερο από όποιο άλλο πτυχίο, μάστερ και διδακτορικό μαζί. Λες και οι βαθμολογητές αποτελούν την αφρόκρεμα της εκπαιδευτικής κοινότητας ή προκύπτουν από κάποια φοβερή και τρομερή αξιολόγηση -λέξη, όμως, άγνωστη στο εκπαιδευτικό σύμπαν. 
Ενίοτε, όσα τους λένε στο σχολείο ή οπουδήποτε αλλού, είναι μπαρούφες αξιοθρήνητες. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και το: «κύριε, η κυρία (ή και ο κύριος κάποτε) που μας κάνει Έκθεση στο σχολείο μάς είπε ότι μια παράγραφος πρέπει να είναι δεκατέσσερις γραμμές». Αυτό τους είπε η κυρία που τους κάνει Έκθεση. Κι αυτή η κυρία -και δεν είναι μία αλλά πολλές- περιμένει αποδοχή και σεβασμό από τους μαθητές. Βέβαια, αυτή η κυρία, όπως όλοι γνωρίζουμε, «διορθώνει στις Πανελλαδικές». Πιθανώς, όμως, η συγκεκριμένη κυρία δεν έχει γράψει ποτέ στη ζωή της τίποτε πέρα από λίστα με ψώνια για το μπακάλικο, μάλλον σε παραγράφους των δεκατεσσάρων γραμμών. 
Όσο κι αν ερευνήσει κανείς, ορισμό παραγράφου με κριτήριο την έκτασή της δε θα βρει. Η παράγραφος ορίζεται παγκοσμίως ως αυτόνομο τμήμα-νόημα του γραπτού λόγου αλλά όχι ως έκταση. Κι όμως, κάποιες κυρίες βγαίνουν και τη λένε αβασάνιστα την ανοησία κι όποιον πάρει ο χάρος. Και μετά έχουμε παραδείγματα παιδιών που ενώ έχουν διατυπώσει ένα πλήρες αλλά περιορισμένης έκτασης νόημα, συνεχίζουν να γράφουν λόγια του αέρα, με «επίσης» και με «παράλληλα», ώσπου η παράγραφος να καλύψει τις επιθυμητές δεκατέσσερις γραμμές. 
Κι άντε, να δεχτούμε τον ορισμό της παραγράφου που εισήγαγε η κυρία. Βγαίνει άκρη; Με το γραφικό χαρακτήρα ποιου θα ορίσουμε το κριτήριο; Γιατί υπάρχει εκείνο το παιδί που γράφει γράμματα ψείρες. Για να διαβαστούν απαιτείται η επιστράτευση ισχυρού μικροσκοπίου. Υπάρχει, όμως, κι εκείνο το ζωντόβολο που χρησιμοποιεί γράμματα τα οποία θα φθονούσε κι ο πιο καλλιγράφος όνος. Οπότε, κυρία μου, μήπως πρέπει παρόμοιες εκστατικές συμβουλές να τις συνοδεύεις με εγχειρίδιο για το είδος αλλά και το μέγεθος της γραμματοσειράς των παιδιών; 
Ο ορισμός της παραγράφου, όμως, δεν είναι ο μόνος που ικετεύει για τη λύπησή μας. Είναι και ο αριθμός των τελειών. Ναι, ο αριθμός των τελειών που πρέπει να περιέχει μια παράγραφος και για να ακριβολογώ εκείνη του προλόγου. Μου μεταφέρει μαθητής την εμπειρία του από διόρθωση Έκθεσης στο σχολείο: «Αυτή(!) που μας κάνει Έκθεση (και μάλλον διορθώνει στις Πανελλαδικές συμπληρώνω εγώ) μου είπε ότι ο πρόλογος χρειάζεται πέντε (5) τελείες». Στη λογική ερώτηση αν του εξήγησε για ποιο λόγο χρειάζεται πέντε κι όχι έξι ή τέσσερις ή κάτι άλλο, απάντηση δεν πήραμε, ούτε εγώ ούτε ο μαθητής. Δηλαδή, αυτή η κυρία ορίζει τον πρόλογο ως τμήμα του γραπτού λόγου που απαρτίζεται από πέντε περιόδους; Τελικά, βρήκαμε μια λύση για να της κάνει το κέφι. Ο συγκεκριμένος μαθητής είχε χρησιμοποιήσει τρεις τελείες, οπότε αποφασίσαμε στο τέλος του προλόγου να χρησιμοποιεί τα αποσιωπητικά, ώστε να συμπληρώνει το μαγικό αριθμό πέντε.
Στο hall of fame όσων τους έχουν πει στο σχολείο δε θα μπορούσα να μη συμπεριλάβω τη συναρπαστική συμβουλή καθηγήτριας για τον τρόπο οργάνωσης μιας περίληψης. Η συγκεκριμένη -βαθμολογήτρια Πανελλαδικών, φυσικά- προτείνει στους μαθητές να γράφουν αποσπασματικά το νόημα κάθε παραγράφου του κειμένου που τους δίνεται αφήνοντας ένα κενό στην αρχή της περίληψής τους. Για τη συγκεκριμένη κυρία η περίληψη δεν αποτελεί ένα ενιαίο κείμενο αλλά συνονθύλευμα νοημάτων. Η συνοχή της -τόσο της περίληψης όσο και της κυρίας μάλλον- έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Θα αναρωτιέστε ίσως για το κενό στην αρχή της περίληψης και δε θα έχετε άδικο. Λοιπόν, το κενό συμπληρώνεται στο τέλος και είναι το θεματικό κέντρο της περίληψης. Ο πρόλογός της, δηλαδή. Κι αν απορείτε για το τι συμβαίνει όταν το θεματικό κέντρο του κειμένου είναι τελικά μεγαλύτερο ή μικρότερο από το κενό που έχει ήδη αφήσει ο μαθητής, η κυρία έχει τη λύση. Ο μαθητής θα πρέπει να χρησιμοποιήσει το κατάλληλο μέγεθος γραμμάτων, ώστε αυτό να καλυφθεί με ακρίβεια... 
«Κύριε, μας είπαν στο σχολείο...». Όταν το ακούω αυτό από μαθητή μου, αναρωτιέμαι: Μήπως στο ίδιο σχολείο πήγαινε και ο Γούντι Άλεν;

 Ο κ. Ζάχος πίστευε ότι διδάσκει το μάθημα της Έκθεσης 
 στο φροντιστήριο «άποψη»


Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

ΒΑΒΕΛ!


Πριν πολλά πολλά χρόνια (εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", 15.10.2000) είχα γράψει αυτό:


Η περίοδος αυτή αποτελεί για μένα την πιο οδυνηρή περίοδο της εκάστοτε σχολικής χρονιάς όχι μόνο γιατί εντάσσομαι σε πλήρες και πολύωρο πρόγραμμα μαθημάτων -και άρα κάθε έννοια χαλάρωσης εξαφανίζεται- αλλά γιατί είναι η περίοδος που δέχομαι τα πρώτα γραπτά της χρονιάς από τους μαθητές μου. Κάθε φορά το γεγονός αυτό μου προκαλεί έντονο σοκ, εκνευρισμό αλλά, το σημαντικότερο, προβληματισμό, οργή και λύπη. Δεν πρόκειται να δημοσιοποιήσω τα «μαργαριτάρια» των μαθητών –και είναι πάρα πολλά αυτά- αφού θεωρώ ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε προσβολή των δασκάλων, των γονιών αλλά και, γενικότερα του περιβάλλοντος που ευθύνεται για τη διαπαιδαγώγηση και, συνεπώς, για τη γλωσσική παιδεία αυτών των νέων. 
Είναι γεγονός ότι κάθε χρονιά ανάμεσα στο πλήθος των γραπτών υπάρχουν εκείνα που με κάνουν αισιόδοξο για την πορεία αρκετών παιδιών, αφού η κατάρτισή τους, η άποψη για την πραγματικότητα και τελικά το επίπεδο καλλιέργειάς τους πιστοποιείται από την ποιότητα και την ιδιαιτερότητα των εργασιών τους. Πρόκειται για εργασίες ατόμων που πρόκειται να πετύχουν στη ζωή τους και να διεκδικήσουν θέσεις εξουσίας. Όμως, δυστυχώς, αυτά τα δείγματα καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό ανάμεσα στο πλήθος των Εκθέσεων με τις οποίες έρχομαι κάθε εβδομάδα σε επαφή. 
Τα περισσότερα κινούνται σε μέτριο ως πολύ χαμηλό επίπεδο και το περιεχόμενό τους μόνο απλοϊκό μπορεί να χαρακτηριστεί. Γεμάτα λάθη συντακτικά και ορθογραφικά, που μαρτυρούν την άγνοια βασικών κανόνων, αλλά και με απόψεις που βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα, δίνουν την αίσθηση ότι τα άτομα αυτά δεν έχουν καμιά επαφή με το περιβάλλον τους. Η αδυναμία αυτών των παιδιών να περιγράψουν ακόμα και απλές καθημερινές καταστάσεις είναι τραγική. Αδυνατούν να στηρίξουν τις απόψεις τους και να οδηγηθούν σε ουσιαστικά συμπεράσματα, αδυνατούν να συνδέσουν νοήματα μεταξύ τους και να χρησιμοποιήσουν τις λέξεις με το πραγματικό τους νόημα. 
Κάθε φορά σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη της λαθεμένης πορείας που ακολουθούμε ως προς τη διαπαιδαγώγηση και κατάρτιση των νέων μας. Είναι απόδειξη ότι το κακό ξεκινάει από τα πρώτα εκπαιδευτικά στάδια με προγράμματα που δεν έχουν ουσιαστικά αποτελέσματα ως προς την κατάκτηση ακόμα και του πρωταρχικού εφοδίου που χρειάζεται κανείς, δηλαδή τη γλώσσα. Με δασκάλους που αγνοούν και οι ίδιοι ακόμα και τους βασικούς κανόνες χειρισμού του κώδικα επικοινωνίας μας, δασκάλους που δεν έχουν προσεγγίσει ποτέ ένα ουσιαστικό έντυπο, όχι μόνο βιβλίο, αλλά και εφημερίδα ή έστω και περιοδικό –το «Λοιπόν», το «Σοκ» και τα συναφή δεν ανήκουν στα «ουσιαστικά»- αδυνατώντας να διδάξουν και τα πιο απλά, αφού και οι ίδιοι δεν τα έχουν κατανοήσει. 
Είναι απόδειξη μιας εκπαίδευσης που σε όλα τα στάδια απαιτεί αποστήθιση και όχι έρευνα και προβληματισμό, απαιτεί αγώνα για βαθμό και όχι για απόκτηση εφοδίων ζωής. Είναι τελικά απόδειξη της αδιαφορίας της ίδιας της οικογένειας για την ουσιαστική καλλιέργεια των παιδιών της, αφού τα πρότυπα που τους προβάλλει ταυτίζουν τον ελεύθερο χρόνο με την παθητικότητα, την αποχαύνωση μπροστά στην τηλεόραση, την αποξένωση και την έλλειψη διαλόγου ανάμεσα στα μέλη της. Είναι τελικά το επίπεδο της γλωσσικής καλλιέργειας των μαθητών η απόδειξη του ότι η εύκολη λύση που έχουμε επιλέξει ως κοινωνία σε κάθε θέμα δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να προκαλέσει κινδύνους. 
Είναι πράγματι εξοργιστικό να σκέφτεται κανείς την αδιαφορία και την ανευθυνότητα των ανθρώπων που έχουν αναλάβει την προετοιμασία και τη διαδικασία διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς. Τι είδους συνείδηση διαθέτουν; Τι έχουν να απολογηθούν; Συνειδητοποιούν άραγε το πρόβλημα; Ή μήπως και εκεί η εύκολη λύση της επίρριψης ευθυνών στους άλλους και στο σύστημα είναι η λύση; Οι εκπαιδευτικοί, από τη μια πλευρά, καταδικάζουν την αδιαφορία των γονιών και εγκαταλείπουν κάθε ουσιαστική προσπάθεια που θα μπορούσε να συμβάλλει στη βελτίωση των παιδιών και, από την άλλη, οι γονείς κατηγορούν ασύστολα τους εκπαιδευτικούς αποποιούμενοι κάθε ευθύνης συνεχίζοντας την παθητική, πολύωρη παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων χείριστης ποιότητας. 
Το πρόβλημα είναι τραγικό! Τα παιδιά αυτά αδυνατούν να κατανοήσουν ακόμα και απλές καθημερινές έννοιες, αδυνατούν να κατανοήσουν τις εξελίξεις και άρα να προσαρμοστούν σ’ αυτές. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που μου λένε ότι στην προσπάθειά τους να διαβάσουν μια εφημερίδα αδυνατούν να κατανοήσουν τα μηνύματά της, αδυνατούν άρα να ενημερωθούν ουσιαστικά. Αδυνατούν να εκφράσουν τις απόψεις τους ακόμα και για απλούς όρους και προβλήματα που τίθενται στην καθημερινή διδασκαλία. Η απάντηση σχεδόν μόνιμη: «το ξέρω αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω». Μα αυτό σημαίνει ότι αδυνατούν να σκεφτούν, αφού… σκέφτομαι με λέξεις. 
Πολλοί είναι εκείνοι που συνδέουν το πρόβλημα με ορισμένες μόνο εκφάνσεις της ζωής μας, όμως κάτι τέτοιο είναι παράλογο και εξωπραγματικό, γιατί γλώσσα είναι τα πάντα. Η παράδοσή μας, ο πολιτισμός μας, τα επιτεύγματα που μας περιβάλλουν, τα πάντα αποκτούν υπόσταση μόνο όταν η γλώσσα τα μορφοποιήσει με κάποιες έννοιες. Γλώσσα είναι η επικοινωνία μας με τον κόσμο, το περιβάλλον μας, είναι η εικόνα του επιπέδου καλλιέργειας που διαθέτουμε, της αισθητικής μας.
Αναρωτιέμαι πώς αυτά τα παιδιά θα μπορέσουν να διεκδικήσουν θέση εργασίας; Τι προσωπικότητα θα επιδείξουν όταν θα χρειαστεί να κριθούν από κάποιον εργοδότη μέσω συνέντευξης; Πώς θα πείσουν τον πελάτη τους σε έναν, οποιοδήποτε επαγγελματικό χώρο; Το σημαντικότερο, με τι κώδικα συνεννοούνται με τους φίλους τους, με ποιο τρόπο εκφράζουν τα συναισθήματά τους, τις σκέψεις και τις απορίες τους για τη ζωή; Με ποιο τρόπο τελικά θα εξωτερικεύσουν τον έρωτά τους, την αγάπη τους και τελικά την οργή και την αντίδρασή τους; Πώς θα καταφέρουν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις που πλέον συντελούνται με ραγδαίους ρυθμούς, ώστε να καταφέρουν να τις παρακολουθήσουν; Ή μήπως θα είναι τα θύματα της εποχής μας που θα φυτοζωούν στο περιθώριο αδυνατώντας να παρέμβουν στις διαδικασίες; 
Το πρόβλημα λαμβάνει διαστάσεις τεράστιες και είναι λογικό να μας θλίβει το γεγονός αυτό που μόνο «αναλφαβητισμός» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Σε μια εποχή γνώσης και τρομακτικών δυνατοτήτων διάδοσής τους, σε μια εποχή υψηλής κατάρτισης και εξειδίκευσης είναι απαράδεκτο το φαινόμενο αυτό. Τι πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον; Όταν ο καθένας δίνει στις έννοιες ένα νόημα διαφορετικό ποια θα είναι η κατάσταση; Μήπως οι νέοι αυτοί θα αισθάνονται ότι ζουν σε μια σύγχρονη «Βαβέλ» αδυνατώντας να κατανοήσουν ακόμα και απλά γλωσσικά μηνύματα; 


Λίγο καιρό μετά (εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», 25.10.00) 
το Δ.Σ. του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Λάρισας 
απάντησε με αυτό:

«Το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου συζήτησε το παραπάνω δημοσίευμα και τις αναφορές του στο Δάσκαλο του Δημοσίου σχολείου και ομόφωνα: 

-Εκφράζει την έκπληξή του, την απορία του αλλά και την αγανάκτησή του για τα όσα ισχυρίζεται ο κ. Ζάχος για το έργο του δασκάλου και το ρόλο του στο δημόσιο δωρεάν σχολείο. 

-Ο κ. Ζάχος προσβάλλει βάναυσα χιλιάδες εκπαιδευτικούς όταν, με ανάξιους σχολιασμούς, ισχυρισμούς και αυθαίρετες γενικεύσεις, ούτε λίγο ούτε πολύ κρίνει τους δασκάλους στο σύνολό τους ακατάλληλους για την αποστολή τους. 

-Θεωρούμε αυτονόητο το δημοκρατικό δικαίωμα του καθενός να διατυπώνει δημόσια τις απόψεις του, δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε από κανέναν να συκοφαντεί με χυδαιότητα και εμπάθεια τον κλάδο των δασκάλων που τόσα έχει προσφέρει και θα συνεχίζει να προσφέρει στην ελληνική κοινωνία και στη χώρα. 

-Εκτός κι αν κάποιοι μηδενίζουν τα πάντα στο βωμό της άγρας πελατών και της διαφήμισής τους στο χώρο της παραπαιδείας που πιστά υπηρετούν. 

-Τα πάντα όμως έχουν κι ένα μέτρο και λυπούμαστε ειλικρινά που σ’ αυτή την περίπτωση ο κ. Ζάχος έχει χάσει την αίσθηση του μέτρου και του ανεκτού».  


Όλα αυτά τα θυμήθηκα μετά από πολλά πολλά χρόνια 
επειδή ετοιμάζω κάτι ακόμα για το θέμα.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το χρήσιμο σχολείο

Μπορεί να δει κανείς με χιούμορ ένα τόσο σοβαρό θέμα όσο το σχολείο; Όχι! Σε τόσο σοβαρά θέματα δε χωράει πλάκα! Με εξαιρέσεις βέβαια. Μάλλον μπορείς να κάνεις πλάκα ή να παίρνεις το σχολείο στην πλάκα αν είσαι η υπουργός Παιδείας Άννα, η υφυπουργός «δεν ξέρω πως τη λένε», αν είσαι γ.γ. του ίδιου υπουργείου, σύμβουλος ή έστω ένας απλός εκπαιδευτικός. Το ζήτημα είναι να μην μπλεκόμαστε στην πλάκα εμείς οι απ’ έξω και ιδίως εμείς οι βδελυροί, υποχθόνιοι, τρισάθλιοι που υπηρετούμε την παραπαιδεία.
Το πρόβλημα είναι ότι εκεί που έφτασε το πράγμα έχει δημιουργηθεί μια μικρή παρανόηση και ορισμένοι διαδίδουν ότι τάχα το σχολείο δεν προσφέρει τίποτα. Μα πώς κατάληξαν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα κρίνοντας από λεπτομέρειες; Δηλαδή, επειδή τα σχολεία φέτος δεν έχουν βιβλία, εκπαιδευτικούς, χρήματα για νερό, ρεύμα και θέρμανση, σημαίνει ότι δεν προσφέρουν τίποτα;
Μπα σε καλό μας! Μήπως το «κρυφό σχολειό» -για το οποίο τόσο υπερήφανοι αισθανόμαστε- τα είχε όλα αυτά και γι αυτό πρόσφερε; Είχε βιβλία, φως, θέρμανση ή μήπως είχε διαδραστικούς πίνακες; Μήπως οι παπάδες-δάσκαλοι ήταν καταρτισμένοι και επιμορφωμένοι σε σύγχρονες, για την εποχή, μεθόδους διδασκαλίας; Μπορεί να ήταν εξπέρ στο καριοφίλι και στο γιαταγάνι αλλά κατά τα άλλα... μαύρα μεσάνυχτα. Εδώ που τα λέμε, ούτε διεύθυνση καλά καλά δεν είχε και γι αυτό άλλωστε το έλεγαν «κρυφό».
Από αυτήν την άποψη τουλάχιστον τα σημερινά σχολεία μια διεύθυνση την έχουν κι έτσι ακόμα και μαθητές των οποίων η ευφυΐα έχει παραβιάσει τα όρια της βλακείας μπορούν να τα εντοπίζουν σχεδόν καθημερινά ενώ τότε το σχολείο το έβρισκαν μόνο όσοι, από κληρονομικό χάρισμα, διέθεταν GPS.
Ας φανούμε κάποια στιγμή ρεαλιστές κι ας αντιμετωπίσουμε την κατάσταση ως έχει. Είναι άλλωστε φανερό ότι ορισμένες... αστοχίες της υπουργού Άννας προκάλεσαν κάποια προβληματάκια. Ορισμένα, πώς να το πω, κενά. Κενά σε βιβλία, εκπαιδευτικούς, κονδύλια. Αλλά τι μ’ αυτό; Δηλαδή, μέχρι πέρυσι που τα σχολεία είχαν βιβλία και ενίοτε εκπαιδευτικούς τι έλεγαν οι φαρμακόγλωσσοι και κακεντρεχείς; Τους άκουσε κάποιος να λένε: «τι ωραία και μεγάλη προσφορά έχει το σχολείο»; Σιγά και μην! Μωρέ και το τέλειο σχολείο να τους φτιάξεις αυτούς, τα ίδια και χειρότερα θα λένε. Και θα βρουν και επιχειρήματα του στιλ: «Όλα δίνονται έτοιμα στους μαθητές και στους εκπαιδευτικούς κι έτσι μαθαίνουν στο εύκολο και δεν υπάρχουν περιθώρια αυτενέργειας και όλοι γίνονται μαλθακοί και καθόλου εφευρετικοί και, και...»!
Παρόλα αυτά η δημιουργία ενός χρήσιμου σχολείου είναι εφικτή, αρκεί κάποιος να αξιοποιήσει τα δεδομένα. Σκεφτείτε, στόχος του σχολείου είναι να προετοιμάσει τα παιδιά για τη μελλοντική ζωή τους, να τους δώσει εφόδια, ώστε να γίνουν χρήσιμοι και παραγωγικοί πολίτες, να αντιμετωπίζουν προβλήματα, να καινοτομούν και με απλά λόγια να αποκτήσουν σφαιρικά καλλιεργημένες προσωπικότητες. Κι όλα αυτά φέρνοντας τα παιδιά σε επαφή με πλήθος γνωστικών αντικειμένων, ώστε να μάθουν να χειρίζονται σωστά το λόγο, να σκέφτονται πρακτικά, να αγαπούν τη μαθηματική λογική, να αναζητούν την επαφή με την τέχνη, να κατανοούν τα φυσικά φαινόμενα, να συνειδητοποιούν την ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας, να αποκτούν πρότυπα, να θέτουν στόχους, να θέλουν να αγωνίζονται στο πλαίσιο του συνόλου. Πράγματι πολυσχιδής ο ρόλος του σχολείου!
Και τι γίνεται μέχρι σήμερα; Θα αποφύγω τη μονολεκτική απάντηση, γιατί είναι παλιοκουβέντα, οπότε θα το διατυπώσω περιφραστικά.
Λοιπόν, το σχολείο καταφέρνει τα τελείως αντίθετα από όσα επιδιώκει. Η γλωσσική παιδεία αρκετών νέων συναγωνίζεται εκείνη του ανθρώπου Νεάντερνταλ, η αγάπη τους για την τέχνη συνορεύει με την τάση για εμετό, η μαθηματική λογική τους ταυτίζεται με του Γκούφυ, οι φιλοδοξίες τους δε διαφέρουν από εκείνες μιας βλαμμένης χήνας ενώ η εικόνα που έχουν για τον κόσμο είναι πιο θαμπή κι από παρμπρίζ αυτοκινήτου ένα παγερό πρωινό.
Εδώ βρίσκεται η λύση όλων των προβλημάτων. Αφού το σχολείο έχει τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, γιατί δεν το αξιοποιούμε διαφορετικά;
Σκεφτείτε ένα σχολείο που θα αναγκάζει τους μαθητές του να διαβάζουν διαρκώς φυλλάδες με κουτσομπολιά ή με προβλέψεις για το στοίχημα ή τα ζώδια, να παρακολουθούν τηλεοπτικά προγράμματα όλο το πρωί και το μεσημέρι και μετά να τους εξετάζει προφορικά ή γραπτά σε ανάλογα θέματα. Φανταστείτε το σχολείο να επιβάλλει στους μαθητές πολυήμερη και χωρίς διάλειμμα ενασχόληση με το Facebook ή παιχνίδια στον υπολογιστή και να απαιτεί τη λεπτομερή αποστήθιση των κινήσεων ή συζητήσεών τους. Φέρτε στο μυαλό σας ένα σχολείο με ημερίδες βιαιοπραγιών μεταξύ μαθητών ή με διαγωνισμούς χρονομέτρησης της απραξίας τους... Σκεφτείτε ένα σχολείο που θα προωθεί την απλοϊκή γλώσσα των sms και του οποίου τα προγράμματα θα υιοθετούν οτιδήποτε προβληματικό.
Αν όλα αυτά συνοδεύονταν από εξοβελισμό των παραδοσιακών μαθημάτων από τα σχολικά προγράμματα ποιο νομίζετε ότι θα ήταν το αποτέλεσμα; Ολοφάνερο! Οι μαθητές αντιδρώντας θα έστρεφαν την προσοχή τους σε ουσιαστικές ενασχολήσεις, θα επιζητούσαν την επαφή με την τέχνη, θα χρησιμοποιούσαν σωστά τη γλώσσα για να «τη σπάσουν» στους συντηρητικούς, θα περιόριζαν τη χρήση του υπολογιστή και της τηλεόρασης, θα..., θα...
Έχει κανείς αντίρρηση ότι αυτό θα ήταν ένα χρήσιμο σχολείο; Ακόμα κι αν έχει, δε χρειάζεται να ανησυχεί. Γιατί ακόμα κι αν ένα σχολείο μπάχαλο δε φέρει τα «επιθυμητά» αποτελέσματα, θα έχει καταφέρει να προετοιμάσει τους μαθητές του για την ένταξή τους σε μια κοινωνία μπάχαλο. Για μια τέτοια κοινωνία, όπως η ελληνική, δεν προετοιμάζεται κανείς σε ιδανικά οργανωμένα σχολεία. Και φαίνεται ότι η υπουργός Άννα ήταν από τους πρώτους που το κατάλαβαν και γι αυτό κάποιοι τη φθονούν.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Στραβοί όσο ο Πύργος της Πίζας

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του μαθητικού διαγωνισμού “PIZA” (Πίζα) κάθε χρόνο αποτελεί μια από τις πιο συφοριασμένες στιγμές για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι Έλληνες μαθητές τηρώντας πιστά τις εθνικές παραδόσεις διατυμπάνισαν στα πέρατα της οικουμένης το επίπεδο σκραποσύνης στο οποίο τους έχουμε οδηγήσει. Χωρίς ιδιαίτερη… δυσκολία παράμειναν κάτω από το μέσο όρο των επιδόσεων των μαθητών των χωρών του ΟΟΣΑ.
Ο φετινός διαγωνισμός ανάδειξε κάτι παράδοξο. Το παράδοξο βέβαια, δεν είναι οι επιδόσεις των μαθητών σ’ αυτόν. Αυτό είναι το δεδομένο κι εμείς το στηρίζουμε. Δώσε μας δεδομένα εμάς και πάρε μας την ψυχή. Άλλωστε έχουμε περίτρανα αποδείξει ότι από την ανατροπή, την καινοτομία και την πρωτοπορία έχουμε διαζευχθεί από τα γεννοφάσκια μας. Το παράδοξο, λοιπόν, είναι ότι στο διαγωνισμό πρώτευσαν -βαρετό αλλά πάλι- Φιλανδοί και Νοτιοκορεάτες μαθητές. Πριν αρχίσουν κάποιοι να σκέφτονται πόσο ρατσιστής είμαι, ξεκαθαρίζω. Το παράδοξο δεν έχει να κάνει με την καταγωγή των μαθητών. Την παραμικρή εμπάθεια δεν τρέφω για τη μία ή την άλλη χώρα. Ούτε θεωρώ παράδοξο ότι μαθητές της λευκής και της κίτρινης φυλής τα κατάφεραν εξίσου καλά. Και βέβαια, σε καμιά περίπτωση δε μου φαίνεται παράδοξο ότι μαθητές με διαφορετικό σχήμα οφθαλμών κατάφεραν να φορέσουν σ’ εμάς «τους γεννημένους πρώτους» ματογυάλια.
Το παράδοξο είναι ότι μαθητές από δυο τελείως διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα, τελείως διαφορετικές μεθόδους κατάφεραν να πρωτεύσουν. Από τη μια, οι χαλαροί Φιλανδοί. Αποφεύγουν να προκαλέσουν το παραμικρό στρες στους μαθητές, οι βαθμοί διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο και συχνά οι έλεγχοι επιδόσεων των μαθητών δεν αποτελούν υποχρεωτική πρακτική του σχολείου. Από την άλλη, ο Νοτιοκορεατικός αντίποδας με γνωρίσματα τον έντονο ανταγωνισμό των μαθητών και ωράρια (7.30 - 15.00) που κάνουν τα δικά μας σχολεία να μοιάζουν με κατασκήνωση!
Αναφέρομαι στο παράδοξο του διαγωνισμού επειδή κάτι θα μπορούσε να μας διδάξει. Αποδεικνύει περίτρανα ότι δεν υπάρχει ένα και μοναδικό εκπαιδευτικό σύστημα αυθεντία. Διαφορετικές μεταξύ τους μέθοδοι μπορούν να οδηγήσουν σε ίδια αποτελέσματα. Οπότε η αναζήτηση του καλύτερου συστήματος στην οποία έχουν εμπλακεί εδώ και δεκαετίες οι υπεύθυνοι(;) υπουργοί Παιδείας αποδεικνύεται κυνήγι μαγισσών. Η μελέτη άλλοτε του γερμανικού άλλοτε του γαλλικού, πρόσφατα του φινλανδικού και δε συμμαζεύεται συστήματος για να τα ξεπατικώσουμε και να τα εφαρμόσουμε στην Ελλάδα αποδεικνύεται μια μπούρδα και μισή (δηλαδή 11/2 μπούρδα).
Η όλη προσπάθεια στηρίχτηκε απλώς στη μίμηση του θεωρητικού - ιδεολογικού μοντέλου αλλά ποτέ δεν έλαβε υπόψη τις παραμέτρους που απαιτούνται για τη στήριξη οποιουδήποτε εκπαιδευτικού μοντέλου. Η ουσία χάνεται. Και η ουσία πολύ απλά λέει ότι το γαλλικό μοντέλο μπορούν να το στηρίξουν Γάλλοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι απευθύνονται σε Γάλλους μαθητές, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο προετοιμάζονται για την ένταξή τους στη γαλλική πραγματικότητα. Αντίστοιχα το φινλανδικό μοντέλο μπορούν να το στηρίξουν Φιλανδοί εκπαιδευτικοί, οι οποίοι απευθύνονται σε Φιλανδούς μαθητές, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο προετοιμάζονται για την ένταξή τους στη φινλανδική πραγματικότητα. Με την ίδια λογική θα μπορούσα να σχολιάσω το γερμανικό, το ιαπωνικό, το αφγανικό ή το σενεγαλέζικο σύστημα αλλά θεωρώ ότι θα ήταν εξαιρετικά άσκοπο και χρονοβόρο και για μένα που γράφω και για όσους τυχόν διαβάζουν το συγκεκριμένο.
Τη μια μας φταίνε τα τέσσερα μαθήματα των εισαγωγικών εξετάσεων. Την άλλη μας φταίνε τα δεκατέσσερα μαθήματα των εισαγωγικών εξετάσεων. Την άλλη μας φταίνε τα έξι μαθήματα και … εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι τελικά το μόνο που φταίει για το μαύρο χάλι της εγχώριας εκπαίδευσης είναι ό,τι φταίει και για το μαύρο χάλι της εγχώριας πολιτικής, οικονομίας, έρευνας, κοινωνίας και από όπου και να το πιάσει κανείς το πράγμα έχει καταντήσει βαρετό και άσκοπο.
Ας το δούμε κάποια στιγμή όμορφα και απλά. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται κτηριακή υποδομή. Έχουμε την υποδομή που χρειαζόμαστε; Αν δεν την έχουμε, τη φτιάχνουμε αργά και σταθερά. Χρειάζεται επίσης εκπαιδευτικούς. Έχουμε τους εκπαιδευτικούς που χρειαζόμαστε; Ως προς τον αριθμό έχουμε και περίσσευμα, οπότε αν χρειάζονται βελτιωτικές κινήσεις, αυτές πρέπει να στραφούν στην κατάρτιση και την υπευθυνότητα. Χρειάζεται παράλληλα, μαθήματα. Έχουμε τα μαθήματα που χρειαζόμαστε; Μάλλον όχι, οπότε μια επαναστατική αναθεώρηση απαιτείται εδώ, γιατί δεν μπορεί ένας μαθητής Γυμνασίου σήμερα να ασχολείται με τα Θρησκευτικά περισσότερες ώρες από ό,τι με την Πληροφορική ή τον Προσανατολισμό. Επίσης χρειάζεται μεθόδους αξιολόγησης τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των μαθητών. Τέτοιες -μεθόδους- έχουμε;
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να καταπιαστούμε και με αυτά. Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο υπάλληλο με εξασφαλισμένη θεσούλα. Αυτό δοκιμάστηκε και απότυχε τελείως. Η μονιμότητα για το μέσο Έλληνα ισούται με στασιμότητα. Κι ένας εκπαιδευτικός που καλείται να προετοιμάσει τα παιδιά για μια πραγματικότητα που εξελίσσεται σαν τρελή δεν μπορεί να μένει στάσιμος. Ο Έλληνας χρειάζεται αξιολόγηση και κίνητρο για να στρωθεί στη δουλειά. Από την άλλη, ούτε ο μαθητής πρέπει να συνεχίσει να επαφίεται στη χαλαρότητα του συστήματος και στην απλόχερη μοιρασιά υψηλών βαθμών. «Η γνώση είναι για όλους» αλλά ο καθένας θέλει, μπορεί και επιδιώκει γνώση σε διαφορετικούς τομείς και σε διαφορετικά επίπεδα. Το γεγονός ότι γεμίσαμε την Ελλάδα με αγράμματους πτυχιούχους δε μας βοήθησε πουθενά και είναι καιρός να πείσουμε κάποιες μαμάδες ότι οι κανακάρηδές τους δεν είναι ικανοί για πανεπιστημιακές σπουδές ούτε στο εσωτερικό ούτε και στο εξωτερικό.
Όταν πονάει το κεφάλι, δεν το κόβουμε. Παίρνουμε μια ασπιρίνη ή, για πιο σίγουρα αποτελέσματα, ρίχνουμε κανένα ξεμάτιασμα και τέλος. Με την ίδια λογική ας σταματήσει η εναλλαγή συστημάτων -μάλλον μόνο εισαγωγής στα πανεπιστήμια- σαν τα πουκάμισα (αναφέρομαι σε ανθρώπους με έφεση στην καθαριότητα) κι ας στραφούμε στην ουσία. Καθετί άλλο δείχνει ότι στην αντιμετώπιση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας είμαστε τόσο στραβοί όσο κι ο πύργος της Πίζας.

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

«Αλληλεπιδραστικό» σχολείο!

Εντάξει, ποτέ δεν υπήρξα φωστήρας στα μαθηματικά αλλά μια προσθεσούλα πάντα την κατάφερνα και μάλιστα με σχετική άνεση. Και την κατάφερνα χωρίς καν τη χρήση αριθμητηρίου στο δημοτικό ή ψηφιακών μέσων αργότερα. Τώρα πια έχω χάσει το μέτρημα και μάλλον δεν ευθύνεται γι αυτό η μαθηματική ανεπάρκειά μου. Αναφέρομαι στις εκπαιδευτικές επαναστάσεις που έχουν λάβει χώρα στη … χώρα μας τα τελευταία χρόνια και των οποίων το άθροισμα αδυνατώ πια να εντοπίσω. Επανάσταση ο Παπανδρέου, επανάσταση ο Αρσένης, επανάσταση η Γιαννάκου, επανάσταση τώρα (ψηφιακή αυτή) και η Διαμαντοπούλου. Σίγουρα μου διαφεύγουν κι άλλες πολλές. Αυτές είναι οι πιο πρόσφατες. Φταίω εγώ τώρα που αδυνατώ να κάνω τη σούμα και να βγάλω άκρη; Όχι ε; Αν μάλιστα υπήρχε μάθημα για την ιστορία των αλλαγών στην ελληνική εκπαίδευση, θα χρειαζόταν πολύτομο εγχειρίδιο και πού να τη μεταφέρουν την εγκυκλοπαίδεια τα πιτσιρίκια;
Μου κάνει εντύπωση πώς το υπουργείο Παιδείας και με όλες τις πρόσφατες αλλαγές στην ονομασία (μόνο εκεί) των υπουργείων δε μετονομάστηκε σε «υπουργείο Επανάστασης»! Εκείνο που φαίνεται να αγνοούν οι υπεύθυνοι μπουρλοτιέρηδες επαναστάτες -υπουργοί, υφυπουργοί, γραμματείς, φαρισαίοι και άλλοι ειδικοί και ανειδίκευτοι παρατρεχάμενοι- είναι η ιστορία. Και η ιστορία το λέει ξεκάθαρα: Η μόνη επανάσταση που δείχνει να άξιζε τον κόπο (κι αυτό, αν δει κανείς το αποτέλεσμα, ελέγχεται!!!) σ’ αυτόν τον τόπο ήταν εκείνη του θρυλικού ’21. Και από ό,τι γνωρίζω αυτή δεν ήταν καν εκπαιδευτική. Όλες οι άλλες υπήρξαν οι επαναστάσεις της όπισθεν, αφού το μόνο που έχουν να επιδείξουν είναι οπισθοδρόμηση με τις μπάντες (αυτό δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αλλά πάντα ήθελα να το χρησιμοποιήσω). Γιατί αν γνώριζαν, έστω και ελάχιστα, πού κατάληξαν και τι δεινά πρόσθεσαν στον πολύπαθο εκπαιδευτικό οργανισμό της χώρας μας, θα έκαναν τουμπεκί περιμένοντας υπομονετικά να περάσει η σειρά τους και στη θέση τους να έρθουν οι επόμενοι επαναστάτες. Κάτι σαν το «φύγε εσύ, έλα εσύ» ή το «να φύγετε να πάτε αλλού να κάνετε τις επαναστάσεις σας βρωμόπαιδα»!
Αλλά τα πράγματα καθόλου δεν είναι έτσι και ο καθένας που τον διορίζουν υπουργό νομίζει ότι έχει υποχρέωση να επαναστατήσει για να μη χάσουμε τη σειρά. Κάπως έτσι και πάλι βρεθήκαμε στα πρόθυρα μιας ακόμα επανάστασης. Μάλιστα, αυτή φημολογείται ότι θα είναι πολύ μοντέρνα και μέσα στο κλίμα της εποχής και της εξέλιξης. Λένε ότι το σχολείο θα γίνει ψηφιακό. Αυτό εγώ δεν το καταλαβαίνω, γιατί έχω την αίσθηση ότι ήδη το ελληνικό σχολείο, εδώ και χρόνια, είναι το σχολείο της … εικονικής πραγματικότητας. Δηλαδή, καμιά σχέση με την … πραγματική πραγματικότητα!
Το σχολείο θα γίνει διαδραστικό ή αλλιώς αλληλεπιδραστικό. Θα αποκτήσει όλα τα σύγχρονα ψηφιακά καλούδια που μας έχει χαρίσει η επιστήμη και η τεχνολογία. Διαδραστικοί πίνακες θα κατακλύσουν τις αίθουσες, οι μαθητές θα έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν μαθήματα μέσω του Διαδικτύου, θα διαθέτουν ψηφιακά συγγράμματα… Ο παραδοσιακός μαυροπίνακας και η κιμωλία που γαλούχησαν γενιές και γενιές Ελλήνων θα μας αφήσουν χρόνια και καιρούς. Εννοείται βέβαια, ότι επαναστατική αλλαγή στην εκπαίδευση δε νοείται χωρίς αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, οπότε και εκεί επίκεινται αλλαγές που θα βελτιώσουν την κατάσταση, όπως και όλες οι προηγούμενες φαντάζομαι.
Και αφού δώσαμε net book στα παιδάκια και είδαμε φοβερά αποτελέσματα, είπαμε τώρα να ξοδέψουμε ένα σκασμό λεφτά για διαδραστικούς πίνακες και την παραγωγή ψηφιακών μαθημάτων. Καλά, κανείς από τους υπευθύνους δεν άκουσε ότι η ΕΕ ζητάει πίσω τα χρήματα που σπαταλήσαμε για τους μαθητικούς υπολογιστές, επειδή δεν είχαμε προετοιμάσει ούτε τους εκπαιδευτικούς ούτε τις υποδομές; Μάλλον οι Ευρωπαίοι άκουσαν ότι η εφαρμογή που κυριάρχησε στους μαθητικούς υπολογιστές ήταν το πειρατικό «κατέβασμα» της τσόντας που γύρισε η Τζούλια, άντε και κανένα παιχνίδι. Εφαρμογή στο μάθημα δε βρήκαν. Πυροτέχνημα λαϊκισμού οι μαθητικοί υπολογιστές. Ουσία μηδέν. Κάπως έτσι τα βλέπω να εξελίσσονται τα πράγματα και με τα νέα ψηφιακά μέσα. Την έχω την εικόνα εγώ. Ο διαδραστικός πίνακας τοποθετημένος μπροστά στα παράθυρα εν είδη παραπετάσματος, για να μην μπαίνει το φως του ήλιου και ξυπνάει τους μαθητές. Βλέπω τους ψηφιακούς μαρκαδόρους σε ρόλο σαΐτας στα χεράκια τους. Όσο για τα ψηφιακά μαθήματα, ας μη γράψω καλύτερα τι επισκεψιμότητα θα έχουν από τους μαθητές…
Δηλαδή, πώς το σκέφτονται οι υπεύθυνοι; Θα μπουν διαδραστικοί πίνακες και η ποιότητα του σχολείου θα βελτιωθεί άμεσα; Οι εκπαιδευτικοί είναι έτοιμοι να τους χρησιμοποιήσουν, υπάρχουν έτοιμα προγράμματα που θα στηρίξουν το μάθημα ή το μόνο που θα γίνει είναι να χρησιμοποιούνται όπως και ο μαυροπίνακας αλλά αντί για κιμωλία θα χρησιμοποιείται ψηφιακή γραφίδα ή το … δάχτυλο; Βρε παιδιά, κανένας δε βρίσκεται να τους σφυρίξει στο αφτί ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης εξαρτάται -μάλλον αποκλειστικά- από την ποιότητα, την κατάρτιση, τη διάθεση και την ευθύνη του ανθρώπινου δυναμικού κι όχι από το είδος του πίνακα ή της κιμωλίας; Γιατί αν ο εκπαιδευτικός διαθέτει γνώση (βασικό) και μεράκι (βασικό επίσης), θα την κάνει τη δουλειά του είτε σε μαύρο είτε σε πράσινο είτε σε μπορντό είτε σε ψηφιακό πίνακα.
Αν οι υπεύθυνοι ρωτούσαν έναν εκπαιδευτικό (καλό είναι να αποφύγουν τους συνδικαλιστές) γιατί δε γίνεται δουλειά στο σχολείο, αυτός θα απαντούσε «γιατί λείπουν οι αλληλεπιδραστικοί πίνακες»; Μα είμαστε με τα καλά μας; Το πρόβλημα δε βρίσκεται εκεί και το γνωρίζουν ακόμα και οι κουκουβάγιες τόσο οι σοφές όσο και οι ηλίθιες και άρα δεν πρόκειται να λυθεί με τέτοιους τρόπους. Ούτε οι πίνακες ούτε οι κιμωλίες φταίνε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι σημερινοί, παραδοσιακοί πίνακες δεν επιδρούν στους μαθητές. Το πρόβλημα είναι ότι συνολικά το σχολείο και μάλλον αρκετοί από τους εκπαιδευτικούς, εδώ και χρόνια, έχουν περιέλθει σε αφασία κι έχουν πάψει να επιδρούν έστω και στο ελάχιστο στους μαθητές.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Οι πρώτες λέξεις...

Σε λίγες μέρες, τα σχολεία (που είναι η παιδεία) ανοίγουν τις πόρτες τους για να υποδεχτούν τους μαθητές. Τα φροντιστήρια (που είναι η παραπαιδεία) ήδη το έχουν κάνει. Θα μπορούσα με ιδιαίτερη ευκολία να γράψω ένα κείμενο συγκινητικό που θα σας προκαλούσε θλίψη, πλάνταγμα στο κλάμα και βαθείς αναστεναγμούς από το συναίσθημα. Θα αναφερόμουν στη ζωντάνια που θα αποκτήσουν οι άδειοι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού χώροι, στις χαρούμενες παιδικές και εφηβικές φωνές που θα ξαναζωντανέψουν τα, για πολλούς(!) μήνες, νεκρά κτήρια. Θα περιέγραφα με τρόπο γλαφυρό τα συναισθήματα όσων παιδιών για πρώτη φορά θα διαβούν το κατώφλι της γνώσης κι εκείνων που θα ξαναβρούν φίλους, παρέες, καινούρια πρόσωπα, δασκάλους. Λοιπόν, όσο το σκέφτομαι, θα μπορούσα να σας κάνω να ρίξετε τόσο δάκρυ που θα λύναμε μια και καλή το πρόβλημα της έλλειψης νερού που ταλανίζει τον πλανήτη.
Θα μπορούσα αλλά δε θα το κάνω. Εκείνο που σκεφτόμουν προσωπικά είναι το πόσο σημαντική είναι η εναρκτήρια μέρα της σχολικής χρονιάς (κάθε σχολικής χρονιάς) για το μέλλον των παιδιών και άρα της κοινωνίας μας. Σκεφτόμουν πόσα χάνουμε και πόσα θα μπορούσαμε να κερδίσουμε από την ποιότητα και το περιεχόμενο αυτής της πρώτης μέρας. Και μάλιστα χωρίς ο προϋπολογισμός του υπουργείου παιδείας να αυξηθεί στο ελάχιστο.
Έχω στο μυαλό μου την εικόνα χιλιάδων μαθητών να μπαίνουν στις αίθουσες, να τραβολογιούνται προσπαθώντας να προλάβουν την αγαπημένη θέση τους, να μαλλιοτραβιούνται ώστε να βρεθούν στο ίδιο θρανίο με τον καλύτερο φίλο τους, να καθίσουν κοντά στην «έδρα», αν είναι φυτά ή μακριά της, αν πρόκειται για φυσιολογικά παιδιά. Γενικά έχω στο μυαλό μου έναν χαμό ικανό να τρελάνει ακόμα και ένα αναισθητοποιημένο μύδι! Κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας εκπαιδευτικός. Τα παιδιά παίρνουν τις θέσεις τους -εκτοξεύοντας ανήκουστες απειλές σε εκείνον που πρόλαβε να πιάσει τη θέση που ονειρεύονταν- η κατάσταση ηρεμεί και όλοι περιμένουν να καταλαγιάσει η ανυπόφορη σκόνη.
Ο εκπαιδευτικός παίρνει τη θέση του, καλωσορίζει τους μαθητές και τους εύχεται «καλή χρονιά». Η αμέσως επόμενη στιγμή είναι καθοριστική. Από την επιλογή του τρόπου με τον οποίο ο εκπαιδευτικός θα χαριεντιστεί ή θα προσεγγίσει τους παλιούς και καινούριους μαθητές του κρίνονται σε μεγάλο βαθμό τα πάντα. Το μέλλον, η ποιότητα, οι επιλογές των μαθητών ακόμα και η πορεία της χώρας μας για τις επόμενες δεκαετίες.
Αν ο εκπαιδευτικός στρέψει ή επιτρέψει η κουβέντα να στραφεί γύρω από τις εξελίξεις στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, στη μεταγραφή του Στραβοκάνη, στο τηλεοπτικό σύμπαν, στο νέο cd της Κούλας Μπούλας ή σε άλλα απύθμενης βλακείας θέματα, τότε το παιχνίδι θα έχει χαθεί. Οι πιο βαρετοί μαθητές -άτομα χωρίς ουσιαστικά ενδιαφέροντα- θα αποκτήσουν φωνή και θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι στην πλάνη ότι το «τίποτα» σημαίνει «κάτι», θα συνεχίσουν να βρίσκουν ενδιαφέρουσα την ερώτηση: «τι ομάδα είσαι;», να πληροφορούνται για τα «επώνυμα» τηλεοπτικά ή άλλα σαχλοκούδουνα. Κάθε αναζήτηση που θα τους βελτίωνε θα πάει περίπατο και μάλιστα μακρινό. Την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι μαθητές που δε βρίσκουν ενδιαφέρον στην απλοϊκότητα της μπούρδας θα νιώσουν παρείσακτοι και μάλλον περίεργοι. Ο εκπαιδευτικός με την επιλογή ή την ανοχή του -αυτό είναι χειρότερο- θα έχει ωθήσει κάποια παιδιά σε πρακτικές που τα οδηγούν σε αδυναμία να κατανοήσουν ακόμα και ένα απλό κείμενο. Κάποτε θα το κάνει γιατί ο ίδιος αισθάνεται πιο άνετα ανάμεσα σε μαθητές χωρίς ουσιαστικές αναζητήσεις, προβληματισμούς και όνειρα. Παράλληλα, θα έχει περιορίσει μαθητές με ενδιαφέροντα και καλλιέργεια.
Ας αφήσουμε τέτοιες αίθουσες που για μια ακόμα χρονιά, μάλλον, θα αποτελέσουν την πλειονότητα κι ας μεταφερθούμε σε κάποιες άλλες που ελπίζω και εύχομαι να αυξηθούν. Σ’ αυτές μπαίνει ένας εκπαιδευτικός που έχει καταλάβει το ρόλο του και έχει αναλάβει την ευθύνη της βελτίωσης των παιδιών και της κοινωνίας μας. Ο εκπαιδευτικός χαμογελαστός περιμένει τα παιδιά να πάρουν τις θέσεις τους, τα καλωσορίζει και τους εύχεται τα καλύτερα. Αμέσως μετά αδιαφορεί για ερωτήσεις που στρέφονται σε απλοϊκά βαρετά θέματα, γεγονός που κάνει αρκετούς μαθητές να τα χάνουν και να σκέφτονται: «είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος που δε βρίσκει ενδιαφέρον και χαρά σε συζητήσεις για το ποδόσφαιρο και την τηλεόραση»; Ο εκπαιδευτικός έχοντας ήδη ανατρέψει το απλοϊκό Σύμπαν των περισσοτέρων, κοιτάζει τα παιδιά και με καλοσυνάτη περιέργεια τα ρωτάει: «Ποια βιβλία διαβάσατε το καλοκαίρι»;
Το φαντάζεστε; Κάποια -μάλλον λίγα- παιδιά που διάβασαν το καλοκαίρι θα νιώσουν άνετα, θα βρουν χώρο και στήριξη στον εκπαιδευτικό, θα αισθανθούν ότι δεν είναι «οι περίεργοι» και θα αρχίσουν να μιλούν για την εμπειρία τους. Θα βιώσουν την προσοχή, τη συμπάθεια, την αναγνώριση και τη συμπαράσταση του εκπαιδευτικού. Θα συνεχίσουν να διαβάζουν και να ασχολούνται με τα ενδιαφέροντά τους ακόμα πιο δυναμικά. Δε θα κρύβουν τις επιλογές τους με το φόβο της υποτίμησης από τους άλλους. Οι υπόλοιποι θα παρακολουθούν την κουβέντα λουφάζοντας στη γωνιά τους, θα καταλάβουν ότι ένα ολόκληρο καλοκαίρι δεν έκαναν το παραμικρό για την προσωπικότητά τους, δεν αφιέρωσαν τον ελάχιστο χρόνο σε κάτι που σίγουρα θα τους ωφελούσε και θα τους βοηθούσε στις μελλοντικές επιλογές τους. Κάποιοι από αυτούς θα προσπαθήσουν να υποτιμήσουν εκείνους που διάβασαν έστω και ένα βιβλίο. Αν ο εκπαιδευτικός επιμείνει στην επιλογή του, θα έχει βοηθήσει κάποια παιδιά να συνεχίσουν την προσπάθεια και θα έχει δείξει σε κάποια άλλα ότι το «τίποτα» δεν έχει πάντα πρωταγωνιστική θέση. Ίσως μάλιστα σπρώξει κάποια ακόμα παιδιά σε λίγο διαφορετικές αναζητήσεις.
Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να έχουν σημαντικό ρόλο στις επιλογές των παιδιών από την πρώτη κιόλας μέρα που θα ανοίξουν τα σχολεία. Αν θα διαιωνίσουν τη μετριότητα ή αν θα προκαλέσουν μια μικρή επανάσταση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από αυτό: τις πρώτες λέξεις τους προς τα παιδιά!

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

"Στο δρόμο της απώλειας"!!!

Τέτοια ανησυχία είχα να την περάσω από τότε που έβλεπα την ταινία «Ο μανιακός δολοφόνος με το πριόνι VI»! Τόσους μήνες στην εξουσία η νέα κυβέρνηση και να μην αποτολμήσει μια μικρούλα επανάσταση, μια επανίδρυση έστω του εκπαιδευτικού συστήματος; Τι απραξία κι αυτή! Έφτασα σε σημείο να μην κοιμάμαι καλά τα βράδια, να σκέφτομαι ότι αυτοί θα το δουν σοβαρά το θέμα και γι αυτό το καθυστερούν. Αργούν, επειδή ακόμη και η πιο ανεπαίσθητη παρέμβαση σε έναν τόσο σημαντικό χώρο, όπως της εκπαίδευσης, προϋποθέτει μελέτη, επεξεργασία, οργάνωση στη λεπτομέρεια, αξιολόγηση των πιθανών αποτελεσμάτων και τελικά διαμόρφωση των κατάλληλων προϋποθέσεων, ώστε τα μέτρα να μην είναι «αέρα πατέρα». Γιατί, όπως όλοι γνωρίζουμε, τα καλά τα μέτρα μπορεί να είναι «αέρα μητέρα», «αέρα κουμπάρα», «αέρα μπατζανάκη» αλλά ποτέ μα ποτέ «αέρα πατέρα»!
Επιτέλους, έφτασε η ώρα της γαλήνης. Τα πρώτα μέτρα -ενδεικτικά των προθέσεων αλλά και των δυνατοτήτων- της νέας κυβέρνησης έκαναν την εμφάνισή τους προκαλώντας ρίγη συγκινήσεως, «ένθεη μανία και έξαλλο ενθουσιασμό» στα πλήθη. Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, δημιουργία του ψηφιακού σχολείου, νέος τρόπος πρόσληψης των εκπαιδευτικών και κυρίως κατάργηση της βάσης του δέκα και αύξηση των απουσιών. Αυτά τα δυο τελευταία από μόνα τους πιστοποιούν την ευφυή πρωτοτυπία και την απαράμιλλη επαναστατική πρακτική που διέπει τη νέα ηγεσία της παιδείας μας.
Καιρός ήταν πλέον να εμφανιστούν μερικοί έξυπνοι και προοδευτικοί άνθρωποι στο χώρο του υπουργείου Παιδείας για να βάλουν τα πράγματα σε τάξη. Κάθισαν και σκέφτηκαν οι άνθρωποι: «Γίνεται να βελτιώσουμε το ελληνικό σχολείο; Σιγά και μη γίνεται! Κι αφού δεν γίνεται, τι να κάνουμε; Να του βάλουμε φουρνέλο;». Εδώ η απάντηση είναι ένα βαρύγδουπο ΟΧΙ, γιατί αυτό θα προκαλούσε την αντίδραση της Αριστεράς. Οπότε τι μπορούσαν να κάνουν; Μα ακριβώς αυτό που έκαναν.
Σκέφτηκαν, λοιπόν, το αυτονόητο. Αφού το σχολείο κινείται, λειτουργεί και προσφέρει σε επίπεδα κάτω της βάσης και άρα διαμορφώνει προσωπικότητες που κινούνται κάτω της βάσης, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να θέσουν και κριτήρια επιλογής που θα κινούνται κάτω της βάσης. Να μην παραμυθιαζόμαστε κιόλας! Κι έτσι, σε μια περίοδο που ως χώρα ψάχνουμε το ευρώ με το μεγεθυντικό φακό ώστε να μη φαλιρίσουμε, το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να μας χρεώσει κάτι παραπάνω κρατώντας στη ζωή ΤΕΙ και ΑΕΙ που θα έπρεπε να «τα έχουν τινάξει» προ πολλού. Ίσως βέβαια, η κυβέρνηση πιστεύει ότι δίνοντας την ευκαιρία σε μαθητές αναλφάβητους (κυριολεκτώ) να εισαχθούν με βαθμούς τρία (3) και τέσσερα (4) σε τμήματα που δε θα τα επέλεγαν ούτε οι νεκροί προηγούμενων εποχών, εξασφαλίζουν μέλλον λαμπρό στη χώρα μας. Γιατί άμα «βγάλουμε» μερικές εκατοντάδες ακόμα ιχθυολόγους, ιχθυοκόμους, επισκέπτες, επισκέπτριες και ειδικούς στη λαϊκή παραδοσιακή μουσική ή στη φυτική και ζωική παραγωγή, θα γίνουμε πρότυπο ανάπτυξης διεθνώς. Αν δεν το καταλάβατε, για την τωρινή κρίση που περνάμε φταίει η έλλειψη ιχθυοκόμων από την αγορά και όχι η τεμπελιά, η ανοργανωσιά, η ματαιοδοξία, ο λαϊκισμός και η υποκουλτούρα του έθνους μας!
Δηλαδή, ούτε ένας σοβαρός άνθρωπος βρέθηκε, έστω να περνάει έξω από το υπουργείο Παιδείας και να σφυρίξει κλέφτηκα στους από μέσα: «Ρε μάγκες, άμα τα έχετε τα λεφτά, γιατί δεν τα δίνετε εκεί που πραγματικά χρειάζεται; Γιατί δεν τα δίνετε για τη βελτίωση των υποδομών σε σχολές σύγχρονες και αναγκαίες; Γιατί δεν τα δίνετε εκεί που εισάγονται παιδιά που μόχθησαν, αφιέρωσαν χρόνο, χρήμα και κυρίως μυαλό; Για ποιο λόγο πρέπει να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε, να επιβραβεύουμε και κυρίως να ακριβοπληρώνουμε τη μετριότητα και την τεμπελιά»; Αλλά έτσι είμαστε εμείς και άρα τέτοια εξουσία μας ταιριάζει. Μια εξουσία άσκοπης σπατάλης που θα συνεχίσει να υποθηκεύει το μέλλον όλων, δικαίων και αδίκων.
Εκείνο, όμως, που βεβαιώνει ότι το ελληνικό σχολείο βρίσκει πλέον το δρόμο τον σωστό είναι η αύξηση των μαθητικών απουσιών. Η δικαιολογία ήταν ότι φέτος αρκετοί μαθητές, λόγω γρίπης, αναγκάστηκαν να λείψουν για μέρες από τα μαθήματά τους. Ωραίο; Βέβαια, θα μπορούσε το υπουργείο απλώς να «σβήσει» τις απουσίες εκείνων που πράγματι ήταν άρρωστοι αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν ημίμετρο και τέτοια στη χώρα μας δεν περνούν. Εδώ, άμα είναι να την κάνουμε τη δουλειά, την κάνουμε όμορφα και παστρικά. Μισές δουλειές δεν θέλουμε. Οπότε το υπουργείο επέδειξε λογική και σύνεση και έκανε αυτό που έκανε. Σου λένε οι υπεύθυνοι -υπουργός, υφυπουργοί, σύμβουλοι και βάλε- όλοι πλέον, ακόμα και οι πέτρες (γιατί στον τόπο μας και οι πέτρες έχουν μυαλό και λόγο) ξέρουν ότι το σχολείο όχι μόνο δεν προάγει τίποτε καλό αλλά έχει γίνει πηγή κινδύνων απερίγραπτων. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, λοιπόν, για να περιορίσουμε το κακό είναι να μειώσουμε το χρόνο επαφής των μαθητών μ’ αυτό. Τέλειο!
Μάλιστα, αν αυτό που χαρακτηρίστηκε προσωρινό μέτρο, ακολουθήσει την πεπατημένη -στη χώρα μας ουδέν μονιμότερον του προσωρινού- τότε σίγουρα το σχολείο βρήκε το δρόμο του και επίσημα πια. Ίσως η φετινή χρονιά λειτουργήσει και ως πρότυπο για τις επόμενες. Σκεφτείτε ότι φέτος τα σχολεία δε λειτούργησαν λόγω εκλογών, λόγω καταλήψεων, λόγω απεργιών, λόγω γρίπης, λόγω εκδρομών, λόγω κακοκαιρίας, λόγω απουσίας εκπαιδευτικών, λόγω αρχαιρεσιών της ΟΛΜΕ, της ΔΟΕ, του ΟΣΕ, του ΟΤΕ, της ΕΥΔΑΠ, του συλλόγου σαλαμεμπόρων Κάτω Μαγουλίτσας. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και τις απουσίες που δικαιωματικά μπορούσε να κάνει κάθε μαθητής, τότε ακόμα και ο πιο ηλίθιος μπούφος καταλαβαίνει ότι το σχολείο έκανε φέτος το μικρότερο δυνατό κακό στους μαθητές του. Οι μέρες που τα σχολεία λειτούργησαν κανονικά υπήρξαν ελάχιστες. Η προσφορά μερικών ακόμα απουσιών ολοκληρώνει το θετικό βήμα. Από την επόμενη σχολική χρονιά μπορούμε να αυξάνουμε σταδιακά τις απουσίες μέχρι το σχολείο να καταλήξει … προαιρετικό -για εκπαιδευτικούς και μαθητές- και άρα ακίνδυνο.
Δεν ξέρω τι λέτε και τι σκέφτεστε εσείς, προσωπικά πιστεύω ότι το ελληνικό σχολείο βρήκε το δρόμο του. Το δρόμο της απώλειας!