Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Περιμένοντας τους βαθμούς ΙΙ (γιατί η παρακολούθηση αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου είναι αδύνατη)


Για να παρακολουθεί κανείς ποδοσφαιρικούς αγώνες στην ελληνική τηλεόραση πρέπει να είναι είτε ανόητος είτε τυφλός. Ίσως υφίσταται και κάποιος τρίτος λόγος, τον οποίο, όμως, προσωπικά αγνοώ. Αδυνατώ να εκφέρω, ακόμη κι επιφανειακή, άποψη για την ποιότητα των αγώνων και του θεάματος που προσφέρουν. Όμως, η περιγραφή των παιχνιδιών καθιστά την παρακολούθησή τους, ακόμη και για ελάχιστα λεπτά, εφιαλτική. Οι απεσταλμένοι της ελληνικής τηλεόρασης απλώς δεν το έχουν. Η περιγραφή τους απευθύνεται αποκλειστικά σε ανόητους ή σε τυφλούς.
Και δε χρειάζεται να αναφερθώ στη σύνταξη και τη γραμματική των σχολιαστών που καθιστούν κουραστική την παρακολούθηση. Αλλά μπορώ να αναφερθώ σε αυτό που οι ίδιοι οι σχολιαστές θεωρούν περιγραφή αγώνα. «Η μπάλα παίζεται στο κέντρο του γηπέδου», «ο τάδε δίνει πάσα -καλύτερα, πασάρει- στον δείνα», «ο ω εκτελεί το φάουλ, το πέναλτι ή το κόρνερ», «ο τερματοφύλακας ετοιμάζεται για την επαναφορά», «ο χ σφαδάζει στο χορτάρι από το σκληρό χτύπημα που δέχτηκε», «ο ψ διαμαρτύρεται στον διαιτητή», «εδώ βλέπουμε τους οπαδούς της τάδε ομάδας να καμαρώνουν σαν γύφτικα σκεπάρνια» και πάει λέγοντας. Μα αφού, καλοί μου άνθρωποι, παρακολουθώ τηλεόραση και άρα αξιοποιώ την αίσθηση της όρασης, χρειάζομαι εσάς να μου περιγράφετε τα όσα βλέπω; Μάλλον δε σας χρειάζομαι και άρα τσάμπα πληρώνεστε.
Ο συγκεκριμένος τρόπος περιγραφής των αγώνων θα ταίριαζε σε ραδιοφωνική παρακολούθηση. Σε αυτήν την περίπτωση ο δέκτης δεν έχει οπτική επαφή με τον χώρο, οπότε ο σχολιαστής πρέπει να περιγράφει κάθε λεπτομέρεια, ώστε να τον βοηθάει να αποκτά εικόνα της δράσης. Όταν, όμως η δράση εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια των δεκτών μέσω της τηλεοπτικής εικόνας, τότε αυτού του είδους ο σχολιασμός καταντά μαρτύριο χειρότερο κι από τα μαρτύρια που είχε σκαρφιστεί η Ιερά Εξέταση. Οπότε η οικειοθελής παρακολούθηση αγώνων προϋποθέτει είτε κάποιον βαθμό ανοησίας (χρειάζεσαι κάποιον να σου περιγράφει το τι βλέπεις) είτε τυφλότητα (γιατί, όμως, ένας τυφλός να παρακολουθεί ποδοσφαιρικό αγώνα από την τηλεόραση κι όχι από το ραδιόφωνο;).
Παλιότερα η κατάσταση δεν ήταν έτσι. Παλιότερα υπήρχε ο Γιάννης Διακογιάννης που έδειξε τον δύσκολο δρόμο, τον οποίο οι νεότεροι σχολιαστές απέφυγαν, επειδή ήταν... δύσκολος. Ο Διακογιάννης είχε καταλάβει τη διαφορά της τηλεοπτικής από τη ραδιοφωνική περιγραφή. Δεν ένιωθε την ανάγκη να περιγράφει αυτό που ο κάθε τηλεθεατής έβλεπε. Και το έκανε, επειδή ο άνθρωπος διέθετε μια άλλη κουλτούρα και ενημέρωση. Τελείωνε αγώνας που περιέγραφε και γνώριζες τα πάντα για τους πρωταγωνιστές. Πού γεννήθηκαν, πώς και από πού ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους, τα ποσά που είχαν δαπανηθεί για τις μεταγραφές τους, λεπτομέρειες της πορείας τους, το ουρικό οξύ και τα τριγλυκερίδια που είχαν δείξει οι τελευταίες εξετάσεις τους... Ο τύπος ήταν μια κινητή αθλητική -και όχι μόνο- εγκυκλοπαίδεια και πρόσφερε τη γνώση του απλόχερα δίνοντας ένα άλλο ενδιαφέρον στην παρακολούθηση και του πιο βαρετού αγώνα.
Σήμερα τέτοιοι σχολιαστές απλώς λείπουν από την ελληνική τηλεόραση και η κατάσταση βαδίζει προς το χειρότερο, όπως άλλωστε και πολλά άλλα πράγματα στο ελληνικό σύμπαν. Θα αναρωτηθεί κάποιος πού στο καλό ένας αδαής περί τα ποδοσφαιρικά, σαν εμένα, γνωρίζει κάτι τέτοιο. Δεν είναι δύσκολο. Έρχομαι διαρκώς σε επαφή με μαθητές που αύριο θα είναι (και) σχολιαστές αγώνων.
Και το να επιθυμεί ένας μαθητής, που δεν ξέρει να γράφει και να μιλάει σωστά, να γίνει σχολιαστής αγώνων είναι μικρό κακό. Μπορείς να μην παρακολουθείς αγώνες. Σε μεγάλο βαθμό, δεν εξαρτάται ούτε η ζωή ούτε η ποιότητα της κουλτούρας σου από αυτή την έλλειψη.
Tο κακό, όμως, είναι μεγάλο, όταν άτομα χωρίς κουλτούρα επιθυμούν να γίνουν εκπαιδευτικοί, γιατροί αλλά και δημοσιογράφοι άλλων ειδικοτήτων. Εδώ το φαινόμενο γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνο, αφού από τους συγκεκριμένους εξαρτάται η υγεία, οι μελλοντικές οικονομικές ή πολιτικές επιλογές αλλά και η προσωπικότητα των πολιτών. Άρα από αυτούς εξαρτάται η ζωή τους. Είναι άραγε τυχαία η κατάσταση της οικονομίας και της πολιτικής που βιώνει η χώρα μας; Μήπως είναι τυχαίο ότι τα ποσοστά ανεργίας, ακόμη και για αποφοίτους αξιοζήλευτων σχολών κινούνται σε ύψη που θα ζήλευαν και τα Ιμαλάια; Με βεβαιότητα δεν είναι.
Ετοιμάζομαι να ζήσω την ετήσια προμνησία μου (déjà vu στα ελληνικά), αφού σε ελάχιστες μέρες πρόκειται να ανακοινωθούν οι βαθμοί των πανελλαδικών. Για μια ακόμη χρονιά θα έχουμε ακριβώς τις ίδιες αντιδράσεις, τις ίδιες επιφανειακές και ανόητες αιτιάσεις από μαθητές και -περισσότερο- από γονείς. Και κυρίως θα ακούσουμε και πάλι τη μεγαλειώδη και βλακώδη απορία: Γιατί ένας γιατρός, ένας δικηγόρος, ένας μηχανικός χρειάζεται ευρύτερη κουλτούρα και σωστή γνώση της Γλώσσας;
Μια απλή απάντηση σε όλους αυτούς τους παντελώς και αδικαιολόγητα ανόητους θα ήταν ότι τη χρειάζεται, επειδή έτσι θα σκέφτεται καλύτερα, θα αντιλαμβάνεται περισσότερα, θα οδηγείται σε πιο ουσιαστικά συμπεράσματα, θα μεταδίδει όχι απλώς γνώση αλλά κουλτούρα στις επόμενες γενιές, θα έχει περισσότερες επιλογές, θα κερδίζει τον σεβασμό των παιδιών του, θα αποφεύγει τον λαϊκισμό, θα μένει μακριά από κάθε φανατισμό και κυρίως -μέρες που είναι- θα κάνει την παρακολούθηση ενός βαρετού αγώνα απίθανα συναρπαστική.

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Περιμένοντας τους βαθμούς (τα φυτά και οι άλλοι)


Λοιπόν, για μια ακόμη χρονιά τα ψέματα τελείωσαν. Δηλαδή, δεν τελείωσαν όλα τα ψέματα κι αυτό έγινε ολοφάνερο πριν λίγες μέρες στο Ζάππειο (...μια μέρα περιπατούουουσα, συνάντησα μια νέα ξανθομαλλούουουσα), όπου η συγκυβέρνηση μας φλόμωσε για μια ακόμη φορά στους μύθους για την κρίση που τελείωσε, για την Ελλάδα που έγινε ξανά μια κανονική χώρα και άλλα ωραία, τα οποία μόνοι τους έλεγαν, μόνοι τους άκουγαν και μόνοι τους χειροκροτούσαν. Τα ψέματα που τελείωσαν έχουν σχέση με τις πανελλαδικές και τις επιδόσεις των υποψηφίων σε αυτές.
Για όσους εμπλέκονται στο άθλημα -και είναι πολλοί- η εβδομάδα που ξεκινά είναι καθοριστική. Η αντίστροφη μέτρηση για την ανακοίνωση των βαθμολογιών των πανελλαδικών μόλις άρχισε κι αν μη τι άλλο προβλέπεται έντονη. Κάθε φορά έτσι είναι. Αγωνία και άγχος θα συνοδευτούν από χαρά ή από λύπη, ανάλογα με τις επιδόσεις των υποψηφίων. Επιδόσεις που δεν έχουν να κάνουν με την τύχη και άρα τη θέση των άστρων αλλά με την ποιότητα της προετοιμασίας, το βάθος χρόνου που ο καθένας έδωσε σε αυτήν, την ψυχραιμία και κυρίως τη θέληση για επιτυχία.
                Μα, θα σκεφτεί κάποιος, υπάρχει παιδί που δεν επιθυμεί την επιτυχία του; Βεβαίως και υπάρχει και δεν είναι μόνο ένα ούτε δύο αλλά πολλά. Φαίνεται παλαβό αλλά δεν είναι. Ως παλιά καραβάνα το βλέπω να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Υπάρχουν αρκετοί μαθητές που βρέθηκαν να συμμετέχουν στις εξετάσεις επειδή το έκαναν και οι άλλοι. Και οι άλλοι είναι οι πολλοί και από αυτό που κάνουν οι πολλοί δε γλυτώνεις εύκολα. Ακολουθείς τη μάζα και όπου σε βγάλει. Και στην προκειμένη περίπτωση σε βγάζει στις πανελλαδικές.
                Υπάρχουν μαθητές που επιθυμούσαν την επιτυχία τους, στόχευαν σε αυτήν και το έδειχναν από νωρίς. Το έδειχναν μαθαίνοντας να βρίσκουν το εμβαδόν ή τη διάμετρο του κύκλου, χωρίς να περιμένουν ότι κάτι τέτοιο θα τους ζητηθεί στις εξετάσεις. Το έδειχναν μαθαίνοντας τη διαφορά μεταξύ του «οφείλεται» και του «ευθύνεται» χωρίς τη συγκεκριμένη γνώση να τη συνδέουν με τις εισαγωγικές. Το έδειχναν κάθε φορά που διάβαζαν παραμύθια, βιβλία, κόμικς, άρθρα χωρίς να έχουν το άγχος των πανελλαδικών. Όταν, δε, έφτασε η στιγμή των εξετάσεων, οι συγκεκριμένοι μαθητές διάβαζαν, απομνημόνευαν και κατανοούσαν εύκολα την ύλη.
Οι περισσότεροι από αυτούς έφτασαν σε αυτές (τις εξετάσεις) χωρίς ιδιαίτερο άγχος, χωρίς ιδιαίτερη πίεση, χωρίς ιδιαίτερη κόπωση. Είχαν καταφέρει κάτι σημαντικό. Είχαν κατακτήσει σε κάθε φάση της μαθητικής ζωής τους αυτό που έπρεπε και το έκαναν την κατάλληλη στιγμή. Λέγεται πρόγραμμα ή αλλιώς δομή και είναι πολύ ωραίο και χρήσιμο πράγμα για τις μελλοντικές επιλογές του καθενός -μαθητή, γονιού, εκπαιδευτικού, εργαζόμενου και δε συμμαζεύεται. Με απλά λόγια, είναι χρήσιμο παντού και πάντα.
Από την άλλη, υπάρχουν μαθητές -αποτελούν την πλειονότητα- που απλώς επιθυμούσαν την επιτυχία τους αλλά σε καμιά φάση δε στόχευαν προς αυτήν. Διατυμπάνιζαν ότι ήθελαν να περάσουν κάπου αλλά η προσπάθειά τους δεν έπειθε γι αυτό. Γιατί το ξύσιμο μπορεί να πείθει για πολλά αλλά όχι για θέληση επίτευξης ενός στόχου που περνάει μέσα από τις πανελλαδικές. Οι συγκεκριμένοι άρχισαν να ματώνουν (ένεκα του ξυσίματος που λέγαμε) από νωρίς. Εννοείται ότι σε αυτή την αποτρόπαιη κατάσταση συνέβαλαν τα μέγιστα γονείς,  δάσκαλοι (παρακαλώ να δοθεί προσοχή στην αποφυγή απόλυτων αναφορών προς αποφυγή παρεξηγήσεων) και όλο το περιβάλλον που τους... περιέβαλλε. Και αφού τελείωσαν το δημοτικό, λίγο μετά το γυμνάσιο και τελικά τις πρώτες τάξεις του λυκείου ματώνοντας -όχι όμως για τους σωστούς λόγους- έφτασαν στην τάξη του πανικού. Την τρίτη λυκείου, η οποία για τους μαθητές αυτής της κατηγορίας είναι ό,τι και η κόλαση για τους αμαρτωλούς. Η έναρξη όλων των προηγούμενων τάξεων τους έβρισκε να θέτουν μεγαλόπνοους στόχους, να καταστρώνουν μεγαλεπήβολα σχέδια, να δίνουν υποσχέσεις για υπερπροσπάθεια στον εαυτό τους και τους άλλους. Εννοείται ότι όλα αυτά ξεχνιούνταν, μόλις έρχονταν αντιμέτωποι με την προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλουν. Τα όνειρα έμεναν όνειρα, η προσπάθεια παραπεμπόταν στις καλένδες. Η τρίτη λυκείου, όμως, δεν είναι έτσι. Δεν αφήνει περιθώρια. Τέλος.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσω και εκείνα τα κακόμοιρα που διάβαζαν του θανάτου αλλά διάβαζαν αποκλειστικά «για το σχολείο». Διάβαζαν, αποστήθιζαν, σήκωναν το χέρι διαρκώς, μπορούσαν να απαντήσουν σε καθετί που δεν ξέφευγε από το απλοϊκό, έπαιρναν μεγάλους βαθμούς αλλά δεν έκαναν το παραμικρό για την καλλιέργειά τους. Αυτά τα κατακαημένα είναι και τα μεγαλύτερα θύματα. Πίστεψαν ότι είναι άριστοι μαθητές αλλά ήρθαν οι πανελλαδικές και σε δώδεκα ώρες (η διάρκεια εξέτασης σε τέσσερα μαθήματα) ισοπέδωσαν την εικόνα που είχαν για τον εαυτό τους, τα όνειρά τους για μια καλή σχολή (συνήθως αυτή είναι η Ιατρική ή κάτι παρεμφερές) και κυρίως την ελπίδα της μάνας (σε μικρότερο βαθμό και του πατέρα) για εισαγωγή σε μια σχολή που θα έκανε όλη τη γειτονιά να σκάσει από τη ζήλια της.
Οπότε τα συγκεκριμένα μαθητούδια έπρεπε σε μια χρονιά να μάθουν να διαβάζουν, να μάθουν τι εστί οργάνωση, να μάθουν να απομνημονεύουν, να μάθουν να επεξεργάζονται, να κατανοούν, να βρίσκουν εμβαδό και διάμετρο κύκλου, να ξεχωρίζουν το «οφείλεται» από το «ευθύνεται», το «ως» από το «τουλάχιστον», την «παιδεία» από την «εκπαίδευση», να ανταποκρίνονται σε θέματα που ξεφεύγουν από το τυπικό... Με απλά λόγια και πάλι, έπρεπε να μάθουν σε μια χρονιά όσα έπρεπε να είχαν μάθει τα προηγούμενα χρόνια (κι αυτά δεν ήταν λίγα). Έπρεπε να τρέξουν έναν μαραθώνιο χωρίς όμως προηγουμένως να έχουν μάθει να περπατούν.
Τα αποτελέσματα θα είναι, για μια ακόμη χρονιά, αναμενόμενα. Έκπληξη θα προκαλέσουν μόνο σε γονείς που δε θα μπορούν να πιστέψουν ότι το παιδί τους δεν είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι. Και σε μαθητές που θα κληθούν να αποδεχτούν μια πραγματικότητα για την οποία κανείς δεν τους προετοίμασε. Η αριστεία μπορεί να είναι ρετσινιά αλλά άριστοι θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Κι αφού θα υπάρχουν αυτοί, θα συνεχίσουν να υπάρχουν οι μέτριοι και οι κακοί. Λέγεται μέτρο σύγκρισης.