Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Κοινωνία Αταξίας

Η τύχη του αντικαπνιστικού νόμου απλώς ενίσχυσε την αντίληψη ότι στη χώρα μας ο καθένας κάνει ό,τι του… καπνίσει. Η ανυπακοή στον αντικαπνιστικό νόμο δεν είναι εξαίρεση. Είναι ο κανόνας. Στην Ελλάδα ο σεβασμός των νόμων είναι η εξαίρεση. Η καταπάτησή τους είναι ο κανόνας. Η αίσθηση «αταξίας» είναι έντονη και διαρκής. Πεζόδρομοι που καταλαμβάνονται από τραπέζια, καθίσματα και μηχανοκίνητα, φοροδιαφυγή κάθε μορφής, διαφθορά δημόσιων λειτουργών, σπατάλη δημόσιου χρήματος, φακελάκια σε νοσοκομεία, πολεοδομίες και εφορίες, αυθαίρετα σε πόλεις, βουνά και παραλίες. Ακόμα και στις πιο απλές, καθημερινές σχέσεις, συναλλαγές και διαδικασίες, αντιλαμβάνεται κανείς την ανυπαρξία δομής, ορίου, σεβασμού.
Η πηγή της παγιωμένης «αταξίας» είναι εύκολο να εντοπιστεί αρκεί να βάλουμε τις σκέψεις μας σε «τάξη». Για να φτάσουμε στη ρίζα του κακού δεν έχουμε παρά να ξετυλίξουμε ένα κουβάρι απλών ερωτημάτων.
Τα πάντα ξεκινούν από αυτό: Τι καθορίζει το επίπεδο «τάξης» μιας δημοκρατικής κοινωνίας; Μα φυσικά ο νόμος. Αυτός καθορίζει τα όρια. Διασαφηνίζει το αποδεκτό και το απαράδεκτο σε ατομικό και θεσμικό επίπεδο. Προϋπόθεση, όμως, για να λειτουργεί ο νόμος είναι η αποδοχή του από την πλειονότητα. Μια μειονότητα -αυτό θα ήταν το λογικό- που τον παραβιάζει υπόκειται τις συνέπειες, οι οποίες και πάλι καθορίζονται από το νόμο. Εδώ έχουμε το πρώτο πρόβλημα. Στη χώρα μας μόνο μια μειονότητα σέβεται το νόμο.
Και ποιος ευθύνεται για τους νόμους και την επιβολή τους; Μα φυσικά η εξουσία. Αυτή, εκλεγμένη από το λαό, έχει οριστεί να θεσπίζει νόμους που υπηρετούν τα συμφέροντα του συνόλου, συμβάλλουν στην πρόοδο, διασφαλίζουν ισότητα και δικαιοσύνη. Η εξουσία, βέβαια, έχει και την ευθύνη της εφαρμογής και της τήρησής τους από όλους -πολιτικούς και πολίτες, πλούσιους και φτωχούς, άντρες και γυναίκες, μορφωμένους και αγράμματους.
Το θέμα τώρα είναι αν διαθέτουμε εξουσία ικανή να επωμιστεί τις ευθύνες της. Αυτό το γνωρίζουν ακόμα και οι πέτρες (μάλλον γι αυτό σημαντικός πολιτικός παράγων του τόπου δήλωσε πρόσφατα: «Θα μας πάρουν με τις πέτρες»). Η εξουσία μας -εδώ εμφανίζονται ελάχιστες εξαιρέσεις- κυριαρχείται από τη διαφθορά, το λαϊκισμό, την αυθαιρεσία, το νεποτισμό. Κυριαρχείται από το φόβο της αντιπαράθεσης με μεγάλα ή και μικρότερα συμφέροντα. Τρομάζει ακόμα και στην ιδέα αυτή, γιατί συνδέει την αντιπαράθεση με το πολιτικό κόστος. Και πολιτικό κόστος σημαίνει ότι κάποιοι πολιτικοί θα χάσουν τις θεσούλες τους. Και αυτό είναι το τελευταίο που επιθυμεί κάποιος πολιτικός. Η εξουσία ανέχεται την καθημερινή παραβίαση του νόμου αφήνοντας την «αταξία» να … εξουσιάζει.
Όμως, η εξουσία είναι κάτι που τυχαίνει σε ένα λαό; Όχι βέβαια! Είναι κάτι που εκλέγεται, ελέγχεται και εξαρτάται από αυτόν. Αυτό… πονάει, γιατί οι περισσότεροι αισθάνονται καλύτερα ρίχνοντας όλα τα βάρη στην εξουσία. Αφού, λοιπόν, ο λαός εκλέγει την εξουσία του, είναι δυνατόν να εκλέγει μια εξουσία που δεν του αρέσει και δεν του ταιριάζει; Απίθανο. Ο λαός εκλέγει την εξουσία που επιθυμεί και του ταιριάζει. Επιλέγει ελεύθερα ή ανέχεται μέσω της αποχής του και αυτό σημαίνει ότι για την ποιότητα της εξουσίας μας είμαστε ολοκληρωτικά υπεύθυνοι. Κι αν η εξουσία μας έχει τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν, τότε και ο λαός έχει τα ίδια γνωρίσματα. Δεν μπορεί από ένα λαό που είναι «νερό για λειτουργιά» να προκύπτει εξουσία διεφθαρμένη. Κι αν αυτό συνέβαινε κάποια στιγμή, ο λαός με τη δύναμή του θα την έστελνε από εκεί που ήρθε σε μικρό χρονικό διάστημα.
Ναι αλλά από τι εξαρτώνται το επίπεδο και οι επιδιώξεις του λαού; Το παζλ ολοκληρώνεται. Ο λαός, λοιπόν, διαπαιδαγωγείται από όσα αντιλαμβάνεται καθημερινά μέσα στην οικογένεια, το σχολείο, την πολιτεία. Και τι βλέπει εκεί; Τη μετριότητα να κυριαρχεί, τη διαφθορά να κάνει κουμάντο, το λαϊκισμό να ρυθμίζει τις σχέσεις, την αυθαιρεσία να καλύπτει τα πάντα, τον ατομικισμό να καθοδηγεί, την ευκολία να αποτελεί μόνιμη επιλογή. Εντάξει αλλά ποιος επιτρέπει τη διαιώνιση της δυσλειτουργίας και της αταξίας όλων αυτών; Ελάτε τώρα! Η απάντηση είναι γνωστή. Μα φυσικά ο νόμος. Στο παζλ μπήκε και το τελευταίο κομμάτι. Φτάσαμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, δηλαδή από το ότι εδώ νόμος είναι η αταξία. Κι όσο η εξουσία -δηλαδή εμείς που την επιλέγουμε ή την ανεχόμαστε- συνεχίζει να τροφοδοτεί την αταξία, η πραγματικότητά μας θα συνεχίσει να είναι θλιβερά και χαοτικά ακατάστατη.
Κύκλος είναι κι όσο αυτός δε σπάει, η τήρηση του νόμου, δηλαδή, ο σεβασμός των ορίων θα αποτελεί εξαίρεση συμπεριφοράς μιας ελάχιστης μειονότητας αδύναμης να διαφυλάξει την τάξη. Το πρόβλημα είναι ότι η κατάσταση αυτή λειτουργεί εθιστικά και επιβάλλεται σε κάθε επίπεδο. Οι περισσότεροι λειτουργούν με την ιδέα: ο νόμος είμαι εγώ. Καθημερινά απαιτούν εκβιαστικά ό,τι είναι ανίκανοι να κατακτήσουν και επιβάλλουν με άξεστο τρόπο ό,τι περιορίζει τους άλλους επιτείνοντας το χάος της αταξίας. Το παράλογο είναι ότι όλοι αυτοί είναι οι πρώτοι που διαμαρτύρονται, όταν κάποιοι άλλοι, εξίσου ή περισσότερο άξεστοι και χυδαίοι, βρίσκονται στο δρόμο τους και επιβάλλουν τη δική τους αταξία. Γιατί, όταν μια κοινωνία δε στηρίζεται στην τάξη, είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα βρίσκεται κάποιος πιο άξεστος και πιο χυδαίος και επιβάλλει τη δική του πιο χαοτική αταξία!

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Η Επανάσταση του Τραχανά

Σε προεκλογικές περιόδους δυο πράγματα με ξετρελαίνουν. Το ένα είναι το ουτοπικό που πλανάται στον αέρα. Η Ελλάδα αναπτύσσεται, τα προβλήματα λύνονται με τρόπο μαγικό, η ζωή μας βελτιώνεται, ο πολίτης μπαίνει στο επίκεντρο. Όλα αυτά βέβαια, μέχρι την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Τότε όλα τα ουτοπικά και ωραία εξαφανίζονται τόσο μαγικά όσο κι ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ. Το άλλο που με ξετρελαίνει είναι τα συνθήματα των υποψηφίων. Λουσμένα με ευφυΐα, πασπαλισμένα με επαναστατικότητα, περιχυμένα με δυναμισμό είναι να τα λιμπίζεται κανείς.
Η τωρινή προεκλογική περίοδος δεν κατάφερε να διαφοροποιηθεί στο παραμικρό. Τα συνθήματα πήραν και έδωσαν αλλά διέθεταν την επαναστατικότητα μιας χελώνας και την πρωτοτυπία μιας μπανάνας. Η αίσθηση ότι το πνεύμα του Τσε πλανάται γύρω μας ήταν μόνιμη. Ο ένας υποψήφιος να υπόσχεται «ρήξεις», ο άλλος να ετοιμάζει «ανατροπές», κάποιος άλλος να προσβλέπει σε «σύγκρουση» και ένας άλλος να προωθεί «ριζικές αλλαγές και ανακατατάξεις». Και όλοι μαζί να δίνουν λύσεις σε μικρά και κυρίως μεγάλα προβλήματα. Η χαρά του πολίτη!
Τόσο ανατρεπτικό κλίμα η Οικουμένη δεν έζησε ούτε με τη Γαλλική Επανάσταση. Τέτοιους και τόσους επαναστάτες ούτε το ’21 δεν αναδείξαμε. Κι όλοι αυτοί που τώρα είναι έτοιμοι να «επαναστατήσουν» για χάρη μας τι επαναστατικό έχουν να επιδείξουν στη ζωή και την καθημερινότητά τους; Πού τα σκέφτονται οι άτιμοι όλα αυτά τα ωραία δεν καταλαβαίνω. Και επίσης δεν καταλαβαίνω σε ποιον απευθύνονται όλες αυτές οι ψευτοεπαναστατικές αηδίες. Τι εννοώ; Ένα σύνθημα πρέπει να έχει στόχο και εδώ στόχος είναι ο πολίτης, ο οποίος και μέσω του συνθήματος πρέπει να πειστεί να σταυρώσει (όχι κυριολεκτικά) το συγκεκριμένο υποψήφιο. Μέχρι εδώ απλό και κατανοητό. Από εδώ και πέρα όμως υπάρχει ένα πρόβλημα. Γιατί ποιον πολίτη ευελπιστούν να πείσουν και να καθοδηγήσουν τέτοιες ασυνάρτητες μπαρούφες;
Θα πει κάποιος ότι ο πολίτης - στόχος τέτοιων συνθημάτων είναι ο ανόητος που έχει τόση σχέση με τη σκέψη όση και ο τραχανάς. Ναι αλλά ποιος επικοινωνιολόγος πιστεύει ότι ο τραχανάς απαιτεί ρήξεις, συγκρούσεις και ανατροπές; Το μόνο που θέλει και ονειρεύεται ο τραχανάς είναι η στασιμότητα. Να τον απλώνεις στον ήλιο, να περιμένεις με τις ώρες να στεγνώσει και μετά να τον μαζεύεις για να μην τον ποτίσει η υγρασία της νύχτας. Αυτό θέλει και ο τραχανάς και ο τραχανοποιημένος πολίτης. Ούτε αλλαγές ούτε ανατροπές, ούτε συγκρούσεις ονειρεύεται κανείς τους. Την ησυχία τους και τη διαιώνιση της ακινησίας επιθυμούν οι τραχανοπολίτες. Κάθε αλλαγή, ακόμα και η ανεπαίσθητη, είναι ικανή να τους κοψοχολιάσει με κίνδυνο να το πάθουν το καρδιακό. Με απλά λόγια σε τέτοια άτομα αυτά τα συνθήματα δεν παίζουν.
Μήπως, όμως, είναι πιθανό αυτά τα συνθήματα να στοχεύουν λογικούς, καλλιεργημένους και κυρίως πολιτικοποιημένους ανθρώπους; Δύσκολο! Τέτοια άτομα είναι απίθανο να παρασύρονται από συνθήματα, γιατί πολύ απλά δεν τα ακούνε καν. Εδώ παίζει η λογική. Μπορεί, λοιπόν, να υπάρχει υποψήφιος που ενώ κατέρχεται στις εκλογές υπό τη σημαία και με τις ευλογίες οποιουδήποτε κόμματος, να πιστεύει ότι θα πείσει κάποιον λογικό ότι είναι επαναστάτης; Και τι σόι επανάσταση κάνει αυτός; Την επανάσταση του κατεστημένου κάνει; Μα αν το κατεστημένο επαναστατούσε, θα το λέγαμε «κατεστημένο» ή μήπως θα το λέγαμε «επαναστατημένο» όμορφα κι ωραία; Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο!
Δηλαδή, πόσο λογικό ακούγεται ένας υποψήφιος σε συνδυασμό που ελέγχεται από το ΠΑΣΟΚ να υπόσχεται ρήξεις και συγκρούσεις; Με ποιον θα έρθει αυτός σε ρήξη; Θα έρθει σε ρήξη και σύγκρουση με το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ από το οποίο και υποστηρίζεται; Κι αν είναι να έρθει σε ρήξη με το ΠΑΣΟΚ, γιατί δεν κατέβαινε με συνδυασμό της ΝΔ, του ΚΚΕ, της ΕΥΔΑΠ και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο; Ή μήπως είναι λογικό ένας υποψήφιος με τη ΝΔ να υπόσχεται λύσεις στα προβλήματά μας; Δηλαδή, αυτός και το κόμμα του δεν ήξεραν τις λύσεις μέχρι πριν λίγους μήνες που βρίσκονταν στην κυβέρνηση και τώρα τις έμαθαν και θα τις εφαρμόσουν; Σε φροντιστήριο πήγαν και τις έμαθαν ή τη δουλειά την έκανε το Πνεύμα το Άγιο;
Θα μου πείτε τώρα αυτός ο παραλογισμός με πείραξε; Όχι. Δεν είναι μόνο αυτός αλλά όταν εκείνοι που διεκδικούν την ψήφο μας το κάνουν με τόσο χαζούς τρόπους, ενοχλούμαι. Ας βγουν να μας το πουν απλά και καθαρά. Κυρίες και κύριοι πολίτες ξεχάστε τις λύσεις και τις συγκρούσεις και τις ρήξεις και τις ανατροπές. Θέλω την ψήφο σας γιατί έχω μεγάλη αυτοϊδέα ή γιατί λατρεύω να ασκώ εξουσία ή επειδή όταν ήμουν μικρός τις αποκριές με έντυναν Μέγα Ναπολέοντα ή γιατί δεν έχω άλλη δουλειά να κάνω ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Τα υπόλοιπα φαίνονται και είναι πιο ανόητα και κυρίως έχουν πάψει εδώ και καιρό να συγκινούν και να πείθουν οποιονδήποτε. Σε έναν τόπο που η αλλαγή θεωρείται κατάρα και η σύγκρουση αμαρτία τα πράγματα είναι απλώς επικίνδυνα.
Οι ρήξεις, οι συγκρούσεις, οι ανατροπές και τελικά οι πολυπόθητες λύσεις προϋποθέτουν ηγέτες και αλήθειες. Οι ηγέτες, όμως, έχουν εξαφανιστεί και οι αλήθειες είναι σκληρές. Οι ηγέτες τολμούν να πουν αλήθειες. Οι μέτριοι πολιτικάντηδες και οι επαγγελματίες πολιτικοί τις αποφεύγουν, γιατί ελάχιστοι επιθυμούν να τις ακούσουν. Οι περισσότεροι προτιμούν τα συνθήματα. Λέγονται εύκολα, είναι απλοϊκά, ξεχνιούνται γρήγορα και κυρίως κρύβουν την αλήθεια. Έχουμε όμως την πολυτέλεια να κρύβουμε ακόμα τις αλήθειες;