Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

Πολιτική ανία

Λοιπόν, μετά από παρατήρηση έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πιο εύκολη δουλειά στην Ελλάδα είναι αυτή του πολιτικού αναλυτή. Το πολιτικό σκηνικό (πάντα ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτό το κλισέ) της χώρας και οι πρωταγωνιστές του φροντίζουν γι αυτό. Αν η επανάληψη, όπως φημολογείται, είναι η μητέρα της μαθήσεως, στο πλαίσιο της πολιτικής ζωής αυτή (η επανάληψη δηλαδή) καταλήγει να είναι η μητέρα κι ο πατέρας κι ο μπατζανάκης (που είναι η πιο γελοία συγγένεια που ξέρω) και το σόι ολόκληρο της αφόρητης ανίας. Οι εξαγγελίες, οι αποφάσεις, οι τοποθετήσεις προσώπων, οι διαφωνίες, οι συγκρούσεις στο χώρο της πολιτικής ζωής είναι πιο δεδομένες κι από την αυριανή ανατολή του Ήλιου (που είναι αρκετά δεδομένη). Μια τέτοια κατάσταση ελάχιστα προσφέρεται για ανάλυση, προσπάθεια αποκωδικοποίησης, εντοπισμό κινήτρων ή οποιαδήποτε βαθυστόχαστη εξαγωγή συμπερασμάτων.
Κάθε Έλληνας πολίτης που ξεπερνάει σε ευφυΐα ένα ραπανάκι με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εύκολα καταλαβαίνει τις κινήσεις μιας κυβέρνησης κατά το αρχικό, το ενδιάμεσο αλλά και το τελικό στάδιο της διακυβέρνησής της και λίγο πριν την προκήρυξη εκλογών. Έτσι, η πολιτική ανάλυση στη χώρα μας καταλήγει σαν τη σκωληκοειδίτιδα. Είτε την έχεις είτε όχι είναι το ίδιο. Ορισμένοι, βέβαια, υποστηρίζουν ότι είναι χρήσιμη, γιατί εκεί (στη σκωληκοειδίτιδα κι όχι στην πολιτική ανάλυση), λένε, καταλήγουν τα σπόρια από το καρπούζι, από το πεπόνι και άλλα τέτοια φυτά, όταν τα καταπίνουμε. Αυτό, όμως, εγώ πιστεύω ότι είναι μια βλακεία, γιατί πού πάνε τα σπόρια, όταν αφαιρεί κάποιος τη σκωληκοειδίτιδά του; Στο νεφρό, στη συκωταριά ή στις αμυγδαλές του; Τέλος πάντων, εδώ δεν πρέπει να μας απασχολούν τέτοια ιατρικά θέματα, οπότε επανέρχομαι.
Στη χώρα μας, κάθε κυβέρνηση που σέβεται τον εαυτό της αλλά μάλλον όχι και τους πολίτες ακολουθεί συγκεκριμένο πρόγραμμα. Αμέσως μόλις εκλεγεί παίρνει πίσω τις υποσχέσεις της για παροχές, αυξήσεις, βελτιώσεις, επανιδρύσεις κι ό,τι άλλο θα έκανε για την αναβάθμιση και διευκόλυνση των πολιτών. Η δικαιολογία δεν είναι καθόλου δύσκολη και πρωτότυπη. Άρα είναι εύκολη και ανιαρή. Για όλα φταίνε οι προηγούμενοι που άφησαν άδεια ταμεία, που απέκρυψαν σκόπιμα την αλήθεια για την οικονομική κατάσταση της χώρας, που στήριξαν και διόγκωσαν τη διαφθορά διορίζοντας τους δικούς τους. Οι παροχές μετατρέπονται αυτομάτως σε νέα φορολογικά μέτρα αναγκαία για να μη βαρέσει κανόνι το μαγαζί.
Μια νεοεκλεγείσα κυβέρνηση, όμως, και για να αποδείξει ότι ήταν έτοιμη να αναλάβει την εξουσία πρέπει να παρουσιάσει έργο προωθώντας κάτι καινούριο. Σ’ αυτό προσφέρεται ένα και μοναδικό πράγμα. Το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Ούτε έξοδα ούτε ρίσκα. Οι αλλαγές αυτές παρουσιάζονται ως επαναστατικά ριζοσπαστικές και ικανές να βελτιώσουν συνολικά την κατάσταση της εκπαίδευσης στη χώρα. Αν βέβαια, έστω στο ελάχιστο, ίσχυε κάτι τέτοιο, με τόσες αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής η χώρα μας θα είχε εκπαίδευση που θα τη ζήλευαν τα προγράμματα του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης και του Χάρβαρντ μαζί.
Μετά τις πρώτες αυτές κινήσεις ακολουθεί μια μεγάλη περίοδος ηρεμίας. Οι μεν πολίτες ηρεμούν γνωρίζοντας ότι η κυβέρνηση δε χρειάζεται να τους πείσει για τίποτε και άρα δεν περιμένουν αλλαγές που θα μπορούσαν να τους δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα. Η δε κυβέρνηση ηρεμεί γνωρίζοντας ότι οι πολίτες δεν περιμένουν τίποτε από αυτή και άρα δε χρειάζεται να προχωρήσει σε αποφάσεις που θα μπορούσαν να της προκαλέσουν περισσότερα προβλήματα. Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο γίνονται αλλαγές εσωτερικού χαρακτήρα. Προωθούνται κομματικά στελέχη σε καλοπληρωμένες θέσεις του δημόσιου τομέα, μετατίθενται σε καλύτερες (πιο καλοπληρωμένες) θέσεις όσοι πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στο κόμμα, ξαναγίνονται διαγωνισμοί δημόσιων έργων, ξαναμοιράζονται κονδύλια και κυβερνητικά αξιώματα. Εννοείται ότι όλες αυτές οι κινήσεις γίνονται, σε κάθε περίπτωση, για την καλύτερη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα και τον περιορισμό της σπατάλης, της διαπλοκής, της διαφθοράς και της αυθαιρεσίας.
Και σ’ αυτή την περίπτωση η πολιτική ανάλυση περιττεύει. Θα χρειαζόταν, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Θα μπορούσε να εξηγήσει τι σημαίνει η τοποθέτηση του τάδε προσώπου στη δείνα θέση, τι αλλαγές θα επέφερε, τι πολιτική θα ακολουθούσε, τι μεταβολές θα έπρεπε να περιμένουμε. Όμως, τίποτε από αυτά δε συμβαίνει στη χώρα μας. Εδώ οι αλλαγές προσώπων δε σημαίνουν και αλλαγή πολιτικών επιλογών. Εδώ τοποθετούνται νέα πρόσωπα, γιατί απλώς ήρθε η ώρα να πληρωθούν τις υπηρεσίες τους.
Την περίοδο ηρεμίας ακολουθεί αναταραχή που σηματοδοτεί την αρχή του τέλους. Η ανοχή των πολιτών πάει περίπατο. Η υπομονή εκείνων που περίμεναν κάποιο κυβερνητικό πόστο ή μια καλοπληρωμένη θέση στο δημόσιο αλλά δεν τα πήραν εξαντλείται. Αρχίζουν οι αντιπαραθέσεις μέσα στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Όλα δείχνουν ότι οι μέρες της κυβέρνησης είναι μετρημένες. Κάτι πρέπει να γίνει, ώστε να μαζευτούν χρήματα που θα διατεθούν για το καλόπιασμα των πολιτών και να φανεί ότι γίνεται έργο. Το τι πρέπει να γίνει είναι δεδομένο. Νέα φορολογικά μέτρα, τα οποία, όμως, «θα κληθούν να πληρώσουν αυτοί που μέχρι τώρα δεν πλήρωναν, ώστε να ελαφρυνθούν οι ασθενέστερες τάξεις». Και φυσικά, εξαγγελία νέων αλλαγών στο σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Οι πολίτες έχουν δύσκολη δουλειά. Πρέπει να σκεφτούν τι θα ψηφίσουν. Οι πολιτικοί αναλυτές έχουν εύκολη δουλειά. Το μόνο που πρέπει να κάνουν είναι να … προβλέψουν ότι πλησιάζουν εκλογές.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

Ξέχνα το μύθο σου για την Ελλάδα!

Το ρεπορτάζ -τόσο ανόητο όσο και αρκετά άλλα των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων- τέλειωνε με το δακρύβρεχτο και άκρως εθνικιστικό: «ο βάρβαρος που θέλει να λέγεται Έλληνας οδηγήθηκε στις φυλακές». Αναφερόταν, απ’ όσα κατάλαβα, σε Έλληνα «μπράβο» κέντρου διασκέδασης σε κοσμικό αιγαιοπελαγίτικο νησί που με αφάνταστη αγριότητα έσπασε στο ξύλο χωρίς λόγο αλλοδαπό τουρίστα. Κι επειδή η βαρβαρότητα ουδέποτε υπήρξε χαρακτηριστικό της αγέρωχης και υπερήφανης φυλής μας, το συγκεκριμένο περιστατικό ήρθε για να μας ξαναρίξει από τα ωραία και απαλά σύννεφα στα οποία έχουμε αράξει ανυποψίαστοι.
Σε κάθε λαό αρέσει πολύ να εντοπίζει και να προβάλλει θετικά χαρακτηριστικά του και να πλέκει γύρω από αυτά μια ταυτότητα με την οποία χαίρεται να ζει. Αν τέτοια χαρακτηριστικά δεν υπάρχουν καλείται να τα κατασκευάσει. Η κοπελίτσα που έκανε το ρεπορτάζ μάλλον ένιωσε την ανάγκη να συμβάλει με τον τρόπο της στην τόνωση ή στη διάσωση του μύθου περί ανωτερότητας της ελληνικής φυλής. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί άλλωστε. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο ιδιαίτερα μακροχρόνια -μετράει καμιά διακοσαριά χρόνια- κατά την οποία δεν υπάρχουν και πολλά για να αισθάνεται ένας Έλληνας υπερήφανος για την καταγωγή του, ο καθένας πρέπει να ανασκουμπωθεί για να περισώσει ό,τι μπορεί να περισωθεί από έναν μύθο που χάνεται στα βάθη των αιώνων συνδέοντάς μας, ανάμεσα σε άλλα, και με τα ανθρωπιστικά ιδεώδη.
Το κοινό - μυδοπίλαφο που παρακολουθεί ακόμη τηλεόραση αρέσκεται με το κουνουπιδίσιο μυαλό του σε παρόμοιες αναφορές, τονωτικές για την καταγωγή του. Το ίδιο αυτό κοινό, βέβαια, λίγο πριν ή λίγο μετά το ρεπορτάζ του ξυλοδαρμού, θα ήρθε σε επαφή με ειδήσεις που μπορούν να μας κάνουν τόσο υπερήφανους όσο και τους Γερμανούς για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το κουνουπιδίσιο μυαλό των τηλεθεατών, όμως, δεν έχει την ικανότητα της επεξεργασίας, του συνδυασμού και τελικά της συνειδητοποίησης των μηνυμάτων που δέχεται. Παρακολουθεί παθητικά. Τα εγκεφαλικά κύτταρά του είναι νεκρά από καιρό.
Φαντάζομαι ότι ελάχιστοι από αυτούς συνδέουν τη βαρβαρότητα με τα γνωρίσματα και τη συμπεριφορά αρκετών συμπατριωτών μας που κατακλύζουν τα δελτία ειδήσεων. Ελάχιστοι εκλαμβάνουν τους θερινούς εμπρησμούς ως πράξη βαρβαρότητας, ίσως επειδή αυτοί (οι εμπρησμοί) συνδέονται με τα αυθαίρετα. Κι όπως ξέρουμε αρκετοί Έλληνες διαθέτουν κάποιο τέτοιο ή έχουν όνειρο να αποκτήσουν.
Ελάχιστοι εκλαμβάνουν τη διαφθορά, τις «μπόμπες» που σερβίρονται στα μπαρ, την αισχροκέρδεια, την έλλειψη σεβασμού στους ξένους που μας επισκέπτονται, τα κρούσματα ρατσισμού, το χουλιγκανισμό, ως πράξεις βαρβαρότητας. Κι αν δεν είναι αυτά βαρβαρότητα, τότε τι είναι; Ή μήπως εμείς (οι Έλληνες) όλα αυτά τα κάνουμε με ιδιαίτερη χάρη και σεβασμό προς το συνάνθρωπο ενώ οι άλλοι (οι ξένοι) τα κάνουν με μεγαλύτερη αγριότητα και ασέβεια, οπότε και υπάρχει ορατή διάκριση; Μη χειρότερα!
«Εμείς», βέβαια, «προσφέραμε πολιτισμό». Ναι εντάξει, αλλά αυτό έγινε παλιά Και μας αρέσει αυτό να το επαναλαμβάνουμε, ίσως για να πιστέψουμε και οι ίδιοι ότι αυτός ο τόπος κάποτε γεννούσε και μοίραζε και σε άλλους πολιτισμό. Και τι σημαίνει αυτό; Εμείς μόνο δώσαμε πολιτισμό ενώ οι άλλοι όχι; Παλιότερα οι Σουμέριοι, οι Αιγύπτιοι, οι Ρωμαίοι και λίγο πιο πρόσφατα οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και άλλοι τι πρόσφεραν; Υλικά για μουσακά πρόσφεραν αυτοί; Και άντε ότι εμείς προσφέραμε τον καλύτερο πολιτισμό ή τα περισσότερα από τους άλλους. Αυτό μας δίνει δικαιώματα που δε δικαιούνται να έχουν άλλοι λαοί; Δηλαδή, ισχύει κάτι σαν «δικός μας είναι ο πολιτισμός κι ό,τι θέλουμε τον κάνουμε»;
Αμ δεν πάει έτσι! Γιατί κάπως έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Και για την κατάντια και του πολιτισμού μας και της Δημοκρατίας μας, που ήταν δικά μας πράγματα, ευθύνεται ο τρόπος που τους συμπεριφερθήκαμε. Γιατί ούτε ο πολιτισμός ούτε η Δημοκρατία αντέχουν τη μακροχρόνια κακομεταχείριση και κάποτε τα μαζεύουν και την κάνουν όχι με ελαφρά πηδηματάκια αλλά με πήδημα αλά Μάριον Τζόουνς που ήταν και ντοπαρισμένη. Την κάνουν κι αφήνουν πίσω τους συντρίμμια και μύθους.
Είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτή είναι η ελληνική πραγματικότητα. Η μετριότητα, η αγριότητα, ο ατομικισμός, η στασιμότητα, η αυθαιρεσία είναι καθημερινότητά μας. Το μεγαλείο, η αρχοντιά, ο σεβασμός αποτελούν για την ελληνική κοινωνία εξαιρέσεις τόσο σπάνιες όσο και οι μπανανιές στην κορυφή του Έβερεστ. Σήμερα πολιτισμό δημιουργούν και προσφέρουν οι άλλοι. Πολιτισμό και ανθρωπισμό δίδαξαν οι γονείς του άτυχου τουρίστα απαντώντας στην αγριότητα με την προσφορά των οργάνων του παιδιού τους!
Η καημένη η κοπελίτσα του ρεπορτάζ αντανακλά το μέσο Έλληνα. Αυτό που την ενόχλησε δεν ήταν ο (θανατηφόρος όπως τελικά αποδείχτηκε) ξυλοδαρμός του άτυχου τουρίστα που ήρθε μάλλον για να ζήσει το μύθο του στην Ελλάδα. Ίσα ίσα που παρόμοιες παλικαριές κάποτε μας κάνουν υπερήφανους. Εκείνο που ενόχλησε την κοπελίτσα είναι ότι το περιστατικό θα κάνει το γύρω του κόσμου κι αυτό θα χαλάσει την εικόνα που θέλουμε οι άλλοι να έχουν για μας. Μια εικόνα που εμείς ήδη την έχουμε χάσει από καιρό. Εκείνο που μας ενοχλεί είναι ότι ο ελληνικός μύθος είναι ακριβώς αυτό. Μύθος μόνο!