Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

Από το «προδέρμ» στην πραγματική ζωή


      Έχω την αίσθηση ότι εδώ και χρόνια το σύστημα και περιβάλλον διαπαιδαγώγησης προετοιμάζουν τους εφήβους για… τίποτε. Τουλάχιστον για τίποτε ουσιαστικό.
Η πλειονότητα των εφήβων -δηλαδή της πιο απαίσιας και αφόρητα εκνευριστικής ηλικιακής φάσης- πιστεύει (πρόκειται για απόλυτη ψευδαίσθηση, βέβαια) ότι οι Πανελλαδικές αποτελούν το πιο δύσκολο και απαιτητικό κομμάτι της ζωής. Έχει την πεποίθηση ότι μέχρι εδώ ήταν οι δυσκολίες κι ότι στο εξής… «έξω ντέρτι και καημός». Είναι βέβαιη ότι ακόμη και οι Δεινόσαυροι δεν κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τόσο εξαιρετικής δυσκολίας καταστάσεις.
        Όλοι έβαλαν το χεράκι τους, λίγο ως πολύ, για να συμβεί αυτό το φρικαλέο πράγμα. Υπερπροστατευτικοί γονείς που είχαν (μάλλον και έχουν) την αίσθηση ότι μεγαλώνουν μικρούς Αϊνστάιν (οι οποίοι βέβαια σταδιακά θα μεταβληθούν σε μεγάλους Αϊνστάιν). Λαϊκιστές πολιτικοί που φρόντισαν για τον χαλαρό αλλά άσκοπο περίπατο των εφήβων από τάξη σε τάξη. Βολεμένοι εκπαιδευτικοί που μοίρασαν μεγάλους βαθμούς, ώστε να εξασφαλίσουν την ησυχία τους. Τραγικοί και ανεύθυνοι φροντιστές που έκρυψαν την αλήθεια, ώστε να αποφύγουν τη σύγκρουση με τα πελατάκια. Και κάπως έτσι, μια ακόμη φουρνιά μαθητών έφτασε στο τέλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αγνοώντας βασικά δεδομένα για τον εαυτό τους και την αδυσώπητη πραγματικότητα που ακολουθεί.
Κάπως έτσι, ακόμη κι εκείνος που ακούει για διάβασμα και βγάζει φλύκταινες συνοδευόμενες από υψηλό και ιδιαιτέρως καυτερό πυρετό, ο κακομοίρης που δεν κατάφερε ή δεν είχε τη διάθεση να αποκτήσει την ικανότητα -μετά από τόσα χρόνια- να κατανοεί ένα απλό κείμενο, το ζωντόβολο με ανημπόρια συγκέντρωσης σε μια εκφώνηση δυο γραμμών και αποκωδικοποίησής της, ο καμένος στο καθημερινό και πολύωρο διαδικτυακό σκουπιδαριό των παιχνιδιών και των influencers, ο τεμπέλης που αντιδρούσε σε οποιαδήποτε παρακίνηση για μελέτη και αναζήτηση πληροφοριών, o -με απλά και ξεκάθαρα λόγια- πιο αδαής μαθητής δηλώνει ανερυθρίαστα και με ιδιαίτερη άνεση ότι «εγώωω με την έρευνα θέλω να ασχοληθώ».
Κι άντε τώρα να βρεθεί κάποιος να του βάλει στο κουφιοκεφαλάκι του ότι μέχρι στιγμής έζησε στον κατασκευασμένο από το σύστημα παράδεισο. Ότι οι γονείς, οι παππούδες και οι λοιποί συγγενείς τον αποδέχονταν, τον «έφτιαχναν» και τον καλόπιαναν, επειδή ακριβώς ήταν οι γονείς, οι παππούδες και οι λοιποί συγγενείς του, οι δικοί του άνθρωποι. Ότι οι εκπαιδευτικοί δεν του εκμυστηρεύτηκαν το πόσο ανέτοιμος είναι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και πολύ περισσότερο για έρευνα, επειδή δεν επιθυμούσαν τη σύγκρουση, τα μούτρα και τις γκρίνιες ή απλώς επειδή ήταν πελάτης τους και δεν ήθελαν να τον κακοκαρδίσουν και να χάσουν τα ωραία λεφτουδάκια του.
Ναι αλλά αυτό το παιδί καλείται πια να αντιμετωπίσει μια νέα, τελείως διαφορετική κατάσταση, για την οποία αγνοεί τα πάντα. Καλείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, η οποία δύσκολα προσφέρει επαίνους, αγάπη, στοργή και «προδέρμ» και όταν το κάνει, το κάνει αποκλειστικά σε εκείνους που τα αξίζουν. Καλείται να ενταχθεί σε μια καθημερινότητα που δεν δικαιολογεί και δεν αποδέχεται τα «ξέχασα», τα «είχα πολλή δουλειά», τα «άργησα να ξυπνήσω» (πιθανώς γιατί ξημεροβραδιάστηκα στο Internet), τα «δεν ένιωθα πολύ καλά», τα «είναι δύσκολα» και κάθε άλλη ανόητη και ανιαρή δικαιολογία. Μια πραγματικότητα που προχωράει χωρίς να τους περιμένει όλους, που δεν παρέχει ιδιαίτερα μαθήματα και έξτρα βοήθεια σε εκείνους που καθυστερούν ή δεν «τα παίρνουν» εύκολα.
Λέγεται «πραγματικότητα», επειδή ακριβώς αυτό είναι. Είναι αυτό που ισχύει και δεν προσαρμόζεται στις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τις παραξενιές του καθένα. Πρόκειται για μια κατάσταση που δεν κάνει χάρες, δεν καλοπιάνει κανέναν, δεν συγχωρεί εύκολα και, όταν το κάνει, δεν το κάνει χωρίς ανταλλάγματα. Αντίθετα, πετάει έξω -και το κάνει χωρίς τύψεις- και χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις εκείνον που δεν μπορεί ή δεν έχει τη διάθεση να προσαρμοστεί. Λέγεται ζωή κι αυτή απαιτεί πολλά, για να αποφασίσει αν θα δώσει.
 Ο γονιός που μέχρι τώρα έτρεχε για όσα έπρεπε να τρέχει το παιδί, πίεζε, άνοιγε την αγκαλιά του για να κανακέψει, αναζητούσε πληροφορίες για το μηχανογραφικό του παιδιού και κάποτε το συμπλήρωνε ο ίδιος, σταδιακά θα αρχίσει να αποστασιοποιείται ανήμπορος να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Ο ρόλος των γονιών στο εξής μπορεί να είναι μόνο επικουρικός. Σίγουρα όχι πρωταγωνιστικός, όπως συνέβαινε μέχρι στιγμής. Ο καθένας καλείται να γίνει πρωταγωνιστής της ζωής του, να πάρει αποφάσεις και να αναλάβει ευθύνες κι αυτό για κάποιους προβλέπεται ιδιαίτερα σκληρό, συχνά καταθλιπτικό και αφορμή για εγκαταλείψεις.
Και για τους φετινούς υποψηφίους έφτασε η ώρα της αλήθειας χωρίς φτιασιδώματα. Έφτασε η στιγμή να μάθουν να χρησιμοποιούν το «προδέρμ» μόνοι τους. Κι αυτό έχει τις δυσκολίες του.




Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Εξετάσεις, Kinder Έκπληξη


Ώρες ώρες τι με πιάνει με τους περίεργους τίτλους δεν ξέρω. Αλλά με πιάνει. Έτσι με έκανε ο Θεός, μάλλον.  Κάποιες φορές αποφασίζω να γράψω έναν τίτλο. Και δεν μπορώ να ξεκολλήσω από αυτόν. Και μετά αναγκάζομαι να εξηγώ τα δυσεξήγητα.
Έτσι και τώρα. Και πρέπει να καθίσω (αυτό ήδη το κάνω βέβαια) να αναλύσω τα συστατικά του τίτλου. Θα ξεκινήσω από το δεύτερο. Είναι πιο ανατρεπτικό. Το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να ξεκινήσω από το πρώτο αλλά το βρίσκω εξαιρετικά mainstream, οπότε και θα καταφύγω στο πιο alternative.
«Kinder Έκπληξη», λοιπόν, είναι η μοναδική συνταγή που συνδυάζει την καλή σοκολάτα Kinder με τη χαρά της ανακάλυψης και εκπλήξεις που δεν τελειώνουν ποτέ. Ο συνδυασμός αυτών των τριών στοιχείων δημιουργεί έναν κόσμο διασκέδασης και ψυχαγωγίας που βοηθά τα παιδιά να αναπτύξουν τη φαντασία τους ενώ παράλληλα καθησυχάζει τις διατροφικές ανησυχίες των μαμάδων (πηγή: το site της εταιρείας, οπότε δεν θα βάλω και το χέρι μου στη φωτιά για του λόγου το αληθές αλλά το βρίσκω πιασιάρικο).
Από την άλλη, «Εξετάσεις» είναι αυτό ακριβώς που λέει και η λέξη, δηλαδή εξετάσεις. Δεν αναφέρομαι σε ιατρικές. Κάνω λόγο για τις εξετάσεις, στις οποίες οι εξεταζόμενοι είναι οι μαθητές και εξετάζονται σε συγκεκριμένα θέματα, ώστε να γίνει αντιληπτό το επίπεδό τους, η ποιότητα της προετοιμασίας τους, η ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται ή και όχι κάποια δεδομένα και κυρίως η δυνατότητά τους να προχωρήσουν σε ένα επόμενο στάδιο εκπαίδευσης.
Τώρα φτάσαμε στο δύσκολο. Θα πρέπει να συνδέσω τα συστατικά μεταξύ τους, ώστε ο τίτλος να δείχνει λογικός. Μέχρι στιγμής οι εξετάσεις εμπεριείχαν ελάχιστα στοιχεία έκπληξης, η οποία είχε, κυρίως, να κάνει με τις επιδόσεις των μαθητών. Πήγαινε ο άλλος με τσαμπουκά να εξεταστεί στα Μαθηματικά, τη Φυσική, τη Βιολογία, τα Αρχαία ή την Ιστορία πιστεύοντας ότι «το έχει». Βγαίνοντας από τη δοκιμασία είχε συνειδητοποιήσει ότι τελικά «δεν το είχε». Έκπληξηηη! Οι ανατροπές τέτοιου είδους ήταν πιο συχνές και από τους κόκκους άμμου στην έρημο.
Πλέον και με πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας η έκπληξη μεταφέρεται σε άλλο επίπεδο. Ιδίως στο μάθημα της Ελληνικής Γλώσσας. Μας έπρηξε και το υπουργείο και ο υπουργός και οι παρατρεχάμενοί του. Η Νεοελληνική Γλώσσα θα συνεξετάζεται με τη Λογοτεχνία μάς έλεγαν εδώ και μήνες. Και εμείς περιμέναμε και περιμέναμε και ξαναπεριμέναμε τις ανακοινώσεις των υπευθύνων (κάνω και χιούμορ), ώστε να προετοιμαστούμε ανάλογα και να μπορέσουμε να προετοιμάσουμε και τα παιδιά με βάση το νέο σύστημα. Το υπουργείο, όμως, ακολουθούσε χελωνίσιους ρυθμούς καθυστερώντας επιδεικτικά. Και για να μην παρεξηγηθώ από ακραιφνείς οικολόγους, προσωπικά δεν έχω τίποτε με τις χελώνες. Άλλωστε μια πολύ ωραία και αργή χελώνα κοσμεί το γραφείο μου.
 Για να μη μακρηγορώ, κάποια στιγμή εδέησαν και το υπουργείο και ο υπουργός και οι παρατρεχάμενοί του να προβούν σε ανακοινώσεις, το ανόητο περιεχόμενο των οποίων δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να σχολιάσω. Τουλάχιστον, είχαμε κάτι στα χέρια μας, έναν μπούσουλα για να προετοιμαστούμε. Οι εκδοτικοί οίκοι έριξαν στην αγορά τα νέα βοηθήματα, οι φιλόλογοι ξεκίνησαν την έρευνα για κείμενα Λογοτεχνίας που ταίριαζαν στην ύλη και οι μαθητές άρχισαν να ενημερώνονται για τα νέα δεδομένα.
Ναι αλλά οι βουλές και του υπουργείου και του υπουργού και των παρατρεχαμένων του ήταν διαφορετικές. Μια ωραία μέρα ξυπνούν όλοι αυτοί και ρίχνουν άλλη ιδέα για το μάθημα της Γλώσσας. Σύμφωνα με αυτή, η Λογοτεχνία δεν θα συνεξετάζεται με τη Γλώσσα αλλά θα εξετάζεται από κοινού με αυτήν. Με απλά λόγια, δεν θα υπάρχουν διαφορετικά θέματα για τη Γλώσσα και διαφορετικά για τη Λογοτεχνία αλλά κοινά θέματα με αφορμή δυο ή και τρία κείμενα ή εικόνες.
 Δηλαδή, όλοι αυτοί που δεν μπορώ να καταλάβω πώς βρέθηκαν στις θέσεις τους σκέφτηκαν (χρησιμοποιώ τη συγκεκριμένη λέξη μόνο για λόγους οικονομίας) να εντάξουν στις Πανελλαδικές εξετάσεις ένα σύστημα που δεν έχει δοκιμαστεί προηγουμένως, ένα σύστημα με το οποίο τα παιδιά δεν έχουν εξοικειωθεί, ένα σύστημα για το οποίο δεν είναι έτοιμοι ούτε οι εκπαιδευτικοί ούτε πολύ περισσότερο οι βαθμολογητές.
 Εννοείται ότι ακόμη και αυτή τη στιγμή τίποτε δεν είναι δεδομένο. Το υπουργείο έχει(;) ακόμη χρόνο για αλλαγές. Ίσως μάλιστα, το καλύτερο θα ήταν οι υπεύθυνοι να σκέφτονται και να οργανώνουν καινούρια συστήματα εξέτασης χωρίς όμως και να τα ανακοινώνουν στο ευρύ κοινό και την εκπαιδευτική κοινότητα. Οι μαθητές θα προσέρχονται στις εξετάσεις και εκεί για πρώτη φορά θα βλέπουν με ποιον τρόπο θα εξεταστούν. Εξετάσεις έκπληξη. Σαν τα αβγά kinder. Τα ανοίγεις, χωρίς να γνωρίζεις τι σε περιμένει και τι ακριβώς κρύβουν.
   Οπότε, μια ακόμη πιο προχωρημένη θέση (έχω τη βεβαιότητα ότι οι υπεύθυνοι θα τη λάβουν υπόψη και θα την επεξεργαστούν, αν δεν το έχουν κάνει ήδη) θα ήταν σε κάθε μαθητή να δίνονται διαφορετικής μορφής θέματα στις Πανελλαδικές. Οι εκπλήξεις δεν θα τελειώνουν ποτέ. Και βγαίνοντας από την εξέταση οι μαθητές θα μπορούν να συζητούν μεταξύ τους και να ρωτούν τους συμμαθητές τους: Εσύ τι βρήκες στις εξετάσεις σου;


Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

Και τώρα τι θα κάνετε χωρίς βαρβάρους; -Επίμετρο στις Πανελλαδικές-


«Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.»

Κ.Π. Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους

Λοιπόν, αυτό ήταν. Για μια ακόμη χρονιά οι Πανελλαδικές (σχεδόν) τελείωσαν. Και μάλιστα, παρά τα θρυλούμενα, αυτό συνέβη αναίμακτα. Εξαιρετικά ευχάριστο. Άλλη μια φουρνιά υποψηφίων πήρε το βάπτισμα του πυρός και κυρίως πήρε τις απαντήσεις της. Γιατί αυτό ακριβώς είναι οι Πανελλαδικές. Ούτε τα θέματα που δόθηκαν, ούτε οι βαθμοί που περιμένουμε, ούτε καν η προετοιμασία. Οι Πανελλαδικές είναι ένα και μόνο. Είναι απαντήσεις.
Τώρα πλέον ο καθένας από τους υποψηφίους γνωρίζει λίγο καλύτερα ποιος είναι, προς τα πού βαδίζει, τι έκανε λάθος, τι έκανε σωστά, αν έκανε αρκετά, αν έκανε ελάχιστα, αν μπορεί κι άλλο, αν έφτασε στα όριά του, αν οι επιλογές του ήταν λογικές, αν οι συνεργασίες που επέλεξε ήταν ουσιαστικές, αν η αυτοϊδέα του υπήρξε αντικειμενική.
Για ένα μικρό ποσοστό υποψηφίων οι Πανελλαδικές ήρθαν απλώς να επιβεβαιώσουν και ίσως να ενισχύσουν την εικόνα για τον εαυτό τους. Σε αυτούς έδειξαν ότι οι στόχοι που είχαν θέσει υπήρξαν λογικοί και άρα εφικτοί, ότι η προσπάθειά τους κινήθηκε στη σωστή πορεία, ότι οι επιλογές συνεργατών ήταν οι κατάλληλες. Κυρίως, ήρθαν για να δείξουν ότι ένα σημαντικό βήμα έγινε, αν και μένουν ακόμη πολλά και πιθανώς πιο δύσκολα.
Για την πλειονότητα, όμως, οι Πανελλαδικές υπήρξαν τραγικά αποκαλυπτικές. Συμβαίνει κάθε χρόνο και σχεδόν σε παρόμοια ποσοστά. Οι περισσότεροι -πόσο κρίμα- χρειάζονται τις Πανελλαδικές στα δεκαοχτώ(!!!) τους για να συνειδητοποιήσουν πού ακριβώς βρίσκονται. Έπρεπε να φτάσει η ώρα των συγκεκριμένων εξετάσεων για να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι φτιαγμένοι για όσα είχαν φανταστεί ή για όσα οι άλλοι τους είχαν φανταστεί. Ότι τα όνειρα για πρωτιές σε σχολές που αξίζουν τον κόπο, για επιστημονική έρευνα, για κοσμοϊστορικές ανακαλύψεις και κοσμογονικές εφευρέσεις ήταν αυτό ακριβώς. Όνειρα.
 Έπρεπε να φτάσουν οι Πανελλαδικές για να τους πείσουν ότι ο καθηγητής που, όλα αυτά τα χρόνια, υπομονετικά επεσήμαινε τις αδυναμίες τους, τα κενά τους, την ελλιπή προσπάθεια, την αδιαφορία, την έλλειψη γνώσεων από προηγούμενα χρόνια, την αδυναμία τους να επεξεργαστούν ακόμη και απλά δεδομένα, δεν ήταν ένας κακός και δύστροπος άνθρωπος. Ήταν εκείνος που νοιαζόταν γι αυτούς, που προσπαθούσε να τους αφυπνίσει και να τους κινητοποιήσει, να τους βοηθήσει να δουν διαφορετικές προοπτικές και λύσεις.
Κι από την άλλη, έπρεπε να φτάσουν οι Πανελλαδικές για να τους δείξουν ότι όλοι εκείνοι που τους χάιδευαν τα αφτιά (τι βίτσιο κι αυτό!) δίνοντάς τους μεγάλους βαθμούς, δικαιολογώντας τις αβλεψίες τους, κρύβοντάς τους τις αδυναμίες τους, επικροτώντας τις άθλιες (σε διασκεδάσεις, παρέες, εκμετάλλευση χρόνου) επιλογές τους και την έλλειψη ενδιαφερόντων (μα τι να κάνουν, παιδιά είναι!), δεν ήταν οι καλοί της υπόθεσης. Ήταν εκείνοι που κοίταζαν την ευκολία τους, που επιζητούσαν την ησυχία τους αποφεύγοντας συγκρούσεις και κυρίως την αλήθεια.
Αυτό ήταν οι Πανελλαδικές και τώρα τέλειωσαν. Το ζήτημα είναι τι πρόκειται να συμβεί στο εξής. Γιατί οι Πανελλαδικές λειτούργησαν (πάντα το κάνουν) όπως και οι «βάρβαροι» του Καβάφη (Προσοχή: Δεν πρόκειται για σειρά στο Netflix). Ήταν μια ωραία δικαιολογία. Μια δικαιολογία για την απραξία και τη γοητευτική μετριότητα. Αρκετοί μαθητές (πιθανώς και πάρα πολλοί εκπαιδευτικοί) δεν ενημερώνονταν όλο αυτό το διάστημα, «γιατί προετοιμάζομαι για τις Πανελλαδικές». Δεν διάβασαν ούτε ένα βιβλίο της προκοπής, «γιατί όλη τη μέρα διαβάζω για τις Πανελλαδικές». Δεν ασχολήθηκαν με οτιδήποτε δημιουργικό, «γιατί είναι μεγάλη η πίεση των Πανελλαδικών και θέλω να ξεσκάσω για λίγο». Δεν άφηναν το κινητό από το χέρι, «γιατί με αυτές τις Πανελλαδικές θα αποκοπώ τελείως από την παρέα;». Δεν έχασαν βλακοβιντεάκι για βλακοβιντεάκι στο youtube, γιατί «τα δίνω όλα για τις Πανελλαδικές, δεν μπορώ να σκέφτομαι συνεχώς!»...
Θεωρώ ότι οι Πανελλαδικές λειτούργησαν άψογα για εκείνους που, έτσι κι αλλιώς, δεν θα έκαναν οτιδήποτε ουσιαστικό και παραγωγικό για τους ίδιους. Υπήρξαν η καλύτερη δικαιολογία για όσους λατρεύουν τη μάζα. Αλλά τώρα πια ανήκουν στο παρελθόν. Κρίμα, γιατί «ήσαν μια κάποια λύσις». Κι αυτή η «λύσις» δεν υφίσταται πλέον. Οπότε «πεδίον δόξης λαμπρόν». Αν οι εξετάσεις δεν υπήρξαν απλώς μια εύκολη δικαιολογία, να η ευκαιρία για να κάνουν οι υποψήφιοι όλα εκείνα τα οποία τους εμπόδιζαν να κάνουν. Ενημέρωση, καλλιέργεια, απόκτηση ουσιαστικής γνώσης, επαφή με την τέχνη, με τη φύση, με αξιόλογα άτομα, αποφυγή όσων λατρεύει και επιλέγει η μάζα. Αν πράγματι επιθυμία κάποιου είναι η διάκριση, τότε καλείται να διαφοροποιηθεί από τους πολλούς. Να απομακρυνθεί από το εύκολο και το μέτριο και να καταπιαστεί με το δύσκολο και ωραίο.
Οι «Ιθάκες» (Προσοχή: Μάταια θα το αναζητήσετε στο Netflix) περιμένουν αλλά δεν φτάνονται με την αδράνεια. Ούτε με δικαιολογίες. Και ας μην το ξεχνάμε: Οι Πανελλαδικές τελείωσαν. Μαζί τους και οι δικαιολογίες!

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

Αναπαράγοντας Ανεύθυνους

Στο προηγούμενο σημείωμα αναφέρθηκα στο πώς, ως ελληνική κοινωνία, εκπαιδεύουμε ανθρώπους ανεύθυνους, με αφορμή την πρόσφατη πολύνεκρη τραγωδία και την προσπάθεια όλων των εμπλεκόμενων μερών να αποφύγουν την ουσιαστική ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης. Αναφέρομαι σε «ουσιαστική ανάληψη» κι όχι στους δακρύβρεχτους θεατρινισμούς που ζήσαμε. Γιατί, όταν αποδέχομαι ότι έχω, έστω και ελάχιστη, ευθύνη για τους ενενήντα τρεις (μέχρι στιγμής) νεκρούς και την απερίγραπτη καταστροφή, τα μαζεύω και πάω σπίτι μου, ώστε κάποιος πιο άξιος να με αντικαταστήσει. 
Λίγες ώρες μετά ένα περιστατικό που βίωσα με έπεισε ότι ως κοινωνία όχι απλώς εκπαιδεύουμε ανεύθυνους αλλά και πως με κάθε τρόπο τους διδάσκουμε ότι η ανευθυνότητα αποτελεί μια καθ’ όλα αποδεκτή συμπεριφορά σε κάθε επίπεδο και ανεξάρτητα από τον βαθμό επικινδυνότητάς της. 
Περίοδος εγγραφών. Οπότε, Λάρισα downtown. Πρωινή συνάντηση και καφές στο φροντιστήριο. Όλα τα μέλη εκεί. 
Όλα; 
Όχι. Ένα από τα μέλη δεν έχει εμφανιστεί ακόμη. Και δε μας έχει συνηθίσει σε τέτοια. 
Κάποια στιγμή η συνάδελφος κάνει την εμφάνισή της φανερά αναστατωμένη. 
-Ξέρετε τι μου έτυχε χθες βράδυ; 
Πού να ξέρουμε οι καψεροί; Γιατί, όλοι εμείς στην «άποψη» ένα κληρονομικό χάρισμα το διαθέτουμε, χωρίς, όμως, αυτό να μας δίνει την άνεση να γνωρίζουμε τα πάντα. Αν τα γνωρίζαμε, θα παίζαμε τζόκερ, θα κερδίζαμε τα οχτώ εκατομμυριάκια και μην τους είδατε, μην τους απαντήσατε. 
Κι αφού, όπως έγινε φανερό, δεν ξέραμε, η συνάδελφος καθηγήτρια άρχισε να μας αφηγείται το γεγονός που... έγινε. Αφήγηση που συνοδευόταν από έντονες κινήσεις, δραματική έκφραση συναισθημάτων, παιχνίδια με τον τόνο της φωνής αλλά και ενδιάμεσα σχόλια κοινωνικού περιεχομένου. Έτσι είναι αυτή (η συνάδελφος). Το να σου μεταφέρει ένα γεγονός χωρίς σχόλια, χωρίς παρεκβάσεις της είναι αδύνατο και κυρίως αδιανόητο. Άρχισε, λοιπόν: Φεύγοντας από δω το βράδυ μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για το σπίτι. Στον δρόμο πιάνω το κινητό για να συνεννοηθώ με τα παιδιά μου. Φτάνοντας έξω από το Δημοτικό Ωδείο βλέπω μπλόκο της τροχαίας κι έναν αστυνομικό να μου κάνει νόημα να σταματήσω. Πετάω το κινητό στη θέση του συνοδηγού αλλά ήταν πλέον αργά. (Εννοείται ότι μεταφέρω απλώς τα γεγονότα αποφεύγοντας τα ενδιάμεσα σχόλια). 

Ωραία. Ο καθένας θα μπορούσε να φανταστεί τα επακόλουθα. Πρόστιμο, αφαίρεση διπλώματος και πινακίδων για έναν ή δυο μήνες κι όλα καλά και σε άλλα με υγεία. Η συνάδελφος, η οποία δεν υπήρξε νομοταγής, παρότι μορφωμένη και με γνώση του νόμου, πιθανώς θα το σκεφτόταν πολύ καλά πριν ξαναπιάσει το κινητό κατά τη διάρκεια οδήγησης και μάλιστα χωρίς τη χρήση Bluetooth. Η ποινή θα διαδραμάτιζε τον ρόλο της, ο οποίος δεν είναι τιμωρητικός αλλά παιδαγωγικός. 
Έτσι είναι ο νόμος και γι αυτό υφίσταται σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αποτελεί ένα ακόμη μέσο διαπαιδαγώγησης των πολιτών, στους οποίους οικογένεια και σχολείο δεν κατάφεραν να μεταδώσουν κοινωνική συνείδηση. 
Καλά και άγια όλα αυτά αλλά θα ίσχυαν σε οποιαδήποτε αναπτυγμένη και σοβαρή χώρα αλλά όχι στην Ελλάδα, γιατί ελάχιστοι μπορούν να ισχυριστούν ότι ζούμε σε μια κανονική χώρα. Η συνέχεια του επεισοδίου υπήρξε λίιιγο πιο διαφορετική, άκρως γραφική και συνάμα απόλυτα γελοία. 
Το όργανο (αστυνομικός) πράγματι αφαίρεσε από τη συνάδελφο το δίπλωμα και την άδεια κυκλοφορίας. Πρόστιμο, όπως την ενημέρωσε, δεν υφίσταται για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ό,τι συνέβη μέχρι εδώ μας κάνει να σκεφτόμαστε ότι είμαστε μια οργανωμένη χώρα, αλλά... Αλλά από το σημείο αυτό και έπειτα αρχίζει ένα θέατρο του παραλόγου που φωνάζει από μακριά: Εδώ είναι Ελλάδα! Εδώ είναι Βαλκάνια και ζούμε πρωτόγονες καταστάσεις. 
Το «όργανο», αφού έκανε τα τυπικά και αναμενόμενα, άρχισε να συμβουλεύει τη συνάδελφο. Της είπε ότι «δεν τρέχει τίποτε» και «να μη στενοχωριέται», γιατί την επόμενη μέρα θα μπορούσε να πάει στα γραφεία της τροχαίας, να κλαφτεί λίγο, να πει ότι το χρειάζεται το δίπλωμα και την άδεια κυκλοφορίας και να τα πάρει πίσω και ούτε γάτα ούτε ζημιά!!! Δηλαδή, ο τύπος που πληρώνεται από το κράτος και άρα από τους φορολογούμενους για να ελέγχει την τήρηση του νόμου, παρέχει συμβουλές σε κάποιον που τον παραβίασε χωρίς καμιά αμφιβολία, ώστε να αποφύγει τις κυρώσεις. 
Όπως καταλαβαίνετε η περιέργεια όλων μας για το τι συνέβη τελικά είχε χτυπήσει κόκκινο και μάλιστα της φωτιάς σαν τα νύχια μιας άλλης συναδέλφου. Η συνάδελφος / παραβάτης συνέχισε αφηγούμενη πλέον την πρωινή επίσκεψή της στην τροχαία. Εκεί την έστειλαν στον αξιωματικό υπηρεσίας, στον οποίο εξήγησε ότι τα έγγραφα που της αφαιρέθηκαν της είναι απαραίτητα. Φαντάζομαι το σκηνικό και φαντάζομαι ότι θα έπαιξε πολύ δράμα του στιλ «είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για μένα να κυκλοφορώ με αυτοκίνητο, γιατί τα βράδια δουλεύω στην Uber για ένα έξτρα εισοδηματάκι, γιατί ξέρετε κύριε αξιωματικέ υπηρεσίας μου ότι οι καιροί είναι δύσκολοι και πώς θα ζήσω τα παιδάκια μου...». 
Και εντάξει, μπορεί το σκηνικό να μην εμπεριείχε όλο αυτό το δράμα αλλά η συνέχεια αποτελεί την επιτομή της φαιδρότητας. Ο αξιωματικός της είπε ότι δεν μπορούσε έτσι απλά να της επιστρέψει τα έγγραφα αλλά ότι υπήρχε λύση. Και η λύση ήταν να πάρει ένα χαρτί από γιατρό (μάλιστα από γ ι α τ ρ ό) που να λέει ότι υπήρξε άμεση ιατρική ανάγκη και για αυτό μιλούσε στο κινητό. 
Η γελοιότητα σε όλο το μεγαλείο της, χτυπάει ταβάνι. Όλοι κοροϊδεύουν όλους. Όλοι γνωρίζουν ότι υπήρξε παράβαση, η οποία ευτυχώς δεν απέβη μοιραία (ναι, αλλά πόσες και πόσες παρόμοιες παραβάσεις οδηγούνται σε δράματα καθημερινά!), όλοι γνωρίζουν ότι η επιβολή του νόμου θα μπορούσε να συνετίσει τον παραβάτη, ότι είναι βλακώδες τα όργανα του νόμου να καθοδηγούν τον παραβάτη σε λύσεις που παρακάμπτουν τον νόμο αλλά παράλληλα, όλοι επιθυμούν μέσα στο όργιο βλακώδους ανοησίας και ανευθυνότητας να υφίσταται κάτι το ηθικό (στη συγκεκριμένη περίπτωση χαρτί από γιατρό!!!). 
Τελικά, η συνάδελφος βρήκε γιατρό που υπέγραψε το συγκεκριμένο χαρτί χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, οπότε θα συνεχίσει να οδηγεί και μάλλον -τώρα που γνωρίζει τα κόλπα- με το κινητό στο χέρι. Η ευκαιρία να διδαχτεί η ίδια και ίσως ο περίγυρός της δείχνοντας μεγαλύτερο σεβασμό και υπακοή στους νόμους χάθηκε. 
Παρόμοιες καταστάσεις βιώνουμε διαρκώς. Η παραβατικότητα αποτελεί πια μια οικεία καθημερινότητα που δεν εκπλήσσει κανέναν εμποδίζοντας κάθε πιθανότητα προόδου. Εννοείται ότι βρισκόμαστε μακριά από το να αποτελέσουμε οργανωμένο κράτος. Η αντικοινωνική συμπεριφορά (αυτό σημαίνει παραβιάζω τον νόμο) θα συνεχίσει να χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα και η ελπίδα για κάτι καλύτερο θα συνεχίσει να αποτελεί ζητούμενο. 
Ο νόμος μπορεί να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο σε μια κοινωνία. Μπορεί να διαπαιδαγωγεί, μπορεί να διαφυλάσσει την ηρεμία, την ενότητα, την αίσθηση δικαιοσύνης. Μπορεί όμως, να το κάνει αυτό σε περιπτώσεις όπου η παραβατική συμπεριφορά -ανευθυνότητα- είναι η εξαίρεση. Όταν είναι ο κανόνας, τότε ο νόμος υπάρχει απλώς για... ομορφιά, ανίκανος να συμβάλει στην τόνωση της υπευθυνότητας. 
Οπότε, κι όσο οι... υπεύθυνοι για την τήρηση των κανόνων κάνουν τα στραβά μάτια και μάς δείχνουν τρόπους αποφυγής των συνεπειών της ανευθυνότητάς μας, θα συνεχίσουμε να ανεχόμαστε την ανέγερση αυθαιρέτων, την επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά, την οικολογική καταστροφή, τον εκφοβισμό, την αναξιοκρατία, τις «παρεμβάσεις» συλλογικοτήτων, την καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας... ως φυσιολογικές συμπεριφορές.


Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Εκπαιδεύοντας Ανεύθυνους

Αν κάτι έχει αφήσει η πρόσφατη, πολύνεκρη και καταστροφική τραγωδία στη χώρα μας είναι πόνος, πικρία και, με βεβαιότητα, αρκετούς προβληματισμούς. Ο πόνος θα συνοδεύει για αρκετό διάστημα εκείνους που έχασαν οικείους, περιουσίες και σημεία αναφοράς. Η πικρία εκείνους που παρακολούθησαν την εξέλιξη ενός δράματος απέναντι στο οποίο, για πολλοστή φορά, ο κρατικός μηχανισμός στάθηκε ανίκανος να αμυνθεί. Οι προβληματισμοί όσους δε μένουν απλώς στα γεγονότα αλλά προσπαθούν να εξαγάγουν συμπεράσματα και να εντοπίσουν απαντήσεις.
                Εκείνο που παρατηρήθηκε, όμως, είναι η έλλειψη απαντήσεων. Στην ελληνική επικράτεια αποτελεί σύνηθες φαινόμενο. Όλοι οι άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενοι, ανεξάρτητα από τη θέση που βρίσκονται αλλά και το τι εκπροσωπούν, προσπαθούν αγωνιωδώς να διώξουν την ευθύνη από πάνω τους. Η ανάληψη -με ουσιαστικό και όχι θεατρικό τρόπο- οποιασδήποτε ευθύνης στη χώρα μας δείχνει να ισοδυναμεί με τη χειρότερη αμαρτία που οδηγεί στην κόλαση. Η συγκεκριμένη απαράδεκτη δειλία απέναντι στην ευθύνη είναι συνθήκη ικανή, ώστε να εξηγήσει την κατάσταση -οικονομική, πολιτική και κοινωνική- στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα.
                Η συγκεκριμένη ανευθυνότητα δεν είναι τυχαία και δεν έχει να κάνει με θεϊκές παρεμβάσεις και επιδιώξεις σκοτεινών δυνάμεων, οι οποίες φθονούν και ζηλεύουν τον περιούσιο λαό μας. Πρόκειται για στάση ζωής, την οποία προετοιμάζουν από πολύ πολύ νωρίς γονείς, σχολείο και φυσικά η εκάστοτε εξουσία. Δυστυχώς, η δομή της προσωπικότητάς, η κουλτούρα μας και άρα οι επιλογές ζωής μας καθορίζονται, σε μεγάλο βαθμό, από ένα σύνολο παραγόντων που νοσούν.
                Τα πάντα ξεκινούν από εκείνη την κατηγορία γονιών που θα ήθελαν -και συχνά το πιστεύουν- το παιδί τους να συνδυάζει κάτι από Αϊνστάιν (σε πνεύμα), Αντζελίνα Τζολί ή Μπραντ Πιτ (σε εμφάνιση) και Τζεφ Μπέζος (σε επιχειρηματικότητα). Οι συγκεκριμένοι γονείς, μακριά από κάθε ρεαλιστική προσέγγιση, αρνούνται να δουν την πραγματικότητα, γεγονός που τους οδηγεί σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να δικαιολογήσουν κάθε αδυναμία και, κυρίως αυτό, κάθε αποτυχία των παιδιών τους. Για ό,τι ατυχές συμβαίνει στη ζωή των... βλασταριών τους θα φταίει το σύστημα, οι εκπαιδευτικοί που δεν αναγνωρίζουν την -πολύ καλά κρυμμένη- αξία του μονάκριβού τους, το κακό το μάτι, η κοινωνία η ένοχη. Ακόμη κι όταν τα... γλυκά τους, στο τέλος του Λυκείου, δείχνουν ανημπόρια να συμπληρώσουν ένα απλό μηχανογραφικό επιλέγοντας τη σχολή στην οποία επιθυμούν να εισαχθούν, η συγκεκριμένη κατηγορία γονιών -είναι η πλειονότητα- έχουν έτοιμη τη δικαιολογία: «και πού να ξέρουν τα καημένα για τις σχολές;». Παράλληλα, και για να αποφευχθούν τα χειρότερα στήνουν ένα ωραίο υπερπροστατευτικό σκηνικό γύρω από τα… γλυκούλια τους, ώστε να ελέγχουν τα πάντα. Πόσες πιθανότητες έχει ένα παιδί που μεγαλώνει με αυτόν τον τρόπο να αναλάβει ποτέ ευθύνη για το οτιδήποτε κάποια στιγμή στη ζωή του; Είναι τουλάχιστον βλακώδες να θεωρεί κανείς ότι με την πάροδο των χρόνων ένα τέτοιο άτομο θα γίνει υπεύθυνο. Και πώς να γίνει άλλωστε; Με επιφοίτηση;
                Στο καταστροφικό έργο των γονιών έρχεται να προστεθεί και ένα νοσηρό, σε μεγάλο βαθμό, εκπαιδευτικό σύστημα που ισοπεδώνει τα πάντα. Μεγάλοι βαθμοί χωρίς το παραμικρό αντίκρισμα, απλοϊκά θέματα σε εξετάσεις που δεν αναδεικνύουν και δε διαχωρίζουν τους πραγματικά ικανούς, συνεχής μείωση της ύλης σε επίπεδα ντροπιαστικά. Η αποτυχία θεωρείται κάτι τραγικό, η πίεση στον μαθητή, ώστε να αναλάβει τις ευθύνες του, να οργανώσει την προσπάθειά του, να κοπιάσει για να κατακτήσει υψηλούς στόχους θεωρούνται καταστάσεις βάρβαρες και ανοίκειες για το ελληνικό πρότυπο διαπαιδαγώγησης. Το παιδί κάπως έτσι φτάνει στο τέλος της εφηβείας χωρίς να έχει μάθει τι σημαίνει ευθύνη ακόμη και απέναντι σε απλά ζητήματα της καθημερινότητας και χωρίς προοπτική να κατανοήσει τη σημασία της υπευθυνότητας ως στάσης ζωής.
                Και σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί ένα κράτος ανεύθυνο, ανοργάνωτο, λαϊκιστικό, στελεχωμένο, ως επί το πλείστον, από μετριότητες. Το κακό ολοκληρώνεται από μια ηγεσία που γνωρίζει έναν και μόνο τρόπο για να διεκδικεί την ψήφο των πολιτών(;). Και ο τρόπος που γνωρίζει δεν είναι η παραγωγικότητα της εξουσίας, δεν είναι η επίλυση προβλημάτων, δεν είναι η ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών ζωής, ούτε η εξυπηρέτηση των ανθρώπων και η παροχή αίσθησης ασφάλειας σε αυτούς. Όχι, δεν είναι τίποτε από αυτά. Είναι το ρουσφέτι, είναι η αιτιολόγηση παράνομων πράξεων, είναι η εύνοια των μέτριων με αντάλλαγμα ψήφους. Και όταν, βέβαια, η ηγεσία δεν αναλαμβάνει τις δικές της ευθύνες, λειτουργεί κι ως πρότυπο για τους υπολοίπους.
                Αν κάποιος αναρωτιέται για το ποιοι είναι οι υπεύθυνοι για την πρόσφατη τραγωδία, έχει την απάντηση. Η κοινωνία μας φταίει που ανέχεται τα αυθαίρετα, που αντιμετωπίζει τον κρατικό μηχανισμό ως χώρο για να βολεύονται οι κομματικές στρατιές των μετρίων, που επιλέγει πολιτικούς με κριτήριο το προσωπικό όφελος, που δείχνει ανοχή στην καθημερινή παραβατικότητα, που κατεβαίνει στους δρόμους για να φωνάξει ότι η Μακεδονία είναι ελληνική ή είναι Ελλάδα ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, αλλά παρακολουθεί από τον καναπέ την καταστροφική μανία της φωτιάς και την προσπάθεια των υπευθύνων(;) να αποδείξουν ότι δεν έχουν την παραμικρή ευθύνη. 
Η κοινωνία μας φταίει, επειδή φοβάται να διδάξει υπευθυνότητα.