Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Περιμένοντας τους βαθμούς (τα φυτά και οι άλλοι)


Λοιπόν, για μια ακόμη χρονιά τα ψέματα τελείωσαν. Δηλαδή, δεν τελείωσαν όλα τα ψέματα κι αυτό έγινε ολοφάνερο πριν λίγες μέρες στο Ζάππειο (...μια μέρα περιπατούουουσα, συνάντησα μια νέα ξανθομαλλούουουσα), όπου η συγκυβέρνηση μας φλόμωσε για μια ακόμη φορά στους μύθους για την κρίση που τελείωσε, για την Ελλάδα που έγινε ξανά μια κανονική χώρα και άλλα ωραία, τα οποία μόνοι τους έλεγαν, μόνοι τους άκουγαν και μόνοι τους χειροκροτούσαν. Τα ψέματα που τελείωσαν έχουν σχέση με τις πανελλαδικές και τις επιδόσεις των υποψηφίων σε αυτές.
Για όσους εμπλέκονται στο άθλημα -και είναι πολλοί- η εβδομάδα που ξεκινά είναι καθοριστική. Η αντίστροφη μέτρηση για την ανακοίνωση των βαθμολογιών των πανελλαδικών μόλις άρχισε κι αν μη τι άλλο προβλέπεται έντονη. Κάθε φορά έτσι είναι. Αγωνία και άγχος θα συνοδευτούν από χαρά ή από λύπη, ανάλογα με τις επιδόσεις των υποψηφίων. Επιδόσεις που δεν έχουν να κάνουν με την τύχη και άρα τη θέση των άστρων αλλά με την ποιότητα της προετοιμασίας, το βάθος χρόνου που ο καθένας έδωσε σε αυτήν, την ψυχραιμία και κυρίως τη θέληση για επιτυχία.
                Μα, θα σκεφτεί κάποιος, υπάρχει παιδί που δεν επιθυμεί την επιτυχία του; Βεβαίως και υπάρχει και δεν είναι μόνο ένα ούτε δύο αλλά πολλά. Φαίνεται παλαβό αλλά δεν είναι. Ως παλιά καραβάνα το βλέπω να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Υπάρχουν αρκετοί μαθητές που βρέθηκαν να συμμετέχουν στις εξετάσεις επειδή το έκαναν και οι άλλοι. Και οι άλλοι είναι οι πολλοί και από αυτό που κάνουν οι πολλοί δε γλυτώνεις εύκολα. Ακολουθείς τη μάζα και όπου σε βγάλει. Και στην προκειμένη περίπτωση σε βγάζει στις πανελλαδικές.
                Υπάρχουν μαθητές που επιθυμούσαν την επιτυχία τους, στόχευαν σε αυτήν και το έδειχναν από νωρίς. Το έδειχναν μαθαίνοντας να βρίσκουν το εμβαδόν ή τη διάμετρο του κύκλου, χωρίς να περιμένουν ότι κάτι τέτοιο θα τους ζητηθεί στις εξετάσεις. Το έδειχναν μαθαίνοντας τη διαφορά μεταξύ του «οφείλεται» και του «ευθύνεται» χωρίς τη συγκεκριμένη γνώση να τη συνδέουν με τις εισαγωγικές. Το έδειχναν κάθε φορά που διάβαζαν παραμύθια, βιβλία, κόμικς, άρθρα χωρίς να έχουν το άγχος των πανελλαδικών. Όταν, δε, έφτασε η στιγμή των εξετάσεων, οι συγκεκριμένοι μαθητές διάβαζαν, απομνημόνευαν και κατανοούσαν εύκολα την ύλη.
Οι περισσότεροι από αυτούς έφτασαν σε αυτές (τις εξετάσεις) χωρίς ιδιαίτερο άγχος, χωρίς ιδιαίτερη πίεση, χωρίς ιδιαίτερη κόπωση. Είχαν καταφέρει κάτι σημαντικό. Είχαν κατακτήσει σε κάθε φάση της μαθητικής ζωής τους αυτό που έπρεπε και το έκαναν την κατάλληλη στιγμή. Λέγεται πρόγραμμα ή αλλιώς δομή και είναι πολύ ωραίο και χρήσιμο πράγμα για τις μελλοντικές επιλογές του καθενός -μαθητή, γονιού, εκπαιδευτικού, εργαζόμενου και δε συμμαζεύεται. Με απλά λόγια, είναι χρήσιμο παντού και πάντα.
Από την άλλη, υπάρχουν μαθητές -αποτελούν την πλειονότητα- που απλώς επιθυμούσαν την επιτυχία τους αλλά σε καμιά φάση δε στόχευαν προς αυτήν. Διατυμπάνιζαν ότι ήθελαν να περάσουν κάπου αλλά η προσπάθειά τους δεν έπειθε γι αυτό. Γιατί το ξύσιμο μπορεί να πείθει για πολλά αλλά όχι για θέληση επίτευξης ενός στόχου που περνάει μέσα από τις πανελλαδικές. Οι συγκεκριμένοι άρχισαν να ματώνουν (ένεκα του ξυσίματος που λέγαμε) από νωρίς. Εννοείται ότι σε αυτή την αποτρόπαιη κατάσταση συνέβαλαν τα μέγιστα γονείς,  δάσκαλοι (παρακαλώ να δοθεί προσοχή στην αποφυγή απόλυτων αναφορών προς αποφυγή παρεξηγήσεων) και όλο το περιβάλλον που τους... περιέβαλλε. Και αφού τελείωσαν το δημοτικό, λίγο μετά το γυμνάσιο και τελικά τις πρώτες τάξεις του λυκείου ματώνοντας -όχι όμως για τους σωστούς λόγους- έφτασαν στην τάξη του πανικού. Την τρίτη λυκείου, η οποία για τους μαθητές αυτής της κατηγορίας είναι ό,τι και η κόλαση για τους αμαρτωλούς. Η έναρξη όλων των προηγούμενων τάξεων τους έβρισκε να θέτουν μεγαλόπνοους στόχους, να καταστρώνουν μεγαλεπήβολα σχέδια, να δίνουν υποσχέσεις για υπερπροσπάθεια στον εαυτό τους και τους άλλους. Εννοείται ότι όλα αυτά ξεχνιούνταν, μόλις έρχονταν αντιμέτωποι με την προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλουν. Τα όνειρα έμεναν όνειρα, η προσπάθεια παραπεμπόταν στις καλένδες. Η τρίτη λυκείου, όμως, δεν είναι έτσι. Δεν αφήνει περιθώρια. Τέλος.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσω και εκείνα τα κακόμοιρα που διάβαζαν του θανάτου αλλά διάβαζαν αποκλειστικά «για το σχολείο». Διάβαζαν, αποστήθιζαν, σήκωναν το χέρι διαρκώς, μπορούσαν να απαντήσουν σε καθετί που δεν ξέφευγε από το απλοϊκό, έπαιρναν μεγάλους βαθμούς αλλά δεν έκαναν το παραμικρό για την καλλιέργειά τους. Αυτά τα κατακαημένα είναι και τα μεγαλύτερα θύματα. Πίστεψαν ότι είναι άριστοι μαθητές αλλά ήρθαν οι πανελλαδικές και σε δώδεκα ώρες (η διάρκεια εξέτασης σε τέσσερα μαθήματα) ισοπέδωσαν την εικόνα που είχαν για τον εαυτό τους, τα όνειρά τους για μια καλή σχολή (συνήθως αυτή είναι η Ιατρική ή κάτι παρεμφερές) και κυρίως την ελπίδα της μάνας (σε μικρότερο βαθμό και του πατέρα) για εισαγωγή σε μια σχολή που θα έκανε όλη τη γειτονιά να σκάσει από τη ζήλια της.
Οπότε τα συγκεκριμένα μαθητούδια έπρεπε σε μια χρονιά να μάθουν να διαβάζουν, να μάθουν τι εστί οργάνωση, να μάθουν να απομνημονεύουν, να μάθουν να επεξεργάζονται, να κατανοούν, να βρίσκουν εμβαδό και διάμετρο κύκλου, να ξεχωρίζουν το «οφείλεται» από το «ευθύνεται», το «ως» από το «τουλάχιστον», την «παιδεία» από την «εκπαίδευση», να ανταποκρίνονται σε θέματα που ξεφεύγουν από το τυπικό... Με απλά λόγια και πάλι, έπρεπε να μάθουν σε μια χρονιά όσα έπρεπε να είχαν μάθει τα προηγούμενα χρόνια (κι αυτά δεν ήταν λίγα). Έπρεπε να τρέξουν έναν μαραθώνιο χωρίς όμως προηγουμένως να έχουν μάθει να περπατούν.
Τα αποτελέσματα θα είναι, για μια ακόμη χρονιά, αναμενόμενα. Έκπληξη θα προκαλέσουν μόνο σε γονείς που δε θα μπορούν να πιστέψουν ότι το παιδί τους δεν είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι. Και σε μαθητές που θα κληθούν να αποδεχτούν μια πραγματικότητα για την οποία κανείς δεν τους προετοίμασε. Η αριστεία μπορεί να είναι ρετσινιά αλλά άριστοι θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Κι αφού θα υπάρχουν αυτοί, θα συνεχίσουν να υπάρχουν οι μέτριοι και οι κακοί. Λέγεται μέτρο σύγκρισης.

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Πάμε εκδρομή; ΙΙ

Λοιπόν, το γεγονός είναι ότι οι μαθητικές εκδρομές πολιτιστικού και περιβαλλοντικού χαρακτήρα στο εξωτερικό καταργούνται με υπουργική βούλα. Το γελοίο, γραφικό και ευτράπελο δεν είναι αυτό καθεαυτό το γεγονός. Δεν είναι καν οι απέραντης χυδαιότητας και ανοησίας παρατηρήσεις κυβερνητικού στελέχους περί επισκέψεων μαθητών σε μπορντέλα. Η απόλυτη γελοιότητα βρίσκεται στην επίσημη, από το υπουργείο, αιτιολόγηση της απόφασης. 
Ο λόγος της κατάργησης της συγκεκριμένης κατηγορίας εκδρομών, σύμφωνα με το υπουργείο πάντα, είναι «η γενική διαπίστωση ότι οι οικογένειες πολλών μαθητών και μαθητριών αδυνατούν να πληρώσουν τα έξοδα μιας εκδρομής εξωτερικού. Λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι πάμπολλες και ποικίλες οι εναλλακτικές δυνατότητες που προσφέρει η Ελλάδα για τη διοργάνωση εκπαιδευτικών εκδρομών, κρίθηκε αναγκαίο να προστατευθούν από τέτοιες πικρίες οι μαθητές και οι μαθήτριες των οποίων οι οικογένειες αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα». Λες και οι εκδρομές εσωτερικού είναι φθηνές.
Πολύ Σοβιετικό βρε παιδί μου. Πολύ παλαιοκομμουνιστικό. Όπως οι ηγέτες στα απανταχού κομμουνιστικά καθεστώτα. Μιλούσαν για ισότητα, σκίζανε τα ιμάτιά τους γι αυτήν, θυσίασαν και ζωές για την πάρτη της -όχι τις δικές τους, βέβαια- αλλά πάντα υπήρχε ένα πρόβλημα. Επειδή αδυνατούσαν να προσφέρουν την ισότητα σε ένα ανώτερο επίπεδο, βιοτικό, κοινωνικό, πνευματικό, καταδίκαζαν τους πάντες -πλην των εαυτών τους- στα κατώτερα επίπεδα. 
Κάπως έτσι σκεπτόμενο το υπουργείο αποφάσισε την κατάργηση των συγκεκριμένων εκδρομών. Δηλαδή, αντί να βγει καθαρά και θαρραλέα και να πει ότι «δεν γουστάρω (το υπουργείο υποκείμενο) να γίνονται εκδρομές που αναπαράγουν το καπιταλιστικό πρότυπο της κατανάλωσης (Shopping Therapy στα απλά ελληνικά) και της υποκουλτούρας (ελληνιστί clubbing)», βγαίνει και λέει μπούρδες με τάχα αριστερό πρόσημο και δε συμμαζεύεται. 
Γιατί ο κόσμος το 'χει τούμπανο, κι αυτοί κρυφό καμάρι ότι οι σχολικές εκδρομές -εξωτερικού και κυρίως εσωτερικού- έχουν πάψει να είναι, εδώ και πάρα πολύ καιρό, εκπαιδευτικές. Με βεβαιότητα υπάρχουν εξαιρέσεις, τις οποίες προσωπικά αγνοώ. Οι εκδρομές είναι εκτόνωση, είναι ψώνια, είναι ξενύχτι, είναι ποτά, είναι τσιγάρα -κάθε είδους, είναι ξεσάλωμα... Θα πει κανείς ότι εκπαιδευτικές είναι και αυτές αλλά όταν η επίσημη πολιτεία μιλάει για «εκπαιδευτικές», θέλω να πιστεύω ότι άλλα εννοεί. Ναι αλλά το υπουργείο δε διαθέτει τον απαραίτητο τσαμπουκά να τα πει αυτά, γιατί κούνια που το κούναγε. Σε μια τέτοια περίπτωση θα τα έβαζε με τους εκπαιδευτικούς, που άλλα καταγράφουν στο επίσημο πρόγραμμα και άλλα τελικά κάνουν στο πλαίσιο της εκδρομής, και ποιος τους ακούει. Για να μη μιλήσουμε για το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας τοποθέτησης. 
Οπότε το ρίχνουμε στα «αριστερά πρόσημα» του στιλ η κατσίκα του γείτονα και καθαρίσαμε. Γιατί, αν πράγματι ο οικονομικός είναι ο λόγος, τότε υπάρχουν άλλες λύσεις για τον περιορισμό των αδικιών και απορώ πώς οι κυβερνώντες δεν τις σκέφτηκαν. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, το υπουργείο παιδείας σε συνεργασία με το υπουργείο άμυνας να διαθέτουν για τη μετακίνηση των μαθητών μεταγωγικά αεροπλάνα του στρατού, από αυτά τα μεγάλα. Θα μπορούσαν, επίσης, να βγάλουν από την αχρηστία το θωρηκτό «Αβέρωφ», να το σημαιοστολίσουν, να το γεμίζουν με μαθητές και... αέρα στα πανιά μας. Και δε θα έβλεπα με καθόλου κακό μάτι τη διάθεση στα σχολεία των στρατιωτικών φορτηγών Steyer. Εντάξει, σε αυτή την περίπτωση η μετακίνηση δε θα ήταν ιδιαίτερα άνετη αλλά, μπροστά στα οφέλη μιας τέτοιας κίνησης, νομίζω ότι θα άξιζε τον κόπο. 
Κακή ιδέα δε θα ήταν και η άμεση χρηματοδότηση των εκδρομών από την πολιτεία. Με τέτοια πλεονάσματα που παρουσιάζουμε ως χώρα κάτι τέτοιο θα ήταν ψίχουλα. Αντί, λοιπόν, να δίνονται αλλού κι αλλού, γιατί να μη διατίθενται σε κάτι που θα στήριζε την παιδεία της νεολαίας; Άλλωστε και οι έφηβοι ψηφίζουν, οπότε τα χρήματα δε θα πήγαιναν χαμένα. Και από ό,τι έχει φανεί η κυβέρνηση τα προσέχει κάτι τέτοια. 
Η άλλη λύση, βέβαια, θα ήταν η αναβάθμιση των εκδρομών, ο επαναπροσδιορισμός των στόχων τους και η αξιοποίησή τους ως ένα σημαντικό εκπαιδευτικό εργαλείο. Αυτό, όμως, προϋποθέτει ουσιαστικό έλεγχο από το υπουργείο και μάλλον εκπαιδευτικούς με διάθεση να αποφύγουν τον λαϊκισμό του καλοπιάσματος των μαθητών. Αυτό όμως, χρειάζεται άλλα κότσια και μάλλον μια υπευθυνότητα, από κάθε πλευρά, δυσεύρετη... 
Οπότε σήμερα καταργούνται οι εκδρομές στις οποίες αδυνατούν να συμμετέχουν όλοι. Αύριο τι να περιμένουμε; Ίσως την κατάργηση των ιδιωτικών σχολείων, επειδή αδυνατούν να τα πληρώσουν όλοι; Αλλά μπα, κάτι τέτοιο θα έβρισκε αντίθετο τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τη συμβία του. Γιατί τότε πού θα έστελναν τον Ερνέστο;




Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Πείρα, η μεγάλη χαμένη!

Η φωτογραφία τραβήχτηκε τη μέρα των Χριστουγέννων. Συνυπάρχουν σε αυτή δυο πολύ, μα πάρα πολύ μακρινές μεταξύ τους γενιές. Ο ένας είκοσι ενός ετών, ο άλλος ογδόντα τεσσάρων. Απόσταση εξήντα και... χρόνων. Παππούς και εγγονός απέναντι στο απόλυτο εργαλείο της εποχής, τον υπολογιστή. 

Αφορμή η επιθυμία που εκδήλωσε πρόσφατα ο παππούς να μάθει να χρησιμοποιεί «αυτόν τον διάβολο, το Διαδίκτυο». Ο εγγονός προσφέρθηκε να τον καθοδηγήσει στα πρώτα βήματά του. Οι διάλογοι απολαυστικοί. Οι αντιδράσεις του παππού απέναντι στο πρωτόγνωρο και του εγγονού απέναντι στην αστοχία χρήσης του ποντικιού διασκεδαστικές. 

Κι ενώ απαθανάτιζα τις στιγμές, στο μυαλό μου ήρθε ένα κεφάλαιο από το «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» (γραμμένο το πολύ μακρινό 2006) με τίτλο: «Πείρα, η μεγάλη χαμένη!». Ζούσα ξανά το κεφάλαιο, παράγραφο την παράγραφο, λέξη προς λέξη. Σε αυτό ανέλυα την υποβάθμιση που έχει υποστεί η αξία της πείρας απέναντι στη σύγχρονη γνώση που αποκτούν οι νεότερες γενιές. 

Παλιά οι εκάστοτε προηγούμενες γενιές αποτελούσαν τον αποκλειστικό φορέα της γνώσης και -κυρίως εμπειρικά- τη μεταβίβαζαν στους νέους. Ο πατέρας αγρότης ή τεχνίτης, η μητέρα νοικοκυρά έδιναν στα παιδιά τα εφόδια που χρειάζονταν για να συνεχίσουν τη δική τους ζωή. Μια ζωή όχι και πολλή διαφορετική από εκείνη των γονιών ή ακόμη και των παππούδων τους. 

Σήμερα όλο και πιο συχνά οι προηγούμενες γενιές ελάχιστα μπορούν να διαφωτίσουν την κάθε επόμενη γενιά. Κι αν μιλάμε για συντηρητικούς ανθρώπους, είναι καλύτερα να μένουν τελείως αμέτοχοι σε αυτό που λέγεται διαπαιδαγώγηση. Αυτή πρέπει να δίνεται από ειδικούς. 

Στην εποχή μας μια μερίδα νέων ίσως γνωρίζει πολύ περισσότερα από τους μεγαλύτερους και σίγουρα γνωρίζει τα πιο χρήσιμα. Όλο και πιο συχνά η φωτογραφία-αφορμή θα βρίσκεται μπροστά μας. Νέοι άνθρωποι θα καθοδηγούν τους μεγαλύτερους βοηθώντας τους στη χρήση νέων μέσων αναγκαίων στην καθημερινότητα. Κινητά, πιστωτικές κάρτες, ηλεκτρονικές πληρωμές... είναι μόνο ορισμένες από τις καθημερινές αποδείξεις του τι έχει ήδη συμβεί και κυρίως του τι πρόκειται να συμβεί. 

Όλο και πιο συχνά οι νεότεροι πια θα είναι φορείς γνώσης, την οποία θα πρέπει να μεταδίδουν στις προηγούμενες γενιές. Και θα πρέπει να το κάνουν με ιδιαίτερη υπομονή. 

Για την ιστορία να αναφέρω ότι ο εγγονός έδειξε (νομίζω ότι το έκανε για πρώτη φορά στη ζωή του ή τουλάχιστον δεν το έχει κάνει ποτέ όταν η μαμά ζητάει τη βοήθειά του σε θέματα ψηφιακής τεχνολογίας) απέραντη υπομονή απέναντι στον παππού. Ο δε παππούς το μόνο που είχε να παρατηρήσει, όταν του έδειξα τις φωτογραφίες, ήταν ότι... τον δείχνουν χοντρό! 


Το κεφάλαιο από το "Εγχειρίδιο Επιβίωσης" (κι εδώ: σελίδες 205-209) 

Πείρα, η μεγάλη χαμένη! 
-Δημιουργοί εμπειριών ή “αγάπη μου συρρίκνωσα το χρόνο”!- 

Ένας από τους πολλούς λόγους που κάνουν τους νέους επιφυλακτικούς απέναντι στο μέλλον τους και την πιθανότητα επιτυχίας είναι και η άποψη που έχουμε… φροντίσει να τους διαμορφώσουμε για τον ρόλο της πείρας στην εξέλιξη του ατόμου. Έτσι, οι περισσότεροι θεωρούν την αξία αυτή ως ένα από τα κρίσιμα εφόδια εξασφάλισης της επιτυχίας και της ανέλιξης, γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το ότι οι νέοι ως… νέοι δε διαθέτουν το συγκεκριμένο προσόν. Άρα θεωρούν λίγο ως πολύ δεδομένη την απόρριψή τους από τους εργοδότες του ιδιωτικού τομέα εγκαταλείποντας την προσπάθειά τους πριν ακόμη αυτή ξεκινήσει. 

Αυτό, πράγματι ίσχυε και χαρακτήρισε το «χθες», γιατί το «σήμερα» ήδη έχει διαφοροποιηθεί και μάλιστα αισθητά στον αναπτυγμένο κόσμο. Η πείρα είναι μια από τις αξίες εκείνες που ήδη έχουν δεχτεί σημαντική υποβάθμιση και η καθοδική πορεία της στο χρηματιστήριο των εφοδίων της εποχής μας αποτελεί ένα από τα καλύτερα και ίσως πιο ξεκάθαρα δείγματα επαναπροσδιορισμού δεδομένων που έχει συντελεστεί στις μέρες μας. 

Πριν μερικές δεκαετίες, οι περισσότερες «μικρές αγγελίες» των εφημερίδων είχαν ένα κοινό στοιχείο. Η καθεμιά αναφερόταν, ανάλογα και με τη θέση που έπρεπε να καλυφθεί, σε διαφορετικά προσόντα, ειδικότητες και επίπεδα γνώσης που έπρεπε να διαθέτουν οι υποψήφιοι εργαζόμενοι αλλά στο σύνολό τους, σχεδόν, έκαναν λόγο για την αναγκαία και, συνήθως, πολυετή πείρα σε ανάλογες θέσεις που έπρεπε να διαθέτει κανείς, ώστε να έχει σοβαρές ελπίδες πρόσβασης στην αγορά εργασίας και τουλάχιστον σε αξιόλογες και καλά αμειβόμενες θέσεις. 

Και βέβαια, οι μικρές αγγελίες δεν είναι το μόνο τεκμήριο επιβεβαίωσης της αξιοζήλευτης θέσης που κατείχε η πείρα μεταξύ των αξιών μιας άλλης εποχής. Το ίδιο συνέβαινε σε κάθε επίπεδο. Η πείρα υπήρξε ρυθμιστής των επιλογών των ανθρώπων του παρελθόντος. Η ηλικία και άρα ο χρόνος ενασχόλησης ενός ατόμου με έναν συγκεκριμένο κλάδο ήταν παράγοντες καταλυτικοί για την επιλογή δικηγόρων, γιατρών, μηχανικών ή άλλων επαγγελματιών. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τις επιλογές στελεχών μεγάλων εταιριών και με την προώθηση επιστημόνων σε ακαδημαϊκές ή ερευνητικές θέσεις, την εκλογή ατόμων σε θέσεις εξουσίας κ.τ.λ. Οι σημαντικές θέσεις προορίζονταν για άτομα κάποιας ηλικίας που διέθεταν την επιζητούμενη και αξιοζήλευτη πείρα. 

Για το παρελθόν αυτό ήταν λογικό να συμβαίνει, αφού η γνώση, τα βιώματα δηλαδή, που αποκτούσε κανείς από τη μακρόχρονη πορεία του σε οποιονδήποτε τομέα του πρόσφερε την ικανότητα να ανταποκρίνεται καλύτερα σε παρόμοιες καταστάσεις που με βεβαιότητα συναντούσε κατ’ επανάληψη στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Η γνώση ανανεωνόταν με αργά βήματα και σε καμιά περίπτωση δεν επέφερε συγκλονιστικές ανατροπές στο χώρο της παραγωγικής διαδικασίας, της πολιτικής και της οικονομίας. Σε μια τέτοια πραγματικότητα εκείνος που διέθετε πείρα μπορούσε να ανταποκριθεί πιο άμεσα, πιο ουσιαστικά και ίσως πιο ποιοτικά από εκείνον που πρωτοσυναντούσε ένα πρόβλημα. 

Σκεφτείτε για παράδειγμα τον χώρο της πολιτικής. Κυρίαρχο στοιχείο και πυρήνας γύρω από τον οποίο περιστράφηκε υπήρξε, για περίπου διακόσια χρόνια, το εθνικό κράτος. Μέσα σε αυτό διαμορφώθηκαν συγκεκριμένες δομές, εμφανίστηκαν συγκεκριμένα προβλήματα και λειτούργησαν συγκεκριμένες προοπτικές. Ένας πολιτικός, μεγάλης ηλικίας, είχε το πλεονέκτημα της εμπειρίας επαναλαμβανόμενων καταστάσεων και δεδομένων κρίσεων, ευκαιριών και κινδύνων. Κι αυτό όχι απλώς σε εσωτερικά ζητήματα αλλά και σε επίπεδο διμερών σχέσεων. Όσο πιο πεπειραμένος ήταν τόσο πιο εύκολα και ορθά μπορούσε να αντιμετωπίσει οτιδήποτε προωθώντας τις καταλληλότερες λύσεις. Λογικά, λοιπόν, η εμπιστοσύνη παρεχόταν με μεγαλύτερη άνεση, από τους περισσοτέρους, σε άτομα αυτού του προφίλ, αφού «Αυτοί ήξεραν καλύτερα». 

Το ίδιο συνέβη και σε κάθε άλλον τομέα και σε κάθε επίπεδο. Η πείρα υπήρξε μια από τις σημαντικότερες δυνάμεις στην ανθρώπινη ιστορία. Σήμερα ο πρωταγωνιστικός ρόλος της δεν υφίσταται και αυτό αποδεικνύεται διαρκώς και σε κάθε επίπεδο και κάποτε γίνεται με τρόπο επώδυνο και επιβεβαιώνεται από την αδυναμία των έμπειρων ατόμων που κατέχουν θέσεις εξουσίας να δώσουν λύσεις ακόμη και σε απλά προβλήματα της καθημερινότητας. 

Ας τα πάρουμε με τη σειρά για να γίνει κατανοητό. Ήδη έχει γίνει αρκετός λόγος για την ταχύτητα των εξελίξεων και της ανανέωσης, οπότε δε χρειάζεται περισσότερος χώρος ανάλυσης γι αυτό. Εκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι το γεγονός της αχρήστευσης των γνώσεων του παρελθόντος και των εμπειριών που επιφέρει ο ρυθμός μεταβολής των σύγχρονων δεδομένων. Αναλογιστείτε τον όγκο της γνώσης, των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και επιστημονικών αλλαγών που επιβλήθηκαν την τελευταία δεκαετία. Σκεφτείτε, επίσης, την ταχύτητα εμφάνισης νέων δεδομένων, σε κάθε χώρο, που συνεχίζεται ακάθεκτη. Τώρα έχουμε μια βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς την αξία της πείρας στις μέρες μας. 

Ο πολιτικός που μένει προσκολλημένος στα εθνικά πρότυπα και χαρακτηριστικά είναι αδύνατον να αντεπεξέλθει στα σύγχρονα δεδομένα όπου η παγκοσμιοποίηση και οι αρχές της έχουν εδραιωθεί σε μέγιστο βαθμό. Οι πολιτικοί, στην πλειονότητά τους σήμερα, μοιάζουν με ψάρια έξω από το νερό και το μόνο που καταφέρνουν με εξαιρετική επιτυχία είναι να περιορίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους ίδιους αλλά και στη σημασία της πολιτικής ζωής. 

Δείτε το ίδιο και σε άλλους τομείς. Ο εκπαιδευτικός που είναι δέσμιος μεθόδων και αντιλήψεων του παρελθόντος πόσο μπορεί να ανταποκριθεί στοn ρόλο που του επιφύλαξε η πρόοδος; Ο γονιός που ασπάζεται αρχές ξεπερασμένες και που προσπαθεί να διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά του με μεθόδους στηριγμένες στην εμπειρία που αποκόμισε από τους δικούς του γονείς πόσο καλά μπορεί να προετοιμάσει τη σημερινή γενιά; Ο επιστήμονας που έμεινε προσηλωμένος στις γνώσεις και τις τεχνολογίες που του προσφέρθηκαν πριν από μια ή δυο δεκαετίες πόσο μπορεί να προσφέρει σε οποιαδήποτε θέση; 

Όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του θα οδηγηθεί σε ανάλογα συμπεράσματα. Όλες οι ομάδες ανθρώπων, στον αναπτυγμένο κόσμο, αντιμετωπίζουν καθημερινά νέα και, για τους περισσοτέρους, απρόσμενα και γι αυτό ακατανόητα δεδομένα. Η αίσθηση ότι η πείρα δεν μπορεί σήμερα να ανταποκριθεί παρά σε έναν καθαρά συμβουλευτικό ρόλο εξαπλώνεται, καταλαμβάνει κάθε χώρο δράσης και γίνεται αποδεκτή όλο και πιο εύκολα. 

Ρίξτε μια ματιά στα διοικητικά συμβούλια των κορυφαίων εταιρειών κάθε κλάδου, προσπαθήστε να ανακαλύψετε πού κρύβεται το μυστικό της Υπερδύναμης, συνειδητοποιήστε ποιοι βρίσκονται πίσω από κάθε επιτυχημένη καινοτομία και θα καταλήξετε σε ένα και μοναδικό αποτέλεσμα, Νέοι και πάλι νέοι άνθρωποι. Αυτοί αποτελούν τον κινητήριο μοχλό της εποχής. Αντιπαρατάσσοντας τη σύγχρονη γνώση στην πείρα των προηγούμενων γενιών καταφέρνουν να καταλαμβάνουν όλο και πιο σημαντικά πόστα. Είναι οι δημιουργοί του καινούριου και παράλληλα των εμπειριών που τους χρειάζονται για μία και μόνο στιγμή. Αμέσως μετά εγκαταλείπουν την εμπειρία που ουσιαστικά οι ίδιοι δημιούργησαν για να βαδίσουν ολοταχώς στο επόμενο καινούριο. Ο μέσος όρος ηλικίας των στελεχών των μεγάλων επιχειρήσεων έχει μειωθεί ταχύτατα τις τελευταίες δεκαετίες, η αξιοποίηση νέων «ταλέντων» στην έρευνα και στη διοίκηση αποτελεί βασική αρχή στις ΗΠΑ, πιτσιρικάδες με κοτσίδες και σκουλαρίκια στο αφτί και στη μύτη δουλεύοντας ή μάλλον κάνοντας το κέφι τους μέσα σε «γκαράζ» οδήγησαν στην ψηφιακή επανάσταση και συνεχίζουν να το κάνουν, χωρίς τυμπανοκρουσίες και στόμφο. 

Και για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό; Μήπως γιατί οι σημερινοί νέοι είναι έμπειροι με την παραδοσιακή έννοια του όρου; Σίγουρα όχι. Συμβαίνει, επειδή οι συσχετισμοί έχουν ριζικά μεταβληθεί. Δεν είναι πια η πείρα που οδηγεί τις εξελίξεις αλλά νέες δυνάμεις που πηγάζουν από το παρόν και όχι από το μακρινό παρελθόν. Και αυτό το… «μακρινό παρελθόν» συρρικνώνεται διαρκώς. Δεδομένα πενταετίας στον χώρο της Πληροφορικής, της Ιατρικής, της Βιοτεχνολογίας θεωρούνται ξεπερασμένα και πρωτόγονα. Κάποτε για να συμβεί αυτό έπρεπε να μεσολαβήσουν αρκετές δεκαετίες. Η εποχή μας επιφύλαξε για την πείρα έναν δευτερεύοντα ρόλο και προσέδωσε τον πρωταγωνιστικό σε αξίες διαφορετικές. 

Σήμερα η εξειδικευμένη γνώση, η συνεχής επιμόρφωση, η εξοικείωση με τις τεχνολογίες που ανανεώνονται και η προσαρμοστικότητα έχουν υποκαταστήσει -και ομολογουμένως το έχουν κάνει με μεγάλη επιτυχία- την πείρα αναλαμβάνοντας δυναμικά ρόλο καθοδηγητικό. Εκείνο που χρειάζεται σήμερα μια εταιρεία, μια κοινωνία -κράτος, πόλη, υπερεθνικός οργανισμός- ένα ερευνητικό κέντρο, ένα σχολείο, μια οικογένεια είναι η δυνατότητα παρακολούθησης, ανάλυσης, κατανόησης, αντιμετώπισης και αξιοποίησης του καινούριου και σε αυτό είναι περισσότερο ικανοί να ανταποκριθούν νέοι σε ηλικία και κυρίως σε ιδέες και αντιλήψεις άνθρωποι. 

Αυτό δε σημαίνει ότι το παρελθόν ανήκει στον κάδο απορριμμάτων Όχι, όχι και πάλι όχι. Μια τέτοια άποψη θα μου φαινόταν εξίσου καταστροφική και οπισθοδρομική όσο και οι απόψεις των συντηρητικών ανθρώπων που απεχθάνονται καθετί καινούριο. Η εξέλιξη δεν είναι αποτέλεσμα αποσπασματικών κινήσεων και γεγονότων. Αξιοποιεί πάντα ως βάση το παρελθόν και είναι μια συνεχής πορεία ανανέωσης ενός συνόλου επιτευγμάτων. Οι κατακτήσεις που έχουν προηγηθεί και η σωρευμένη εμπειρία είναι απαραίτητες τόσο όσο και η καινοτομία αλλά αυτό μπορεί να στηριχτεί σε νέες βάσεις. Έχουμε ξεφύγει πια από τις εποχές που κρινόταν απαραίτητος ο βομβαρδισμός των νέων -μαθητών, φοιτητών- με γνώσεις του παρελθόντος. Σήμερα αυτή η γνώση αποτελεί κτήμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών και είναι αποθηκευμένη στα μικροτσίπ τους με τη μορφή εναλλασσόμενων 1 και 0. Και σε αυτή τη γνώση μπορεί να ανατρέξει ο καθένας εύκολα και οποιαδήποτε στιγμή. Δε χρειάζεται, λοιπόν, να καλύπτουμε υπερπολύτιμο χώρο του ανθρώπινου εγκεφάλου παρέχοντάς του την «απλοϊκή» και «πρωτόγονη» γνώση άλλων εποχών. Αν θέλουμε να προσφέρουμε κάτι σήμερα, αυτό είναι η δυνατότητα και η διάθεση για αναζήτηση, επεξεργασία και ώριμη προσέγγιση κάθε δεδομένου, παλιού αλλά και καινούριου. 

Το πρόβλημα θα το έχουν εκείνοι οι νέοι που εμμένουν σε συντηρητικές επιλογές. Θέλουν να γίνουν γιατροί αλλά επιλέγουν ειδικότητες ήδη κορεσμένες όπου μεσουρανούν καταξιωμένοι άνθρωποι. Θέλουν να γίνουν δικηγόροι, μηχανικοί, εκπαιδευτικοί χωρίς όμως και να έχουν να παρουσιάσουν κάτι καινούριο και διαφορετικό, οπότε μάλλον θα δυσκολευτούν στην επαγγελματική πορεία τους. Την ίδια στιγμή υπάρχουν τομείς, ειδικότητες που αναζητούν απεγνωσμένα στελέχη και αδυνατούν να τα εντοπίσουν. Υπάρχουν χώροι που κάνουν δυναμικά την εμφάνισή τους, δείχνουν ικανοί να κυριαρχήσουν και να καθοδηγήσουν τις εξελίξεις αλλά βρίσκονται έξω από τις επιλογές αρκετών νέων. Πρόκειται, βέβαια, για τους νέους εκείνους που λειτουργούν με βάση το παρελθόν κι όχι για εκείνους που κρίνουν με βάση τις προοπτικές. 

Τα πράγματα αλλάζουν. Ήδη έχουν αλλάξει αλλά βέβαια όλο αυτό το κλίμα δεν είναι ανάγκη να εξελιχθεί σε ένα νέο είδος ρατσισμού, κατά των ηλικιωμένων αυτή τη φορά, που θα καταλάβει τη θέση εκείνου που θεωρούσε τους νέους ανώριμους, ανοργάνωτους και άρα υποδεέστερους και ανάξιους εμπιστοσύνης. Και δεν είναι ανάγκη να εξελιχθεί σε κάτι τέτοιο γιατί ο καθένας, ανεξάρτητα από την ηλικία του, έχει τη δυνατότητα της εξέλιξης και της ανανέωσης των γνώσεων και των ιδεών του, αρκεί βεβαίως να χαρακτηρίζεται και από τη διάθεση γι αυτό. 

Όταν η Ζέτα κι εγώ ανοίγαμε το δικό μας φροντιστήριο ήμουν είκοσι πέντε ετών κι εκείνη είκοσι τεσσάρων. Όλοι μάς έλεγαν ότι προχωρούσαμε στη μεγαλύτερη αποκοτιά της ζωής μας, αφού «η ηλικία μας “εξασφάλιζε” έλλειψη εμπιστοσύνης από γονείς και παιδιά και άρα παταγώδη αποτυχία». Ήταν μια περίοδος που οι καθιερωμένοι και έμπειροι καθηγητές βρίσκονταν στο τέλος της τέταρτης ή και της πέμπτης δεκαετίας τους. Μετά από χρόνια αισθάνομαι τυχερός που κλείσαμε τα αυτιά μας στις Κασσάνδρες των οποίων η διάψευση δεν πήρε πολύ καιρό. Ένα τρίμηνο ήταν αρκετό για να γίνει σε πολλούς αντιληπτό ότι η πείρα είχε ήδη αρχίσει να χάνει μάχες.


Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου

ΑΥΓΗ στον Αγιόκαμπο
Λατρεύω να διαβάζω την ΑΥΓΗ. Δηλαδή, δε λατρεύω το πολύ πρωινό διάβασμα. Το βρίσκω τρομακτικό. Το μόνο που λατρεύω το πρωί είναι ο ύπνος και το χουζούρι. Εννοώ ότι μου αρέσει να διαβάζω την πιο σατιρική εφημερίδα που υπήρξε ποτέ και απλώς τυχαίνει να λέγεται «Η ΑΥΓΗ». Το λατρεύω όσο παλιά λάτρευα τα Μίκυ Μάους και λίγο αργότερα τον Αστερίξ, το MAD… Μου προκαλεί χαρά και πολύ συχνά γέλιο αφόρητο. Γέλιο που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε νευρικό κλονισμό. Αν μάλιστα διέθετα περισσότερο χρόνο, θα μπορούσα να γράφω καθημερινά μια ολόκληρη εφημερίδα με εύθυμα σχόλια για το περιεχόμενό της. 
Πολύ συχνά βρίσκω διαμαντάκια στην «ΑΥΓΗ». Νομίζω ότι δεν ήταν πάντα έτσι. Θυμάμαι ότι τα πολύ παλιά χρόνια τη θεωρούσαν πολύ σοβαρή εφημερίδα και την αντιμετώπιζαν ως την εφημερίδα της διανόησης. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις με μαύρο δάκρυ και σπαρακτικούς λυγμούς. Έχω την αίσθηση ότι η απόλυτη κατρακύλα άρχισε με την αναρρίχηση στην εξουσία της ΠφΑ. Κάπου εκεί νομίζω ότι χάθηκε η μπάλα. Η εφημερίδα κλήθηκε να στηρίξει την κυβερνητική πολιτική μιας παράταξης που ισχυριζόταν -και όχι μόνο ισχυριζόταν- ότι εκπροσωπούσε την Αριστερά. Φέξε μου και γλίστρησα, δηλαδή. 
Διαβάζω στο σημερινό φύλο: «Μήπως ήρθε, επιτέλους, η ώρα; Να «επιστρέψει» ο ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές του;» αναρωτιέται η πιο σατιρική εφημερίδα όλων των εποχών. 
Δείχνει σοβαρός προβληματισμός αλλά δεν είναι, και ένας έμπειρος αναγνώστης (της), όπως εγώ, δεν την πατάει εύκολα. Κάπως έτσι γίνεται πάντα και ο έμπειρος αναγνώστης (δηλαδή εγώ) κρατάει πλέον μικρό καλάθι. Αποφεύγει τα κοφίνια, γιατί έχει καταλάβει ότι αυτοκριτική και Αριστερά δε συναντιούνται ποτέ. Οπότε απλώς συνεχίζει την ανάγνωση και δεν αργεί να το διαπιστώσει για μια ακόμη φορά. 
Συνεχίζει η καλή εφημερίδα: «Όχι ότι απομακρύνθηκε δηλαδή ή ότι τις λησμόνησε. Απλώς κάποια από τα ζητήματα που απορρέουν απ’ αυτές τις αρχές, τις πάγιες, τις ιδρυτικές, τα «παραμέρισε». Για λόγους τακτικής, εκτιμώντας ενδεχομένως τους όχι και τόσο ευμενείς συσχετισμούς, τα άφησε στην άκρη. Προσωρινά.». 
Η αντίφαση των αντιφάσεων. Αν κάποια στιγμή διοργανώνονταν καλλιστεία αντιφάσεων, η συγκεκριμένη, με χαρακτηριστική άνεση, θα καταλάμβανε την πρώτη θέση. Μiss Univerce, και βάλε.
Δηλαδή, ρε μάστορα, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απομακρύνθηκε από τις αρχές του και δεν τις λησμόνησε, γιατί να πρέπει να επιστρέψει σε αυτές; Α ναι, πρέπει να επιστρέψει, γιατί τις «παραμέρισε». Και τι σημαίνει αυτό βρε λαοπλάνε; Σε μια ανθρώπινη και κυρίως ελληνική γλώσσα σημαίνει ότι τις άφησε στην άκρη, τις προσπέρασε, τις παραγκώνισε, τις υποσκέλισε, τις περιθωριοποίησε και άρα συνέχισε τον δρόμο του χωρίς αυτές. Κι όταν συνεχίζεις τον δρόμο σου έχοντας αφήσει κάτι στην άκρη, δεν απομακρύνεσαι από αυτό; Τι κάνεις; Το έχεις εκπαιδεύσει να σε ακολουθεί από απόσταση; Τι είναι οι αρχές; Σκύλος είναι, να σου είναι πιστές για πάντα; Μα τότε δε θα λέγαμε ότι «ο σκύλος είναι ο πιο πιστός φίλος του ανθρώπου». Θα λέγαμε ότι «οι αρχές είναι ο πιο πιστός φίλος του ανθρώπου» αλλά δεν το λέμε κι έχουμε λόγους που δεν το λέμε έτσι το ρημάδι. 
Οι αρχές δεν ακολουθούν τον άνθρωπο. Ούτε κανέναν άλλον ακολουθούν. Και φυσικά, δεν μπορεί να ακολουθούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Το αντίθετο μπορεί να συμβαίνει. Ένας άνθρωπος, ένα κόμμα, μια οργάνωση, μια κυβέρνηση, ένας θεσμός, μια κοινωνία μπορεί να ακολουθούν κάποιες αρχές. Καλές ή κακές, πάντα και σε οτιδήποτε σκεφτόμαστε, επιλέγουμε, πράττουμε, υφίστανται αρχές. Και αυτές δεν είναι δεδομένες. Σήμερα έχουμε τις τάδε αρχές και αύριο έχουμε κάποιες άλλες. Κάποτε αυτό είναι θετικό ενώ άλλοτε είναι τόσο βδελυρό, επαχθές, απεχθές, επονείδιστο και μη βιώσιμο, όσο και το χρέος, το οποίο, όπως μας υποσχέθηκαν κάποιοι, θα έσβηνε μονοκοντυλιά. Κι αυτό έχει να κάνει με την πορεία, με το περιβάλλον, τους εκάστοτε στόχους και φυσικά- και πάνω από όλα- με τα συμφέροντα. Κυρίως αυτά καθορίζουν την ποιότητα των αρχών σε κάθε επίπεδο. 
Οπότε δεν θέλει και μεγάλο προβληματισμό. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ συνεταιρίστηκε (χωρίς κανένα εισαγωγικό) με τους ΑΝΕΛ, οι παλιές αρχές και του ενός και του άλλου κόμματος πήγαν περίπατο. Το συμφέρον της στιγμής οδήγησε σε μια συνεργασία, η οποία και για τη μια και για την άλλη πλευρά, ακόμη και λίγες εβδομάδες πριν το βράδυ των εκλογών, θα λογιζόταν ως έκτρωμα και θα αποτελούσε αφορμή ξεσηκωμού των πιστών οπαδών και ψηφοφόρων τους. Όταν συνέβη, απλώς τα πράγματα είχαν αλλάξει. Το κοινό συμφέρον -αναρρίχηση στην εξουσία- οδήγησε σε αγκαλιές, φιλιά και υιοθέτηση κοινών αρχών δυο ανθρώπους και πολιτικούς χώρους που μέχρι τότε ισχυρίζονταν ότι ανήκουν σε διαφορετικά αξιακά στρατόπεδα. Με απλά λόγια, οι αρχές υπάρχουν για να εγκαταλείπονται και αυτό συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις. Εξαιρέσεις υπάρχουν αλλά είναι λίγες. 
Η Αριστερά δεν ξέφυγε από τον κανόνα και, βέβαια, αυτή, ιστορικά, δεν ήταν η πρώτη φορά. Το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι διαψεύστηκαν και διαψεύστηκαν οικτρά, όμως, και αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά. Για τους συγκεκριμένους η Αριστερά έχει πάψει να είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Τέτοιος παραμένει ο σκύλος.



Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Ποιος φοβάται την Καταλονία;

Οι αυτονομιστικές - αποσχιστικές τάσεις που παρατηρούνται σε διάφορες ευρωπαϊκές περιοχές (Καταλονία, Βένετο, Λομβαρδία, Σκοτία, Φλάνδρα, Χώρα των Βάσκων είναι ορισμένες μόνο από αυτές), για πολλούς, συνιστούν μια απειλή για την ΕΕ. 
Με μια πρώτη ματιά, μπορεί και να δείχνουν έτσι. 
Μια πιο προσεκτική, όμως, ματιά μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές σκέψεις και συμπεράσματα. 

Για ποιον λόγο να αντιμετωπίζεται η αυξανόμενη διάθεση ανεξαρτησίας, αυτονομίας, απόσχισης ή όπως αλλιώς την ονομάσουμε μιας περιοχής από ένα "εθνικό κράτος" ως απειλή για την Ευρωπαϊκή Ένωση; 
Το γεγονός, βέβαια, ότι αρκετές από αυτές τις κινήσεις καθοδηγούνται από ακροδεξιά στοιχεία είναι πολύ λογικό να μας βάζει σε άλλες σκέψεις... 

Αν το σκεφτούμε με μεγαλύτερη ψυχραιμία, οι συγκεκριμένες τάσεις δε δείχνουν και τόσο αντιευρωπαϊκές. Άλλωστε τόσο οι Καταλανοί όσο και οι Σκοτσέζοι το δηλώνουν ξεκάθαρα. Επιθυμούν ανεξαρτητοποίηση ή αυτονομία από την Ισπανία οι πρώτοι ή από τη Βρετανία οι δεύτεροι ενώ ταυτόχρονα εκφράζουν ανοιχτά τη διάθεσή τους να συνεχίσουν να αποτελούν -ως ανεξάρτητες οντότητες πλέον- μέλη της ΕΕ. 
Δε δείχνει και πολύ απειλητικό για την Ένωση, ε; 

Αν, λοιπόν, κάτι απειλούν -και σίγουρα το κάνουν- αυτό δεν είναι η Ευρώπη αλλά τα παραδοσιακά εθνικά κράτη και τις δομές τους. Ίσως, πρέπει να αντιμετωπίσουμε μέσα από διαφορετικό πρίσμα και λίγο πιο σοβαρά παρόμοιες κινήσεις, οι οποίες όχι μόνο δε φαίνεται να ατονούν αλλά εντείνονται διαρκώς και πιθανώς θα το κάνουν με μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση στο άμεσο μέλλον. 
Αν το κλίμα που διαμορφώνεται, μας προτρέπει να κουνήσουμε το μαντήλι του αποχαιρετισμού σε κάποιον, αυτός δε θα είναι η ΕΕ αλλά το εθνικό κράτος, τουλάχιστον έτσι όπως το γνωρίζαμε. 

Το σκηνικό που έχει στηθεί μου θύμισε σκέψεις που είχα αναλύσει πριν μια δεκαετία περίπου στο "Εγχειρίδιο Επιβίωσης" και στο κεφάλαιο "Τα κέντρα εξουσίας αλλάζουν χέρια", όπου σε μια προσπάθεια ανάλυσης του τι θα ακολουθήσει το τέλος του εθνικού κράτους έγραφα: 

"...Η διεύρυνση του χώρου, στον οποίο καλείται να ζήσει η νέα γενιά, δε θα πρέπει να προκαλεί τον παραμικρό πανικό. Η αίσθηση της μηδαμινότητας που είναι πολύ πιθανό να χαρακτηρίζει τους περισσοτέρους (στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης) είναι σίγουρο ότι θα αναζητήσει αντίδοτο και σταθερές για τον έλεγχο της «χαώδους» κατάστασης που διαμορφώνεται. 
Τόσο μεγάλα και πολυσύνθετα ανθρώπινα σύνολα πάντα προκαλούσαν δυσχέρειες ως προς την οργάνωση και διοίκησή τους και, όπως είναι φυσικό, το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Ήδη οι πρώτες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά και εκείνων του Νότου έκαναν επανειλημμένα την εμφάνισή τους στα διάφορα όργανα της Ένωσης και κάποτε χρειάστηκαν έντονες συζητήσεις και σημαντικές υποχωρήσεις από κάποιους, ώστε οι διαφορές να ξεπεραστούν. 
Και το μέλλον, όμως, δείχνει να επιφυλάσσει αρκετές αντιπαραθέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, κάτι που καθιστά αναγκαία την κατανομή αρμοδιοτήτων σε περιφερειακό επίπεδο. Μ’ αυτόν τον τρόπο είναι πολύ πιθανή μια αναγέννηση και ενδυνάμωση της τοπικής κοινότητας (χωριό, πόλη, επαρχία, περιφέρεια), η οποία φαίνεται και η μόνη ικανή να διαχειριστεί άμεσα και σωστά τα προβλήματα και τις ιδιαιτερότητες των πολιτών των διάφορων και κυρίως των απομακρυσμένων περιοχών της ΕΕ. 

Ουσιαστικά -και ίσως αυτό να είναι το μόνο εφικτό σχήμα- ο Ευρωπαίος πολύ σύντομα θα έχει δυο σημαντικά σημεία αναφοράς με διαφορετικό ρόλο και για διαφορετικούς λόγους το καθένα. 
Από τη μια, θα μπορεί να αισθάνεται ότι ανήκει σε έναν ισχυρό οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό μηχανισμό ικανό να του εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης και άμυνας στις ορατές προκλήσεις του μέλλοντος. Θα έχει την άνεση να κινηθεί και να εγκατασταθεί οπουδήποτε μέσα στα όρια της Κοινότητας αξιοποιώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εφόδιά του αλλά και τις ευκαιρίες που θα παρουσιάζονται, εξασφαλίζοντας έτσι περισσότερες προϋποθέσεις για επιτυχία στις επιδιώξεις του. Το συγκεκριμένο, υπερεθνικό, κέντρο θα καθορίζει τις γενικές αρχές της πορείας που θα ακολουθεί η νέα οντότητα καθώς και τους ευρύτερους στόχους του συνόλου. Θα έχει την ευθύνη της εξωτερικής πολιτικής, της ασφάλειας, θα επιβλέπει θέματα σχέσεων μεταξύ των μελών του και ίσως θα προφυλάσσει τον πολίτη σε θέματα σχέσεών του με κάθε εξουσία. 
Από την άλλη, ο Ευρωπαίος πολίτης θα έχει τη δυνατότητα να αναφέρεται σε μια πολύ μικρότερη κοινότητα, αδιάσπαστο τμήμα της ΕΕ, στην οποία θα μπορεί να νιώθει κοινωνικά ασφαλής, αφού τα όρια εδώ θα είναι πιο... ανθρώπινα και ασυγκρίτως πιο συμβατά με τις νοοτροπίες και τον τρόπο ζωής του παρελθόντος. Η διαφορά θα είναι ότι η τοπική κοινωνία -διαθέτοντας περισσότερες αρμοδιότητες σε σχέση με το παρελθόν- θα είναι ικανή να καλύπτει τις ιδιαιτερότητες και να ρυθμίζει τον τρόπο ζωής των μελών της, χωρίς αναγκαστικά να επιβάλλει ένα και μοναδικό πλαίσιο αποφασισμένο από κάποιο απρόσωπο και απομακρυσμένο από την καθημερινότητα κέντρο λήψης αποφάσεων. Θέματα πολιτισμού, εκπαίδευσης, πρόνοιας, υγείας θα βρίσκονται υπό τον έλεγχο της τοπικής κοινότητας και θα προσαρμόζονται στις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής. Ο έλεγχος θα βρίσκεται στα χέρια των πολιτών, αφού οι αντιπρόσωποί τους θα προέρχονται, όπως και σήμερα, από τους κόλπους της κοινότητας αλλά θα διαθέτουν περισσότερες εξουσίες με στόχο τη διευκόλυνση της καθημερινότητας του πολίτη..."