Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Οι λέξεις τελείωσαν…

Η ελληνική γλώσσα είναι από τις πιο πλούσιες του κόσμου. Αυτό λογικά σημαίνει ότι προσφέρει εναλλακτικές λύσεις τόσο σκέψης όσο και έκφρασης ακόμα και λεπτών διαφορών. Προσφέρει άπειρους συνδυασμούς σε εκείνον που διαθέτει φαντασία, δημιουργικότητα, καινοτομία. Κι αυτό, λογικά και πάλι, σημαίνει ότι, αν κάποιος επαναλαμβάνεται ανιαρά και αναμενόμενα, δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Το ένα είναι ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα, ότι είναι αγράμματος ή ακαλλιέργητος ή και τα δυο μαζί. Σημαίνει ότι είναι άνθρωπος μέτριων δυνατοτήτων ως προς τη σκέψη και τις επιλογές. Το δεύτερο είναι ότι μπορεί μεν να γνωρίζει την ελληνική αλλά δεν έχει και πολλά να πει, οπότε και επαναλαμβάνει την … επανάληψη. Το τρίτο, όσο κι αν το ψάχνω, αδυνατώ να το εντοπίσω κι αυτό συμβαίνει για έναν και μοναδικό λόγο. Συμβαίνει, γιατί «τρίτο» στη συγκεκριμένη περίπτωση απλώς δεν υπάρχει.
Αν στα παραπάνω έχω δίκιο, τότε ζήτω που καήκαμε. Να το πω ξεκάθαρα. Ποσώς με ενδιαφέρει αν οι παραπάνω αδυναμίες χαρακτηρίζουν τον συμπαθέστατο, κατά τα άλλα, τύπο που μαζεύει τα σκουπίδια της γειτονιάς, τον αξιοπρεπέστατο μετανάστη που σκάβει για να συνδεθεί ο απέναντι με το φυσικό αέριο ή τον ενοχλητικότατο παλιατζή που τριγυρνάει με το φορτηγάκι του ουρλιάζοντας μέσα από μιας άθλιας ποιότητας ντουντούκα. Η γλωσσική ανεπάρκεια αρκετών συνανθρώπων μας μπορεί να μου προκαλεί στενοχώρια αλλά καμιά αγωνία. Όταν, όμως, οι γλωσσικές αδυναμίες συνδέονται με τους πρωταγωνιστές της προεκλογικής περιόδου, τότε η κατάσταση γίνεται ανησυχητική.
Το ζήτημα, σε αυτή την περίπτωση, είναι ότι οι πολιτικοί δεν έχουν τίποτα καινούριο να πουν. Οι λέξεις τελείωσαν γι αυτούς. Κι επειδή οι λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος είναι ο καθρέφτης της ποιότητας του χαρακτήρα και της σκέψης του, καταλήγω σε πολύ αγωνιώδη συμπεράσματα. Αν οι επαναλαμβανόμενες ασυνάρτητες κοινοτοπίες που εκστομίζουν είναι αποτέλεσμα αγραμματοσύνης και υποκουλτούρας, σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι έχουν ελάχιστες δυνατότητες να οδηγήσουν τη χώρα σε έξοδο από την κρίση. Μπορεί να έχουν όλη την καλή διάθεση αλλά είναι ανεπαρκείς. Μέτρια γλωσσική κατάρτιση σημαίνει αδυναμία κατανόησης των πολύπλοκων εξελίξεων, δείχνει αδυναμία ανάλυσης των απαιτήσεων και σίγουρα δηλώνει αδυναμία συνεννόησης με τους δανειστές μας. Οι συγκεκριμένοι, αν αναρριχηθούν στην εξουσία, είναι αδύνατον να πείσουν για την ορθότητα των θέσεών μας και άρα να προωθήσουν τα συμφέροντά μας. Γι αυτό το λόγο, το μόνο που κάνουν είναι να καταφεύγουν στο ασφαλές γι αυτούς λιμάνι του λαϊκισμού.
Αν, από την άλλη, η κενότητα και ασυναρτησία του πολιτικού λόγου οφείλεται σε έλλειψη νέων ιδεών, δε χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Αν εκείνοι που διεκδικούν την ψήφο μας, έχουν στερέψει από απόψεις, από οράματα που να ανταποκρίνονται στα δεδομένα των καιρών, σημαίνει ότι είναι εξίσου ανεπαρκείς και επικίνδυνοι με τους προηγούμενους. Εύκολα καταλαβαίνει ο καθένας ότι οι πολιτικοί ήδη σκέφτηκαν όσα μπορούσαν να σκεφτούν, ήδη πρότειναν-υποσχέθηκαν όσα μπορούσαν να υποσχεθούν και μάλλον ήδη έπραξαν όσα μπορούσαν να πράξουν. Ο λαϊκισμός είναι και πάλι το καταφύγιο.
Οι πολιτικοί, με πολύ απλά λόγια, δε μας λένε κάτι καινούριο, γιατί, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αδυνατούν και να το σκεφτούν. Όσο κι αν το ψάχνουν, δεν έχουν εντοπίσει κάτι νέο. Όσο περισσότερο φωνάζουν τόσο πιο έντονα δηλώνουν τη μετριότητά τους απέναντι στην πραγματικότητα που οι ίδιοι -ή έστω άλλοι με τα ίδια όμως μυαλά- μας έχουν οδηγήσει. Ακόμα πιο απλά. Αφού ακούμε όσα έχουμε ξανακούσει άπειρες φορές, το ίδιο θα γίνει και με όσα θα γίνουν στο εξής, αν ο σοφός λαός αποφασίσει να στείλει στο Κοινοβούλιο όσους ήδη βρίσκονται σ’ αυτό. Το ίδιο θα συμβεί κι αν στείλει στη Βουλή άλλους που όμως, έχουν τα ίδια μυαλά.
Όσο πλησιάζει η ώρα των εκλογών ελπίζω σε ένα μόνο. Ελπίζω ότι έχουμε πια καταλάβει ότι όσα ακούμε, δεν τα ακούμε για πρώτη φορά. Ότι όσες φορές κι αν ειπωθούν τα ωραία λόγια δεν πρόκειται να αλλάξουν το παραμικρό. Η αλλαγή δε χρειάζεται λόγια αλλά ενέργειες. Όλα αυτά είναι ωραία λόγια αλλά τα ακούμε από τους πολιτικούς μας από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτή ακριβώς η επανάληψη τα έχει καταστήσει κενά όσο και μια σαπουνόφουσκα, βαρετά όσο και τα τηλεοπτικά σήριαλ. Κανέναν δεν ξεσηκώνουν παρά μόνο τους χρόνια ηλίθιους. Ελπίζω -με ελάχιστες πιθανότητες να συμβαίνει τελικά- ότι αυτοί είναι λίγοι.
«Οι λέξεις τελείωσαν για τους πολιτικούς». Ή μάλλον, τώρα που το καλοσκέφτομαι «οι ωραίες λέξεις τελείωσαν» γι αυτούς. Υπάρχουν, όμως, εκείνες που δεν ακούγονται τόσο όμορφα στα αφτιά μας, υπάρχουν εκείνες που λένε για θυσίες, που υπενθυμίζουν ότι πρέπει να φανούμε εντάξει στις υποχρεώσεις που έχουμε αναλάβει, εκείνες που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τις δυσκολίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Υπάρχουν εκείνες που εκφράζουν ρεαλισμό. Και υπάρχουν και πολιτικοί που δε φοβούνται να τις χρησιμοποιήσουν, αλλά είναι ελάχιστοι. Αν καταφέρουμε να τους εντοπίσουμε -έστω την τελευταία στιγμή- και να τους στηρίξουμε, ίσως μπορούμε να ελπίζουμε. Οι λέξεις μπορεί να τελείωσαν αλλά τώρα, έτσι κι αλλιώς, είναι η ώρα της δράσης από μέρους μας και η ψήφος μας μπορεί να είναι πιο ηχηρή από χιλιάδες, κενές λέξεις. 
Καλή ψήφο!

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Πάμε εκδρομή;

Οι περιγραφές μαθητών μου από την πρόσφατη τριήμερη εκδρομή του σχολείου τους στην Αθήνα μου προκαλούν ανατριχίλα! Η διασκέδαση είχε κυριαρχήσει, φυσικά. Την πρώτη βραδιά σε ρεμπετάδικο. Πολύ λογικό! Όλα τα δεκαπεντάχρονα άλλωστε «κόβουν φλέβες» για το ρεμπέτικο τραγούδι. Την επομένη, σε γνωστό «ναό» της λαϊκής(;) διασκέδασης, φίρμες της εποχής «ψυχαγώγησαν» τους νεαρούς θαμώνες με ποιοτικά άσματα, όπως την ανείπωτης παιδαγωγικής αξίας ζεϊμπεκιά, «Που…άνα[1] στην ψυχή»! Στη συγκεκριμένη έξοδο αρκετές μαθήτριες εμφανίστηκαν με ενδυμασία που είχε κάτι από τον τίτλο του τραγουδιού. Η επιστροφή από τη μεγαλειώδη αυτή φυγή σημαδεύτηκε από την, εκ παραδρομής, εγκατάλειψη, σε πάρκινγκ της εθνικής, δεκαπεντάχρονου μαθητή, τον οποίο λίγο αργότερα περισυνέλεξε σε κατάσταση σοκ περιπολικό της αστυνομίας. Μάλλον κάτι δεν πάει καλά με τις μαθητικές εκδρομές. Ε;
Την ίδια στιγμή το Υπουργείο Παιδείας προσπαθεί να αναβαθμίσει τις σχολικές εκδρομές αλλά και να τις αξιοποιήσει ως μοχλό τόνωσης της «βαριάς βιομηχανίας» της χώρας μας, του τουρισμού. Μάλιστα, δημιούργησε ψηφιακή διαδραστική πλατφόρμα πληροφόρησης και επικοινωνίας σχολείων και μαθητών (http://schools-go-greece.sch.gr/), στην οποία κυριαρχεί το σύνθημα: «Και στις σχολικές εκδρομές πάμε Ελλάδα». Με αυτή την αφορμή η Υφυπουργός Παιδείας δήλωσε: «Οι μαθητές μέσω των σχολικών εκδρομών έχουν την ευκαιρία και το προνόμιο να γνωρίσουν το μοναδικό φυσικό πλούτο της χώρας μας (το κέντρο της Αθήνας μάλλον αποτελεί σημείο αναφοράς υπέρτατου φυσικού κάλλους), την πολιτιστική κληρονομιά μας (το «Που…άνα στην ψυχή» ίσως αποτελεί την επιτομή της πολιτιστικής διαδρομής μας) αλλά και να αναπτύξουν την κοινωνικότητα τους (πιθανώς ασκώντας τη γλώσσα του σώματος με λικνίσματα πάνω στα τραπέζια μπουζουξίδικων[2]) ...».
Οι μαθητές έχουν ανάγκη από τις εκδρομές. Έχουν ανάγκη από την εκδρομή που θα τους προσφέρει γνώση (ως προς τις σύγχρονες μορφές διασκέδασης;), τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με το φυσικό περιβάλλον της χώρας τους, την Ιστορία (που δεν ξεκινάει με την εμφάνιση της Άννας Βίσση[3] στις πίστες), την Τέχνη (που δεν ταυτίζεται με την εμφάνιση του Σάκη[4] και της Καλομοίρας στη Eurovision), τον πολιτισμό τους (που δεν αναδεικνύεται από τους σύγχρονους «ναούς» των μπουζουξίδικων), την επαφή με τον πολιτισμό άλλων λαών (όχι αποκλειστικά των Πακιστανών και Αφγανών της Ομόνοιας), με τους οποίους καλούνται να συνυπάρξουν. Έχουν ανάγκη από εκδρομές που θα συμβάλλουν στην κοινωνικοποίησή τους. Εννοείται ότι η ξεγνοιασιά και η διασκέδαση πρέπει να αποτελούν στοιχείο των μαθητικών αποδράσεων, με τρόπο όμως που θα βοηθά στην αναβάθμιση και αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου.
Ωραία όλα αυτά, όμως, δείχνουν να κινούνται σε χώρους φαντασίας. Η πραγματικότητα άλλα λέει. Οι περισσότερες σχολικές εκδρομές έχουν μετατραπεί σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για «ξεσάλωμα» μακριά από τον έλεγχο των γονιών, μάλλον και των συνοδών εκπαιδευτικών. Η διασκέδαση που προτείνουν και προσφέρουν στους μαθητές συχνά, δεν είναι παρά έκφραση χυδαιότητας που αναπαράγει πρότυπα υποκουλτούρας μετατρέποντας τους εφήβους σε μικρομέγαλες γραφικές όσο και γελοίες φιγούρες. Οι επισκέψεις σε χώρους πολιτισμού, χωρίς ουσιαστική οργάνωση και προετοιμασία, συνήθως μετατρέπονται σε τυπικές, ανιαρές, κουραστικές βόλτες και σε αγώνες δρόμου ταχύτητας, χωρίς κανέναν παιδαγωγικό και καλώς εννοούμενο ψυχαγωγικό χαρακτήρα. Όλα αυτά μπορεί να συναρπάζουν αρκετούς μαθητές, όπως και καθετί εύκολο και απλοϊκό άλλωστε, αλλά δεν τους προσφέρουν και πολλά...
Είναι καιρός να αναθεωρηθούν σε σημαντικά σημεία οι μαθητικές εκδρομές, στις οποίες συμμετέχουν όλο και λιγότεροι μαθητές, ώστε να ξαναβρούν κάτι από τη χαμένη αίγλη και το ρόλο τους. Κάτι τέτοιο, όμως, δε θα συμβεί απλώς με το να προσδίδουμε σ’ αυτές βαρύγδουπους τίτλους του στιλ πολιτιστικές ή περιβαλλοντικές. Θα συμβεί, όταν το περιεχόμενό τους συμβαδίσει με τους στόχους της εκπαίδευσης, όταν αρχίσουμε να σεβόμαστε την προσωπικότητα των παιδιών και των εφήβων που συμμετέχουν σ’ αυτές. Το Υπουργείο Παιδείας έχει σημαντική ευθύνη και η οργάνωση της ιστοσελίδας για τις σχολικές εκδρομές αποτελεί θετική κίνηση. Ευθύνη όμως έχουν και οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς και κάποια στιγμή ευθύνη πρέπει να αποκτήσουν οι ίδιοι οι μαθητές, ώστε οι σχολικές εκδρομές να ξαναγίνουν… μαθητικές.


1. Από τη λέξη λείπει ένα γράμμα. Το 19ο της αλφαβήτου.
2. Γνωστά τέτοια πολιτιστικά κέντρα σήμερα αποτελούν το «fever» και ο «Βοτανικός» στην Αθήνα, η «Αλεπού» στα Τρίκαλα, το «Buzios» στη Λάρισα κ. α.
3. Αειθαλής ελληνίδα τραγουδίστρια.
4. Τραγουδιστής που έκανε το ντεμπούτο του στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με το τραγούδι «Πάρ’ τα». Κυκλοφορεί και σε λαμπάδα για το Πάσχα.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Ο πήχης ψηλά

«Έχοντας συνείδηση ότι δεν πίστευα, ένιωθα ένοχος ανάμεσα
στους τόσους που πίστευαν. Αποφάσισα να πιστέψω έτσι όπως
παίρνει κανείς μια ασπιρίνη. Δε σου κάνει κακό και γίνεσαι καλύτερος»
Ουμπέρτο Έκο, «Το Εκκρεμές Του Φουκώ»

Κάπως έτσι γίνεται στις περισσότερες περιπτώσεις και το κατεστημένο καταφέρνει να διαμορφώνει με «απόβλητα σοφίας» τις νέες γενιές. Προσωπικά, βέβαια, έχω μια εξαιρετική τύχη που πηγάζει από τη συνύπαρξή μου με νέους μεταξύ των οποίων και κάποιους που αντιστέκονται διαμορφώνοντας νέα πρότυπα. Ανατροπή, αναθεώρηση και εξέλιξη οριοθετούν τη θετική πλευρά της συνύπαρξης με εφήβους - μαθητές. Απόψεις, συμπεριφορές και συναισθήματα συνδυάζονται σε μια διαρκή εναλλαγή συνθέτοντας μια έντονη και καθόλου βαρετή καθημερινότητα, πυροδοτώντας, συχνά, υπερβάσεις ορίων και διαμόρφωση θέσεων εξαιρετικά δυναμικών και κάποτε πρωτότυπων και ελπιδοφόρων. Πάντα κάτι καινούριο εμφανίζεται προκαλώντας έκπληξη, ενθουσιασμό και ανάγκη για επαναπροσδιορισμούς.
Ακόμη και ένα τραγικό γεγονός μπορεί να μετατραπεί σε μήνυμα αισιοδοξίας και δύναμης, στοιχείο που σπάνια συναντάται στην κοινωνία των μεγάλων. Ορισμένα παιδιά, όμως, έχουν αυτή την ικανότητα. Ήταν, εδώ και λίγες μέρες, ο απρόσμενος θάνατος του πατέρα μαθήτριάς μου που μου άνοιξε νέους ορίζοντες και με έθεσε μπροστά σε νέα δεδομένα. Στην προσπάθεια να της δώσω χρονικά περιθώρια αντίδρασης και προσαρμογής στη νέα κατάσταση, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια άποψη που καθόλου δεν περίμενα. «Στενοχωριέμαι» μου είπε και περίμενα να αναφερθεί άμεσα στο γεγονός, «γιατί δεν κατάφερα να ετοιμάσω τη σημερινή εργασία. Θα προσπαθήσω να είμαι εντάξει την επόμενη φορά»! […]
Ακριβώς έτσι! Δεν έβρισκα λόγια. Η Στέλλα είχε καταφέρει να μου θέσει νέα όρια τοποθετώντας τον πήχη πολύ, μα πάρα πολύ ψηλά προκαλώντας το θαυμασμό και το σεβασμό μου! Εδώ, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα, όχι για τη Στέλλα, αλλά για όλους εκείνους τους συνομηλίκους της που άφηνε πίσω της προσπερνώντας τους με μια δρασκελιά. Μου έδειξε τι σημαίνει δύναμη, στόχος και προσπάθεια και δε χρειάστηκε παρά μια φράση και μια στάση απέναντι στην αίσθηση της ευθύνης που μπορεί να χαρακτηρίζει μόνο δυνατούς και κυρίως ελεύθερους ανθρώπους.
Τώρα εγώ πρέπει να μπαίνω σε αίθουσες και να ακούω ατέλειωτης ανοησίας δικαιολογίες από παιδιά που δεν είναι εντάξει στις υποχρεώσεις τους, από παιδιά που κάνουν τα πάντα για να υποβαθμίσουν τον εαυτό τους και την εκτίμηση των υπολοίπων απέναντί τους. «Δεν πρόλαβα, γιατί ετοιμάζομαι για εκδρομή», «Δεν τα κατάφερα, γιατί γύρισα από εκδρομή», «Νιώθω κουρασμένος», «Έχω άγχος», «Ήταν πολύ δύσκολο το συγκεκριμένο θέμα»… Ποια στάση ενδείκνυται απέναντι στα συγκεκριμένα άτομα; Ανοχή; Υποκριτική αποδοχή; Χτύπημα στην πλάτη; Αδιαφορία; Ένα είναι βέβαιο! Καμιά από αυτές τις δικαιολογίες δεν έχει να μου προσφέρει το παραμικρό και κυρίως δεν έχει να προσφέρει στα παιδιά που τις χρησιμοποιούν. Όλες τους καταλήγουν στον «κάδο ανακύκλωσης» με το πάτημα ενός «delete» και χωρίς δεύτερη σκέψη.
Τα πάντα είναι στόχος κι αυτός μετατρέπεται σε οργάνωση που οδηγεί σε συνεχή προσπάθεια. Και δεν αναφέρομαι στα επιφανειακά «θέλω» που ο καθένας διατυπώνει με ιδιαίτερη ευκολία αλλά στην πίστη σε ό,τι ο καθένας επιθυμεί. Γιατί μόνο τότε οι επιθυμίες γίνονται νόημα και γεννούν αγωνιστικότητα, πάθος και δύναμη μπροστά στα εμπόδια, διάθεση αποφυγής μέτριων και απλοϊκών λύσεων. Έτσι, σε κάθε προσπάθεια δίνεται αξία και όχι μιζέρια, χαρά και όχι κατάθλιψη, ελπίδα κι όχι εγκατάλειψη, δύναμη κι όχι κόπωση.
Καθετί άλλο χαρακτηρίζει δούλους, άτομα που χωρίς προσωπικούς στόχους, αναγκάζονται από την εφηβεία τους ήδη να συμβιβαστούν με τα όνειρα των άλλων, με τα «απόβλητα» του περιβάλλοντος. Χαρακτηρίζει ανθρώπους που πάντα θα είναι αυτό που κάποιοι άλλοι θέλουν και που θα αναζητούν δικαιολογίες για την αργοπορία τους, για τις μέτριες επιδόσεις τους, για την έλλειψη διάθεσης απέναντι σε ευθύνες. Άτομα που δε θα τολμήσουν ποτέ να είναι ειλικρινή με τον εαυτό τους, πολύ περισσότερο με τους άλλους.
«Λείπουν τα πρότυπα!» είναι ο μόνιμος ισχυρισμός των περισσοτέρων. Διορθώνω. Λείπουν τα υγιή πρότυπα! Και αυτά «λείπουν» όχι γιατί δεν υπάρχουν γύρω μας αλλά γιατί δεν έχει διάθεση να τα προβάλει η κοινωνία. Ίσως και γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν τη δύναμη να τα αναζητήσουν, γιατί τότε θα έπρεπε και να τα ακολουθήσουν. Οπότε νιώθουν καλύτερα στηρίζοντας μια κατάσταση στάσιμη που γεννά τη γκρίνια, τη μιζέρια, την απαισιοδοξία και πολλές δικαιολογίες επανάπαυσης.
Κι όμως, πρότυπα υπάρχουν παντού και κάποτε αυτά προέρχονται από τις τάξεις των νέων και διαθέτουν τη φρεσκάδα, την καινοτομία και το δυναμισμό που απαιτείται για να προχωράμε. Η επαναδιαπραγμάτευση της θέσης μας απέναντι στα παιδιά μπορεί να είναι βάση για αντίδραση στις κενές θέσεις και απόψεις που προέρχονται από το κατεστημένο. Η Στέλλα και η γενιά της μπορούν να αποτελέσουν πηγή ενέργειας πρωτόγνωρης, μπορούν να μας προσφέρουν τα πρότυπα που έχουμε ανάγκη, αρκεί να τους δώσουμε την ευκαιρία να το κάνουν, να τους αναγνωρίσουμε τη δυνατότητα να διαδραματίσουν αυτό το ρόλο.
Εκείνο το βράδυ γύρισα στο σπίτι με ένα μόνο σκοπό। Ξάπλωσα δίπλα στο γιο μου που κοιμόταν, ένιωσα τη ζεστασιά του, κοίταξα το ήρεμο πρόσωπό του κι ευχήθηκα με όλη μου τη δύναμη να ξεπεράσει οτιδήποτε συντηρητικό μπορεί, άθελά μου, να του μεταδίδω, να χαράξει το δικό του δρόμο και να εντοπίσει τα δικά του πρότυπα. Και θα ήθελα αυτά τα πρότυπα να μην έχουν τίποτε από τη μιζέρια που εκπέμπουν οι περισσότεροι. Θα ήθελα να διαθέτουν έστω και λίγη από την αρχοντιά και τη δύναμη της Στέλλας.

Υ.Σ. Το κείμενο έχει γραφεί πριν μερικά χρόνια. Η Στέλλα πέτυχε στην Ιατρική εκείνη τη χρονιά και σήμερα είναι γιατρός.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

«Είμαστε όλοι Έλληνες...»

Λύσσιαξαν πια όλοι τους οι ξενέρωτοι! Μη δουν λαό να προοδεύει, τον έβαλαν στο μάτι και όποιον πάρει ο Χάρος. Και δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα το μάτι το κακό μού προκαλεί κάτι φρικτούς πονοκεφάλους και ημικρανίες και σκοτοδίνες και μετά πρέπει να παρακαλάω τη μάνα μου να με ξεματιάσει και δε συμμαζεύεται. Φαντάζομαι με καταλαβαίνετε, γιατί έτσι είμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες. Μας πιάνει εύκολα το μάτι το κακό. Και δεν υπάρχουν και λίγοι λόγοι για να μας βάζουν στο μάτι οι ξένοι κι εμάς να μας πιάνει το μάτι...
Από την έλλειψη τάξης που χαρακτηρίζει την προηγούμενη παράγραφο, μάλλον έχετε αντιληφτεί πόσο φουρκισμένος είμαι τη στιγμή που γράφω. Κι αν βρείτε διπλά και τριπλά γράμματα στο κείμενο, είναι που τρέμω ολόκληρος από τη σύγχυση και την ταραχή και τα δάχτυλά μου πατούν και δυο και τρεις φορές το κάθε γράμμα στο πληκτρολόγιο. Και πώς να μην είμαι συγχυσμένος κι εγώ κι εσείς και ο απανταχού ελληνισμός με όσα συμβαίνουν.
Στο καινούριο φρούτο αναφέρομαι που του έδωσαν και όνομα ήδη και το ονόμασαν «κίνημα είμαστε όλοι Έλληνες». Χα! Με κάτι τέτοια γίνομαι οπαδός των θεωριών συνωμοσίας που διατυπώνονται από πολύ... σοβαρά χείλη. Είναι να μην πιστεύεις τόσο πειστικές και τεκμηριωμένες θεωρίες; Κάποιοι ανόητοι, βέβαια, χαίρονται κιόλας και πιστεύουν ότι βρήκαμε συμπαραστάτες και αξιόπιστους συμμάχους αλλά πού μυαλό να δουν τι κρύβεται πίσω από όλο αυτό το πανηγυράκι του «είμαστε όλοι Έλληνες»;
Δηλαδή, πού ήταν όλοι αυτοί, που σήμερα διατυμπανίζουν «είμαστε όλοι Έλληνες», όσο εμείς χύναμε αίμα και ιδρώτα για να φτάσουμε μέχρι εδώ; Πού ήταν όλοι αυτοί όταν ξεπλατιζόμασταν για να φτιάξουμε τον Παρθενώνα; Να σας πω εγώ πού ήταν! Σε κάτι σπηλιές ήταν κι όταν έβγαιναν από αυτές, πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο σαν την τσίτα του Ταρζάν. Εμ τότε δε συνέφερε να είναι Έλληνες, γιατί οι Έλληνες ιδροκοπούσαν κάτω από τον καυτό αττικό ήλιο για να μεγαλουργήσουν και να φτιάξουν μεγαλεία που σήμερα θαυμάζει όλη η ανθρωπότητα πίνοντας καφέ, τσίπουρα και μπύρες στα μπαρ της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Τώρα τι να σας κάνουμε βρε λεβέντες; Το χτίσιμο ήταν το λούκι. Να τον βλέπουμε, μπορούμε και μόνοι μας.
Πού ήταν όλοι αυτοί, όταν τραβούσαμε κουπί σε τρικυμίες και φουρτούνες; Πού ήταν όταν ψάχναμε τα πιο λαμόγια και τους πιο διεφθαρμένους, για να τους κάνουμε πολιτικούς; Είχαμε καμιά βοήθεια τότε; Μόνοι μας ψάχναμε. Πού ήταν όλοι αυτοί όταν πήραμε έναν σκασμό λεφτά από την ΕΕ και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να τα σπαταλήσουμε; Πού ήταν, όταν αναζητούσαμε τις πιο ασφαλείς τράπεζες στην Ελβετία για να καταθέσουμε το υστέρημά μας, όταν ψάχναμε τα πιο πολυτελή αυτοκίνητα για να τα αποκτήσουμε και να τα επιδεικνύουμε στις πλατείες, όταν αναζητούσαμε τις πιο σικ τοποθεσίες για να ανεγείρουμε βιλίτσες και βιλάρες και ό,τι άλλο επιθυμούσαμε; Είχαμε καμιά συμπαράσταση τότε; Αμ δεν είχαμε.
Και τώρα; Ε, τώρα που τα καταφέραμε, όλοι θέλουν να είναι Έλληνες. Δεν είναι έτσι το πράγμα! Έτσι ξέραμε κι εμείς! Δηλαδή, τώρα που κατάλαβαν οι κουτόφραγκοι σε τι πολυτέλεια ζούμε, τώρα θυμήθηκαν να είναι όλοι Έλληνες; Και κάποιοι ηλίθιοι δικοί μας χαίρονται γι αυτό. Μα δε σκέφτεστε, γιατί να θέλουν να είναι Έλληνες όλοι αυτοί; Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Είναι τόσο απλό... Θέλουν να είναι Έλληνες για να έχουν όσα κι εμείς. Ναι αλλά εμείς δεν τα αποκτήσαμε ως δια μαγείας. Αγωνιστήκαμε για όλα αυτά, κουραστήκαμε, ξεπουλήσαμε καθετί ηθικό, πουλήσαμε την ίδια την ψυχή μας στο διάολο. Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Λούκι μεγάλο ήταν.
Ε όχι κυρίες και κύριοι που θέλετε να είστε όλοι Έλληνες, δεν πρόκειται να σας γίνει το χατίρι που να χτυπιέστε ολημερίς κι ολονυχτίς. Δεν τα μασάμε εμείς κάτι τέτοια. Κορόιδα ψάχνετε; Δεν είμαστε εμείς κουτόφραγκοι να μοιραστούμε τις ανέσεις μας, τα αραλίκια μας και τις πολυτέλειές μας με όλους εσάς που τώρα είδατε το φως το αληθινό.
Και στο κάτω κάτω της γραφής, άντε και πιανόμαστε κορόιδα και αποδεχόμαστε το αίτημά σας και σας κάνουμε την τιμή να είστε όλοι Έλληνες, δε σκέφτεστε ότι τότε θα υπάρξει ένα τόσο δα μικρό προβληματάκι; Γιατί, αν όλοι εσείς γίνετε Έλληνες, τότε ποιος, που να πάρει, θα δουλεύει σαν το γομάρι για να συνεχίσει να μας δίνει εμάς δανεικά και να περνάμε ζάχαρη; Ε, ποιος θα το κάνει; Γιατί, έχω την αίσθηση, ότι εμείς οι Έλληνες δεν πρόκειται να το κάνουμε ποτέ!


Υ.Σ. Αναρωτιέμαι αν, τώρα που τόσοι πολλοί ξένοι θέλουν να γίνουν Έλληνες, μπορώ εγώ να γίνω ένας Γερμανός, ένας Ολλανδός ή κάτι άλλο ξένο βρε παιδί μου...

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Παιδεραστής σε Νηπιαγωγείο...

Θα εμπιστευόσασταν ποτέ σε μια ομάδα πυροσβεστών υπό τις εντολές ενός πυρομανή να σβήσει τη φωτιά που κατακαίει το σπίτι σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν σε έναν πεινασμένο λύκο τη φύλαξη του κοπαδιού σας από αιγοπρόβατα για να πάτε προς νερού σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν το παιδάκι σας σε Νηπιαγωγείο του οποίου τη διεύθυνση έχει αναλάβει γνωστός και αμετανόητος παιδεραστής; Θα θεωρήσω, για την οικονομία του λόγου, ότι η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα είναι αρνητική από την πλειονότητα των ερωτηθέντων.
Και αν τελικά, λειτουργώντας ως σώφρονες άνθρωποι, δεν εμπιστευόσασταν κανέναν από τους παραπάνω, για ποιο λόγο να εμπιστεύεστε στους κατ’ επάγγελμα πολιτικούς το μέλλον της χώρας (σπίτι), της περιουσίας σας (κοπάδι) ή των παιδιών σας (παιδιά); Γιατί μάλλον αυτό κάνετε δίνοντας ξανά και ξανά την ψήφο σας (εμπιστοσύνη) σε πολιτικούς που αντιμετωπίζουν την πολιτική ως μόνιμη ιδιότητα και ως επάγγελμα, κάποτε και ως οικογενειακή επιχείρηση.
Όσο κι αν προσπαθώ να εντοπίσω έστω αφορμές εμπιστοσύνης προς το λαό μας, μου είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο. Οι επιλογές μας, κατ’ επανάληψη, υπήρξαν παράλογα καταστροφικές. Τα αποτελέσματα αυτού του παραλογισμού βιώνουμε σήμερα. Παρόλα αυτά η αισιοδοξία μου ως προς τις μελλοντικές επιλογές μας βρίσκεται στο ναδίρ. Εκείνο που βλέπω είναι μια επανάληψη λαθών που μας οδήγησαν στην προβληματική καθημερινότητά μας. Το θέμα, βέβαια, δεν είναι τι βλέπω ή τι δε βλέπω προσωπικά. Το θέμα είναι ότι αυτό ακριβώς οσμίζονται και οι πολιτικοί κι ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Προς όφελος των ιδίων και προς δυστυχία δική μας, βέβαια.
Σε αυτό ακριβώς το κλίμα είναι ενταγμένες οι πρακτικές που ακολουθούν οι περισσότεροι. Συγχωροχάρτια ζητούν είτε με δακρύβρεχτες απολογίες μεταμέλειας και ύφος αμαρτωλού που είδε το φως το αληθινό είτε με μεταγραφή σε άλλα κόμματα είτε με τη δημιουργία καινούριων. Θύματα αναζητούν απευθυνόμενοι σε μάζες ηλιθίων. Γιατί αν δε μας περνούσαν για ηλιθίους, θα τα είχαν μαζέψει και θα πήγαιναν στο καλό γνωρίζοντας ότι δεν τους παίρνει άλλο. Μάλλον όμως, πιστεύουν ότι τους παίρνει κι άλλο. Κι εμείς τους δώσαμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Γιατί μπορεί ο σοφός λαός να το φωνάζει ποικιλοτρόπως με το «ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του» ή με το «άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς» αλλά από ό,τι φαίνεται αυτός ο σοφός λαός είναι ένας άλλος λαός. Στον δικό μας φαίνεται να πέφτει πολύ βαριά και δυσνόητη τόση σοφία!
Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας. Κι αυτή δείχνει να κινείται σε επίπεδα απόλυτου μηδέν. Λείπει η ωριμότητα που θα λειτουργούσε διδακτικά, λείπει η κοινωνική συνείδηση που θα λειτουργούσε ενωτικά, λείπει η γνώση που θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στις προσπάθειες των διεφθαρμένων να εκμεταλλευτούν ανθρώπους προς όφελος δικό τους και των... δικών τους.
Είναι μεγάλη ευκολία να ρίχνουμε σήμερα συνολικά τα βάρη για την κατάστασή μας στους κακούς «ξένους». Αυτοί οι ίδιοι ήταν οι καλοί «ξένοι» που μέχρι πριν λίγο καιρό μας δάνειζαν για να περνάμε καλά. Βέβαια, εκείνοι μας δάνειζαν για να κάνουμε επενδύσεις, για να οργανώσουμε και να εκσυγχρονίσουμε το κράτος, για να προχωρήσουμε σε αναπτυξιακές κινήσεις. Πού να το φανταστούν ότι εμείς όλο αυτόν τον πακτωλό χρημάτων που εισέρρεε στη χώρα, τον μετατρέπαμε σε μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητα, σε μεγάλης έκτασης εξοχικά, σε παχυλούς λογαριασμούς σε ξένες τράπεζες, σε ταξιδάκια αναψυχής, σε σινιέ ρουχαλάκια...
Αν χρειαζόμαστε «βαρβάρους» για να αισθανθούμε καλύτερα, θα πρέπει να τους αναζητήσουμε ανάμεσά μας. Το «πας μη Έλλην βάρβαρος» δεν ισχύει στην περίπτωσή μας. Οι «βάρβαροι» βρίσκονται ανάμεσά μας κι όσο τους ανεχόμαστε και τους στηρίζουμε, θα συνεχίσουν να κάνουν αυτό που γνωρίζουν καλά: να κοιτάζουν την πάρτη τους αδιαφορώντας για τον πόνο, τη φτώχια, την κατάντια που δημιουργούν. Οι «ξένοι» μας δάνεισαν και τώρα κάνουν το πιο φυσιολογικό που θα μπορούσαν να κάνουν. Απλώς ζητούν πίσω τα λεφτά τους. Μήπως το ίδιο δε θα έκανε ο καθένας από εμάς;
Όσο για το κίνημα φιλελληνισμού που αναπτύσσεται και προβάλλεται κατά κόρον από κανάλια, σταθμούς, εφημερίδες ήταν αναμενόμενο. Όλοι αυτοί που δηλώνουν «είμαστε όλοι Έλληνες», μάλλον γνωρίζουν πόσοι Έλληνες κυκλοφορούν με πολυτελή porsche cayenne, BMW, Mercedes, σκάφη αναψυχής και δε συμμαζεύεται, χωρίς να πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν. Και ποιος δε θα ήθελε να είναι Έλληνας με τέτοιες πολυτέλειες!
Και μπορεί κάποιοι να φωνάζουν «give greece a chance» αλλά μάλλον το φωνάζουν προς τη λάθος κατεύθυνση. Ό,τι μας δώσουν οι ξένοι, θα το απαιτήσουν πίσω πολλαπλάσια. Εκείνοι που πλέον πρέπει «να δώσουν μια ευκαιρία στην Ελλάδα» είναι οι Έλληνες. Αυτοί όμως, συνεχίζουν να δίνουν ευκαιρίες σε εκείνους τους πολιτικούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Συνεχίζουν να εμπιστεύονται τον «παιδεραστή στο νηπιαγωγείο». Τέτοια διαστροφή!