Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023

A.I.

Πραγματικά έχω εκστασιαστεί. Από τη στιγμή που τη γνώρισα, μου είναι αδύνατο να ξεκολλήσω. Είναι υπέροχη, ήρεμη, υπάκουη, φτιαγμένη για να υπηρετεί χωρίς αντιρρήσεις, γρήγορη, αποτελεσματική, εξαιρετικά παραγωγική, καλοσχεδιασμένη, είναι άσσος στις συνταγές μαγειρικής αλλά και στα κοκτέιλ, κατέχει όσα κανένας άλλος. Είναι ο "φωτεινός παντογνώστης"* της εποχής. Είναι... εκπληκτική.

Καλά καταλάβατε. Αναφέρομαι, φυσικά, στην εφαρμογή ChatGPT.

Ένα εργαλείο εκπληκτικό. Για εμάς τους αδαείς, που κινούμαστε έξω από τον χώρο της Πληροφορικής, είναι η εφαρμογή που μπορεί να μας δώσει μια ιδέα για το τι, περίπου, μας επιφυλάσσει το μέλλον. Ή, τουλάχιστον, για ένα μικρό κομμάτι του.

Στα χέρια μου έχει γίνει ένα παιχνίδι -με τη βοήθειά της, ήδη έχω γράψει ποιήματα, ευχές για τα Χριστούγεννα και το νέο έτος, με παρέα ετοιμάσαμε ερωτική εξομολόγηση για έναν γνωστό που δυσκολεύεται να προσεγγίσει την... αγαπημένη του- αλλά κι ένα εργαλείο δουλειάς -το επόμενο διαγώνισμα θα βασίζεται σε κείμενα, δοκιμιακά και λογοτεχνικό, αποκλειστικά φτιαγμένα από την εφαρμογή.

Πριν λίγες μέρες, ζήτησα από την εφαρμογή να γράψει κείμενο για τις επιπτώσεις του καταναλωτισμού -θέμα στο οποίο είχαν ήδη εξεταστεί οι μαθητές μου- και το έδωσα σε συνεργάτιδά μου να το βαθμολογήσει. Αρχικά, με ρώτησε αν το κείμενο ήταν δικό μου. Της απάντησα πως δεν ήταν. Το αξιολόγησε με 27+/30. Πολύ καλή επίδοση. Οι εργασίες τριών μόνο μαθητών είχαν πλησιάσει το ίδιο επίπεδο. Εκπληκτικό.

Η εφαρμογή προσφέρθηκε στο κοινό πρόσφατα. Έγινε ανάρπαστη. Και πιθανώς, κάποιοι συνεχίζουν να την τροφοδοτούν με δεδομένα και άρα να την εξελίσσουν. Από ειδικούς μαθαίνω ότι μπορεί να διορθώνει προγράμματα για υπολογιστές και έχω την αίσθηση ότι μπορεί να γράφει λόγους πολύ πιο ενδιαφέροντες από εκείνους που εκφωνούν πολιτικά πρόσωπα.

Θα μπορούσα να ανησυχώ για το μέλλον αλλά, μάλλον, είμαστε ακόμη μακριά από τη δημιουργία εφαρμογών που θα αντικαταστήσουν τους εκπαιδευτικούς στις αίθουσες. Γενικά, θα αργήσει να εμφανιστεί ένα τεχνολογικό επίτευγμα που θα μπορεί να προσαρμοστεί στην εξατομικευμένη μάθηση και προσέγγιση του κάθε ατόμου ως ιδιαιτερότητα. Κάθε παιδί μαθαίνει με διαφορετικό τρόπο, δέχεται ερεθίσματα από διαφορετικό περιβάλλον, επηρεάζεται από διαφορετικές προσλαμβάνουσες, βιώνει με ιδιαίτερο τρόπο καταστάσεις, η συναισθηματική κατάστασή του δεν είναι σταθερή και δεδομένη. Είναι, και θα είναι για ένα μεγάλο διάστημα, δύσκολο  μια μηχανή να αντιληφθεί, να αξιολογήσει και να αξιοποιήσει το σύνολο αυτών των παραμέτρων, οι οποίες, μάλιστα, εναλλάσσονται διαρκώς χωρίς πρόγραμμα. 

Για να συντελεστεί ένα τόσο επαναστατικό βήμα προόδου θα χρειαστούμε, σίγουρα πιο εξελιγμένους αλγορίθμους αλλά κυρίως ανθρώπους, οι οποίοι, πέρα από την εξαιρετική κατάρτισή τους σε θέματα τεχνολογίας, θα πρέπει να διαθέτουν και ουσιαστική ανθρωπιστική παιδεία. Δύσκολος συνδυασμός, αν λάβουμε υπόψη την κατάσταση και τον προσανατολισμό της εκπαίδευσης σε παγκόσμια κλίμακα. Πολύ πιο ρεαλιστικό θεωρώ το σενάριο της συνεργασίας εξαιρετικών μηχανικών ή προγραμματιστών με ειδικούς των ανθρωπιστικών κλάδων, πράγμα που ήδη συμβαίνει στα εργαστήρια αρκετών ερευνητικών κέντρων. Ίσως η εκδίκηση των Ανθρωπιστικών κλάδων δεν είναι μακριά.

Το πρόβλημα, όπως συμβαίνει με κάθε μεγάλη αλλαγή, το έχουν και πολύ περισσότερο θα το έχουν μελλοντικά άνθρωποι χωρίς ουσιαστική παιδεία, οι οποίοι αδυνατούν και, συχνά, αρνούνται να δουν εκείνο που έρχεται. Άνθρωποι που δεν αξιοποιούν και δεν διαχειρίζονται την τεχνολογία αλλά υποδουλώνονται σε αυτήν. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι είναι εθισμένοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πόσες ώρες χάνονται στο YouTube, το Instagram και το Tik Tok, πόσοι έφηβοι έχουν εγκλωβιστεί στα ψηφιακά παιχνίδια, πόσοι παρασύρονται καθημερινά από τις εξατομικευμένες διαφημίσεις που δέχονται...

Το μέλλον και η ταχύτητα εξέλιξης της τεχνολογίας είναι δεδομένα και δύσκολα θα ανατραπούν. Οπότε δεδομένος θα έπρεπε να θεωρείται και ο τρόπος προετοιμασίας της νέας γενιάς γι αυτό. Μια γενιά που δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εγκυκλοπαίδεια γνώσης, αφού η γνώση είναι ήδη καταγεγραμμένη σε ψηφιακές εφαρμογές και ανανεώνεται με ρυθμούς καταιγιστικούς. Εκείνο που πρέπει να μάθουμε στα σημερινά παιδιά, όσο κλισέ κι αν φαίνεται, είναι το πώς να αναζητούν, να επεξεργάζονται, να κατανοούν και να αξιοποιούν την πληροφορία κι αυτό δεν μπορεί να το πετύχει ο εκπαιδευτικός που μένει προσκολλημένος σε στερεότυπα. Χρειαζόμαστε εκπαιδευτικούς που θα ανοίγουν το μυαλό των παιδιών, θα τροφοδοτούν τη σκέψη τους, θα δίνουν κίνητρα για αμφισβήτηση και εξέλιξη και δεν νομίζω ότι κάνουμε κάτι γι αυτό.

*Ο «φωτεινός παντογνώστης» είναι ένα παιχνίδι ερωτήσεων - απαντήσεων, το οποίο έπαιζαν τα παιδιά όταν δεν υπήρχαν ακόμη ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Όταν αντιστοιχούσες τη σωστή απάντηση στην ερώτηση, άναβε ένα λαμπάκι.  


Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

Ιστορίες για μια "χαμένη γενιά"

Συχνά πυκνά, δημοσιεύονται άρθρα που χαρακτηρίζουν τη νέα γενιά ως "χαμένη γενιά", εξαιτίας της ανεργίας που τη μαστίζει. Σίγουρα υπάρχουν σε αυτά στοιχεία υπερβολής, γιατί, αν η σημερινή είναι μια χαμένη γενιά, τότε πώς θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε τις γενιές εκείνες που έζησαν πολέμους, δικτατορίες, φτώχεια ή λοιμούς; 

Αρέσει σε αρκετούς το δράμα αλλά και ο ρεαλισμός έχει τη χάρη του.

Γίνεται λόγος, λοιπόν, για την τρισκατάρατη ανεργία αλλά γιατί διαβάζουμε διαρκώς για επιχειρήσεις που αναζητούν υπαλλήλους με σύγχρονα εφόδια και αδυνατούν να τους βρουν; Γιατί διαβάζουμε για τη «Μεγάλη Παραίτηση», που σημαίνει ότι αρκετοί εργαζόμενοι εγκαταλείπουν τις δουλειές τους και, μάλλον, το κάνουν επειδή πιστεύουν ότι θα βρουν άλλες πιο αποδοτικές ή πιο ταιριαστές στα ενδιαφέροντα και τις προσδοκίες τους; Σίγουρα δεν εγκαταλείπει κάποιος τη δουλειά του με σκοπό να ψωμολυσσάξει.

Οπότε, κάτι δεν πάει καλά με εκείνους που ισχυρίζονται (και μάλλον δεν ψεύδονται) ότι αδυνατούν να βρουν δουλειά. Και το τι δεν πάει καλά είναι φανερό. Γονείς, εκπαίδευση και, φυσικά, οι ίδιοι, είναι υπεύθυνοι για μια σειρά λαθών. Και δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψει κανείς τα λάθη που ευθύνονται για τα επαγγελματικά αδιέξοδα των νέων, αρκεί να παρατηρήσει όσα συμβαίνουν και λέγονται γύρω μας.

Ακούω πολλούς γονείς να αναρωτιούνται "και ποια σχολή έχει προοπτικές", εννοώντας μονιμότητα και σταθερότητα, όπως αυτές ορίζονταν πριν αρκετές δεκαετίες. Ή «μα τι δουλειά να βρει στην Ελλάδα;», υπονοώντας ότι η μετακίνηση σε άλλη χώρα είναι σχεδόν αμαρτία. Αλλά και "και σπούδασε και πτυχία σε ξένες γλώσσες έχει, όμως από δουλειά... τίποτε", θεωρώντας ότι τα εφόδια που ήταν απαραίτητα πριν τριάντα χρόνια είναι εξίσου σημαντικά και σήμερα.

Το πρώτο λάθος εντοπίζεται στο ότι αρκετοί νέοι στα δεκαοχτώ τους (και, δυστυχώς, στα αρκετά επόμενα χρόνια) σκέφτονται αποκλειστικά να ζήσουν τη φοιτητική ζωή, συνήθως μακριά από το σπίτι, χωρίς να τους ενδιαφέρει το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της ζωής που δεν είναι άλλο από το αντικείμενο των σπουδών. Η "φοιτητική ζωή" -μάλλον, η "μακροχρόνια φοιτητική ζωή"- έχει καταγραφεί στην ελληνική κοινωνία ως καθολικό δικαίωμα, ανεξάρτητα από τις ικανότητες και την προσπάθεια του καθενός. Στην αναζήτηση αυτή, οι έφηβοι έχουν συμμάχους τους γονείς, οι οποίοι γνωρίζοντας ότι δεν πρόσφεραν όσα πραγματικά έπρεπε στα παιδιά τους, προσπαθούν να καλύψουν το κενό, εξασφαλίζοντας τη χρηματοδότηση που απαιτεί η διάθεση για ανεμελιά και καλοπέραση. Το να σπουδάσει, απλώς, κάποιος στις μέρες μας, όμως, δεν αποτελεί ιδιαίτερο κατόρθωμα και άρα, ως συνθήκη, δεν είναι ικανή να του εξασφαλίσει ένα λαμπρό μέλλον. Κάποιοι κλάδοι έχουν ήδη ξεπεραστεί από τις εξελίξεις και είναι άχρηστοι. Επίσης, οι σπουδές σε τομέα (συνήθως στο εξωτερικό), στις απαιτήσεις του οποίου ο νέος αδυνατεί να αντεπεξέλθει, είναι εξίσου άχρηστες.

Εξίσου προβληματικό παράγοντα αποτελεί και ο φόβος -γονιών και κατ' επέκταση παιδιών- απέναντι στην αναζήτηση δουλειάς σε μια άλλη χώρα. «Κι αν φύγουν όλοι, ποιοι θα μείνουν εδώ», ακούμε να λέγεται συχνά. Το ότι λέγεται συχνά δεν σημαίνει ότι είναι και σωστό. Η παγκοσμιοποίηση είναι, πλέον, το δεδομένο και προσφέρει ευκαιρίες στους ικανούς. Όπως κάποια στιγμή οι νέοι εγκατέλειπαν τα χωριά τους για να διεκδικήσουν ένα καλύτερο μέλλον στις πόλεις, έτσι και σήμερα έχουν τη δυνατότητα να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους αναζητώντας ευκαιρίες σε άλλες. Το να αρνούνται, εξαρχής, αυτή την προοπτική δρα περιοριστικά στο επαγγελματικό και επιστημονικό μέλλον τους.

Έγραφα, κάποια στιγμή, στο «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» ότι η αγορά μοιάζει με κακομαθημένο παιδί. Όσα περισσότερα της προσφέρεις, τόσα περισσότερα ζητά. Αναφερόμουν στα εφόδια των εργαζομένων και, πια, είναι ολοφάνερο. Αρχικά, της δώσαμε εργαζομένους που ήξεραν να γράφουν και να διαβάζουν. Αμέσως μετά, η αγορά διεκδίκησε και σταδιακά εντόπισε εργαζομένους που διέθεταν ειδίκευση, γνώριζαν ξένες γλώσσες και ήταν εξοικειωμένοι με τους υπολογιστές. Η αχόρταγη, όμως, δεν ικανοποιήθηκε ούτε με αυτό. Πλέον, αναζητά άτομα με ισχυρή προσωπικότητα, πνευματικά καλλιεργημένα, δυναμικά, προσαρμοστικά, κοινωνικά, με στόχους, με δομή, με ενσυναίσθηση, με…, με… Ήδη, όσοι διαθέτουν τα συγκεκριμένα εφόδια αγνοούν τη λέξη ανεργία. Με τον καιρό θα εμφανιστούν περισσότεροι που θα διαθέτουν τον απαιτούμενο χαρακτήρα αλλά τότε η αγορά, είναι πολύ πιθανό, να αναζητά κι άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία σήμερα φαντάζουν αδιανόητα.

Έτσι έχουν τα πράγματα, οπότε η γκρίνια για τα καημένα τα παιδιά δεν μπορεί να βοηθήσει στο παραμικρό. Απάντηση στην ανασφάλεια των καιρών είναι το ανοιχτό πνεύμα που θα οδηγήσει σε σύγχρονες και άρα σωστές επιλογές σπουδών αλλά και στην απόκτηση ισχυρών προσωπικοτήτων. Και σε αυτή την προσπάθεια ευθύνες πρέπει να αναλάβουν οι γονείς αλλά κυρίως η νέα γενιά που θα πρέπει να αμφισβητήσει και να προχωρήσει ακολουθώντας την πορεία που ήδη έχει χαράξει η εποχή.

Η γκρίνια μπορεί κάποτε να είναι ανακουφιστική αλλά ποτέ δεν έδωσε ουσιαστικές λύσεις.



Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022

Γονείς, american bar

Η κυρία απέναντί μου τα έχει πάρει πάρα πολύ με την κόρη της.

Η κόρη της είναι μαθήτρια της Γ΄ Λυκείου. Στη Β΄ Λυκείου, όταν και τη γνώρισα, είχε δηλώσει ότι επιθυμούσε να περάσει στη Νομική. Μέχρι τότε δεν είχε προσπαθήσει ιδιαίτερα αλλά ορκιζόταν ότι θα τα έδινε όλα στο μέλλον. Μέχρι εδώ τίποτε το περίεργο και το κακό. Το κακό είναι ότι το μέλλον, κάποια στιγμή, έρχεται είτε για να επιβεβαιώσει την αλήθεια των λόγων και των προθέσεων είτε για να τα διαψεύσει παταγωδώς.

Το μέλλον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έφτασε λίιιγο πιο γρήγορα από ό,τι περίμενε η κόρη και πολύυυ πιο σκοτεινό. Η κόρη της κυρίας, που έχω απέναντί μου, τελείωσε τη Β΄ Λυκείου χωρίς να ιδρώσει και, μάλλον, όχι επειδή δεν διαθέτει ιδρωτοποιούς αδένες. Πέρασε ένα υπέροχο καλοκαίρι διασκεδάζοντας και ξενυχτώντας χωρίς όριο. Από διάβασμα δεν έκανε και πολλά. Για να ακριβολογώ, δεν έκανε το παραμικρό. Πίστευε ότι είχε χρόνο μπροστά της και, μάλλον, είχε εμπιστοσύνη στις δυνατότητές της. Μπήκε στη Γ΄ Λυκείου ανανεώνοντας τους όρκους της και πράγματι τα έδωσε όλα για... δυο ή τρεις εβδομάδες. Μετά κουράστηκε και η ένταση της προσπάθειας άρχισε να φθίνει και να κινείται σε χαλαρούς ρυθμούς, τελείως αποσπασματικά και χωρίς ιδιαίτερη οργάνωση και συνέπεια. Η κυρία μητέρα της τα είχε πάρει με όσα έβλεπε και με όσα άκουγε από τους καθηγητές.

Παρ΄ όλα αυτά, όταν έφτασε η ώρα, η κόρη απαίτησε να πάει στην καθιερωμένη, πολυήμερη εκδρομή. Ε ναι, η τούρτα χρειάζεται και κερασάκι, διαφορετικά τι τούρτα θα ήταν. Εκείνες τις μέρες η κυρία μητέρα της έτυχε να περάσει από το φροντιστήριο κι ενώ, για μια ακόμη φορά, πήρε άσχημα μαντάτα για τις επιδόσεις του βλασταριού της, υπήρξε κάθετη: "Ε, πώς; Να μην πάει στην εκδρομή; Μια φορά γίνεται. Όλοι θα πάνε!".

Επειδή ούτε τα εισιτήρια της κόρης θα πλήρωνα ούτε θα την πήγαινα στην πλάτη εκδρομή, λόγος δεν μου έπεφτε.

Όλα καλά κι όλα ωραία. Η εκδρομή έγινε, τα παιδιά επέστρεψαν στη βάση τους και η κόρη χρειάστηκε μόνο τρεις τέσσερις μερούλες για να συνέλθει από την κούραση. Νέες υποσχέσεις για το επόμενο διάστημα, όρκοι πίστης εκ νέου αλλά...

Αλλά μετά από δυο εβδομάδες φτάσαμε στις διακοπές των Χριστουγέννων. Η κυρία μητέρα (ξανα)πέρασε από το φροντιστήριο για να ζητήσει να βοηθήσουμε την κόρη στην οργάνωση προγράμματος μελέτης για το διάστημα των διακοπών. Ήθελε να πιστεύει ότι ακόμη δεν είχε χαθεί τίποτε. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. 

"Εντάξει", της είπαμε, "τώρα που πήγε κι εκδρομή και διασκέδασε και εκτονώθηκε κι ανανεώθηκε, πρέπει να τα δώσει όλα. Να αποφύγει τα ξενύχτια και να εστιάσει στις υποχρεώσεις της, τις οποίες, μάλιστα, δεν της τις επέβαλε κανείς". 

Η κυρία απέναντί μου τα έχει πάρει πάρα πολύ με την κόρη της αλλά είναι και πάλι κάθετη. "Ε τι, δηλαδή, να μην πάει σε club τα Χριστούγεννα και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς; Όλοι θα πάνε. Δεν μπορώ να της το στερήσω αυτό".

Της φαινόταν τόσο παράξενο να βάλει όρια στο παιδί της. Της φαινόταν εξωπραγματικό ακόμη και να συζητήσει το ενδεχόμενο αυτό. Της ήταν αδιανόητο ότι κάποια παιδιά δεν θα πάνε ούτε σε club ούτε σε μπουζουκομάγαζα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει και να το αποδεχτεί. Κυρίως, όμως, δεν είχε το σθένος να συγκρουστεί με το παιδί της. Πιθανώς, δεν το είχε κάνει ποτέ. Πάντα θα ένιωθε φόβο μπροστά σε οποιαδήποτε αντιπαράθεση, οπότε το παιχνίδι ήταν χαμένο εξαρχής.

Κατά τα άλλα, τα είχε πάρει πάρα πολύ -και πάλι- με την κόρη της.

Δυστυχώς, η κυρία -που τα έχει πάρει πολύ με την κόρη της- δεν είναι η εξαίρεση. Τείνει να γίνει ο κανόνας. Ένα μεγάλο ποσοστό γονιών αγνοεί το "όχι" απέναντι στα παιδιά, αδυνατεί να απαγορεύσει, ακόμη κι όταν παρατηρεί ότι τα πράγματα έχουν πάρει λάθος δρόμο, δεν έχει τη διάθεση και τη δύναμη να θέσει περιορισμούς, αγνοεί τον ρόλο του γονιού και επιζητά από τους εκπαιδευτικούς να τον αναλάβουν. 

Ναι, αλλά αυτοί δεν είναι γονείς, american bar είναι.



Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022

Ιστορίες από το Μέλλον

Οι έξοδοι με τον γιο μου δεν υπήρξαν ποτέ μια βαρετή υπόθεση. Από τα πρώτα ήδη χρόνια 
του αποτέλεσε έμπνευση για μένα.

Στα πέντε του και με την άρνησή του να μεταφέρει "χαιρετίσματα στη μαμά" -σε μια εποχή που παρέχει τα τεχνολογικά μέσα για "άμεση" επικοινωνία- μού έδωσε την ιδέα για το πρώτο βιβλίο μου, το "Εγχειρίδιο Επιβίωσης". Σε αυτό προσπάθησα να ανακαλύψω και να καταγράψω τα στερεότυπα της γενιάς μου -για την οικογένεια, τη γνώση, την εργασία, τον χρόνο, τη θρησκεία, την πατρίδα, την κοινωνικότητα... και, παράλληλα, να τα ανατρέψω περιγράφοντας τον κόσμο που πλησίαζε με εξωφρενικά γρήγορους ρυθμούς, αδιαφορώντας για όσα θεωρούσαμε αλλά δεν ήταν δεδομένα.

Κάποια χρόνια αργότερα και στην προσπάθειά μου να κατανοήσω τα εφόδια που θα έπρεπε να αποκτήσει η γενιά του, ώστε να είναι ευτυχισμένη, έγραψα το δεύτερο βιβλίο μου, το "Μάθε, παιδί μου, γράμματα - Μέθοδος κατασκευής καλών μαθητών". Με αναφορές στο "Μυαλό", τη "Συναισθηματική Νοημοσύνη", τη "Δομή", τον "Στόχο" και την "Κοινωνικότητα", περιέγραφα -με ιδιαίτερα καυστικό και χιουμοριστικό τρόπο- τα γνωρίσματα του ανθρώπου, τα οποία θα του ανοίξουν δρόμους στη ζωή, παρέχοντάς του ευκαιρίες και εναλλακτικές, περιορίζοντας τα αδιέξοδα και τους περιορισμούς που συναντούν οι περισσότεροι.

Κατά καιρούς, αρκετά άρθρα μου υπήρξαν αποτέλεσμα επιλογών του ή συζητήσεων μαζί του.

Κάπως έτσι εξελίχθηκε και η σημερινή, πολύωρη, έξοδός μας.
Η συζήτηση, κάποια στιγμή, έφτασε στο αντικείμενό του και παρεμφερείς επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Βέβαια, αδυνατώ να κατανοήσω πιο ακριβώς είναι το αντικείμενό του και πολύ περισσότερο να το περιγράψω σε άλλους. Όταν με ρωτάνε "με τι ασχολείται ο γιος σου", έρχομαι, πραγματικά, σε πολύ δύσκολη θέση.
Συνειδητοποιώ ότι όλο και πιο συχνά αισθάνομαι απέναντί του όπως και οι πιο αδαείς μαθητές μου την ώρα του μαθήματος. Δεν καταλαβαίνω και πολλά. 
Ευτυχώς πήρε -κι από τους δυο γονείς- την ικανότητα να εξηγεί με εύληπτο τρόπο ακόμη και τα πιο σύνθετα επιτεύγματα, οπότε και αντιλαμβάνομαι, έστω επιφανειακά, προς τα πού βαδίζει τεχνολογικά ο κόσμος μας.

Η αλήθεια είναι ότι κάποια από τα θέματα της κουβέντας μας μου προκαλούν εκπληκτική έκπληξη. Δυσκολεύομαι να πιστέψω το μέγεθος της προόδου και το τι εργαλεία έχουμε, πλέον, στη διάθεσή μας. Κάπως έτσι ένιωσα σήμερα, όταν με πληροφόρησε για ένα πρόγραμμα, το οποίο, βασισμένο σε μια τεράστια τράπεζα πληροφοριών για οποιοδήποτε αντικείμενο, μπορεί να συνθέσει κείμενα με συγκεκριμένο θέμα και έκταση, να λύσει μαθηματικά ή άλλα προβλήματα, να γράψει ποιήματα με συγκεκριμένο θέμα, να προτείνει συνταγές μαγειρικής με συγκεκριμένα υλικά αλλά και συνταγές για ποτά...

Μου φάνηκε μαγικό και λίιιγο αδύνατο. Χρειάστηκε μια μικρή δοκιμή. Μου δημιούργησε λογαριασμό στην ιστοσελίδα και μου ζήτησε να γράψω τι ήθελα να κάνει για μένα.
Έδωσα παραγγελία για τη σύνθεση ενός ποιήματος με θέμα την αγάπη στο στιλ του T.S. Eliot.
Σε λίγα δευτερόλεπτα το αποτέλεσμα ήταν μπροστά μου. Το παραθέτω χωρίς την παραμικρή παρέμβαση:

Αγάπη, η άπιαστη, ευμετάβλητη δύναμη

Αυτή μας παρασύρει στην ταραχώδη πορεία της

Τραβώντας τις καρδιές μας, με την άμπωτη και τη ροή της

Μας αφήνει να αναρωτηθούμε, πού θα πάει


Μια στιγμή είναι μια φωτιά, που καίει λαμπερά

Μετά, είναι μια σκιά, που δεν φαίνεται

Μπορεί να μας ανεβάσει ή να μας ρίξει κάτω

Αλλά συνεχίζουμε να επιστρέφουμε, αναζητώντας το στέμμα της

 

Είναι ένα παζλ, ένα μυστήριο, ένα παιχνίδι που δεν τελειώνει ποτέ

Την ψάχνουμε, στην αιώνια φλόγα της αγάπης

Αλλά όταν βρεθεί, αξίζει τον πόνο

Γιατί η αγάπη, ω αγάπη, αξίζει ό,τι αποκτήθηκε

 

Κράτα γερά λοιπόν, την αγάπη που βρήκες

Αγαπήστε την, γαλουχήστε την, μην την αφήσετε ποτέ να πνιγεί

Γιατί στο τέλος, η αγάπη είναι το μόνο που μένει

Ένα λαμπερό φως, στις ατέλειωτες καταπονήσεις της ζωής


(!!!) Το αφιέρωσα στη γυναίκα μου, τη Ζέτα και παρά τις σκωπτικές αντιδράσεις της, εγώ συνεχίζω να πιστεύω ότι πρόκειται για ένα πολύ ωραίο και τρυφερό ποίημα.


Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Ιστορίες (μη) Επικοινωνίας

Διαβάζω σε έρευνα του Harvard (πρόκειται για αμερικανικό πανεπιστήμιο) ότι η ερώτηση "Τι κάνεις;", είναι η πιο στερεοτυπική και, παράλληλα, η πιο άχρηστη ερώτηση. Εκείνος που ρωτάει δεν θέλει, στην πραγματικότητα, να μάθει κι εκείνος που απαντά, μάλλον, δεν λέει την αλήθεια.

Και σκέφτομαι: Χρειαζόμασταν μια ολόκληρη έρευνα -και μάλιστα του Harvard- για να μάθουμε το απολύτως αυτονόητο; Πάντως, δεν ήρθε να προσθέσει κάτι καινούριο. Ελπίζω, δε, να μην απασχόλησε κάποια αξιόλογα επιστημονικά μυαλά από άλλες έρευνες, που θα μπορούσαν να πάνε την ανθρωπότητα μερικά βήματα μπροστά και να μη δαπανήθηκαν πόροι, οι οποίοι θα ήταν πολύ πιο χρήσιμοι σε άλλες μελέτες.

Προσωπικά, βέβαια, τα πορίσματά της με βόλεψαν πολύ. Μπορώ να την επικαλούμαι κάθε που χαρακτηρίζομαι "αντικοινωνικός".

Η ερώτηση "τι κάνεις;" είναι επιβεβλημένη από τους κανόνες του "καθωσπρεπισμού" και, με σιγουριά, δεν εξυπηρετεί ανάγκες κοινωνικότητας. Εξυπηρετεί την ανάγκη κάποιων να δείξουν κοινωνικοί ενώ, στην πραγματικότητα, δεν είναι, αφού κοινωνικός είναι εκείνος που ενδιαφέρεται ουσιαστικά για την κοινωνία και άρα για τον συνάνθρωπο κι όχι εκείνος που αραδιάζει, με κάθε ευκαιρία, μπαρούφες, κενές περιεχομένου, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο επικοινωνεί. Εξυπηρετεί, επίσης, την ανάγκη του κάθε ανόητου να ξεφύγει από την αμηχανία που του προκαλεί το συναπάντημα με άλλους. Πιθανώς, σε μικρή ηλικία, έτρωγε κράξιμο, κάθε φορά που προτιμούσε τη σιωπή από την κενού περιεχομένου "επικοινωνία". "Ρώτα, βρε, τον μπατζανάκη μας, τι κάνει η κόρη του η Κατίνα", "Πες, βρε, στην κουμπάρα, τι σου έφερε ο Άγιος Βασίλης."...

Πριν μου αποδοθούν χαρακτηρισμοί (επειδή σας έφερα σε δύσκολη θέση), καλό είναι να σκεφτείτε πόσες ευχές δώσατε και πόσες ακόμη πρόκειται να δώσετε, ως το τέλος των γιορτινών ημερών, χωρίς, όμως, να τις εννοείτε πραγματικά. "Χρόνια Πολλά", "Καλά Χριστούγεννα", "Καλή Χρονιά", "Ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος", "Καλά Φώτα", "Να χαίρεσαι το όνομά σου", "Να χαίρεσαι την οικογένειά σου",... Πόσες από αυτές βγήκαν από τα βάθη της ψυχής σας και πόσες ήταν αποτέλεσμα διδαγμένων κανόνων στερεοτυπικής συμπεριφοράς; 

Κατασπατάληση ενέργειας και χρόνου.

Η ερώτηση "τι κάνεις" και η συζήτηση που ακολουθεί δείχνουν και προκαλούν τόσο ενδιαφέρον όσο και η συζήτηση για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν, ή η γνωστοποίηση της καθημερινότητάς σας με φρικιαστικές λεπτομέρειες ("Σηκώθηκα, πλύθηκα, ντύθηκα, πήγα στον μανάβη και πήρα..., μετά πήγα στον φούρνο και αγόρασα..., ήθελα να πάω και στον χασάπη, για να πάρω... αλλά γινόταν της μουρλής και δεν μπορούσα να περιμένω...). 

Κάποτε, βέβαια, εκείνος που έχει τη φαεινή ιδέα να ρωτήσει "Τι κάνεις;" την πατάει άσχημα, αφού βρίσκεται στην ανάγκη να ακούσει μια μακρόσυρτη απάντηση, εξίσου ανόητη και βαρετή: "Καλά, εσείς πώς είστε; Η μάνα σου, ο πατέρας σου, τα παιδιά, η γιαγιά, ο παππούς; Χαιρετισμούς να τους δώσεις από..., ξέρουν αυτοί.". 

Μου φαινόταν εξαιρετικά γελοίο αλλά αρχίζω, πλέον, να εκτιμώ εκείνους που το έχουν απλοποιήσει το πράγμα, συμπυκνώνοντας το σύνολο των ευχών στα: "Χρόνια πολλά για όλες τις μέρες", όταν συναντιούνται με κάποιον στην αρχή της εορταστικής περιόδου και "Χρόνια πολλά από όλες τις μέρες", όταν θα συναντήσουν κάποιον στο τέλος των γιορτινών ημερών. Οι συγκεκριμένοι -έχουν την αίσθηση- ότι δείχνουν κοινωνικοί και "καθώς πρέπει", αλλά, τουλάχιστον, δεν το κουράζουν ιδιαίτερα. Και -αυτό κυρίως- δεν σπαταλούν τον χρόνο των συνομιλητών τους.

Η εποχή μας χρειάζεται απλότητα και οικονομία χρόνου, οπότε, την επόμενη φορά που θα συναντήσετε κάποιον, με τον οποίο δεν έχετε να πείτε και πολλά, να προτιμήσετε ένα γνέψιμο, ένα ανασήκωμα χεριού ή ένα χαμόγελο, πάντα από απόσταση. Δείχνουν σεβασμό, δεν είναι σπατάλη χρόνου και θα εκτιμηθούν. Παράλληλα -αν αυτό σας ενδιαφέρει- αποφεύγετε να σας χαρακτηρίσουν αντικοινωνικό. Παίζετε με τους κανόνες του "καθωσπρεπισμού" και διατηρείτε την ηρεμία σας.