Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2007

Παπανδρέου - Βενιζέλος: Πορεία σε ... "Παράλληλα Σύμπαντα"

Έχω την αίσθηση ότι από τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει μεταξύ των δυο πολιτικών για την προεδρία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. λείπει κάτι! Και μάλιστα λείπει όχι κάτι απλό αλλά κάτι ουσιαστικό και αναγκαίο. Μετά από αρκετές τηλεοπτικές ή μη εμφανίσεις και των δυο αδυνατώ να εντοπίσω την ουσία της σύγκρουσης. Κι αυτό γιατί λείπουν τα ιδεολογικά επιχειρήματα που θα έθεταν τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των υποψηφίων, ώστε ο καθένας από εκείνους που θα αποφασίσει να προσέλθει στις κάλπες, να γνωρίζει τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί, αν ψηφίσει τον έναν ή τον άλλο υποψήφιο. Ο μέσος πολίτης, όσο κι αν προσπαθήσει να κατανοήσει σε τι διαφέρουν οι δυο πρωταγωνιστές, δεν πρόκειται να βγάλει άκρη.
Έτσι ίσως δικαιολογείται και η αντίφαση των δημοσκοπήσεων που αναφέρει ότι οι περισσότεροι θεωρούν το Βενιζέλο ικανό να κερδίσει τον Καραμανλή αλλά αυτοί (δηλαδή οι περισσότεροι) θα ψηφίσουν Παπανδρέου! Βέβαια οι δημοσκοπήσεις μπορεί και να διαψευστούν τελικά αλλά δείχνει μάλλον παράδοξο ό,τι συμβαίνει!
Η ευθύνη του συγκεκριμένου παραλογισμού βαρύνει εξίσου τις δυο πλευρές που αφήνουν την κοινή γνώμη μετέωρη, χωρίς επιχειρήματα, να αποφασίσει ποιος είναι ο ικανότερος με κριτήριο το … συναίσθημα(;). Ακούμε κι απ’ τους δυο ότι, σε περίπτωση εκλογής τους, θα αλλάξουν το κόμμα, μάλλον κλίνοντας «επ’ αριστερά», θα το «εκσυγχρονίσουν», θα το «νοικοκυρέψουν», θα το «καθαρίσουν» και κυρίως θα «διαφυλάξουν την ενότητά του». Με ποια υλικά, όμως, θα το κάνουν φαίνεται ότι δεν απασχολεί κανέναν κι αυτό είναι το περίεργο!
Τόσο ο κ. Παπανδρέου όσο και ο κ. Βενιζέλος δίνουν την εντύπωση ότι προσπαθούν να κινηθούν σε επιφανειακά επίπεδα με σκοπό να μην κακοκαρδίσουν κανέναν. Εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι η λογική όσων άλλων εμπλέκονται στη διαμάχη παίρνοντας τη θέση του ενός ή του άλλου! Δηλαδή, ποιοι ουσιαστικοί λόγοι έχουν πείσει ορισμένους να στηρίξουν τον Παπανδρέου και ποιοι κάποιους άλλους να στηρίξουν το Βενιζέλο; Ποιες είναι οι ιδεολογικές θέσεις διαφοροποίησης του καθενός;
Εντάξει! Πρόκειται για δυο … τελείως διαφορετικούς ανθρώπους. Ο ένας στιλάτος σπόρτσμαν, ενταγμένος στην κοινωνία της ψηφιακής τεχνολογίας ενώ ο άλλος λιγότερο στιλάτος, πιο … ακαδημαϊκός και χωρίς, εμφανές τουλάχιστον, ενδιαφέρον για τη σύγχρονη τεχνολογία. Όμως, τα συγκεκριμένα γνωρίσματα μπορεί να είναι ικανά για την επιτυχία σε καλλιστεία ή για έρευνες του στιλ: «ποιον θα θέλατε για συνομιλητή σε chat;» αλλά για την εκλογή αρχηγού κόμματος θεωρώ ότι άλλα ζητήματα πρέπει να διαδραματίσουν ρόλο.
Η ουσία του πράγματος έχει χαθεί σε σκληρές αλληλοκατηγορίες που στο παραμικρό δε βοηθούν τους σκεπτόμενους ψηφοφόρους της παράταξης. Αντιθέτως η πολεμική που έχει αναπτυχθεί προκαλεί ανασφάλειες ως προς το μέλλον. Οι περισσότεροι φαίνεται σταδιακά να το παίρνουν απόφαση ότι οι εξελίξεις, με όποιον αρχηγό, δε θα είναι θετικές. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αυτή τη στιγμή -με ευθύνη των μονομάχων- δεν έχει απλώς ραγίσει, αλλά έχει σπάσει σε κομμάτια που είναι αδύνατο να ξανακολλήσουν.
Ποιος λογικός μπορεί να πιστέψει ότι Παπανδρέου και Βενιζέλος μπορούν, μετά τα όσα προηγήθηκαν και όσα φαίνεται ότι θα ακολουθήσουν, να ξανακαθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να συζητήσουν το μέλλον του κόμματος αλλά και της χώρας; Κάτι τέτοιο θα μου θύμιζε «τηλεκατινιά», όπου τη μια μέρα οι τηλεοπτικοί σαχλοαστέρες ξεκατινιάζονται και την άλλη … αγαπιούνται! Αηδία! Ελπίζω ότι και οι δυο θα αποφύγουν κάτι τέτοιο και θα τηρήσουν έστω τα προσχήματα και την αξιοπρέπειά τους αρνούμενοι συμπεριφορές του στιλ: «Γιώργο μου…» και «Ευάγγελέ μου…» και «ευτυχώς δεν πάθαμε και τίποτα» κι όλα καλά κι όλα ωραία!
Η σοβαρότητα και το μέτρο δεν αποτέλεσαν σε καμιά περίπτωση στοιχεία του αγώνα που διεξάγεται κι αυτό είναι αποκαρδιωτικό. Βέβαια, δε θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς από τη στιγμή που έλειπαν τα ουσιαστικά επιχειρήματα που θα προσδιόριζαν μια υγιή και αξιοπρεπή αντιπαράθεση σε επίπεδο ιδεών και προτάσεων για το μέλλον του κόμματος και της στρατηγικής του για τη χώρα.
Όποιος κι αν κερδίσει, θα έχει πράγματι δύσκολο έργο! Και η δυσκολία θα είναι να πείσει, όχι τους «δικούς του» αλλά τους «άλλους» ότι άξιζε τη νίκη κι αυτό φαντάζει τουλάχιστον ακατόρθωτο, γιατί δε θα είναι μια νίκη επιχειρημάτων αλλά … Αλλά τι; Κι αν δεν είναι μια νίκη θέσεων, πώς θα αιτιολογήσει ο καθένας τις αποφάσεις και τις μελλοντικές κινήσεις του; Πώς θα διατηρήσει ισορροπίες και δεσμούς μεταξύ των μελών του κόμματος; Και πώς θα κρατήσει τελικά το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ενιαίο και αδιαίρετο;
Λίγο απίθανο κάτι τέτοιο και ίσως το μόνο στοιχείο συνοχής στο μέλλον να είναι η ανασφάλεια. Ανασφάλεια για το τι θα σήμαινε μια διάσπαση, όχι για τη χώρα αλλά για τον καθένα από τους πρωταγωνιστές. Η ανασφάλεια, όμως, δεν μπορεί να είναι η πυξίδα της πολιτικής, γιατί κάτι τέτοιο σημαίνει συμβιβασμούς και με τέτοιους μπορεί να βολεύονται πρόσωπα αλλά σίγουρα δε λύνονται τα προβλήματα μιας χώρας!
Τόσο ο κ. Παπανδρέου όσο και ο κ. Βενιζέλος έχουν μπροστά τους λίγες μέρες ακόμη για να εντοπίσουν την ουσία της αντιπαράθεσης. Κι αν ήδη το έχουν κάνει είναι καιρός να την … εκμυστηρευτούν στα στελέχη, στα μέλη, στους φίλους και κυρίως στους … πολίτες. Διαφορετικά το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα συνεχίσει να θυμίζει τη θεωρία των «παράλληλων συμπάντων» με τη συνύπαρξη παράλληλων αλλά διαφορετικών ΠΑ.ΣΟ.Κ., στιλ matrix! Έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια κάτι τέτοιο συμβαίνει!

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

Το Παράδοξο, Το Εκκρεμές του Φουκώ και οι Αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας

«Τι είναι η πατρίδα μας; / Μην είναι οι κάμποι; / Μην είναι τα άσπαρτα ψηλά βουνά; / Μην είναι ο ήλιος της που χρυσολάμπει; / Μην είναι τα άστρα της τα φωτεινά;…» έλεγε το ποίημα που απαγγέλλαμε μικροί σε σχολικές γιορτές! Κατέληγε δε και σε συμπέρασμα όπου ο ποιητής τόνιζε ότι όλα αυτά καθώς και άλλα πολλά είναι η πατρίδα μας. Αυτό βεβαίως μπορεί να συνέβαινε κάποτε αλλά δε συμβαίνει σήμερα. Και δε συμβαίνει γιατί με τις καταπατήσεις δεν έχουμε αφήσει κάμπο για κάμπο και άσπαρτο βουνό για άσπαρτο βουνό αλλά και γιατί με όλα αυτά που γίνονται τείνω να αναθεωρήσω πλήρως την άποψή μου για το τι είναι η πατρίδα μας.
Μάλιστα, αν ο ποιητής βρισκόταν εν ζωή, πιστεύω ακράδαντα ότι θα έσκιζε μετά μανίας το χειρόγραφο και θα συνέθετε εκ νέου το πόνημά του. Και θα το έκανε επειδή όσα βλέπουμε καθημερινά γύρω μας μάς τρελαίνουν, μας παιδεύουν, μας παγιδεύουν, μας εκνευρίζουν, μας καθυστερούν, μας αναστατώνουν, μας εξουθενώνουν και τελικά δίνουν μια νέα ιδέα για το τι είναι η πατρίδα μας!
Η πατρίδα μας, σήμερα, είναι ξεκάθαρα ένα σύστημα αυτοαναιρούμενων αξιών, θεσμών, μέσων και πολιτικών που πλέον ρυθμίζουν -ή προσπαθούν να το κάνουν- τη ζωή μας. Είναι ένα σύνολο αντιφάσεων, στρεβλώσεων και παραδοξοτήτων που καθιστούν αβάσιμη κάθε λογική προσέγγιση, ανάλυση και διάθεση κατανόησης των πραγμάτων. Είναι η προσπάθεια να εκσυγχρονιστούμε με την αξιοποίηση των πιο συντηρητικών μέσων, να βαδίσουμε προς το μέλλον μέσα από αδιέξοδα, είναι η πορεία μας μέσα από βαλτοτόπια και σκοτεινά σοκάκια σε μια εποχή που ανοίγει λεωφόρους. Είναι η στήριξη ή η ανοχή -κι αυτό στήριξη είναι- στη μετριότητα, την ανοησία, την υπέρμετρη βλακεία, τη χαοτική κατινιά, την ανέξοδη μαγκιά, της καταρράκωσης κάθε αξίας και έννοιας δικαιοσύνης. Είναι το καθημερινό ποδοπάτημα της αξιοπρέπειας και του σεβασμού, η εμπιστοσύνη μας στον κιτρινισμό και στο λαϊκισμό και στην αδικία και στη διαφθορά και στην αυθαιρεσία και στην υποκρισία, που όμως φροντίζουμε να καταδικάζουμε σε τακτά χρονικά διαστήματα .
Δεν ξέρω αν ο ποιητής θα μπορούσε να κάνει ρίμα με όλα αυτά αλλά θα άξιζε τον κόπο ένα ποίημα με τίτλο «η αντιφατικότητα του απόλυτου»! Γιατί αυτή είναι σήμερα η πατρίδα μας, αυτοί είναι οι Έλληνες, ένα σύνολο μόνιμα απόλυτων αλλά την ίδια στιγμή αντιφατικών θέσεων και κρίσεων που αλληλοαναιρούνται διαρκώς. Αμφισβητούμε το κράτος αλλά απαιτούμε τη διαρκή παρέμβασή του στο καθετί, εμπιστευόμαστε την κάθαρση θεσμών σε άλλους, τους οποίους, όμως, στη συνείδησή μας έχουμε καταδικάσει ήδη. Αυτό είναι όταν προχωρούμε στο σχεδιασμό της ίδρυσης νέων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και τμημάτων τη στιγμή που τα ήδη υπάρχοντα δηλώνουν αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας τους.
Αυτό είναι η πατρίδα μας όπου κι αν κοιτάξει κανείς. Και είναι δημιούργημα δικό μας. Και διαθέτουμε όλη την ικμάδα μας για να διαιωνιστεί μια κατάσταση που δε μας συμφέρει και δε μας στηρίζει αλλά μας φθείρει. Καταδικάζουμε τη γραφειοκρατία και τα δεινά της αλλά αγωνιούμε για περισσότερους διορισμούς στο δημόσιο. Γεμίζουμε πλατείες και αίθουσες και αμφιθέατρα για να ακούσουμε πολιτικούς να μας υπόσχονται ότι την επόμενη τετραετία θα κάνουν όσα μας είχαν ήδη υποσχεθεί την προηγούμενη αλλά δεν μπόρεσαν -λόγω ανημπόριας- να τα κάνουν!
Και ανατροπή της κατάστασης δεν εντοπίζω ούτε στο μακρινό ορίζοντα. Μπορεί ο μακαρίτης να δήλωνε κάποτε ότι «ανήκομεν στη Δύση» αλλά αυτό μάλλον δεν αρκεί, αφού κάποια στιγμή πρέπει και να γίνουμε Δύση -και σίγουρα όχι με μεθόδους της Ανατολής- αλλιώς «δώρον άδωρον»! Τι να το κάνω να ανήκω κάπου αλλά να είμαι κάτι άλλο; Ας μην «ανήκομεν» πουθενά, να μη μας καταβάλλει και το όραμα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε να αναγάγουμε τις στρεβλώσεις, την κενότητα και τις αντιφάσεις σε τρόπο ζωής, σε επιστήμη. Πιστεύω απόλυτα, αν και πολύ αμφιβάλλω (αντίφαση), ότι το σύνολο των Ελλήνων έχει διαβάσει και ασπάζεται το «Εκκρεμές του Φουκώ» του Ουμπέρτο Έκο (ο Έκο είναι ο συγγραφέας, δεν του ανήκει το Εκκρεμές, το οποίο, όπως από τον τίτλο δηλώνεται ξεκάθαρα, είναι κτήμα του Φουκώ!!!). Μάλιστα, θεωρώ ότι στο σύνολό του το ελληνικό αναγνωστικό κοινό (αντίφαση) έχει εντρυφήσει στο σημείο όπου Μπέλμπο και Ντιοταλέβι εξηγούν στον Καζαουμπόν τις θέσεις τους για την αναγκαιότητα «Αναμόρφωσης της Γνώσης». Και δε θα ήταν καθόλου άσχημη ιδέα ό,τι ακολουθεί να το λάβουν υπόψη τους οι σοφοί που συμμετέχουν σε εθνικούς διαλόγους για την Παιδεία, την Οικονομία, την Υγεία και όποιο άλλο εθνικό θέμα!
Στο συγκεκριμένο, λοιπόν, σημείο γίνεται λόγος για τη σχολή «Τετρατριχεκτομίας» (τέχνη του να κόβεις την τρίχα στα τέσσερα), της οποίας στόχο αποτελεί η εκπαίδευση του νου στο … άσχετο. Για το πρόγραμμα σπουδών του τμήματος προτείνονται μαθήματα όπως η «Αθιγγανική πολεοδομία», η «υγροτομία» (τέχνη τεμαχισμού του ζουμιού), η «μητραδελφοχαιρετιστήρια μηχανική» (κατασκευή μηχανών για χαιρετισμό της θείας σου), η «ιστορία των καλλιεργειών στην Ανταρκτική», ο «Ασσυρο-Βαβυλωνιακός φιλοτελισμός», η «σύγχρονη Σουμερική λογοτεχνία», η «φωνητική του βωβού κινηματογράφου», η «ψυχολογία του όχλου στη Σαχάρα» και πολλά άλλα παρόμοιας κενότητας. Μήπως, λέω μήπως, ήρθε η ώρα για ίδρυση παρόμοιων τμημάτων και στη χώρα μας, ώστε οι νέοι και να νομίζουν ότι σπουδάζουν αλλά και να προετοιμάζονται ουσιαστικά για τα παράδοξα που θα συναντούν στη ζωή τους; Μάλιστα στην αντίστοιχη ελληνική σχολή θα μπορούσε να προστεθεί και το μάθημα «ανάλυση της ουσίας του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα»!

*Ο κ. Ζάχος δε θα θεωρούσε κακό και ένα
μάθημα με τίτλο «Ελλάδα: μια σύγχρονη χώρα»

"Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;"

Άμα δε σε θέλει το πράγμα, δε σε θέλει! Πάει και τελείωσε! Από τη στιγμή που ο μακαρίτης εγκατέλειπε τα εγκόσμια το μαγαζί άρχιζε να καταρρέει. Όλες οι προσπάθειες για τη δημιουργία της Αυτοκρατορίας του Μ. Αλεξάνδρου πήγαν στράφι, αφού οι επίγονοι άλλα είχαν στο μυαλό τους! Κι ενώ οι πρώτες ενδείξεις για την τύχη της «Μακεδονίας» κάνουν την εμφάνισή τους εδώ και κάποιες χιλιετίες, εμείς παθαίνουμε σοκ και ταραχή κάθε που το θέμα ανακινείται μέχρι σήμερα.
Όλο και περισσότερα κράτη, μεταξύ τους και οι Αμερικανοί, αναγνώρισαν τη «Μακεδονία» ως Μακεδονία τοποθετώντας στο καλάθι των αχρήστων τις ελληνικές θέσεις και τα αιτήματα της χώρας μας ως προς την ονομασία της γείτονος. Άσκοπα, λοιπόν, όλα εκείνα τα μαζικά και μαζοποιητικά συλλαλητήρια που προηγήθηκαν. Στο βρόντο οι πύρινοι εθνικιστικοί λόγοι, απάτη ο λαϊκισμός, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» οι φανατικές κραυγές του παθιασμένου και μυριοκαμένου έθνους μας. Κι όλα αυτά για να αποδειχτεί ότι η εξωτερική πολιτική και η διπλωματία ασκούνται πίσω από πόρτες καλά σφραγισμένες κι όχι στο δρόμο!
Έμελλε να διαψευστούν, για μια ακόμη φορά, οι εθνοπατέρες του φανατισμού που κάποτε απαίτησαν και πέτυχαν το κλείσιμο των συνόρων μας στηρίζοντας τη σκληρή εθνικιστική γραμμή ως μέσο πίεσης και διεκδίκησης. Έμελλε να δικαιωθούν όλοι εκείνοι που πρέσβευαν ότι οι Έλληνες επιχειρηματίες θα μπορούσαν επάξια να αντικαταστήσουν την ανύπαρκτη και χωρίς στόχο διπλωματία. Δικαιώνονται πια όλοι εκείνοι που αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα πίστευαν ότι τα «Σκόπια» θα μπορούσαν να αποτελέσουν οικονομική επαρχία της Ελλάδας. Είχαν δίκιο όσοι καταλάβαιναν ότι οι ελληνικές επενδύσεις στα «Σκόπια» θα ήταν ο «πολιορκητικός κριός» που θα άνοιγε διάπλατα το δρόμο του ελέγχου της περιοχής σύμφωνα με τα συμφέροντά μας!
Όνειρο απατηλό η πολιτική της στρουθοκαμήλου που ακολουθήθηκε. Γιατί περί στρουθοκαμηλισμού πρόκειται όταν για μισό αιώνα δεχτήκαμε αδιαμαρτύρητα την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» για την περιοχή. Τότε, βέβαια, δε μας ενοχλούσε, αφού η Γιουγκοσλαβία του Τίτο φάνταζε παντοδύναμη και μάλλον αιώνια(;)!!! Κανείς δε φανταζόταν τα όσα ακολούθησαν με τη διάσπασή της και την εμφάνιση των νέων κρατών στην περιοχή. Όμως έχει ο καιρός γυρίσματα, η περιοχή σήκωσε κεφάλι και τότε χρειάστηκε όνομα και ταυτότητα. Όνομα είχε! Αυτό που και οι Έλληνες είχαν αποδεχτεί για πενήντα χρόνια. Ταυτότητα ακόμη προσπαθεί να δημιουργήσει καπηλευόμενη την ιστορία των γειτόνων της!
Και για να μη γελιόμαστε! Στρουθοκαμηλισμός χαρακτήρισε τη στάση μας και από τη δεκαετία του ’80, αφού υπήρξαμε οι μόνοι που δε θέλαμε να δούμε όσα συντελούνταν γύρω μας. Ρίχναμε στάχτη στα μάτια μας, όταν επιμέναμε στην ονομασία «Σκόπια» ή «FYROM» για εσωτερική κατανάλωση ενώ την ίδια στιγμή το όνομα «Μακεδονία» έβρισκε απήχηση και επικρατούσε στη διεθνή κοινότητα, στους χάρτες και στους τουριστικούς οδηγούς.
Ας διδαχτούμε επιτέλους! Πρόκειται σίγουρα για μια εθνική ήττα, εξαιτίας δικών μας χειρισμών αλλά τα πράγματα μπορεί να γίνουν ακόμη χειρότερα, αν αφήσουμε χώρο δράσης και έκφρασης στους νεοεθνικιστές που μας περιβάλλουν. Δεν έχουμε να κερδίσουμε το παραμικρό από μεγαλειώδεις πορείες και συλλαλητήρια. Τέτοιες ενέργειες δεν μπορούν παρά να φανατίσουν και πάλι, να ξεθάψουν πάθη, να αναμοχλεύσουν μίση, να ανανεώσουν την ξενοφοβία, να οδηγήσουν σε απομόνωση και να ανακαλέσουν την επιφυλακτικότητά μας απέναντι στις «Μεγάλες Δυνάμεις», οι οποίες -σύμφωνα με τα σχολικά βιβλία- μόνο δεινά προκάλεσαν στον πολύπαθο τόπο μας!
Η σοβαρότητα είναι ό,τι οφείλουμε στην ιστορία μας και τον πολιτισμό μας! Να δείξουμε στη διεθνή κοινότητα ότι αποτελούμε ένα σύγχρονο κράτος που αποδέχεται τις γεωπολιτικές αλλαγές που συντελούνται, που προσαρμόζεται στην πραγματικότητα και που γνωρίζει να διεκδικεί με σύγχρονα μέσα τα συμφέροντά του. Και για να συμβεί αυτό πρέπει εμείς πρώτοι να πιστέψουμε αυτό που είμαστε! Αν εμείς αισθανόμαστε Έλληνες, αν πράγματι πιστεύουμε ότι αποτελούμε συνέχεια της ιστορίας και του πολιτισμού μας, τότε καμιά ανάγκη δεν έχουμε να πείσουμε τους άλλους! Μήπως, όμως, δεν έχουμε καταφέρει ούτε αυτό;
Είναι αργά πλέον για δάκρυα κι εκείνο που μένει είναι η εγκατάλειψη «χαμένων υποθέσεων» και η ξεκάθαρη στροφή στις μελλοντικές κινήσεις μας. Απαιτείται δυναμική στάση με βεβαιότητα αλλά σίγουρα όχι η επίδειξη και πάλι ενός τριτοκοσμικού λαϊκισμού που θα αμαυρώσει την εικόνα μας χωρίς ουσιαστικά οφέλη! Η άσκηση «βέτο» στις μελλοντικές διεκδικήσεις -ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ- της γειτονικής χώρας πρέπει να δηλωθεί ξεκάθαρα τώρα και να ξεκινήσει η ενημέρωση της διεθνούς κοινότητας με σοβαρότητα, δυναμισμό, πείσμα και κυρίως με επιχειρήματα.
Η ελπίδα ότι όλοι θα διδαχτούμε κάτι από τη συγκεκριμένη αρνητική εξέλιξη είναι αυτό που μένει και αυτό που μας χρειάζεται, αφού μας περιμένουν κι άλλες δυσκολίες. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας με την ΕΕ βρίσκεται μπροστά μας και δε θα ήταν καθόλου σοφό να βρεθούμε και πάλι προ τετελεσμένων. Οι προσωπικές φιλίες και οι κουμπαριές δεν έχουν αποφέρει τα αναμενόμενα και αποδεικνύεται από τη στάση των Τούρκων. Ο εναέριος χώρος μας και τα χωρικά ύδατα μοιάζουν τα τελευταία χρόνια με σουρωτήρι αλλά εμείς επιμένουμε να «αντιμετωπίζουμε θετικά την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας».
Σοβαρότητα και στήριξη της εξωτερικής πολιτικής μας λείπουν. Και δε σκέφτομαι τίποτε άλλο, αλλά με όσα συμβαίνουν θα τρίζουν τα κόκαλα του βασιλιά Αλέξανδρου, ο οποίος, ως γνωστόν, έχει πεθάνει προ καιρού! Κι ας λέει ό,τι θέλει η γοργόνα!

"Το έγκλημα της σκέψης"

«… Δε βλέπεις ότι όλος ο σκοπός της Νέας
Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης;
Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο
το έγκλημα της σκέψης, γιατί
δε θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς!»
«1984», Τζωρτζ Όργουελ

Αυτή τη φορά αφορμή για καβγά μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης έδωσε η αφαίρεση ορισμένων κειμένων από την ύλη του δημοτικού και των ΤΕΕ. Πιο συγκεκριμένα από βιβλίο της Δ΄ δημοτικού αφαιρέθηκαν οι ενότητες «Έτσι είναι ο πόλεμος» και «Ο Δριμάκος» του Ηλία Βενέζη ενώ από την εξεταστέα ύλη του 2ου΄ κύκλου των ΤΕΕ κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη καθώς και η προσφώνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Κ. Στεφανόπουλου στον Αμερικανό Πρόεδρο Μπιλ Κλίντον.
Δε λέω, ωραία αφορμή βρήκαν! Τουλάχιστον λιγότερο οδυνηρή από εκείνη των μετεγγραφών ή εκείνης για τα παιδιά τα «δικά τους» ή των άλλων ή τα εξώγαμα, με βεβαιότητα πάντως όχι για τα δικά μας και σίγουρα πιο ποιοτική από την άλλη, τη σχετική με τα «χαρτοπαίγνια» και το «ξαναμοίρασμα της τράπουλας». Τώρα άφησαν κατά μέρος τα μικροπολιτικά και επιτέλους καταπιάστηκαν με την ουσία που δεν είναι άλλη από την παιδεία που παρέχουμε στα παιδιά και μάλιστα με τις λεπτομέρειές της. Και είναι … λογικό, αφού μάλλον για τα σημαντικά προβλήματα που αφορούν στην εκπαίδευση και καλλιέργεια των επόμενων γενιών έχουν εντοπιστεί ήδη λύσεις!
Εννοείται ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα η επιλογή των κειμένων και της ύλης εν γένει που θα διδαχτούν οι μαθητές αλλά από όλους εκείνους που βρίσκονται μακριά από τα εκπαιδευτικά πράγματα διαφεύγουν αρκετά άλλα εξίσου ή και πιο σημαντικά. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιλογή κειμένων φαίνεται ότι αποτελεί σημαντικό αλλά όχι το ουσιαστικό θέμα, αφού πριν από αυτό καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε άλλα, όπως αυτό της γλωσσικής κατάρτισης των παιδιών καθώς και του τρόπου προσέγγισης της ύλης.
Τι ρόλο άραγε μπορεί να διαδραματίσει ένα καταπληκτικό κείμενο του Βενέζη, του Θεοδωράκη ή του Στεφανόπουλου από τη στιγμή που τα περισσότερα παιδιά δε διαθέτουν το μέσο για την κατανόηση ακόμη και απλών νοημάτων; Σε τι διαφέρει η προσέγγιση ενός αντιπολεμικού κειμένου από εκείνη ενός παιδικού παραμυθιού, αν ο εκπαιδευτικός δε διαθέτει τον απαιτούμενο χρόνο, τη γνώση ή την όρεξη ώστε να δείξει στους μαθητές του την αξία των νοημάτων του (Ουμπέρτο Έκο, Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή, Το πρόβλημα είναι ο καθηγητής); Και κυρίως πόσο ενδιαφέρον περιμένουμε από τα παιδιά για κείμενα που εντάσσονται σε μια βαρετή και άσκοπη διαδικασία που εδώ και καιρό έχει συνδέσει το καθετί με την αποστήθιση, το άγχος και την κούραση;
Ακούσαμε κατά κόρον τον τελευταίο καιρό και με αφορμή το συγκεκριμένο θέμα να γίνεται κουβέντα για «λογοκρισία» των σχολικών βιβλίων. Συνειδητοποιώ, όμως, ότι η συγκεκριμένη λέξη έχει καταλήξει πλέον να αποτελεί μια έννοια χωρίς νόημα και ουσία! Η λογοκρισία, δηλαδή, ο προληπτικός έλεγχος ώστε να εμποδιστεί η διάδοση ιδεών και πληροφοριών, κρίνεται αναγκαία όταν υπάρχει πιθανότητα οι συγκεκριμένες ιδέες να γίνουν αντιληπτές και να αποτελέσουν αφορμή για προβληματισμό, εξεγέρσεις ή έστω αμφισβητήσεις. Σε τι χρειάζεται, όμως, έστω και η ελάχιστη λογοκρισία τη στιγμή που οι περισσότεροι μαθητές προσπερνούν αδιάφορα ακόμη και το πιο εμπνευσμένο κείμενο, τη στιγμή που η επεξεργασία και η σκέψη θεωρούνται απλώς κοπιαστικές, τη στιγμή που η αδυναμία όλο και περισσότερων μαθητών να δουν τα νοήματα πίσω από τις λέξεις φτάνει σε σημείο τραγικό;
Πλησιάζουμε στο όριο που φαντάστηκε πριν από πενήντα, περίπου, χρόνια ο Τζωρτζ Όργουελ και όταν έγραφε: «Σκέφτηκες ποτέ ότι το 2050, το πολύ, δε θα υπάρχει ούτε ένα ανθρώπινο πλάσμα που να καταλαβαίνει μια συζήτηση σαν κι αυτή που κάνουμε τώρα;»! Πρόσφατη συζήτηση με μαθητές μου είναι ενδεικτική της κατάστασης. «Το μάθημά σας είναι δύσκολο, γιατί απαιτεί σκέψη. Υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία έχουμε μια γενική άποψη αλλά μας είναι δύσκολο να βρούμε τις λέξεις για να τα εκφράσουμε»!!!
Όλοι εκείνοι που σήμερα, χωρίς ντροπή, κόπτονται για την παρεχόμενη παιδεία δεν είναι οι ίδιοι που μέσα σε δυο δεκαετίες και με τις -όπως οι ίδιοι τις αποκάλεσαν- εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις λάβωσαν ανεπανόρθωτα την ποιότητα και το κύρος του σχολείου; Όλοι αυτοί που ξεπερνώντας τα όρια του γελοίου μιλούν για λογοκρισία κατανοούν ότι ουσιαστικά αχρήστευσαν την έννοια; Ότι πια δε χρειάζεται η παραμικρή παρέμβαση σε κείμενα και ιδέες, γιατί είναι ήδη ελάχιστοι εκείνοι που τα κατανοούν;
Είναι πράγματι αναγκαία η συζήτηση για τον επαναπροσδιορισμό των κειμένων που θα διδάσκονται τα παιδιά αλλά μια τέτοια κουβέντα πρέπει να πάψει να αποτελεί στοιχείο συντηρητικής και άσκοπης κομματικής αντιπαράθεσης και να στηριχτεί σε διαφορετική βάση. Κυρίως, όμως, πρέπει να στραφεί στην προσπάθεια απαλλαγής των σημερινών μαθητών από την αίσθηση ότι η σκέψη είναι θάνατος! Αυτό θα άξιζε να συμβεί, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση κάθε κείμενο μπορεί να γίνει σημαντικό.

*Ο κ. Ζάχος προτείνει στους υπεύθυνους για την
εκπαίδευση την ένταξη στα σχολικά προγράμματα του «1984»

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

E=mc2: Η εξίσωση του Αϊνστάιν

E=mc2
«Το πιο θαυμάσιο πράγμα που μπορούμε
να βιώσουμε είναι το μυστήριο. Είναι η πηγή
της αληθινής τέχνης και της επιστήμης»
Άλμπερτ Αϊνστάιν

Τι σχέση έχουν άραγε η ηθοποιός Κάμερον Ντίαζ, ο Μάικλ Φάραντεϊ, ο Αντουάν-Λοράν Ντε Λαβουαζιέ, ο Κάρολος Ντίκενς, ο Γαλιλαίος, ο Βολταίρος, ο Έρνεστ Ράδερφορντ, ο Χανς Γκάιγκερ, ο Χίτλερ, ο Τζ. Ρόμπερτ Οπενχάιμερ και ο Άλμπερτ Αϊνστάιν; Ορισμένοι θα πουν ότι ο καθένας από αυτούς έχει γράψει τη δική του ιστορία ή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο χώρο της πολιτικής, της επιστήμης, της τεχνολογίας, της τέχνης ή της φιλοσοφίας. Μην προσπαθήσετε να δώσετε μια βιαστική, επιπόλαιη και τελικά λαθεμένη απάντηση, γιατί όλοι αυτοί και άλλοι τόσοι σχετίζονται και μάλιστα με τρόπο που οι περισσότεροι ούτε καν θα μπορούσατε να φανταστείτε και μάλλον ελάχιστοι θα καταφέρουν, τελικά, να τους συνδέσουν τόσο στενά όσο πράγματι συμβαίνει. Ε, λοιπόν, όλοι αυτοί δε συνθέτουν άλλο από μια μαγευτική ορχήστρα, η απόδοση της οποίας φτάνει σε τέτοιο επίπεδο, υπό τη διεύθυνση της μπαγκέτας του μαέστρου David Bodanis, που δεν μπορεί παρά να προκαλεί δέος σε κάθε θνητό!
Η αρχική ανομοιογένεια ατόμων της τέχνης, της επιστήμης και της πολιτικής αποκτάει δομή, συνέχεια και νόημα μέσα σ’ ένα από τα πιο ολοκληρωμένα δημιουργήματα της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όλα αυτά τα ονόματα αποκτούν συγκεκριμένο ρόλο και τελικά συνθέτουν ένα εκπληκτικής ποιότητας σύνολο στο βιβλίο του David Bodanis, E=mc2. Ο Βodanis δίδασκε για αρκετά χρόνια ιστορία της πνευματικής δημιουργίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ενώ υπήρξε και ανταποκριτής αμερικανικών εφημερίδων στην Ευρώπη. Οι γνώσεις και οι εμπειρίες του στους συγκεκριμένους τομείς φαίνεται ότι αξιοποιήθηκαν με τον κατάλληλο τρόπο όχι μόνο στο συγκεκριμένο βιβλίο αλλά και στα, επίσης best sellers, The Secret Family και The Secret House. Το γεγονός ότι γεννήθηκε στο Σικάγο αλλά ζει στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στο Λονδίνο έπαιξε επίσης το ρόλο του, αφού στο βιβλίο του δείχνει ότι κατάφερε με θαυμάσιο τρόπο να συνδυάσει την αμερικανική πρακτική σκέψη με την ευρωπαϊκή κουλτούρα δημιουργώντας ένα εκπληκτικό κράμα επιστημονικής ανάλυσης και πλοκής.
Απόκτησα το βιβλίο, E=mc2, κατά τη διάρκεια του χειμώνα που πέρασε με την αίσθηση ότι αγόραζα ένα εκλαϊκευμένο επιστημονικό βιβλίο που θα μπορούσε να με βοηθήσει να κατανοήσω βασικά στοιχεία για την «πιο διάσημη εξίσωση στον κόσμο». Άλλωστε αυτός υπήρξε και ο στόχος του συγγραφέα, αφού με αυτόν τον τρόπο τιτλοφορεί το βιβλίο του, γεγονός που δηλώνεται ξεκάθαρα από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Η αλήθεια είναι ότι ανέβαλα αρκετές φορές την ανάγνωσή του, πιστεύοντας ότι θα ήταν ένα ακόμη επιστημονικό βιβλίο που υπόσχεται πολλά αλλά τελικά προσφέρει ελάχιστα στον απλό αναγνώστη που δε διαθέτει το απαραίτητο επιστημονικό υπόβαθρο. Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι τη στιγμή που διάβασα τις πρώτες γραμμές. Το άφησα από τα χέρια μου μόνο όταν έφτασα στην τελευταία λέξη. Όταν αναγκαζόμουν να σταματήσω την ανάγνωση, γιατί ένιωθα ότι ο μικρός μου γιος κινδύνευε στα «βάθη των ωκεανών», είχα την αίσθηση της έλλειψης και δεν έβλεπα παρά τη στιγμή που θα συνέχιζα! Εθισμός! Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να χαρακτηρίσει την κατάστασή μου.
Τα πάντα ξεκίνησαν από μια συνέντευξη της ηθοποιού Κάμερον Ντίαζ, η οποία εξέφρασε τη διάθεση να μάθει τι σήμαινε η εξίσωση του Αϊνστάιν. Ο Bodanis σκέφτηκε, πολύ ορθά, ότι αρκετοί ακόμη άνθρωποι θα είχαν την ίδια επιθυμία και προχώρησε σε ένα πρωτότυπο εγχείρημα, αφού πολλοί ήδη είχαν ασχοληθεί με τη βιογραφία του Αϊνστάιν αλλά κανείς με τη βιογραφία του …δημιουργήματός του. Περιττό να ομολογήσω ότι αγάπησα τη Ντίαζ από τη στιγμή εκείνη, αφού υπήρξε η αφορμή για το βιβλίο του Bodanis. Κι ενώ ξεκίνησα με την προοπτική ότι το επιστημονικό στοιχείο θα ήταν εκείνο που θα κυριαρχούσε, πολύ γρήγορα ανακάλυψα ότι είχα πέσει έξω! Το βιβλίο σύντομα μου αποκαλύφθηκε ως ιστορία, ως ένα σύνολο βιογραφιών σημαντικότατων προσωπικοτήτων, σε ορισμένα σημεία μετατρεπόταν σε πολεμική περιπέτεια και όλα αυτά χωρίς το ένα στοιχείο να λειτουργεί σε βάρος των υπολοίπων. Τα πάντα βρίσκονται τελικά σε μια υπέροχη ισορροπία και συνθέτουν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα … μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Σε όσους με ρωτάνε ποια είναι η άποψή μου για το E=mc2 λέω ένα και μόνο πράγμα: "Απλώς, ό,τι πιο υπέροχο έχω διαβάσει".
Σ’ αυτό βέβαια συμβάλλει και η γλωσσική κατάρτιση του Bodanis που χαρακτηρίζει το βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος και σίγουρα η ποιότητα της ιδιαίτερα προσεγμένης μετάφρασης της κυρίας Αλαβάνου. Θα ήταν ψέματα να πω ότι μετά την ανάγνωση κατάλαβα τα πάντα γύρω από την «πιο διάσημη εξίσωση» και σ’ αυτό δε φέρει την παραμικρή ευθύνη ο συγγραφέας. Το … σφάλμα υπήρξε αποκλειστικά δικό μου, αφού η πλοκή με παρέσυρε σε άλλα επίπεδα πέρα από το επιστημονικό. Έχω τη βεβαιότητα ότι μια δεύτερη ανάγνωση με την προσοχή μου αποκλειστικά στραμμένη στο επιστημονικό μέρος, θα μου δώσει μια καθαρή εικόνα της πορείας που ακολουθήθηκε από τα πρώτα βήματα του Φάραντεϊ και του Λαβουαζιέ ως την τελική διατύπωση της εξίσωσης από τον Αϊνστάιν. Ανάμεσα σε όλες τις άλλες ανατροπές που βίωσα κατά την επαφή μου με το βιβλίο υπήρξε βέβαια και μια ακόμη. Ο Bodanis απέδειξε ότι καθετί μπορεί να γίνει συναρπαστικό, αν υπάρχει ουσιαστική γνώση και το βιβλίο του μπορεί να δώσει αρκετή γνώση σε όσους ασχολούνται με τη διδασκαλία της Φυσικής, της Χημείας και ίσως των Μαθηματικών. Σε αρκετές περιπτώσεις σκέφτηκα ότι οι αναφορές του E=mc2 θα μπορούσαν να κάνουν ενδιαφέρον για τα παιδιά ένα βαρετό μάθημα. Ελπίζω ότι ελάχιστοι μαθηματικοί, φυσικοί ή χημικοί θα αδιαφορήσουν για το βιβλίο!
Ο Bodanis τελειώνει το βιβλίο του με τη φράση: «Μου άρεσε που έγραψα αυτό το βιβλίο»! Κι εγώ θα τελειώσω το κείμενο με παρόμοιο τρόπο: «Τελικά, μου άρεσε που διάβασα αυτό το βιβλίο!!!

Αναζητώντας το Nemo αλλά και τα χαμένα πρότυπα!

Οι Αμερικανοί συνέλαβαν τον καταζητούμενο Σαντάμ! Ο Παπανδρέου jr δήλωσε, εμμέσως πλην σαφώς την πρόθεσή του να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη, όταν έρθει η ώρα! Ο Καραμανλής jr προσπαθεί να γίνει χαλίφης στη θέση και των δυο! Οι … Ευρωπαίοι ηγέτες, για μια ακόμη φορά απέτυχαν να προωθήσουν τα συμφέροντα της Ένωσης, προτάσσοντας εθνικά ή ατομικά συμφέροντα και αδιαφορώντας για τη βούληση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης! Η 17Ν βρίσκεται πλέον στη φυλακή! Καλά όλα αυτά και σημαντικά, δε λέω, αλλά τι να τα κάνεις και με τι κέφι να ασχοληθείς μαζί τους τη στιγμή που η Disney και η Pixar παρουσίασαν το νέο αριστούργημά τους!
«Αναζητώντας το Nemo», το όνομα της νέας ταινίας που προβάλλεται στους κινηματογράφους, με πρωταγωνιστή ένα λιλιπούτειο ψαράκι, ενθουσιάζοντας μικρούς αλλά και μεγάλους. Μπροστά στη φρεσκάδα, το χιούμορ και τις ανατροπές της ταινίας όλα όσα διαδραματίζονται στη διεθνή και εγχώρια πολιτική σκηνή μοιάζουν με ξαναζεσταμένα φαγητά, με έργα που τα έχουμε ξαναδεί και μάλιστα σε πολλές επαναλήψεις! Οπότε η απόφασή μου να ασχοληθώ με τα τεκταινόμενα της ταινίας κι όχι μ’ εκείνα της πολιτικής, είναι απολύτως φυσιολογική και με βεβαιότητα πιο χρήσιμη!
Λοιπόν, όπως έχετε ήδη καταλάβει, ανήκω στην ιδιαίτερα τυχερή ομάδα ανθρώπων που διαθέτει μια εκπληκτική δικαιολογία για επίσκεψη σε κινηματογραφικές αίθουσες, όταν προβάλλουν ταινίες για παιδιά, αφού είμαι «υποχρεωμένος» να συνοδεύω το γιο μου στις κινηματογραφικές αναζητήσεις του! Και είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια έχω αξιοποιήσει, σε αρκετές περιπτώσεις, την ευκαιρία που μου δίνεται.
Η τελευταία ταινία που παρακολουθήσαμε -και μάλιστα δυο φορές- υπήρξε αφορμή για την εμφάνιση … σημαντικών προβληματισμών στο μυαλό του μικρού. Συνηθίζουμε, αμέσως μετά την προβολή μιας ταινίας, να αφιερώνουμε λίγο χρόνο στα ποδοσφαιράκια και τα άλλα παιχνίδια που υπάρχουν σε παρακείμενη αίθουσα κι εκεί, ανάμεσα σε φωνές διαμαρτυρίας και πανηγυρισμούς, γίνεται συζήτηση για τις εντυπώσεις μας από το έργο.
Αυτή τη φορά ήταν ο μικρός που μου επισήμανε κάτι που του προκάλεσε ενδιαφέρον και τράβηξε την προσοχή του. Το γεγονός ότι στην ταινία κυρίαρχος ήταν ο ρόλος των μπαμπάδων ψαριών εντυπωσίασε, σε μεγάλο βαθμό, τον πιτσιρίκο. Πράγματι, οι μπαμπάδες - ψάρια ήταν εκείνοι που πήγαιναν τα μικρά ψαράκια στο ψαροσχολείο, ανησυχούσαν γι αυτά, συζητούσαν μεταξύ τους και έδιναν συμβουλές ο ένας στον άλλο! Ο ρόλος του άντρα, στα πλαίσια της ταινίας, δε σταματάει εδώ, αφού έξω από αυτά που έχουμε συνηθίσει, οι μικροί ψαρομαθητές δεν είχαν να κάνουν με μια γλυκιά και χαριτωμένη ψαροδασκάλα αλλά με ένα δυναμικό και παιχνιδιάρικο αρσενικό σελάχι!
Κατά περίεργο τρόπο, εκτός της ψαρομαμάς του Nemo που πέφτει θύμα ενός κακού ψαριού από την αρχή ακόμη της ταινίας, η ύπαρξη των υπόλοιπων ψαρομαμάδων αγνοείται παντελώς! Ίσως να έλειπαν σε ταξίδι για δουλειές! Τα οικογενειακά και αντρικά πρότυπα του παρελθόντος δέχονται ένα πολύ ισχυρό πλήγμα, ανατρέπονται ολοκληρωτικά και απειλούνται με κατάρρευση από μια παιδική ταινία! Και σας πληροφορώ ότι δεν είναι η μοναδική φορά που εντοπίζω κάτι ανάλογο τα τελευταία χρόνια, αφού και σε άλλες περιπτώσεις παιδικών έργων και αναγνωσμάτων προβάλλονται ανάλογα πρότυπα που ελάχιστη σχέση έχουν με το παρελθόν
Η εικόνα της οικογένειας, όπως τη βιώσαμε στο παρελθόν, χάνεται και τα αντίστοιχα πρότυπα περιορίζονται διαρκώς. Η μονογονεϊκή οικογένεια καταλαμβάνει τη θέση της και, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι στιγμής, αυτό προβάλλεται πια ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό κι όχι ως κάτι το «δραματικό» και «αρρωστημένο». Τα νέα πρότυπα είναι εδώ και προετοιμάζουν τη νέα γενιά, ώστε να αποδεχτεί την πραγματικότητα που έχει ήδη διαμορφωθεί -επιλογή μοναχικότητας, συχνά διαζύγια- με ηρεμία! Το παιδί -όχι κατ’ ανάγκην ψάρι- με έναν γονιό μπορεί πλέον να μεγαλώνει γαλήνια και να αντιμετωπίζεται φυσιολογικά κι όχι ως περίεργο αντικείμενο!
Η ταινία, όμως, προετοιμάζει και για άλλα! Ο άντρας πλέον … επιτρέπεται να επωμίζεται και μη «αντρικές» ευθύνες, όπως το να ετοιμάζει το παιδί του για το σχολείο και να το συνοδεύει σ’ αυτό. Μπορεί χωρίς τύψεις και ντροπές να αγκαλιάζει το μικρό γιο του, να κάνει χιούμορ και να συζητάει μ’ αυτόν, όχι μόνο για το ποδόσφαιρο αλλά και διαφορετικά θέματα. Το καλύτερο δε απ’ όλα όσα παρουσιάζονται στην ταινία είναι η εικόνα του γλυκού ψαροπατέρα και του ψαρογιού του που δε φοβούνται να εκδηλώνουν δημοσίως την αγάπη και τη στοργή τους! Το πρότυπο του πατέρα που ο ρόλος του άρχιζε και τελείωνε στο να οδηγήσει το παιδί του στο γήπεδο και να το εισαγάγει σε αντρικές υποθέσεις πάει περίπατο. Ο πατέρας αναλαμβάνει μια πολύ πιο ουσιαστική ευθύνη κι αυτό μόνο για καλό μπορεί να λειτουργήσει στο μέλλον!
Η κοινωνία μας αλλάζει και αποκτάει νέα πρότυπα συμπεριφοράς αλλά αυτό ελάχιστα έχει αγγίξει την ηγεσία του πλανήτη! Όσο το σκέφτομαι, νιώθω όλο και καλύτερα που καμιά διάθεση δεν είχα να ασχοληθώ με τα πρότυπα που αντιπροσωπεύουν ο σκληροτράχηλος και πολεμοχαρής Μπους, οι λαϊκιστές και ανούσιοι πολιτικοί ηγέτες μας και οι εγκλωβισμένοι στο άγονο παρελθόν τους Ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών. Όχι, όχι! Προτιμώ την εικόνα του γλυκύτατου Nemo και του γεμάτου αγωνία πατέρα του, Marlin! Έχουν πολύ περισσότερα να διδάξουν στα παιδιά αλλά και σ’ εμάς και το κυριότερο έχουν να μας διδάξουν κάτι για το μέλλον κι όχι για το ξεπερασμένο και βαρετό πια παρελθόν!

*Ο κ. Ζάχος θα σκεφτεί πολύ πριν να φάει ξανά ψάρι
και θεωρεί ατυχία το ότι οι πολιτικοί δε «χωνεύονται» εύκολα!

Της πατρίδας η σημαία ... και ποιος τη δικαιούται!

Εκτιμώ ότι, πριν το εθνικιστικό συναίσθημα κατατροπώσει κάθε λογική σκέψη, οι εθνικιστικές κορώνες θολώσουν κάθε καθαρή κρίση και η φετινή «28η Οκτωβρίου» δώσει και πάλι τροφή στον αρρωστημένο ρατσισμό μας, είναι η ώρα για την επανεξέταση του θέματος που, τα τελευταία χρόνια, επανέρχεται με αφορμή τις παρελάσεις και τους σημαιοφόρους τους.
Είναι καιρός το θέμα να τεθεί σε τελείως διαφορετική βάση εκτίμησης, αφού θα το βρίσκουμε όλο και πιο συχνά μπροστά μας. Και σ’ αυτή τη βάση δυο είναι τα καίρια ερωτήματα που χρειάζονται απάντηση. Το πρώτο έχει να κάνει με το ποιος δικαιούται να κρατήσει τη σημαία και είναι αυτό που κυρίως μας απασχόλησε τελευταία. Αυτό, βέβαια, δεν είναι παρά ένα ψευτοδίλημμα που εμφανίζεται, εξαιτίας της αλλοίωσης που έχει υποστεί ο θεσμός των παρελάσεων, ο οποίος δεν αποτελεί πια παρά μια προέκταση του βαθμοθηρικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Έτσι, εκείνο που έχει σημασία πια είναι το άτομο που κρατάει τη σημαία κι όχι η ίδια η σημαία. Η «τιμή» ανήκει πάντα στο μαθητή με την καλύτερη απόδοση χωρίς να εξετάζονται άλλες παράμετροι ως προς την προσωπικότητα, την εθνικότητα ή το θρήσκευμά του. Η σημαία παύει να αποτελεί ένα εθνικό σύμβολο και γίνεται απλώς «σήμα κατατεθέν» του καλύτερου μαθητή.
Αν κάτι τέτοιο δε μας ενοχλεί, τότε ο καθένας -όπως συμβαίνει και στον αθλητισμό- δικαιούται να γίνει σημαιοφόρος! Ο Αλβανός, ο Πακιστανός, ο Τούρκος και οποιοσδήποτε άλλος, αρκεί να είναι ο καλύτερος μαθητής. Αν, όμως, η σημαία παραμένει ένα εθνικό σύμβολο αγώνων και θυσιών, αν παραμένει σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο περιστρέφεται η εθνική ταυτότητα και ιστορία, είναι παράλογο ένας Αλβανός, Ιταλός ή Γερμανός να παρελαύνει με την ελληνική σημαία στην επέτειο των αγώνων του ’40! Το ίδιο ακατανόητο θα ήταν ένας Τούρκος να κάνει το ίδιο στην επέτειο του ’21! Σκεφτείτε έναν Έλληνα στην Τουρκία να παρελαύνει κρατώντας τουρκική σημαία στην επέτειο της Μικρασιατικής καταστροφής που για τους γείτονές μας αποτελεί επέτειο μνήμης μιας περήφανης νίκης!!!
Η ουσία βρίσκεται στο δεύτερο ερώτημα κι εκεί πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας! Είναι απαραίτητος άραγε ο θεσμός των παρελάσεων σήμερα και για ποιο λόγο τον διαιωνίζουμε; Εξυπηρετεί κάποια εθνικά συμφέροντα και ποια είναι αυτά σε μια εποχή βουτηγμένη στον οικουμενισμό;
Κατά το παρελθόν οι παρελάσεις και η συμμετοχή σ’ αυτές λειτούργησαν ως στοιχεία εθνικιστικής έξαρσης και διαιώνισης προκαταλήψεων που εξυπηρετούσαν τους στόχους και τα συμφέροντα του εθνικού κράτους ως συγκεκριμένης πολιτικής οργάνωσης. Συχνά συνδέθηκαν άρρηκτα με τυραννικά καθεστώτα που προσπάθησαν να στηρίξουν την εξουσία τους και την απομόνωση στο φανατισμό και το φόβο.
Σήμερα τέτοιοι λόγοι δε συντρέχουν. Σήμερα που -το θέλουμε ή όχι- και η χώρα μας εξελίσσεται σε κράτος πολυεθνικό, πολυπολιτισμικό και άρα πολυσυλλεκτικό, όλα αυτά φαντάζουν ανούσια. Αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι υπερεθνικών σχηματισμών -ΕΕ, ΟΗΕ, ΝΑΤΟ- όπου συνυπάρχουμε με πρώην εχθρούς, η προσπάθεια διατήρησης παρόμοιων πρακτικών κρίνεται ξεπερασμένη και μάλλον γραφική.
Παλιότερα τα περισσότερα σχολεία της επικράτειας συνέθετε μαθητικός πληθυσμός αμιγώς ελληνικός και συχνά ορθόδοξος, στοιχεία που δικαιολογούσαν την προσευχή πριν την έναρξη των μαθημάτων, τον εθνικό ύμνο για την έπαρση της ελληνικής σημαίας κάθε πρωί και τις παρελάσεις κατά τις εθνικές επετείους. Τα σχολεία αυτά, με μαθητές αποκλειστικά ελληνικής καταγωγής και ορθοδόξους, είναι μια εικόνα που ανήκει στο παρελθόν, άρα είναι καιρός να προσαρμοστούμε στον πλουραλισμό του διαφορετικού περιβάλλοντος που έχει διαμορφωθεί. Στο όνομα της ισότητας και του δικαιώματος στην ιδιαιτερότητα καλούμαστε να καταργήσουμε παρόμοιους θεσμούς που θέτουν στο περιθώριο ένα σημαντικό τμήμα του μαθητικού πληθυσμού ή να τους ανανεώσουμε, ώστε να ανταποκρίνονται στη νέα πραγματικότητα.
Αν αποφασίσουμε να τους διατηρήσουμε στο όνομα της παράδοσης, τότε λογικά θα πρέπει να δοθεί σε όλους -ορθοδόξους, μουσουλμάνους, βουδιστές…- το δικαίωμα να προσεύχονται με βάση το τυπικό της θρησκείας τους και φυσικά να επιτραπεί στους αλλοεθνείς μετανάστες της πατρίδας μας να γιορτάζουν τις δικές τους εθνικές επετείους! Κάτι τέτοιο δε γίνεται με τις παρελάσεις της ελληνικής ομογένειας στη Νέα Υόρκη, άλλωστε;
Οι εθνικές επέτειοι, διαφοροποιημένες από εκείνες του παρελθόντος, μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο τόσο στη διατήρηση της εθνικής μνήμης όσο και -κυρίως γι αυτό- στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Σ’ αυτά τα παιδιά έχουμε υποχρέωση να διδάξουμε ότι οι συγκεκριμένες επέτειοι αποτελούν φόρο τιμής σ’ εκείνους που θυσίασαν και θυσιάστηκαν για κάποια ιδανικά, ότι υπάρχουν αγώνες σημαντικότεροι από τις τηλεμαχίες των ειδώλων τους στα «ριάλιτι», ότι υπάρχουν νίκες πιο λαμπρές από εκείνες της κάθε Καλομοίρας! Και δε χρειάζονται ούτε φασαρία ούτε παρελάσεις ούτε βαρετοί «πανηγυρικοί» γι αυτό.
Οι θεσμοί και οι στόχοι της κοινωνίας μας χρειάζονται αναζωογόνηση. Ένα σύγχρονο κράτος δεν μπορεί να διαιωνίζει συνθήκες που τονώνουν τον εθνικισμό και την περιθωριοποίηση του διαφορετικού. Καλείται να στηρίξει και να προωθήσει την αρμονική συνύπαρξη, να κερδίσει το σεβασμό των «άλλων» και να αξιοποιήσει τον πολιτισμικό πλουραλισμό, ώστε να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον στα όρια της οικουμενικότητας του κόσμου μας.
Δεν πιστεύει κανείς(;) ότι οι παρελάσεις μπορούν να κρατήσουν ζωντανή την αξία των αγώνων του παρελθόντος και τη σημασία της οικουμενικής ελληνικής παιδείας κι ότι όλα αυτά συνθέτουν απόψεις αιρετικές! Υπάρχουν πολύ πιο ουσιαστικές μέθοδοι για τη διαφύλαξη των ιδανικών του πολιτισμού μας. Δυστυχώς -και αυτό φαίνεται καθημερινά μέσα από τη συμπεριφορά μας- ελάχιστοι φροντίζουν για τη διαιώνιση όλων εκείνων των αρχών που τοποθέτησαν τον ελληνικό ανάμεσα στους κορυφαίους πολιτισμούς!

*Ο κ. Ζάχος αναρωτιέται αν ο Ξένιος Δίας
παραμένει στοιχείο της παράδοσής μας

"σ" (2,34) όπως "π" (3,14)

Μπορεί να μην έχει την αξία του π (3,14) αλλά το 2,34 δεν μπορεί πια να περνάει απαρατήρητο. Μην κάνετε την παραμικρή προσπάθεια να το κατανοήσετε ξεσκονίζοντας τις μαθηματικές γνώσεις σας, αφού καμιά σχέση δεν έχει μ’ αυτές! Το 2,34 είναι το μυστικό κλειδί που εξηγεί με ξεκάθαρο τρόπο καθετί που συμβαίνει στην κοινωνία μας. Είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο ο καθένας έχει τη δυνατότητα να προβλέψει με ακρίβεια τη μελλοντική πορεία της ελληνικής κοινωνίας. Είναι η εξήγηση για τη διόγκωση των οικονομικών ελλειμμάτων, για το έλλειμμα δημοκρατίας, για την ανυπαρξία σχεδιασμού, για την αναξιοκρατία, τη γραφειοκρατία, τις αδυναμίες μας, τη στασιμότητα, τη μικρότητα, την «παράγκα», τη «ρεμούλα», τη διαπλοκή, είναι το μυστικό της πτώσης του «Σινούκ» πρόσφατα και του πρωθυπουργικού «Φάλκον» παλιότερα! Κυρίες και κύριοι έχετε μπροστά σας το σύμβολο του σύγχρονου αλλά και του μελλοντικού ελληνισμού!
Έχετε μείνει άφωνοι; Μήπως μια μικρή δόση περιέργειας σάς αναγκάζει να προχωρήσετε παρακάτω; Δεν έχω σκοπό να καθυστερήσω άλλο την αποκάλυψη. Άλλωστε είμαι τόσο περήφανος γι αυτή! Είναι αυτό που περίμενα, είναι η εξασφάλιση της υστεροφημίας μου, αφού η ανακάλυψή του μου παρέχει κάθε δικαίωμα να το ονομάσω και δε χρειάζεται ιδιαίτερος προβληματισμός γι αυτό! Από τη συγκεκριμένη στιγμή το 2,34 θα χαρακτηρίζεται ως δείκτης ποιότητας «σ»!
Η ιστορία του σ (2,34) είναι πρόσφατη και δεν είναι παρά το κλειδί που εξασφάλισε φέτος την επιτυχία(;) και ένταξη υποψηφίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της χώρας μας. Θα μου πείτε και τι σημαίνει αυτό; Κι, όμως, σημαίνει πάρα πολλά, γιατί ο συγκεκριμένος υποψήφιος όπως και μερικές χιλιάδες ακόμη, των οποίων ο βαθμός πρόσβασης στα ΑΕΙ και ΤΕΙ δεν ξεπέρασε κατά πολύ το «σ», σήμερα μπορεί να είναι ακίνδυνοι φοιτητές αλλά, δυστυχώς, αύριο θα είναι επικίνδυνοι συνδικαλιστές, επαγγελματίες, εκπαιδευτικοί, πολιτικοί, εργολάβοι, πολίτες που θα δραστηριοποιούνται νομιμότατα στη χώρα μας! Το «σ», λοιπόν, μπορεί σήμερα να είναι απλώς ένας βαθμός εισαγωγής αλλά αύριο θα είναι (μάλλον ήδη συμβαίνει) ο δείκτης του επιπέδου και της ποιότητας της ελληνικής κοινωνίας, οικονομίας, επιστήμης, τέχνης, πολιτισμού.
Χρειάζεται κανείς να διαθέτει κληρονομικό χάρισμα ενόρασης για να προδικάσει το μέλλον μας; Μάλλον όχι! Ακόμη κι ένα μικρό παιδί μπορεί να κατανοήσει το συσχετισμό. «Τοπίο στην ομίχλη»! Αύριο τα συγκεκριμένα άτομα θα διοικήσουν(;), θα εκπαιδεύσουν(;), θα σχεδιάσουν(;) και θα αποτελέσουν πρότυπα των επόμενων γενιών και όλα αυτά, βέβαια, δε θα ξεφεύγουν από τα όρια του «σ»! Το «σ» έρχεται να μας απαλλάξει από μελλοντικούς προβληματισμούς εξηγώντας χωρίς την παραμικρή αμφιβολία όσα πρόκειται να συμβούν και όσα ήδη συμβαίνουν.
Παρατηρώ αποσβολωμένος όλες αυτές τις θεωρίες, τις αναλύσεις, τις μακρόσυρτες συζητήσεις στα τηλεοπτικά παράθυρα γύρω από τα καθημερινά προβλήματα και τα αδιέξοδα. Ακούω και διαβάζω εμβρόντητος όλες αυτές τις στομφώδεις προσεγγίσεις της σύγχρονης πραγματικότητας και αναρωτιέμαι: «καλά όλοι αυτοί αγνοούν το «σ» ή απλώς δεν έχουν άλλη δουλειά να κάνουν»; Είναι δυνατόν το 2,34 να περνάει απαρατήρητο και ανεκμετάλλευτο; Χρειάζονται εξεταστικές επιτροπές για να καταλήξουμε σε συμπέρασμα ως προς τα αίτια της πτώσης του «Σινούκ», της ολιγωρίας και της ανεπάρκειας του κρατικού μηχανισμού; Απαιτείται η παρέμβαση εισαγγελέα για να δικαιολογήσουμε τις μίζες, την ασυδοσία και τα σκάνδαλα που έχουν στήσει χορό γύρω μας; Τίποτε απ’ όλα αυτά δε χρειάζεται, γιατί οι απαντήσεις είναι απλοϊκές!
Το «Σινούκ» έπεσε γιατί την προμήθειά του ανέλαβαν άτομα «σ», το κράτος δε λειτούργησε γιατί απαρτίζεται από πολλά «σ», η εκπαίδευση θα συνεχίσει να κινείται σε επίπεδα χάους γιατί συνδέει την επιτυχία του κάθε ατάλαντου, τεμπέλη και ανεπρόκοπου μ’ ένα απλό «σ», χαΐρι και προκοπή δε θα κάνουμε ποτέ γιατί δίνουμε χώρο δράσης σ’ όλα αυτά τα 2,34 που μας περιβάλλουν! Όλα τα υπόλοιπα είναι παραμύθια και ανέξοδες μπαρούφες. Και αν δε συνειδητοποιήσουμε ότι ως κοινωνία χρειαζόμαστε αριστούχους σε κάθε τομέα και σε κάθε λεπτομέρεια κι όχι θλιβερά «σ», δεν πρέπει και δεν είναι δυνατό να περιμένουμε κάτι διαφορετικό.
Όταν πρόκειται να στηρίξουμε την εκπαίδευση των μελλοντικών γενιών, τη διοίκηση του κράτους, την ανάληψη δημόσιων έργων, την κατάληψη θέσεων εξουσίας σε άτομα που αποκτούν δικαίωμα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς κόπο, χωρίς εφόδια, χωρίς διάθεση, χωρίς όνειρα, χωρίς δυναμισμό, είμαστε καταδικασμένοι. Όταν για να κρατήσουμε σε χαμηλά ποσοστά την ανεργία σήμερα δημιουργούμε όλο και περισσότερους φοιτητές, υποθηκεύουμε το αύριο. Όταν για ψηφοθηρικούς λόγους χαρίζουμε θέσεις στα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας, προδικάζουμε τη μετριότητα που θα συνεχίσει να μας ακολουθεί και την πτωτική πορεία όχι μόνο των «Σινούκ» αλλά κάθε στοιχείου του ελληνισμού!
Η θεωρία της «φυσικής επιλογής» μπορεί να θεωρείται από ορισμένους ρατσιστική, όταν εφαρμόζεται στα όρια του ανθρώπινου είδους αλλά είναι αδύνατο να απαλλαγούμε απ’ αυτή αν στόχο αποτελεί η βελτίωση, η πρόοδος, η κατάκτηση του ωραίου, η εφαρμογή του δίκαιου. Χρειαζόμαστε άριστους κι αν δεν τους διαθέτουμε πρέπει να τους δημιουργήσουμε παρέχοντας κίνητρα. Κι αυτά δεν μπορεί να είναι τα ατέλειωτα «σ» που έχουν καταρρακώσει κάθε έννοια ισότητας! Και ισότητα δε σημαίνει όλοι ίδιοι, όλοι στο ίδιο επίπεδο γιατί αυτό αναπόδραστα οδηγεί στο να γίνουν όλοι μια πελώρια μάζα «σ»! Ισότητα είναι η παροχή ίδιων ευκαιριών σε όλους πράγμα που σημαίνει ότι δε θα επιδιώκουμε την εξάντληση ή και την εξαφάνιση εκείνων που προσπαθούν να ξεφύγουν από το 2,34 αλλά ότι αντίθετα θα αρχίσουμε να τους επιβραβεύουμε και να τους δικαιώνουμε!

*Ο κ. Ζάχος είναι από σήμερα
ο τύπος που ανακάλυψε το «σ»

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2007

Δημιουργοί δραμάτων!

Το δράμα, όπως όλοι γνωρίζουν, είναι ωραίο πράγμα! Γι αυτό και οι περισσότεροι αναζητούν καθημερινά ένα δράμα, το επωμίζονται με όλο τα βάρος της ευθύνης που σημαίνει κάτι τέτοιο και τελικά το διατυμπανίζουν στον περίγυρό τους. Μάλιστα, θεωρώ ότι αυτό που συμβαίνει με τους περισσοτέρους και τη σχέση τους με το δράμα δεν είναι μια απλή αγάπη ή έστω έρωτας. Όχι, πρόκειται για εθισμό που φτάνει σε σημεία μανιακού παραλογισμού, με αποτέλεσμα ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποιο δράμα εύκαιρο, οι άνθρωποι να το αναζητούν εναγωνίως ή ακόμη και να το κατασκευάζουν. «Δώσε μου δράμα και πάρε μου την ψυχή», ένα πράγμα. Δώσε μου «αχ» και «βαχ» και «ωχ, αμάν αμάν» και make me happy! Τρέλα απίστευτη!
Κι ενώ κάποιος λογικός (είδος προς εξαφάνιση) θα το έβλεπε παράλογο, οι περισσότεροι (που δεν ανήκουν στο προαναφερθέν είδος προς εξαφάνιση) αισθάνονται ευτυχισμένοι μόνο εν μέσω δραμάτων, αναστεναγμών, κλαυθμών και οδυρμών… Η όλη κατάσταση ξεκινά από τα σπάργανα, από τα πρώτα χρόνια της διαπαιδαγώγησης κι αν συνεχιστεί με τους ίδιους ή έστω παρόμοιους ρυθμούς, σε λίγο καιρό θα «περάσει» και στον εθνικό γενετικό κώδικά μας. Θα γεννιούνται παιδιά κι αντί να περιμένουμε το πρώτο κλάμα τους, θα αναμένουμε τον πρώτο αναστεναγμό για να βεβαιωθούμε ότι είναι «φυσιολογικό το παιδί»!
Ήδη βέβαια, οι περισσότερες οικογένειες έχουν κάνει σημαντικά βήματα προόδου στο συγκεκριμένο ζήτημα. Δεκαεξάρηδες και δεκαεφτάρηδες βαρυγκωμούν υπό το βάρος των ευθυνών (;) τους κάθε τρεις και λίγο. Η απάντηση στην ερώτηση «πώς είστε παιδιά;», έρχεται αβίαστα: «επιβιώνουμε» ή «υπομονή»! Τέτοια χαρά για τη ζωή οι έφηβοι! Δηλαδή, όταν «πατήσουν» όλοι αυτοί τα είκοσι, τι πρόκειται να κάνουν; Γιατί κάπου εκεί υπολογίζω ότι θα έχει εξαντληθεί η υπομονή τους! Μωρέ το βλέπω εγώ το πράγμα! Μαζικές αυτοκτονίες λέγεται!
Κάπως έτσι φτάσαμε σε σημείο τα δράματα να εξαπλώνονται και να βρίσκουν καθημερινά νέες, ευφάνταστες εκφράσεις. Θα με πείτε άκαρδο κι αναίσθητο που δε συμμερίζομαι τον πόνο των ανθρωπάκων, αλλά το προσπερνώ σφυρίζοντας αδιάφορα! Εγώ είμαι ο άκαρδος ή όλοι αυτοί που φυσούν και ξεφυσούν γύρω μας δημιουργώντας ρεύματα αέρα ικανά να μεταβάλλουν την αρμονική κίνηση του σύμπαντος; Σιγά και μην τους λυπηθώ! Και ξέρετε για ποιο λόγο τηρώ τη συγκεκριμένη στάση; Μα γιατί απλώς γνωρίζω!!! Γνωρίζω ότι το δράμα όλων αυτών δεν είναι αυτό που εφευρίσκουν και διατυμπανίζουν -σχεδόν με χαρά- αλλά εκείνο που κρύβουν βαθιά μέσα τους, γιατί, αν δεν το έχετε καταλάβει αυτός είναι ο ρόλος του καθημερινού δράματος. Η συγκάλυψη του πραγματικού και μεγαλειώδους δράματος που κουβαλάει ο καθένας. Η συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων εντοπίζει ή δημιουργεί μικρά, βλακώδη δράματα, ώστε να αποσπάται από την πραγματική δυστυχία της ίδιας της ύπαρξης!
Είναι φοβερό! Όλοι αυτοί ξυπνούν το πρωί και αντί να εντοπίζουν το αισιόδοξο, το θετικό και χρήσιμο, ψάχνουν για το δράμα που θα τους απασχολήσει, ώστε να μην έχουν τη δυνατότητα να αναλογιστούν την κενότητά τους, την έλλειψη στόχου, ονείρου. Αναζητούν μικρές καθημερινές δυστυχίες που θα τους αποσπάσουν από τη σκέψη της μετριότητας, της αποτυχίας, της έλλειψης στόχου, της διάψευσης, της απαξίωσης, της έλλειψης διάθεσης για προσπάθεια! Δε θα μου φαινόταν καθόλου παράξενο αν μάθαινα ότι όλοι αυτοί έχουν γεμίσει το δωμάτιό τους με αφίσες του μικρού Βασιλάκη Καΐλα, της Μάρθας Βούρτση, έστω του πιο πρόσφατου Τιτανικού στις πιο τραγικές στιγμές πόνου, κλάματος και αναστεναγμού, ώστε να εμπνέονται στην αξιοζήλευτη προσπάθειά τους ή ότι στην προσευχούλα τους θα παρακαλούν τον Μεγαλοδύναμο «… και δωσ’ ημίν σήμερον το δράμα ημών το επιούσιον»! Τέτοια κατάντια και μιζέρια η ανθρωπότητα!
Μα είναι δυνατόν οι άνθρωποι να φοβούνται το θετικό; Τους συμβαίνει κάτι καλό και καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να το υποτιμήσουν, να το προσπεράσουν συνεχίζοντας ανεπηρέαστοι τη μίζερη προδιαγραμμένη διαδρομή τους. Νέοι, γέροι και παιδιά βουτηγμένοι σε μια απάνθρωπη όσο και αδικαιολόγητη κόπωση. Γιατί συσσώρευση τόσης κούρασης στην εφηβεία δε δικαιολογείται! Όπως δε δικαιολογείται σε ανθρώπους στα είκοσι και στα τριάντα. Κι όμως οι «νέοι γέροι» πληθαίνουν ακατάπαυστα και από κάτι τέτοια οι στατιστικές κάνουν λόγο για γήρανση του πληθυσμού. Κι όλοι μα όλοι τα βάζουν με την εποχή, η οποία με έναν ακατανόητο τρόπο φταίει για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας.
Προσέξτε! Φταίει η εποχή κι όχι όλοι αυτοί που δεν έχουν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να την κατανοήσουν. Δηλαδή, μάλλον ήταν καλύτερο να ζουν σε εποχές που η πείνα, οι αρρώστιες και οι πόλεμοι θέριζαν αδιακρίτως! Τουλάχιστον τότε θα είχαν πραγματικά δράματα να αντιμετωπίσουν και όλοι τους θα ήταν «ευτυχισμένοι»! Έτσι όπως πάει το πράγμα, τους τελευταίους πραγματικά ισορροπημένους και ευτυχείς ανθρώπους τους βλέπω ταριχευμένους σε μουσεία, σε προθήκες ελεγχόμενης θερμοκρασίας και υγρασίας για να μη χαλάσουν. Μη χειρότερα να λες. Να θεωρείται περίεργο πράγμα η ευτυχία κι όχι η μιζέρια, η χαρά κι όχι η λύπη, η αισιοδοξία κι όχι η κακομοιριά! Κι όλα αυτά σε μια εποχή καλύτερη από κάθε προηγούμενη! Αλλά δε φταίει τίποτε άλλο. Φταίει που όλοι αυτοί οι μίζεροι, σχιζοφρενείς δεν αποφασίζουν να ομολογήσουν το πραγματικό δράμα τους. Αλλά το δράμα είναι οι ίδιοι κι εκεί δυσκολεύει το πράγμα!



*Ο κ. Ζάχος ζει ένα δράμα,
αλλά ευτυχώς αυτό ανήκει σε άλλους!

Με γεύση σοκολάτας!

«Ήταν η πιο διδακτική ταινία από όσες
έχουμε παρακολουθήσει μέχρι στιγμής»

Ο γιος μου, Παναγιώτης, για την ταινία «Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας»

Όταν πριν λίγα χρόνια παρακολουθήσαμε με το γιο μου την ταινία «Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης», είχαμε συναρπαστεί! Το ίδιο έγινε και με την ταινία «Batman». Οπότε θα ήταν παράλογο να μην παρακολουθήσουμε την καινούρια δημιουργία του Tim Burton, «Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας». Σοφή επιλογή, όπως αποδείχτηκε, αφού σε όσα μας είχαν συναρπάσει στις προηγούμενες, εδώ χαρήκαμε, εξίσου, μια ακόμη παράμετρο. Γιατί εδώ, πέρα από το θέαμα, σημαντικό ρόλο είχε ο διδακτικός χαρακτήρας, κάτι που δε συντελείται έμμεσα αλλά τόσο άμεσα που ακόμη κι ένα μικρό παιδί αντιλαμβάνεται. Και βέβαια, δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά από έναν άνθρωπο που μέσω του θρυλικού Joker (Jack Nikholson) στο Batman δηλώνει: «Δεν πρέπει να συγκρινόμαστε με τους κανονικούς ανθρώπους. Είμαστε καλλιτέχνες»! Ο Burton είναι ο τύπος που «τα χώνει» χωρίς υπεκφυγές και φτιασίδια, οπότε αν δεν αντέχετε τα δράματα, αποφύγετε τη συγκεκριμένη … συγκίνηση!
Κάπως έτσι βρεθήκαμε να παρακολουθούμε ένα … παραμύθι. Ένας καταιγισμός χρωμάτων και ευφάνταστων εφέ, εικόνες μαγικές, χαρακτήρες βγαλμένοι από το παρελθόν των παιδικών χρόνων μας και όλα αυτά σε μια καταπληκτική ισορροπία από τον εμπνευσμένο Tim Burton, μετρ του ακραία φανταστικού. Μουσική με εναλλαγές και χορογραφία που συχνά παραπέμπει σε μιούζικαλ της δεκαετίας του ’60. Συνύπαρξη προσώπων της πραγματικότητας και της φαντασίας σε αρμονία. Εκπληκτική συνταγή για ένα σύνολο όπου οι κακοί βρίσκουν το μάστορά τους ενώ οι καλοί, όχι κατ’ ανάγκη ευφυείς, ανταμείβονται πλουσιοπάροχα. Ό,τι ακριβώς μπορεί να συμβεί σ’ ένα παραμύθι!
Η ιστορία απλή! Σε πέντε σοκολάτες Wonka τοποθετούνται αντίστοιχα χρυσά εισιτήρια. Πέντε τυχερά παιδιά από όλο τον κόσμο κερδίζουν τα εισιτήρια που τους δίνουν το δικαίωμα να περιπλανηθούν στο εργοστάσιο του απομονωμένου Willy Wonka -τον υποδύεται ο απολαυστικός Johnny Depp. Ένα από τα παιδιά θα κερδίσει κάποιο ανέλπιστο δώρο ενώ τα υπόλοιπα θα αποχωρίσουν εφοδιασμένα με μεγάλες ποσότητες σοκολάτας. Πέντε διαφορετικά παιδιά, πέντε διαφορετικοί χαρακτήρες που αποτελούν και το επίκεντρο της διδακτικής πλευράς της ταινίας που μάλλον δεν πρέπει να χάσει κανένας … γονιός, αφού σ’ αυτή πρόκειται, μάλλον, να εντοπίσει το χαρακτήρα του παιδιού του.
Μήπως το παιδί σας είναι αχόρταγα λαίμαργο, μήπως είναι γλοιώδες, επιθετικό, άκρως ανταγωνιστικό, μήπως είναι «κολλημένο» με την τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια; Μήπως ανήκει στην κατηγορία των «ψώνιων» που αυτοπροβάλλουν συνεχώς τη μετριότητά τους, όπως η πρωταγωνίστρια που επαίρεται για το ρεκόρ της στο … μασούλημα τσίχλας; Μήπως το παιδί σας είναι τόσο καλομαθημένο, θέλει να έχει τα πάντα (ίσως ακόμη κι ένα σκιουράκι εξειδικευμένο στον καθαρισμό καρυδιών) ή πιστεύει ότι όλα αγοράζονται με χρήμα; Αν το παιδί σας ανήκει σε μια από τις συγκεκριμένες κατηγορίες ή οδηγείται προς τα εκεί και θέλετε να του δώσετε ένα μάθημα, πρέπει να παρακολουθήσετε την ταινία.
Προσέξτε όμως, γιατί, όπως καθένα από τα παιδιά παίρνει -παθαίνει καλύτερα- στο τέλος αυτό που του ταιριάζει, υπάρχει κίνδυνος να βρείτε κι εσείς το μάστορά σας. Άλλωστε οι Ούμπα-Λούμπα, τα ψηφιακά, φανταστικά ανθρωπάκια-εργάτες, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο. Στο τραγούδι τους αναρωτιούνται με τρόπο που δεν αφήνει χώρο για αμφισβήτηση «ποιος άραγε να είναι υπεύθυνος γι αυτό το παιδί; Ποιος το κατάντησε έτσι;» και το κάνουν ρίχνοντας επιτιμητικά βλέμματα στο γονιό που δεν ξέρει πού να κρυφτεί! Οπότε, αν ανήκετε στη θλιβερή ομάδα γονιών που θεωρούν ότι δε φέρουν την παραμικρή ευθύνη για την κατάντια του παιδιού τους, είναι καλύτερα να αποφύγετε το συγκεκριμένο παραμύθι και να μείνετε στα πιο παραδοσιακά κι ανώδυνα του στιλ «Κοκκινοσκουφίτσα», «Η Χιονάτη και οι εφτά νάνοι» ή «Η Πεντάμορφη και το Τέρας»!
Τα πάντα στην ταινία είναι δομημένα έτσι ώστε να λειτουργούν άμεσα και απόλυτα χωρίς δυνατότητες αμφισβήτησης των όσων συμβαίνουν. Μέχρι και την τελευταία σκηνή της η ταινία διδάσκει μ’ ένα ρυθμό ακατάπαυστο. «Δεν αφήνω την οικογένεια ούτε για όλη τη σοκολάτα του κόσμου» δηλώνει ο Τσάρλι στην προτροπή του Wonka να εγκαταλείψει τα πάντα, ώστε να ασχοληθεί απερίσπαστος με το εργοστάσιο που έχει κερδίσει. Και φαίνεται ότι καταφέρνει να πείσει για την αξία της ακόμη και τον ίδιο το Wonka, τον οποίο και συμφιλιώνει με τον πατέρα του.
«Ήταν η πιο διδακτική ταινία από όσες έχουμε παρακολουθήσει μέχρι στιγμής». Μια ταινία μάλλον εμπνευσμένη και με βεβαιότητα ταυτισμένη με τη σοκολάτα. Άλλοτε ξεκάθαρα γλυκιά, όπως οι σοκολάτες γάλακτος ή με γέμιση φρούτων και αμυγδάλου, άλλοτε πικρή και σκληρή σαν τη σοκολάτα «υγείας», άλλοτε περίεργη σαν τις σοκολάτες που συνδυάζουν αρώματα και γεύσεις αλλά πάντα … γεμάτη! Μια ταινία για όλη την οικογένεια (προϋπόθεση να έχει ξεφύγει από τη συντηρητική αντίληψη περί παραμυθιών) που λειτουργεί όπως και η σοκολάτα όταν τελειώνει. Θα ήθελες λίγη ακόμη!

"Κλώσες"

Αφού τα εγχώρια τηλεοπτικά κανάλια συνειδητοποίησαν ότι γίναμε ειδικοί ως προς τους τυφώνες και τις επιπτώσεις τους και αφού κατάλαβαν ότι είμαστε πλέον έτοιμοι για master σε θέματα σχετικά με την αεροπορική βιομηχανία, αποφάσισαν να μας δώσουν τα φώτα τους (ή μήπως να αλλάξουν τα δικά μας;) ως προς την ορνιθολογία. Γιατί αυτό είναι ενημέρωση. Παίρνεις ένα θέμα και το … ξεπουπουλιάζεις, το κάνεις … φτερό και πούπουλο μέχρι να το σιχαθεί και ο πιο κρετίνος τηλεθεατής. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα. Σε λίγο καιρό θα βλέπουμε πτηνό και θα το πετροβολάμε, θα ακούμε κακάρισμα και θα κάνουμε εμετό, θα αντικρίζουμε το καναρίνι του γείτονα και θα στέλνουμε το γάτο Σιλβέστερ να το κατασπαράξει.
Η χαρά του ρεπόρτερ ήταν ό,τι συνέβη το τελευταίο διάστημα. Καταστροφικοί τυφώνες, καρατομήσεις κυβερνητικών στελεχών, αεροπορικές τραγωδίες, και τώρα κίνδυνος πανδημίας με βάση τα συμπεράσματα των … ειδικών της τηλεόρασης. Ο πρόσφατος σεισμός στο ανατολικό Αιγαίο δεν πιάνεται, γιατί δεν ήταν ούτε καταστροφικός ούτε θύματα προκάλεσε, οπότε έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Ευτυχώς για τους καλούς μας ρεπόρτερ, γιατί πού να τα προλάβουν όλα κι αυτοί οι κακομοίρηδες. Χίλια κομμάτια να γίνουν; Από ποιον να πρωτοπάρουν συνέντευξη; Από τις γριπιασμένες γαλοπούλες ή από το μανιασμένο Εγκέλαδο; Οπότε, ευτυχώς που ο δεύτερος δεν έδειξε όλη τη μανία του και οι άνθρωποι μπορούν να αφοσιωθούν πλήρως στο θεάρεστο έργο που ξεκίνησαν.
Ίσως τα πράγματα έπρεπε να φτάσουν στο συγκεκριμένο σημείο ανοησίας, ώστε να γίνει ξεκάθαρα κατανοητό ακόμη και από τον πιο φανατικό οπαδό της τηλεόρασης ότι κάτι δεν πάει καλά. Γιατί, αν το καλοσκεφτούμε, για την ποιότητα και τις επιλογές θεμάτων των καναλιών η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά σ’ εκείνους που τα παρακολουθούν. Οι υπεύθυνοι ενημέρωσης και ψυχαγωγίας απλώς ελέγχουν τα ποσοστά τηλεθέασης των προγραμμάτων. Το μήνυμα που παίρνουν δεν είναι άλλο από τις επιλογές όσων παρακολουθούν τα διάφορα τηλεοπτικά προγράμματα και τίποτε άλλο. Αυτοί το μόνο που κάνουν είναι να συνεχίζουν να προσφέρουν σκουπίδια και άχυρα, αφού αυτό θέλει το κοινό. Σε διαφορετική περίπτωση τα υψηλά ποσοστά τηλεθέασης θα πήγαιναν περίπατο και για συντροφιά τους θα έπαιρναν τις διαφημίσεις και τα έσοδα.
Τα πάντα είναι πια ξεκάθαρα. Η τηλεόραση -όπως έχει διαμορφωθεί πια και με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις- αναφέρεται σε ανθρώπους με ειδίκευση στη βλακεία και την άνοια. Το θεωρείτε ακραίο; Αν δεν ανήκετε σ’ αυτούς που παρακολουθούν μανιωδώς τηλεόραση οπότε είναι λογικό να σας ενοχλεί ο χαρακτηρισμός του βλάκα, τότε σκεφτείτε. Ποιος μπορεί να έχει τόσο χρόνο για χάσιμο, ώστε να παρακολουθεί ρεπόρτερ με το μικρόφωνο στο χέρι και την κάμερα κατά πόδας να γυροφέρνει έξω και μέσα σε κοτέτσια. Ποιος μπορεί να θεωρεί ενημέρωση τον εντοπισμό και την ακριβή και με λεπτομέρειες περιγραφή της τοποθεσίας όπου ζαλίστηκε και λιποθύμησε το κοτόπουλο ή η γαλοπούλα που πιθανώς είναι φορέας της γρίπης; Για σκεφτείτε το και δώστε χαρακτηρισμό στα συγκεκριμένα άτομα!
Βέβαια, υπάρχει η μόνιμη επωδός σε τέτοιες παρατηρήσεις. «Και τι άλλο να δούμε, αφού αυτά έχουν όλα τα κανάλια»; Κι εκεί φαίνεται όλο το μέγεθος της ανοησίας. Δηλαδή, το μόνο που είναι ικανός να κάνει κάποιος, όταν διαθέτει χρόνο, είναι να παρακολουθεί τηλεόραση; Οι επιλογές του για να καλύψει τον ελεύθερο χρόνο του αρχίζουν και τελειώνουν στα τηλεοπτικά προγράμματα; Κι αυτός μετά θα αναρωτιέται «πώς περνάει έτσι η ώρα;» και θα ψάχνει να βρει τις αιτίες που αποβλάκωσαν το παιδί του; Μα καλέ μου κύριε ή καλή μου κυρία εσύ και οι επιλογές σου κατέστησαν το παιδί σου φυτό, κλασικό δείγμα ανωριμότητας και παθητικότητας. Εσύ και κανένας άλλος. Γιατί, όταν το πρότυπό του είναι γονείς που αυτό το αποκαλούν ενημέρωση, που θεωρούν τη «Χουάνα την τσούλα», τη «βέρα στο αφτί», το «καληνύχτα θάνατε» και δεν ξέρω τι άλλο «παίζεται» αυτή τη στιγμή στα κανάλια ως επιλογές ψυχαγωγίας, τι θα γίνει;
Αμ φυτό θα γίνει! Κι αυτό το παιδί θα χρειάζεται ώρες ατέλειωτες μπροστά στα βιβλία και πάλι δε θα καταλαβαίνει τι του γίνεται. Θα διαβάζει ολημερίς και ολονυχτίς και αποτέλεσμα μηδέν, γιατί όσα γράφουν τα βιβλία δεν είναι τόσο απλοϊκά όσο οι δηλώσεις της γαλοπούλας που παρακολούθησε στην τηλεόραση και τις κατάλαβε με την πρώτη! Γιατί ό,τι γίνεται έξω από το χαζοκούτι και συνθέτει την πραγματικότητα είναι κομματάκι πιο δύσκολο να γίνει κατανοητό. Ο κόσμος μας μεταβάλλεται συνεχώς, κινείται μέσα από επιτεύγματα, ρυθμίζεται από απαιτήσεις, προσφέρει ευκαιρίες τις οποίες η τηλεόραση δεν έχει το χρόνο να προσεγγίσει. Το μεγαλύτερο κομμάτι των τηλεοπτικών προγραμμάτων απευθύνεται σε άτομα χωρίς απαιτήσεις, χωρίς ανάγκες, σε ανθρώπους χωρίς ενδιαφέροντα.
Η τηλεόραση, εδώ και καιρό, έχει καταλήξει να αποτελεί μια … «κλώσα», μια κουτσομπόλα που ψειρίζει την ανοησία σε κάθε λεπτομέρεια ανάξια λόγου. Παράλληλα, αδιαφορεί για το σημαντικό, γιατί το κοινό της είναι ανίκανο να το δεχτεί και πολύ περισσότερο να το κατανοήσει και να το συνδέσει με την πραγματικότητα. Αυτό το κοινό θα ξαναφάει κοτόπουλο, θα ξαναφάει και γαλοπούλα με την ίδια ευκολία που θα ξαναψηφίσει όλους εκείνους που σήμερα διαπομπεύονται στα τηλεοπτικά δικαστήρια που έχουν στηθεί!

Μόντε Κάρλο γίναμε!!!

Όταν η κομμώτρια αναγορεύεται hair stylist, όταν η διακοσμήτρια βαφτίζεται interior designer, όταν ο ιδιοκτήτης ψιλικατζίδικου χαρακτηρίζεται επιχειρηματίας, όταν η κυρία που δουλειά δεν είχε να κάνει αυτοπροσδιορίζεται ως υπεύθυνη δημόσιων σχέσεων, όταν ο τύπος που μικρός κρατούσε ημερολόγιο χαρακτηρίζεται συγγραφέας, όταν ο μάγειρας τιτλοφορείται chef ή maitre, όταν η σύναξη συγχωριανών για το γάμο της Μαιρούλας, κόρης του θείου Πελοπίδα, βαφτίζεται δεξίωση, τότε κάτι συμβαίνει! Και συμβαίνει γύρω μας και σκέφτομαι ότι ή η πόλη μας εξελίχθηκε σε κοσμοπολίτικο κέντρο παγκόσμιας εμβέλειας, τύπου Μόντε Κάρλο, όπου ξαφνικά το διεθνές jet set, η κοινωνική και οικονομική ελίτ έδωσαν ραντεβού ή ότι κάτι άλλο συμβαίνει! Κι επειδή το πρώτο δεν τεκμηριώνεται από την ειδική βιβλιογραφία, καταλήγω με χαλαρότητα στο δεύτερο.
Κι αυτό το δεύτερο -προειδοποιώ- δεν είναι καθόλου μα καθόλου θετικό. Αντιθέτως είναι κακό και μάλιστα πολύ και ολοφάνερα κακό! Δυστυχώς! Γιατί θα μπορούσε να είναι καλό και ενδεικτικό μιας ιδιάζουσας ευφυΐας στα πλαίσια ενός χιούμορ που επιτρέπει τον ακραίο αυτοσαρκασμό έξω από κάθε όριο αυτοσεβασμού αλλά να… Η συγκεκριμένη σκέψη καταρρίπτεται, εξαιτίας της κατάφωρης απαιδευσιάς όσων συμμετέχουν στο πανηγύρι γκλαμουριάς που έχει στηθεί γύρω μας. Και ως γνωστόν αυτοσαρκασμός με απαιδευσιά απέχουν όσο ο Βόρειος από το Νότιο Πόλο κι ακόμη περισσότερο.
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η μανιώδης αναζήτηση και επίδειξη της ψευτο-κοσμοπολίτικης γκλαμουριάς που έχει ενσκήψει τελευταίως είναι φυσιολογική έκφραση της ελίτ μιας κοινωνίας και της πλούσιας σε κουλτούρα παράδοσής της αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε αυτό ισχύει. Μια απλή έστω εξέταση της ιστορικής προέλευσης του κοινωνικού ιστού της πόλης μας ακυρώνει οποιαδήποτε τέτοια σκέψη. Αυτό μόνο ένας εξωγήινος -με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης- που ξαφνικά θα εμφανιζόταν στην πόλη μας θα μπορούσε να το σκεφτεί αλλά για τους περισσότερους γήινους του συγκεκριμένου τόπου και της Ελλάδας γενικότερα, Λάρισα και ελίτ -πνευματική ή κοινωνική- για να συναντηθούν απαιτείται διαπλανητικό ταξίδι. Κι αυτό δεν είναι αναγκαστικά ευτύχημα ή δυστύχημα. Δεν είναι ούτε για στενοχώρια ούτε για χαρά. Απλώς έτσι είναι!
Αλλά ρε παιδιά ένα όριο, μια σοβαρότητα, ένα κατιτίς τέλος πάντων, ώστε να αποφύγουμε τον εθνικό διασυρμό; Δηλαδή, μόνοι μας τα βγάζουμε τα ματάκια μας και μετά μας φταίνε οι άλλοι οι κακοί που μας φθονούν και μας ζηλεύουν και γι αυτό μας υποτιμούν; Όλοι αυτοί οι νεόκοποι, νεόπλουτοι, νεοαθεόφοβοι καραγκλάμουροι θα αισθάνονται κι άσχημα όταν οι άλλοι θα τους «στολίζουν» με τα ουκ ολίγα ρατσιστικά κοσμητικά που έχουν αποδοθεί κατά καιρούς σ’ εμάς τους Λαρισαίους; Μα τι να κάνουν και οι άλλοι με τόση σωρευμένη φαιδρότητα που μας έχει κατακλύσει προσφάτως;
Δηλαδή, για να ’χουμε καλό ’ρώτημα, πώς θα αντιδρούσε ένας -ακόμη και μέτριας λογικής- άνθρωπος μαθαίνοντας ότι ξαφνικά και από το πουθενά στο Νεραϊδοχώρι -το ορεινό χωριό μου- εμφανίστηκε μια κοσμική ομάδα, μια κοινωνική και οικονομική ελίτ; Ε, πώς θα σας φαινόταν; Μωρέ θα σπαρταρούσατε σαν το ψάρι που διάγει τις τελευταίες στιγμές του έξω από το νερό βλέποντας φωτογραφίες από τις κοσμικές ταβέρνες του χωριού όπου η γιαγιά Ευθαλία τρώει και γλεντοκοπάει με την παρέα της! Το ίδιο και χειρότερα θα νιώθατε διαβάζοντας συμβουλές από τη θεία Βάγγιω για το πώς να περάσετε τα Χριστούγεννα ξοδεύοντας μόνο μερικές χιλιάδες ευρώ! Πόσο σοβαρά, αλήθεια, θα αντιμετωπίζατε τις προτάσεις του χασάπη του χωριού για τα πιάτα που πρέπει να αποτελούν το τραπέζι των ημερών και πώς θα συγκρατούσατε τα δάκρυα γέλιου διαβάζοντας τη στήλη της κυρα Βαγγελιώς για την ανάγκη διατήρησης του country style στη διακόσμηση για τις μέρες των γιορτών;
Αν όλα αυτά φαντάζουν ως εξόχως σπαρταριστό ανέκδοτο άλλο τόσο ξεχειλίζουν από φαιδρότητα τα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Γιατί, όταν ο «επαρχιώτης» δεν προσπαθεί να ξεφύγει από την απαιδευσιά του αλλά απλώς παλεύει να τη συγκαλύψει, τότε το πράγμα φαντάζει τόσο γελοίο όσο κι ένα ψάρι έξω από το νερό και ο ίδιος δείχνει τόσο ανόητος όσο και μια τυρόπιτα! Και όταν δεν έχει κατά νου να αποκτήσει εφόδια, να καλλιεργηθεί, να αναζητήσει, ώστε να ξεφύγει από τις ανασφάλειές του αλλά προσπαθεί απλώς να στολίσει με χρυσάφι την αίσθηση κατωτερότητας, το στίγμα του «χωριάτη» που τον κατατρύχει, την απαιδευσιά που κουβαλάει, τότε το πράγμα καταντάει τόσο γελοίο όσο κι ένα ραδίκι με πέρλες σε δεξίωση στο Μέγαρο Μουσικής.
Όλη αυτή η αγωνία για το κοσμικό, το γκλαμουράτο, το λαμπερό δεν εκφράζει παρά την ανασφάλεια γι αυτό που πραγματικά είναι ο καθένας, το άγχος και την πικρία για τις καταβολές του. Όλα αυτά τα φώτα, τα λούσα και η επιδίωξη δημοσιότητας δε θα ήταν καθόλου άσχημα, αν πήγαζαν από ένα αντίστοιχο παρελθόν κι αν συνοδεύονταν από μια κουλτούρα και αισθητική με ρίζες στην παράδοση. Σε κάθε άλλη περίπτωση καταλήγουν γραφικά στοιχεία βγαλμένα από τον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου. Θα συνιστούσα, μάλιστα, σε όλους αυτούς τους νεογκλαμουράτους που μας έχουν προκύψει να διαβάσουν το συγκεκριμένο έργο, μπας και καταλάβει η γκλάβα τους πώς τους αντιμετωπίζουν οι λογικοί που έχουν εναπομείνει. Ίσως με τον τρόπο αυτό καταφέρουν να περισώσουν κάτι από την αξιοπρέπειά τους.
Αν πάλι θέλουν, σώνει και καλά, να αποτινάξουν όσα κουβαλούν, καλό είναι να ξεκινήσουν από αλλού, γεγονός δύσκολο έως ακατόρθωτο, γιατί κάθε προσπάθεια βελτίωσης της προσωπικής εικόνας αρχίζει από αυτό που λέγεται καλλιέργεια κι αυτή, δυστυχώς, δε συμπεριλαμβάνεται στα δώρα του Αϊ Βασίλη! Αν δεν ξεκινήσει από εκεί, τότε καταλήγει σε καταστάσεις γελοίες, ανόητες και κυρίως μάταιες! Γιατί τελικά, δεν είσαι αυτό που δηλώνεις ότι είσαι -όσο κι αν φημολογείται το αντίθετο- αλλά αυτό που αποπνέεις. Κι εδώ η γραφικότητα περισσεύει!


*Ο κ. Ζάχος δηλώνει ότι πρόσωπα και τοποθεσίες
του κειμένου είναι τελείως φανταστικά

"Ο ιχθύς εκ κεφαλής ζέχνει"

«Το Υπουργείο Ειρήνης ασχολείται με τον πόλεμο, το Υπουργείο Αλήθειας με ψέματα, το Υπουργείο Αγάπης με βασανιστήρια και το Υπουργείο Αφθονίας με την πείνα. Αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι τυχαίες. (...) Μόνο συμβιβάζοντας τις αντιφάσεις, μπορεί να κρατηθεί επ’ άπειρον η εξουσία».
«1984», Τζορτζ Όργουελ

Νομίζω ότι κατάφερα να προσελκύσω την προσοχή σας χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια! Είτε ο τίτλος είτε το απόσπασμα που προηγήθηκε είτε και τα δυο σας έκαναν «κλικ» και προκάλεσαν το ενδιαφέρον σας. Το πρόβλημά σας, αν έχετε πρόβλημα, είναι ότι όχι μόνο το γνωρίζω αλλά και το δηλώνω κι αυτό ενοχλεί αρκετούς που επιθυμούν σαν τρελοί να εγκαταλείψουν την ανάγνωση (ποιος νομίζει ότι είναι;) πάραυτα αλλά αδυνατούν και να αγνοήσουν την περιέργεια που τους κατατρώγει. Συμβαίνει εδώ ό,τι και σε κάθε περίπτωση στη χώρα μας. Όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει στην οικονομία, την εκπαίδευση, την πολιτική αλλά όταν κάποιος το δηλώνει κιόλας ... «μαύρο φίδι που τον έφαγε»!
Περίεργη αρχή! Δε θα μπορούσε, όμως, να είναι και διαφορετική η έναρξη ενός σχολίου για όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό και που, βέβαια, δε διαφέρουν από όσα συμβαίνουν συνήθως. Στη χώρα των χαμένων νοημάτων και των αντιφάσεων καθετί, ακόμη και το πιο ακραίο, φαντάζει φυσιολογικό. Στοιχείο μιας καθημερινότητας που μας βγάζει την ψυχή, μας καταπιέζει, μας εξοργίζει, κάποιους τους θλίβει αλλά που τελικά την αποδεχόμαστε μοιρολατρικά. «Έτσι ήταν πάντα και έτσι θα συνεχίσουν να είναι». Αυτό είναι το «άλφα» και το «ωμέγα» της σύγχρονης φιλοσοφικής αντίληψης των Ελλήνων για μια πραγματικότητα όπου η εκάστοτε εξουσία άλλα λέει άλλα εννοεί και άλλα τελικά πράττει, γιατί έτσι καταφέρνει να διαιωνίζεται. Εδώ ενυπάρχουν όλες οι δικαιολογίες της παθητικότητας, της ανοχής και της ένοχης αποδοχής μιας κατάστασης που θέλουμε να πιστεύουμε ότι μας βολεύει και μας εξυπηρετεί, χωρίς, όμως, να διαθέτουμε και τα επιχειρήματα γι αυτό.
Πριν μερικά χρόνια έβλεπα με το γιο μου την ταινία κινούμενων σχεδίων «Τhe iron giant». Από την ταινία έβγαινε ξεκάθαρα το δίδαγμα: είσαι αυτός που θέλεις να είσαι! Αυτό συμβαίνει μ’ εμάς. Είμαστε αυτοί που θέλουμε να είμαστε, έχουμε (κάθε φορά) την ηγεσία που επιλέξαμε, βρισκόμαστε στο οικονομικό, επιστημονικό, καλλιτεχνικό επίπεδο που μας αρμόζει. Μπορεί να δηλώνουμε άλλα, να τα βάζουμε με τον καθένα, να κατηγορούμε το καθετί αλλά εμείς είμαστε πάντα έξω απ’ όλα. Θεοί, αντικειμενικοί παρατηρητές, αυθεντίες που όμως τρομάζουμε ακόμη και στη σκέψη της αυτοκριτικής, αφού πάντα φταίνε οι υπόλοιποι. Κι αφού τα «χώσουμε» σε όλους και σε όλα σε ιδιωτικές κουβέντες, απομονωνόμαστε στο καβούκι μας προσδοκώντας καλύτερες μέρες.
«Έτσι ήταν και έτσι θα είναι»! Η κυβέρνηση ορκίζεται ότι θα πατάξει τη διαφθορά, ότι θα επιβάλει τη νομιμότητα και μας καλεί να στηρίξουμε την προσπάθεια. Μας βεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν πλέον «γαλάζια», «πράσινα», «εμπριμέ» ή «πουά» παιδιά. Και τι γίνεται μετά; Μας δίνει το πρότυπο; Με τέτοια διαμάντια για υφυπουργούς, με τόσους διορισμούς σ’ ένα μηχανισμό που ήδη στενάζει υπό το βάρος των ήδη υπαρχόντων σιγά και μη μας το δίνει. Αμ, «ο ιχθύς (ο απλός λαός το λέει ψάρι) εκ της κεφαλής ζέχνει (βρομάει ξαναλέει ο απλός λαός)» όχι από την ουρά. Κι εκείνοι της αντιπολίτευσης; Τι ωραία που τα λένε! Χάρμα να τους ακούς. Αμ, καλοί μου άνθρωποι μιλάνε για σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου; Αμ δε μιλάνε, γιατί θα τους πάρουν με τις λεμονόκουπες. Μετά το θρυλικό παπανδρεϊκό «ο καθένας δικαιούται να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια» έχουν και μούτρα; Ο φέρων όνομα πρωτόπλαστου με τα «γρηγορόσημα» τους πείραξε; Κάντε υπομονή και μη λέτε πολλά. Όταν η κουτάλα ξαναβρεθεί στα χέρια σας τα ίδια θα ξανακάνετε. Μην εκτίθεστε άσκοπα.
Τι να κάνει κι αυτός ο έρμος ο Έλληνας με όσα βλέπει και ακούει; Αποδέχεται μια πραγματικότητα όπως του την παράδωσαν οι προηγούμενοι. Κι αυτός με τη σειρά του το ίδιο θα κάνει. Η κληρονομιά που θα αφήσει στις επερχόμενες γενιές η ίδια και χειρότερη θα είναι. Και είναι απολύτως φυσιολογικό, γιατί αυτά είναι τα πρότυπα που του προσφέρουν απλόχερα οι κεφαλές (των ιχθύων) αυτού του τόπου. Όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει αλλά «τηρούν σιγήν ιχθύος» περιμένοντας ότι κάποια στιγμή θα έρθει και η δική τους η σειρά να πιάσουν την κουτάλα. Και όλο το προσπαθούν και όλο το παλεύουν και το ονειρεύονται πιστεύοντας ότι θα φανούν πιο έξυπνοι από τους άλλους. Αλλά ο έξυπνος ... ιχθύς από τη μύτη πιάνεται κι όλο σε θύμα καταλήγει, γιατί ως γνωστόν ο μεγάλος ιχθύς καταβροχθίζει τον μικρό και άλλωστε κολυμπάει και πιο γρήγορα και φτάνει πρώτος στην κουτάλα και ο μικρός ιχθύς μένει ικανοποιημένος με τα «ψίχουλα» πλαγκτόν που πέφτουν απ’ αυτή.
Τελικά, αυτό είναι η Ελλάδα μας. Ούτε οι κάμποι ούτε τα άσπαρτα ψηλά βουνά. Μια τεράστια ιχθυόσκαλα είναι που ζέχνει από τη βρόμα και τη δυσωδία των κεφαλών. Κι αφού είδαμε και αποείδαμε με την κλωνοποίηση πολιτικών καταστάσεων (λέγεται και νεποτισμός) του παρελθόντος επαναφέροντας στο προσκήνιο ονόματα παιδιών, ανιψιών, ξαδέρφων, θείων, μπατζανάκηδων προσώπων που κυριάρχησαν παλιότερα δε μας μένει παρά να το ρίξουμε στη μελέτη της ιχθυολογίας. Σε τι θα μπορούσε να προσφέρει κάτι τέτοιο; Μα θα μάθουμε όλοι μας τους κανόνες που διέπουν τη ζωή των υδρόβιων σπονδυλωτών που αναπνέουν με βράγχια (ο απλός λαός επιμένει να τα αποκαλεί ψάρια) και δε θα αισθανόμαστε ως ιχθείς έξω από το ύδωρ. Και δε θα ήταν καθόλου άσχημο την επόμενη φορά που θα μας δοθεί η ευκαιρία να προωθήσουμε σε σημαντικές πολιτικές θέσεις κάποιους ιχθυολόγους ελπίζοντας ότι αυτοί τουλάχιστον θα μπορέσουν να επαναφέρουν τη χαμένη τάξη στον υδροβιότοπο!

*Ο κ. Ζάχος είναι λάτρης των κεφαλών
ενώ απεχθάνεται μετά βδελυγμίας τους κεφάλες!

Χωρίς ορίζοντα...

Ρώτησαν κάποτε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή -όσο ακόμη βρισκόταν στην Προεδρία της Δημοκρατίας- αν σκόπευε κάποια στιγμή να επιστρέψει και να εγκατασταθεί στο χωριό του, την Πρώτη Σερρών. Εκείνος, χωρίς να το σκεφτεί πολύ, απάντησε αρνητικά και το αιτιολόγησε: «η Πρώτη δεν έχει ορίζοντα»!
Πριν λίγες μέρες με κάποιους μαθητές μου και με αφορμή ένα θέμα έκθεσης άνοιξε συζήτηση για την πόλη μας, την αισθητική, την προοπτική της και τον τρόπο που η εικόνα της επενεργεί στην ψυχοσύνθεση, στον τρόπο σκέψης και τελικά στις επιλογές των κατοίκων της. Η κουβέντα κυλούσε μεταξύ σοβαρών θέσεων, αστείων αντιπαραθέσεων και σαρκαστικών σχολιασμών ικανών να διαμορφώσουν άποψη για την προοπτική που προδιαγράφεται ως προς την πορεία των τοπικών πραγμάτων. Το θέμα έφτασε κάποια στιγμή και στο καίριο ζήτημα. Η πόλη μας έχει ορίζοντα;
Χωρίς την παραμικρή δυσκολία οι περισσότεροι συμφώνησαν με το αυτονόητο, ότι, δηλαδή, ο ορίζοντας για την πόλη μας δεν αποτελεί παρά μια έννοια καταγραμμένη σε λεξικά και μόνο! Αναφέρομαι «στους περισσότερους», γιατί υπήρξαν κι εκείνοι που κινούμενοι σ’ ένα πλαίσιο ακραίου τοπικισμού διατύπωσαν, αρκετά ενοχλημένοι, την άποψη ότι «η Λάρισα μπορεί να μην έχει ορίζοντα αλλά έχει τον καλύτερο καφέ»!!! Δηλαδή, τα άτομα αυτά αδυνατώντας να αποδεχτούν την πραγματικότητα της έλλειψης ορίζοντα προσπάθησαν να εντοπίσουν κάτι που θα στήριζε τον τοπικιστικό εγωισμό τους κι αυτό δεν ήταν άλλο από το ότι η πόλη μας «έχει τον καλύτερο καφέ». Χωρίς να γνωρίζω σε ποιον τουριστικό οδηγό εντόπισαν τη συγκεκριμένη πληροφορία και ποιου πασίγνωστου γευσιγνώστη συμπέρασμα αποτελεί η αναγνώριση της ποιότητας του καφέ μας, κατάλαβα κάτι.
Υπάρχουν ανάμεσά μας άτομα και μάλιστα νέα άτομα που είναι ικανοποιημένα με τους περιορισμένους ορίζοντες που τους προσφέρει ο αφρός του φραπέ που κατακάθεται στον πάτο ενός ποτηριού!!! Ωραία! Τώρα που το καλοσκέφτομαι εξετάζοντας ενδελεχώς τον αφρό του φραπέ μου που τελειώνει δεν είναι και άσχημα. Μια καφέ μάζα που μάλιστα μπορεί να πάρει διάφορα σχήματα με την παρέμβαση του ... καλαμακίου! Τουλάχιστον καθόλου στατικό! Περιττό να αναφέρω τα σχόλια που προκάλεσε η παρέμβαση του συγκεκριμένου μαθητή. Ο καθένας από τους υπολοίπους άρχισε να ψάχνει ποιος ήταν ο δικός του ορίζοντας από το παράθυρο του σπιτιού ή του σχολείου του.
Η γειτόνισσα που απλώνει ρούχα στο απέναντι μπαλκόνι αποδείχτηκε ο πιο συνηθισμένος ορίζοντας, εξαιτίας της εξαιρετικής ισιάδας που χαρακτηρίζει την πόλη μας. Υπήρξαν κι εκείνοι που αισθάνονταν τυχεροί, αφού το εγκαταλειμμένο χαμόσπιτο, απέναντι από το παράθυρό τους, επιτέλους γκρεμίστηκε, οπότε, μέχρι να υψωθεί η πολυκατοικία που ετοιμάζεται, ο ορίζοντάς τους θα είναι ... εξαιρετικά διευρυμένος. Ο πιο τυχερός αποδείχτηκε ο τύπος που ανοίγοντας το παντζούρι του δωματίου του αντιμετωπίζει τη θέα του νεκροταφείου της πόλης. Αυτό κι αν είναι προοπτική και μάλιστα μακροπρόθεσμη! Με λίγα λόγια, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που κατάφεραν να εντοπίσουν κάτι αξιόλογο, οπότε συμφωνήσαμε, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ότι η πόλη πάσχει από ορίζοντα, γεγονός που, δυστυχώς, προκαλεί περαιτέρω παθήσεις.
Γιατί άμα λείπει ο ορίζοντας από το καθημερινό τοπίο, λείπει κι από τις προσωπικότητες των ατόμων. Σκεφτείτε ένα παιδάκι που μεγαλώνει έτσι! Σκεφτείτε το τη στιγμή που αρχίζει την αναζήτηση. Έχει την αίσθηση ότι ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει μεταξύ του μπαλκονιού του και εκείνου της γειτόνισσας που απλώνει την μπουγάδα. Πόσο εύκολο είναι να σκεφτεί ότι υπάρχει και κάτι πέρα από αυτό; Πόσο μπορεί να του κινηθεί η περιέργεια, η διάθεση να ψάξει, να αναζητήσει και να ξεσηκωθεί μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον; Καθόλου εύκολο! Οι παραστάσεις του εκτείνονται στα ελάχιστα τετραγωνικά του «κόσμου» του. Για ποιο πράγμα να αναρωτηθεί; Άντε να αναρωτηθεί για την τεχνολογία του «μανταλακίου», άντε και για την τεχνική απλώματος και διπλώματος ρούχων. Μέχρι εκεί όμως! Αυτό δε λέγεται παιδάκι. Τελειωμένη υπόθεση λέγεται!
Κι αν το συγκεκριμένο παιδάκι δεν έχει την ευκαιρία να ταξιδέψει, να δει ότι τελικά υπάρχει και κάτι άλλο έξω από τα όρια της γειτονιάς του, κάτι πιο μεγάλο, πιο ανοιχτό από το μικρόκοσμό του, μάλλον ελάχιστα πράγματα θα διεκδικήσει από τη ζωή του. Και τότε είναι πολύ πιθανό η πλατεία Ταχυδρομείου να του δίνει την αίσθηση του απέραντου και ο καφές της θα είναι ο καλύτερος καφές. Αμ με τέτοιες συνθήκες πολλά από τα «τοπικά» γεγονότα μπορούν να δικαιολογηθούν. Οι μικρότητες, ο επαρχιακός νεοπλουτισμός, η έλλειψη ποικιλίας στη διασκέδαση, ο συντηρητισμός, η στατικότητα, η έλλειψη διάθεσης για αναζήτηση και έκφραση του διαφορετικού, ο φόβος απέναντι στο καινούριο, η απόρριψη του καλύτερου, η αποφυγή οτιδήποτε μπορεί να ξεφεύγει από τα στενά όρια μέσα στα οποία μάθαμε να ζούμε και να σκεφτόμαστε.
Δυστυχώς λείπουν από την πόλη μας και η θάλασσα και οι ψηλές βουνοκορφές που θα μας έδιναν ορίζοντα. Κι ακόμα πιο δυστυχώς λείπει η διάθεση να εντοπίσουμε ή και να δημιουργήσουμε ορίζοντες στους νέους. Και εντάξει. Δεν περιμένω να δημιουργήσουμε Κολόμβους και Μαγγελάνους, δεν περιμένω μια επόμενη γενιά Λαρισαίων να οδηγηθεί σε φοβερές και τρομερές αναζητήσεις και ανατροπές. Αλλά να, θα μου άρεσε να δω περισσότερους Λαρισαίους να αμφισβητούν τα δεδομένα της πόλης μας ακόμα και τον καφέ της. Θα μου άρεσε να δω περισσότερους ανθρώπους με ανοιχτούς ορίζοντες κι ας πίναμε νεροζούμια!

Στη χώρα του "Κανένα"!

Συχνά πυκνά έχω την αίσθηση ότι ζούμε στη χώρα του ομηρικού «Κανένα» κι όχι τυχαία. Το παλεύουμε το πράγμα από τα πρώτα κιόλας βήματα της διαπαιδαγώγησης. Το κακό ξεκινάει από τις αίθουσες του νηπιαγωγείου όταν η νηπιαγωγός απαιτεί: «Λαλάκη, ποιος πήρε την κούκλα της Λουλούδας; Ε, ποιο παλιόπαιδο το έκανε»; Η απάντηση γνωστή: «Κανένας κυρία»! Το ίδιο ακριβώς σκηνικό -χωρίς τη νηπιαγωγό αλλά με πρωταγωνιστή πάντα κάποιον Λαλάκη- συνεχίζεται σε αίθουσες Δημοτικών, Γυμνασίων, Λυκείων, της Βουλής, δικαστηρίων, νοσοκομείων, συνεδριάσεων. Πάντα ο «Κανένας» εμφανίζεται ξανά και ξανά!
Αν κάποιο συμπέρασμα βγαίνει και ξαναβγαίνει από τα όσα φαιδρά και γραφικά συμβαίνουν επαναλαμβανόμενα στη χώρα μας αυτό δεν είναι άλλο από το ότι κανένας μα τελείως κανένας είναι υπεύθυνος για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μας! Λάθος! Κανείς δεν είναι υπεύθυνος για οτιδήποτε κακό, στραβό κι ανάποδο συμβαίνει σ’ αυτό τον τόπο αλλά με έναν τρόπο μαγικό, μοναδικά ελληνικό, όλοι βρίσκονται να έχουν συμβάλει με τον «άλφα» ή «βήτα» τρόπο σε καθετί θετικό μας τυχαίνει, ακόμη κι αν πρόκειται για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν. Η αποποίηση των ευθυνών αποτελεί, μάλλον, εθνικό σπορ και χαρακτηριστικό του ελληνισμού για ζητήματα που αφορούν στην οικονομία, στην πολιτική, στην εκπαίδευση, στον αθλητισμό, στην υγεία, στην κούκλα της Λουλούδας!
Το συγκεκριμένο ελληνικό προνόμιο συνίσταται σε απλούστατες αρχές, τις οποίες και ο πιο κρετίνος Λαλάκης του σύμπαντος μπορεί να εφαρμόσει. Αρχή πρώτη: Σε καμιά περίπτωση δεν ευθυνόμαστε για κάτι που στράβωσε επιφέροντας δεινά μικρά ή μεγάλα. Η ευθύνη αυτή πάντα ανήκει στους «άλλους». Βέβαια, και οι «άλλοι», αν ερωτηθούν, δηλώνουν ότι δεν ευθύνονται στο παραμικρό! Αρχή δεύτερη: Με οτιδήποτε θετικό σχετιζόμαστε πάντα, ακόμη και εν αγνοία μας! Ακόμη κι αν δε σχετιζόμαστε δημιουργούμε μια σχέση έστω κι αν αυτή συνίσταται απλώς σε τάμα που κάναμε στη Μεγαλόχαρη! Στην περίπτωση αυτή οι άλλοι πάντα είναι απόντες ή προκάλεσαν καθυστερήσεις ή τα τσέπωσαν χοντρά σπαταλώντας χρήματα του ελληνικού λαού.
Βαρετό αλλά απλοϊκό και δεδομένο. Κάπως έτσι όλα τα κόμματα της χώρας βοήθησαν στην επιτυχή διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων, αλλά κανένας δεν έχει ευθύνη για τις κακοτεχνίες, την υπερχρέωση και την έλλειψη προγραμματισμού ως προς τη μεταολυμπιακή χρήση όλων αυτών των εγκαταστάσεων που μας φάνηκαν χρήσιμες για ένα δεκαπενθήμερο. Το ίδιο φαίνεται να συνέβη και με την είσοδο του ευρώ στη ζωή μας. Ενώ όλοι μα όλοι είχαν συμμετοχή στην επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος, όλοι μα όλοι είναι αμέτοχοι στο κύμα ανατιμήσεων και ακρίβειας που το ακολούθησε. Όλοι είναι υπεύθυνοι για τους διορισμούς στο δημόσιο τομέα αλλά καμιά παράταξη δεν ευθύνεται για τη γραφειοκρατία, τη σπατάλη, την έλλειψη αποδοτικότητας των υπαλλήλων. Όπου κι αν ψάξουμε, συμβαίνει το ίδιο! Παντού πρωταγωνιστή ο «Κανένας».
Έτσι είναι! Γιατί άμα για τη διαφθορά στο δημόσιο τομέα δε φταίνε τα πρόσωπα που τον διοικούν, τότε ποιος φταίει; Μήπως όλη την ευθύνη να τη ρίξουμε στη νηπιαγωγό που δε σάπισε στο ξύλο τον κάθε Λαλάκη, όταν ήταν μικρός; Είμαστε ικανοί να το κάνουμε κι αυτό! Δηλαδή και για να το κοιτάξουμε πιο σοβαρά, η ιεραρχία και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του κράτους δε λειτουργούν παρά μόνο για ό,τι πάει καλά; Μα, αν χρειάζονται η ιεραρχία, ο έλεγχος και τελικά οι νόμοι, είναι ακριβώς για περιπτώσεις που κάτι δεν πάει καλά. Ο κατέχων υψηλό αξίωμα -υπουργός, διοικητής, διευθυντής ή ό,τι άλλο- γι αυτό δεν υπάρχει; Ακριβώς γι αυτό! Όλοι αυτοί -και δεν είναι και λίγοι- υπάρχουν για να ελέγχουν, να οργανώνουν κι όχι για να τσεπώνουν μισθούς απολαμβάνοντας προνόμια.
Το πρόβλημα είναι ότι στη χώρα του «Κανένα» δε γνωρίζει κανείς τον υπεύθυνο για το παραμικρό. Ή μάλλον όλοι τον γνωρίζουν αλλά κανείς πλέον δεν περιμένει ότι θα αναλάβει και τις ευθύνες του. Δηλαδή, για την παρουσία και την απόδοση των εκπαιδευτικών, των γιατρών, των υπαλλήλων δεν υπάρχουν υπεύθυνοι; Μωρέ υπάρχουν και πληρώνονται γι αυτό αλλά σιγά και μην αναλάβουν τις ευθύνες τους. Ο Λαλάκης των παιδικών χρόνων ζει και βασιλεύει, γιατί τον αφήνουμε να το κάνει. Και οι λόγοι είναι πολλοί! Κομματισμός, αναξιοκρατία, νεποτισμός και κυρίως η νοοτροπία της εύκολης λύσης του διορισμού στο δημόσιο με μόνιμο και σταθερό μισθό. Αμ με τέτοια νοοτροπία ποιος θα πάει στο δημόσιο; Ο δημιουργικός, ο δυναμικός, ο καινοτόμος ή ο ευφυής; Ακόμη κι αν πάει κάποιος τέτοιος πού θα βρει πεδίο δράσης; Μαύρο φίδι και συνδικάτο που τον έφαγε.
Προσωπικά θα εκτιμούσα και θα κατάπινα τη γλώσσα μου -καλύτερα δε θα ξαναπλησίαζα το πληκτρολόγιο του υπολογιστή- αν έβλεπα ένα συνδικαλιστή, έναν υπάλληλο, ένα διευθυντή να βγει και να ξεμπροστιάσει τους αργόσχολους, τους μέτριους, τους ανεύθυνους, τους κοπανατζήδες ενός σχολείου, μιας υπηρεσίας, ενός νοσοκομείου, ενός υπουργείου, ενός οργανισμού. Κι όχι μόνο αυτό αλλά να δω και την ποινή που θα επιβληθεί σ’ αυτούς που δεν εκτιμούν τα χρήματα και την προσωπικότητα εκείνων που τους πληρώνουν. Από τη στιγμή, όμως, που όλοι αισθάνονται βολεμένοι αποκλείεται να γίνουμε μάρτυρες τέτοιου σκηνικού! Όσο οι πολιτικοί αρνούνται να εκσυγχρονίσουν το Δημόσιο, δεν υφίσταται η παραμικρή ελπίδα εξυγίανσης της κατάστασης.
Φτάσαμε σε σημείο να δημιουργούμε υπηρεσίες για να κάνουν τη δουλειά άλλων υπηρεσιών που, όμως, έχουν αποφασίσει ότι δε θα την κάνουν! Φτάνουμε σε σημείο να δημιουργούμε ελεγκτικούς μηχανισμούς για να ελέγχουν εκείνους που θα έπρεπε λογικά να ασκούν έλεγχο αλλά δεν το κάνουν. Τι μένει; Μα τι άλλο! Να δημιουργήσουμε ένα άλλο κράτος που θα κληθεί να ταχτοποιήσει το ήδη υπάρχον. Ένα άλλο κράτος που θα δώσει ταυτότητα στον κάθε «Κανένα»!

Το μνημείο της "Άγνωστης Ευρώπης"

Λοιπόν, η πρότασή μου θα σπάσει τα ταμεία! Τώρα που οι «γνωστοί άγνωστοι» το σμπαράλιασαν το μνημείο του «Άγνωστου Στρατιώτη», οπότε, έτσι κι αλλιώς, θα μπούμε στη διαδικασία ανακαίνισης και ευπρεπισμού του, προτείνω να το μετονομάσουμε σε μνημείο της «Άγνωστης Ευρώπης»! Η κίνηση θα είναι πρωτοποριακή και να δείτε που πολύ σύντομα θα βρει μιμητές στο σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών. Και μάλιστα προτείνω η 8η Μαρτίου να καθιερωθεί ως πανευρωπαϊκή εορτή και οι πρωταγωνιστές της καταστροφής να είναι οι ήρωες στους οποίους θα αποτίουμε φόρο τιμής στο εξής. Τη συγκεκριμένη μέρα θα γιορτάζουμε και θα τιμούμε το άγνωστο του ευρωπαϊκού μέλλοντός μας, γιατί έτσι όπως πάει το πράγμα η ΕΕ φαίνεται ότι αυτή τη στιγμή κινείται με αυτόματο πιλότο και κανείς δε γνωρίζει, έστω σε αδρές γραμμές, προς τα πού και με ποιο στόχο!
Κι αν όλα αυτά δείχνουν τραβηγμένα και εκτός πραγματικότητας δείτε τα τεκμήρια. Δείτε τι συμβαίνει σε πανευρωπαϊκή κλίμακα! Στη Γαλλία οι μετανάστες βάζουν φωτιά στα προάστια του Παρισιού, στη Δανία κάποιοι «γνωστοί άγνωστοι» καίνε την Κοπεγχάγη, στην Ελλάδα κάποιοι άλλοι καίνε το μνημείο του «Άγνωστου Στρατιώτη» και πάει λέγοντας. Όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του θα αντικρίσει αποκαΐδια, ανασφάλεια, άγχος, άλλοτε με αφορμή το πρόβλημα της ενσωμάτωσης, άλλοτε της εκπαίδευσης, της στέγασης ή της ανεργίας. Κάτι δεν πάει καλά ή μάλλον πολλά δεν πάνε καλά για την Ευρώπη, αλλά κανείς δε δείχνει και το ανάλογο ενδιαφέρον για μια πορεία που συναντά διαρκώς αδιέξοδα.
Ίσως το πιο απαισιόδοξο βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή τη στιγμή δε φαίνεται να υπάρχουν τα πρόσωπα που θα χαράξουν μια πορεία προοπτικής οδηγώντας την Ένωση σε τροχιά ανάπτυξης και τους λαούς της σε κλίμα αισιοδοξίας. Οι ηγετικές μορφές του παρελθόντος, οι οραματιστές της Ευρώπης πέθαναν νωρίς και κυρίως χωρίς να αφήσουν κληρονόμους ικανούς να συνεχίσουν το έργο τους. Οι σημερινοί και μάλλον όσοι διεκδικούν την εξουσία ηγέτες των ευρωπαϊκών κρατών αποδεικνύονται πολύ κατώτεροι των περιστάσεων αδυνατώντας ακόμη και να κατανοήσουν το ευρωπαϊκό όνειρο. Οι περισσότεροι δείχνουν εγκλωβισμένοι στα εθνικά όρια, περιχαρακωμένοι σε τοπικής κλίμακας προβλήματα, αποκλεισμένοι από τις αντιφάσεις, τη σύγχυση και τις ανασφάλειες που προκαλούν οι ραγδαίες μεταβολές του κόσμου μας. Δείχνουν αμήχανοι απέναντι σε κοσμοϊστορικές ανατροπές που διαδέχονται η μια την άλλη με ρυθμούς ασύλληπτους.
Και η Ευρώπη; Αυτή μάλλον έχει αφεθεί στη μοίρα της. Ένα έκτρωμα χωρίς ταυτότητα, χωρίς δομή, χωρίς ηγεσία, χωρίς στηρίγματα και προοπτική. Ένας μηχανισμός καταπλακωμένος από τη γραφειοκρατία του, χαμένος στο λαβύρινθο υπηρεσιών, επιτροπών, οργάνων που στελεχώνονται από άτομα με παχυλούς μισθούς, χωρίς ουσιαστική εξουσία, χωρίς δύναμη λήψης και επιβολής αποφάσεων, χωρίς φαντασία και ίχνος δημιουργικότητας. Ένα έκτρωμα πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό, ένας «Φρανκενστάιν» γεμάτος μπαλώματα και χωρίς ενιαία δομή που αδυνατεί να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις και πολύ περισσότερο να διαδραματίσει έναν ανεξάρτητο ρόλο στη διαμόρφωση των παγκόσμιων συνθηκών.
Η Ευρώπη που κάποια στιγμή αποτέλεσε ελπίδα για τους λαούς της, αρχίζει να γίνεται πλέον δυσβάσταχτο βάρος έχοντας χάσει μεγάλο κομμάτι της αξιοπιστίας της. Και δε φταίει η Ευρώπη γι αυτό. Η Ευρώπη, αν είχε φωνή, θα ούρλιαζε, αν είχε χέρια, θα πλάκωνε στις μπούφλες τους πολιτικούς κι αν είχε πόδια, θα έφευγε και θα μας παρατούσε σύξυλους. Και θα είχε όλο το δίκιο με το μέρος της. Τη στιγμή που στη διεθνή σκακιέρα οι παίχτες έχουν ήδη πάρει θέσεις διεκδικώντας ρόλους, οι πολιτικοί αφήνουν την Ευρώπη να παρακολουθεί το παιχνίδι από μακριά αγνοώντας ακόμη και τους κανόνες του. ΗΠΑ, Ινδία, Κίνα αποδεικνύονται δύσκολοι αντίπαλοι. Ακόμη και η Ρωσία αρχίζει να εντοπίζει εκ νέου ένα σημαντικό ρόλο αξιοποιώντας και τις ενεργειακές πηγές της. Οι μόνοι που τα έχουν τελείως χαμένα είναι οι Ευρωπαίοι ηγέτες κι αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει, όσο αφήνουν την Ένωση μακριά από μια ταυτότητα που θα της έδινε σταθερή βάση, όσο αδυνατούν να επωμιστούν το ευρωπαϊκό όραμα. Η Ευρώπη θα συνεχίσει να πορεύεται εν μέσω ζαλάδων από την περιστροφική κίνηση με άξονα τον εαυτό της.
Το όλο κλίμα δεν περνάει απαρατήρητο. Η καταστροφική μανία που κάθε τόσο βρίσκει έκφραση στα ευρωπαϊκά κράτη, οι «φωτιές» που ξεσπούν η μια μετά την άλλη, οι πορείες στους ευρωπαϊκούς δρόμους δείχνουν ότι η ανοχή δεν αποτελεί πια γνώρισμα των Ευρωπαίων. Ίσως μάλιστα αποτελούν προάγγελο ενός ευρύτερου ξεσπάσματος στο άμεσο μέλλον. Και οι κυβερνήσεις τι κάνουν; Συνεχίζουν να πριονίζουν τις ευρωπαϊκές βάσεις επιρρίπτοντας στην ΕΕ συνολικά τις ευθύνες για τη σκληρή, αδιέξοδη, συντηρητική πολιτική τους. Από την άλλη, προσπαθούν να οικειοποιηθούν οτιδήποτε θετικό συμβαίνει με κονδύλια και προγραμματισμό της Ένωσης. Η μικρότητά τους δεν έχει όριο, η αδυναμία τους να σχεδιάσουν και πολύ περισσότερο να υλοποιήσουν ένα κοινό, ευρωπαϊκό μέλλον -που δείχνει και ως η μόνη προοπτική- είναι παροιμιώδης. Τα πειράματα, τα εθνικά συμφέροντα, οι μικροκομματικές αντιλήψεις έχουν γίνει τροχοπέδη σε κάθε προοπτική.
Λοιπόν, αν δε συμβεί κάτι συγκλονιστικό που θα ανατρέψει την υπάρχουσα βλακώδη κατάσταση, αν δε γίνει μια προσπάθεια να τραβήξουμε από το βάλτο του το ευρωπαϊκό όνειρο, τότε μάλλον θα έχουμε υπογράψει τη συνθήκη διάλυσης της ΕΕ. Και τότε τι θα συμβεί; Θα επιστρέψουμε στο παρελθόν και θα προσπαθούμε κάθε κράτος μόνο του να ανταποκριθούμε στις εξελίξεις; Λίγο χλωμό το βλέπω το σενάριο. Ανεφάρμοστο από την αρχή μέχρι το τέλος. Μπορεί αυτό να «φτιάχνει» τις δυνάμεις του συντηρητισμού και της αντίδρασης, αλλά δεν μπορώ να διανοηθώ ότι «φτιάχνει» και τους πολίτες που διαθέτουν στοιχειώδη σύνεση και λογική! Ας το σκεφτούν όλοι, γιατί και σ’ αυτή την περίπτωση κάτι θα χρειαστεί να τρώμε. Και τι θα τρώμε τότε; Τα εθνικά ιδεώδη θα τρώμε; Κι άντε να τα τρώμε, αλλά ας μας δώσει κάποιος τη συνταγή για να χορτάσουμε!

"Φεγγαράκι μου λαμπρό..."

Η περίοδος που διανύουμε είναι ταυτισμένη με το συμμάζεμα μετά από το καλοκαιρινό ξεσάλωμα, με τα δροσερά βράδια μετά το ξεπάτωμα από τη ζέστη που προηγήθηκε, με τα πρωτοβρόχια μετά την ξεραΐλα αλλά και με το άνοιγμα των σχολείων. Αυτό το τελευταίο είναι κακό, αφού δίνει ευκαιρία στους πολιτικούς να πουν και να υποσχεθούν! Κι ενώ δε θα ήταν καθόλου μα καθόλου άσχημα να μας υποσχεθούν περισσότερο συμμάζεμα, περισσότερη δροσιά και ίσως περισσότερα πρωτοβρόχια αυτοί εμμένουν μανιωδώς να μας υπόσχονται περισσότερη και καλύτερη εκπαίδευση αφήνοντάς μας αδιάφορους. Περσινά ξινά σταφύλια!
Με τόσες και τόσες επαναλήψεις του ίδιου σκηνικού μάθαμε με λεπτομέρεια τι να περιμένουμε από τον καθένα τους. Οι μεν κυβερνητικοί, κάθε χρονιά, επαίρονται για βελτιώσεις που θα μας καταπλήξουν, την καταβρίσκουν με εξαγγελίες που «θα λύσουν προβλήματα που είχαν σωρευτεί από χρόνια λόγω κακής διακυβέρνησης των άλλων» που ήταν … κακοί! Οι δε της αντιπολίτευσης, μέσα σε θρήνο γοερό κλαίνε για το «γκρέμισμα των μεταρρυθμίσεών τους από την επαίσχυντη κυβέρνηση» και υπόσχονται να ξαναλύσουν όλα τα προβλήματα, όταν με το καλό (ή το κακό, αναλόγως κομματικής τοποθέτησης) επανέλθουν ως κυβέρνηση στη θέση των … κακών!
Μα αφού το θέμα είναι S.O.S., για ποιο λόγο δεν κάθονται οι καλοί μας πολιτικοί να το διαβάσουν, να το επεξεργαστούν, να το μάθουν και να πρωτοτυπήσουν με καινοτόμες παρεμβάσεις μπας και μας εντυπωσιάσουν; Και άντε οι κυβερνητικοί έχουν μπροστά τους το πρόβλημα (εκπαίδευση και πρόβλημα είναι έννοιες συνώνυμες στη χώρα μας) οπότε γνωρίζουν ότι λίγα μπορούν να κάνουν. Γιατί όπως και να γίνει μόνο η «Δευτέρα παρουσία» είναι ικανή να αναστήσει νεκρούς κι αυτή δε φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα.
Αλλά εκείνοι της αντιπολίτευσης δεν έχουν το θεό τους; Σαράντα χρόνια φουρνάρηδες τι έκαναν; Τώρα κατάλαβαν τι θα έπρεπε να κάνουν; Τόσα χρόνια από μεταρρύθμιση σε μεταρρύθμιση, από τη μια εκπαιδευτική επανάσταση στην άλλη και τι κατάφεραν; Το απόλυτο μπάχαλο! Και τώρα; Τι άλλαξε τώρα και μας υπόσχονται ότι αυτοί έχουν τη λύση; Δηλαδή, όσο ήταν στην κυβέρνηση είχε πέσει δάκος και οι αλλαγές δεν έπιαναν ενώ τώρα και με δεδομένη την αναδουλειά απέκτησαν ικανότητες υπεράνθρωπες; Μήπως ανακάλυψαν την αποθήκη του Τζέκου με τα αναβολικά που είχαν περισσέψει και τα πήραν έστω και ληγμένα; Μη χειρότερα!
Βεβαίως ανάμεσα στην απόλυτη ασυνεννοησία, την άγονη αντιπαράθεση και τις ανέξοδες υποσχέσεις υπάρχει ένα σημείο στο οποίο κυβέρνηση και αντιπολίτευση συμφωνούν. Πρόκειται για το εκπαιδευτικό πρότυπό τους! Και μιλάμε για το απόλυτο φινλανδικό πρότυπο. Γιατί εμείς δεν είμαστε για δεύτεροι. Εμείς γεννηθήκαμε για πρώτοι! Και αφού τη συγκεκριμένη στιγμή όλα καταδεικνύουν τη Φινλανδία ως κυρίαρχη εκπαιδευτική δύναμη, εμείς αυτούς θα μιμηθούμε. Πως μεταφράζεται αυτό; Μα θα μιμηθούμε τον προγραμματισμό, τις οικονομικές δυνατότητες στήριξης της εκπαίδευσης, το επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξής τους, θα αποκεντρώσουμε τον ελληνικό πληθυσμό στα πρότυπα της σκανδιναβικής χώρας, θα διαμορφώσουμε και ανάλογες κλιματολογικές συνθήκες και όλα θα είναι εντάξει!
Το ίδιο, βέβαια, θα κάνουμε και σε επίπεδο κατάρτισης και εξοικείωσης του ελληνικού πληθυσμού -μαθητών, οικογενειών και εκπαιδευτικών- με τις σύγχρονες τεχνολογίες αλλά και με την εξειδίκευση που διακρίνει το εκπαιδευτικό δυναμικό της Φινλανδίας. Γιατί εκεί το μεγαλύτερο ποσοστό των δασκάλων διαθέτει μεταπτυχιακά, είναι εξοικειωμένο με τη χρήση και αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας σε εκπαιδευτικά ζητήματα ενώ το ίδιο συμβαίνει και σε κάθε επίπεδο της κοινωνίας. Τα παιδιά γεννιούνται σ’ ένα περιβάλλον όπου το Διαδίκτυο θεωρείται ό,τι για εμάς ο «φραπές», το ψυγείο και το μαγγανοπήγαδο οπότε θεωρούν δεδομένη τη χρήση του και δεν το αντιμετωπίζουν ως μηχάνημα του διαβόλου και του τριβόλου!
Μάλλον είμαστε έτοιμοι να τα καταφέρουμε όλα αυτά κι ακόμη παραπάνω, γιατί αλλιώς δεν πρόκειται να δούμε αποτέλεσμα. Μα είμαστε σοβαροί; Εδώ ψάχνουν να βρουν δασκάλους που απλώς πέρασαν έξω από κάποιο «Παιδαγωγικό Δημοτικής Εκπαίδευσης» και δε βρίσκουν. Πού να τους βρούμε τους εκπαιδευτικούς με μεταπτυχιακά και μεταξύ ποιων να γίνει σύγκριση και αξιολόγηση ώστε να επιλεγούν οι καλύτερα καταρτισμένοι; Ακόμα ψάχνουμε πού είναι οι εκπαιδευτικοί που θα έπρεπε να βρίσκονται σε σχολεία, τα παιδιά ακόμα περιμένουν βιβλία. Ας μη γελιόμαστε! Η σκανδιναβική χώρα βρίσκεται στην κορύφωση της εκπαιδευτικής Αναγέννησης ενώ εμείς στα βάθη του πιο σκοτεινού εκπαιδευτικού Μεσαίωνα.
Κι άντε όλα αυτά ας πούμε ότι μπορούν να βελτιωθούν με το χρόνο! Αλλά τι θα γίνει με την προσφορά κινήτρων προς τους μαθητές; Γιατί εκεί μάλλον δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα! Γιατί άλλο να απαιτεί δουλειά από τους μαθητές της κάποια ψηλή ξανθιά Φιλανδή δασκάλα σαν αυτές που επισκέπτονται τα ελληνικά νησιά το καλοκαίρι κι άλλο να προσπαθεί να κάνει το ίδιο το πρότυπο της ελληνικής δημοσιοϋπαλληλικής διάθεσης. Δηλαδή, εδώ τι μπορούμε να κάνουμε; Τίποτα!!! Το παιχνίδι το έχουμε χαμένο από χέρι. Οπότε ας μείνουμε στα ωραία παραδοσιακά ελληνικά πρότυπα κι ας το πάρουμε απόφαση. Εμείς ήμασταν και θα παραμείνουμε στο πολυτραγουδισμένο: «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ…» στα σκοτεινά μονοπάτια της ελληνικής εκπαίδευσης!