Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

"ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ"

Η κυκλοφορία του καινούριου μου βιβλίου "Μάθε, Παιδί Μου, Γράμματα επέβαλε ορισμένες ανακατατάξεις και μικροαλλαγές στο blog. Αφού το καινούριο απόκτησε δική του ανάρτηση, δε θα μπορούσε το παλιό να υστερήσει σ' αυτό. Μερικά από τα πολλά αγαπημένα μου αποσπάσματα του "Εγχειριδίου" ακολουθούν.
...«Φαντάσου» του είπα «ότι κάποιος γεννιέται σε μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι κυκλοφορούν γυμνοί αλλά έχουν καλυμμένα τα αφτιά τους. Οι πρώτες του εικόνες είναι γιατροί και νοσοκόμες γυμνοί αλλά με καλυμμένα τα αφτιά τους. Στην πρώτη αυτή εικόνα έρχονται να προστεθούν εκείνες των γονιών, των συγγενών, των φίλων που κυκλοφορούν γυμνοί αλλά με πολύ καλά καλυμμένα τα αφτιά τους. Εννοείται ότι και η δική του αμφίεση απαρτίζεται αποκλειστικά από πανέμορφες, χαριτωμένες παιδικές καλύπτρες αφτιών. Το παιδάκι αποδέχεται, χωρίς την παραμικρή σκέψη, την “περίεργη” γύμνια ως κάτι απολύτως φυσιολογικό. Λίγο αργότερα έρχεται η στιγμή της πρώτης βόλτας του με τους γονείς. Τίποτα περίεργο, αφού όλοι γύρω του κυκλοφορούν με τον ίδιο τρόπο έχοντας καλυμμένα μόνο τα αφτιά τους, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται μια νεαρή καλλονή ολόγυμνη -κανένα πρόβλημα- αλλά με μικροσκοπικές καλύπτρες που αφήνουν να φαίνεται μέρος των αφτιών της. Πανικός! Οι γονείς τού κλείνουν τα μάτια για να μη δει το αίσχος ενώ τα σχόλια περί ανηθικότητας της νεαρής δίνουν και παίρνουν. Ήδη το παιδάκι έχει σχηματίσει την πρώτη του αντίληψη ως προς τα όρια της ηθικής. Είναι θεμιτό να είμαστε γυμνοί αλλά σε καμιά περίπτωση η συγκεκριμένη γύμνια δεν πρέπει να περιλαμβάνει τα αφτιά, η επίδειξη των οποίων θεωρείται ... αμαρτία»!

...Στην παρέα των παιδιών δεν άργησαν να προστεθούν ακόμη δύο. Ήταν ο Κάρλο κι ο Γιώργος. Ο Κάρλο -«παιδί της Γενετικής» τον αποκαλούσαν καλοπροαίρετα και ο ίδιος, μάλλον, χαιρόταν αυτή την ιδιαιτερότητά του- ζούσε με τους γονείς του, την Υβέτ και την Κλόντια. Και οι δυο γονείς θεωρούνταν ανερχόμενα αστέρια στο χώρο της διαφήμισης, αφού η εταιρία τους εξελισσόταν με ραγδαίους ρυθμούς. Ο Κάρλο αισθανόταν πολύ υπερήφανος και για τις δυο τους και χαιρόταν ιδιαίτερα που η σύγχρονη τεχνολογία είχε βοηθήσει να έρθει στον κόσμο ο ίδιος.

...Το λάθος της γιαγιάς ήταν ότι δεν προχώρησε στη διευκρίνιση και το διαχωρισμό μεταξύ συνθηκών του παρελθόντος και του παρόντος. Χάθηκε, έτσι, μια σημαντική ευκαιρία να πειστεί ένας εκπρόσωπος της νέας γενιάς ότι ο Κολοκοτρώνης υπήρξε πράγματι ήρωας και θετικό πρότυπο μα όχι γιατί έσφαζε τα «Τουρκάκια» αλλά γιατί αγωνίστηκε για όσα πίστευε και για όσα αποτελούσαν αξίες του! (…) Κρίμα, γιατί ο Κολοκοτρώνης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα καλό παράδειγμα και πρότυπο πίστης, τιμής, δυναμισμού, θάρρους, αυταπάρνησης, αγωνιστικότητας για το γιο μου αλλά και για ολόκληρη τη γενιά του κι όχι αφορμή για διαιώνιση της εθνικιστικής ανοησίας!

...«Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ» έπαιζε στο βίντεο. Ήταν απόγευμα Σαββάτου και παρακολουθούσα την ταινία, όταν ο Παναγιώτης έκανε την εμφάνισή του και ήρθε να κουρνιάσει δίπλα μου στον καναπέ. Για λίγα λεπτά προσπάθησε να μου δώσει την αίσθηση ότι παρακολουθεί με το ίδιο ενδιαφέρον που το έκανα κι εγώ. Την ηρεμία μου διέκοψε η τσιριχτή κραυγή έκπληξης και ταυτόχρονα απόγνωσης του μικρού! «Καλά!!! Τόσο παλιά είναι αυτή η ταινία; Με γραφομηχανή γράφει αυτός;»! Φυσικά, ελάχιστη σημασία έδωσα στην υπόλοιπη ταινία! Ο Παναγιώτης θεωρούσε πολύ παλιά μια ταινία, εξαιτίας του ότι ο πρωταγωνιστής χρησιμοποιούσε γραφομηχανή! Του φάνηκε τόσο ξένο για την εποχή του! Αν μάθαινε ότι στο ξεκίνημά μου χρησιμοποιούσα γραφομηχανή για τις σημειώσεις μου, ίσως να με είχε στείλει σε μουσείο!

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Ότιβερ Λουίστ

«Ήταν μια κρύα, σκοτεινή χειμωνιάτικη νύχτα. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Έξω το πυκνό χιόνι έπεφτε από νωρίς. Οι χοντρές, ακανόνιστες νιφάδες είχαν πια σκεπάσει τα πάντα. Φαινόταν σαν να είχαν καταπιεί τη μορφή και το χρώμα από όλα τα άλλα δίνοντάς τους μια απόκοσμη, τρομακτική όψη. Οι στέγες, τα δέντρα, ο χωματόδρομος, ο άστεγος που κειτόταν νεκρός από το ψοφόκρυο, εδώ και λίγες μέρες στη γωνία, είχαν χαθεί κάτω από το απέραντο λευκό του χιονιού και το θλιβερό γκρίζο του ουρανού.
Και μέσα, στο σκοτεινό, ετοιμόρροπο, φτωχικό σπίτι που έδινε την αίσθηση του εγκαταλειμμένου, το χιόνι έπεφτε από νωρίς. Για την ακρίβεια έπεφτε από την ώρα που έπεφτε και έξω, απλώς μέσα δεν έπεφτε τόσο πυκνό, γιατί οι τρύπες στη στέγη δεν ήταν πολύ μεγάλες. Οι νιφάδες που κατάφερναν -χωρίς μεγάλη προσπάθεια- να εισχωρήσουν στο εσωτερικό του σπιτιού σχημάτιζαν ήδη μικρά, άσπρα παγωμένα βουναλάκια.
Το μικρό, κάτισχνο αγόρι καθόταν στο κρεβάτι που είχε φτιάξει από χοντρά χαρτόκουτα που είχε βρει πεταμένα έξω από το μεγάλο super market της γειτονιάς. Καθόταν κουκουλωμένο με τα χιλιομπαλωμένα σκεπάσματά του που δεν κατάφερναν να το προφυλάξουν από το τσουχτερό κρύο. Τα ξυλιασμένα παιδικά χέρια έπιαναν το σχεδόν τελειωμένο, σπασμένο στυλό που είχε περιμαζέψει, όταν το πέταξε ως άχρηστο ένας συμμαθητής του και προσπαθούσε να το κρατήσει σταθερό πάνω στο τετράδιο που είχε ανοιχτό μπροστά του. Ήταν εξουθενωμένο, γιατί στην αποθήκη με τα καυσόξυλα του χοντρο-Μηνά, όπου δούλευε από τότε που έχασε και τους δυο γονείς του, είχε πέσει πολλή δουλειά σήμερα. Όλοι έτρεχαν να αγοράσουν ξύλα για το τζάκι τους για τις γιορτινές μέρες που πλησίαζαν.
Ο ύπνος προσπαθούσε να τον καταβάλει εδώ και ώρα, έπρεπε, όμως, να τελειώσει την εργασία του για το σχολείο. Είχε υποσχεθεί στη μητέρα του -λίγο πριν αυτή πεθάνει από τη γρίπη των χοίρων- ότι αυτός και τα αδέρφια του θα τελείωναν το σχολείο ό,τι και να γινόταν. Παρακολουθούσε το τελευταίο κάρβουνο στο μαγκάλι να τρεμοσβήνει εκπέμποντας τις τελευταίες αχτίδες σαν τα σκιρτήματα του μελλοθάνατου στην ηλεκτρική καρέκλα τη στιγμή που χιλιάδες βολτ διαπερνούν αλύπητα το χιλιοβασανισμένο κορμί του. Τα τρία μικρότερα αδερφάκια του κοιμούνταν λίγο πιο πέρα σφιχταγκαλιασμένα, μέσα στο χαρτονένιο κουτί ενός ψυγειοκαταψύκτη της General Electric, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ζεσταθούν.
Άφησε το στυλό στο πλάι, σηκώθηκε αθόρυβα, πήρε ένα από τα κουρέλια με τα οποία σκεπαζόταν ο ίδιος, πλησίασε τα μικρά που τουρτούριζαν από την παγωνιά και το έριξε επάνω τους. Εκείνος ήταν μεγαλύτερος και άντεχε το κρύο περισσότερο κι ας είχε να φάει δυο μέρες τώρα. Την ώρα που σκέπαζε στοργικά τα αδερφάκια του δεν άντεξε. Ανήμπορος να συγκρατηθεί, άφησε ένα καυτό δάκρυ να τρέξει από το αριστερό μάτι του, πέρασε ξυστά (το δάκρυ) από το αριστερό ρουθούνι του, κύλησε αργά στο αριστερό μάγουλό του και κατέληξε στην αριστερή πλευρά των μελανιασμένων από το κρύο και την πείνα χειλιών του. Ξέσπασε σε δυνατούς, σπαραχτικούς λυγμούς και σε ένα βουβό κλάμα δίχως τέλος …».



«Μπλιαξ, μπλιαξ και πάλι μπλιαξ, σκέτη αηδία! Μια αηδία και μισή», σκέφτηκε, «αν γράψω έστω άλλη μια λέξη, θα κάνω εμετό πάνω στο πληκτρολόγιο. Άκου δυνατούς λυγμούς και βουβό κλάμα! Πώς γινόταν αυτά τα δυο να συνυπάρχουν;».
Πού είχε καταντήσει; Η αυτολύπηση τον είχε κυριαρχήσει. Μα να γράφει δακρύβρεχτα, χριστουγεννιάτικα διηγήματα για να συγκινήσει τη δασκάλα του και να πάρει μεγάλο βαθμό; Αν συνέχιζε έτσι, θα έπαιρνε μεγάλο βαθμό, θα κέρδιζε την εκτίμηση της δασκάλας, θα πάθαινε κατάθλιψη με αυτά που ο ίδιος έγραφε και τελικά θα κατάληγε σε ένα από τα τρελάδικα που ξεφύτρωναν τελευταία σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή. Έσκυψε αποφασιστικά στο τελευταίας τεχνολογίας SONY VAIO που του είχε χαρίσει ο πατέρας του, μάρκαρε ό,τι είχε γράψει, πάτησε το “delete”, επιβεβαίωσε την απόφασή του να διαγράψει το κείμενο και παρακολούθησε με ανακούφιση τον “κάδο ανακύκλωσης” του υπολογιστή να το ρουφάει εξαφανίζοντάς το από την οθόνη και από το μάταιο ετούτο κόσμο. Λύτρωση!
Τα έβαλε με τον εαυτό του. Μα πώς είχε παρασυρθεί έτσι; Εντάξει, μικρός ήταν ακόμα αλλά αυτό δεν ήταν αρκετή δικαιολογία. Η δασκάλα, λίγες μέρες πριν, τους ανακοίνωσε ότι είχε μια ιδέα. Αυτό ήταν από μόνο του περίεργο, γιατί η δασκάλα σπάνια είχε ιδέα για οτιδήποτε. Όλοι θαύμασαν τη δασκάλα που είχε μια ιδέα επιτέλους. Κανένας δε σκέφτηκε ότι αυτό (το ότι είχε μια ιδέα) μπορεί να ήταν καλό για την ίδια αλλά κακό για τους μαθητές. Όταν μάλιστα τους ρώτησε, αν θα τη βοηθούσαν να την υλοποιήσει, δέχτηκαν με ενθουσιασμό, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Τα «φυτά» της Τάξης για να δείξουν πόσο τη σέβονται και να κερδίσουν την εύνοιά της. Οι υπόλοιποι απλώς επειδή τη λυπήθηκαν.
Η παιδική αθωότητα και ο αυθορμητισμός είχαν κάνει τη δουλειά τους. Όλοι βρέθηκαν μπλεγμένοι! Η ιδέα ήταν κάθε μαθητής να γράψει μια χριστουγεννιάτικη ιστορία και όλες οι ιστορίες να μαζευτούν σε μια συλλογή, να εκτυπωθούν και να μοιραστούν στους γονείς ως δώρο Χριστουγέννων. Η δασκάλα έδωσε και οδηγίες για να … διευκολύνει τα παιδιά. Στις ιστορίες θα έπρεπε να πρωταγωνιστούν παιδιά, γιατί αυτό συγκινεί τους μεγάλους. Εννοείται ότι δεν έπρεπε να περιέχουν παλιοκουβέντες. Ούτε μία, τόνισε η δασκάλα. Οι πιο συγκινητικές θα έμπαιναν πρώτες ενώ τα παιδιά που θα κατάφερναν να περιγράψουν καλύτερα τον πόνο και τα βάσανα που αντιμετωπίζουν κάποιοι συνάνθρωποί μας θα έπαιρναν μεγάλο βαθμό. Αυτόν (το βαθμό) τον άφησε για το τέλος. Αν κάποιος ήθελε, μπορούσε να μην πάρει μέρος στην προσπάθεια αλλά αυτό δε θα ήταν καλό για το βαθμό του, είχε πει, όλο νόημα, η δασκάλα.
Κάπως έτσι είχε βρεθεί μπροστά στον υπολογιστή του να προσπαθεί να γράψει μια ιστορία στα πρότυπα που είχε θέσει η μέγαιρα. Εντάξει, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να το καταλάβει. Δηλαδή, γιατί θα έπρεπε η ιστορία να είναι θλιβερή; Λίγη θλίψη μας περιβάλλει καθημερινά, πρέπει να μαυρίσουμε κι άλλο τον κόσμο; Τα παιδιά δεν είναι -υποτίθεται- η χαρά αυτού του κόσμου; Είναι τόσο εύκολο να κάνεις τους άλλους να πλαντάξουν στο κλάμα, να σκάσουν από στενοχώρια, να νιώσουν την καρδιά τους να γίνεται θρύψαλα από συγκίνηση. Άλλωστε ο ίδιος, όπως και τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του, κάθε φορά που ήθελε να ζητήσει κάτι από τους γονείς του ή απλώς ήθελε να αποφύγει την κατσάδα τους, έπαιρνε ένα περίλυπο ύφος που θα έκανε ακόμα και τα παγόβουνα της Ανταρκτικής να λιώσουν από συμπόνια.
Είναι τόσο εύκολο να πλέξεις ιστορίες βουτηγμένες στη θλίψη, να προκαλέσεις στον αναγνώστη αυτοκτονικές τάσεις. Όχι! Ο ίδιος δε θα παρασυρόταν από το μίζερο κλίμα. Δεν ήταν στη φύση του να επιλέγει τα εύκολα. Θα άφηνε στους θλιβερούς, καταθλιπτικούς, αδιάφορους, ηλίθιους, υποκριτές συμμαθητές του το προνόμιο να κάνουν τη δασκάλα να δακρύσει και τελικά μάλλον να τους αποδώσει επαίνους και μεγάλους βαθμούς. Το δύσκολο δεν είναι να προκαλέσεις στενοχώρια και κατήφεια. Άλλωστε δεν είχε διαβάσει και λίγα συγκινητικά παραμύθια, διηγήματα, μυθιστορήματα. “Το κοριτσάκι με τα σπίρτα”, “Το κοριτσάκι χωρίς τα σπίρτα”, “Χωρίς οικογένεια”, “Με οικογένεια”, “Χωρίς μπατζανάκη”, “Με μπατζανάκη”. Υπήρχαν πολλά. Ατελείωτα πολλά! Όλα, βέβαια, με την προτροπή των γονιών του και με αντάλλαγμα την ελευθερία να διαβάσει τα κόμικς που λάτρευε ή την εξασφάλιση λίγης ώρας παιχνιδιού στον υπολογιστή.
Και μετά οι μεγάλοι αναρωτιούνται, γιατί τόσοι νέοι οδηγούνται στα ναρκωτικά, την κατάθλιψη, το αλκοόλ, το bullying και την αυτοκτονία. Μα τι άλλο να σου κάνουν τα παιδάκια με τα αναγνώσματα που τους προτείνονται, ιδίως τέτοιες γιορτινές μέρες; Ήδη είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι γονείς -τώρα πια και η δασκάλα- είχαν έναν και μοναδικό σκοπό: να διαλύουν, με κάθε τρόπο και ευκαιρία τη γιορτινή ατμόσφαιρα των ημερών! Οι μεγάλοι έχουν το χάρισμα να μετατρέπουν τις διακοπές σε βασανιστική κόλαση. Λες και θεωρούσαν αμαρτία την ανεμελιά και την απόλαυση.
Η περιγραφή του πόνου, της δυστυχίας, της ανέχειας είναι το εύκολο. Το δύσκολο είναι να κάνεις τους άλλους να γελάσουν με την ψυχή τους. Δηλαδή, όχι να γελάσει η ψυχή τους αλλά να γελάσουν πολύ, να ξεκαρδιστούν, να ξεστριφτούν τα άντερά τους από το γέλιο και να νιώσουν χαρά.
Ο ίδιος, λοιπόν, θα επέλεγε το διαφορετικό και δύσκολο με οποιοδήποτε κόστος. Θα έγραφε κάτι ευχάριστο και αισιόδοξο. Θα έγραφε μια ιστορία όπως αυτός επιθυμούσε. Ήταν έτοιμος να αναλάβει τις ευθύνες του. Μεγάλο παιδί ήταν πλέον. Δέκα ετών! Μωρέ θα έκανε αυτό που γούσταρε κι ας τον άφηνε και στην ίδια Τάξη η δασκάλα. Θλίψη, βάσανα, πόνο και μιζέρια από αυτόν δε θα έβλεπε! Ναι.
Το πρόβλημα τώρα ήταν να πλέξει την ιστορία του. Κοίταξε παρατηρητικά γύρω του. Έξω από το πολυτελές, κατάφωτο σπίτι του το χιόνι είχε δημιουργήσει ένα κατάλευκο φωτεινό σκηνικό κρύβοντας τις ατέλειες και ομορφαίνοντας τα πάντα. Όλα έδιναν την αίσθηση ότι είχαν στολιστεί για να υποδεχτούν τα Χριστούγεννα και να δώσουν χαρά στους ανθρώπους. Κάποια από τα παιδιά της γειτονιάς, ντυμένα με ζεστά πολύχρωμα ρούχα και φορώντας τα αδιάβροχα γάντια τους έφτιαχναν έναν τεράστιο χιονάνθρωπο. Κάποια άλλα έπαιζαν χιονοπόλεμο μέσα σε ένα πανηγύρι πανικού από φωνές, γέλια και κάπου κάπου τσιριχτές κραυγές πόνου. Η χιονόμπαλα, αν σε πετύχει στο πρόσωπο, μπορεί να προκαλέσει αφόρητο πόνο.
Ωραία! Είχε ήδη τη βασική εικόνα. Τώρα του έλειπαν οι πρωταγωνιστές. Έστρεψε το ροδαλό πρόσωπό του στο εσωτερικό του σπιτιού. Το μεγάλο, στολισμένο τζάκι, φορτωμένο κούτσουρα, έκαιγε στη γωνία γεμίζοντας το χώρο με γαλήνια θαλπωρή, υπέροχες μυρωδιές καμένου ξύλου και ζεστασιά. Το τεράστιο στολισμένο δέντρο έστεκε αγέρωχο ακριβώς δίπλα από το τζάκι με τις πολύχρωμες μπάλες του να αντανακλούν το φως των λαμπιονιών που αναβόσβηναν σε διάφορους ρυθμούς. Τα μεγάλα κλαδιά του έπεφταν σαν μια τεράστια στοργική αγκαλιά πάνω στα δώρα που περίμεναν στωικά το άνοιγμά τους την παραμονή της μεγάλης γιορτής. Κεριά, ελαφάκια, Αϊ Βασίληδες, ξύλινα αλογάκια, χαμογελαστοί χιονάνθρωποι (ψεύτικοι, γιατί οι αληθινοί θα έλιωναν και θα μούσκευαν τα πανάκριβα χαλιά της μητέρας του) έδιναν στο χώρο έναν τόνο (δεν εννοούμε χίλια κιλά αλλά το ύφος) χαράς και αισιοδοξίας. Τεράστιες πιατέλες με κάθε είδους λιχουδιές, φαγητά και γλυκίσματα είχαν πάρει τη θέση τους στον τεραστίων διαστάσεων μπουφέ που είχε στηθεί για τους καλεσμένους τους.
Όπως κάθε χρόνο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, έτσι και φέτος, οι γονείς του είχαν οργανώσει μια συγκέντρωση για φίλους. Συζητήσεις, γέλια και χαρά γέμιζαν το σαλόνι. Όλοι έδειχναν (μάλλον ήταν κιόλας) ευτυχισμένοι. Παρέες είχαν απλωθεί παντού δημιουργώντας πηγαδάκια μικρά και μεγάλα. Με αυτό δεν εννοούμε ότι είχαν σκάψει πηγαδάκια μικρά και μεγάλα στο σαλόνι και την τραπεζαρία. Η μαμά θα γινόταν έξαλλη με κάτι τέτοιο. Εννοούμε ότι είχαν δημιουργήσει παρέες μικρές και μεγάλες. Κάθε παρέα σχολίαζε τις υπόλοιπες. Έτσι κάνουν οι μεγάλοι!
Ο ίδιος αισθανόταν πολύ ευχαριστημένος. Ένιωθε την ανάγκη να εξωτερικεύει με κάθε τρόπο αυτό που ένιωθε. Αυτό θα έκανε και στην ιστορία που έπρεπε να παραδώσει στο σχολείο. Εντάξει, καταλάβαινε ότι υπάρχουν παιδάκια που πεινούν, που διψούν, που κρυώνουν, που πεθαίνουν από χίλιες δυο αρρώστιες, που χρειάζονται τη βοήθεια όσων δεν πεινούν, δε διψούν, δεν κρυώνουν, δεν πεθαίνουν από χίλιες δυο αρρώστιες και δε χρειάζονται τη βοήθεια των άλλων.
Εκείνο που δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει είναι για ποιο λόγο θυμόμαστε αυτά τα παιδάκια μόνο στις γιορτές. Δηλαδή, τον υπόλοιπο καιρό αυτά τα παιδάκια δεν πεινούν, δε διψούν, δεν κρυώνουν, δεν πεθαίνουν από χίλιες δυο αρρώστιες και άρα δε χρειάζονται τη βοήθεια όσων δεν … Τέλος πάντων, αν συνέχιζε έτσι δε θα τελείωνε ποτέ. Μα τι είναι η πείνα, η δίψα, το κρύο και οι αρρώστιες; Επισκέπτες είναι; “Γεια σας ήρθαμε αλλά έχουμε να πάμε και αλλού, οπότε δε θα καθίσουμε πολύ”! Δίνουν ραντεβού με την ανθρωπότητα σε τακτά χρονικά διαστήματα και όλο τον υπόλοιπο καιρό εξαφανίζονται;
Σιγά μην είναι έτσι! Όλα αυτά τα δεινά υπάρχουν πάντα. Το είχε δει και στην τηλεόραση σε ένα πολύ διαφωτιστικό ντοκιμαντέρ. Τότε για ποιο λόγο οι καλοζωισμένοι τα σκέφτονταν μόνο στις γιορτές; Για ποιο λόγο η θλίψη, η ανέχεια και ο πόνος των άλλων απασχολούν τους μεγάλους συγκεκριμένες περιόδους; Μήπως συμβαίνει αυτό, επειδή τις υπόλοιπες μέρες όλοι είναι φορτωμένοι με τα δικά τους βάσανα και ξεχνούν τα βάσανα των άλλων; Σιγά! Άμα είναι κανείς ευαίσθητος είναι συνεχώς κι όχι με διακοπές. Άμα τον απασχολεί ο πόνος των άλλων τον απασχολεί πάντα κι όχι κατά διαστήματα.
Όχι, όχι κάτι άλλο συνέβαινε. Μάλλον, είναι ο φόβος και οι τύψεις που οδηγούν σ’ αυτήν την αντίδραση. Ο φόβος της τιμωρίας ή του «κακού ματιού» και οι τύψεις της ευτυχίας. Ναι αυτό ήταν. Τέτοιες γιορτινές μέρες όλοι το ρίχνουν στο φαγητό, το ποτό, τη διασκέδαση. Και το κάνουν χωρίς κανένα όριο, με μοναδικό οδηγό την υπερβολή. Τρώνε μέχρι σκασμού, σαν να μην έχουν αγγίξει ποτέ ξανά φαγητό. Και μετά τρέχουν στα ινστιτούτα για αδυνάτισμα. Πίνουν σαν τρελοί και μετά παραπατούν, σκοντάφτουν, πέφτουν, δεν ξέρουν τι λένε και τι κάνουν. Και μετά αισθάνονται άσχημα. Νιώθουν ενοχές που το παράκαναν. Οι μεγάλοι αισθάνονται ντροπή για την απόλαυση. Φοβούνται ότι αν εκμυστηρευτούν τη χαρά ή την επιτυχία τους, οι άλλοι θα τους ματιάσουν. Τότε γεμίζουν τύψεις, απειλητικές σαν τον «terminator» στην τελευταία ταινία που είχε δει. Λες και κάποιος τους δίδαξε ότι είναι κακό να είναι ευτυχισμένοι και να το δείχνουν κιόλας. Πιστεύουν ότι η κόλαση τους περιμένει ως τιμωρία για το αμάρτημα της … χαράς. Βλέπουν τον εαυτό τους να βράζει στα καζάνια και το Βελζεβούλη να έχει στήσει πανηγύρι ανάμεσα σε φωτιές και άλλα φρικτά βασανιστήρια. Εφιάλτης!
Και τότε αρχίζουν να σκέφτονται πώς θα εξιλεωθούν, πώς θα αποφύγουν το κακό το μάτι και την ποινή που τους περιμένει, πώς θα σώσουν το τομάρι τους. Τότε μπαίνουν στη μέση τα φτωχά και δύστυχα παιδάκια ως σωτήρες. Μια σκέψη γι αυτά, ένα διήγημα που θα συγκινήσει, μια προσφορά σε χρήμα ή ρουχισμό και όλα ωραία. Μα πώς αυτοί οι μεγάλοι μπορούν να είναι τόσο υποκριτές; Δε συνειδητοποιούν ότι η υποκρισία είναι αμάρτημα μεγαλύτερο και από την αδιαφορία και από την υπερβολή;
Τι να πεις; Όχι ο ίδιος δε θα γινόταν υποκριτής. Θα ήταν καθαρός με τη συνείδησή του. Θα έγραφε ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα -όπως απαιτούσε η δασκάλα να κάνει- αλλά αυτό το διήγημα θα περιέγραφε τη χαρά, τη διάθεση για ζωή, την αισιοδοξία που πρέπει να χαρακτηρίζει ένα παιδί -όπως σιχαινόταν η δασκάλα. Θα έκανε λόγο για πλούτο, για διασκέδαση, για αγάπη και για στοργή. Κανένας πόνος δεν είχε θέση στο διήγημά του. Η χαρά και η απόλαυση θα κυριαρχούσαν. Ο δικός του πρωταγωνιστής θα ήταν ένα πραγματικά ευτυχισμένο παιδί. Ένα παιδί χορτάτο, ζεσταμένο, ευχαριστημένο με όσα είχε. Ένα παιδί που εκτιμούσε όσα συνέβαιναν και έκανε όνειρα για το μέλλον. Το δικό του διήγημα θα ήταν γεμάτο χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, μουσική, φίλους, φαγητό, έντονα χαρωπά χρώματα.
Ας έγραφαν όλοι οι άλλοι υποκριτικά για τη δυστυχία. Ας ενδύονταν οι υπόλοιποι το μανδύα της φιλευσπλαχνίας. Ας θυμούνταν όλοι οι άλλοι περασμένα, φτωχικά Χριστούγεννα όπου όμως «υπήρχε ανθρωπιά και απλότητα και ο καθένας ένιωθε δίπλα του το συνάνθρωπο και κυριαρχούσε η αγάπη και ο αλληλοσεβασμός, αξίες που σήμερα έχουν θυσιαστεί στο βωμό του χρήματος και της ακόρεστης σπατάλης» και άλλες τέτοιες μπούρδες. Αυτός όχι. Το μόνο που του έλειπε τώρα ήταν ο τίτλος και το όνομα του πρωταγωνιστή. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να βάλει το δικό του όνομα αλλά το βρήκε αρκετά ματαιόδοξο και εξαιρετικά επικίνδυνο. Η δασκάλα θα γινόταν έτσι κι αλλιώς “πυρ και μανία” με την επιλογή του να γράψει για τη χαρά κι όχι για τη λύπη. Δε χρειαζόταν να δώσει περαιτέρω αφορμές για εντάσεις και φωνές. Θα μπορούσε να του δώσει το όνομα κάποιου μισητού, «φυτού» συμμαθητή του αλλά μετά δε θα μπορούσε ξανά να του ζητήσει σημειώσεις ή τις λύσεις των ασκήσεων. Μπα, έπρεπε να βρει κάτι πιο πρωτότυπο.
Έριξε μια ματιά στα ράφια της βαρυφορτωμένης δρύινης βιβλιοθήκης, όπου βρίσκονταν τα γεμάτα πόνο και θλίψη διηγήματα που παλιότερα του είχαν χαρίσει διάφοροι άσχετοι, γνωστοί και άγνωστοι, με στόχο να καταστρέψουν την προσωπικότητά του οδηγώντας τον στην κατάθλιψη. Διάβαζε τους τίτλους αδιάφορα και τότε…
Φωτίστηκε περισσότερο κι από το γλόμπο του Κύρου Γρανάζη, γούρλωσε τα καταπράσινα, μεγάλα, παιδικά ματάκια του κι ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Είχε βρει τον τίτλο. Εντάξει, δεν ήταν και πολύ πρωτότυπος και μάλλον υπήρξε ελάχιστα εφευρετικός αλλά ο χρόνος δεν ήταν σύμμαχός του. Η δασκάλα δε θα το εκτιμούσε και μπορεί να είχε μπλεξίματα αλλά, τέλος πάντων, ήταν κάτι. Βάλθηκε να γράφει σαν δαιμονισμένος πατώντας με εξαιρετική ταχύτητα τα πλήκτρα του υπολογιστή. Κάθε χτύπημα ήταν γι αυτόν σαν χαρούμενη νότα που εξυμνούσε την ευτυχία χωρίς την παραμικρή τύψη για τη χαρά που ένιωθε γράφοντας το διήγημά του με τίτλο … «Ότιβερ Λουίστ»!

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Δημοκρατία Λάστιχο!

Να καταργηθεί το πανεπιστημιακό άσυλο ή όχι; Να είμαστε ανεκτικοί στις καταλήψεις και τις καταστροφές σχολείων από καταπιεσμένους και μη μαθητές ή όχι; Να επιτρέπουμε στα οργισμένα νιάτα να «κατεβάζουν» που και που καμιά βιτρίνα για εκτόνωση ή όχι; Να καταργηθεί η βάση του 10 για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή όχι; Να ανεχόμαστε αστυνομικοί -οπλισμένοι με γκλομπς ή προδέρμ- να πατούν το ποδαράκι τους σε πεζοδρόμια πέριξ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ή όχι; Ποια συμπεριφορά πρέπει να μένει ατιμώρητη και ποια όχι; Ποιος χαρακτηρίζει τι είναι κοινωνικό και τι αντικοινωνικό; Πρόκειται για προβληματισμούς που κυριαρχούν στη χώρα μας το τελευταίο διάστημα.
Ερωτήματα που στην ουσία τους είναι προσπάθεια να κατανοήσουμε τη Δημοκρατία. Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει περισσότερα υπαρξιακά προβλήματα και από έφηβο, λίγο πριν αυτός ενηλικιωθεί, οπότε και χάνει την πολυτέλεια για τέτοιες αναζητήσεις. Η χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία αδυνατεί να κατανοήσει και τις απλές αρχές της. Για την ουσία της ας μην το συζητήσουμε.
Η Δημοκρατία όμως είναι πολύ πιο απλή υπόθεση από ό,τι θα θέλαμε. Άλλες χώρες, που ούτε παραβρέθηκαν στη γέννα της, τα καταφέρνουν καλύτερα από εμάς, γιατί έχουν ξεφύγει από εφηβικούς προβληματισμούς. Ασχολούνται με πιο χρήσιμα πράγματα, όπως για παράδειγμα με την ανάπτυξή τους. Εμείς επιμένουμε σε εφηβικές πρακτικές. Το αντίθετο θα σήμαινε ευθύνες. Πολλές μάλιστα. Αυτό κάνουν και οι έφηβοι που γενικώς «τα έχουν πάρει» με το σύστημα, με το διάβασμα, την προσπάθεια, τον κόπο, τον προγραμματισμό. Αντί, λοιπόν, να ασχολούνται με τα χρήσιμα για το μέλλον, προτιμούν τον προβληματισμό. Άντε και το σπάσιμο καμιάς βιτρίνας ή έστω καμιά καταστροφική κατάληψη σχολείου για να εκφράσουν την οργή, την απογοήτευση και να … φτιάξουν τον κόσμο καλύτερο.
Κι ενώ εμείς έχουμε μετατρέψει τη Δημοκρατία σε λάστιχο άλλοι λαοί βαδίζουν πιο γρήγορα και από το Johnny Walker και το κάνουν -που να πάρει- πολύ επιδεικτικά. Αυτοί, όμως έχουν καταλάβει, εδώ και καιρό, ότι Δημοκρατία είναι ισότητα και ελευθερία. Και έχουν δώσει σ’ αυτά ουσία χωρίς να αναλώνονται σε ατέρμονες συζητήσεις. Μάλλον δεν είναι δύσκολο κι εμείς να καταλάβουμε τη σημασία τους. Αν αδυνατούμε, τότε σημαίνει ότι, όταν μας έφερνε ο πελαργός, του πέσαμε και χτυπήσαμε πολύ άσχημα στο κεφάλι. Απλά πράγματα.
Δημοκρατία ίσον ισότητα. Ίδιες ευκαιρίες για όλους. Αν το κατάλαβαν οι άλλοι, τότε κι εμείς μπορούμε. Το μόνο που μένει είναι ο καθένας, πριν ξεσπάσει, καταστρέψει, τρομοκρατήσει, να αναρωτιέται: «αξιοποίησα τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν ή απλώς έχω παρανοήσει την ισότητα, γιατί έτσι με βολεύει»; Αν κάποιος σπαταλά τις ευκαιρίες που του δίνονται, μάλλον δεν μπορεί να διεκδικεί νέες. Αν, για παράδειγμα, αυτός ο κάποιος, όταν έπρεπε να είναι μαθητής, υποδυόταν τον τουρίστα, είναι μάλλον άδικο για τους άλλους -όσους το πάλεψαν- να απαιτεί τη χωρίς κριτήρια πρόσβασή του στο πανεπιστήμιο ή στη ζωή. Άλλωστε η ισότητα συμβαδίζει με την αξιοκρατία κι αυτό σημαίνει ότι όποιος διαθέτει περισσότερα προσόντα από άλλους, θα βρίσκεται σε καλύτερη θέση από αυτούς. Όποιος αξιοποίησε τις ευκαιρίες που του δόθηκαν δικαιούται και άλλων. Όπως με το φαγητό. Όποιος το τρώει όλο, παίρνει και δεύτερο πιάτο. Ο μίζερος θα μείνει με το πρώτο.
Δημοκρατία ίσον ελευθερία. Κι αυτήν ανήκει σε όλους και είναι ίδια για όλους. Ο καθένας -ευτυχώς ή δυστυχώς- μπορεί να σκεφτεί, πει, είναι, κάνει ό,τι τον εκφράζει. Προϋπόθεση της ελευθερίας ο αλληλοσεβασμός! Αν αυτός δεν υφίσταται, έρχεται η δικαιοσύνη και τον αποκαθιστά. Παραβίαση των ορίων σημαίνει πληρωμή. Κάτι σαν: «τα γούστα πληρώνονται». Ξεφεύγεις από τα όρια, ξεσπάς χωρίς να σκέφτεσαι τους άλλους, καταστρέφεις την περιουσία τους, τους εμποδίζεις να γευτούν τη δική τους ελευθερία; Ωραία! Κάντο αλλά να γνωρίζεις ότι δεν πρέπει, οπότε πλήρωσε το λογαριασμό και μην κλαίγεσαι σαν μωρό και ψάχνεις στηρίγματα σε πατερούληδες μαθητών, φοιτητών, εργατών.
Η Δημοκρατία είναι μία. Προσπάθειες διαφορετικής εξήγησής της δηλώνουν προσπάθειες εξυπηρέτησης συμφερόντων που στρέφονται εναντίον άλλων συμφερόντων. Κι αυτό δεν είναι αγώνας ούτε για κοινωνική ελευθερία ούτε για ισότητα ούτε για πρόοδο. Χάσιμο χρόνου είναι. Κι εδώ εμφανίζεται ο βασικός προβληματισμός: Ποιος έχει την ευθύνη για την ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας; Λογικά, η ευθύνη ανήκει μερικώς στην εξουσία, τη νόμιμα εκλεγμένη από εμάς. Μόνο μερικώς και όχι ολικώς, γιατί τελικά ανήκει και σε όλους μας και είναι καθημερινή. Κι όταν οι … «όλους μας» δε φροντίζουμε γι αυτό και ξεφεύγουμε από τα όρια, δίνουμε και στην εξουσία το ίδιο δικαίωμα. Το δικαίωμα, δηλαδή, να παρεμβαίνει και κάποτε να το κάνει αυθαίρετα και να ξεφεύγει κι αυτή από τα όρια. Και τότε, θα σκεφτεί κάποιος, η δουλειά των νέων ποια είναι; Απλό. Δουλειά τους είναι να διεκδικούν, να αγωνίζονται, να απαιτούν περισσότερη και ποιοτικότερη Δημοκρατία και να το κάνουν σεβόμενοι τις αρχές της. Ίσως έτσι ακουστούν περισσότερο.
Η μετάφραση της Δημοκρατίας είναι απλή και δεν υφίσταται λόγος να χανόμαστε σ’ αυτή!

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΜΑΘΕ, ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΓΡΑΜΜΑΤΑ!

Τι μπορεί να συμβεί όταν μερικοί άνθρωποι με κέφι αποφασίσουν να φανούν δημιουργικοί; Μάλλον κάτι καλό. Σίγουρα κεφάτο. Κάτι τέτοιο συνέβη, όταν μερικοί φιλόλογοι με αρκετά ... μαθηματική σκέψη και μια μαθηματικός με ... φιλολογική άποψη και αισθητική αποφάσισαν να στηρίξουν την προσπάθεια που είχα ξεκινήσει, κυρίως για διασκέδαση και όχι για κάποιο άλλο λόγο.
Ξεκίνησε έτσι, για πλάκα. Χωρίς το παραμικρό άγχος. Κάποια στιγμή "έπεσε" η ιδέα: "αυτό θα μπορούσε να γίνει ένα πολύ χιουμοριστικό και χρήσιμο βιβλίο".
Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα για να καταλήξουν στο «Μάθε, παιδί μου, γράμματα», ένα βιβλίο που είναι ακριβώς αυτό που δηλώνει. Μια πρόταση που μπορεί να βοηθήσει την εκπλήρωση του μεγάλου ονείρου της ελληνικής οικογένειας που δεν είναι άλλο από το να αποκτήσει «Καλούς Μαθητές».
Προσεγγίζει με έντονα χιουμοριστική διάθεση και σαρκασμό τα γνωρίσματα αλλά και τρόπους δημιουργίας ανθρώπων που θέλουν να αποτελέσουν «Καλούς Μαθητές», άρα επιζητούν τη διάκριση σε κάθε φάση της ζωής τους. Εντοπίζει τα λάθη και τα προβλήματα της διαδικασίας της διαπαιδαγώγησης και προτείνει λύσεις και μεθόδους επίτευξης του στόχου της.

Σκοπός του είναι να δείξει ότι μια τόσο σοβαρή υπόθεση όσο η διαπαιδαγώγηση, μπορεί να στηριχτεί στο χιούμορ, να είναι ευχάριστη και απαλλαγμένη από τον πανικό και τις εντάσεις που τη χαρακτηρίζουν, συχνά, στις μέρες μας.
Η δομή του βιβλίου στηρίζεται στα γνωρίσματα που πρέπει να διαθέτει ένας επιτυχημένος άνθρωπος. Σε κάθε κεφάλαιό του (Μυαλό, Συναισθηματική Νοημοσύνη, Δομή, Στόχος, Κοινωνικότητα) προτείνονται πρακτικές που βοηθούν στην καλλιέργεια των επιμέρους γνωρισμάτων της προσωπικότητας. Στο τέλος έχουν προστεθεί Παραπομπές με σκοπό να δοθεί μια ακόμα χιουμοριστική διάσταση στην όλη προσπάθεια.

Αναφέρεται σε γονείς που θέλουν να δημιουργήσουν «Καλούς Μαθητές» αλλά δεν ξέρουν πώς, σε παιδιά που επιθυμούν να γίνουν τέτοιοι και το παλεύουν μάταια και σε εκπαιδευτικούς που εμπλέκονται στη διαδικασία της διαπαιδαγώγησης προκαλώντας τελικά μεγαλύτερη καταστροφή κι από το Βεζούβιο. Κυρίως, όμως, απευθύνεται σε κάθε αναγνώστη που απλώς θέλει να διασκεδάσει με το ύφος ενός κειμένου περιπαικτικού, γρήγορου, απλού και εύκολα αντιληπτού.
Άλλωστε με σκοπό κυρίως τη διασκέδαση ξεκίνησε η προσπάθεια. Για τη διασκέδαση τη δική μου και όλων εκείνων που την παρακολούθησαν από την αρχή μέχρι και το τέλος της.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Ενάλιος".

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Το Παλιό και το Καινούριο

Ένας καινούριος φορητός υπολογιστής (laptop) μπορεί να προκαλέσει απανωτές νευρικές κρίσεις στον ιδιοκτήτη του. Μπορεί, όμως, και να του προσφέρει απέραντη χαρά, εκπλήξεις, διευκόλυνση στη δουλειά, πιο απλή και πολύπλευρη ενημέρωση, πιο ευχάριστη και πολύμορφη διασκέδαση. Εξαρτάται από τον ιδιοκτήτη. Σίγουρα όχι από το laptop. Με το καινούριο μου HP Pavilion -αντικαταστάτη του παλιού … HP Pavilion- έζησα και τις δυο καταστάσεις περνώντας από το αρνητικό στο θετικό. Πλέον έχω αναγνωρίσει την αξία του, εκτός των άλλων, και επειδή αποτελεί μια υπενθύμιση της διαφοράς «παλιού» και «καινούριου», συντήρησης και προόδου!
Οι πρώτες μας επαφές βρέθηκαν πιο κοντά στον εφιάλτη παρά στο ειδύλλιο. Η παραγωγή ενός κειμένου χρειαζόταν περισσότερο χρόνο, η διαμόρφωση και η διόρθωσή του επίσης. Η οργάνωση ή αποθήκευση των αρχείων με έφταναν στα όριά μου. Στην προσπάθεια να εντοπίσω έστω και απλές λειτουργίες συχνά σκεφτόμουν νοσταλγικά το παλιό και ξεπερασμένο από τις εξελίξεις laptop μου. Γνώριζα όλες τις λεπτομέρειές του. Δούλευα με κλειστά μάτια (κρυφοκοίταζα μόνο που και που). Και έχω περάσει τόσα μαζί του! Χιλιάδες σκέψεις, λέξεις, άρθρα, κείμενα αλλά και δυο ολόκληρα βιβλία πήραν σάρκα και οστά στο συγκεκριμένο μηχάνημα.
Όλα αυτά βέβαια, μέχρι να μάθω -ως ένα βαθμό- το καινούριο περιβάλλον και να προσαρμοστώ σ’ αυτό. Τώρα πια η επιστροφή στο προηγούμενο περιβάλλον εργασίας φαντάζει ως επιστροφή στο ξεπερασμένο, περιοριστικό και δύσχρηστο. Η προσαρμογή στα νέα δεδομένα επέφερε ταχύτητα, ευκολία, ευχαρίστηση και μείωσε δραματικά τα περιθώρια λάθους. Το σημαντικότερο είναι ότι νιώθω -μάλλον είμαι- πιο δημιουργικός, αφού δε βλέπω την ώρα και τη στιγμή που θα καθίσω μπροστά στο καινούριο μηχάνημα. Ένα κίνητρο αναπάντεχο.
Αν ήμουν λίγο πιο άξεστος, τεμπέλης, λάτρης της ακινησίας, φορέας του βδελυρού «έτσι μάθαμε, τώρα θα αλλάξουμε;», δε θα γνώριζα όλες αυτές τις νέες, συναρπαστικές δυνατότητες. Η σκέψη μού προκαλεί ναυτίες. Η εμπειρία που βίωσα, οι δυσκολίες, ο εκνευρισμός απέναντι στο διαφορετικό συνθέτουν μικρογραφία του κλίματος μεταβολών που ζούμε καθημερινά. Η στάση μας απέναντι στο κλίμα διαρκούς αλλαγής -όχι μόνο σε επίπεδο ψηφιακής τεχνολογίας- αντικατοπτρίζει τη στάση μας απέναντι στη ζωή. Την άποψή μας απέναντι στο παλιό και το καινούριο, την κοσμοθεωρία μας απέναντι στην πρόοδο και τη συντήρηση.
Από τη μια υπάρχουν εκείνοι που μένουν προσκολλημένοι στο παλιό, το παραδοσιακό, το αργό, το πιεστικά δύσχρηστο, γιατί … έτσι έμαθαν, επειδή το γνωρίζουν και αισθάνονται άνετα μαζί του. Φοβούνται το καινούριο, τρομοκρατούνται στην πιθανή αναστάτωση που επιφέρει μια αλλαγή στην καθημερινότητά τους. Αρνούνται να κατανοήσουν το σύγχρονο, πολύ περισσότερο να ζήσουν με αυτό, επειδή νιώθουν ανασφάλεια, αγωνιούν κάθε που πρέπει να … πατήσουν ένα καινούριο πλήκτρο ή να αξιοποιήσουν μια νέα λειτουργία. Άνθρωποι που δεν έμαθαν να εξελίσσονται, συντηρητικοί που νιώθουν άγχος και σύγχυση απέναντι στη δεδομένη ή επικείμενη μεταβολή. Στάση που συνθέτει τελικά άρνηση στην εξέλιξη και τη νέα γνώση. Οι κάτοικοι του … βασιλείου της ακινησίας, εύχονται τίποτα να μην προχωρά. Χαρά τους η στασιμότητα. Θα έστηναν πανηγύρι, αν μπορούσαν να απαγορεύσουν την εμφάνιση καινούριων ιδεών, αφάνιζαν τις σύγχρονες τεχνολογίες, θανάτωναν τα νέα πρόσωπα στο χώρο της πολιτικής, της τέχνης, της οικονομίας. Είναι οι άνθρωποι που επιθυμούν διακαώς το δεδομένο -ακόμα κι αν βρίθει προβλημάτων- χωρίς να συνειδητοποιούν ότι το μόνο που καταφέρνουν είναι οι ίδιοι να μένουν μακριά από την πρόοδο, που συντελείται έτσι ή αλλιώς, με την άδειά τους ή όχι.
Από την άλλη στέκονται όσοι μισούν την ακινησία, λατρεύουν την αλλαγή, αναζητούν το νέο. Όσοι δε φοβούνται να αφιερώσουν χρόνο στην κατανόηση και την προσαρμογή στην ανατροπή. Εκείνοι που δοκιμάζουν, ελέγχουν (διαφορετικά εγκυμονούνται κίνδυνοι και άσκοπες στενοχώριες. Εεε;) και αποφασίζουν αν, πού και κατά πόσο τους είναι απαραίτητο το καινούριο. Αυτοί δε θεωρούν χάσιμο χρόνου την προσπάθεια να γνωρίσουν το νέο. Αντίθετα αντλούν δύναμη και χαρά από αυτό. Αυτοί στηρίζουν τη διάθεση για βελτίωση. Είναι σαν να λένε: Δε μας τρομάζει η μεταβολή. Είμαστε εδώ για να στηρίξουμε νέα πρόσωπα, να ασπαστούμε νέες ιδέες και αρχές, να αξιοποιήσουμε νέα επιτεύγματα, να ελέγχουμε διαρκώς το παλιό, να εντοπίζουμε τα προβλήματα που προκάλεσε και προσπαθεί να διαιωνίσει. Είμαστε εδώ για να αλλάζουμε μαζί με τον κόσμο που αλλάζει έτσι κι αλλιώς.
Γράφω το κείμενο στον καινούριο υπολογιστή μου. Σχετικά άνετα. Καμιά νοσταλγία για το παλιό laptop. Έκανε τη δουλειά του και μένει να βρω χώρο στη βιτρίνα, δίπλα στο ακόμα παλιότερο (T2000 SXe Toshiba). Στη θέα τους δε θα αισθάνομαι καμιά νοσταλγία για το παρελθόν που χάνεται. Ξέρω γιατί. Το αξιοποίησα όσο μπορούσα. Όταν άρχισε να εμφανίζει προβλήματα, ήμουν έτοιμος για κάτι άλλο που μπορεί να προσφέρει περισσότερα, χωρίς να αισθάνομαι τύψεις που βαδίζω μαζί του και ανανεώνομαι με αυτό. Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει αλλά σιχαίνομαι το στάσιμο και το αργό, όπως και τους ανθρώπους που το αναπαράγουν. Λατρεύω την αλλαγή και εκείνους που την τροφοδοτούν αλλά αυτό μάλλον ήδη το έχετε καταλάβει!

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Terminator!


«Το παιχνίδι είναι ο δρόμος των παιδιών
για να γνωρίσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν και οφείλουν να τον αλλάξουν».
Μ. Γκόρκι




Πλάκα πλάκα έφτασαν και τα Χριστούγεννα. Και μαζί τους η ώρα των εξολοθρευτών! Καμιά σχέση με την πρόσφατη -τέταρτη(!) συνέχεια- της κινηματογραφικής ταινίας. Στο μυαλό μου έχω όσους -γονείς, νονούς, θείες, κουμπάρους, παππούδες, γιαγιάδες- κάθε χρόνο τέτοια περίοδο σαν καλοκουρδισμένοι terminators, παίρνουν αμπάριζα και βγαίνουν με έναν και μοναδικό στόχο. Να τραυματίσουν, να αλλοιώσουν και τελικά να καταστρέψουν και να αφανίσουν κάθε θετικό στοιχείο της παιδικής ψυχής και προσωπικότητας. Κι αν αναρωτιέστε πώς οι ανωτέρω -συμπαθείς κατά τα άλλα- κοινωνικές ομάδες (γονείς, νονοί, θείες, κουμπάροι, παππούδες, γιαγιάδες) κάνουν τόσο μεγάλο κακό, έχω μια καλή απάντηση: Εύκολα, ύπουλα και απλά! Η βδελυρή πράξη τους λέγεται αλλιώς και … «παίρνω δώρα σε μικρά παιδιά»!
Το καλύτερο θα ήταν -σίγουρα το πιο ακίνδυνο- όλοι αυτοί οι … «άντε πάρε κάτι να τελειώνουμε» που από υποχρέωση (συνήθως) ή ανάγκη (σπανίως) δωρίζουν κάτι σε ένα παιδί, είτε να μην κάνουν δώρα είτε να δωρίζουν είδη ένδυσης ή υπόδησης (μπλιάξ). Ό,τι, δηλαδή, με φρίκαρε και με έκανε να κλαίω σπαραχτικά, όταν ήμουν παιδί. Αυτό, όμως, είναι με βεβαιότητα πιο ανώδυνο από οποιοδήποτε παιχνίδι μπορούν άνθρωποι αστοιχείωτοι να επιλέξουν για ένα αθώο (γιατί μάλλον υπάρχουν και ένοχα) παιδί.
Οι περισσότεροι (από τις συμπαθείς ομάδες που ήδη προαναφέρθηκαν δις και άρα θα ήταν βαρετό να αναφερθούν και τρις) αγνοούν το ρόλο του παιχνιδιού στην εξέλιξη του παιδιού. Θεωρούν ότι το παιχνίδι είναι απλώς διασκέδαση, οπότε και οι επιλογές τους είναι τόσο επιφανειακές όσο και η πέτσα που πιάνει το μη ομογενοποιημένο γάλα. Αγνοούν ότι το παιχνίδι επιδρά καθοριστικά στα κοινωνικοσυναισθηματικοπνευματικά (ουφ) γνωρίσματα του παιδιού. Αγνοούν ότι το παιχνίδι ασκεί το παιδί σε ρόλους που θα κληθεί να αναλάβει στο μέλλον, ότι είναι η γνωριμία του μπόμπιρα για τον κόσμο και τους ανθρώπους με τους οποίους θα συμβιώσει αλλά και με τον εαυτό του.
Σε κάθε εποχή το παιχνίδι αποτέλεσε παράγοντα κοινωνικοποίησης και αφού οι εποχές διαφέρουν μεταξύ τους, αυτό πρέπει να ισχύει και για τα παιχνίδια τους. Στο παρελθόν τα παιδιά έπρεπε να παίζουν κυνηγητό. Η ταχύτητα ήταν απαραίτητη στο παιδί του χωριού που δεν επιθυμούσε να αποτελέσει βορά των λυσσασμένων σκύλων που συχνά πυκνά το καταδίωκαν. Η ψηλή γομάρα υπήρξε σημαντική για όσα παιδιά θα ξεπλατίζονταν, έτσι κι αλλιώς, δουλεύοντας σκληρά στα χωράφια. Ακόμα και το κουτσό -τι ανόητο παιχνίδι- βοήθησε σε εποχές που οι εναπομείνασες από τον πόλεμο νάρκες σακάτεψαν πολλούς ανθρώπους. Ήταν πολύ καλό τότε κάποιος να ξέρει να κινείται και να ελίσσεται με ακρίβεια χρησιμοποιώντας μόνο το ένα πόδι. Το παιχνίδι με τις κούκλες, τα κουζινικά, τα σερβίτσια του καφέ με βεβαιότητα προετοίμαζαν τις μελλοντικές νοικοκυρούλες, κουτσομπόλες με προορισμό τον εντοπισμό ενός καλού γαμπρού και την απόκτηση παιδιών που θα δικαιολογούσαν την προσωπική στασιμότητά τους.
Αν οι συμπαθείς ομάδες, που κάθε Χριστούγεννα το παίζουν οι μάγοι με τα δώρα, σκεφτούν(;) λιγάκι, μπορούν να καταλάβουν τι πρέπει να προσέξουν και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Πολύ απλό ακόμη και για ξεζουμισμένο δαμάσκηνο. Η εποχή μας είναι η εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας και της γνώσης. Άρα οι άνθρωποι που θα τα καταφέρουν, χωρίς προβλήματα θα είναι όσοι θα διαθέτουν γνώση, ικανότητες αναζήτησης, αποκωδικοποίησης και αξιοποίησής της. Θα είναι οι άνθρωποι που θα μπορούν με εκπληκτική άνεση να προσαρμόζονται και να χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες που εξελίσσονται με ρυθμούς Flash Gordon. Άρα τα παιχνίδια που θα επιλέξουν οι terminators πρέπει να στοχεύουν στη συγκεκριμένη προετοιμασία.
Τώρα λοιπόν, που οι … «πολύ ασχοληθήκαμε με το μούλικο» θα ξεχυθούν στην αγορά για την επιλογή παιδικού δώρου, ας έχουν υπόψη τους ότι αυτό μπορεί να έχει καταλυτικές επιδράσεις στην ψυχοσύνθεση και τους στόχους του παιδιού. Αν μια τέτοια ευθύνη τους φαίνεται βαριά και ασήκωτη, ας ρωτήσουν κάποιον ειδικό για να επιλέξουν ακίνδυνα. Αν ντρέπονται να φανερώσουν την άγνοιά τους, ας επιλέξουν ένδυμα ή υπόδημα. Το παιδάκι στο οποίο θα προσφερθεί ένα τέτοιο δώρο θα φρικάρει, θα τους μισεί, θα τους καταριέται, δε θα θέλει να τους ξαναδεί μπροστά του, θα τους θεωρεί σπαστικούς αλλά τουλάχιστον θα σωθεί από την καταστροφή που θα του επιφύλασσε σε κάθε άλλη περίπτωση η επιλογή δώρου από τον terminator!

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Η Τέχνη Του Χρόνου

Η εκδήλωση που έγινε θεσμός συνεχίζεται.
Το φροντιστήριο "λέξη" στο Καρπενήσι, για μια ακόμα φορά κατάφερε να εντυπωσιάσει με την ποιότητα της οργάνωσης και τις επιλογές του. Το θέμα που επέλεξαν φέτος οι πολύ καλοί φιλοί και συνάδελφοι, Ρίτα Τσιγκρέλη και Γιάννης Τασιόπουλος αφορούσε στο χρόνο και τη διαχείρισή του, οπότε έπρεπε να προσαρμοστώ κι εγώ. Με το κέφι που μου δημιουργεί κάθε επαφή με τους συγκεκριμένους ανθρώπους διάλεξα το θέμα αλλά και το ύφος της εισήγησής μου. Και η αλήθεια είναι ότι το χάρηκα ιδιαίτερα για μια ακόμα χρονιά!
Η εισήγησή μου στην επιτυχημένη, από κάθε πλευρά, εκδήλωση
ακολουθεί:
"Η λέξη «χρόνος» από μόνη της είναι ικανή να προκαλέσει ανατριχίλες στους περισσοτέρους. Τουλάχιστον σε μένα συμβαίνει. Και δεν είναι θέμα γενετικό. Έχει τις ρίζες του στα παιδικά χρόνια μου, σε άφθονα και αλησμόνητα βιώματα.
Τη στιγμή που όλοι ή σχεδόν όλοι στο άκουσμα της θεωρίας της «Σχετικότητας του χρόνου» φέρνουν στο μυαλό τους τον Αϊνστάιν, εγώ φέρνω τη μάνα μου. Εμένα τη σχετικότητα του χρόνου αυτή μου τη δίδαξε και μάλιστα με τον ιδιαίτερα βίαιο τρόπο που μόνο μια δασκάλα με ρίζες στη Μικρά Ασία ξέρει. Η διδασκαλία λάμβανε χώρο συνήθως κάποια τραγικά πρωινά, όταν, μέσα στον ύπνο μου, άκουγα την τσιριχτή φωνή της:

«Σήκω βρε, πήγε οχτώ η ώρα! Πότε θα ετοιμαστείς; Θα αργήσεις στο σχολείο»!

Λες και το σχολείο δεν είναι μεγάλο βάσανο από μόνο του, είχα και τη μάνα μου να το κάνει ακόμα πιο βασανιστικό!

Έντρομος πετούσα τα ζεστά σκεπάσματα, με ταχυπαλμίες, ικανές να προκαλέσουν έμφραγμα σε εφτάχρονο, και εγκατέλειπα το ζεστό κρεβατάκι μου. Το μισάνοιχτο μάτι μου έπεφτε στο ρολόι, για να ανακαλύψω έκπληκτος ότι η ώρα ήταν μόλις εφτά και τέταρτο. Η επισήμανσή μου ως προς την πραγματική ώρα προκαλούσε τη δική της εκνευριστική αντίδραση που μου «τσιατάλιαζε» το νεύρο για όλη την υπόλοιπη μέρα:

«Ε, καλά τώρα! Θα αργήσει, νομίζεις, να φτάσει κι οχτώ»;

Ο χρόνος είναι ο τύραννός μας! Κι αυτό έχει τις ρίζες του στα παιδικά χρόνια μας. Τα πάντα ξεκινάνε με μια άθλια κι απάνθρωπη συνήθεια του κατεστημένου: Να χαρίζουμε κάποια στιγμή -σε μικρή ηλικία- ένα ρολόι σε κάθε αθώο και απονήρευτο παιδάκι. Αγκαλιές, φιλιά, ευχαριστίες για το δώρο, χαρές και πανηγύρια που, όμως, διαρκούν … πέντε δευτερόλεπτα. Αμέσως μετά το παιδάκι συνειδητοποιεί ότι του έχει συμβεί το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να του συμβεί. Το συγκεκριμένο δώρο συνοδεύεται από φρικαλεότητες που θα τις ζήλευε και ο χειρότερος βασανιστής του κόσμου.
Η ατάκα του κατεστημένου που ακολουθεί δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το επικείμενο δράμα:

«Τώρα πια θα ξέρεις τι ώρα ακριβώς να γυρίζεις. Τέρμα οι δικαιολογίες! Έτσι;»

Εκείνη τη στιγμή το παιδάκι θα ήθελε να κάνει βίδες το ρολόι, να βάλει τα κλάματα καθώς ξέρει ότι την έχει πατήσει για μια ολόκληρη ζωή. Στο εξής ο χρόνος θα το κυνηγάει, θα το καταπιέζει, θα το περιορίζει, θα το βασανίζει, θα του προκαλεί άγχος και πανικό.

Όλοι μας τα έχουμε ζήσει είτε από την πλευρά του δυνάστη είτε -δυστυχώς- από την πλευρά του θύματος:

«Γρήγορα, θα αργήσεις στο σχολείο!», «θα περιμένω πολύ ακόμη;», «μην κάθεσαι βρε αχαΐρευτε, διάβασε, περνάει η ώρα», «είναι ώρα να πιεις το γάλα σου», «είναι ώρα να φάμε», «είναι ώρα να πλύνεις τα δόντια σου», «είναι ώρα να κάνεις μπάνιο», «είναι ώρα να καθαρίσεις τα αφτιά σου», «είναι ώρα να πέσεις για ύπνο»!

Στο εξής πάντα θα είναι ώρα για κάτι, συνήθως ελάχιστα ευχάριστο! Το βαρετό κατεστημένο λειτουργεί λες και μια υπερκόσμια δύναμη έχει καθορίσει πότε είναι ώρα για το καθετί, για το μπάνιο, για το γάλα, για τα δόντια, για τα αφτιά, για όλα! Δηλαδή -σκεφτόμουν όταν ήμουν παιδί- αν καθαρίσω τα αφτιά μου μισή ώρα αργότερα, δεν πιάνει καλά το καθάρισμα;

Όταν με αυτόν τον τρόπο φέρνετε το παιδάκι σας σε επαφή με το χρόνο, να μη γελιέστε καθόλου. Το παιδάκι σας μπορεί να σας χαμογελάει αλλά αυτό είναι υποχθόνιο χαμόγελο. Το μόνο που σκέφτεται εκείνη τη στιγμή είναι:

«Πότε, επιτέλους, θα έρθει η ώρα τους, για να ησυχάσω και να κάνω μπάνιο όταν θέλω εγώ»;

Ο χρόνος και το πέρασμά του, από την πρώτη κιόλας στιγμή της συνειδητοποίησής του αποτελεί μια τραγωδία, γιατί οι φορείς διαπαιδαγώγησης ελάχιστη σημασία έχουν δώσει στη διδασκαλία της «Τέχνης του Χρόνου» και όταν το κάνουν, σίγουρα δε γίνεται για καλό!
Τα πάντα είναι χρόνος κι όμως κανείς δε σκέφτηκε την ένταξη ενός τέτοιου μαθήματος στα εκπαιδευτικά προγράμματα. Όπως όλα τα σημαντικά και χρήσιμα πράγματα έτσι και η αξιοποίηση του χρόνου δε διδάσκεται στο σχολείο.
Κανείς δε σκέφτηκε έστω μαζί με το πρώτο ρολόι που μας χαρίζουν να προσφέρει κι ένα εγχειρίδιο διαχείρισης του χρόνου.
Κι έτσι καταλήγουμε να υποβάλλουμε το χρόνο μας σε μια εκπληκτικής εφευρετικότητας σπατάλη και κακοποίηση! Η μόνη «τέχνη» που μαθαίνουμε είναι πώς να σπαταλάμε το χρόνο μας και τελικά να καταπιεζόμαστε από αυτόν.
Καθημερινά βρίσκουμε αμέτρητους τρόπους για να «σκοτώνουμε» το χρόνο μας. Σε τηλεοπτικές ανοησίες που μας προκαλούν αφόρητη ανία, σερφάροντας στο Διαδίκτυο για να περάσει η ώρα, μπροστά σε ένα ανοιχτό βιβλίο χωρίς να συγκεντρωνόμαστε, σε ηλίθιες συζητήσεις για τον καιρό, για το τι θα φορέσουμε στο γάμο του μπατζανάκη της κουμπάρας από το χωριό, βολτάροντας στις βιτρίνες της αγοράς χωρίς καν να υπάρχει ανάγκη να αγοράσουμε το παραμικρό, σκεφτόμενοι ξανά και ξανά όλα όσα πρέπει να κάνουμε, χωρίς να τα κάνουμε.

Αμέσως μετά, βέβαια, αρχίζουμε την γκρίνια:

«Καλέ, πώς πέρασε η ώρα; Τίποτα δεν πρόλαβα να κάνω πάλι»!

Κι όταν ανακαλύπτουμε ότι χρόνο είχαμε αλλά δεν τον αξιοποιήσαμε, νιώθουμε την ένταση να μας κατακλύζει, το άγχος να μας διαπερνάει μέχρι το μεδούλι, γινόμαστε επιθετικοί και θέλουμε να ξεσπάμε σε όλα και σε όλους, λες και φταίνε αυτοί για την ανοργανωσιά μας.
Και κάθε φορά αποφασίζουμε ότι την επόμενη θα είμαστε πιο οργανωμένοι, πιο παραγωγικοί, πιο δημιουργικοί στην αξιοποίηση του χρόνου. Και κάθε φορά επαναλαμβάνουμε την τέχνη που μας έχουν πολύ καλά διδάξει από μικρή ηλικία. Την τέχνη της άκαρδης σπατάλης του χρόνου μας.

Οι περισσότεροι θα σκέφτεστε ότι ελάχιστα πράγματα μπορούμε να κάνουμε για κάτι που έτσι κι αλλιώς κυλάει, περνάει και χάνεται χωρίς τη δική μας παρέμβαση!

Θεωρώ ότι η αδιάφορη και παθητική στάση μας απέναντι στο χρόνο οφείλεται στο ότι τον έχουμε συνδέσει με τη ζωή. Πιστεύουμε ότι θα την έχουμε για πάντα. Έχουμε την αίσθηση ότι αυτό που μπορούμε να κάνουμε σήμερα, θα μπορούμε να το κάνουμε και κάποια στιγμή στο μέλλον, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι δε γνωρίζουμε καν πόσο μέλλον μας απομένει. Και κάποια στιγμή ανακαλύπτουμε ότι δεν προλαβαίνουμε ή ότι πλέον δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι που ήδη έπρεπε να έχουμε κάνει για χίλιους δυο λόγους.

Ό,τι ακολουθήσει είναι πιθανόν να σας προκαλέσει την αίσθηση του μακάβριου αλλά σκέφτομαι ότι απλώς χρειαζόμαστε ένα κίνητρο -έστω βάρβαρο κίνητρο- για να αποφασίσουμε ότι ο χρόνος μας αξίζει μια διαφορετική μεταχείριση. Οι περισσότεροι χρειαζόμαστε ένα σοκ που θα μας αφυπνίσει και θα μας ξεσηκώσει.

Αφού είναι δύσκολο να κινητοποιηθούμε συνδέοντας το χρόνο με τη ζωή και μάλιστα την καλή ζωή δε μένει παρά να τον συνδέσουμε με το θάνατο.
Αν δεχτούμε ότι κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο που σβήνει στο καντράν του ρολογιού μας είναι ώρα, λεπτό, δευτερόλεπτο που μας φέρνει πιο κοντά στο βιολογικό τέλος μας και άρα στην οριστική και αμετάκλητη εγκατάλειψη του μάταιου αυτού κόσμου, τότε νομίζω ότι θα δώσουμε την αξία που πρέπει σε κάθε ώρα, λεπτό και δευτερόλεπτο που μας έχει χαριστεί.

Αν συμβεί αυτό χωρίς να συνοδεύεται από αυτοκτονικές τάσεις, θα έχουμε καταφέρει κάτι σημαντικό. Την πλήρη, συνεχή και χωρίς εκπτώσεις αξιοποίηση του καθημερινού χρόνου μας.

Τότε υπάρχει πιθανότητα να καταλάβουμε ότι κάθε φάση της ζωής μας είναι μοναδική και ότι αξίζει να τη ζούμε στο έπακρο με κάθε θετικό και αρνητικό που τη χαρακτηρίζει. Πρακτικές του στιλ: «θα το κάνω όταν…» είναι ανόητες δικαιολογίες που μόνο καθυστέρηση μπορεί να αποφέρουν και χαμένο χρόνο.

Όσα μπορώ να κάνω στα εφτά μου μπορώ να τα κάνω μόνο όσο είμαι εφτά. Κι όσο είμαι εφτά μπορώ να παίζω κουτσό, κυνηγητό ή ψηλή γομάρα, γιατί η φυσική κατάσταση με βοηθάει και πρέπει να τα κάνω τώρα. Αν μου έρθει να τα κάνω μετά την πάροδο κάποιων δεκαετιών, το πολύ να σαβουρδιστώ, να κοψομεσιαστώ, να στραμπουλίξω το πόδι, να μου βγει ο ώμος, να σπάσω το χέρι και μάλλον ελάχιστα θα ευχαριστηθώ το παιχνίδι. Όσα μπορώ να κάνω στα είκοσι, μπορώ να τα κάνω όσο είμαι στη συγκεκριμένη ηλικία. Όσα μπορώ να κάνω στα τριάντα δε θα μπορώ να τα κάνω αργότερα. Όσα μπορείτε να κάνετε και να πετύχετε τώρα που βρίσκεστε στο Γυμνάσιο, στην Πρώτη, τη Δευτέρα ή στην Τρίτη Λυκείου δε θα μπορείτε, δυστυχώς, να τα κάνετε και να τα πετύχετε αργότερα. Αυτό σημαίνει στρωθείτε για διάβασμα χωρίς αναβολές και δικαιολογίες, γιατί μόνο έτσι θα πετύχετε τους στόχους σας.

Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να έχει άμεσα αποτελέσματα. Μπορεί να μας οδηγήσει σε αναζήτηση των όσων θέλουμε να κάνουμε, των όσων επιθυμούμε να κατακτήσουμε, των όσων μας προσφέρουν απόλαυση, των όσων μας ενδιαφέρουν, των όσων μας προκαλούν χαρά, των όσων μας εκτονώνουν, των όσων αγαπάμε αλλά παράλληλα μας κάνουν καλύτερους.

Ο χρόνος μπορεί να πάψει να είναι ο τύραννός μας, αν αισθανθούμε ότι δεν τον αφήνουμε να πάει χαμένος, αν στο τέλος κάθε μέρας μπορούμε να σκεφτούμε ότι αξιοποιώντας κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, κάναμε ένα βήμα προς τους στόχους μας, ότι βρεθήκαμε με ανθρώπους που αγαπάμε, ότι γελάσαμε, ότι δώσαμε λύση σε κάποιο πρόβλημα, ότι διασκεδάσαμε, ότι βοηθήσαμε, ότι αισθανθήκαμε να μας αγαπούν, ότι γίναμε καλύτεροι, ότι παλέψαμε για κάτι.
Ότι δεν αδρανήσαμε βουτηγμένοι στο τίποτα!

Ποιοι θα μας μάθουν να το κάνουμε αυτό; Ποιοι μπορούν να μας διδάξουν την «Τέχνη του Χρόνου»; Μάλλον κανείς! Μπορούν οι άλλοι να μας προτείνουν μεθόδους αλλά είναι τελικά προσωπική υπόθεση και διάθεση! Είμαστε ελεύθεροι να αποφασίσουμε με ποιο τρόπο θα περνάμε το χρόνο μας. Δε χρειαζόμαστε παρέα για να κάνουμε αυτό που μας αρέσει. Δε θα έπρεπε να χρειαζόμαστε την παραμικρή βοήθεια στην προσπάθεια να ζήσουμε μια καλή ζωή μαθαίνοντας την «Τέχνη του Χρόνου»! Αν κάποια στιγμή αποφασίσετε να κάνετε ένα μεγάλο δώρο στον εαυτό σας, χαρίστε του χρόνο. Είναι ένα δώρο που ο καθένας χρωστάει στον εαυτό του! Όλα τα υπόλοιπα θα γίνουν, αρκεί να βρείτε το χρόνο!
Λυπάμαι και ζητώ συγγνώμη, αν σπατάλησα το χρόνο σας."
Σας ευχαριστώ

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Από την Κωμωδία στην Παρωδία!

Μέχρι στιγμής πίστευα ή τουλάχιστον έτσι ήθελα, ότι αυτό που ζούσαμε και βλέπαμε ήταν μια κωμωδία πολιτικής ζωής. Κωμωδία με τα όλα της. Με το γέλιο της, με ατάκες αξεπέραστες, με υπερβολές χωρίς όρια, με τα ευτράπελά της και κυρίως με πρωταγωνιστές κλασικούς και … δοκιμασμένους. Ωραίος θίασος! Κι όχι απλώς ωραίος. Άπαιχτος. Κάτι σαν το αμίμητο «είμαστε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα»!
Μέχρι στιγμής αυτό πίστευα. Γιατί πλέον όχι μόνο δεν το πιστεύω αλλά το έχω ήδη αντικαταστήσει με άλλο. Λοιπόν, αυτό που ζούμε και βλέπουμε δεν είναι κωμωδία αλλά παρωδία πολιτικής ζωής και μάλιστα ξεκάθαρα και τελείως αποτυχημένης. Μια παρωδία επιτυχημένη που προκαλεί αυθόρμητο γέλιο και κρατάει ζωντανό και αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών εμπεριέχει ευφυΐα, στηρίζεται στο στοιχείο της έκπληξης και την απρόσμενης ανατροπής. Σε κάθε άλλη περίπτωση καταλήγει γραφική και συνήθως θλιβερή.
Η πολιτική ζωή της χώρας είναι ακριβώς αυτό το «σε κάθε άλλη περίπτωση» (βλέπε παραπάνω). Και καλά οι πολιτικοί να δείχνουν πλήρη ανημπόρια να λύσουν και το παραμικρό πρόβλημα αλλά να δείχνουν ανημπόρια να μας προκαλέσουν και γέλιο πια, ε αυτό είναι ανήκουστο και ανεπίτρεπτο και ανέντιμο και άδικο από μέρους τους. Τι έγινε ξαφνικά; Έχασαν το ταλέντο τους; Κι εμείς, που είμαστε απλοί πολίτες (μάλλον η άλλη κατηγορία είναι οι σύνθετοι αλλά αγνοώ τι είναι αυτό και ούτε και ξέρω κανέναν τέτοιον) τι να περιμένουμε; Λύση στα προβλήματά μας; Πιο πιθανό είναι να ισιώσει ο πύργος της Πίζας παρά αυτό! Δηλαδή, άμα μας κόψουν και το γέλιο, όπως κόβουν τους μισθούς και τις συντάξεις, τι μας απομένει; Ε, τι;
Από τη μια η ΝΔ. Ορισμός της αποτυχίας. Άκουσα ότι ο Μπαμπινιώτης δίπλα στη λέξη (αποτυχία) θα βάλει το λογότυπο του συγκεκριμένου κόμματος με το «Ν» και με το «Δ» και με τις δάδες και τις λαμπάδες και τις φωτιές και με τα όλα του. Μα πώς καλοί μου άνθρωποι το κάνατε αυτό; Είπαμε κουραστήκατε, δεχτήκαμε ότι χρειαζόσασταν διακοπές, σεβαστήκαμε το ότι κάποιοι έπρεπε να ασχοληθούν με την επένδυση του υστερήματος που με κόπους και με βάσανα μάζεψαν ως υπουργοί, υφυπουργοί, σύμβουλοι, γραμματείς και Φαρισαίοι. Αλλά δέκα και (10+) μονάδες διαφορά; Δηλαδή, ούτε η μάνα σας δε σας ψήφισε; Αυτό πια δεν ήταν ήττα, το Βατερλό σε νέα έκδοση ήταν!
Και άντε οι ήττες μέσα στη ζωή είναι όπως και οι ισοπαλίες και οι νίκες άλλωστε. Γιατί άμα δεν ήταν μέσα στη ζωή όλοι θα ήμασταν νικητές ή το πολύ ισόπαλοι αλλά δεν είμαστε. Το θέμα είναι τι διδάχτηκαν οι της ΝΔ από αυτό. Η απάντηση είναι εύκολη και σύντομη. «Τίποτα»! Δηλαδή, επειδή διδάχτηκαν οδηγούνται στην εκλογή της κας Μητσοτάκη στη θέση του αρχηγού; Τι σόι έκπληξη είναι αυτό; Αυτό το ήξερε και ο περιπτεράς της γειτονιάς μου και μου το έλεγε εδώ και χρόνια. «Την ξέρουμε τη σειρά! Καραμανλής - Παπανδρέου - Μητσοτάκης και φτου από την αρχή. Η ιστορία έχει σταματήσει σ’ αυτόν τον τόπο»! Μου το έλεγε, όπως το έγραφε κάποτε ο Όργουελ αναφερόμενος στην ολιγαρχία: «Μια ομάδα που διοικεί, είναι μια ομάδα που διοικεί όσο μπορεί να ονομάσει αυτούς που θα τη διαδεχτούν».
Για να δούμε νέο πρόσωπο στην πολιτική σ’ αυτήν τη χώρα, θα πρέπει να περιμένουμε κάποιος από τα σόγια αυτά να μείνει άκληρος; Φέξε μου και γλίστρησα. Δηλαδή, και να μην μπορεί κάποιος να αποκτήσει απόγονο, ήρθε η ρημάδα η επιστήμη και κάνει θαύματα. Παιδιά του σωλήνα, παιδιά της καμινάδας, παιδιά στο φούρνο, παιδιά ιμάμ μπαϊλντί και δε συμμαζεύεται. Πού είναι ένα άλλο πρόσωπο βρε παιδιά; Πού είναι οι προσωπικότητες του κόμματος; Άμα αυτοί που έχουν εκτεθεί ως υποψήφιοι, είναι οι καλύτεροι, ούτε θέλω να φανταστώ τι γίνεται παρακάτω.
Κάπως έτσι τη βρήκε την κατάσταση ο κος Παπανδρέου και καλώς τονα τον καραμπουζουκλή και τον λεβέντη. Την είδε τη δουλειά και πήρε και αέρα και άρχισε και τα αστεία. Άκου να προτείνει το Υπουργείο «Προστασίας του Πολίτη» πρώην Δημοσίας Τάξεως στην κα Δαμανάκη ο αθεόφοβος! Καλά για το «Πολυτεχνείο» δεν έχει ακούσει το παραμικρό αυτός; Η κοπέλα -τότε- ξελαρυγγίστηκε να φωνάζει «εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο», μάζεψε το ξύλο της αρκούδας από την αστυνομία και τώρα έρχεται ο πρωθυπουργός και της λέει «πάρε αυτό το υπουργείο»; Να δω την κα Δαμανάκη να δίνει διαταγή στους αστυνομικούς «βαράτε στο ψαχνό τους απεργούς» και τι στον κόσμο! Αλλά είναι αστεία αυτά τώρα;
Αυτοί θα πάνε αδιάβαστοι και φαίνεται από τα ονόματα που έδωσαν στα υπουργεία. Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς! Αλλαγή ονόματος χρειάζονταν τα υπουργεία; Στη χώρα του «σύγχρονου αναλφαβητισμού» χρειαζόμασταν «Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης»; Ή μήπως με το «Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» θα γίνει η διαφάνεια κορώνα στο κεφάλι μας ξαφνικά; Αμ το «Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη»!!! Δηλαδή, επειδή ονομάστηκε έτσι το υπουργείο, θα ρίχνει πιο χαλαρές μπούφλες ή μήπως θα αρχίσει να βαράει τους αστυνομικούς που βαράνε τους πολίτες; Μήπως οι αστυνομικοί αντί για γκλομπ πλέον θα κρατάνε προδέρμ και μ’ αυτό θα ραντίζουν απεργούς, θαμώνες των Εξαρχείων και άλλα ταραχοποιά στοιχεία;
Και αν κάποιος θεωρεί όλα όσα γίνονται στην Ελλάδα πρωτοποριακά, ας γυρίσει από το άλλο πλευρό, για να δει άλλο όνειρο. Ο Όργουελ στο «1984» έγραφε πριν πενήντα χρόνια περίπου: «Το Υπουργείο Ειρήνης ασχολείται με τον πόλεμο, το Υπουργείο Αλήθειας με ψέματα, το Υπουργείο Αγάπης με βασανιστήρια και το Υπουργείο Αφθονίας με την πείνα. Αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι τυχαίες ούτε αποτέλεσμα μιας συνηθισμένης υποκρισίας. Μόνο συμβιβάζοντας τις αντιφάσεις, μπορεί να κρατηθεί επ’ άπειρον η εξουσία».
Να πάρει! Μήπως πρόκειται ήδη για τραγωδία;

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Μικρά Παιδιά, Μεγάλα Διλήμματα!

Κάποτε οι γονείς αντιμετώπιζαν το πρώτο σοβαρό δίλημμα (προίκα) για τα παιδιά τους, όταν αυτά έφταναν σε ηλικία γάμου. Οι γονείς στο μέλλον θα αντιμετωπίζουν το πρώτο σημαντικό δίλημμα (επιλογή φύλου και χαρακτηριστικών) για τα παιδιά τους, πριν καν αυτά γεννηθούν. Πολλοί γονείς σήμερα αντιμετωπίζουν το πρώτο μεγάλο δίλημμα για τα παιδιά τους, όταν αυτά φτάνουν σε ηλικία ένταξης στο Δημοτικό.
«Δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο»; Δύσκολος προβληματισμός για όσους συνειδητοποιούν ότι οι βάσεις της μαθητικής, τουλάχιστον, πορείας του παιδιού μπαίνουν σε αυτήν την ηλικία.
Οι γονείς που θα επιλέξουν το ιδιωτικό δημοτικό σχολείο δίνουν βαρύτητα στις υποδομές (όταν, βέβαια, αυτές αξιοποιούνται), τις συνθήκες υγιεινής, ασφάλειας, το διευρυμένο ωράριο (σωτήριο για εργαζόμενους γονείς) και στον έλεγχο των εκπαιδευτικών του. Εδώ, ακόμα και ο πιο άσχετος ή τεμπέλης εκπαιδευτικός δεν έχει την άνεση να δείξει ότι είναι τέτοιος. Το ιδιωτικό σχολείο λογοδοτεί στους γονείς. Αυτό μπορεί να τονώνει την υπευθυνότητα των δασκάλων απέναντι σε μαθητές και γονείς με ουσιαστικές απαιτήσεις. Από την άλλη, μπορεί να διαμορφώνει πελατειακές σχέσεις (όταν οι γονείς νομίζουν ότι είναι … φωτεινοί παντογνώστες) αφανίζοντας κάθε στοιχείο αντικειμενικής αξιολόγησης της επίδοσης και της συμπεριφοράς των μαθητών (κάπως έτσι δημιουργούνται τα κακομαθημένα). Το ιδιωτικό αποτελεί ένα ελεγχόμενο περιβάλλον - γκέτο(;) όπου κυριαρχούν η οικονομική και κοινωνική ομοιομορφία (όμως η κοινωνική πραγματικότητα είναι πλέον πολύ πιο σύνθετη). Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί που εντάσσεται στο συγκεκριμένο περιβάλλον θα συναναστραφεί και με την πνευματική ελίτ της περιοχής του. Ηλίθιο και ακαμάτικο μπορεί να είναι εξίσου το παιδί του φτωχού και του πλουσίου. Τέλος, δεν είναι λίγα τα ιδιωτικά που, στην προσπάθεια να πείσουν ότι προσφέρουν έργο, ασκούν υπέρμετρη και άσκοπη πίεση στα παιδιά που σε αυτή την ηλικία έχουν περισσότερη ανάγκη το παιχνίδι από ό,τι το πολύωρο διάβασμα.
Από την άλλη, το δημόσιο δημοτικό έχει ένα πολύ θετικό στοιχείο. Είναι δωρεάν! Και κυρίως, δεν είναι «δήθεν». Είναι η πραγματικότητα, γεγονός που δεν αρέσει στους υστερικά υπερπροστατευτικούς γονείς μαμούχαλων παιδιών. Η συγκεκριμένη επιλογή φέρνει τα παιδιά από μικρή ηλικία σε επαφή με την κοινωνία, στην οποία, αργά ή γρήγορα, θα κληθούν να ζήσουν. Η συνύπαρξη παιδιών κάθε οικονομικής, κοινωνικής, μορφωτικής (στην επαρχία η «ελίτ;» δεν είναι αποκλεισμένη στην ιδιωτική εκπαίδευση, όπως συμβαίνει π.χ. στην Αθήνα), θρησκευτικής, επαγγελματικής ομάδας, προσφέρει στους μαθητές συνθήκες ουσιαστικής κοινωνικοποίησης και περισσότερες δυνατότητες απόκτησης δυναμισμού, αυτονομίας, προσαρμοστικότητας, δηλαδή, των ανακλαστικών που απαιτεί η ζωή. Το δημόσιο σχολείο είναι η αρχή της παρέας (οι περισσότεροι συμμαθητές μένουν στην ίδια γειτονιά σε αντίθεση με εκείνους των ιδιωτικών). Το πρόβλημα με τα δημόσια σχολεία είναι ότι κουβαλούν όλα τα αρνητικά του δημόσιου τομέα της χώρας μας. Εδώ ο άσχετος και τεμπέλης εκπαιδευτικός είναι ζαριά που αν σου κάτσει, «κλάψτε μανούλες». Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να τον ξεκουνήσει και να σώσει το παιδάκι σου. Και βέβαια, στο δημόσιο οι υποδομές -όταν υπάρχουν- μένουν συχνά αναξιοποίητες.
Ιδιωτική και δημόσια δημοτική ελληνική εκπαίδευση παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές αλλά και δυο μεγάλες ομοιότητες που δείχνουν ότι τελικά δε χρειάζεται και τόσο άγχος για την επιλογή (ο ρόλος της οικογένειας παραμένει ο πιο καθοριστικός). Η πρώτη (αρνητική) είναι η έλλειψη, σίγουρα με εξαιρέσεις (ελπίζω ότι θα αποφύγω αντιδράσεις), εκπαιδευτικών προσωπικοτήτων ικανών να εμπνεύσουν στα παιδιά όραμα, δυναμισμό και στόχους. Τη δεύτερη μου την επισήμανε ο γιος μου -με εμπειρία ιδιωτικού και δημόσιου σχολείου, ο οποίος διατείνεται ότι και στα δυο υπάρχει αναμφισβήτητα ένα πολύ μα πολύ θετικό στοιχείο. Το διάλειμμα!!!

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

"Το Λάθος"

Κάθε καλοκαίρι κάνω ένα λάθος! Δηλαδή, δεν είναι ακριβώς έτσι. Κάθε καλοκαίρι μπορεί να κάνω πολλά λάθη αλλά υπάρχει ένα θλιβερά επαναλαμβανόμενο και εξίσου αναπόφευκτο. Πολλοί πιστεύουν ότι η επανάληψη είναι κάτι καλό. Αυτό το πιστεύουν επειδή η επανάληψη για τα «φυτά» και για όσους «δεν τα παίρνουν εύκολα» είναι η μητέρα της μαθήσεως. Το ότι οι συμπαθείς αυτές ομάδες -φυτά και ηλίθιοι- έχουν καταφέρει να εξαπλώσουν και να εδραιώσουν τη συγκεκριμένη άποψη, με κάνει να πιστεύω ένα πράγμα: Ο κόσμος μας κυριαρχείται από φυτά και ηλιθίους. Τέλος πάντων και επειδή έχω ξεφύγει από το θέμα, επανέρχομαι. Κάθε καλοκαίρι, λοιπόν, κάνω ένα λάθος. Γιορτάζω!
Μπορεί να σκέφτεστε δυο πράγματα τώρα. Από τη μία, ότι διαθέτω μεγάλη αρχοντιά για να παραδέχομαι και μάλιστα δημοσίως το λάθος μου. Από τη δύο, ότι δεν είναι δυνατόν η ονομαστική εορτή κάποιου να λογίζεται ως λάθος, τη στιγμή που η μάζα δεν το θεωρεί τέτοιο. Όσοι σκεφτήκατε και τις δυο αυτές σκέψεις, ανήκετε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, στη «βαθιά μάζα» και -λυπάμαι που το γράφω- δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας από τη μετριότητα που έχει εισχωρήσει στο DNA σας. Όσοι σκεφτήκατε μόνο τη μια (αδιάφορο ποια) από τις σκέψεις, έχετε πιθανότητες να αμυνθείτε στην εξωφρενική βλακεία που σας περιτριγυρίζει σαν τον ιό της γρίπης των χοίρων και να κατακτήσετε, με εντατικές προσπάθειες, ίχνη ευφυΐας κάποια στιγμή. Όσοι δε σκεφτήκατε καμιά από τις δύο σκέψεις ή είστε ήδη ευφυείς ή ανήκετε στους τελείως βλαμμένους που δε σκέφτονται ποτέ και τίποτα!
Για το πρώτο, δηλαδή ότι χρειάζεται αρχοντιά η δημόσια παραδοχή ενός λάθους, έχω να παρατηρήσω τα εξής. Με βεβαιότητα χρειάζεται αρχοντιά κάτι τέτοιο και εγώ μάλλον τη διαθέτω. Σίγουρα πάντως διαθέτω μισή αρχοντιά (1/2 αρχοντιάς), γιατί συνήθως είμαι καθαρός και ως γνωστόν «η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά». Από την άλλη, η ομολογία του συγκεκριμένου λάθους μου δεν αποτελεί κάποια τρομερή πρωτοτυπία. Ήδη άλλοι το έχουν κάνει με πολύ πιο δυναμικό τρόπο. Ο Αντώνης Σαμαράκης μάλιστα αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο στο δικό του λάθος με τίτλο … «Το λάθος». Αφού, λοιπόν, κάποιος έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο για το λάθος του, δεν είναι τίποτα σπουδαίο εγώ να αφιερώνω ένα μικρό κειμενάκι σ’ αυτό!
Για το δεύτερο, ότι δηλαδή η ονομαστική εορτή δεν πρέπει να λογίζεται ως λάθος, επειδή η μάζα δεν το θεωρεί τέτοιο, τι να πρωτογράψω! Η θέση αυτή είναι ανόητη. Η μάζα δεν έχει δυνατότητα να ... λογίζεται, οπότε το λογικό θα ήταν να μη δίνουμε την παραμικρή σημασία στις θέσεις της. Η μάζα σκέφτεται(;) βλαμμένα, οπότε και υιοθετεί βλαμμένες αντιλήψεις. Άρα και η συνήθεια της ονομαστικής εορτής είναι μια βλαμμένη προκατάληψη που επιβιώνει μέχρι σήμερα χωρίς λόγο και μόνο χάρη στη μάζα.
Ωραία και καλά η ονομαστική εορτή να είχε αξία στο μακρινό παρελθόν. Τότε υπήρχαν ελάχιστες ευκαιρίες για γλέντι και χαρά. Κανένα πανηγύρι στο χωριό με κλαρίνα να τσιρίζουν ανελέητα στα αφτιά των θαμώνων, άντε και κανένας γάμος και πάει και τελείωσε. Η ονομαστική εορτή έδινε μια ακόμα αφορμή για γλεντοκόπημα και επικοινωνία. Και να οι χοροί και να τα κεράσματα και να το πιοτό και το φαΐ μέχρι σκασμού. Και να το οικογενειακό τραπέζι όπου η οικογένεια μαζευόταν και βαριόταν ομαδικά, να οι επισκέψεις φίλων και γνωστών και να η ανταλλαγή πληροφοριών και να οι ευχές και το ξεκατίνιασμα γνωστών και αγνώστων. Και αναρωτιέμαι. Χρειαζόμαστε σήμερα τέτοιες αφορμές για γλέντια και επικοινωνία; Δηλαδή, πρέπει να γιορτάζει κάποιος για να διασκεδάσω και να επικοινωνήσω μαζί του; Σιγά και μη! Όποτε έχω τη διάθεση -και την έχω συχνά- θα βγω και θα διασκεδάσω με φίλους και θα είμαι μια χαρά και δεν έχω ανάγκη από φτηνές δικαιολογίες. Όποτε έχω την ανάγκη θα επικοινωνήσω με εκείνους που επιλέγω, θα μάθω τα νέα τους, θα τους πω τα δικά μου και θα το κάνω αυθόρμητα και άρα ελεύθερα. Χρειάζομαι όλη αυτήν την τυποποίηση που επιβάλλει η εθιμοτυπία της ονομαστικής εορτής; Έχω καμιά όρεξη τη χρονοβόρα διαδικασία ανταλλαγής ευχών και αδιάφορης κουβέντας που μου προσφέρει ... τίποτα; Ή μήπως έχω ανάγκη παρεξηγήσεις του στιλ: «Καλά, μας ξέχασες; Ούτε ένα τηλεφώνημα για χρόνια πολλά»; Μη χειρότερα. Δηλαδή, το ότι έναν ολόκληρο χρόνο δεν τον έχω θυμηθεί δεν τον ενοχλεί και ενοχλείται που δεν του τηλεφώνησα (μάλλον από υποχρέωση) στη γιορτή του;
Το έθιμο της ονομαστικής εορτής εξυπηρετεί ανάγκες της μάζας και άρα όσων τη συνθέτουν. Άνθρωποι με ανύπαρκτες πιθανότητες να αποτελέσουν αντικείμενο προσοχής προσμένουν ανυπόμονα τη γιορτή τους. Αυτή τους κάνει να νιώθουν ότι βρίσκονται στο επίκεντρο για λίγες ώρες κάθε χρόνο. Πλένονται, ντύνονται με τα καλά τους, στολίζονται σαν γύφτικα σκεπάρνια και περιμένουν τις ευχές, τα δώρα και την προσοχή των άλλων. Αισθάνονται σημαντικοί ενώ παραμένουν ασήμαντοι. Αισθάνονται σπουδαίοι για κάτι για το οποίο δεν έχουν κάνει την παραμικρή προσπάθεια, για κάτι που δεν το έχουν επιλέξει καν. Το όνομα του καθενός δεν είναι επιλογή του, δεν το διάλεξε ανάμεσα σε άλλα, δε σκέφτηκε γι αυτό. Βρέθηκε μ’ αυτό, επειδή έτσι έλεγαν τον παππού του ή τη γιαγιά του. Το έχει γιατί ήταν ψώνιο η μάνα του και διάλεξε ένα αρχαιοπρεπές και μεγαλειώδες όνομα πιστεύοντας ότι το παιδί της, πέρα από το όνομα, κάποια στιγμή θα γίνει φορέας της δόξας του Αλέξανδρου, της ευστροφίας του Οδυσσέα, της δύναμης του Ηρακλή, της ομορφιάς της Αφροδίτης ή της ξετσιπωσιάς της Φρύνης.
Κι εγώ παραμένω δέσμιο θύμα μιας εθιμοτυπίας και δεν μπορώ να κάνω και πολλά για να αποφύγω τις συνέπειές της πάνω μου και είμαι υποχρεωμένος να περιμένω με άγχος το επόμενο καλοκαίρι για να επαναλάβω το ίδιο λάθος. Και όσο σκέφτομαι ότι δε φέρω την παραμικρή ευθύνη γι αυτό…

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Τσίτσιδοι Στην Ακτή

Αυτός είναι ο παράδεισος! Έτοιμος να απλωθώ στην αναπαυτική ξαπλώστρα μου, κάτω από τη σκιά της τεράστιας ομπρέλας μου. Με το ψυγειάκι μου γεμάτο κρύα νερά, δροσερά φρούτα, λαχταριστά σοκολατοειδή και φυσικά παγωμένο καφέ. Με το βιβλιαράκι μου, τον υπολογιστή μου και το ipod του γιου μου (σίγουρα κάτι θέλει από μένα, γι αυτό μου το δάνεισε) για παρέα. Και κυρίως μόνος σε μια παραλία με ήσυχα, καταγάλανα νερά. Το βλέπω και δεν μπορώ να το πιστέψω. Θέλω να βάλω τα κλάματα από ενθουσιασμό. Δεν υπάρχουν άνθρωποι μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι μου (δεν εννοώ ότι το μάτι μου είναι πολύ πεταχτό ή ότι φεύγει από τη θέση του και κόβει βόλτες αλλά ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι μέχρι εκεί που μπορώ να δω). Ναι είναι ο παράδεισος και είναι όπως τον είχα φανταστεί. Δηλαδή, χωρίς ενοχλητικά τρισάθλιους ανθρώπους.
Σιχαίνομαι τους περισσότερους ανθρώπους στην παραλία (μάλλον όχι μόνο εκεί). Απεχθάνομαι να τους ακούω, μου φέρνει εμετό να τους βλέπω, παθαίνω ναυτία και να τους αισθάνομαι κοντά μου. Παθαίνω όλα αυτά τα δυσάρεστα, επειδή οι άνθρωποι στην παραλία δεν μπορούν να κρυφτούν. Κατά έναν περίεργο τρόπο φανερώνουν ξετσίπωτα την προσωπικότητά τους και όχι μόνο. Τα προτερήματα και συνάμα καθετί ελαττωματικό και βλαμμένο που κουβαλάει ο καθένας εμφανίζεται με απόλυτο τρόπο στην ακτή. Όχι στο βουνό, όχι σε λόφους ούτε καν σε κάμπους. Στην ακτή! Εκεί τσιτσιδώνεται ο καθένας, μεταφορικά και κυριολεκτικά και αυτό μου τη δίνει σε σημείο ημικρανίας.
Μου τη δίνουν τα αντιαισθητικά τσουλιά που ενώ τα δίνουν όλα στην επίδειξη της τσουλότητάς τους ταυτόχρονα το παίζουν σεμνότυφα. Μόλις κάποιος σχολιάσει τον κώλο τους, αυτά (τα τσουλιά) θα γυρίσουν και δήθεν πειραγμένα θα του πετάξουν κατάμουτρα: «Άντε να χαθείς βρε γελοίε! Δεν τον έχω (τον κώλο) για τα μούτρα σου»! Σιγά μωρή. Ο γελοίος σου φταίει; Άμα κυρά μου δεν ήθελες σχόλια για τον κώλο σου, γιατί τον κουνάς στα μούτρα του καθενός; Γιατί; Πήγαινε και κούνησέ τον στα μούτρα αυτουνού για τον οποίον τον προορίζεις! Αλλά δεν το κάνεις γιατί κανένας -πέραν του γελοίου- τον λιμπίζεται.
Μου τη δίνουν οι μαμάδες που προσπαθούν να δείξουν ότι είναι τέτοιες με τσιρίδες σοπράνο και κραυγές λιμενεργάτη: «Ρούλη, βγες πιο έξω βρε ηλίθιο. Θα πνιγείς και τι θα πω στον αχαΐρευτο τον πατέρα σου μετά;» ή «Βρασίδα, μην κρατάς τη γιαγιά στο βυθό για πολλή ώρα. Θα σκάσει και δε μας έγραψε ακόμα το σπίτι στο χωριό» ή «Αφροξυλάνθη κούκλα μου, πόσες φορές θα σου πω ότι δεν πρέπει να ξεβρακώνεσαι μπροστά στον καθέναν»; Μη χειρότερα! Σήκω βρε καρακαλτάκα, πήγαινε κοντά στα παιδάκια σου και ούρλιαξε χαμηλόφωνα. Χρειάζεται να μάθει όλη η Πλάση ότι το παιδί σου πάσχει από σχιζοφρένεια, είναι ανώμαλο ή διαθέτει ένστικτα δολοφόνου από τα τρία του;
Μου τη δίνουν οι κυράτσες που άλλη δουλειά δεν κάνουν από το να είναι νοικοκυρές και να μαγειρεύουν και να πλένουν και να σιδερώνουν και να ξεσκονίζουν και να φροντίζουν κάποιον. Και δε μου τη δίνει η επιλογή τους να είναι τέτοιες. Μου τη δίνει που δεν έχουν άλλο θέμα κουβέντας στην παραλία (μάλλον και πουθενά αλλού). Προχτές ήμουν υποχρεωμένος να ακούω επί δυο ώρες και είκοσι λεπτά δέκα κυράτσες να συζητούν για το εβδομαδιαίο μενού της καθεμιάς. Τι και πώς το μαγείρεψε, ποιες οι αντιδράσεις όσων ντερλίκωσαν, πόσο περίσσεψε και ποια η τύχη αυτού που περίσσεψε. Αφού έδειξαν πόσο δούλες είναι και αισθάνονται, άρχισαν να σκυλοβαριούνται μέχρι θανάτου. Ευτυχώς γι αυτές εκείνη την ώρα ένα παιδάκι έπεσε και τσακίστηκε στους παρακείμενους βράχους και θα χρειαζόταν ράμματα στις πληγές του και βρήκαν νέο ενδιαφέρον. Ξέθαψαν κάθε ατύχημα που ήξεραν. Μία μάλιστα θυμήθηκε που είχε ακούσει στην τηλεόραση για ένα παιδάκι που έπεσε και τσακίστηκε και ήθελε ράμματα και στο δρόμο για το νοσοκομείο το παιδάκι τίναξε τα πέταλα, γιατί κάτι ξεκόλλησε από την οροφή του ασθενοφόρου και το χτύπησε στο δόξα πατρί. Όλες συμφώνησαν ότι δεν είναι να εμπιστεύεσαι τα ασθενοφόρα!
Μου τη δίνουν οι λουόμενοι που δε διαβάζουν. Αδιαφορώ που είναι και θα παραμείνουν ηλίθιοι. Μου τσαταλιάζουν το νεύρο, γιατί δε βάζουν γλώσσα μέσα και αρχίζουν να μαλώνουν για το ποιος ευθύνεται για το διασυρμό του Παναθηναϊκού που τον προπονεί ένας Κινέζος(;) με το όνομα Τεν-Κα-Τε. Μα Κινέζο προπονητή; Πού ακούστηκε; Μου σμπαραλιάζουν και το τελευταίο μικρό νευράκι, γιατί νιώθουν ανασφάλειες και καταλαβαίνουν πόσο χαζοντάμαρα είναι, όταν κάποιος δίπλα τους διαβάζει. Κι εκεί αρχίζουν την προσπάθεια να υποτιμήσουν αυτό που αγνοούν ή να δικαιολογήσουν -ανεπιτυχώς- την επιλογή τους να παραμένουν άξεστοι. Καλέ μου άνθρωπε, επιλογή σου είναι να μη διαβάζεις και να παραμένεις βλάκας και να νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα (επειδή αγνοείς τη γνώση που υπάρχει). Μην προσπαθείς να πείσεις ότι η αναφυλαξία που παθαίνεις κάθε που αντικρίζεις βιβλίο ακόμα και κλειστό είναι ιδεολογία! Με απλά λόγια, όλοι ξέρουν πόσο ανυπόφορα βαρετός άνθρωπος και τεμπέλης είσαι, μην τους προκαλείς να σου το πουν κατάμουτρα!
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που απελευθερώνει τους περισσότερους ανθρώπους στην ακτή. Σίγουρα είναι ενοχλητικό. Η παραλία γίνεται κόλαση, όταν γεμίζει με τσουλιά, κυράτσες, αποτυχημένες μαμάδες, θλιβερά άξεστους, τρομαχτικά αντιαισθητικούς και κουραστικά φωνακλάδες. Εκεί κανένας δεν μπορεί να κρυφτεί. Είναι τσίτσιδος μπροστά σε όλους. Αυτή είναι η κόλαση αλλά εγώ έχω μια εξαιρετική τύχη αυτή τη στιγμή. Είμαι μόνος σε μια παραλία με ήσυχα, καταγάλανα νερά. Είναι ο παράδεισος. Και αυτός είναι μοναχικός. Η κόλασή μου είναι οι άλλοι!

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Το Χρονικό Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου!

Λοιπόν, ας υποθέσουμε ότι αύριο το πρωί ξυπνάμε -με το καλό- και δεν υπάρχουν εφημερίδες. Θα έχουν πεθάνει ή θα έχουν καταργηθεί με νόμο ή θα έχουν αποφασίσει μαζικά να αυτοκτονήσουν ή θα έχουν κολλήσει αυτόν τον απαίσιο βρομοϊό της βρομογρίπης που κυκλοφορεί και δε θα μπορούν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας, για να μη μας κολλήσουν κι εμάς. Αυτό είναι το σενάριο που μπορεί και να μην είναι και τόσο σενάριο αλλά μια πραγματικότητα. Και κάποιοι δεν τη φαντάζονται ως πολύ μακρινή.
Ένας κόσμος χωρίς εφημερίδες, ούτε χάρτινες (αυτές δύσκολα θα επιβιώσουν) ούτε ψηφιακές. Ούτε δείγμα! Το τέλος των εφημερίδων, τη δεδομένη στιγμή, θα προκαλούσε κενό ενημέρωσης και ίσως το τέλος της. Κάποιοι θεωρούν (εκ προοιμίου ηλίθια θεώρηση) ότι αυτό είναι ένα εφιαλτικά τραγικό σενάριο, και ότι η αποδήμηση των εφημερίδων σε τόπους χλοερούς και σε τόπους αναπαύσεως δε θα άφηνε το παραμικρό κενό. Ακόμα και αν ένας μέτριων πνευματικών δυνατοτήτων άνθρωπος αναλύσει την ηλίθια αυτή θεώρηση, θα καταλήξει σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: ότι αυτή είναι ηλίθια.
Λογικά ο αφανισμός των εφημερίδων θα έστρεφε, όσους αναζητούν ενημέρωση, στην TV και στο internet. Ωραία; «Ναι» είναι η απάντηση και μη χαραμίζετε φαιά εγκεφαλικά κύτταρα, ιδίως όσοι δεν τα έχετε πολλά! Η συγκεκριμένη επιλογή, όμως, θα εξασφάλιζε την ποθούμενη ενημέρωση; «Όχι» είναι η απάντηση και ξεπερνώντας κάθε όριο καλότητας σας δίνω απαντήσεις στο πιάτο (αυτό δεν είναι κυριολεξία και μην περιμένετε πιάτα και άλλα τέτοια κουραφέξαλα). Δείχνει παράλογο αλλά είναι λογικό.
Ας μπούμε αρχικά στη θέση εκείνου που θα στρεφόταν στο Διαδίκτυο προς αναζήτηση ενημέρωσης (όχι απλώς πληροφόρησης). Αυτός θα πάθαινε παράκρουση! Γιατί πού θα απευθυνόταν ο δύσμοιρος; Ψηφιακές εφημερίδες δε θα υπήρχαν, οπότε; Οπότε το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να δέχεται έναν καταιγισμό πληροφοριών από πηγές συχνά ανώνυμες και άρα ανέλεγκτες ως προς τα κίνητρα και τους στόχους τους. Για κάθε θέμα που θα ενδιαφερόταν (πολιτική, οικονομία, επιστήμη, τέχνη, εκπαίδευση, μόδα…) θα έπρεπε να ανατρέχει σε διαφορετικές διευθύνσεις. Σπατάλη χρόνου που δε διαθέτουμε. Ενημέρωση συνολική, για τα βασικά έστω γεγονότα, δε θα εντόπιζε πουθενά. Η δε έγκυρη και ουσιαστική ανάλυση των γεγονότων θα ήταν πιο σπάνια κι από κλιματιστικό σε ιγκλού Εσκιμώου.
Θα μπορούσε, βέβαια, να στραφεί στις ιστοσελίδες πρακτορείων ειδήσεων. Πρόβλημα! Παρακολουθήστε το συλλογισμό. Αφανισμός έντυπων και ψηφιακών εφημερίδων, περιορισμός της αγοράς ειδήσεων, συρρίκνωση εσόδων των ειδησεογραφικών πρακτορείων, αδυναμία να αντεπεξέλθουν στο κόστος συλλογής, επεξεργασίας και διανομής πληροφοριών, ελαχιστοποίηση του αριθμού τους. Το ζήτημα τελικά είναι πολύ πιο σοβαρό! Η επιβίωση ελάχιστων πρακτορείων θα έθετε σε αμφισβήτηση την αντικειμενικότητα της είδησης. Μικρός αριθμός ειδησεογραφικών πρακτορείων θα σήμαινε ότι λίγα «κέντρα» θα έθεταν υπό τον έλεγχό τους την είδηση παγκοσμίως. Αυτά θα αποφάσιζαν ποια είδηση θα φτάσει στο κοινό και κυρίως με ποιο τρόπο και από ποιο πρίσμα. Εφιάλτης!
Το internet -χωρίς τις ψηφιακές εκδόσεις εφημερίδων- δε διαθέτει, ακόμα τουλάχιστον, μια αξιόπιστη και κυρίως εύχρηστη πρόταση ενημέρωσης. Ακόμα τα σκουπίδια της ανωνυμίας και της προπαγάνδας που κυκλοφορούν στον ψηφιακό κόσμο δείχνουν πολύ περισσότερα από τα διαμάντια που διαθέτει.
Ας μπούμε τώρα στη θέση εκείνου που, αναζητώντας την ενημέρωση, θα στρεφόταν στην τηλεόραση. Αυτός για πολλούς λόγους θα ήταν νεκρός! Πνευματικά και βιολογικά. Η τηλεόραση σκοτώνει με τον τρόπο που παρουσιάζει τον καύσωνα και τις μη ανεκτές από ανθρώπινα πλάσματα θερμοκρασίες. Την επικείμενη πανδημία γρίπης των χοίρων, των αμνοεριφίων, της χελώνας monachus - monachus, του Χιονάνθρωπου των Ιμαλαΐων σε συνδυασμό με την έλλειψη εμβολίων, τα οποία θα κυκλοφορήσουν στην αγορά μετά τον αφανισμό του ανθρώπινου είδους. Την έξαρση της εγκληματικότητας των λαθρομεταναστών, την παγκόσμια οικονομική κρίση και την καλπάζουσα ανεργία. Ο θεατής της είναι πιο πιθανό -και λογικό συνάμα- να επιλέξει την αυτοκτονία ως αξιοπρεπές και ανώδυνο τέλος αντί να υπομείνει έναν αργό και βασανιστικό θάνατο εξαιτίας των παραπάνω δεινών.
Ακόμα και αν κατάφερνε να υπερνικήσει τη διάθεσή του αυτή, ο θεατής, θα είχε μια αρκετά περίεργη αντίληψη για την πραγματικότητα. Θα ένιωθε έρμαιο ακατάπαυστων συνωμοσιών που εξυφαίνονται εδώ και αιώνες από υπερφυσικές δυνάμεις που ελέγχουν την ανθρωπότητα. Οι κάθε μορφής Ελίμ, Νεφελίμ, Καραπιπερίμ θα ήταν οι ρυθμιστές της ζωής του. Γι αυτόν η αμερικανική κυβέρνηση και οι μυστικές υπηρεσίες της (ως σύγχρονος Νέρωνας) θα ήταν υπεύθυνες για την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Θα θεωρούσε το ελληνικό γένος ως την απαρχή των πάντων. Οι αιγυπτιακές πυραμίδες, το Σινικό τείχος, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας θα ήταν δημιουργήματα δικά μας. Ακόμα και ο πύργος του Eiffel (Άιφελ) θα ήταν τέτοιο, γιατί ο Eiffel είχε ελληνικές ρίζες. Λεγόταν Αϊφελίδης και ο παππούς του το άλλαξε, όταν αποφάσισε να μετοικήσει στην Εσπερία…
Αρκετοί, παρατηρώντας το επίπεδο και τις επιλογές των περισσότερων εφημερίδων, πιστεύουν ότι απλώς παρακολουθούμε το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου τους. Αυτό καθόλου θα μας ενοχλούσε, αν ήδη είχαμε εντοπίσει εναλλακτικές λύσεις για ενημέρωση. Δεν το έχουμε κάνει και αυτό σημαίνει ότι οι επιλογές των εφημερίδων δε σηματοδοτούν απλώς το δικό τους θάνατο. Η πορεία τους είναι το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου της ίδιας της ενημέρωσης. Χρειαζόμαστε ακόμα τις εφημερίδες (μάλλον ψηφιακές). Το θέμα είναι να το αντιληφτούν και αυτές!

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

Ευτυχισμένοι παππούδες!

-Συμπλήρωση Μηχανογραφικού-


«Η σημερινή δεν είναι καλή εποχή για τους ηλικιωμένους». Αυτή είναι μια άποψη που ακούγεται συχνά. Αυτή η άποψη, όμως, είναι ηλίθια, γιατί για να φτάσει κανείς στο συγκεκριμένο συμπέρασμα, σημαίνει ότι έχει μέτρο σύγκρισης. Και στην περίπτωση αυτή δεν το έχει! Σε άλλες εποχές ο μέσος όρος ζωής ήταν πολύ μικρός. Άρα σε άλλες εποχές οι άνθρωποι που έφταναν στην τρίτη ηλικία αποτελούσαν είδος πιο σπάνιο και από το χιονάνθρωπο των Ιμαλαΐων. Κάποιοι δεν κατάφερναν καλά καλά να διανύσουν ούτε την πρώτη ηλικία, αρκετοί έφταναν στη δεύτερη κι εκεί … «έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, ραχούλες». Οδηγούμαστε, λοιπόν, αβίαστα στο συμπέρασμα ότι μέτρο σύγκρισης δεν υπάρχει και άρα δεν μπορεί ο καθένας να βγαίνει και αυθαίρετα να τσαμπουνάει ότι «η σημερινή δεν είναι καλή εποχή για τους ηλικιωμένους»!
Εγώ πιστεύω ότι η εποχή μας φάνηκε σκληρή μόνο στους ηλικιωμένους που απόκτησαν κάποια στιγμή παιδιά από … έθιμο (όλοι αποκτούν, ας αποκτήσουμε κι εμείς μερικά, να έχουμε) και με την πίστη ότι αυτά (τα παιδιά) θα τους έφερναν ένα ποτήρι νερό στα γεράματα. Αυτοί έπαιξαν και έχασαν, γιατί το ποτήρι με το νερό μάλλον τους το φέρνει μια νοσοκόμα στον οίκο ευγηρίας που τους έχουν κλείσει τους καημένους. Κατά τα άλλα η εποχή μας είναι πολύ καλή για τους ηλικιωμένους και μόνο επειδή αυτοί υπάρχουν! Κι αυτό, που δεν είναι λίγο -άρα είναι πολύ- δεν είναι ο μόνος λόγος που με κάνει να πιστεύω αυτό το πράγμα.
Οι άνθρωποι τρίτης ηλικίας σήμερα έχουν κάθε λόγο να είναι ευτυχείς και φροντίζουν γι αυτό τα εγγόνια τους. Θα μου πείτε τι σόι βδελυρά (που σημαίνει γλοιώδη) εγγόνια είναι αυτά που φροντίζουν για την ευτυχία των παππούδων τους και κυρίως πώς το καταφέρνουν αυτό; Την απάντηση σε αυτή την ερώτηση την ξέρω και τη γράφω για να την ξέρετε κι εσείς και να μην αισθάνεστε πολύ ανόητοι. Τα σημερινά εγγόνια φροντίζουν γι αυτό μέσω της συμπλήρωσης των μηχανογραφικών για την εισαγωγή τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
Η δουλειά μου μού πρόσφερε απλόχερα την ατυχία να ζήσω από κοντά τη συμπλήρωση των μηχανογραφικών αρκετών τελειοφοίτων για μια ακόμα χρονιά. Ατυχία; Ναι, ατυχία! Μα, θα σκεφτεί κάποιος, ατυχία να βιώνεις με τα παιδιά μια από τις πιο ευτυχείς στιγμές της ζωής τους; Εγώ σε αυτόν τον κάποιον λέω ότι δεν ξέρει τι του γίνεται και άμα δεν το θεωρεί ατυχία αλλά τύχη, να το ζήσει αυτός την επόμενη χρονιά. Γιατί, όταν δίπλα σου έχεις κάποιον που εξωτερικά μοιάζει με παιδί αλλά στο μυαλό και την ψυχή του είναι πιο γέρος και από τον Μπέντζαμιν Μπάτον στα πρώτα χρόνια της ζωής του(!), τότε το πράγμα μπερδεύεται χειρότερα και από καλώδιο hands free.
Λοιπόν, οι επιλογές σχολών και ίσως μελλοντικού επαγγέλματος από τους περισσότερους «νέους γέρους» ήταν επιλογές που με ευκολία θα τις έκανε και ο Παρθενώνας. Γιατροί και γιατρίνες, δάσκαλοι και δασκάλες, στρατιώτες και στρατιωτίνες θα μας φλομώσουν και πάλι. Παράλληλα, σχολές που προσφέρουν έστω και υπόνοια ένταξης στη σιγουριά του δημοσίου πήραν κι έδωσαν. Και μη με ρωτήσετε «τι», γιατί αγνοώ και τι πήραν και τι έδωσαν και το ομολογώ ανερυθρίαστα! Σχολές παραδοσιακές είχαν τον πρώτο λόγο ενώ σχολές με σύγχρονα αντικείμενα αποτέλεσαν επιλογές με καρδιά πιο βαριά κι από την πυραμίδα του Χέοπα. Η πλειονότητα των τελειοφοίτων λειτούργησε σε μια τόσο καθοριστική επιλογή με κριτήρια του Μωυσή.
Τα περισσότερα παιδιά, οι «νέοι γέροι» δηλαδή, αγνοούν το αντικείμενο σχολών που δεν είναι αρκετά παραδοσιακές. Σε αυτό μάλιστα έχουν και τη συμπαράσταση των γονιών τους: «παιδιά είναι, πού να ξέρουν»; Μα τι λέει ο … γονιός! Άμα δεν ξέρουν καλέ μου γονιέ, κράτα τα στο σπίτι και άμα με το καλό σιτέψουν και μάθουν, τα ξαμολάς στην κοινωνία. Δηλαδή, ούτε αυτά ούτε εσύ ήξερες εδώ και χρόνια ότι κάποτε θα έφτανε η στιγμή να επιλέξει ο Λαλάκης και η Λαλάκα τι θα κάνει στο μέλλον; Και άμα το ήξερες, τι έκανες γι αυτό; Αμ τίποτα δεν έκανες και τώρα τρέχετε οικογενειακώς σε μάντισσες, χαρτορίχτρες και φλιτζανούδες;
Τα σημερινά εγγόνια στρέφονται μαζικά σε σχολές και επαγγέλματα βγαλμένα από την εποχή των Παγετώνων. Οποιαδήποτε επιλογή εμπεριέχει πρωτοτυπία, ρίσκο, προσπάθεια, αγώνα απορρίπτεται χωρίς δεύτερη σκέψη (μάλλον χωρίς ούτε πρώτη σκέψη). Απορρίπτονται ακόμα και από εκείνους που μέχρι να φτάσει η στιγμή του μηχανογραφικού το έπαιζαν ανένδοτοι και ταγμένοι σε φευγάτες επιλογές!
Οι περισσότεροι και από τους φετινούς υποψηφίους υπήρξαν πιο απογοητευτικοί και από το Σάκη Ρουβά στη Eurovision! Δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τα περιορισμένα όρια των προηγούμενων γενιών. Δε θέλησαν να απορρίψουν παραδοσιακά στερεότυπα. Δεν προχώρησαν σε ρήξεις και σε ανατροπές κατεστημένων αντιλήψεων. Δεν τόλμησαν να επαναστατήσουν ακόμα και εκείνοι που λίγους μήνες πριν κατέβαιναν στους δρόμους διεκδικώντας ανατροπές. Οδηγήθηκαν χωρίς την παραμικρή αντίσταση σε δρόμους που ζέχνουν κομφορμισμό. Υπάκουσαν σε όλους εκείνους τους κανόνες που μισούν και λογικά έπρεπε να αμφισβητούν. Παραδόθηκαν σε επιλογές που δηλώνουν απόλυτο φόβο για την πραγματικότητα, έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό τους. Σύρθηκαν σε επιλογές που θα έκαναν ευτυχισμένους τους παππούδες τους. Βέβαια, αν αυτοί (οι παππούδες) πάσχουν ήδη από Αλτσχάιμερ, δε θα πάρουν χαμπάρι το παραμικρό. Οπότε ούτε καν αυτοί δε θα είναι ευτυχισμένοι!
Στη φωτο ο Μωυσής κρατώντας το Μηχανογραφικό του!

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Άνθρωποι & Αριθμοί

Λοιπόν, οι αριθμοί δεν είναι σαν τους ανθρώπους! Βέβαια, ορισμένοι άνθρωποι, μου … φέρνουν σε αριθμούς. Για παράδειγμα, μερικοί ψηλοί και λεπτοί μου μοιάζουν με ένα (1) ενώ άλλοι, κοντοί και στρουμπουλοί, μου θυμίζουν το μηδέν (0) και κάποιους, χαριτωμένους και ζουμπουρλούδικους, τους βλέπω σαν οχτώ (8). Αυτά όμως είναι εξαιρέσεις και, στην προσπάθεια να περιγράψω κάποιον, ποτέ δε θα έλεγα: «Να ένα 8 ή 1 ή 0». Όχι όχι, οι αριθμοί δεν είναι σαν τους ανθρώπους!
Όλα αυτά σκεφτόμουν από τη στιγμή που τα exit polls των πρόσφατων ευρωεκλογών γνώριζαν μια από τις πιο οδυνηρές διαψεύσεις στην ιστορία της στατιστικής. Οι αριθμοί δεν είχαν πει την αλήθεια προκαλώντας ανακούφιση σε κάποιους και κατήφεια σε άλλους! Κι αυτή δεν ήταν η μόνη ήττα των αριθμών, οι οποίοι τον τελευταίο καιρό έχουν διαψευστεί επανειλημμένα. Το ίδιο χάλια και χειρότερα τα πήγαν οι αριθμοί που, καταγράφοντας τους ρυθμούς ανάπτυξης των τελευταίων χρόνων, δεν άφηναν καν υπόνοιες για τη σοβούσα οικονομική κρίση, η οποία τελικά εμφανίστηκε μπροστά μας σαν φάντης μπαστούνι.
Τέτοια περιστατικά οδήγησαν ορισμένους στο ακραίο συμπέρασμα ότι οι αριθμοί δε λένε πάντα την αλήθεια. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν μεγάλο κακό! Εγώ θεωρώ τέτοιου είδους γενικεύσεις μια βλακεία και μισή. Εδώ θα ήταν καλύτερο να γράψω εξαρχής ότι τέτοιου είδους γενικεύσεις είναι μιάμιση βλακεία αλλά δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Σκέφτεστε ξαφνικά να μην ίσχυε -αναφέρομαι ξεκάθαρα στο δεκαδικό σύστημα- το 2+2=4; Θα ήταν καταστροφικό και θα επικρατούσε μεγάλη ασυνεννοησία. Ο καθένας θα μπορούσε τότε να αμφισβητήσει το λογαριασμό στο super market και θα πλήρωνε όσα ήθελε (μάλλον θα ήθελε λίγα) για ένα σκασμό πράγματα που θα αγόραζε. Ένα super market με τέτοιους πελάτες θα έκλεινε και τότε οι τέτοιοι πελάτες θα έπρεπε να ψάξουν για άλλο super market, το οποίο επίσης θα οδηγούσαν σε φούντο με τη συμπεριφορά τους και τότε θα έπρεπε να ψάξουν για άλλο και … Τέλος πάντων και για να μην τα πολυλογώ, σταδιακά θα έκλειναν όλα τα super markets και τότε να έβλεπα από πού θα αγοράζαμε αγκινάρες, οδοντόκρεμες, εντομοαπωθητικά, μουστάρδα ή άλλα εξαιρετικής χρησιμότητας πράγματα.
Οι αριθμοί λένε και θα λένε πάντα την αλήθεια, αρκεί να ασχολούνται μόνο με τη δουλειά τους. Και δουλειά των αριθμών δεν είναι η πρόβλεψη ανθρώπινων συμπεριφορών. Όσο, λοιπόν, οι αριθμοί μας βοηθούν να εξηγήσουμε φυσικά φαινόμενα ή να κάνουμε απλές ή και πιο σύνθετες πράξεις που διευκολύνουν τις συναλλαγές στην καθημερινή ζωή μας, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Όταν, όμως, οι αριθμοί ανακατεύονται σε κοινωνικά φαινόμενα προσπαθώντας να τα προβλέψουν (όχι να τα εξηγήσουν κατόπιν εορτής), τότε θα οδηγούνται σε λάθη και θα λένε ψέματα και άρα θα είναι ψεματούρηδες!
Κάποια στιγμή οι επιστήμονες πίστεψαν ότι η μελέτη ανθρώπινων εκδηλώσεων θα οδηγούσε στην πρόβλεψη των μελλούμενων. Αν κάποια στιγμή συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα είχαμε φτάσει στο τέλος της ιδιαιτερότητας και της ελευθερίας. Όλοι οι άνθρωποι θα ήταν ίδιοι θυμίζοντας μηχανές ενώ το απρόβλεπτο, που κάνει τη ζωή μας λιγότερο ανιαρή, θα ήταν πιο σπάνιο κι από μποστάνι στο Β. Πόλο. Κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε απλώς την προσπάθεια εκμετάλλευσης και χειραγώγησης των ανθρώπων από εταιρείες και πολιτικούς. Τίποτε άλλο!
Οι αριθμοί ίσως μπορούν να προβλέψουν συμπεριφορές μέτριων ανθρώπων που κινούνται με βάση στερεότυπα που έχουν τις ρίζες τους στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Αδυνατούν να προβλέψουν τις συμπεριφορές των λογικών (που είναι λίγοι) αλλά και των ηλιθίων (που είναι αμέτρητοι). Οι συμπεριφορές αυτών των κατηγοριών είναι απρόβλεπτες. Οι μεν πρώτοι -οι λογικοί- εξετάζουν και επηρεάζονται από τις εκάστοτε συνθήκες, τις ανάγκες και σε κάποιο βαθμό από τα συναισθήματά τους. Τρελός συνδυασμός για να είναι προβλέψιμος. Οι δε δεύτεροι -οι ηλίθιοι- είναι εξ ορισμού απρόβλεπτοι, επειδή λειτουργούν με ένα και μοναδικό κριτήριο. Την ηλιθιότητά τους. Οι συμπεριφορές λογικών και ηλιθίων θα μπορούσαν να βρουν εξήγηση μόνο με βάση τη θεωρία του χάους, η οποία όμως ασπάζεται την τυχαιότητα σε μεγάλο βαθμό!
Έτσι, κι ενώ έχουμε κατανοήσει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αδυνατούμε να την προβλέψουμε και να την καθορίσουμε. Οι αριθμοί είναι ικανοί να καταγράφουν και να εξηγούν αλλά όχι να προβλέπουν ανθρώπινες συμπεριφορές. Και μάλλον ποτέ δε θα υπάρξει ένα μαθηματικό μοντέλο που θα καταφέρει κάτι τέτοιο. Και δε θα το καταφέρει γιατί οι άνθρωποι και άρα οι επιλογές, οι αντιδράσεις και οι συμπεριφορές τους εξελίσσονται. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Επηρεάζονται από διαφορετικές συνθήκες, αντιλήψεις, «πιστεύω» αλλά και γνώσεις. Το μοντέλο που εξήγησε (όχι πρόβλεψε) τις ανθρώπινες συμπεριφορές στη δεκαετία του ’80 δε θα μπορούσε να προβλέψει τις κινήσεις του ανθρώπου σήμερα. Τα πάντα εξελίσσονται ραγδαία. Το ίδιο και ο άνθρωπος.
Η δυνατότητα πρόβλεψης του ανθρώπινου μέλλοντος θα παραμείνει δουλειά των ατόμων με κληρονομικό χάρισμα ενόρασης. Δε θα γίνει ποτέ δουλειά των επιστημόνων. Ευτυχώς! Οι αριθμοί θα συνεχίσουν να λένε την αλήθεια, όσο ασχολούνται με τη δουλειά τους αλλά και να διαψεύδονται, όταν προσπαθούν να προβλέψουν κοινωνικά φαινόμενα. Κι αυτό θα συμβαίνει επειδή οι αριθμοί δεν είναι σαν τους ανθρώπους. Η λογική των αριθμών είναι πάντα αντικειμενική ενώ των ανθρώπων (που συχνά επηρεάζονται από το συναίσθημα και το περιβάλλον) όχι. Οι αριθμοί λειτουργούν πάντα λογικά ενώ οι άνθρωποι όχι. Οι αριθμοί έχουν την ικανότητα να μη σε απογοητεύουν και να μη σε διαψεύδουν ποτέ ενώ οι άνθρωποι το κάνουν πότε πότε!

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

"Κι εγώ θα κρατήσω την ανάσα μου..."

Ευρωεκλογές τέλος! Και τώρα ο γραφικότατος απολογισμός. Αυτόν καλύτερα να τον αποφεύγαμε, γιατί έχει καταλήξει πιο ανιαρός και από ταινία του Αγγελόπουλου.
Κατά έναν περίεργο τρόπο ο απολογισμός, την επομένη κάθε εκλογικής αναμέτρησης, παραδοσιακά έχει να κάνει με μηνύματα (όχι sms). Άλλοι -οι πολίτες- πρέπει να τα στέλνουν και άλλοι -οι πολιτικοί- πρέπει να τα δέχονται (γέλια), να τα επεξεργάζονται (πολλά γέλια), ώστε να σχεδιάζουν τις απαιτούμενες διορθώσεις και τις επόμενες κινήσεις τους (ξετσιαούλιασμα από τα γέλια). Τέλος ανεκδότου και πάμε για τις ουσίες.
Ουσία πρώτη. Οι πολιτικοί ποτέ και κανένα μήνυμα παίρνουν -στα σοβαρά, έστω κι αν οι φήμες άλλα λένε. Κάθε φορά, νικητές και ηττημένοι, δηλώνουν, άλλοτε περιχαρείς κι άλλοτε κατηφείς, ότι το πήραν το μήνυμα, ότι θα δουλέψουν πιο σκληρά και ότι θα προωθήσουν τις αναγκαίες αλλαγές. Μέχρι εκεί. Με τόσες εκλογικές αναμετρήσεις, από τη μεταπολίτευση και μετά, ακόμα και το καρυδότσουφλο, αν μας κυβερνούσε, θα είχε συνετιστεί από την επανάληψη του μηνύματος και θα μας κυβερνούσε καλύτερα από αυτούς που το κάνουν τα τελευταία τριάντα πέντε (δηλαδή 35) χρόνια. Αυτό πάει να πει ότι, όσο σκράπες κι αν είναι οι πολιτικοί μας, με την επανάληψη κάτι θα είχαν πάρει χαμπάρι. Άρα το συμπέρασμα είναι ότι το μήνυμα ή δεν το παίρνουν καθόλου ή ότι ναι μεν το παίρνουν αλλά το γράφουν (γιατί τα γραπτά μένουν) σε μέρος ακατονόμαστο όπου και δεν μπορούν να το δουν!
Ουσία δεύτερη. Ακόμα και αν οι πολιτικοί εξουσίας επιθυμούσαν να πάρουν το μήνυμα, δεν το βρίσκουν, επειδή οι πολίτες αδυνατούν να το στείλουν. Ή μάλλον αδυνατούν να στείλουν το σωστό μήνυμα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα αποτελέσματα των πρόσφατων ευρωεκλογών. Ποιο ήταν το πιο ηχηρό μήνυμα; Αναμφισβήτητα το μέγεθος της αποχής. Και τι δηλώνει αυτό; Μήπως την απέχθεια του εκλογικού σώματος για την πολιτική, τους πολιτικούς και τα κόμματα; Μήπως την άρνηση συμμετοχής σε μια κατάσταση που ζέχνει από μακριά; Μήπως την απαίτηση αλλαγής; Ή μήπως τη ληξιαρχική πράξη θανάτου και της τελευταίας ελπίδας εξυγίανσης του χώρου; Μα, καλοί μου άνθρωποι, χρειαζόμασταν όλο αυτό το πανηγύρι και το σκασμό εξόδων για να καταλάβουμε αυτό που είναι γνωστό από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης;
Ας μπούμε στη θέση των διεφθαρμένων ή έστω ανίκανων πολιτικών για να καταλάβουμε ποιο ήταν τελικά το μήνυμα που έφτασε σ’ αυτούς. Τσακίρ κέφι! Αυτές οι δυο πανηγυρτζίδικες λέξεις περιγράφουν γλαφυρά την κατάσταση των πολιτικών που εναλλάσσονται στην εξουσία. Ακόμα και ο Γκούφι, αν ήταν πολιτικός, θα είχε στήσει πανηγύρι τρελό και ζουμπουρλούδικο με το μήνυμα της αποχής. Ακόμα και τα φιστίκια του Γκούφι θα μπορούσαν να σκεφτούν: «Τι καλά! Με τις πράξεις μας απομακρύναμε από το παιχνίδι εκείνους που θα μπορούσαν να μας ελέγξουν και ίσως να μας αφαιρέσουν την εξουσία. Τώρα πια “μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα” και ούτε έλεγχος ούτε ανησυχία».
Έτσι είναι! Και όσοι επένδυσαν στην αποχή, είναι καιρός να το ξανασκεφτούν. Όσοι εδώ και χρόνια προτρέπουν τους πολίτες στον «κανέναν» ως κυρίαρχη πολιτική πράξη και δύναμη, ας δουν το αποτέλεσμα. Γιατί στην πολιτική ο «κανένας» δεν υπάρχει! Πάντα κάποιος θα υπάρχει στην εξουσία και θα υπάρχει ακόμα και αν στις εκλογές συμμετέχει μόνο αυτός, ο κουμπάρος του, ο μπατζανάκης του, ο Ιζνογκούντ και η συννυφάδα του από το χωριό. Η αποχή ανοίγει δρόμους σκοτεινούς. Είναι πράξη βαθύτατα αντιδημοκρατική και ολοκληρωτική. Αφήνει ανεξέλεγκτο τον «καθέναν» να νέμεται την εξουσία χωρίς να λογοδοτεί σε … «κανέναν». Όλοι αυτοί που απείχαν, με σκοπό να στείλουν κάποιο μήνυμα, αντέδρασαν σαν τα μικρά παιδιά που, όταν πεισμώνουν επειδή δεν τους γίνεται κάποιο χατίρι, απειλούν: «και λοιπόν θα κρατήσω την ανάσα μου, μέχρι να πάθω κάτι»!
Ουσία τρίτη και φαρμακερή για τα «μικρά» κόμματα. Οι ακρότητες δεν είναι λύση. Ας αφήσουμε τις μπούρδες κατά μέρος και ας σοβαρευτούμε. Ούτε η αναρχία μπορεί να είναι η λύση ακόμα ούτε η άγονη και απόλυτη αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση. Γιατί ο πολίτης σκέφτεται. Αν αναρχία είναι ο κουκουλοφόρος που σπάει, καίει και καταστρέφει, τότε προτιμώ πιο συντηρητικά σχήματα. Αν η λύση είναι να αντιδράσω στην ΕΕ και σε κάθε έκφραση της παγκοσμιοποίησης, τότε περιμένω μια άλλη πρόταση εξουσίας. Και αυτή η πρόταση δεν μπορεί να πρεσβεύει την επιστροφή στο εθνικιστικό παρελθόν και την απομόνωση των λαών με βάση αποτυχημένα συστήματα που δοκιμάστηκαν και απορρίφθηκαν από όσους τα ένιωσαν στο πετσί τους. Όσοι επένδυσαν το πολιτικό μέλλον τους στη φαντασίωση της εξέγερσης των καταπιεσμένων ή στο κάλεσμα της αντίδρασης στην ΕΕ, πήραν τα … μικρά ποσοστά τους στις ευρωεκλογές. Και μάλλον σε αυτά θα παραμείνουν.
Τα σημερινά πολιτικά κόμματα και πρόσωπα είναι ικανά να ξεκουνήσουν τους πολίτες μόνο πριμοδοτώντας τη συμμετοχή με οικιακές συσκευές τελευταίας τεχνολογίας, με χαμηλότοκα δάνεια, με cd ή DVD. Αυτό μπορεί να ξεκουνήσει κάποιους. Το άλλο που μπορεί να το κάνει είναι η ενημέρωση. Γιατί όλοι αυτοί που διάλεξαν την αποχή από τις ευρωεκλογές, ίσως το ξανασκέφτονταν, αν γνώριζαν ότι οι περισσότερες από τις αποφάσεις που ρυθμίζουν το μέλλον μας προέρχονται πλέον από τα ευρωπαϊκά και όχι από τα εθνικά πολιτικά όργανα. Τότε θα καταλάβαιναν ότι η αντίδραση του στιλ «κι εγώ θα κρατήσω την ανάσα μου…» είναι μια παιδιάστικη αντίδραση και το μόνο που μπορεί να αποφέρει είναι η ασφυξία σε αυτόν που το κάνει!

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

"Τύπος Νεκρός ή Τύπος και Υπογραμμός";

Τα αγωνιώδη δημοσιεύματα με αντικείμενο την κρίση που μαστίζει διεθνώς τον Τύπο εξαπλώνονται πιο γρήγορα και από τα κρούσματα της γρίπης των χοίρων. Με εφημερίδες κολοσσούς να έχουν ήδη εγκαταλείψει τα εγκόσμια και άλλες να παραμένουν στη ζωή μόνο με «τεχνική υποστήριξη» σε θαλάμους εντατικής θεραπείας, είναι λογικό ο χώρος να ανησυχεί για το μέλλον του. Πιθανόν άργησε αρκετά να το κάνει, ανησυχώντας για όλα τα άλλα.
«Φταίει το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, το internet» λένε άνθρωποι του Τύπου ασπαζόμενοι το δόγμα: «για όλα φταίνε οι άλλοι». Μάλιστα! Μπορεί να φταίει και ο ανάδρομος Ερμής. Δηλαδή, το λογικό θα ήταν η εξέλιξη να έχει σταματήσει στην εποχή του Γουτεμβέργιου, ώστε οι εφημερίδες να συνεχίσουν να μεσουρανούν; Χαζό! Εξέλιξη λέγεται. Αλλιώς θα τη λέγαμε στασιμότητα, άγαλμα, ιμάμ-μπαϊλντί, Έβερεστ, μύδι ή ό,τι άλλο υποδηλώνει ακινησία τέλος πάντων.
Δουλειά της εξέλιξης είναι να προκαλεί κρίσεις σε καθετί «παλιό». Δουλειά των δημοσιογράφων είναι η πρόβλεψη των επιδράσεών της. Αν κάποιοι, λοιπόν, μπορούσαν να προβλέψουν τη διαφαινόμενη κρίση του Τύπου προωθώντας τις απαιτούμενες διορθώσεις, αυτοί θα έπρεπε να είναι οι δημοσιογράφοι των εφημερίδων. Ο δημοσιογράφος που δεν αντιλαμβάνεται τις μεταβολές, απλώς δεν είναι δημοσιογράφος. Ίσως είναι αγροφύλακας, χαρτορίχτρα, λιμενεργάτης αλλά όχι δημοσιογράφος. Ο Τύπος δε θα μπορούσε να παραμείνει ανεπηρέαστος από τις εξελίξεις. Διακρίσεις η εξέλιξη δεν κάνει. Αν οι εφημερίδες μπορέσουν να ανανεωθούν και να προσαρμοστούν, έχει καλώς. Αν, για κάποιο λόγο, δείξουν ανημπόρια, τότε πάμε για τα κόλλυβα … και τι καλός που ήταν ο μακαρίτης!
Αν όντως για την κρίση του Τύπου «φταίνε οι άλλοι», τότε ο Τύπος είναι ήδη νεκρός! Ραδιόφωνο, τηλεόραση και Διαδίκτυο δε θα επιδείξουν καμιά καλότητα αφήνοντας ζωτικό χώρο στο πιο παραδοσιακό από τα μέσα. Οπότε κάθε συζήτηση είναι άσκοπη και σταματά εδώ. Ακόμα και ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης καταλαβαίνει ότι η πρακτική των εφημερίδων «να προσφέρουμε κι εμείς ό,τι προσφέρουν τα υπόλοιπα μέσα», δεν αποτελεί λογικό σημείο εκκίνησης για την εξεύρεση λύσεων. Όσο, λοιπόν, ο Τύπος παίζει στο γήπεδο των άλλων media, θα μετράει ήττες περισσότερες και από την ΑΕΛ στα play off.
Υπάρχει μία ελπίδα για τον Τύπο κι αυτή είναι ο ίδιος να … έχει ευθύνες για την κρίση του κι αυτές να γίνουν αντιληπτές από τα στελέχη του. Σε αυτή και μόνο την περίπτωση υπάρχουν λύσεις εκ των έσω, εφικτές και ανεξάρτητες από την πορεία των πιο σύγχρονων μέσων. Οι εφημερίδες πρέπει να κάνουν την αυτοκριτική τους και αυτή να στηριχτεί στο απλό: ο Τύπος μπορεί να έχει μέλλον, αρκεί να ξεφύγει από το παρελθόν του! Άρα μένει να δούμε ποιο είναι αυτό το παρελθόν, γεγονός που μας οδηγεί σε δυο στοιχεία.
Το ένα έχει να κάνει με την εμμονή των εφημερίδων στη διαιώνιση του κομματικού παιχνιδιού ενώ ήδη η κοινή γνώμη δηλώνει έμπρακτα την αποστροφή της στον αμαρτωλό κομματισμό. Οργάνωση, αντικειμενική παρουσίαση και αποκωδικοποίηση του όγκου των πληροφοριών που μας κατακλύζουν είναι αυτό που λείπει. Δε χρειαζόμαστε περισσότερη πληροφόρηση αλλά «τάξη» στην πληροφόρηση που δεχόμαστε. Αυτό μπορούν να προσφέρουν οι εφημερίδες! Το μέλλον του Τύπου βρίσκεται σε ανθρώπους που επιζητούν κατανόηση της εποχής και των προοπτικών της απεγνωσμένα. Οι υπόλοιποι μόνο με αφορμή τα δώρα των εφημερίδων θα αποτελούν κοινό τους -μάλλον όμως όχι και αναγνώστες τους!
Το άλλο και μάλλον σημαντικότερο έχει να κάνει με το ύφος των εφημερίδων. Οι εφημερίδες σήμερα είναι βαρετές, καταθλιπτικές και τρομακτικές! Τις πιάνεις στα χέρια σου και νιώθεις ανατριχίλες. Λείπει από αυτές το ανατρεπτικό και το πρωτότυπο. Λείπει, από τα περισσότερα κείμενά τους, το ευχάριστο (όχι το γελοίο), το γρήγορο (όχι το επιφανειακό), το αισιόδοξο (που δεν παραποιεί τα γεγονότα), το ανατρεπτικό (όχι το εκούσια προκλητικό) γράψιμο. Καταγράφουν (έτσι λένε) την επικαιρότητα, χωρίς να είναι επίκαιρες οι ίδιες. Οι περισσότερες εφημερίδες μουχλιάζουν έχοντας ταυτίσει το σοβαρό με το βαρύγδουπο, το θλιβερό, το απαισιόδοξο, την έλλειψη χιούμορ. Λείπει από αυτές η γλώσσα αλλά και τα θέματα που θα έβρισκαν απήχηση στους νέους. Κι όμως, σ’ αυτούς πρέπει να επενδύσει ο Τύπος, γιατί αυτοί χρειάζονται περισσότερο από κάθε άλλον την ενημέρωση. Ο Τύπος θα «δει τα ραπανάκια ανάποδα» πολύ σύντομα, αν συνεχίσει να θεωρεί σημείο αναφοράς την αισθητική των υπερηλίκων ή συντηρητικών αντιλήψεων αναγνωστών του κι αυτό δε θα αργήσει να συμβεί. Οι εφημερίδες χρειάζονται νέο κοινό και άρα κείμενα που δε θα θυμίζουν επικήδειους. Χρειάζονται διαφορετικό ύφος προσέγγισης και ανάδειξης της επικαιρότητας και άρα χρειάζονται δημοσιογράφους με σύγχρονο λόγο και αισθητική. Όσοι από αυτούς «δεν το έχουν» καλό είναι να κρεμάσουν τα … πληκτρολόγιά τους και να αποτραβηχτούν!
Κάθε έντυπο έχει δυο λύσεις. Να χαθεί μέσα στο συντηρητισμό του αποφεύγοντας την ανανέωση ατόμων, ιδεών και ύφους ή να ζήσει εγκαταλείποντας το λαϊκισμό, την προπαγάνδα και το στιλ γραφής που θυμίζει νεκρολογίες. Γεγονός είναι ότι χρειαζόμαστε έναν Τύπο σύγχρονο, αισιόδοξο και σοβαρό. Άρα χρειαζόμαστε έναν «τύπο και υπογραμμό» με βάση σύγχρονες αντιλήψεις ποιότητας και αισθητικής. Το βέβαιο είναι ότι δε χρειαζόμαστε έναν Τύπο νεκρό, έστω κι αν καθημερινά ο ίδιος γράφει τον επικήδειό του!