Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Αληθινά Χριστούγεννα

Το αχνοκίτρινο φως της λάμπας δημιουργούσε γαλήνια ατμόσφαιρα στο ζεστό δωμάτιο προκαλώντας παιχνιδιάρικες σκιές. Πυκνές νιφάδες χιονιού δημιουργούσαν μικρά, κατάλευκα βουναλάκια στο περβάζι του παραθύρου του. Κατάκοπος κάθισε στην καινούρια ξύλινη πολυθρόνα του γραφείου του. Κοίταζε σχεδόν με έκπληξη αγγίζοντας προσεκτικά το βιβλίο που είχε επιλέξει να αγοράσει από το βιβλιοπωλείο που είχε επισκεφτεί νωρίτερα εκείνο το απόγευμα. Η οθόνη του υπολογιστή απέναντί του παράμενε σκοτεινή. Αδυνατούσε να θυμηθεί πότε είχε καθίσει για τελευταία φορά σ’ αυτή τη θέση χωρίς να ανοίξει ταυτόχρονα και τον υπολογιστή με την αυτόματη κίνηση που έκανε πάντα. Είχε περάσει καταπληκτικά εκείνη τη μέρα. Είχε να ζήσει τόσα πολλά και τόσο έντονα, πολύ, μα πάρα πολύ καιρό. Ίσως όσα είχε ζήσει εκείνη τη μέρα, ήταν πολύ περισσότερα και σίγουρα πιο … πραγματικά από όλα όσα είχε ζήσει τα τελευταία χρόνια. Ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη διακοπή του ηλεκτρικού!
…

Είχε μόλις επιστρέψει από το σχολείο του. Μπροστά του απλώνονταν οι πολυήμερες χριστουγεννιάτικες διακοπές. Τις περίμενε πώς και πώς. Είχε σκεφτεί με κάθε λεπτομέρεια τι θα έκανε και δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Ούτε πολύπλοκο ήταν. Υπολογιστής και Διαδίκτυο! Δυο εβδομάδες βουτηγμένος στο ψηφιακό σύμπαν. Δυο εβδομάδες απομονωμένος από τον πραγματικό κόσμο, τον οποίο θεωρούσε βαρετό, αγχώδη και κυρίως κοπιαστικό. Αφού μπορούσε να τα έχει όλα μπροστά του μέσα από μια οθόνη, πίστευε ότι δε χρειαζόταν οτιδήποτε άλλο. Επικοινωνούσε με τους ψηφιακούς φίλους του, έπαιζε μαζί τους παιχνίδια, δεχόταν και έστελνε πληροφορίες για ηλεκτρονικές διευθύνσεις που παρουσίαζαν ενδιαφέρον. Κι όλα αυτά απλώς αγγίζοντας πλήκτρα. Σκεφτόταν ότι τον περίμεναν δυο υπέροχες ψηφιακές εβδομάδες.
Κι εκείνη τη στιγμή της ανείπωτης χαράς και του απόλυτου ενθουσιασμού συνέβη το τραγικά αναπάντεχο. Τα φώτα αρχικά τρεμόπαιξαν και τελικά έσβησαν αφήνοντας το σκοτάδι να επιβληθεί βίαια σκεπάζοντας σχεδόν τα πάντα. Σχεδόν. Η οθόνη του φορητού υπολογιστή παράμεινε ανοιχτή κι αυτό τον έκανε να νιώσει αγαλλίαση που, όμως, για κακή τύχη του δεν κράτησε πολύ. Η πρώτη ειδοποίηση για την μπαταρία που έπνεε τα λοίσθια δεν άργησε να κάνει απειλητικά την εμφάνισή της. Πανικός, απόγνωση, εκνευρισμός. Μα πώς φάνηκε τόσο ανόητος; Πώς δε σκέφτηκε να φορτίσει το μηχάνημα το πρωί φεύγοντας για το σχολείο; Ήξερε ότι δεν είχε πάνω από είκοσι λεπτά πριν σκοτεινιάσει και η οθόνη. Βιαστικά έστειλε μηνύματα σε ορισμένους φίλους του. Περίμενε… Καμιά απάντηση. Μάλλον κι εκείνοι αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα. Τι θα έκανε τώρα; Και πόσο θα κρατούσε αυτή η καταραμένη η διακοπή;
Το απαλό χτύπημα στην πόρτα διέκοψε τις μαύρες σκέψεις του. Ήταν η μαμά που κρατούσε ένα κηροπήγιο. Το άφησε δίπλα του στο γραφείο. Μαζί άφησε και μερικά κεριά πληροφορώντας τον ότι το ρεύμα θα ερχόταν αργά το βράδυ. Του ανακάτωσε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά, του χαμογέλασε κι όλο συμπόνια τον ρώτησε τι θα έκανε.
Δεν ήξερε!
Δεν ήταν προετοιμασμένος για τέτοια καταστροφή. Άλλωστε δε διέθετε την εμπειρία για κάτι τέτοιο. Δηλαδή, τι μπορούσε να κάνει κάποιος χωρίς υπολογιστή; Θα μπορούσε να κατέβει στο κέντρο μια βόλτα. Εκεί τα πάντα λειτουργούσαν κανονικά. Τουλάχιστον έτσι του είχε πει η μαμά. Κάτι θα ήξερε αυτή. Ωραία, να πάει, αλλά τι θα έκανε εκεί; Να καθίσει στο σπίτι χωρίς υπολογιστή ούτε συζήτηση κι αυτό το διαολεμένο κινητό δε θα ήταν έτοιμο πριν την επόμενη μέρα. Αποκλεισμένος. Έτσι ένιωθε. Δεν καταλάβαινε ποιος και γιατί τον τιμωρούσε τόσο σκληρά, τόσο απάνθρωπα, τόσο ολοκληρωτικά. Θα έπεφτε σε κατάθλιψη. Με βαριά καρδιά ντύθηκε ζεστά, κοίταξε το πορτοφόλι του για χρήματα, φύσηξε απαλά το κερί για να σβήσει και έκλεισε πίσω του την πόρτα του δωματίου ρίχνοντας μια απελπισμένα πονεμένη ματιά στη σκοτεινή πια οθόνη του υπολογιστή.
Το χιόνι έπεφτε πυκνό. Το κατάλευκο τοπίο του έκανε εντύπωση. Κρύες νιφάδες έπεφταν στα μάγουλά του και στα ρούχα του και μετά από λίγο εξαφανίζονταν με τρόπο μαγικό. Παρατηρώντας το παιχνιδιάρικο στριφογύρισμά τους έφτιαχνε με τη φαντασία του εικόνες άλλοτε απειλητικές κι άλλοτε ευχάριστες. Είχε πολύ καιρό να φανταστεί εικόνες. Ο υπολογιστής τού τις έδινε πάντα έτοιμες. Συνειδητοποίησε ότι η κίνηση γύρω του γινόταν όλο και πιο έντονη. Τα πρώτα φώτα φάνηκαν στους δρόμους και τα μαγαζιά της πολύβουης αγοράς. Πλησίαζαν οι γιορτές και οι περισσότεροι έτρεχαν για τις τελευταίες αγορές. Δώρα, γλυκά, τρόφιμα, ρούχα.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας περνούσαν δίπλα του. Στριμώχνονταν έξω από τις στολισμένες βιτρίνες, τον άγγιζαν. Στάθηκε παρατηρώντας τα πρόσωπά τους απορημένος. Μπορεί να ήταν και φόβος. Μερικοί από τους νεότερους ίσως ήταν «φίλοι» του στο Facebook σκέφτηκε, περισσότερο για να καθησυχάσει τον εαυτό του. Κι όμως, στον πραγματικό κόσμο ένιωθε και ήταν μόνος. Δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν. Τι να έκανε; Μπορούσε να τους πλησιάζει και να τους ρωτά: δε μου λες, μήπως έχεις κάνει ποτέ «add» στην τάδε διεύθυνση ή μήπως στον ψηφιακό κόσμο κυκλοφορείς με το ψευδώνυμο «το νυχτολούλουδο»; Όχι, θα τον περνούσαν για τρελό και δεν είχε καμιά διάθεση να περάσει τις διακοπές του κλεισμένος σε κάποιο ίδρυμα για τέτοιους.
Αναστέναξε κι έστρεψε το βλέμμα στη βιτρίνα πίσω του. Συνειδητοποίησε ότι στεκόταν μπροστά σε ένα βιβλιοπωλείο. Κάθε είδους βιβλία στόλιζαν το δέντρο που υπήρχε μέσα από το τζάμι. Πολύχρωμα λαμπάκια αναβόσβηναν ανάμεσα σε cd, γιρλάντες, βιβλία, κουτιά με προγράμματα για υπολογιστές, παιχνίδια. Την προσοχή του τράβηξε ένα βιβλίο. Στο εξώφυλλό του δέσποζε το πληκτρολόγιο ενός υπολογιστή. Ένιωσε οικεία. Ήταν του Κέβιν Μίτνικ. Ο Μίτνικ αποτελούσε κάτι ιερό για τον κυβερνοχώρο. Πασίγνωστος χάκερ που «πλήρωσε» τα κόλπα του με φυλάκιση. Χωρίς ιδιαίτερο κέφι, αποφάσισε να μπει μέσα για να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες.
Άνοιξε τη γυάλινη πόρτα. Ήθελε να περάσει απαρατήρητος. Δεν τα κατάφερε ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένα καταραμένο κουδουνάκι έκανε τα πάντα για να ειδοποιήσει όλους για την είσοδό του. Κοίταξε τρομαγμένος γύρω του. Κανείς δε φαινόταν να έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στην είσοδό του. Τι κάνει κάποιος σε ένα … πραγματικό βιβλιοπωλείο; Μπορούσε να περιηγηθεί με άνεση σε κάθε ψηφιακό κατάστημα. Ακόμα και σε ψηφιακά βιβλιοπωλεία ήταν συχνός επισκέπτης. Αλλά εδώ; Σαστισμένος χρειάστηκε λίγη ώρα ώσπου να συνειδητοποιήσει το άγγιγμα στο μπράτσο του.
Γύρισε έκπληκτος για να αντικρίσει ένα χαμογελαστό πρόσωπο.
«Γεια σου, είμαι η Αλκμήνη κι αν δεν κάνω λάθος εσύ είσαι ο Νίκος, αν βέβαια δεν κυκλοφορείς με ψεύτικα στοιχεία στο Facebook. Το δικό μου, πάντως, είναι το πραγματικό όνομα»!Προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Το πρόσωπό της κάτι του θύμιζε. Ναι, βέβαια! Ήταν η κοπέλα με την οποία συνομιλούσε πριν μερικές μέρες σε ένα forum από τα χιλιάδες που είχαν στηθεί στο Διαδίκτυο. Του είχε φανεί ενδιαφέρουσα και το όνομά της του είχε κάνει εντύπωση. Είχε αναζητήσει στο google τη σημασία του. «Αυτή που ακτινοβολεί», είχε βρει σε μια ιστοσελίδα. Καθόλου τυχαίο, σκέφτηκε. Είχε μείνει έκθαμβος. Την κοίταζε αποσβολωμένος. Ήταν πανέμορφη. Τα ξανθά μαλλιά της έπεφταν με χάρη γύρω από το όμορφο πρόσωπό της, η λευκή επιδερμίδα της ακτινοβολούσε ανάμεσα στα χριστουγεννιάτικα στολίδια, το άρωμά της τον μεθούσε. Σίγουρα ήταν πολύ πιο όμορφη από ό,τι έδειχνε μέσα από τα pixels της οθόνης.
«Ε, τι έπαθες; Μύγα σε τσίμπησε ή μήπως είδες το φάντασμα των Χριστουγέννων»;Ήταν πολύ όμορφη και πολύ … αληθινή για να είναι φάντασμα.
«Εεε να, εγώ δεν»!
Ένιωθε βλαμμένος. Πού πήγε η άνεση που είχε κάθε που επικοινωνούσε, ακόμα και με καινούρια άτομα στο Διαδίκτυο;
Η Αλκμήνη τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση.
«Σε γνώρισα με το που σε είδα εδώ μέσα. Δεν πιστεύω να σε πείραξε που σου μίλησα. Μάλλον είσαι κι εσύ θύμα της διακοπής του ρεύματος, όπως και αρκετοί άλλοι. Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο εδώ μέσα ή κάνεις βόλτες μέχρι να επανέλθει το ρεύμα»;Της εξήγησε τι έψαχνε.
«Α, “Η τέχνη της απάτης”, εκπληκτικό βιβλίο. Το έχω διαβάσει. Πάμε να το βρούμε. Στηρίξου σε μένα, γνωρίζω καλά τα κατατόπια. Εγώ δε βρήκα αυτό που έψαχνα. Μου είπαν ότι θα το έχουν αύριο, οπότε πρέπει να ξανάρθω. Θα είσαι η καλή πράξη μου για σήμερα. Έλα από εδώ».Και πριν προλάβει να σκεφτεί το παραμικρό, ένιωσε το ζεστό χέρι της να πιάνει απαλά το δικό του και να τον τραβολογάει με άνεση ανάμεσα σε διαδρόμους γεμάτους βιβλία. Ένιωσε ρίγος κι όχι εξαιτίας των βιβλίων που τον περιτριγύριζαν. Όταν μιλούσαν τις προάλλες, αισθανόταν ωραία αλλά αυτό το άγγιγμα ήταν υπέροχο.
Η Αλκμήνη στάθηκε μπροστά σε ένα ράφι, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τράβηξε το βιβλίο που έψαχναν.
«Αυτό είναι» του είπε, «αν δε θέλεις κάτι άλλο πάμε στο ταμείο και μετά για καφέ εδώ δίπλα. Θα γνωρίσεις μερικούς από την παρέα με την οποία συνομιλούσαμε πριν λίγες μέρες. Μην ανησυχείς, κι εγώ πρόσφατα τους γνώρισα πραγματικά, είναι πολύ ενδιαφέροντες όλοι τους. Αξιόλογα άτομα, όχι τίποτα φρικιά που νιώθουν φυσιολογικά μόνο όταν βρίσκονται καλά κρυμμένα πίσω από την ανωνυμία που τους προσφέρει ο υπολογιστής».Αισθάνθηκε αμήχανος. Μήπως εννοούσε τον ίδιο; Μπα! Μπορεί να περνούσε αρκετές ώρες μπροστά στην οθόνη αλλά ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να κρύψει την ταυτότητά του. Δεν είχε φτάσει ακόμα σε τέτοια όρια ανασφάλειας.
Το ύφος της έδειχνε άτομο σίγουρο, δυναμικό. Η πιθανότητα να της φέρει κάποιος αντίρρηση μάλλον δεν περνούσε καθόλου από το μυαλό της. Χωρίς να αντιδράσει, βρέθηκε στο ταμείο να πληρώνει το βιβλίο ενώ η Αλκμήνη δίπλα του συνέχιζε να μιλάει ακατάπαυστα. Βγήκαν από το βιβλιοπωλείο στον κρύο αέρα. Τα μάγουλα της καινούριας φίλης του κοκκίνισαν κι αυτό την έκανε ακόμα πιο όμορφη. Τον έπιασε από το μπράτσο και άρχισαν να προχωράνε. Σκέφτηκε ότι ήταν εκπληκτική. Ανάδιδε ζωντάνια, χαρά, κέφι. Και όλα αυτά κατάφερνε χωρίς προσπάθεια να του τα μεταδίδει τόσο έντονα όσο καμιά ψηφιακή γνωριμία δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα.
Την αισθάνθηκε να κοντοστέκεται.
«Άκου!» τον πρότρεψε και σήκωσε το χέρι της για να του δείξει. Λίγο πιο πέρα, μπροστά από ένα στολισμένο δέντρο μια παιδική χορωδία τραγουδούσε μελωδικά με τη συνοδεία μιας μικρής, ιδιαίτερα κεφάτης μπάντας. Στάθηκαν για λίγο απολαμβάνοντας τους μαγευτικούς ήχους του “Sleigh Ride”. Συμφώνησαν ότι ήταν ένα από τα πιο ρυθμικά, χαρούμενα και … ανόητα χριστουγεννιάτικα τραγούδια καθώς έπαιρναν και πάλι το δρόμο για το καφέ.
Σε λίγο είχαν φτάσει. Μπαίνοντας, η Αλκμήνη τον πληροφόρησε ότι οι υπόλοιποι βρίσκονταν ήδη εκεί. Ένιωσε έκπληκτος. Ήταν στον παράδεισο; Ήρεμη, χαρούμενη μουσική, στολίδια παντού. Δεκάδες αρώματα πλανιούνταν στην ατμόσφαιρα, πλέκονταν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια πανδαισία από υπέροχες μυρωδιές. Φρέσκος καφές, βανίλια, τσάι, καραμέλα, πραλίνα, αχνιστές σοκολάτες έστηναν πανηγύρι με την όσφρησή του. Πριν το πολυκαταλάβει είχε παρασυρθεί σε ένα τραπέζι όπου κάθονταν δυο αγόρια και τρία κορίτσια, όλοι μάλλον συνομήλικοί του. Οι συστάσεις έγιναν στα γρήγορα για να αρχίσει αμέσως μετά η κουβέντα. Δε χρειάστηκε πολύ χρόνο προσαρμογής. Η παρέα ήταν άνετη και γρήγορα αισθάνθηκε και ο ίδιος χαλαρός. Μίλησαν για υπολογιστές, για βιβλία, για μουσική, αστειεύτηκαν, γέλασαν, γνωστοποίησαν τις επιθυμίες τους για τη νέα χρονιά. Είπαν πράγματα για την προσωπική ζωή τους που ποτέ δε θα άγγιζαν στις ολονύχτιες κουβέντες που έστηναν στο internet. Έδειχναν και μάλλον ένιωθαν άνετα. Εκμυστηρεύτηκαν τα όνειρά τους, σχολίασαν με χιούμορ τις συνήθειές τους, τους γονείς τους.
Μετά από πολύ καιρό ένιωθε ότι γνωρίζει πραγματικά κάποιους καινούριους φίλους. Κι αυτοί ήταν πραγματικοί φίλοι. Τους είχε μπροστά του, όχι μόνο τους άκουγε, μπορούσε να τους αγγίξει, τους ένιωθε κοντά του. Δίπλα του είχε ανθρώπους και περνούσε καλά. Πραγματικά καλά. Κατάλαβε ότι είχε πολλή ώρα να σκεφτεί τον υπολογιστή και το εκμυστηρεύτηκε δειλά στους άλλους. Κι εκείνοι το ίδιο. Όλοι ένιωθαν ότι δεν τους έλειπε. Μπορούσαν τελικά να μείνουν μακριά του.
Η ώρα πέρασε γρήγορα, χωρίς να το καταλάβουν. Ένιωθε ανανεωμένος, χαρούμενος, γεμάτος. Ετοιμάστηκαν να φύγουν. Είχαν την άνεση για μια βόλτα πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους. Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει. Τα πάντα ήταν κάτασπρα.
Η Αλκμήνη έφτιαξε μια χιονόμπαλα και του την πέταξε. Δεν άργησε να γίνει πανικός. Μέσα σε φωνές, γέλια, γλίστρες στον παγωμένο πεζόδρομο, θεαματικές πτώσεις -ευτυχώς όχι οδυνηρές- ο χιονοπόλεμος ξεκίνησε. Ένιωθε ζωντανός καθώς άφηναν πίσω τους την πολύβουη αγορά. Είχαν ιδρώσει, ένιωθαν κατάκοποι αλλά το κέφι τους παράμενε αμείωτο καθώς αποχαιρετούσαν όσους έφταναν ήδη στο σπίτι τους ανταλλάσσοντας τηλέφωνα και κανονίζοντας το ραντεβού της επόμενης μέρας. Αποδείχτηκε ότι η Αλκμήνη δεν έμενε πολύ μακριά του. Είχαν μείνει οι δυο τους. Η βλάβη που είχε προκαλέσει τη διακοπή του ρεύματος δεν είχε αποκατασταθεί ακόμα. Από τα παράθυρα των σπιτιών αχνόφεγγε φως κεριών.
Τον έπιασε πάλι από το χέρι -φοβόταν μη γλιστρήσει του είπε- και του χαμογέλασε καθώς προχωρούσαν στο δρόμο που φωτιζόταν μόνο από το φεγγάρι και τα αστέρια της κρύας νύχτας συνεχίζοντας την κουβέντα. Ένιωσε και πάλι το ίδιο ρίγος που είχε αισθανθεί στο βιβλιοπωλείο. Ήταν τόσο αληθινή, τόσο αυθόρμητη. Περπάτησαν λίγο ακόμα. Έφτασαν έξω από το σπίτι της. Συνειδητοποίησε ότι είχαν τόσα πολλά να πουν ακόμα. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Ό,τι αισθανόταν, ό,τι είχε αισθανθεί εκείνο το απόγευμα ήταν γι αυτόν πρωτόγνωρα συναρπαστικά.
Η φίλη του στάθηκε απέναντί του μπροστά στην εξώπορτα της αυλής του όμορφου σπιτιού.
«Πέρασα πολύ όμορφα σήμερα! Κι όπως κανονίσαμε, μην ξεχαστείς μπροστά στον υπολογιστή» του πέταξε πειραχτικά, «σε περιμένω αύριο το μεσημέρι. Και μετά τον κινηματογράφο θα βρούμε τους άλλους για καφέ».Ο ίδιος ήξερε ότι δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να ξεχαστεί. Δεν έβλεπε τη στιγμή για να την ξαναδεί. Δε θα άλλαζε με τίποτα την παρέα της. Ψέλλιζε κάποια λόγια αποχαιρετισμού όταν, η Αλκμήνη, απρόσμενα, τον αγκάλιασε και τον φίλησε γλυκά στο μάγουλο. Ένιωσε χιλιάδες βολτ να διαπερνούν το σώμα του. Είχε την αίσθηση ότι τα πάντα φωτίστηκαν ξαφνικά από αυτό το φιλί. Δεν είχε αντιληφτεί ότι την ίδια στιγμή είχε επανέλθει το ρεύμα. Έμεινε ακίνητος να την κοιτάζει μαγεμένος. Αδύναμος να δώσει εντολή στα πόδια του να ξεκουνηθούν την άκουσε να του φωνάζει γελώντας:
«Εκεί θα περάσεις όλη τη νύχτα; Πήγαινε σπίτι σου πριν ξεπαγιάσεις. Δε θα είναι καθόλου ωραίο να περάσεις τις διακοπές κρεβατωμένος».Της χαμογέλασε.
«Ήθελα να σιγουρευτώ ότι δε θα γλιστρήσεις…» δικαιολογήθηκε και ξεκίνησε για τα τελευταία μέτρα που τον χώριζαν από το σπίτι του σφυρίζοντας γεμάτος κέφι το“Sleigh Ride”, το τραγούδι που είχαν ακούσει από τις παιδικές φωνές έξω από το βιβλιοπωλείο. Το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει και πάλι πυκνό.
Όταν ανέβηκε στο δωμάτιό του οι γονείς του, που κάθονταν μπροστά στο αναμμένο τζάκι, κοιτάχτηκαν έκπληκτοι.

«Τι έπαθε αυτός;» ρώτησε ο μπαμπάς τη μητέρα του. «Είχα να τον δω τόσο κεφάτο πολύ καιρό. Περίμενα ότι θα είναι μέσα στα νεύρα και την κατήφεια. Ούτε κινητό ούτε υπολογιστή! Πίστευα ότι θα περνούσαμε δύσκολο βράδυ». Η μαμά απλώς χαμογέλασε όλο νόημα. Καταλάβαινε το γιο της πολύ καλά και ήξερε ότι τίποτα ανησυχητικό δε συνέβαινε.
Την ίδια στιγμή ο Νίκος είχε χαθεί στις σκέψεις του. Το αχνοκίτρινο φως της λάμπας δημιουργούσε γαλήνια ατμόσφαιρα στο ζεστό δωμάτιο προκαλώντας παιχνιδιάρικες σκιές. Η οθόνη του υπολογιστή απέναντί του παράμενε σκοτεινή. Είχε τόσα πολλά στο μυαλό του, μάλλον γιατί είχε ζήσει πολλά. Ήταν ευτυχισμένος. Αναρωτιόταν πόσα πράγματα είχε χάσει κολλημένος στον υπολογιστή. Είχε χρειαστεί μόνο ένα απόγευμα για να καταλάβει ότι τελικά, ο πραγματικός κόσμος ήταν καλύτερος, πιο όμορφος, πιο έντονος και σίγουρα πολύ πιο συναρπαστικός από τον ψηφιακό!
Μπροστά του απλώνονταν οι πολυήμερες χριστουγεννιάτικες διακοπές. Έπρεπε να αναθεωρήσει τα σχέδιά του. Έσβησε τη λάμπα, κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι του και χώθηκε κάτω από το χοντρό πάπλωμα. Έκλεισε τα μάτια του. Ήξερε ότι αυτά θα ήταν Αληθινά Χριστούγεννα!
Δημοσιεύτηκε στη Συλλογή Διηγημάτων
"Λαρισαίων Διηγήματα"

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Ότιβερ Λουίστ

«Ήταν μια κρύα, σκοτεινή χειμωνιάτικη νύχτα. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Έξω το πυκνό χιόνι έπεφτε από νωρίς. Οι χοντρές, ακανόνιστες νιφάδες είχαν πια σκεπάσει τα πάντα. Φαινόταν σαν να είχαν καταπιεί τη μορφή και το χρώμα από όλα τα άλλα δίνοντάς τους μια απόκοσμη, τρομακτική όψη. Οι στέγες, τα δέντρα, ο χωματόδρομος, ο άστεγος που κειτόταν νεκρός από το ψοφόκρυο, εδώ και λίγες μέρες στη γωνία, είχαν χαθεί κάτω από το απέραντο λευκό του χιονιού και το θλιβερό γκρίζο του ουρανού.
Και μέσα, στο σκοτεινό, ετοιμόρροπο, φτωχικό σπίτι που έδινε την αίσθηση του εγκαταλειμμένου, το χιόνι έπεφτε από νωρίς. Για την ακρίβεια έπεφτε από την ώρα που έπεφτε και έξω, απλώς μέσα δεν έπεφτε τόσο πυκνό, γιατί οι τρύπες στη στέγη δεν ήταν πολύ μεγάλες. Οι νιφάδες που κατάφερναν -χωρίς μεγάλη προσπάθεια- να εισχωρήσουν στο εσωτερικό του σπιτιού σχημάτιζαν ήδη μικρά, άσπρα παγωμένα βουναλάκια.
Το μικρό, κάτισχνο αγόρι καθόταν στο κρεβάτι που είχε φτιάξει από χοντρά χαρτόκουτα που είχε βρει πεταμένα έξω από το μεγάλο super market της γειτονιάς. Καθόταν κουκουλωμένο με τα χιλιομπαλωμένα σκεπάσματά του που δεν κατάφερναν να το προφυλάξουν από το τσουχτερό κρύο. Τα ξυλιασμένα παιδικά χέρια έπιαναν το σχεδόν τελειωμένο, σπασμένο στυλό που είχε περιμαζέψει, όταν το πέταξε ως άχρηστο ένας συμμαθητής του και προσπαθούσε να το κρατήσει σταθερό πάνω στο τετράδιο που είχε ανοιχτό μπροστά του. Ήταν εξουθενωμένο, γιατί στην αποθήκη με τα καυσόξυλα του χοντρο-Μηνά, όπου δούλευε από τότε που έχασε και τους δυο γονείς του, είχε πέσει πολλή δουλειά σήμερα. Όλοι έτρεχαν να αγοράσουν ξύλα για το τζάκι τους για τις γιορτινές μέρες που πλησίαζαν.
Ο ύπνος προσπαθούσε να τον καταβάλει εδώ και ώρα, έπρεπε, όμως, να τελειώσει την εργασία του για το σχολείο. Είχε υποσχεθεί στη μητέρα του -λίγο πριν αυτή πεθάνει από τη γρίπη των χοίρων- ότι αυτός και τα αδέρφια του θα τελείωναν το σχολείο ό,τι και να γινόταν. Παρακολουθούσε το τελευταίο κάρβουνο στο μαγκάλι να τρεμοσβήνει εκπέμποντας τις τελευταίες αχτίδες σαν τα σκιρτήματα του μελλοθάνατου στην ηλεκτρική καρέκλα τη στιγμή που χιλιάδες βολτ διαπερνούν αλύπητα το χιλιοβασανισμένο κορμί του. Τα τρία μικρότερα αδερφάκια του κοιμούνταν λίγο πιο πέρα σφιχταγκαλιασμένα, μέσα στο χαρτονένιο κουτί ενός ψυγειοκαταψύκτη της General Electric, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ζεσταθούν.
Άφησε το στυλό στο πλάι, σηκώθηκε αθόρυβα, πήρε ένα από τα κουρέλια με τα οποία σκεπαζόταν ο ίδιος, πλησίασε τα μικρά που τουρτούριζαν από την παγωνιά και το έριξε επάνω τους. Εκείνος ήταν μεγαλύτερος και άντεχε το κρύο περισσότερο κι ας είχε να φάει δυο μέρες τώρα. Την ώρα που σκέπαζε στοργικά τα αδερφάκια του δεν άντεξε. Ανήμπορος να συγκρατηθεί, άφησε ένα καυτό δάκρυ να τρέξει από το αριστερό μάτι του, πέρασε ξυστά (το δάκρυ) από το αριστερό ρουθούνι του, κύλησε αργά στο αριστερό μάγουλό του και κατέληξε στην αριστερή πλευρά των μελανιασμένων από το κρύο και την πείνα χειλιών του. Ξέσπασε σε δυνατούς, σπαραχτικούς λυγμούς και σε ένα βουβό κλάμα δίχως τέλος …».



«Μπλιαξ, μπλιαξ και πάλι μπλιαξ, σκέτη αηδία! Μια αηδία και μισή», σκέφτηκε, «αν γράψω έστω άλλη μια λέξη, θα κάνω εμετό πάνω στο πληκτρολόγιο. Άκου δυνατούς λυγμούς και βουβό κλάμα! Πώς γινόταν αυτά τα δυο να συνυπάρχουν;».
Πού είχε καταντήσει; Η αυτολύπηση τον είχε κυριαρχήσει. Μα να γράφει δακρύβρεχτα, χριστουγεννιάτικα διηγήματα για να συγκινήσει τη δασκάλα του και να πάρει μεγάλο βαθμό; Αν συνέχιζε έτσι, θα έπαιρνε μεγάλο βαθμό, θα κέρδιζε την εκτίμηση της δασκάλας, θα πάθαινε κατάθλιψη με αυτά που ο ίδιος έγραφε και τελικά θα κατάληγε σε ένα από τα τρελάδικα που ξεφύτρωναν τελευταία σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή. Έσκυψε αποφασιστικά στο τελευταίας τεχνολογίας SONY VAIO που του είχε χαρίσει ο πατέρας του, μάρκαρε ό,τι είχε γράψει, πάτησε το “delete”, επιβεβαίωσε την απόφασή του να διαγράψει το κείμενο και παρακολούθησε με ανακούφιση τον “κάδο ανακύκλωσης” του υπολογιστή να το ρουφάει εξαφανίζοντάς το από την οθόνη και από το μάταιο ετούτο κόσμο. Λύτρωση!
Τα έβαλε με τον εαυτό του. Μα πώς είχε παρασυρθεί έτσι; Εντάξει, μικρός ήταν ακόμα αλλά αυτό δεν ήταν αρκετή δικαιολογία. Η δασκάλα, λίγες μέρες πριν, τους ανακοίνωσε ότι είχε μια ιδέα. Αυτό ήταν από μόνο του περίεργο, γιατί η δασκάλα σπάνια είχε ιδέα για οτιδήποτε. Όλοι θαύμασαν τη δασκάλα που είχε μια ιδέα επιτέλους. Κανένας δε σκέφτηκε ότι αυτό (το ότι είχε μια ιδέα) μπορεί να ήταν καλό για την ίδια αλλά κακό για τους μαθητές. Όταν μάλιστα τους ρώτησε, αν θα τη βοηθούσαν να την υλοποιήσει, δέχτηκαν με ενθουσιασμό, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Τα «φυτά» της Τάξης για να δείξουν πόσο τη σέβονται και να κερδίσουν την εύνοιά της. Οι υπόλοιποι απλώς επειδή τη λυπήθηκαν.
Η παιδική αθωότητα και ο αυθορμητισμός είχαν κάνει τη δουλειά τους. Όλοι βρέθηκαν μπλεγμένοι! Η ιδέα ήταν κάθε μαθητής να γράψει μια χριστουγεννιάτικη ιστορία και όλες οι ιστορίες να μαζευτούν σε μια συλλογή, να εκτυπωθούν και να μοιραστούν στους γονείς ως δώρο Χριστουγέννων. Η δασκάλα έδωσε και οδηγίες για να … διευκολύνει τα παιδιά. Στις ιστορίες θα έπρεπε να πρωταγωνιστούν παιδιά, γιατί αυτό συγκινεί τους μεγάλους. Εννοείται ότι δεν έπρεπε να περιέχουν παλιοκουβέντες. Ούτε μία, τόνισε η δασκάλα. Οι πιο συγκινητικές θα έμπαιναν πρώτες ενώ τα παιδιά που θα κατάφερναν να περιγράψουν καλύτερα τον πόνο και τα βάσανα που αντιμετωπίζουν κάποιοι συνάνθρωποί μας θα έπαιρναν μεγάλο βαθμό. Αυτόν (το βαθμό) τον άφησε για το τέλος. Αν κάποιος ήθελε, μπορούσε να μην πάρει μέρος στην προσπάθεια αλλά αυτό δε θα ήταν καλό για το βαθμό του, είχε πει, όλο νόημα, η δασκάλα.
Κάπως έτσι είχε βρεθεί μπροστά στον υπολογιστή του να προσπαθεί να γράψει μια ιστορία στα πρότυπα που είχε θέσει η μέγαιρα. Εντάξει, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να το καταλάβει. Δηλαδή, γιατί θα έπρεπε η ιστορία να είναι θλιβερή; Λίγη θλίψη μας περιβάλλει καθημερινά, πρέπει να μαυρίσουμε κι άλλο τον κόσμο; Τα παιδιά δεν είναι -υποτίθεται- η χαρά αυτού του κόσμου; Είναι τόσο εύκολο να κάνεις τους άλλους να πλαντάξουν στο κλάμα, να σκάσουν από στενοχώρια, να νιώσουν την καρδιά τους να γίνεται θρύψαλα από συγκίνηση. Άλλωστε ο ίδιος, όπως και τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του, κάθε φορά που ήθελε να ζητήσει κάτι από τους γονείς του ή απλώς ήθελε να αποφύγει την κατσάδα τους, έπαιρνε ένα περίλυπο ύφος που θα έκανε ακόμα και τα παγόβουνα της Ανταρκτικής να λιώσουν από συμπόνια.
Είναι τόσο εύκολο να πλέξεις ιστορίες βουτηγμένες στη θλίψη, να προκαλέσεις στον αναγνώστη αυτοκτονικές τάσεις. Όχι! Ο ίδιος δε θα παρασυρόταν από το μίζερο κλίμα. Δεν ήταν στη φύση του να επιλέγει τα εύκολα. Θα άφηνε στους θλιβερούς, καταθλιπτικούς, αδιάφορους, ηλίθιους, υποκριτές συμμαθητές του το προνόμιο να κάνουν τη δασκάλα να δακρύσει και τελικά μάλλον να τους αποδώσει επαίνους και μεγάλους βαθμούς. Το δύσκολο δεν είναι να προκαλέσεις στενοχώρια και κατήφεια. Άλλωστε δεν είχε διαβάσει και λίγα συγκινητικά παραμύθια, διηγήματα, μυθιστορήματα. “Το κοριτσάκι με τα σπίρτα”, “Το κοριτσάκι χωρίς τα σπίρτα”, “Χωρίς οικογένεια”, “Με οικογένεια”, “Χωρίς μπατζανάκη”, “Με μπατζανάκη”. Υπήρχαν πολλά. Ατελείωτα πολλά! Όλα, βέβαια, με την προτροπή των γονιών του και με αντάλλαγμα την ελευθερία να διαβάσει τα κόμικς που λάτρευε ή την εξασφάλιση λίγης ώρας παιχνιδιού στον υπολογιστή.
Και μετά οι μεγάλοι αναρωτιούνται, γιατί τόσοι νέοι οδηγούνται στα ναρκωτικά, την κατάθλιψη, το αλκοόλ, το bullying και την αυτοκτονία. Μα τι άλλο να σου κάνουν τα παιδάκια με τα αναγνώσματα που τους προτείνονται, ιδίως τέτοιες γιορτινές μέρες; Ήδη είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι γονείς -τώρα πια και η δασκάλα- είχαν έναν και μοναδικό σκοπό: να διαλύουν, με κάθε τρόπο και ευκαιρία τη γιορτινή ατμόσφαιρα των ημερών! Οι μεγάλοι έχουν το χάρισμα να μετατρέπουν τις διακοπές σε βασανιστική κόλαση. Λες και θεωρούσαν αμαρτία την ανεμελιά και την απόλαυση.
Η περιγραφή του πόνου, της δυστυχίας, της ανέχειας είναι το εύκολο. Το δύσκολο είναι να κάνεις τους άλλους να γελάσουν με την ψυχή τους. Δηλαδή, όχι να γελάσει η ψυχή τους αλλά να γελάσουν πολύ, να ξεκαρδιστούν, να ξεστριφτούν τα άντερά τους από το γέλιο και να νιώσουν χαρά.
Ο ίδιος, λοιπόν, θα επέλεγε το διαφορετικό και δύσκολο με οποιοδήποτε κόστος. Θα έγραφε κάτι ευχάριστο και αισιόδοξο. Θα έγραφε μια ιστορία όπως αυτός επιθυμούσε. Ήταν έτοιμος να αναλάβει τις ευθύνες του. Μεγάλο παιδί ήταν πλέον. Δέκα ετών! Μωρέ θα έκανε αυτό που γούσταρε κι ας τον άφηνε και στην ίδια Τάξη η δασκάλα. Θλίψη, βάσανα, πόνο και μιζέρια από αυτόν δε θα έβλεπε! Ναι.
Το πρόβλημα τώρα ήταν να πλέξει την ιστορία του. Κοίταξε παρατηρητικά γύρω του. Έξω από το πολυτελές, κατάφωτο σπίτι του το χιόνι είχε δημιουργήσει ένα κατάλευκο φωτεινό σκηνικό κρύβοντας τις ατέλειες και ομορφαίνοντας τα πάντα. Όλα έδιναν την αίσθηση ότι είχαν στολιστεί για να υποδεχτούν τα Χριστούγεννα και να δώσουν χαρά στους ανθρώπους. Κάποια από τα παιδιά της γειτονιάς, ντυμένα με ζεστά πολύχρωμα ρούχα και φορώντας τα αδιάβροχα γάντια τους έφτιαχναν έναν τεράστιο χιονάνθρωπο. Κάποια άλλα έπαιζαν χιονοπόλεμο μέσα σε ένα πανηγύρι πανικού από φωνές, γέλια και κάπου κάπου τσιριχτές κραυγές πόνου. Η χιονόμπαλα, αν σε πετύχει στο πρόσωπο, μπορεί να προκαλέσει αφόρητο πόνο.
Ωραία! Είχε ήδη τη βασική εικόνα. Τώρα του έλειπαν οι πρωταγωνιστές. Έστρεψε το ροδαλό πρόσωπό του στο εσωτερικό του σπιτιού. Το μεγάλο, στολισμένο τζάκι, φορτωμένο κούτσουρα, έκαιγε στη γωνία γεμίζοντας το χώρο με γαλήνια θαλπωρή, υπέροχες μυρωδιές καμένου ξύλου και ζεστασιά. Το τεράστιο στολισμένο δέντρο έστεκε αγέρωχο ακριβώς δίπλα από το τζάκι με τις πολύχρωμες μπάλες του να αντανακλούν το φως των λαμπιονιών που αναβόσβηναν σε διάφορους ρυθμούς. Τα μεγάλα κλαδιά του έπεφταν σαν μια τεράστια στοργική αγκαλιά πάνω στα δώρα που περίμεναν στωικά το άνοιγμά τους την παραμονή της μεγάλης γιορτής. Κεριά, ελαφάκια, Αϊ Βασίληδες, ξύλινα αλογάκια, χαμογελαστοί χιονάνθρωποι (ψεύτικοι, γιατί οι αληθινοί θα έλιωναν και θα μούσκευαν τα πανάκριβα χαλιά της μητέρας του) έδιναν στο χώρο έναν τόνο (δεν εννοούμε χίλια κιλά αλλά το ύφος) χαράς και αισιοδοξίας. Τεράστιες πιατέλες με κάθε είδους λιχουδιές, φαγητά και γλυκίσματα είχαν πάρει τη θέση τους στον τεραστίων διαστάσεων μπουφέ που είχε στηθεί για τους καλεσμένους τους.
Όπως κάθε χρόνο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, έτσι και φέτος, οι γονείς του είχαν οργανώσει μια συγκέντρωση για φίλους. Συζητήσεις, γέλια και χαρά γέμιζαν το σαλόνι. Όλοι έδειχναν (μάλλον ήταν κιόλας) ευτυχισμένοι. Παρέες είχαν απλωθεί παντού δημιουργώντας πηγαδάκια μικρά και μεγάλα. Με αυτό δεν εννοούμε ότι είχαν σκάψει πηγαδάκια μικρά και μεγάλα στο σαλόνι και την τραπεζαρία. Η μαμά θα γινόταν έξαλλη με κάτι τέτοιο. Εννοούμε ότι είχαν δημιουργήσει παρέες μικρές και μεγάλες. Κάθε παρέα σχολίαζε τις υπόλοιπες. Έτσι κάνουν οι μεγάλοι!
Ο ίδιος αισθανόταν πολύ ευχαριστημένος. Ένιωθε την ανάγκη να εξωτερικεύει με κάθε τρόπο αυτό που ένιωθε. Αυτό θα έκανε και στην ιστορία που έπρεπε να παραδώσει στο σχολείο. Εντάξει, καταλάβαινε ότι υπάρχουν παιδάκια που πεινούν, που διψούν, που κρυώνουν, που πεθαίνουν από χίλιες δυο αρρώστιες, που χρειάζονται τη βοήθεια όσων δεν πεινούν, δε διψούν, δεν κρυώνουν, δεν πεθαίνουν από χίλιες δυο αρρώστιες και δε χρειάζονται τη βοήθεια των άλλων.
Εκείνο που δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει είναι για ποιο λόγο θυμόμαστε αυτά τα παιδάκια μόνο στις γιορτές. Δηλαδή, τον υπόλοιπο καιρό αυτά τα παιδάκια δεν πεινούν, δε διψούν, δεν κρυώνουν, δεν πεθαίνουν από χίλιες δυο αρρώστιες και άρα δε χρειάζονται τη βοήθεια όσων δεν … Τέλος πάντων, αν συνέχιζε έτσι δε θα τελείωνε ποτέ. Μα τι είναι η πείνα, η δίψα, το κρύο και οι αρρώστιες; Επισκέπτες είναι; “Γεια σας ήρθαμε αλλά έχουμε να πάμε και αλλού, οπότε δε θα καθίσουμε πολύ”! Δίνουν ραντεβού με την ανθρωπότητα σε τακτά χρονικά διαστήματα και όλο τον υπόλοιπο καιρό εξαφανίζονται;
Σιγά μην είναι έτσι! Όλα αυτά τα δεινά υπάρχουν πάντα. Το είχε δει και στην τηλεόραση σε ένα πολύ διαφωτιστικό ντοκιμαντέρ. Τότε για ποιο λόγο οι καλοζωισμένοι τα σκέφτονταν μόνο στις γιορτές; Για ποιο λόγο η θλίψη, η ανέχεια και ο πόνος των άλλων απασχολούν τους μεγάλους συγκεκριμένες περιόδους; Μήπως συμβαίνει αυτό, επειδή τις υπόλοιπες μέρες όλοι είναι φορτωμένοι με τα δικά τους βάσανα και ξεχνούν τα βάσανα των άλλων; Σιγά! Άμα είναι κανείς ευαίσθητος είναι συνεχώς κι όχι με διακοπές. Άμα τον απασχολεί ο πόνος των άλλων τον απασχολεί πάντα κι όχι κατά διαστήματα.
Όχι, όχι κάτι άλλο συνέβαινε. Μάλλον, είναι ο φόβος και οι τύψεις που οδηγούν σ’ αυτήν την αντίδραση. Ο φόβος της τιμωρίας ή του «κακού ματιού» και οι τύψεις της ευτυχίας. Ναι αυτό ήταν. Τέτοιες γιορτινές μέρες όλοι το ρίχνουν στο φαγητό, το ποτό, τη διασκέδαση. Και το κάνουν χωρίς κανένα όριο, με μοναδικό οδηγό την υπερβολή. Τρώνε μέχρι σκασμού, σαν να μην έχουν αγγίξει ποτέ ξανά φαγητό. Και μετά τρέχουν στα ινστιτούτα για αδυνάτισμα. Πίνουν σαν τρελοί και μετά παραπατούν, σκοντάφτουν, πέφτουν, δεν ξέρουν τι λένε και τι κάνουν. Και μετά αισθάνονται άσχημα. Νιώθουν ενοχές που το παράκαναν. Οι μεγάλοι αισθάνονται ντροπή για την απόλαυση. Φοβούνται ότι αν εκμυστηρευτούν τη χαρά ή την επιτυχία τους, οι άλλοι θα τους ματιάσουν. Τότε γεμίζουν τύψεις, απειλητικές σαν τον «terminator» στην τελευταία ταινία που είχε δει. Λες και κάποιος τους δίδαξε ότι είναι κακό να είναι ευτυχισμένοι και να το δείχνουν κιόλας. Πιστεύουν ότι η κόλαση τους περιμένει ως τιμωρία για το αμάρτημα της … χαράς. Βλέπουν τον εαυτό τους να βράζει στα καζάνια και το Βελζεβούλη να έχει στήσει πανηγύρι ανάμεσα σε φωτιές και άλλα φρικτά βασανιστήρια. Εφιάλτης!
Και τότε αρχίζουν να σκέφτονται πώς θα εξιλεωθούν, πώς θα αποφύγουν το κακό το μάτι και την ποινή που τους περιμένει, πώς θα σώσουν το τομάρι τους. Τότε μπαίνουν στη μέση τα φτωχά και δύστυχα παιδάκια ως σωτήρες. Μια σκέψη γι αυτά, ένα διήγημα που θα συγκινήσει, μια προσφορά σε χρήμα ή ρουχισμό και όλα ωραία. Μα πώς αυτοί οι μεγάλοι μπορούν να είναι τόσο υποκριτές; Δε συνειδητοποιούν ότι η υποκρισία είναι αμάρτημα μεγαλύτερο και από την αδιαφορία και από την υπερβολή;
Τι να πεις; Όχι ο ίδιος δε θα γινόταν υποκριτής. Θα ήταν καθαρός με τη συνείδησή του. Θα έγραφε ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα -όπως απαιτούσε η δασκάλα να κάνει- αλλά αυτό το διήγημα θα περιέγραφε τη χαρά, τη διάθεση για ζωή, την αισιοδοξία που πρέπει να χαρακτηρίζει ένα παιδί -όπως σιχαινόταν η δασκάλα. Θα έκανε λόγο για πλούτο, για διασκέδαση, για αγάπη και για στοργή. Κανένας πόνος δεν είχε θέση στο διήγημά του. Η χαρά και η απόλαυση θα κυριαρχούσαν. Ο δικός του πρωταγωνιστής θα ήταν ένα πραγματικά ευτυχισμένο παιδί. Ένα παιδί χορτάτο, ζεσταμένο, ευχαριστημένο με όσα είχε. Ένα παιδί που εκτιμούσε όσα συνέβαιναν και έκανε όνειρα για το μέλλον. Το δικό του διήγημα θα ήταν γεμάτο χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, μουσική, φίλους, φαγητό, έντονα χαρωπά χρώματα.
Ας έγραφαν όλοι οι άλλοι υποκριτικά για τη δυστυχία. Ας ενδύονταν οι υπόλοιποι το μανδύα της φιλευσπλαχνίας. Ας θυμούνταν όλοι οι άλλοι περασμένα, φτωχικά Χριστούγεννα όπου όμως «υπήρχε ανθρωπιά και απλότητα και ο καθένας ένιωθε δίπλα του το συνάνθρωπο και κυριαρχούσε η αγάπη και ο αλληλοσεβασμός, αξίες που σήμερα έχουν θυσιαστεί στο βωμό του χρήματος και της ακόρεστης σπατάλης» και άλλες τέτοιες μπούρδες. Αυτός όχι. Το μόνο που του έλειπε τώρα ήταν ο τίτλος και το όνομα του πρωταγωνιστή. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να βάλει το δικό του όνομα αλλά το βρήκε αρκετά ματαιόδοξο και εξαιρετικά επικίνδυνο. Η δασκάλα θα γινόταν έτσι κι αλλιώς “πυρ και μανία” με την επιλογή του να γράψει για τη χαρά κι όχι για τη λύπη. Δε χρειαζόταν να δώσει περαιτέρω αφορμές για εντάσεις και φωνές. Θα μπορούσε να του δώσει το όνομα κάποιου μισητού, «φυτού» συμμαθητή του αλλά μετά δε θα μπορούσε ξανά να του ζητήσει σημειώσεις ή τις λύσεις των ασκήσεων. Μπα, έπρεπε να βρει κάτι πιο πρωτότυπο.
Έριξε μια ματιά στα ράφια της βαρυφορτωμένης δρύινης βιβλιοθήκης, όπου βρίσκονταν τα γεμάτα πόνο και θλίψη διηγήματα που παλιότερα του είχαν χαρίσει διάφοροι άσχετοι, γνωστοί και άγνωστοι, με στόχο να καταστρέψουν την προσωπικότητά του οδηγώντας τον στην κατάθλιψη. Διάβαζε τους τίτλους αδιάφορα και τότε…
Φωτίστηκε περισσότερο κι από το γλόμπο του Κύρου Γρανάζη, γούρλωσε τα καταπράσινα, μεγάλα, παιδικά ματάκια του κι ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Είχε βρει τον τίτλο. Εντάξει, δεν ήταν και πολύ πρωτότυπος και μάλλον υπήρξε ελάχιστα εφευρετικός αλλά ο χρόνος δεν ήταν σύμμαχός του. Η δασκάλα δε θα το εκτιμούσε και μπορεί να είχε μπλεξίματα αλλά, τέλος πάντων, ήταν κάτι. Βάλθηκε να γράφει σαν δαιμονισμένος πατώντας με εξαιρετική ταχύτητα τα πλήκτρα του υπολογιστή. Κάθε χτύπημα ήταν γι αυτόν σαν χαρούμενη νότα που εξυμνούσε την ευτυχία χωρίς την παραμικρή τύψη για τη χαρά που ένιωθε γράφοντας το διήγημά του με τίτλο … «Ότιβερ Λουίστ»!