Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

Αναπαράγοντας Ανεύθυνους

Στο προηγούμενο σημείωμα αναφέρθηκα στο πώς, ως ελληνική κοινωνία, εκπαιδεύουμε ανθρώπους ανεύθυνους, με αφορμή την πρόσφατη πολύνεκρη τραγωδία και την προσπάθεια όλων των εμπλεκόμενων μερών να αποφύγουν την ουσιαστική ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης. Αναφέρομαι σε «ουσιαστική ανάληψη» κι όχι στους δακρύβρεχτους θεατρινισμούς που ζήσαμε. Γιατί, όταν αποδέχομαι ότι έχω, έστω και ελάχιστη, ευθύνη για τους ενενήντα τρεις (μέχρι στιγμής) νεκρούς και την απερίγραπτη καταστροφή, τα μαζεύω και πάω σπίτι μου, ώστε κάποιος πιο άξιος να με αντικαταστήσει. 
Λίγες ώρες μετά ένα περιστατικό που βίωσα με έπεισε ότι ως κοινωνία όχι απλώς εκπαιδεύουμε ανεύθυνους αλλά και πως με κάθε τρόπο τους διδάσκουμε ότι η ανευθυνότητα αποτελεί μια καθ’ όλα αποδεκτή συμπεριφορά σε κάθε επίπεδο και ανεξάρτητα από τον βαθμό επικινδυνότητάς της. 
Περίοδος εγγραφών. Οπότε, Λάρισα downtown. Πρωινή συνάντηση και καφές στο φροντιστήριο. Όλα τα μέλη εκεί. 
Όλα; 
Όχι. Ένα από τα μέλη δεν έχει εμφανιστεί ακόμη. Και δε μας έχει συνηθίσει σε τέτοια. 
Κάποια στιγμή η συνάδελφος κάνει την εμφάνισή της φανερά αναστατωμένη. 
-Ξέρετε τι μου έτυχε χθες βράδυ; 
Πού να ξέρουμε οι καψεροί; Γιατί, όλοι εμείς στην «άποψη» ένα κληρονομικό χάρισμα το διαθέτουμε, χωρίς, όμως, αυτό να μας δίνει την άνεση να γνωρίζουμε τα πάντα. Αν τα γνωρίζαμε, θα παίζαμε τζόκερ, θα κερδίζαμε τα οχτώ εκατομμυριάκια και μην τους είδατε, μην τους απαντήσατε. 
Κι αφού, όπως έγινε φανερό, δεν ξέραμε, η συνάδελφος καθηγήτρια άρχισε να μας αφηγείται το γεγονός που... έγινε. Αφήγηση που συνοδευόταν από έντονες κινήσεις, δραματική έκφραση συναισθημάτων, παιχνίδια με τον τόνο της φωνής αλλά και ενδιάμεσα σχόλια κοινωνικού περιεχομένου. Έτσι είναι αυτή (η συνάδελφος). Το να σου μεταφέρει ένα γεγονός χωρίς σχόλια, χωρίς παρεκβάσεις της είναι αδύνατο και κυρίως αδιανόητο. Άρχισε, λοιπόν: Φεύγοντας από δω το βράδυ μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για το σπίτι. Στον δρόμο πιάνω το κινητό για να συνεννοηθώ με τα παιδιά μου. Φτάνοντας έξω από το Δημοτικό Ωδείο βλέπω μπλόκο της τροχαίας κι έναν αστυνομικό να μου κάνει νόημα να σταματήσω. Πετάω το κινητό στη θέση του συνοδηγού αλλά ήταν πλέον αργά. (Εννοείται ότι μεταφέρω απλώς τα γεγονότα αποφεύγοντας τα ενδιάμεσα σχόλια). 

Ωραία. Ο καθένας θα μπορούσε να φανταστεί τα επακόλουθα. Πρόστιμο, αφαίρεση διπλώματος και πινακίδων για έναν ή δυο μήνες κι όλα καλά και σε άλλα με υγεία. Η συνάδελφος, η οποία δεν υπήρξε νομοταγής, παρότι μορφωμένη και με γνώση του νόμου, πιθανώς θα το σκεφτόταν πολύ καλά πριν ξαναπιάσει το κινητό κατά τη διάρκεια οδήγησης και μάλιστα χωρίς τη χρήση Bluetooth. Η ποινή θα διαδραμάτιζε τον ρόλο της, ο οποίος δεν είναι τιμωρητικός αλλά παιδαγωγικός. 
Έτσι είναι ο νόμος και γι αυτό υφίσταται σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αποτελεί ένα ακόμη μέσο διαπαιδαγώγησης των πολιτών, στους οποίους οικογένεια και σχολείο δεν κατάφεραν να μεταδώσουν κοινωνική συνείδηση. 
Καλά και άγια όλα αυτά αλλά θα ίσχυαν σε οποιαδήποτε αναπτυγμένη και σοβαρή χώρα αλλά όχι στην Ελλάδα, γιατί ελάχιστοι μπορούν να ισχυριστούν ότι ζούμε σε μια κανονική χώρα. Η συνέχεια του επεισοδίου υπήρξε λίιιγο πιο διαφορετική, άκρως γραφική και συνάμα απόλυτα γελοία. 
Το όργανο (αστυνομικός) πράγματι αφαίρεσε από τη συνάδελφο το δίπλωμα και την άδεια κυκλοφορίας. Πρόστιμο, όπως την ενημέρωσε, δεν υφίσταται για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ό,τι συνέβη μέχρι εδώ μας κάνει να σκεφτόμαστε ότι είμαστε μια οργανωμένη χώρα, αλλά... Αλλά από το σημείο αυτό και έπειτα αρχίζει ένα θέατρο του παραλόγου που φωνάζει από μακριά: Εδώ είναι Ελλάδα! Εδώ είναι Βαλκάνια και ζούμε πρωτόγονες καταστάσεις. 
Το «όργανο», αφού έκανε τα τυπικά και αναμενόμενα, άρχισε να συμβουλεύει τη συνάδελφο. Της είπε ότι «δεν τρέχει τίποτε» και «να μη στενοχωριέται», γιατί την επόμενη μέρα θα μπορούσε να πάει στα γραφεία της τροχαίας, να κλαφτεί λίγο, να πει ότι το χρειάζεται το δίπλωμα και την άδεια κυκλοφορίας και να τα πάρει πίσω και ούτε γάτα ούτε ζημιά!!! Δηλαδή, ο τύπος που πληρώνεται από το κράτος και άρα από τους φορολογούμενους για να ελέγχει την τήρηση του νόμου, παρέχει συμβουλές σε κάποιον που τον παραβίασε χωρίς καμιά αμφιβολία, ώστε να αποφύγει τις κυρώσεις. 
Όπως καταλαβαίνετε η περιέργεια όλων μας για το τι συνέβη τελικά είχε χτυπήσει κόκκινο και μάλιστα της φωτιάς σαν τα νύχια μιας άλλης συναδέλφου. Η συνάδελφος / παραβάτης συνέχισε αφηγούμενη πλέον την πρωινή επίσκεψή της στην τροχαία. Εκεί την έστειλαν στον αξιωματικό υπηρεσίας, στον οποίο εξήγησε ότι τα έγγραφα που της αφαιρέθηκαν της είναι απαραίτητα. Φαντάζομαι το σκηνικό και φαντάζομαι ότι θα έπαιξε πολύ δράμα του στιλ «είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για μένα να κυκλοφορώ με αυτοκίνητο, γιατί τα βράδια δουλεύω στην Uber για ένα έξτρα εισοδηματάκι, γιατί ξέρετε κύριε αξιωματικέ υπηρεσίας μου ότι οι καιροί είναι δύσκολοι και πώς θα ζήσω τα παιδάκια μου...». 
Και εντάξει, μπορεί το σκηνικό να μην εμπεριείχε όλο αυτό το δράμα αλλά η συνέχεια αποτελεί την επιτομή της φαιδρότητας. Ο αξιωματικός της είπε ότι δεν μπορούσε έτσι απλά να της επιστρέψει τα έγγραφα αλλά ότι υπήρχε λύση. Και η λύση ήταν να πάρει ένα χαρτί από γιατρό (μάλιστα από γ ι α τ ρ ό) που να λέει ότι υπήρξε άμεση ιατρική ανάγκη και για αυτό μιλούσε στο κινητό. 
Η γελοιότητα σε όλο το μεγαλείο της, χτυπάει ταβάνι. Όλοι κοροϊδεύουν όλους. Όλοι γνωρίζουν ότι υπήρξε παράβαση, η οποία ευτυχώς δεν απέβη μοιραία (ναι, αλλά πόσες και πόσες παρόμοιες παραβάσεις οδηγούνται σε δράματα καθημερινά!), όλοι γνωρίζουν ότι η επιβολή του νόμου θα μπορούσε να συνετίσει τον παραβάτη, ότι είναι βλακώδες τα όργανα του νόμου να καθοδηγούν τον παραβάτη σε λύσεις που παρακάμπτουν τον νόμο αλλά παράλληλα, όλοι επιθυμούν μέσα στο όργιο βλακώδους ανοησίας και ανευθυνότητας να υφίσταται κάτι το ηθικό (στη συγκεκριμένη περίπτωση χαρτί από γιατρό!!!). 
Τελικά, η συνάδελφος βρήκε γιατρό που υπέγραψε το συγκεκριμένο χαρτί χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, οπότε θα συνεχίσει να οδηγεί και μάλλον -τώρα που γνωρίζει τα κόλπα- με το κινητό στο χέρι. Η ευκαιρία να διδαχτεί η ίδια και ίσως ο περίγυρός της δείχνοντας μεγαλύτερο σεβασμό και υπακοή στους νόμους χάθηκε. 
Παρόμοιες καταστάσεις βιώνουμε διαρκώς. Η παραβατικότητα αποτελεί πια μια οικεία καθημερινότητα που δεν εκπλήσσει κανέναν εμποδίζοντας κάθε πιθανότητα προόδου. Εννοείται ότι βρισκόμαστε μακριά από το να αποτελέσουμε οργανωμένο κράτος. Η αντικοινωνική συμπεριφορά (αυτό σημαίνει παραβιάζω τον νόμο) θα συνεχίσει να χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα και η ελπίδα για κάτι καλύτερο θα συνεχίσει να αποτελεί ζητούμενο. 
Ο νόμος μπορεί να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο σε μια κοινωνία. Μπορεί να διαπαιδαγωγεί, μπορεί να διαφυλάσσει την ηρεμία, την ενότητα, την αίσθηση δικαιοσύνης. Μπορεί όμως, να το κάνει αυτό σε περιπτώσεις όπου η παραβατική συμπεριφορά -ανευθυνότητα- είναι η εξαίρεση. Όταν είναι ο κανόνας, τότε ο νόμος υπάρχει απλώς για... ομορφιά, ανίκανος να συμβάλει στην τόνωση της υπευθυνότητας. 
Οπότε, κι όσο οι... υπεύθυνοι για την τήρηση των κανόνων κάνουν τα στραβά μάτια και μάς δείχνουν τρόπους αποφυγής των συνεπειών της ανευθυνότητάς μας, θα συνεχίσουμε να ανεχόμαστε την ανέγερση αυθαιρέτων, την επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά, την οικολογική καταστροφή, τον εκφοβισμό, την αναξιοκρατία, τις «παρεμβάσεις» συλλογικοτήτων, την καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας... ως φυσιολογικές συμπεριφορές.


Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Εκπαιδεύοντας Ανεύθυνους

Αν κάτι έχει αφήσει η πρόσφατη, πολύνεκρη και καταστροφική τραγωδία στη χώρα μας είναι πόνος, πικρία και, με βεβαιότητα, αρκετούς προβληματισμούς. Ο πόνος θα συνοδεύει για αρκετό διάστημα εκείνους που έχασαν οικείους, περιουσίες και σημεία αναφοράς. Η πικρία εκείνους που παρακολούθησαν την εξέλιξη ενός δράματος απέναντι στο οποίο, για πολλοστή φορά, ο κρατικός μηχανισμός στάθηκε ανίκανος να αμυνθεί. Οι προβληματισμοί όσους δε μένουν απλώς στα γεγονότα αλλά προσπαθούν να εξαγάγουν συμπεράσματα και να εντοπίσουν απαντήσεις.
                Εκείνο που παρατηρήθηκε, όμως, είναι η έλλειψη απαντήσεων. Στην ελληνική επικράτεια αποτελεί σύνηθες φαινόμενο. Όλοι οι άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενοι, ανεξάρτητα από τη θέση που βρίσκονται αλλά και το τι εκπροσωπούν, προσπαθούν αγωνιωδώς να διώξουν την ευθύνη από πάνω τους. Η ανάληψη -με ουσιαστικό και όχι θεατρικό τρόπο- οποιασδήποτε ευθύνης στη χώρα μας δείχνει να ισοδυναμεί με τη χειρότερη αμαρτία που οδηγεί στην κόλαση. Η συγκεκριμένη απαράδεκτη δειλία απέναντι στην ευθύνη είναι συνθήκη ικανή, ώστε να εξηγήσει την κατάσταση -οικονομική, πολιτική και κοινωνική- στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα.
                Η συγκεκριμένη ανευθυνότητα δεν είναι τυχαία και δεν έχει να κάνει με θεϊκές παρεμβάσεις και επιδιώξεις σκοτεινών δυνάμεων, οι οποίες φθονούν και ζηλεύουν τον περιούσιο λαό μας. Πρόκειται για στάση ζωής, την οποία προετοιμάζουν από πολύ πολύ νωρίς γονείς, σχολείο και φυσικά η εκάστοτε εξουσία. Δυστυχώς, η δομή της προσωπικότητάς, η κουλτούρα μας και άρα οι επιλογές ζωής μας καθορίζονται, σε μεγάλο βαθμό, από ένα σύνολο παραγόντων που νοσούν.
                Τα πάντα ξεκινούν από εκείνη την κατηγορία γονιών που θα ήθελαν -και συχνά το πιστεύουν- το παιδί τους να συνδυάζει κάτι από Αϊνστάιν (σε πνεύμα), Αντζελίνα Τζολί ή Μπραντ Πιτ (σε εμφάνιση) και Τζεφ Μπέζος (σε επιχειρηματικότητα). Οι συγκεκριμένοι γονείς, μακριά από κάθε ρεαλιστική προσέγγιση, αρνούνται να δουν την πραγματικότητα, γεγονός που τους οδηγεί σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να δικαιολογήσουν κάθε αδυναμία και, κυρίως αυτό, κάθε αποτυχία των παιδιών τους. Για ό,τι ατυχές συμβαίνει στη ζωή των... βλασταριών τους θα φταίει το σύστημα, οι εκπαιδευτικοί που δεν αναγνωρίζουν την -πολύ καλά κρυμμένη- αξία του μονάκριβού τους, το κακό το μάτι, η κοινωνία η ένοχη. Ακόμη κι όταν τα... γλυκά τους, στο τέλος του Λυκείου, δείχνουν ανημπόρια να συμπληρώσουν ένα απλό μηχανογραφικό επιλέγοντας τη σχολή στην οποία επιθυμούν να εισαχθούν, η συγκεκριμένη κατηγορία γονιών -είναι η πλειονότητα- έχουν έτοιμη τη δικαιολογία: «και πού να ξέρουν τα καημένα για τις σχολές;». Παράλληλα, και για να αποφευχθούν τα χειρότερα στήνουν ένα ωραίο υπερπροστατευτικό σκηνικό γύρω από τα… γλυκούλια τους, ώστε να ελέγχουν τα πάντα. Πόσες πιθανότητες έχει ένα παιδί που μεγαλώνει με αυτόν τον τρόπο να αναλάβει ποτέ ευθύνη για το οτιδήποτε κάποια στιγμή στη ζωή του; Είναι τουλάχιστον βλακώδες να θεωρεί κανείς ότι με την πάροδο των χρόνων ένα τέτοιο άτομο θα γίνει υπεύθυνο. Και πώς να γίνει άλλωστε; Με επιφοίτηση;
                Στο καταστροφικό έργο των γονιών έρχεται να προστεθεί και ένα νοσηρό, σε μεγάλο βαθμό, εκπαιδευτικό σύστημα που ισοπεδώνει τα πάντα. Μεγάλοι βαθμοί χωρίς το παραμικρό αντίκρισμα, απλοϊκά θέματα σε εξετάσεις που δεν αναδεικνύουν και δε διαχωρίζουν τους πραγματικά ικανούς, συνεχής μείωση της ύλης σε επίπεδα ντροπιαστικά. Η αποτυχία θεωρείται κάτι τραγικό, η πίεση στον μαθητή, ώστε να αναλάβει τις ευθύνες του, να οργανώσει την προσπάθειά του, να κοπιάσει για να κατακτήσει υψηλούς στόχους θεωρούνται καταστάσεις βάρβαρες και ανοίκειες για το ελληνικό πρότυπο διαπαιδαγώγησης. Το παιδί κάπως έτσι φτάνει στο τέλος της εφηβείας χωρίς να έχει μάθει τι σημαίνει ευθύνη ακόμη και απέναντι σε απλά ζητήματα της καθημερινότητας και χωρίς προοπτική να κατανοήσει τη σημασία της υπευθυνότητας ως στάσης ζωής.
                Και σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί ένα κράτος ανεύθυνο, ανοργάνωτο, λαϊκιστικό, στελεχωμένο, ως επί το πλείστον, από μετριότητες. Το κακό ολοκληρώνεται από μια ηγεσία που γνωρίζει έναν και μόνο τρόπο για να διεκδικεί την ψήφο των πολιτών(;). Και ο τρόπος που γνωρίζει δεν είναι η παραγωγικότητα της εξουσίας, δεν είναι η επίλυση προβλημάτων, δεν είναι η ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών ζωής, ούτε η εξυπηρέτηση των ανθρώπων και η παροχή αίσθησης ασφάλειας σε αυτούς. Όχι, δεν είναι τίποτε από αυτά. Είναι το ρουσφέτι, είναι η αιτιολόγηση παράνομων πράξεων, είναι η εύνοια των μέτριων με αντάλλαγμα ψήφους. Και όταν, βέβαια, η ηγεσία δεν αναλαμβάνει τις δικές της ευθύνες, λειτουργεί κι ως πρότυπο για τους υπολοίπους.
                Αν κάποιος αναρωτιέται για το ποιοι είναι οι υπεύθυνοι για την πρόσφατη τραγωδία, έχει την απάντηση. Η κοινωνία μας φταίει που ανέχεται τα αυθαίρετα, που αντιμετωπίζει τον κρατικό μηχανισμό ως χώρο για να βολεύονται οι κομματικές στρατιές των μετρίων, που επιλέγει πολιτικούς με κριτήριο το προσωπικό όφελος, που δείχνει ανοχή στην καθημερινή παραβατικότητα, που κατεβαίνει στους δρόμους για να φωνάξει ότι η Μακεδονία είναι ελληνική ή είναι Ελλάδα ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, αλλά παρακολουθεί από τον καναπέ την καταστροφική μανία της φωτιάς και την προσπάθεια των υπευθύνων(;) να αποδείξουν ότι δεν έχουν την παραμικρή ευθύνη. 
Η κοινωνία μας φταίει, επειδή φοβάται να διδάξει υπευθυνότητα.