Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

"Πέτα τη μαμά από το τρένο"!

Μπορεί «μάνα να είναι μόνο μία και στον κόσμο άλλη καμία!» όπως όλοι γνωρίζουμε. Μπορεί «Μάνα να κράζει το παιδάκι, Μάνα ο νιος και Μάνα ο γέρος, Μάνα να ακούς σε κάθε μέρος, α! τι όνομα γλυκό», αλλά ισχύουν με μια εξαίρεση, αφού τίποτα από αυτά δεν ισχύει για τη μάνα του υποψηφίου για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας!
Στην περίπτωση αυτή η μάνα, από το γλυκό, γεμάτο στοργή και προδέρμ, πλάσμα που ξέρουμε, γίνεται απλώς ανυπόφορη! Μετατρέπεται σε Σκύλλα και σε Χάρυβδη μαζί (δύο σε ένα), σε μέγαιρα, σε οδοστρωτήρα εφηβικών χαρακτήρων, σε ανθρωπόμορφο τέρας, σε γραφική καρικατούρα τυράννου. Η εμπειρία των παιδακίων τέτοιων μανάδων, κάθε χρονιά τέτοια περίοδο είναι, με απλά λόγια, το λιγότερο δραματική!
Μετά από μακροχρόνια παρατήρηση έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στον όλο παραλογισμό κυριαρχούν δύο είδη μανάδων. Από τη μια, η μάνα που λόγω εξετάσεων χάνει το «εγώ» της, το ταυτίζει με το «εγώ» του παιδιού - υποψηφίου και γίνεται ένα με αυτό. Πρόκειται για το γνωστό «μανοπαίδι», συνδυασμό ζηλευτό και για τον πιο προχωρημένο Γενετιστή. Από τη δύο, η μάνα που υπερεκτιμώντας το δικό της «εγώ» υποτιμά διαρκώς το «εγώ» του παιδιού. Με την τρίτη κατηγορία μανάδων, τις φυσιολογικές, εκείνες δηλαδή που συμπαραστέκονται στο παιδί, του διασφαλίζουν την ηρεμία αλλά και τη δομή που χρειάζεται όχι μόνο πριν τις εξετάσεις, δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθώ, γιατί αυτές είναι … μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Με τις πρώτες, εκείνες που μετατρέπονται σε «μανοπαίδι», συμβαίνει το εξής: Αυτές -όλο και περισσότερες- ταυτίζονται με το παιδί. Αγαπημένο τους πρόσωπο στον καθημερινό λόγο γίνεται αίφνης το α΄ πληθυντικό. Η μία ρωτάει: «Και τι πρέπει να προσέξουμε τώρα στην επανάληψη»; Κι εγώ αναρωτιέμαι: «Βρε μπας και δίνει κι αυτή (η μάνα) Πανελλαδικές τώρα πίσω πίσω μαζί με το παιδί»; Η άλλη δηλώνει: «Αρχίσαμε να παίρνουμε βιταμίνες και μουρουνέλαιο για να αντέξουμε το ξενύχτι»! Κι εγώ σκέφτομαι: «Τι λες μωρή; Έχεις δοκιμάσει ποτέ μουρουνέλαιο, να δεις τη γλύκα; Τι το δίνεις στο παιδί»; Να το πεθάνεις θέλεις; Γιατί θεωρώ ότι το μουρουνέλαιο, όχι μόνο δε βοηθάει, αλλά μπορεί να γίνει και αιτία εγκατάλειψης της προσπάθειας, αφού το παιδί σκέφτεται: «άμα για να περάσω στο πανεπιστήμιο, πρέπει κάθε πρωί να πίνω αυτή την αηδία, μη σώσω και περάσω καμιά φορά»!
Οι μανάδες «μανοπαίδι», αν το παιδί δεήσει και περάσει σε μια σχολή, όλο περηφάνια θα δηλώνουν: «Περάσαμε στη σχολή τάδε» και θα το εννοούν. Γιατί σιγά και μην το αφήσουν στην ησυχία του το παιδάκι μετά. Θα συνεχίσουν να του επιβάλλουν τα «θέλω» τους. Θα του βρουν και μια νυφούλα ή ένα γαμπρούλη, ανάλογα με τα γούστα, θα του διαλέξουν καναπέ για το σαλόνι, θα αποφασίσουν πότε θα αποκτήσει δικά του παιδιά, πώς θα τα μεγαλώσει και δεν ξέρω τι άλλο. Τα παιδάκια τέτοιων μανάδων είναι για λύπηση. Ακόμα κι αν περάσουν (μαζί με τη μάνα τους εννοείται), σε μια σχολή, δε θα αυτονομηθούν στον αιώνα τον άπαντα. Πάντα θα είναι «μανοπαίδια», για να μη χρησιμοποιήσω καμιά άλλη κουβέντα που θα είναι παλιοκουβέντα και ξεκινάει από «μπου…» και τελειώνει σε «…έσες» και έχει ένα «χ» ανάμεσα! Δε θα μπορούν να είναι μόνα τους. Κι αν αναγκαστούν να είναι, απλώς θα τα κάνουν θάλασσα, γιατί δεν ξέρουν μπάνιο χωρίς τα μπρατσάκια - μάνα, δεν έχουν ασκηθεί στη λήψη αποφάσεων.
Κι ενώ αυτές οι μανάδες πνίγουν την προσωπικότητα του παιδιού, όπως μας έπνιξε το νέφος του ισλανδικού ηφαιστείου, οι άλλες το πνίγουν με πιο παραδοσιακούς και αυταρχικούς τρόπους. Οι πρώτες έχουν και τη βλακώδη δικαιολογία: «από αγάπη το κάνω». Οι δεύτερες δεν ξέρω τι έχουν. Γιατί το να φέρονται στο παιδί σαν να είναι ο Κούντα Κίντε (καλός και ονομαστός δούλος) δε δείχνει παρά συμπλέγματα, σωρευμένη κακία και ανασφάλεια. Σαν να θέλουν να εκδικηθούν το παιδί για τους πόνους της γέννας που τους προκάλεσε, όταν το έφερναν στον κόσμο, για τις ραγάδες και τα περιττά κιλά που τις συνοδεύουν από τότε!
Μπαίνει το παιδάκι ανυποψίαστο στο σπίτι και ανακοινώνει μέσα στην τρελή χαρά και τη δικαιολογημένη περηφάνια: «Μαμά πήρα ενενήντα εφτά (97) στα εκατό (100) στη Φυσική Κατεύθυνσης»!!! Και η μαμά, αντί να χαρεί για το βλαστάρι της, με ύφος απόγνωσης παρατηρεί: «Γιατί βρε παιδάκι μου; Πού τα έχασες τα τρία (3) μόρια»; Το παιδί με ύφος «τα έχω δει όλα με τη γραφική που έμπλεξα» θα ακούσει τον εξάψαλμο: «Όταν τα λέω εγώ ότι είσαι απρόσεκτος και τεμπέλης, γίνομαι κακιά! Μάλλιασε η γλώσσα μου να λέω διάβασε και διάβασε, αλλά ποιος να ακούσει»; Αν το παιδάκι δεν έχει λιποθυμήσει ακόμα, συνεχίζει: «Και ο διπλανός σου, ο γιος αυτής της ανεπρόκοπης της γειτόνισσας, που είναι πιο όμορφος και έξυπνος από σένα πόσο έγραψε; Ε, πόσο; Άμα νομίζεις ότι έτσι περνούν στις Πανελλαδικές, είσαι πολύ γελασμένος»! Αυτά και άλλα υποτιμητικά συνθέτουν τη συμπεριφορά των μανάδων «εγώ είμαι η καλύτερη και η εξυπνότερη σε ολόκληρη την Πλάση, απλώς δε μου δόθηκαν οι ευκαιρίες για να τα καταφέρω».
Τέτοιες μανάδες έχουν την αίσθηση ότι δεν μπορεί να είναι δικό τους παιδί το συγκεκριμένο. Πιστεύουν ότι κάποιο λάθος έγινε στο μαιευτήριο και φεύγοντας τις έδωσαν το λάθος, βλαμμένο παιδί που στην πραγματικότητα ανήκει σε άλλη. Κι αυτά τα παιδάκια είναι για λύπηση. Χωρίς την παραμικρή αυτοπεποίθηση εκείνο που καταφέρνουν είναι μια ξεγυρισμένη αποτυχία. Κουρασμένα από την πίεση της μαμάς - terminator αναζητούν τρόπους φυγής και καταπτοημένα φτάνουν στις εξετάσεις απλώς για να … επιβεβαιώσουν, συνήθως, τη μάνα δράκαινα.
Τραγικές εικόνες όλο και πιο συχνές! Κι επειδή από τέτοιες μανάδες δεν περιμένω το παραμικρό, η ελπίδα μου είναι τα παιδιά. Αυτά πρέπει να καταλάβουν ότι πρόκειται για τη δική τους ζωή και η ζωή είναι σαν ένα ταξίδι με τρένο. Έχει σταθμό αναχώρησης (γέννηση) και τελικό προορισμό (τα ραπανάκια ανάποδα). Το πόσο όμορφο θα είναι το ταξίδι εξαρτάται , σε μεγάλο βαθμό, και από τους συνεπιβάτες και οι μαμάδες που περιγράφηκαν ήδη καθόλου δεν το ομορφαίνουν. Οπότε σε κάθε παιδί τέτοιας μαμάς συμβουλεύω ένα και μόνο πράγμα: «Πέτα τη μαμά από το τρένο»!!!

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

"Στο δρόμο της απώλειας"!!!

Τέτοια ανησυχία είχα να την περάσω από τότε που έβλεπα την ταινία «Ο μανιακός δολοφόνος με το πριόνι VI»! Τόσους μήνες στην εξουσία η νέα κυβέρνηση και να μην αποτολμήσει μια μικρούλα επανάσταση, μια επανίδρυση έστω του εκπαιδευτικού συστήματος; Τι απραξία κι αυτή! Έφτασα σε σημείο να μην κοιμάμαι καλά τα βράδια, να σκέφτομαι ότι αυτοί θα το δουν σοβαρά το θέμα και γι αυτό το καθυστερούν. Αργούν, επειδή ακόμη και η πιο ανεπαίσθητη παρέμβαση σε έναν τόσο σημαντικό χώρο, όπως της εκπαίδευσης, προϋποθέτει μελέτη, επεξεργασία, οργάνωση στη λεπτομέρεια, αξιολόγηση των πιθανών αποτελεσμάτων και τελικά διαμόρφωση των κατάλληλων προϋποθέσεων, ώστε τα μέτρα να μην είναι «αέρα πατέρα». Γιατί, όπως όλοι γνωρίζουμε, τα καλά τα μέτρα μπορεί να είναι «αέρα μητέρα», «αέρα κουμπάρα», «αέρα μπατζανάκη» αλλά ποτέ μα ποτέ «αέρα πατέρα»!
Επιτέλους, έφτασε η ώρα της γαλήνης. Τα πρώτα μέτρα -ενδεικτικά των προθέσεων αλλά και των δυνατοτήτων- της νέας κυβέρνησης έκαναν την εμφάνισή τους προκαλώντας ρίγη συγκινήσεως, «ένθεη μανία και έξαλλο ενθουσιασμό» στα πλήθη. Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, δημιουργία του ψηφιακού σχολείου, νέος τρόπος πρόσληψης των εκπαιδευτικών και κυρίως κατάργηση της βάσης του δέκα και αύξηση των απουσιών. Αυτά τα δυο τελευταία από μόνα τους πιστοποιούν την ευφυή πρωτοτυπία και την απαράμιλλη επαναστατική πρακτική που διέπει τη νέα ηγεσία της παιδείας μας.
Καιρός ήταν πλέον να εμφανιστούν μερικοί έξυπνοι και προοδευτικοί άνθρωποι στο χώρο του υπουργείου Παιδείας για να βάλουν τα πράγματα σε τάξη. Κάθισαν και σκέφτηκαν οι άνθρωποι: «Γίνεται να βελτιώσουμε το ελληνικό σχολείο; Σιγά και μη γίνεται! Κι αφού δεν γίνεται, τι να κάνουμε; Να του βάλουμε φουρνέλο;». Εδώ η απάντηση είναι ένα βαρύγδουπο ΟΧΙ, γιατί αυτό θα προκαλούσε την αντίδραση της Αριστεράς. Οπότε τι μπορούσαν να κάνουν; Μα ακριβώς αυτό που έκαναν.
Σκέφτηκαν, λοιπόν, το αυτονόητο. Αφού το σχολείο κινείται, λειτουργεί και προσφέρει σε επίπεδα κάτω της βάσης και άρα διαμορφώνει προσωπικότητες που κινούνται κάτω της βάσης, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να θέσουν και κριτήρια επιλογής που θα κινούνται κάτω της βάσης. Να μην παραμυθιαζόμαστε κιόλας! Κι έτσι, σε μια περίοδο που ως χώρα ψάχνουμε το ευρώ με το μεγεθυντικό φακό ώστε να μη φαλιρίσουμε, το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να μας χρεώσει κάτι παραπάνω κρατώντας στη ζωή ΤΕΙ και ΑΕΙ που θα έπρεπε να «τα έχουν τινάξει» προ πολλού. Ίσως βέβαια, η κυβέρνηση πιστεύει ότι δίνοντας την ευκαιρία σε μαθητές αναλφάβητους (κυριολεκτώ) να εισαχθούν με βαθμούς τρία (3) και τέσσερα (4) σε τμήματα που δε θα τα επέλεγαν ούτε οι νεκροί προηγούμενων εποχών, εξασφαλίζουν μέλλον λαμπρό στη χώρα μας. Γιατί άμα «βγάλουμε» μερικές εκατοντάδες ακόμα ιχθυολόγους, ιχθυοκόμους, επισκέπτες, επισκέπτριες και ειδικούς στη λαϊκή παραδοσιακή μουσική ή στη φυτική και ζωική παραγωγή, θα γίνουμε πρότυπο ανάπτυξης διεθνώς. Αν δεν το καταλάβατε, για την τωρινή κρίση που περνάμε φταίει η έλλειψη ιχθυοκόμων από την αγορά και όχι η τεμπελιά, η ανοργανωσιά, η ματαιοδοξία, ο λαϊκισμός και η υποκουλτούρα του έθνους μας!
Δηλαδή, ούτε ένας σοβαρός άνθρωπος βρέθηκε, έστω να περνάει έξω από το υπουργείο Παιδείας και να σφυρίξει κλέφτηκα στους από μέσα: «Ρε μάγκες, άμα τα έχετε τα λεφτά, γιατί δεν τα δίνετε εκεί που πραγματικά χρειάζεται; Γιατί δεν τα δίνετε για τη βελτίωση των υποδομών σε σχολές σύγχρονες και αναγκαίες; Γιατί δεν τα δίνετε εκεί που εισάγονται παιδιά που μόχθησαν, αφιέρωσαν χρόνο, χρήμα και κυρίως μυαλό; Για ποιο λόγο πρέπει να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε, να επιβραβεύουμε και κυρίως να ακριβοπληρώνουμε τη μετριότητα και την τεμπελιά»; Αλλά έτσι είμαστε εμείς και άρα τέτοια εξουσία μας ταιριάζει. Μια εξουσία άσκοπης σπατάλης που θα συνεχίσει να υποθηκεύει το μέλλον όλων, δικαίων και αδίκων.
Εκείνο, όμως, που βεβαιώνει ότι το ελληνικό σχολείο βρίσκει πλέον το δρόμο τον σωστό είναι η αύξηση των μαθητικών απουσιών. Η δικαιολογία ήταν ότι φέτος αρκετοί μαθητές, λόγω γρίπης, αναγκάστηκαν να λείψουν για μέρες από τα μαθήματά τους. Ωραίο; Βέβαια, θα μπορούσε το υπουργείο απλώς να «σβήσει» τις απουσίες εκείνων που πράγματι ήταν άρρωστοι αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν ημίμετρο και τέτοια στη χώρα μας δεν περνούν. Εδώ, άμα είναι να την κάνουμε τη δουλειά, την κάνουμε όμορφα και παστρικά. Μισές δουλειές δεν θέλουμε. Οπότε το υπουργείο επέδειξε λογική και σύνεση και έκανε αυτό που έκανε. Σου λένε οι υπεύθυνοι -υπουργός, υφυπουργοί, σύμβουλοι και βάλε- όλοι πλέον, ακόμα και οι πέτρες (γιατί στον τόπο μας και οι πέτρες έχουν μυαλό και λόγο) ξέρουν ότι το σχολείο όχι μόνο δεν προάγει τίποτε καλό αλλά έχει γίνει πηγή κινδύνων απερίγραπτων. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, λοιπόν, για να περιορίσουμε το κακό είναι να μειώσουμε το χρόνο επαφής των μαθητών μ’ αυτό. Τέλειο!
Μάλιστα, αν αυτό που χαρακτηρίστηκε προσωρινό μέτρο, ακολουθήσει την πεπατημένη -στη χώρα μας ουδέν μονιμότερον του προσωρινού- τότε σίγουρα το σχολείο βρήκε το δρόμο του και επίσημα πια. Ίσως η φετινή χρονιά λειτουργήσει και ως πρότυπο για τις επόμενες. Σκεφτείτε ότι φέτος τα σχολεία δε λειτούργησαν λόγω εκλογών, λόγω καταλήψεων, λόγω απεργιών, λόγω γρίπης, λόγω εκδρομών, λόγω κακοκαιρίας, λόγω απουσίας εκπαιδευτικών, λόγω αρχαιρεσιών της ΟΛΜΕ, της ΔΟΕ, του ΟΣΕ, του ΟΤΕ, της ΕΥΔΑΠ, του συλλόγου σαλαμεμπόρων Κάτω Μαγουλίτσας. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και τις απουσίες που δικαιωματικά μπορούσε να κάνει κάθε μαθητής, τότε ακόμα και ο πιο ηλίθιος μπούφος καταλαβαίνει ότι το σχολείο έκανε φέτος το μικρότερο δυνατό κακό στους μαθητές του. Οι μέρες που τα σχολεία λειτούργησαν κανονικά υπήρξαν ελάχιστες. Η προσφορά μερικών ακόμα απουσιών ολοκληρώνει το θετικό βήμα. Από την επόμενη σχολική χρονιά μπορούμε να αυξάνουμε σταδιακά τις απουσίες μέχρι το σχολείο να καταλήξει … προαιρετικό -για εκπαιδευτικούς και μαθητές- και άρα ακίνδυνο.
Δεν ξέρω τι λέτε και τι σκέφτεστε εσείς, προσωπικά πιστεύω ότι το ελληνικό σχολείο βρήκε το δρόμο του. Το δρόμο της απώλειας!