Άλλη μια πολυαναμενόμενη «επανάσταση» έμεινε στα χαρτιά ή, καλύτερα, στα μυαλά όσων αρνούνται πεισματικά να ξεφύγουν από την εποχή των Παγετώνων. Ούτε η εκπαιδευτική κοινότητα κατάφερε να σηκώσει το βάρος μιας επαναστατικής κίνησης που θα έριχνε την κυβέρνηση, θα έδιωχνε την τρόικα και τα επονείδιστα Μνημόνια. Επανάσταση ακούμε και επανάσταση δε βλέπουμε. Και καλά εμείς να περιμένουμε υπομονετικά την επόμενη αναγγελία επικείμενης επανάστασης. Τι γίνεται, όμως, με τους εμπνευστές και αγγελιαφόρους της; Μήπως κινδυνεύουν να πέσουν σε βαριάς μορφής κατάθλιψη βλέποντας τις ελπίδες τους για επανάσταση να διαψεύδονται η μια μετά την άλλη; Ή μήπως πρέπει επιτέλους να επαναπροσδιορίσουν τον όρο, μπας και δουν άσπρη μέρα;
Δε λέω, ωραίες ήταν και οι εποχές που οι μάζες έπιαναν τις πέτρες, τα ακόντια, τα γιαταγάνια ή τα καριοφίλια και επαναστατούσαν απέναντι στον τύραννο. Ωραίες αλλά μακρινές και... βάρβαρες, βρε παιδί μου. Η σημερινή δημοκρατία προσφέρεται για επαναστάσεις αλλά για επαναστάσεις διαφορετικές. Πώς να το πω; Πιο εξευγενισμένες. Σε δημοκρατικές κοινωνίες οι λαοί διαθέτουν άλλα όπλα. Έχουν τις εκλογές. Εκεί οι πολίτες μπορούν να συμμετέχουν μαζικά, να εκφράζουν την άποψή τους και να κάνουν τις επιλογές τους. Μέσω της κάλπης μπορούν να στέλνουν στα σπίτια τους υποκριτές, ανίκανους και κλέφτες ενώ στο Κοινοβούλιο ειλικρινείς και άξιους. Το βρίσκω πιο ποιοτικό. Σίγουρα λιγότερο κοπιαστικό και απαιτητικό. Για να το κάνει κάποιος αυτό, δε χρειάζεται να διαθέτει τρομερές αντοχές για να τρέχει σε δρόμους ή κορφοβούνια ούτε να είναι άσος στο σημάδι. Ακόμα κι αν δυσκολεύεται να εντοπίσει την τρύπα της κάλπης, θα βρεθεί κάποιος καλός άνθρωπος της εφορευτικής επιτροπής και θα τον βοηθήσει. Ενώ στο παρελθόν τι θα έκανε; Θα έλεγε στο διπλανό του: πάρε και τη δική μου σφεντόνα και κοπάνα τον εχθρό στο «δόξα πατρί», γιατί εγώ βαράω στο γάμο του καραγκιόζη; Με βεβαιότητα, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σήμερα. Η μόνη προϋπόθεση για να σταθεί κανείς σωστά απέναντι στην κάλπη είναι να διαθέτει παιδεία. Εύκολο. Προϋποθέτει μόνο ανοιχτά σχολεία και ανοιχτόμυαλους δασκάλους.
Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Παλιά οι δούλοι, οι λαοί, οι εργάτες εγκατέλειπαν τη δουλειά και κατέβαιναν στους δρόμους. Αυτό έκαναν. Έκαναν πάρα πολύ καλά. Οι εργαζόμενοι, για παράδειγμα, έβλεπαν τον εργοστασιάρχη να τα κονομάει τρελά ενώ σ’ αυτούς μοίραζε ψίχουλα και τους φερόταν και σαν ζώα. Απεργούσαν και αυτό ήταν πραγματική πίεση. Με κλειστό το εργοστάσιο, ο εργοστασιάρχης σταματούσε να τα κονομάει τρελά. Αναγκαζόταν να περιορίσει λίγο τα κέρδη του, δίνοντας περισσότερα στους εργαζομένους. Δεν είχε άλλη λύση. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Σήμερα, ο εργοστασιάρχης έχει εναλλακτικές. Αν θεωρεί ότι οι εργαζόμενοι είναι αχάριστοι, «παίρνει» το εργοστάσιο, π.χ. από την Ελλάδα, και το πάει στην Κίνα ή όπου αλλού τον περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες. Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα παύουν να είναι εργαζόμενοι (είναι πλέον άνεργοι) ενώ ο εργοστασιάρχης συνεχίζει να τα κονομάει ακόμα πιο τρελά δίνοντας λιγότερα ψίχουλα σε εργαζομένους άλλης εθνικότητας.
Από την άλλη, και οι μαζικές πορείες ή συγκεντρώσεις είχαν μια λογική στο παρελθόν. Με ελάχιστες δυνατότητες ενημέρωσης της κοινής γνώμης, όσοι διεκδικούσαν οτιδήποτε δεν είχαν άλλους τρόπους. Κατέβαιναν στους δρόμους, φώναζαν συνθήματα, μοίραζαν και μερικά φέιγ βολάν κι εντάξει. Οι υπόλοιποι ενημερώνονταν για τα αιτήματά τους και ή τους συμπαραστέκονταν (σε περιπτώσεις δίκαιων αιτημάτων) ή τους έγραφαν κανονικά (σε περίπτωση ανόητων απαιτήσεων). Σήμερα, γνωρίζουμε τι διεκδικεί ο καθένας, πριν ακόμα βγει να το διαλαλήσει. Γνωρίζουμε ποιος νιώθει αδικημένος, ποιος καταπιεσμένος, ποιος προδομένος και το μαθαίνουμε εύκολα, γρήγορα, άμεσα και από πολλές πηγές. Γιατί, λοιπόν, να κατέβει κανείς στους δρόμους και να ξελαρυγγιάζεται; Μήπως τα συνθήματα βοηθούν την κοινή γνώμη να κατανοεί καλύτερα τα αιτήματα; Όχι! Χώρια που όλη αυτή η ανακατωσούρα προκαλεί εκνευρισμό στους υπολοίπους και αρνητική διάθεση απέναντι στις συμπαθείς (πάντα) τάξεις των διεκδικητών.
Οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να καλοβλέπουν χώρες που επιτρέπουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων όσοι αγώνες κι αν γίνουν. Το κεφάλαιο θα συνεχίσει να κινείται προς τους φορολογικούς παραδείσους όσο κι αν διεκδικούμε δίκαιη κατανομή του πλούτου. Οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί θα αναλώνονται στην προσπάθεια βελτίωσης της κατάστασης μέσω της υποβάθμισης των συνθηκών του αναπτυγμένου κόσμου σε συνθήκες αναπτυσσόμενου. Αν πρέπει να αγωνιστούμε για κάτι σήμερα -σίγουρα πρέπει- είναι για την επιβολή δημοκρατικών κανόνων σε όσες χώρες επιθυμούν να συμμετέχουν στην παγκόσμια αγορά. Οι υπόλοιπες ας μείνουν στο περιθώριο. Κι αν οι κυβερνήσεις δεν είναι έτοιμες για κάτι τέτοιο, ίσως μπορούμε εμείς ως καταναλωτές!
Και βέβαια, ο συγκεκριμένος αγώνας δεν μπορεί να στηριχτεί σε ξεπερασμένες εθνικές πρακτικές. Η παγκοσμιοποίηση απαιτεί παγκοσμιοποιημένες δράσεις και αυτό προϋποθέτει διαφορετική παιδεία. Παιδεία που θα βοηθήσει κυρίως τους νέους να καταλάβουν τις αρχές λειτουργίας της νέας πραγματικότητας. Και τότε θα μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν και να τη βελτιώσουν με δημοκρατικές διαδικασίες.
Κι αυτό είπαμε, προϋποθέτει ανοιχτά σχολεία και κυρίως ανοιχτά μυαλά από εκείνους που έχουν αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς. Αν κάποιος αγώνας αξίζει σήμερα, είναι ο αγώνας για δημιουργία ανοιχτών μυαλών. Ίσως έτσι να ζήσουμε την επανάσταση που κάποιοι οραματίζονται. Και την οραματίζονται μέσα από συντηρητικής κοπής αγώνες. Γι αυτό και διαψεύδονται επανειλημμένα.




Σε προεκλογικές περιόδους δυο πράγματα με ξετρελαίνουν. Το ένα είναι το ουτοπικό που πλανάται στον αέρα. Η Ελλάδα αναπτύσσεται, τα προβλήματα λύνονται με τρόπο μαγικό, η ζωή μας βελτιώνεται, ο πολίτης μπαίνει στο επίκεντρο. Όλα αυτά βέβαια, μέχρι την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Τότε όλα τα ουτοπικά και ωραία εξαφανίζονται τόσο μαγικά όσο κι ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ. Το άλλο που με ξετρελαίνει είναι τα συνθήματα των υποψηφίων. Λουσμένα με ευφυΐα, πασπαλισμένα με επαναστατικότητα, περιχυμένα με δυναμισμό είναι να τα λιμπίζεται κανείς.
Εντάξει, ποτέ δεν υπήρξα φωστήρας στα μαθηματικά αλλά μια προσθεσούλα πάντα την κατάφερνα και μάλιστα με σχετική άνεση. Και την κατάφερνα χωρίς καν τη χρήση αριθμητηρίου στο δημοτικό ή ψηφιακών μέσων αργότερα. Τώρα πια έχω χάσει το μέτρημα και μάλλον δεν ευθύνεται γι αυτό η μαθηματική ανεπάρκειά μου. Αναφέρομαι στις εκπαιδευτικές επαναστάσεις που έχουν λάβει χώρα στη … χώρα μας τα τελευταία χρόνια και των οποίων το άθροισμα αδυνατώ πια να εντοπίσω. Επανάσταση ο Παπανδρέου, επανάσταση ο Αρσένης, επανάσταση η Γιαννάκου, επανάσταση τώρα (ψηφιακή αυτή) και η Διαμαντοπούλου. Σίγουρα μου διαφεύγουν κι άλλες πολλές. Αυτές είναι οι πιο πρόσφατες. Φταίω εγώ τώρα που αδυνατώ να κάνω τη σούμα και να βγάλω άκρη; Όχι ε; Αν μάλιστα υπήρχε μάθημα για την ιστορία των αλλαγών στην ελληνική εκπαίδευση, θα χρειαζόταν πολύτομο εγχειρίδιο και πού να τη μεταφέρουν την εγκυκλοπαίδεια τα πιτσιρίκια;
Τέτοια ανησυχία είχα να την περάσω από τότε που έβλεπα την ταινία «Ο μανιακός δολοφόνος με το πριόνι VI»! Τόσους μήνες στην εξουσία η νέα κυβέρνηση και να μην αποτολμήσει μια μικρούλα επανάσταση, μια επανίδρυση έστω του εκπαιδευτικού συστήματος; Τι απραξία κι αυτή! Έφτασα σε σημείο να μην κοιμάμαι καλά τα βράδια, να σκέφτομαι ότι αυτοί θα το δουν σοβαρά το θέμα και γι αυτό το καθυστερούν. Αργούν, επειδή ακόμη και η πιο ανεπαίσθητη παρέμβαση σε έναν τόσο σημαντικό χώρο, όπως της εκπαίδευσης, προϋποθέτει μελέτη, επεξεργασία, οργάνωση στη λεπτομέρεια, αξιολόγηση των πιθανών αποτελεσμάτων και τελικά διαμόρφωση των κατάλληλων προϋποθέσεων, ώστε τα μέτρα να μην είναι «αέρα πατέρα». Γιατί, όπως όλοι γνωρίζουμε, τα καλά τα μέτρα μπορεί να είναι «αέρα μητέρα», «αέρα κουμπάρα», «αέρα μπατζανάκη» αλλά ποτέ μα ποτέ «αέρα πατέρα»!