Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Δικαίωμα ψήφου στη Χιονάτη και τους εφτά νάνους

Μιας και δεν είχαμε κάποιο σοβαρό θέμα να ασχοληθούμε, ψάξαμε και βρήκαμε, γεγονός -ένα από τα πολλά- που επιβεβαιώνει τη μέγιστη σοφία του λαού μας. Άλλωστε η πολύπλευρη κρίση που μας μαστίζει αναλύθηκε διεξοδικά. Μπορεί λύση να μην έχουμε εντοπίσει, μπορεί τα πράγματα να βαδίζουν γοργά από το κακό στο χειρότερο, μπορεί η μετριότητα να έχει εγκατασταθεί τόσο μόνιμα στην κοινωνία μας όσο και οι πρόσφυγες που, για κακή τύχη τους, βρέθηκαν εδώ αλλά... Αλλά βαρεθήκαμε πια. Αυτό παθαίνουμε πάντα. Συζητάμε σε αμφιθέατρα, καφενεία, πεζοδρόμια για τη Νικαράγουα, για τα δικαιώματα των έγκλειστων στα σωφρονιστικά ιδρύματα τρομοκρατών, για την ελευθερία της καταπιεσμένης νεολαίας να καταστρέφει δημόσια και ιδιωτική περιουσία και ενίοτε (όχι και τόσο ενίοτε βέβαια) να εκφοβίζει με μολότοφ και κάθε είδους επεισόδια απλούς πολίτες αλλά μέχρι εκεί. Μετά επέρχεται κόπωση εμποδίζοντας κάθε διάθεση να ενεργήσουμε. Τα πάντα στη χώρα μας αρχίζουν και τελειώνουν σε ανέξοδες συζητήσεις μεταξύ ατόμων που έχουν το ακαταλόγιστο, δηλαδή τρελών. Μη μας πεις να ενεργήσουμε. Εκεί τα χαλάμε. Για να μη λέτε ότι τα παραλέω, σκεφτείτε τις θρυλικές διαπραγματεύσεις της κυβέρνησής μας με τους δανειστές. Συζητήσεις επί συζητήσεων και το αποτέλεσμα; Μια τρύπα στο νερό. 

Για να μη μακρηγορώ (όσοι με γνωρίζουν ξέρουν πολύ καλά ότι απεχθάνομαι τη μακρηγοράδα όσο κι ένα πιάτο με μπάμιες), το θέμα που αποφασίσαμε ότι πρέπει να μας απασχολήσει στο εξής είναι η ηλικία παροχής δικαιώματος ψήφου. Ψήφος στα 17χρονα ανέκραξε ο εγχώριος λαϊκισμός και όλοι ένιωσαν μεγάλη χαρά. Είτε συμφωνούν είτε όχι με την προοπτική, ένιωσαν μια απέραντη ευθυμία. Απέκτησαν ξαφνικά αντικείμενο για ανόητες αναλύσεις και βλακώδους συζήτησης. Να ζητήσω εξαρχής συγγνώμη από όλους εκείνους που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το θέμα σοβαρά αλλά προσωπικά αδυνατώ να εντοπίσω την παραμικρή σοβαροσύνη σε αυτό. Ακόμη κι αν γινόταν πρόταση για ψήφο στα 7χρονα ή στον παπουτσωμένο Γάτο το ίδιο θα μου έκανε. Δηλαδή, τίποτε.

Από τη μια, λοιπόν, έχουμε τους χαρωπούς. Με άνεση θα μπορούσε κανείς να τους χαρακτηρίσει απολύτως ηλίθιους. Ισχυρίζονται ότι οι νέοι πρέπει να έχουν λόγο στη διαμόρφωση του μέλλοντός τους και άρα στη διαμόρφωση της πολιτικής πραγματικότητας που είναι, σε μεγάλο βαθμό, υπεύθυνη για τη διαμόρφωση του μέλλοντος για το οποίο οι νέοι πρέπει να έχουν λόγο. Δηλαδή, με κάποιο μαγικό τρόπο, σίγουρα όχι με επιστημονικό, οι συγκεκριμένοι έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στα 17 κι όχι στα 16 ή στα 15 αρχίζει το άτομο να ενδιαφέρεται για το μέλλον του. Σύμφωνα με αυτή την πολύ συγκεκριμένη άποψη το άτομο μέχρι τα 17 είναι «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» και ξαφνικά εντάσσεται σε μια πιο λογική κατάσταση. Οι τρεις πλέον χορεύουν και οι δυο λαλούν που είναι πολύ πιο λογικό να συμβαίνει. Αν πράγματι αυτό ισχύει, είναι ανάγκη να αρθούν άμεσα και όλοι οι υπόλοιποι περιορισμοί για τα 17χρονα και 16χρονα. Θα πρέπει ως φορείς της λογικής να έχουν πρόσβαση στην εργασία, στο αλκοόλ, στο κάπνισμα και όπου αλλού σήμερα ισχύουν απαγορεύσεις. Η χαρά του παιδεραστή. 

Παράλογο μου φαίνεται και κάτι ακόμη. Οι υπερασπιστές της ψήφου στα 17 είναι, σε μεγάλο ποσοστό, εκείνοι που θεωρούν απαράδεκτο τα παιδιά να εντάσσονται στην «απάνθρωπη, εξοντωτική, επονείδιστη, μη βιώσιμη» διαδικασία των Πανελλαδικών εξετάσεων και της επιλογής σπουδών σε μια τόσο «τρυφερή ηλικία». Να φανταστώ ότι θεωρούν πιο light την πολιτική επιλογή. Κι όμως, δεν είναι καθόλου έτσι. Γιατί ελάχιστα με ενδιαφέρει εμένα κι όποιον άλλο αν ο κάθε Λαλάκης (τυχαία επιλογή ονόματος) επιλέξει να σπουδάσει καλλιέργεια μολόχας, ζαμπονοκοπτική, ψάρεμα συναγρίδας ή ό,τι άλλο σε ανώτατο επίπεδο. Στην προκειμένη περίπτωση ο Λαλάκης επιλέγει, ο Λαλάκης θα τα λουστεί. Ο Λαλάκης και οι γονείς του που τον μεγάλωσαν σαν Λαλάκη. Ναι αλλά μάλλον με ενδιαφέρει τι θα ψηφίσει ο Λαλάκης, γιατί την επιλογή του δε θα τη λουστεί ατομικά. Η πολιτική επιλογή είναι πολύ πιο σοβαρή από την επιλογή σπουδών, επειδή θα τη λουστεί ομαδικά το κοινωνικό σύνολο. 

Τι καταλαβαίνει κανείς; Μα ότι έχουμε να κάνουμε με λαϊκιστές ολκής. Απευθύνονται στη νεολαία με συνθήματα που την ευχαριστούν, με θέσεις που της τονώνουν την αυτοϊδέα και το κάνουν για έναν και μόνο λόγο. Την απόλυτη χειραγώγηση και την -και- πολιτική εκμετάλλευση της νέας γενιάς.

Αφού ξεμπερδέψαμε με την πρώτη κατηγορία, ας μετακινήσουμε το ενδιαφέρον μας προς τη δεύτερη. Εδώ συναντάμε τους έντρομους απέναντι στην προοπτική της ψήφου στα 17. Με άνεση θα μπορούσε κανείς να τους χαρακτηρίσει απολύτως ηλίθιους. Αδυνατώ να αντιληφθώ την αγωνία τους. Προσωπικά ξέρω ότι αγωνία μου προκαλεί μια επερχόμενη μεταβολή που είναι ικανή να χειροτερεύσει τα δεδομένα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αδύνατον να συμβεί κάτι τέτοιο.

Δεν ξέρω αν μου διαφεύγει κάτι αλλά σκέφτομαι την υπάρχουσα κατάσταση. Η χώρα βιώνει από κάθε άποψη δραματικά δράματα. Οικονομικά, πολιτικά, πολιτισμικά, επιστημονικά, τεχνολογικά, κοινωνικά... η κατάσταση είναι χάλια. Οι δε προοπτικές ακόμη χειρότερες. Και ποιοι μας έφτασαν μέχρι εδώ; Τα 17χρονα και τα 16χρονα; Ποιοι ψήφισαν τον κάθε τραμπούκο, μέτριο, αποτυχημένο, ανόητο στέλνοντάς τον στη Βουλή και την Ευρωβουλή; Ποιος ανέδειξε τον κάθε γραφικό, το κάθε φωτομόντελο με μυαλό κουκούτσι σε σημαντικές πολιτικές θέσεις; Ποιος ψήφισε «ΟΧΙ» με τσαμπουκά κι όταν αυτό έγινε «ΝΑΙ» έβαλε τον τσαμπουκά του εκεί που ήξερε; Μήπως το έκαναν ώριμοι άνθρωποι, καλά ενημερωμένοι για τα πολιτικά και οικονομικά πράγματα; Οπότε τι μπορεί να φοβούνται με την παροχή ψήφου στα 17; Μπορεί να υπάρξουν πιο άθλιες επιλογές από αυτές που ήδη έχουν γίνει; Δηλαδή, τι απέμεινε για να επιλέξουν τα 17χρονα. Ήδη οι μεγαλύτεροι επέλεξαν υπουργό που ανάλογα με την περίσταση ντύνεται καταδρομέας, Παναγιά της Τήνου, αρχαίος Έλληνας και πάει λέγοντας. Ήδη οι μεγαλύτεροι επέλεξαν για τη Βουλή άτομο που στο παρελθόν γινόταν αποδέκτης πίτσας κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής εκπομπής του και τον θεωρούν και σοβαρό πλέον. Πόσο πιο γελοίες, λοιπόν, μπορεί να είναι οι επιλογές των 17χρονων; Ακόμη κι αν επιθυμούν την ανάδειξη του Πινόκιο, της Κοκκινοσκουφίτσας, των τριών γουρουνακίων, της μικρής Γοργόνας ή της Χιονάτης στη θέση βουλευτών, ελάχιστα κινδυνεύει η ελληνική κοινωνία, γιατί οι μεγαλύτεροι φρόντισαν με τις επιλογές τους να δείχνει ελπιδοφόρα η ανάδειξη του Πινόκιο στη θέση του πρωθυπουργού. 

Οπότε με συνοπτικές διαδικασίες ξεμπερδεύουμε  και με την πλευρά της αγωνίας και του τρόμου. Καλό το παραμύθι σας αλλά δεν έχει δράκο. Είναι ηλίθιο να κραυγάζετε για κάτι που δεν είναι ικανό να τρομάξει ούτε καν μικρά παιδιά. 

Η κοινωνία μας, παρ’ όλα αυτά, μπορεί να είναι χαρούμενη. Εντόπισε άλλο ένα θέμα για συζήτηση σε βάθος. Ένα θέμα που, έτσι κι αλλιώς, είναι ικανό να μεταβάλει τα άθλια δεδομένα όσο και αν δινόταν δικαίωμα ψήφου στη Χιονάτη και τους εφτά νάνους. Ακόμη κι ο καλύτερος μάγος των παραμυθιών είναι αδύνατον να μας βρει λύσεις. Αλλά είπαμε, αναζητούσαμε μια ακόμη αφορμή για κουβέντα. Και τη βρήκαμε.


Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Φταίει η πολυπλοκότητα... ανόητοι!

Μνημόνιο, cds (credit default swaps), credit event, Spread, Capital controls, ATM, Grexit, ΕSM, Μνημόνιο, ΕΚΤ, ELA, Σύνοδος Κορυφής, EuroWorking Group, prior actions, PSI, OSI, IOU, Eurogroup, ΔΝΤ, αναδιάρθρωση χρέους, ECOFIN, EFSF, πιστοληπτική διαβάθμιση, παράλληλο νόμισμα, REFORMS FOR THE COMPLETION OF THE CURRENT PROGRAM AND BEYOND, ΑΕΠ, Ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, PRELIMINARY DEBT SUSTAINABILITY ANALYSIS... 
Και μετά αναρωτιούνται κάποιοι γιατί γνωρίζει έξαρση ο λαϊκισμός. Μα είναι απλό. Φταίει η πολυπλοκότητα ανόητοι!
Πόσους άραγε από τους παραπάνω όρους κατανοεί ο... μέσος άνθρωπος; Ελάχιστους ή και κανέναν. Κι όμως, πρόκειται για όρους της καθημερινότητάς μας. Και περιγράφουν μόνο την οικονομική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί. Υπάρχουν πολλοί περισσότεροι, εξίσου ή και πιο περίπλοκοι για την περιγραφή της τεχνολογικής πραγματικότητας. Άλλοι τόσοι για να εξηγήσουν την επιστημονική πραγματικότητα που εξελίσσεται με καταιγιστικούς ρυθμούς και πάει λέγοντας.
Χιλιάδες καινούριες λέξεις εμφανίστηκαν τελευταία και σε αυτές έρχονται να προστεθούν νέες καθημερινά. Αυτό επιβεβαιώνει με τον πιο διαυγή τρόπο εκείνο που κάποιοι προέβλεπαν εδώ και χρόνια. Ασύλληπτοι ρυθμοί μεταβολής. Ό,τι βιώνουμε βρίσκεται σε διαρκή κίνηση αποκτώντας νέα όλο και πιο σύνθετα γνωρίσματα. 
Η τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση που αυτή γέννησε έχουν διαμορφώσει μια αφάνταστη πολυπλοκότητα. Το πρόβλημα είναι ότι μικρό μόνο ποσοστό ανθρώπων μπορεί να παρακολουθεί και να κατανοεί όσα συμβαίνουν. Δεν είναι μόνο άτομα μεγάλης ηλικίας που βιώνουν αυτή την κατάσταση. Αυτό άλλωστε θα μπορούσε να θεωρηθεί... λογικό. Και οι νεότερες γενιές δε φαίνεται να τα πηγαίνουν καλύτερα στην προσπάθεια να αντιληφθούν τα νέα δεδομένα, να προσαρμοστούν σε αυτά και κυρίως να φανταστούν τις προοπτικές. 
Κι όμως, από όλους αυτούς απαιτούμε οικονομικές και πολιτικές επιλογές. Τους καλούμε να αποφασίσουν για τη ζωή τους (σχετικά αδιάφορο) αλλά και για τα κοινά (ανυπόφορα επικίνδυνο) με δεδομένα που δεν κατανοούν και για καταστάσεις που συχνά αγνοούν. Είναι λογικό(;) η μάζα να οδηγείται σε τραγικά λαθεμένες επιλογές. Αυτές με τη σειρά τους ανοίγουν το δρόμο σε καταστροφικά αποτελέσματα. Οι συνέπειες ήδη, εδώ και καιρό, ορατές. Προβλήματα οικονομικά, ανεργία, αδιέξοδα, οργή, εντάσεις. Οι περισσότεροι καθορίζουν τις επιλογές τους ακουμπώντας σε δεδομένα του παρελθόντος κινούμενοι σε έναν παράλληλο κόσμο, ο οποίος βρίσκεται σε διαφορά φάσης με τον πραγματικό που έχει εδραιωθεί -μας αρέσει ή όχι. 
Οι συγκεκριμένοι τότε νιώθουν αδύναμοι απέναντι σε όλο αυτό. Αναζητούν ένα αποκούμπι και το βρίσκουν στους «πατερούληδες» της πολιτικής. Η συγκεκριμένη κατάσταση εξηγεί με απόλυτο τρόπο την κυριαρχία του λαϊκισμού. Το μόνο που επιθυμεί η μάζα, επειδή αυτό μόνο κατανοεί, είναι απλοϊκά συνθήματα και υποσχέσεις. Λατρεύει οποιονδήποτε της υπόσχεται επιστροφή σε γνώριμα(;) λημέρια, απαλλαγμένα από την πολυπλοκότητα που μας περιβάλλει (εγκατάλειψη της ευρωζώνης και του ευρώ. Για τα δεινά σας φταίνε οι ξένοι και όχι οι αμοραλιστές πολιτικοί, τους οποίους, παρόλα αυτά συνεχίζετε να εμπιστεύεστε). Η μάζα χρειάζεται δικαιολογίες για τις αποτυχίες της (Δεν είστε τόσο ηλίθιοι όσο δείχνετε. Για τις αποτυχίες σας φταίει το ότι μας ψεκάζουν...). 
Γίνεται έτσι αδύνατη η επικράτηση και ανάδειξη κάθε λογικής φωνής. Τα επιχειρήματα δε βρίσκουν απήχηση, επειδή η αποδοχή τους προϋποθέτει νοητικές ικανότητες από τον αποδέκτη. Προϋποθέτει δυνατότητα ανάλυσης. Η μάζα δε διαθέτει τέτοιες ικανότητες. Δημιουργήσαμε έναν πολύπλοκο κόσμο χωρίς να καλλιεργήσουμε αντίστοιχα τις νοητικές δυνατότητες του ατόμου. Πρόκειται για μια κατάσταση που μας ξεπερνάει και οδηγεί αρκετούς σε απόγνωση. Τον απεγνωσμένο τον αγγίζουν μόνο συνθήματα που συνδέονται με την καθημερινότητα που αυτός πιστεύει ότι του ταιριάζει (θα διαγράψουμε τα χρέη που δημιουργήσατε για να φτιάξετε φανταχτερές μεζονέτες). 
Οι ρεαλιστές πολιτικοί, όσοι δηλαδή γνωρίζουν ποιες λύσεις πρέπει να προκριθούν, ώστε να ξεφύγουμε από τη δυσχερή κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει, δε θα βρουν ποτέ απήχηση, αν δεν εντοπίσουν τον τρόπο να προσεγγίσουν αυτή τη μάζα και να γίνουν αντιληπτοί από αυτή. Ο μόνος δρόμος είναι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί να αρχίσουν να μιλούν για στόχους. Πού θέλουν να οδηγήσουν τη χώρα; Ποιες συνθήκες θέλουν να εδραιώσουν; Ποια ποιότητα ζωής επιθυμούν για τους πολίτες; Ποιο είναι το όραμά τους για τη νέα γενιά; Από αυτά πρέπει να ξεκινάει ο πολιτικός λόγος (όχι ιδιαίτερα ηθικό αλλά αναγκαίο) και όχι από τα μέτρα που θα οδηγήσουν στα συγκεκριμένα αποτελέσματα (ηθικό αλλά μη αποδεκτό από τη μάζα). Έτσι κι αλλιώς, η μάζα αδυνατεί να κατανοήσει τα μέτρα. Είναι ιδιαίτερα πολύπλοκα γι αυτή. 
Χρειαζόμαστε μια νέα πολιτική τάξη, μια νέα πολιτική πραγματικότητα αλλά για να αναδειχτεί και να εδραιωθεί αυτή, πρέπει πρώτα να εντοπίσει το δρόμο που οδηγεί στην προσέγγιση των απεγνωσμένων. Και τον απεγνωσμένο μπορείς να τον προσεγγίσεις μόνο με απλοϊκά συνθήματα. Καθετί πολύπλοκο του προκαλεί ταραχή και... σφίξιμο στο στομάχι.


Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Δυσάρεστος λαϊκισμός ή αθεράπευτη ηλιθιότητα;

Υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσά μας που πιστεύουν και μάλιστα το διατυμπανίζουν ότι αποτελούμε οικουμενικά τον πιο έξυπνο λαό. Όλο και πιο συχνά αναρωτιέμαι πού στο καλό στηρίζουν την άποψή τους. Η έστω και απλή επαφή με την κατάντια που αντιμετωπίζουμε θα τη διέψευδε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Οπότε μάλλον ακόμα και αυτή η απλή επαφή με την πραγματικότητα απλώς είναι αδύνατη για τους περισσότερους. Και οπότε ας μην περιμένουμε και πολλά. Αν αφήναμε για λίγο στην άκρη τη γελοία αρχοντοχωριατιά μας, τα βλακώδη συμπλέγματα του νεοπλουτισμού που μας κατατρύχουν, θα ήταν εύκολο ένα συμπέρασμα: είμαστε ένα έθνος που αρνείται ή αδυνατεί να αντικρίσει την αλήθεια, που ζει μέσα στην πλάνη του απόλυτου παραμυθιού, ένα έθνος απαίδευτων που αποτελεί βούτυρο στο ψωμί του κάθε λαϊκιστή πολιτικού. 
Αν κάποια στιγμή αποφασίσουμε να εγκαταλείψουμε το στερεότυπο της μεγάλης ιδέας που τρέφουμε για τον εαυτό μας, θα συνειδητοποιήσουμε το απλό. Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι ότι υπάρχουν πολλοί λαϊκιστές πολιτικοί. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν πολλοί πολίτες που καταπίνουν το λαϊκισμό πιο εύκολα και από την ασπιρίνη. Δε νομίζω ότι κάποιος λογικός άνθρωπος πια θα αμφισβητούσε το γεγονός ότι η πολιτική ζωή της χώρας από τη δεκαετία του ΄80 και έπειτα βασίστηκε αποκλειστικά στο λαϊκισμό. Όσα ζούμε άλλωστε το μαρτυρούν. 
Οι πολιτικοί λατρεύουν το λαϊκισμό και τον υιοθετούν χωρίς τύψεις. Αν, όμως, τους κατηγορήσει κανείς για λαϊκισμό ωρύονται ότι ουδεμία σχέση έχουν με αυτόν κατηγορώντας τους κατηγόρους τους για... λαϊκισμό. Η συγκεκριμένη στάση, βέβαια, μας οδηγεί σε ένα ωραίο συμπέρασμα. Ακόμα και οι λαϊκιστές θεωρούν το λαϊκισμό πρόβλημα και τον αντιμετωπίζουν ως βρισιά. Για εγκατάλειψή του βέβαια, ούτε κουβέντα. 
Και ενώ οι αυτοί -οι πολιτικοί- κάνουν τη δουλειά τους ή, τέλος πάντων, αυτό που θεωρούν δουλειά τους, το ερώτημα είναι τι κάνουν οι πολίτες. Οι πολιτικοί πουλάνε φτηνό λαϊκισμό και οι πολίτες συνεχίζουν να τον αγοράζουν πληρώνοντάς τον πανάκριβα διογκώνοντας τον ήδη εξωφρενικά μεγάλο λογαριασμό. Το θέμα, βέβαια, είναι ότι κανένας πολίτης δεν παραδέχεται ότι έστω κάποια στιγμή παρασύρθηκε από αυτόν. Η αυτοκριτική μάλλον δεν αποτελεί το δυνατό σημείο μας... Άλλωστε μια τέτοια παραδοχή από οποιονδήποτε θα ισοδυναμούσε με αποδοχή του βαθμού ανοησίας του. Είναι δύσκολο σε κάποιον να δεχτεί ότι αποτέλεσε θύμα πλάνης υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα. Είναι τραγικά τραυματική η αίσθηση ότι κάποιοι τον εξαπάτησαν με αέρα κοπανιστό, με μεγάλα λόγια που δεν είχαν την παραμικρή λογική βάση και, σίγουρα, καμιά σχέση με την πραγματικότητα. 
Οι πολιτικοί δείχνουν να μη διαθέτουν την παραμικρή αίσθηση αξιοπρέπειας. Δεν τους ενοχλούν ούτε η αυτοαναίρεσή τους ούτε οι λοιδορίες που δέχονται ούτε βέβαια οι απανωτές διαψεύσεις. Συνεχίζουν ένα απολύτως καταστροφικό παιχνίδι με τίμημα την κατάληψη της εξουσίας. Βαφτίζουν το κρέας ψάρι, επειδή γνωρίζουν πολύ καλά σε ποιους απευθύνονται. 
Παρόλα αυτά δεν είναι οι πολιτικοί το πρόβλημα. Συμβαίνει ό,τι και με άλλα προβλήματα. Δε θα υπήρχαν τόσοι πολλοί έμποροι ναρκωτικών, αν δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί που θέλουν να τα αγοράσουν. Το ίδιο ισχύει και με τον εγχώριο λαϊκισμό. Δε θα υπήρχαν τόσοι πολλοί λαϊκιστές πολιτικοί, αν δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί πολίτες με επίπεδο σκέψης κατεψυγμένου μυδιού. Γιατί ακόμα και το κατεψυγμένο μύδι, έχω την αίσθηση, θα κρατούσε μικρό καλάθι όταν άκουγε κάποιους να του υπόσχονται ότι θα το απαλλάξουν από τη μίζερη και τραγική κατάστασή του, θα το αποψύξουν, θα το επαναφέρουν στην πρότερη μαλθακή και αδιάφορη ζωή του χωρίς όμως να διαθέτουν το παραμικρό μέσο γι αυτό. 
Οπότε όταν έχεις να κάνεις με μια μάζα ανθρώπων που δεν αντιδρά σε υποσχέσεις για επαναφορά των μισθών σε εποχές τετράπαχων αγελάδων, που περιμένει με ψευτοτσαμπουκάδες να ξαναβρεί τη χαμένη(;) αξιοπρέπειά της, που ελπίζει ότι θα της χαριστούν τα χρέη που έχει συσσωρεύσει σε ανόητες και χωρίς προοπτική σπατάλες ενώ το ταμείον είναι μείον... Τότε ας μην περιμένουμε το παραμικρό. Κάποιοι βέβαια προσπαθούν, κάθε φορά, να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους. Ναι αλλά πρέπει να μάθουν ότι κανένα λάθος δεν αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο. 
Ζούμε επανειλημμένα τον ίδιο εφιάλτη. Κάποιοι υπόσχονται τον ουρανό με τα άστρα και «πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις», ερχόμενοι σε επαφή με την πραγματικότητα, αρχίζουν να τα μαζεύουν και μάλιστα με άκομψο τρόπο. Αλλά είπαμε ότι το πρόβλημα δεν είναι αυτοί. Δυστυχώς κάποιοι άλλοι τους πιστεύουν και κάθε φορά νιώθουν απλώς την ανάγκη να δικαιολογήσουν τη βλακώδη επιλογή τους. Φτάνουμε στο ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Οι πρώτοι αν δεν είναι δυσάρεστα λαϊκιστές, είναι ανόητοι και επικίνδυνα αδαείς. Οι δεύτεροι είναι απλώς αθεράπευτα και επικίνδυνα ηλίθιοι. 

Ο κ. Ζάχος συμβουλεύει: 
 όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι


Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Και τώρα, τι θα πούμε στα παιδιά;

Η μετανάστευση είναι τραγικό πράγμα για το λαό μας. Έγινε ποίημα, τραγούδι και ασπρόμαυρες δραματικές ταινίες. Έχει ποτιστεί με δάκρυ, έχει ντυθεί στα μαύρα, έχει συνδεθεί με αναφιλητά και ασπασμούς και πόνο. Λογικά όλα αυτά στο παρελθόν. Τότε που ακόμα και η εσωτερική μετανάστευση από το χωριό στη μεγαλούπολη συνδεόταν με απόσταση, χρονοβόρες μετακινήσεις, δυσκολίες οποιασδήποτε επικοινωνίας.
Σήμερα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μετανάστευση δε σημαίνει κι αποχωρισμός. Οι ευκολίες στην επικοινωνία και τη μετακίνηση, θα μπορούσαν να την έχουν απαλλάξει από οποιαδήποτε τραγικότητα. Ναι, αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει εδώ. Ο Έλληνας θέλει τον πόνο του και η μετανάστευση αποτελεί μια ακόμη πηγή γι αυτόν.
Ένας λαός που τρέφεται από τη μιζέρια είναι λογικό να πονάει κάθε φορά που ένας ακόμη νέος αποφασίζει να πάρει των ομματιών του και να την κάνει για τα ξένα. Αδυνατώ, όμως, να καταλάβω την αδράνεια του συγκεκριμένου λαού απέναντι στη μετανάστευση. Αν πράγματι όλοι αυτοί που τόσο πολύ πόνο νιώθουν εξαιτίας της φυγής των νέων προς άλλες πατρίδες, γιατί δεν κάνουν κάτι γι αυτό; Πιθανότατα η απάντηση συνδέεται με τις διανοητικές ικανότητές τους. Δυσκολία απέναντι σε οποιαδήποτε σκέψη και αδυναμία εξαγωγής ορθών συμπερασμάτων.
Κι όμως, τα πράγματα είναι απλά. Αρκεί μια λογική σειρά σκέψεων. Τι φταίει, λοιπόν, για τη μετανάστευση των νέων; Τι οδηγεί όλο και περισσότερους και καλύτερους στην αναζήτηση τύχης σε άλλη γη, σε άλλα μέρη; Μα φυσικά, φταίει η έλλειψη προοπτικής. Δουλειές με προοπτική δεν υπάρχουν και δε φαίνονται ούτε καν με το κιάλι στο μακρινό ορίζοντα. Έκλεισε κι αυτό το έρμο το Δημόσιο, όπου κάθε πικραμένος μπορούσε να βολευτεί σε βάρος των υπολοίπων. Βασικός αλλά όχι ο μόνος λόγος. Φταίει επίσης, η αναξιοκρατία, η αίσθηση αδικίας, η δημοκρατία της μετριότητας που έχει μπαστακωθεί και δε λέει να ξεκουνηθεί. Φταίει η έλλειψη αισθητικής που κυριαρχεί στην καθημερινότητά μας, η έλλειψη σεβασμού, ποιότητας, διάθεσης για ανανέωση, για οποιαδήποτε κίνηση προς τα εμπρός.
Και ποιος φταίει για όλα τα παραπάνω; Οι πολιτικοί. Εκείνοι που μας κυβέρνησαν, που μας κυβερνούν και που πρόκειται -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- να μας κυβερνήσουν. Κι αυτοί οι πολιτικοί φυτρώνουν από μόνοι τους; Τους φέρνει ο πελαργός; Τους στέλνει κάποιος θεός; Τίποτα από τα παραπάνω; Ορίστε και η ερώτηση πολλαπλής επιλογής. Σωστή απάντηση: «Τίποτα από τα παραπάνω». Και ποιος... φέρνει τους πολιτικούς που μας έχουν ρημάξει; Φυσικά εμείς. Τους φέρνουμε, τους ανεχόμαστε, τους αφήνουμε να ασκούν μια πολιτική που ευνοεί τη φυγή των πιο άξιων τέκνων της πατρίδας μας.
Εδώ όμως, έρχεται η δική μου αδυναμία να καταλάβω. Κι αφού εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τους πολιτικούς, γιατί δεν κάναμε το παραμικρό για να τους αλλάξουμε στις τελευταίες δημοτικοπεριφερειακοευρωεκλογές; Στηρίξαμε όσους μας έδωσαν υποσχέσεις, όσους στηρίζουν την έλλειψη αξιολόγησης, εκείνους που θα επαναφέρουν τους μισθούς που παίρναμε, αυτούς που δεν τολμούν να ομολογήσουν τον αριθμό υπαλλήλων που πρέπει να εκδιωχθούν από το δημόσιο κ.τ.λ. Για μια ακόμη φορά στρέψαμε τα οπίσθιά μας σε εκείνους που προσπάθησαν να μας πουν την αλήθεια. Οπότε γιατί τώρα ακούω γκρίνιες και ψυχοπαραπονιάρικα για τη μετανάστευση των νέων;
Κι όταν ακούω τα πατριωτικά περί ανάγκης να μείνουν οι νέοι εδώ, να παλέψουν, να κάνουν υπομονή και θα έρθουν καλύτερες μέρες και... προσωπικά πλέον τα ακούω ολίγον βερεσέ. Τι μπορώ να πω στο νέο που θα ζητήσει την άποψή μου; Μπορώ να του πω να μείνει εδώ και να αγωνιστεί; Να αγωνιστεί απέναντι στο τι; Μήπως μπορώ να του πω να μείνει και να γίνει ίδιος με τους υπολοίπους για να επιβιώσει; Μπορώ να επιχειρηματολογήσω περί πατρίδας και άλλα τέτοια όμορφα; Και τι είναι η πατρίδα άλλωστε; Πατρίδα είναι απλώς ο τόπος που ο καθένας μας γεννήθηκε τυχαία; Όχι! Πατρίδα είναι ο τόπος που σου δίνει ευκαιρίες, που αναγνωρίζει την προσπάθειά σου, που περιορίζει τα εμπόδια, που επιδιώκει τη συνεχή αξιολόγηση των πάντων -ακόμη και κυρίως των εκπαιδευτικών της- που σε κάνει, με απλά λόγια, να αισθάνεσαι καλά.
Τι να πω στα παιδιά που θα ζητήσουν την άποψή μου; Ότι βλέπω προοπτική μετά το νέο ανασχηματισμό; Πού να βρω και ένα έστω επιχείρημα; Στα πρόσωπα που στείλαμε στην Ευρωβουλή ή μήπως σε εκείνα που στελεχώνουν την κυβέρνηση πλέον; Μήπως στα πρόσωπα που ελπίζουν να μας κυβερνήσουν μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές; Μπορώ να το κάνω αυτό; Σίγουρα όχι. Οπότε οι καλύτεροι, οι πιο δυναμικοί, οι πιο ευφυείς νέοι θα συνεχίσουν να φεύγουν. Μάλλον είναι απόλυτα φυσιολογικό.
Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον, κάτι μπορώ να πω αλλά όχι στη νέα γενιά. Κύριοι Σαμαρά, Τσίπρα, Βενιζέλο, ψεκασμένοι Έλληνες... πιθανώς με το λαϊκισμό σας, με την έλλειψη ποιότητας και αισθητικής των υποσχέσεων και των επιλογών σας να κερδίσατε το πολιτικό μέλλον σας. Όμως, κύριοι, με τις ίδιες αυτές επιλογές σίγουρα χάσατε μια (ακόμα) υπέροχη γενιά. Κι αυτό μπορώ να το ισχυριστώ με τη βεβαιότητα ενός ανθρώπου που την έζησε (και πάλι) από κοντά.


Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

«Θα καταργήσουμε και τον έρωτα...»

Όπως και να έχει, η αυτοκτονία είναι πράξη τραγική. Για εκείνον που την επιλέγει αλλά και για τους οικείους του. Για όποιον λόγο κι αν συμβαίνει. Όταν μάλιστα σε αυτή καταφεύγει ένα άτομο νεαρής ηλικίας, ένας έφηβος, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα. Στην περίπτωση αυτή ταιριάζει μόνο η σιωπή… 

Αυτό τουλάχιστον συμβαίνει σε κοινωνίες που διαθέτουν ένα επίπεδο κουλτούρας, μια ποιότητα σκέψης και συναισθήματος. Στην Ελλάδα κάτι τέτοιο απλώς δε συμβαίνει. Στην Ελλάδα της ολοκληρωτικής κρίσης ακόμα και η αυτοκτονία ενός παιδιού αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης στο βωμό του απόλυτου λαϊκισμού και της μετριότητας. Στην Ελλάδα της υποκουλτούρας και της βαρβαρότητας υπάρχει κόμμα ικανό να συλήσει το πτώμα ενός παιδιού, αναζητώντας κάποιες ψήφους στον υπέρ πάντων αγώνα για κατάληψη της εξουσίας. 
Πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την ανακοίνωση -λίγο μετά την αυτοκτονία ενός παιδιού- του στιλ: «Εμείς θα καταργήσουμε τις Πανελλαδικές, όταν έλθουμε εν τη βασιλεία μας»! Οι λεξικογράφοι μάλλον έχουν αρκετή δουλειά. Ο ορισμός του «λαϊκισμού» έχει ήδη αλλάξει. Ίσως αυτό είναι και το μόνο που μπορεί να αλλάξει πραγματικά σ’ αυτή τη χώρα. 
Περίπου τριάντα χρόνια πριν κάποιο άλλο κόμμα αναρριχήθηκε στην εξουσία με συνθήματα που καταργούσαν τα πάντα. Καταργούσαν τις «Πανελλήνιες», φυσικά, την ΕΟΚ αλλά και το ΝΑΤΟ, γιατί «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο», όπως όλοι έχουμε εμπεδώσει. Βέβαια, εκτός από τις «Πανελλήνιες» που μετονομάστηκαν σε «Πανελλαδικές», οι υπόλοιπες αλλαγές παραπέμφθηκαν στις καλένδες, αφού ούτε της ΕΟΚ ούτε του ΝΑΤΟ τα αφτιά ίδρωσαν. 
Τριάντα χρόνια μετά ένα κόμμα ανασύρει συνθήματα από το «χρονοντούλαπο της ιστορίας». Tragic! Και ακόμα πιο tragic ότι συνεχίζουν να υπάρχουν εκείνοι που «φτιάχνονται» με αυτά. Και οι του κόμματος τη δουλίτσα τους κάνουν, που δεν είναι άλλη από την κατάληψη της εξουσίας. Οι υπόλοιποι, όμως, πώς ανέχονται την απόλυτη ανοησία, την υποβάθμιση της πολιτικής σε αγώνα κανιβάλων, την έλλειψη πρωτοτυπίας και σεβασμού ακόμα και της πιο τραγικής ανθρώπινης πράξης; Αδιανόητο. 
Αδιανόητο βέβαια και το άλλο. Αφού φτάσαμε στο συγκεκριμένο σημείο και αφού οι πολίτες αυτής της χώρας δείχνουν να έχουν χάσει κάθε ανθρώπινο ανακλαστικό, γιατί να μη δώσουμε στο λαϊκισμό νέες διαστάσεις; Είναι πολύ απλό. Γιατί βρε παιδιά να σταματήσετε στην κατάργηση των Πανελλαδικών; Γιατί, βρε κουτά, δεν κάθεστε να μελετήσετε συνολικά τις αιτίες που οδηγούν συνανθρώπους μας σε αυτοκτονία; Βάλτε τα κάτω και θα δείτε ότι τα ποσοστά αυτοκτονιών που οφείλονται σε διαφορετικούς παράγοντες είναι ασύγκριτα μεγαλύτερα από εκείνα που οφείλονται στις Πανελλαδικές. 
Και δε χρειάζεται να διαθέτει κάποιος διδακτορικό στη Στατιστική για να καταλάβει. Ξέρετε πόσες αυτοκτονίες προκάλεσε η οικονομική κρίση τα τελευταία χρόνια; «Πολλές», είναι η σωστή απάντηση. Γιατί, λοιπόν, δεν καταργείτε και την κρίση; Κι επειδή η κατάργηση της κρίσης προϋποθέτει μέτρα που δε συνάδουν με το λαϊκισμό στα νερά του οποίου κολυμπάτε όλο χάρη, μπορείτε απλώς να την καταργήσετε από το ελληνικό λεξιλόγιο, όταν κατακτήσετε την εξουσία. Μπορείτε την κρίση να τη λέτε... «ευζωία», για παράδειγμα. Άλλωστε ο Όργουελ τα έχει γράψει όλα αυτά εδώ και χρόνια. Μην τα ξαναλέω τώρα εγώ και γίνομαι κουραστικός. 
Εκεί, όμως, που έχει πολύ ψωμί είναι ο έρωτας. Μάλιστα, ο έρωτας, αυτό το αγνό, δυνατό και πανανθρώπινο συναίσθημα. Ξέρετε πόσες και πόσοι έχουν οδηγηθεί σε αυτοχειρία λόγω έρωτα; Γνωρίζετε πόσα εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στο όνομα του έρωτα; Έχετε υπόψη σας τι πόνο έχει προκαλέσει σε μικρούς, μεσήλικες και γέρους; Χαμός μεγάλος. Και δε μιλάμε για θέμα εθνικό. Ολόκληρη η Οικουμένη θα σας ευγνωμονεί. Εκεί, λοιπόν, πρέπει να στρέψετε την προσοχή σας. Τι κάθεστε κι ασχολείστε με τα μικρά; Γιατί σπαταλάτε φαιά ουσία σε κάτι που δεν τους αγγίζει όλους; Το σύνθημα είναι ήδη έτοιμο: «Θα καταργήσουμε και τον έρωτα που τόσο ταλάνισε επί αιώνες την ανθρωπότητα». Το «ταλάνισε» καλύτερα μην το βάλετε, γιατί εκείνοι στους οποίους αναφέρεστε σιγά και μην το καταλάβουν. Αυτό, μάλιστα. Μεγάλη επιτυχία. Εκεί να δείτε ψήφους. Δε θα προλαβαίνετε να μετράτε. Θα έρχονται από παντού, ακόμα κι από το εξωτερικό, μάλλον μαζί με τις επενδύσεις που περιμένουμε. Η εξουσία στο τσεπάκι σας με τη μια. 
Βέβαια, εδώ τίθεται ένα λογικό ερώτημα: «και πώς καταργείται ο έρωτας»; Δύσκολο εγχείρημα! Πιθανώς ακατόρθωτο. Όμως, δε χρειάζεται και να το υλοποιήσετε. Εσείς απλώς θα το υποσχεθείτε. Μην ασχολείστε με τα άλλα, τα λογικά. Δεν πρόκειται να σας ζητηθεί από κανέναν η συνταγή. Άλλωστε η ιστορία έχει δείξει δυο πράγματα: το ένα είναι ότι οι πολιτικοί μας απλώς επιθυμούν την κατάληψη της εξουσίας και όχι την υλοποίηση μέτρων που θα οδηγήσουν σε ανάπτυξη. Το άλλο είναι ότι ο περιούσιος λαός μας είναι περιούσιος στα χαρτιά και μόνο. Αρέσκεται στα συνθήματα που του υπόσχονται τον ουρανό με τα άστρα. Αυτά διαμορφώνουν την άποψή του, αυτά τον καθοδηγούν και με αυτά συνεννοείται. Τις λύσεις απεχθάνεται. Ιδίως αν απαιτούν προσπάθεια! 


Ο κ. Ζάχος προτείνει στους πολιτικούς να αφήσουν έξω από τη 
βλακώδη αντιπαράθεσή τους τούς νέους, γιατί αυτοί είναι οι μόνοι ικανοί να δώσουν λύσεις.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Προετοιμάζοντας «χαμένες γενιές»

«Eάν δεν δράσουμε τώρα, τότε ο Νότος της Ευρώπης 
 κινδυνεύει να χάσει μία ολόκληρη γενιά» 
Βόλφγκανγκ Σόιμπλε 

Κάθε κρίση, κάθε ανατρεπτική μεταβολή, κάθε σύγκρουση δημιουργεί θύματα. Θεσμοί, ιδέες, ζωικά είδη, αξίες και κυρίως άνθρωποι «θυσιάζονται»(;) στο βωμό της εξέλιξης. Οι κλιματικές αλλαγές του μακρινού παρελθόντος, ο πελοποννησιακός πόλεμος, η επανάσταση του ’21, ο πρώτος και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η εμφάνιση και εξέλιξη της τεχνολογίας προκάλεσαν εκατόμβες θυμάτων. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο και σήμερα οι συνταρακτικές μεταβολές που επιφέρει η εδραίωση της παγκοσμιοποίησης και ο θάνατος του εθνικού κράτους, να προκαλούν τα δικά τους θύματα. Το γεγονός -δημιουργία θυμάτων- είναι ιστορικά δεδομένο και ως ένα σημείο αποδεκτό, το ζητούμενο βρίσκεται στο πώς θα τα περιορίσουμε και κάπου εκεί ξεκινάει το πρόβλημα. 
Πιθανώς είναι αδύνατο σήμερα να περιορίσουμε τα θύματα της εξέλιξης, όπως κι αν «δράσουμε». Μάλλον είναι πολύ αργά τόσο για δάκρυα όσο και για δράσεις, τουλάχιστον για ένα μεγάλο μέρος της σημερινής νέας γενιάς. Αν κάτι μπορεί να γίνει, μπορεί να γίνει για τις επόμενες. Αυτό που θα μπορούσε να συμβεί, ώστε να περιορίσουμε τα σημερινά θύματα, είναι να περιορίσουμε τις εξελίξεις, ίσως και να τις σταματήσουμε. Ανεδαφικό και ανέφικτο. Οι σημερινοί νέοι-θύματα έχουν προετοιμαστεί για τη θυσία τους, μάλλον από τη στιγμή της γέννησής τους και απλώς περιμένουν τους δημίους τους. 
Μεγαλώνοντας σε ένα συντηρητικό περιβάλλον οικογένειας και εκπαίδευσης η πλειονότητα των σημερινών νέων έχει εμποτιστεί με στερεότυπα κάθε είδους από το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο. Στερεότυπα ως προς τα εφόδια που θα χρειάζονταν στη ζωή τους, στερεότυπα ως προς τις σπουδές που θα επέλεγαν, το επάγγελμα που θα ασκούσαν, τον τρόπο αλλά και τον τόπο ζωής τους έχουν κατακλύσει και τη σημερινή γενιά, όπως και πολλές άλλες πριν από αυτή. Ναι αλλά τα στερεότυπα δεν μπορεί να είναι η πυξίδα για το μέλλον. Είναι το βαρίδιο που κρατάει κάποιον γερά δεμένο με το παρελθόν. Το παρελθόν, όμως, σβήνει και στις μέρες μας αυτό συμβαίνει με πολύ γρήγορους ρυθμούς, οπότε αρκετοί νέοι της εποχής μας καλούνται να παλέψουν με δεδομένα, τα οποία κανείς τους γνωστοποίησε. 
Αυτός -συντηρητισμός- είναι και ο λόγος για τον οποίο συνήθως ένα μεγάλο ποσοστό των θυμάτων κάθε μεταβολής, είναι νέοι άνθρωποι. Τελείως παράλογο! Ιστορικά αποδεικνύεται ότι οι μεγαλύτεροι -το κατεστημένο- είναι εκείνοι που δημιουργούν τα προβλήματα. Οι νέοι, από την άλλη, είναι εκείνοι που τα λύνουν. Οπότε όσες δράσεις κι αν προωθήσουν οι συντηρητικοί σήμερα, δε θα καταφέρουν παρά να βαθαίνουν την κρίση και να βυθίζουν στην απόγνωση εκείνους τους νέους που δεν είχαν προετοιμαστεί για όσα συμβαίνουν. 
Για τους απροετοίμαστους, λοιπόν, η κατάσταση είναι τραγική. Το θετικό είναι ότι όλοι οι νέοι δεν ανήκουν στη συγκεκριμένη κατηγορία. Υπάρχουν εκείνοι -και υπάρχουν και στη χώρα μας- που είναι έτοιμοι για κάθε προσαρμογή που θα απαιτηθεί. Κάποιοι ήδη έχουν προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και τα πάνε καλά, μπορούν να αντιμετωπίζουν τη ζωή αισιόδοξα και κυρίως να βλέπουν ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Υπάρχουν εκείνοι που αξιοποίησαν δημιουργικά τα μαθητικά και πλέον τα φοιτητικά χρόνια τους. Δε χάνουν τον καιρό τους. Είναι μάλλον εκείνοι που θα λύσουν τα προβλήματα που συσσώρευσαν ο κ. Σόιμπλε και η γενιά του. 
Η συγκεκριμένη ομάδα δεν ήταν δεδομένα «τυχερή». Σίγουρα ανάμεσά της υπάρχουν εκείνοι που μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από ανοιχτό πνεύμα, που τους δίδαξε την αξία της ενημέρωσης, τους έμαθε να προσπαθούν, τους πρόσφερε τα απαραίτητα ερεθίσματα, τους ώθησε στην αναζήτηση στόχων, τους στήριξε κάθε φορά που επέλεγαν τη ρήξη και κυρίως τους παρότρυνε να αμφισβητούν. Υπάρχουν κι εκείνοι, όμως, που αναγκάστηκαν να επαναστατήσουν στο συντηρητικό περιβάλλον τους, εκείνοι που δεν άφησαν τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς, τους πολιτικούς να τους παρασύρουν στην ευκολία του λαϊκισμού και στα δεδομένα του συντηρητισμού τους. Όπως και να έχει, ευτυχώς υπάρχουν κι αυτοί οι νέοι. Κι αυτοί δεν περιμένουν από κανέναν Σόιμπλε δράσεις. Έχουν πάρει τη ζωή τους στα χέρια τους, στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις και αγωνίζονται δυναμικά να πετύχουν όνειρα και στόχους σε μια πορεία που οι ίδιοι χάραξαν. 
Είναι κρίμα οι εμμονές των μεγαλυτέρων να διαμορφώνουν νέους-θύματα. Είναι και επικίνδυνο, γιατί όταν αυτοί γίνονται πολλοί, τότε η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει, να γίνει ανεξέλεγκτη και τότε κάθε δράση από την πλευρά του συντηρητικού κατεστημένου θα είναι περιττή. Ήδη είναι περιττή και πιθανώς περαιτέρω καταστροφική. Οι λαϊκιστές και οι εξτρεμιστές καραδοκούν και είναι έτοιμοι να αποτελέσουν τους δημίους μιας ήδη καταδικασμένης, στην πλειονότητά της, γενιάς. 

Θεωρώ ότι το κατεστημένο πρέπει να κάνει αυτό που μπορεί 
και γνωρίζει καλά: Να μένει ακίνητο!

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Οι λέξεις τελείωσαν…

Η ελληνική γλώσσα είναι από τις πιο πλούσιες του κόσμου. Αυτό λογικά σημαίνει ότι προσφέρει εναλλακτικές λύσεις τόσο σκέψης όσο και έκφρασης ακόμα και λεπτών διαφορών. Προσφέρει άπειρους συνδυασμούς σε εκείνον που διαθέτει φαντασία, δημιουργικότητα, καινοτομία. Κι αυτό, λογικά και πάλι, σημαίνει ότι, αν κάποιος επαναλαμβάνεται ανιαρά και αναμενόμενα, δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Το ένα είναι ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα, ότι είναι αγράμματος ή ακαλλιέργητος ή και τα δυο μαζί. Σημαίνει ότι είναι άνθρωπος μέτριων δυνατοτήτων ως προς τη σκέψη και τις επιλογές. Το δεύτερο είναι ότι μπορεί μεν να γνωρίζει την ελληνική αλλά δεν έχει και πολλά να πει, οπότε και επαναλαμβάνει την … επανάληψη. Το τρίτο, όσο κι αν το ψάχνω, αδυνατώ να το εντοπίσω κι αυτό συμβαίνει για έναν και μοναδικό λόγο. Συμβαίνει, γιατί «τρίτο» στη συγκεκριμένη περίπτωση απλώς δεν υπάρχει.
Αν στα παραπάνω έχω δίκιο, τότε ζήτω που καήκαμε. Να το πω ξεκάθαρα. Ποσώς με ενδιαφέρει αν οι παραπάνω αδυναμίες χαρακτηρίζουν τον συμπαθέστατο, κατά τα άλλα, τύπο που μαζεύει τα σκουπίδια της γειτονιάς, τον αξιοπρεπέστατο μετανάστη που σκάβει για να συνδεθεί ο απέναντι με το φυσικό αέριο ή τον ενοχλητικότατο παλιατζή που τριγυρνάει με το φορτηγάκι του ουρλιάζοντας μέσα από μιας άθλιας ποιότητας ντουντούκα. Η γλωσσική ανεπάρκεια αρκετών συνανθρώπων μας μπορεί να μου προκαλεί στενοχώρια αλλά καμιά αγωνία. Όταν, όμως, οι γλωσσικές αδυναμίες συνδέονται με τους πρωταγωνιστές της προεκλογικής περιόδου, τότε η κατάσταση γίνεται ανησυχητική.
Το ζήτημα, σε αυτή την περίπτωση, είναι ότι οι πολιτικοί δεν έχουν τίποτα καινούριο να πουν. Οι λέξεις τελείωσαν γι αυτούς. Κι επειδή οι λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος είναι ο καθρέφτης της ποιότητας του χαρακτήρα και της σκέψης του, καταλήγω σε πολύ αγωνιώδη συμπεράσματα. Αν οι επαναλαμβανόμενες ασυνάρτητες κοινοτοπίες που εκστομίζουν είναι αποτέλεσμα αγραμματοσύνης και υποκουλτούρας, σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι έχουν ελάχιστες δυνατότητες να οδηγήσουν τη χώρα σε έξοδο από την κρίση. Μπορεί να έχουν όλη την καλή διάθεση αλλά είναι ανεπαρκείς. Μέτρια γλωσσική κατάρτιση σημαίνει αδυναμία κατανόησης των πολύπλοκων εξελίξεων, δείχνει αδυναμία ανάλυσης των απαιτήσεων και σίγουρα δηλώνει αδυναμία συνεννόησης με τους δανειστές μας. Οι συγκεκριμένοι, αν αναρριχηθούν στην εξουσία, είναι αδύνατον να πείσουν για την ορθότητα των θέσεών μας και άρα να προωθήσουν τα συμφέροντά μας. Γι αυτό το λόγο, το μόνο που κάνουν είναι να καταφεύγουν στο ασφαλές γι αυτούς λιμάνι του λαϊκισμού.
Αν, από την άλλη, η κενότητα και ασυναρτησία του πολιτικού λόγου οφείλεται σε έλλειψη νέων ιδεών, δε χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Αν εκείνοι που διεκδικούν την ψήφο μας, έχουν στερέψει από απόψεις, από οράματα που να ανταποκρίνονται στα δεδομένα των καιρών, σημαίνει ότι είναι εξίσου ανεπαρκείς και επικίνδυνοι με τους προηγούμενους. Εύκολα καταλαβαίνει ο καθένας ότι οι πολιτικοί ήδη σκέφτηκαν όσα μπορούσαν να σκεφτούν, ήδη πρότειναν-υποσχέθηκαν όσα μπορούσαν να υποσχεθούν και μάλλον ήδη έπραξαν όσα μπορούσαν να πράξουν. Ο λαϊκισμός είναι και πάλι το καταφύγιο.
Οι πολιτικοί, με πολύ απλά λόγια, δε μας λένε κάτι καινούριο, γιατί, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αδυνατούν και να το σκεφτούν. Όσο κι αν το ψάχνουν, δεν έχουν εντοπίσει κάτι νέο. Όσο περισσότερο φωνάζουν τόσο πιο έντονα δηλώνουν τη μετριότητά τους απέναντι στην πραγματικότητα που οι ίδιοι -ή έστω άλλοι με τα ίδια όμως μυαλά- μας έχουν οδηγήσει. Ακόμα πιο απλά. Αφού ακούμε όσα έχουμε ξανακούσει άπειρες φορές, το ίδιο θα γίνει και με όσα θα γίνουν στο εξής, αν ο σοφός λαός αποφασίσει να στείλει στο Κοινοβούλιο όσους ήδη βρίσκονται σ’ αυτό. Το ίδιο θα συμβεί κι αν στείλει στη Βουλή άλλους που όμως, έχουν τα ίδια μυαλά.
Όσο πλησιάζει η ώρα των εκλογών ελπίζω σε ένα μόνο. Ελπίζω ότι έχουμε πια καταλάβει ότι όσα ακούμε, δεν τα ακούμε για πρώτη φορά. Ότι όσες φορές κι αν ειπωθούν τα ωραία λόγια δεν πρόκειται να αλλάξουν το παραμικρό. Η αλλαγή δε χρειάζεται λόγια αλλά ενέργειες. Όλα αυτά είναι ωραία λόγια αλλά τα ακούμε από τους πολιτικούς μας από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτή ακριβώς η επανάληψη τα έχει καταστήσει κενά όσο και μια σαπουνόφουσκα, βαρετά όσο και τα τηλεοπτικά σήριαλ. Κανέναν δεν ξεσηκώνουν παρά μόνο τους χρόνια ηλίθιους. Ελπίζω -με ελάχιστες πιθανότητες να συμβαίνει τελικά- ότι αυτοί είναι λίγοι.
«Οι λέξεις τελείωσαν για τους πολιτικούς». Ή μάλλον, τώρα που το καλοσκέφτομαι «οι ωραίες λέξεις τελείωσαν» γι αυτούς. Υπάρχουν, όμως, εκείνες που δεν ακούγονται τόσο όμορφα στα αφτιά μας, υπάρχουν εκείνες που λένε για θυσίες, που υπενθυμίζουν ότι πρέπει να φανούμε εντάξει στις υποχρεώσεις που έχουμε αναλάβει, εκείνες που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τις δυσκολίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Υπάρχουν εκείνες που εκφράζουν ρεαλισμό. Και υπάρχουν και πολιτικοί που δε φοβούνται να τις χρησιμοποιήσουν, αλλά είναι ελάχιστοι. Αν καταφέρουμε να τους εντοπίσουμε -έστω την τελευταία στιγμή- και να τους στηρίξουμε, ίσως μπορούμε να ελπίζουμε. Οι λέξεις μπορεί να τελείωσαν αλλά τώρα, έτσι κι αλλιώς, είναι η ώρα της δράσης από μέρους μας και η ψήφος μας μπορεί να είναι πιο ηχηρή από χιλιάδες, κενές λέξεις. 
Καλή ψήφο!

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Παιδεραστής σε Νηπιαγωγείο...

Θα εμπιστευόσασταν ποτέ σε μια ομάδα πυροσβεστών υπό τις εντολές ενός πυρομανή να σβήσει τη φωτιά που κατακαίει το σπίτι σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν σε έναν πεινασμένο λύκο τη φύλαξη του κοπαδιού σας από αιγοπρόβατα για να πάτε προς νερού σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν το παιδάκι σας σε Νηπιαγωγείο του οποίου τη διεύθυνση έχει αναλάβει γνωστός και αμετανόητος παιδεραστής; Θα θεωρήσω, για την οικονομία του λόγου, ότι η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα είναι αρνητική από την πλειονότητα των ερωτηθέντων.
Και αν τελικά, λειτουργώντας ως σώφρονες άνθρωποι, δεν εμπιστευόσασταν κανέναν από τους παραπάνω, για ποιο λόγο να εμπιστεύεστε στους κατ’ επάγγελμα πολιτικούς το μέλλον της χώρας (σπίτι), της περιουσίας σας (κοπάδι) ή των παιδιών σας (παιδιά); Γιατί μάλλον αυτό κάνετε δίνοντας ξανά και ξανά την ψήφο σας (εμπιστοσύνη) σε πολιτικούς που αντιμετωπίζουν την πολιτική ως μόνιμη ιδιότητα και ως επάγγελμα, κάποτε και ως οικογενειακή επιχείρηση.
Όσο κι αν προσπαθώ να εντοπίσω έστω αφορμές εμπιστοσύνης προς το λαό μας, μου είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο. Οι επιλογές μας, κατ’ επανάληψη, υπήρξαν παράλογα καταστροφικές. Τα αποτελέσματα αυτού του παραλογισμού βιώνουμε σήμερα. Παρόλα αυτά η αισιοδοξία μου ως προς τις μελλοντικές επιλογές μας βρίσκεται στο ναδίρ. Εκείνο που βλέπω είναι μια επανάληψη λαθών που μας οδήγησαν στην προβληματική καθημερινότητά μας. Το θέμα, βέβαια, δεν είναι τι βλέπω ή τι δε βλέπω προσωπικά. Το θέμα είναι ότι αυτό ακριβώς οσμίζονται και οι πολιτικοί κι ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Προς όφελος των ιδίων και προς δυστυχία δική μας, βέβαια.
Σε αυτό ακριβώς το κλίμα είναι ενταγμένες οι πρακτικές που ακολουθούν οι περισσότεροι. Συγχωροχάρτια ζητούν είτε με δακρύβρεχτες απολογίες μεταμέλειας και ύφος αμαρτωλού που είδε το φως το αληθινό είτε με μεταγραφή σε άλλα κόμματα είτε με τη δημιουργία καινούριων. Θύματα αναζητούν απευθυνόμενοι σε μάζες ηλιθίων. Γιατί αν δε μας περνούσαν για ηλιθίους, θα τα είχαν μαζέψει και θα πήγαιναν στο καλό γνωρίζοντας ότι δεν τους παίρνει άλλο. Μάλλον όμως, πιστεύουν ότι τους παίρνει κι άλλο. Κι εμείς τους δώσαμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Γιατί μπορεί ο σοφός λαός να το φωνάζει ποικιλοτρόπως με το «ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του» ή με το «άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς» αλλά από ό,τι φαίνεται αυτός ο σοφός λαός είναι ένας άλλος λαός. Στον δικό μας φαίνεται να πέφτει πολύ βαριά και δυσνόητη τόση σοφία!
Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας. Κι αυτή δείχνει να κινείται σε επίπεδα απόλυτου μηδέν. Λείπει η ωριμότητα που θα λειτουργούσε διδακτικά, λείπει η κοινωνική συνείδηση που θα λειτουργούσε ενωτικά, λείπει η γνώση που θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στις προσπάθειες των διεφθαρμένων να εκμεταλλευτούν ανθρώπους προς όφελος δικό τους και των... δικών τους.
Είναι μεγάλη ευκολία να ρίχνουμε σήμερα συνολικά τα βάρη για την κατάστασή μας στους κακούς «ξένους». Αυτοί οι ίδιοι ήταν οι καλοί «ξένοι» που μέχρι πριν λίγο καιρό μας δάνειζαν για να περνάμε καλά. Βέβαια, εκείνοι μας δάνειζαν για να κάνουμε επενδύσεις, για να οργανώσουμε και να εκσυγχρονίσουμε το κράτος, για να προχωρήσουμε σε αναπτυξιακές κινήσεις. Πού να το φανταστούν ότι εμείς όλο αυτόν τον πακτωλό χρημάτων που εισέρρεε στη χώρα, τον μετατρέπαμε σε μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητα, σε μεγάλης έκτασης εξοχικά, σε παχυλούς λογαριασμούς σε ξένες τράπεζες, σε ταξιδάκια αναψυχής, σε σινιέ ρουχαλάκια...
Αν χρειαζόμαστε «βαρβάρους» για να αισθανθούμε καλύτερα, θα πρέπει να τους αναζητήσουμε ανάμεσά μας. Το «πας μη Έλλην βάρβαρος» δεν ισχύει στην περίπτωσή μας. Οι «βάρβαροι» βρίσκονται ανάμεσά μας κι όσο τους ανεχόμαστε και τους στηρίζουμε, θα συνεχίσουν να κάνουν αυτό που γνωρίζουν καλά: να κοιτάζουν την πάρτη τους αδιαφορώντας για τον πόνο, τη φτώχια, την κατάντια που δημιουργούν. Οι «ξένοι» μας δάνεισαν και τώρα κάνουν το πιο φυσιολογικό που θα μπορούσαν να κάνουν. Απλώς ζητούν πίσω τα λεφτά τους. Μήπως το ίδιο δε θα έκανε ο καθένας από εμάς;
Όσο για το κίνημα φιλελληνισμού που αναπτύσσεται και προβάλλεται κατά κόρον από κανάλια, σταθμούς, εφημερίδες ήταν αναμενόμενο. Όλοι αυτοί που δηλώνουν «είμαστε όλοι Έλληνες», μάλλον γνωρίζουν πόσοι Έλληνες κυκλοφορούν με πολυτελή porsche cayenne, BMW, Mercedes, σκάφη αναψυχής και δε συμμαζεύεται, χωρίς να πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν. Και ποιος δε θα ήθελε να είναι Έλληνας με τέτοιες πολυτέλειες!
Και μπορεί κάποιοι να φωνάζουν «give greece a chance» αλλά μάλλον το φωνάζουν προς τη λάθος κατεύθυνση. Ό,τι μας δώσουν οι ξένοι, θα το απαιτήσουν πίσω πολλαπλάσια. Εκείνοι που πλέον πρέπει «να δώσουν μια ευκαιρία στην Ελλάδα» είναι οι Έλληνες. Αυτοί όμως, συνεχίζουν να δίνουν ευκαιρίες σε εκείνους τους πολιτικούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Συνεχίζουν να εμπιστεύονται τον «παιδεραστή στο νηπιαγωγείο». Τέτοια διαστροφή!

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Διανοούμενοι κατά παραγγελία

Άρθρο στο protagon.gr





«Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες.

Οι μεσαίοι άνθρωποι μιλούν για γεγονότα.

Οι μικροί άνθρωποι μιλούν για τους άλλους».


Ο ελληνισμός είχε ανέκαθεν βαθιές πνευματικές ρίζες. Στα δύσκολα και στα εύκολα η πνευματική αναζήτηση υπήρξε για μας εθνικό σπορ. Όλες οι εκφάνσεις της ζωής του νεοέλληνα αποπνέουν πνευματικότητα. Οπότε και κατά τη μίζερη περίοδο που διανύουμε, δε θα μπορούσαμε παρά να αναζητάμε, σε κατάσταση «ένθεης μανίας και έξαλλου ενθουσιασμού», τους διανοουμένους για να μας καθοδηγήσουν. Κάθε καρυδιάς καρύδι σε τηλεπαράθυρα, καφενεία, blogsκαι παραλίες ψάχνει τους πνευματικούς ανθρώπους. Τα… καρύδια διερωτώνται έμπλεα αγωνίας: «Μα τι κάνουν οι διανοούμενοι;», «Γιατί σιωπά η πνευματική ηγεσία;», «Πού έχει λουφάξει η διανόηση;». Πολύ λογικό! Δηλαδή, φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και ρημάξαμε τα πάντα, επειδή λάβαμε σοβαρά υπόψη μας τις αγωνίες του πνευματικού κόσμου;

Πιθανώς όλοι αυτοί οι Σέρλοκ Χολμς ούτε που γνωρίζουν τι αναζητούν. Απλώς αναζητούν σωσίβια και κάπου πήρε το αφτί τους ότι οι διανοούμενοι έχουν τις λύσεις. Μα οι διανοούμενοι δεν είναι πιάτο ημέρας. Δεν τους παραγγέλνεις με συνοδεία χωριάτικης και πατατοκεφτέδων, όποτε νιώσεις όρεξη γι αυτούς. Δεν εμφανίζονται μόλις ο λαός(;) τούς καλέσει. Οι διανοούμενοι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι με ηχηρές ανακοινώσεις του στιλ: «Εμείς οι πνευματικοί άνθρωποι…». Δε λένε όσα θέλει να ακούσει ο λαός χαϊδεύοντας τα αφτιά του.

Απορία. Κι όλοι εκείνοι, που σήμερα επαναλαμβάνουν συνθήματα της πλατείας στα τηλεπαράθυρα ή σε επιστολές αυτοαποκαλούμενοι «διανοούμενοι», δεν είναι τέτοιοι; Όχι βέβαια, δεν είναι. Μπορεί να είναι μπακλαβάδες, ιμάμ, κριτσίνια αλλά διανοούμενοι δεν είναι. Αυτοί είναι πιάτο κατά παραγγελία. Σκέφτονται: «Τι θέλει να ακούσει ο λαός και οι τηλεπαραθυράδες; Ας τους το πούμε, για να ικανοποιήσουμε τη ματαιοδοξία μας και να γνωστοποιήσουμε την ύπαρξή μας». Ασχολούνται με γεγονότα, τα οποία πλέον θα εντόπιζε ακόμα και ο Γκούφη, ο οποίος ποτέ δεν εντάχθηκε στην πνευματική ελίτ των κινουμένων σχεδίων.

Ο διανοούμενος κινείται στο χώρο των ιδεών. Κι αυτές μπορεί να ξεπηδούν από το χώρο της τέχνης, της επιστήμης, της εκπαίδευσης, της πολιτικής, της θρησκείας… Όσοι εντοπίζουν και διατυπώνουν τις ιδέες δικαιούνται τη σφραγίδα του διανοουμένου. Αυτό εννοούμε με τη φράση: διανοούμενος με βούλα. Οι άβουλοι, δηλαδή όσοι δεν έχουν βούλα, δεν εμπίπτουν στη διανόηση. Ο πνευματικός άνθρωπος αποκτάει τη βούλα του από την κοινή γνώμη, εξαιτίας δυο γνήσιων γνωρισμάτων του: της σφαιρικής παιδείας του και της κοινωνικής συνείδησής του. Το πρώτο του επιτρέπει να αποκωδικοποιεί και να κατανοεί τις εξελίξεις εντοπίζοντας προοπτικές και κινδύνους πριν οποιονδήποτε άλλον. Το δεύτερο του προσφέρει το κίνητρο και τη διάθεση να γνωστοποιεί τις σκέψεις, τις ανησυχίες, τα συμπεράσματά του σε σύνολα, μικρά ή μεγάλα.

Όσοι τώρα αναζητούν τους ανθρώπους της διανόησης και ασχολούνται με αυτούς απαξιωτικά, εκφράζουν άγνοια και μετριότητα. Όταν έπρεπε να ακούσουν τους διανοουμένους, το έπαιζαν τρελίτσα. Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Άλλωστε, αυτή είναι η συνήθης πρακτική του μικρομεσαίου ανθρώπου. Όταν ακούει κακά μαντάτα, σκοτώνει τον αγγελιαφόρο. Οι άνθρωποι του πνεύματος την έκαναν τη δουλειά τους παστρικά κι ωραία. Πάντα την κάνουν. Μέσα σε αμφιθέατρα, μέσω του καλλιτεχνικού έργου τους, με αρθρογραφία… έδειχναν ότι ο δρόμος που ακολουθούσαμε ήταν επικίνδυνος. Όλοι τούς ακούγαμε να εκφράζουν ανησυχίες για την πολιτική αδιαφορία που άφηνε ανεξέλεγκτους τους επίορκους λαϊκιστές πολιτικούς, για τον αμετροεπή τρόπο ζωής μας, για την επιδιωκόμενη χλιδή που, όμως, δε στηριζόταν στην παραγωγικότητα, για…, για..., για… Ποιος τους έδωσε προσοχή; Ελάχιστοι! Ήταν η εποχή των παχιών αγελάδων κι όποιος προσπαθούσε να πει την αλήθεια, ήταν κακός και δεν τον παίζαμε. Δώσε μας παραμύθι και πάρε μας τον Παρθενώνα.

Τώρα όλοι συνωστίζονται στην ουρά για να παραγγείλουν το διανοούμενό τους. «Παρακαλώ μού σερβίρετε ένα διανοούμενο που θα λέει ό,τι θέλω να ακούσω. Ένα διανοούμενο που θα βροντοφωνάξει: “Έξω η τρόικα και το ΔΝΤ”, “Να μην πληρώσουμε όσα χρωστάμε”, “Να μη γίνουν απολύσεις στο δημόσιο”, “Να μη μειωθεί το εισόδημά μας”…»

Οι διανοούμενοι, όμως, δεν είναι πιάτο ημέρας. Δε λειτουργούν κατά παραγγελία και δεν τους κάνουν το χατίρι. Κι όσο δεν τους το κάνουν, παραμένουν αόρατοι. Όχι επειδή λουφάζουν αλλά επειδή φοβόμαστε να τους ακούσουμε. Οι άνθρωποι του πνεύματος σήμερα μιλούν για θυσίες που πρέπει να γίνουν από όλους, για παραγωγικότητα και επιχειρηματικές ιδέες που θα ξαναβάλουν την Ελλάδα στο παγκόσμιο παιχνίδι. Μιλούν κυρίως για αλλαγή νοοτροπίας -οικονομικής κοινωνικής και πολιτικής- που θα αλλάξει το πολιτικό σκηνικό απαλλάσσοντάς μας από τους ανίκανους πολιτικούς.

Οι διανοούμενοι μιλούν χωρίς να κραυγάζουν. Δεν εισβάλλουν βίαια στο χώρο κανενός. Μοιράζονται τις ιδέες τους με εκείνους που είναι έτοιμοι για αλήθειες κι όχι με όσους νιώθουν λιγούρα για μουσακά.