Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

DNA με ημερομηνία λήξης!


Για το DNA των Ελλήνων φαντάζομαι ότι έχετε ακούσει πολλά! Μάλλον, υπερβολικά πολλά! «Είμαστε γεννημένοι για να είμαστε πρώτοι», «οι Έλληνες έχουν τις νίκες γραμμένες στο DNA τους» και άλλα τέτοια περισπούδαστα, βαθυστόχαστα, δηλωτικά της μοναδικής ευφυΐας μας και... φυσικά, απολύτως επιστημονικά τεκμηριωμένα. Οι αποδείξεις πολλές! Μάλλον υπερβολικά πολλές κι αυτές. Ποιος άλλος λαός έχτισε Παρθενώνα; Ε; Ποιος έγραψε έπη στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα, στις Θερμοπύλες, στο Σούλι, στο Μεσολόγγι, στο Χάνι της Γραβιάς, στο Γοργοπόταμο, στη Eurovision..., για να θυμηθώ ορισμένες μόνο από τις λαμπρές σελίδες της ιστορικής πορείας του έθνους; Ε; Ποιος; 
Για να μη σας βάζω τώρα σε νοητικές περιπέτειες -τις οποίες αρκετοί καθόλου ανέχεστε-, η απάντηση είναι μία και μοναδική και δεν είναι παρά ένα βροντερό και... ηχηρό ΟΧΙ! Οι «άλλοι» (υποτιμητικό) δεν έγραψαν τέτοιες εποποιίες. «Αυτοί» (υποτιμητικό) κάτι κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας, κάτι... κοντές πυραμίδες, κάτι ξυλάγγουρους πύργους του Άιφελ, κάτι πύργους της Πίζας που φοβάσαι να περάσεις από κάτω, επειδή γέρνουν επικίνδυνα, κάτι μαγευτικά σαχλές όπερες, κάτι βρομοπαλάτια στιλ Λούβρου και άλλα βρομομνημεία διάσπαρτα σε όλη την οικουμένη, κάτι παλιοεξελίξεις και ψιλοεφευρέσεις σε θέματα Γενετικής, Πληροφορικής, Φυσικής, Χημείας, κάτι χαζοεπιτεύγματα σε θέματα Οικονομίας και γενικά... χάλια μαύρα και παντελώς ανάξια λόγου και προσοχής. Με απλά λόγια, απλώς μικροπράγματα «αυτοί» οι «άλλοι» (και τα δυο με υποτιμητικό τρόπο). 
Λοιπόν, νομίζω ότι τα τεκμήρια της γενετικής ανωτερότητάς μας είναι αδιάσειστα και μόνο άνθρωποι τυφλοί -νοητικά- και κακεντρεχείς και με υψηλό πυρετό που δεν τους αφήνει να ηρεμήσουν, αρνούνται ή αδυνατούν να τα δουν και να τα αποδεχτούν. Όλα αυτά, εμένα που ανήκω στο συγκεκριμένο έθνος και στην Παιδεία του, με κάνουν εξαιρετικά υπερήφανο και χαρούμενο και γενικά μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο κάθε που σκέφτομαι την τιμή που μου έλαχε. Κάποτε είχα περάσει μια περίοδο προβληματισμού και σκεφτόμουν μήπως δεν έπρεπε να «παίρνω και τόσο ψηλά τον αμανέ» και να «καβαλάω το καλάμι», επειδή είναι λίγο... τυχαίο το ότι ανήκω στο ελληνικό έθνος και δεν ανήκω σε ένα άλλο διπλανό. Είχα κοντέψει, όμως, να πάθω κατάθλιψη και πολύ γρήγορα εγκατέλειψα τέτοιους προβληματισμούς. Στο κάτω κάτω, σκέφτηκα ότι εξίσου ή και (αμαρτία που το γράφω τώρα) περισσότερο χαρούμενος θα ένιωθα κι αν κέρδιζα ένα βαρβάτο τζόκερ. Κι αυτό τυχαίο θα ήταν αλλά καθόλου θα μετρίαζε τη χαρά μου. 
Την κατάθλιψη μπορεί τότε να τη γλύτωσα παραμερίζοντας απλώς κάποιους προβληματισμούς. Έβαλα το «μακάριοι οι πτωχοί στο πνεύμα» σε πράξη και ησύχασα. Νέες παλιοσκέψεις, όμως, εμφανίζονται διαρκώς στον ορίζοντα απειλώντας να διαταράξουν τη μακαριότητά μου. Από τη μια, τα οικονομικά. Πώς εμείς, ο πιο προικισμένος λαός φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; Πώς γίνεται η πληρωμή των μισθών, των συντάξεων, των επιδομάτων μας να εξαρτάται από την κάθε Γερμανία, την κάθε τρόϊκα, τρίλιζα, φιδάκι, γκρινιάρη και δε συμμαζεύεται; Έθνη και λαοί, που ακόμα θα ζούσαν στα δέντρα και στις σπηλιές και θα έτρωγαν ο ένας τον άλλον, αν δεν ήμασταν εμείς να τους κατεβάσουμε από τα δέντρα και να τους βγάλουμε από τις σπηλιές και να τους μάθουμε να τρώνε βλίτα και κουτόχορτο, ώστε να μην τρώνε ο ένας τον άλλον, γίνεται να επεμβαίνουν τώρα και να ρυθμίζουν καθοριστικά τα εσωτερικά μας; 
Κι άντε, τα οικονομικά. Σκέφτομαι ότι εμείς ήμασταν ανέκαθεν πολύ λάρτζ λαός και ποτέ δεν ασχοληθήκαμε με τέτοια πεζά και μίζερα και μπακαλίστικα θέματα. Είχαμε πάντα στο μυαλό μας ότι ό,τι μας έδιναν οι «ξένοι» (υποτιμητικά) ήταν από υποχρέωση, επειδή παλιότερα εμείς τους κατεβάσαμε από τα δέντρα και τους βγάλαμε από τις σπηλιές και τους μάθαμε να τρώνε βλίτα και κουτόχορτο, ώστε να μην τρώνε ο ένας τον άλλον. Τέλος πάντων. Έρχονται τώρα και μας τα ζητάνε πίσω ενώ παράλληλα μας έχουν ψεκάσει με κάτι περίεργες ουσίες, ώστε να μην πολυαντιδρούμε. Όλα αυτά δε θα ήταν ικανά να μου χαλάσουν την ψυχολογία. Είχα στο μυαλό μου τους ολυμπιακούς. Πεδίο δόξας λαμπρό για ένα έθνος που έχει τις νίκες χαραγμένες στο DNA του. Με αυτή τη σκέψη και με ανάλογη εκδικητική προς τους ξένους διάθεση περίμενα ανυπόμονα το μεγάλο γεγονός, στο οποίο το έθνος μας, για μια ακόμα φορά, θα έδειχνε τι αξίζουμε. Περίμενα... Περίμενα... Περίμενα... Και μάλλον θα περιμένω πολύ τη δικαίωση. Μάλλον δε θα έχω τη χαρά να δω τη γαλανόλευκη να κυματίζει και να ακούσω τον εθνικό ύμνο μας να παιανίζει προς τιμήν των νικητών αθλητών μας. Αυτό, όμως, δεν το χωράει ο νους μου. Και πιστεύω ότι κανενός ο νους δεν το χωράει εκτός κι αν είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Μαύρες σκέψεις με έχουν ζώσει. Τι έγινε το πασίγνωστο και νικηφόρο DNA μας; Πού είναι οι νίκες που είναι γραμμένες στο γενετικό υλικό μας αλλά δεν τις είδαμε γραμμένες στους φωτεινούς πίνακες των βρετανικών ολυμπιακών σταδίων; Πού πήγε και χάθηκε; Μετακόμισε στην Κίνα, στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Τζαμάικα και σε άλλες χώρες που σαρώνουν τα μετάλλια; Ή μήπως το DNA μας είχε ημερομηνία λήξης κι αυτή έφτασε; Είναι, όμως, δυνατόν κάτι τέτοιο; Τι είναι το DNA και λήγει; Γάλα είναι; Γιατί κι αυτό έχει ημερομηνία λήξης αλλά η μάνα μου επιμένει: «άντε, παιδάκι μου, και μια και δυο μέρες μετά να το πιείς, δεν παθαίνεις τίποτα»!

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Στο λάκκο της μιζέριας…


«Αν έπεσες στο λάκκο της μιζέριας, 
να θυμάσαι ότι οι μέρες σου είναι μετρημένες 
και γι αυτό να τις εκμεταλλευτείς όσο καλύτερα μπορείς». 
Γιαν Μαρτέλ, Βεατρίκη και Βιργίλιος  

Ωραία! Δηλαδή, όχι και πολύ ωραία αλλά δεν μπορούσα να ξεκινήσω το κείμενο με τη λέξη που πραγματικά ταιριάζει στην περίσταση. Γιατί, αν το κείμενό μου ξεκινούσε με τη λέξη «σκα…ά» θα δημιουργούνταν ένας σωρός προβλήματα. Ορισμένοι «μη μου άπτου» δε θα το διάβαζαν από σιχασιά, έστω κι αν τα «σκα…ά» είναι μια πραγματικότητα. Άλλοι πάλι θα αδιαφορούσαν, γιατί ένα άρθρο που ξεκινάει με μια τόσο ποταπή λέξη, δεν μπορεί να είναι καθόλου μα καθόλου «καθώς πρέπει». Ναι, αλλά η συγκεκριμένη σιχαμένη και βρόμικη και βδελυρή λέξη περιγράφει απολύτως την κατάστασή μας. Ένας ολόκληρος λαός βουτηγμένος στο λάκκο της μιζέριας.
Το σκηνικό είναι, βέβαια, μια ανοησία. Γιατί το μίζερο κλίμα οφείλεται σε δυο λόγους, εξίσου ηλίθιους. Ο ένας είναι η διάψευση. Ο άλλος η έλλειψη ελπίδας. Ο πρώτος είναι ανόητος, γιατί το μόνο που διαψεύστηκε για αρκετούς συμπατριώτες μας ήταν ένα ψέμα, μια πλάνη, όχι κάτι πραγματικό. Αρκετοί ζούσαν σε μια εικονική πραγματικότητα, η οποία τέλειωσε. Η λογική, όμως, λέει ότι ένα ψέμα είναι πάντα ένα ψέμα, κάτι που δεν υφίσταται, κάτι που εξ ορισμού δεν υπάρχει και άρα η διάψευσή του είναι απλώς κάτι τυπικό και κυρίως αναμενόμενο. Ο δεύτερος είναι εξίσου ανόητος, επειδή έλλειψη ελπίδας σημαίνει έλλειψη διάθεσης για σκληρή προσπάθεια. Η λογική πάλι λέει ότι εκείνος που έχει τη διάθεση αλλά και τα εφόδια για να παλέψει, ελπίζει ότι κάτι έχει να κερδίσει από αυτό. Σίγουρα πάντως δε χάνει την ελπίδα του. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη λογική είναι... παράλογο να κυριαρχεί η μιζέρια στη χώρα μας.
Κι όμως, αυτή εξαπλώνεται και δείχνει ότι η πλειονότητα των συμπατριωτών μας δεν ενεργεί με βάση τη λογική αλλά αφήνεται να την καθοδηγούν ελέγχοντας το συναίσθημά της. Το συναίσθημα, όμως, συχνά οδηγεί τον άνθρωπο σε ανόητες, γελοίες και κυρίως κουτοπόνηρες επιλογές. Ναι, αλλά ένας άνθρωπος ή μια κοινωνική ομάδα, μικρή ή μεγάλη, δεν πάει μπροστά ούτε με ανόητες ούτε με γελοίες και κυρίως ούτε με κουτοπόνηρες επιλογές ή τουλάχιστον δεν πάει για πολύ καιρό. Ισχύει παντού. Οι πανελλαδικές εξετάσεις, για παράδειγμα, διαψεύδουν αρκετούς μαθητές, γιατί εκεί τα πράγματα είναι αρκετά αντικειμενικά και άρα εκφράζουν την πραγματικότητα. Η ώρα της «λυπητερής» έρχεται για όλους και συνήθως φέρνει μαζί της τη διάψευση, γιατί η «λυπητερή» είναι η πραγματικότητα. Κανείς δε φταίει σε εκείνον που διαψεύδεται, επειδή θεωρεί ότι με δουλειά τζίτζικα μπορεί να αποκτά όσα και το εργατικό μυρμήγκι.
Η ώρα της αλήθειας έφτασε για τη χώρα μας και ο λογαριασμός είναι πράγματι μεγάλος. Παράλογο; Όχι βέβαια! Τα γούστα πληρώνονται και όσο πιο ακριβά γούστα έχει κάποιος, τόσα περισσότερα θα κληθεί να πληρώσει. Και μη μου πει κανείς ότι ως κράτος και ως πολίτες δεν υπήρξαμε αυτοκαταστροφικοί! Ξεπεράσαμε κάθε μέτρο και τώρα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δίλημμα. Θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε με γνώμονα το συναίσθημα ή θα αποφασίσουμε να βαδίσουμε στους δρόμους της λογικής; Το πρώτο ήδη δείχνει τα αποτελέσματά του οδηγώντας σε εκδήλωση οργής (οπότε γίνεται του… Κασιδιάρη), διάθεση τιμωρίας (άραγε ποιου;), στήριξης όσων μας υπόσχονται όσα κάποιοι άλλοι μας είχαν ήδη υποσχεθεί οδηγώντας μας στις καταστροφικές συνθήκες που βιώνουμε. Στη δεύτερη, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, γιατί μια λογική εκτίμηση των δεδομένων προϋποθέτει αυτοκριτική. Όχι κραυγές, όχι θυμό, όχι επίρριψη ευθυνών στον ανάδρομο Ερμή, στο κακό το μάτι ή σε μια αόρατη και ανεξέλεγκτη μοίρα και κυρίως όχι μπούφλες σε δικαίους και αδίκους. Δύσκολο μεν, υπεύθυνο δε. Σίγουρα αξιοπρεπές.
Αρκετοί λαϊκιστές μιλούν για τη σοφία του ελληνικού λαού. Η πραγματικότητα, όμως, αποδεικνύει όχι τη σοφία αλλά τη μεγαλειώδη βλακεία, την κουτοπονηριά, την αναίδεια και την απαιδευσιά μεγάλου τμήματος του λαού μας. Δηλαδή, σε ποια περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας δείξαμε έστω ψήγματα σοφίας; Όλοι -Έλληνες και ξένοι- κάνουν λόγο για τη μακραίωνη ιστορία μας. Αν, όμως, είμαστε ένας λαός με μεγάλη ιστορία μήπως παράλληλα είμαστε ένας λαός με μνήμη χρυσόψαρου; Γιατί στοιχεία αυτής της ιστορίας είναι το φιλότιμο, η αξιοπρέπεια, η εργατικότητα, η δημοκρατία, το μέτρο, το ωραίο αλλά και η λογική. Πού είναι όλα αυτά σήμερα; Πόσοι πολιτικοί ή πόσοι πολίτες τα διαθέτουν; Αυτό που μας μένει είναι να φανούμε αξιοπρεπείς και λογικοί επιτέλους. Η καθοδήγηση των πολιτών μέσω του ελέγχου των συναισθημάτων του δε δίνει λύσεις. Μπορεί να δίνει μιζέρια, απόγνωση και έλλειψη ελπίδας αλλά καμιά ουσιαστική λύση. Οι λύσεις πηγάζουν από τη λογική και αυτή λέει ότι είναι καιρός να επανεξετάσουμε τις δυνατότητές μας, να αξιοποιήσουμε την πραγματικότητα, να αφήσουμε πίσω μας τα ψέματα, τις εύκολες λύσεις, την τεμπελιά, την ασχήμια, τους ψευτοτσαμπουκάδες και όλους εκείνους που μας υπόσχονται ότι μπορούμε να αποφύγουμε τη «λυπητερή», ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε απομονωμένοι ή ότι θα γίνουμε η Σαουδική Αραβία της Μεσογείου. Η λογική ανέκαθεν έλεγε ότι τα «αγαθά αποκτώνται με κόπους». Πλέον η σκληρή δουλειά είναι η μόνη συνταγή που θα επιφέρει το θάνατο της μιζέριας, γλυτώνοντάς μας από το δικό μας «θάνατο». Πιθανώς κουραστικό. Σίγουρα αισιόδοξο! 

Ο κ. Ζάχος θεωρεί ότι αν η κατάσταση συνεχίσει ως έχει, 
σύντομα θα αποτελεί είδηση ο θάνατος κάποιου από φυσιολογικά αίτια.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

«Είμαστε όλοι Έλληνες...»

Λύσσιαξαν πια όλοι τους οι ξενέρωτοι! Μη δουν λαό να προοδεύει, τον έβαλαν στο μάτι και όποιον πάρει ο Χάρος. Και δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα το μάτι το κακό μού προκαλεί κάτι φρικτούς πονοκεφάλους και ημικρανίες και σκοτοδίνες και μετά πρέπει να παρακαλάω τη μάνα μου να με ξεματιάσει και δε συμμαζεύεται. Φαντάζομαι με καταλαβαίνετε, γιατί έτσι είμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες. Μας πιάνει εύκολα το μάτι το κακό. Και δεν υπάρχουν και λίγοι λόγοι για να μας βάζουν στο μάτι οι ξένοι κι εμάς να μας πιάνει το μάτι...
Από την έλλειψη τάξης που χαρακτηρίζει την προηγούμενη παράγραφο, μάλλον έχετε αντιληφτεί πόσο φουρκισμένος είμαι τη στιγμή που γράφω. Κι αν βρείτε διπλά και τριπλά γράμματα στο κείμενο, είναι που τρέμω ολόκληρος από τη σύγχυση και την ταραχή και τα δάχτυλά μου πατούν και δυο και τρεις φορές το κάθε γράμμα στο πληκτρολόγιο. Και πώς να μην είμαι συγχυσμένος κι εγώ κι εσείς και ο απανταχού ελληνισμός με όσα συμβαίνουν.
Στο καινούριο φρούτο αναφέρομαι που του έδωσαν και όνομα ήδη και το ονόμασαν «κίνημα είμαστε όλοι Έλληνες». Χα! Με κάτι τέτοια γίνομαι οπαδός των θεωριών συνωμοσίας που διατυπώνονται από πολύ... σοβαρά χείλη. Είναι να μην πιστεύεις τόσο πειστικές και τεκμηριωμένες θεωρίες; Κάποιοι ανόητοι, βέβαια, χαίρονται κιόλας και πιστεύουν ότι βρήκαμε συμπαραστάτες και αξιόπιστους συμμάχους αλλά πού μυαλό να δουν τι κρύβεται πίσω από όλο αυτό το πανηγυράκι του «είμαστε όλοι Έλληνες»;
Δηλαδή, πού ήταν όλοι αυτοί, που σήμερα διατυμπανίζουν «είμαστε όλοι Έλληνες», όσο εμείς χύναμε αίμα και ιδρώτα για να φτάσουμε μέχρι εδώ; Πού ήταν όλοι αυτοί όταν ξεπλατιζόμασταν για να φτιάξουμε τον Παρθενώνα; Να σας πω εγώ πού ήταν! Σε κάτι σπηλιές ήταν κι όταν έβγαιναν από αυτές, πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο σαν την τσίτα του Ταρζάν. Εμ τότε δε συνέφερε να είναι Έλληνες, γιατί οι Έλληνες ιδροκοπούσαν κάτω από τον καυτό αττικό ήλιο για να μεγαλουργήσουν και να φτιάξουν μεγαλεία που σήμερα θαυμάζει όλη η ανθρωπότητα πίνοντας καφέ, τσίπουρα και μπύρες στα μπαρ της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Τώρα τι να σας κάνουμε βρε λεβέντες; Το χτίσιμο ήταν το λούκι. Να τον βλέπουμε, μπορούμε και μόνοι μας.
Πού ήταν όλοι αυτοί, όταν τραβούσαμε κουπί σε τρικυμίες και φουρτούνες; Πού ήταν όταν ψάχναμε τα πιο λαμόγια και τους πιο διεφθαρμένους, για να τους κάνουμε πολιτικούς; Είχαμε καμιά βοήθεια τότε; Μόνοι μας ψάχναμε. Πού ήταν όλοι αυτοί όταν πήραμε έναν σκασμό λεφτά από την ΕΕ και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να τα σπαταλήσουμε; Πού ήταν, όταν αναζητούσαμε τις πιο ασφαλείς τράπεζες στην Ελβετία για να καταθέσουμε το υστέρημά μας, όταν ψάχναμε τα πιο πολυτελή αυτοκίνητα για να τα αποκτήσουμε και να τα επιδεικνύουμε στις πλατείες, όταν αναζητούσαμε τις πιο σικ τοποθεσίες για να ανεγείρουμε βιλίτσες και βιλάρες και ό,τι άλλο επιθυμούσαμε; Είχαμε καμιά συμπαράσταση τότε; Αμ δεν είχαμε.
Και τώρα; Ε, τώρα που τα καταφέραμε, όλοι θέλουν να είναι Έλληνες. Δεν είναι έτσι το πράγμα! Έτσι ξέραμε κι εμείς! Δηλαδή, τώρα που κατάλαβαν οι κουτόφραγκοι σε τι πολυτέλεια ζούμε, τώρα θυμήθηκαν να είναι όλοι Έλληνες; Και κάποιοι ηλίθιοι δικοί μας χαίρονται γι αυτό. Μα δε σκέφτεστε, γιατί να θέλουν να είναι Έλληνες όλοι αυτοί; Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Είναι τόσο απλό... Θέλουν να είναι Έλληνες για να έχουν όσα κι εμείς. Ναι αλλά εμείς δεν τα αποκτήσαμε ως δια μαγείας. Αγωνιστήκαμε για όλα αυτά, κουραστήκαμε, ξεπουλήσαμε καθετί ηθικό, πουλήσαμε την ίδια την ψυχή μας στο διάολο. Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Λούκι μεγάλο ήταν.
Ε όχι κυρίες και κύριοι που θέλετε να είστε όλοι Έλληνες, δεν πρόκειται να σας γίνει το χατίρι που να χτυπιέστε ολημερίς κι ολονυχτίς. Δεν τα μασάμε εμείς κάτι τέτοια. Κορόιδα ψάχνετε; Δεν είμαστε εμείς κουτόφραγκοι να μοιραστούμε τις ανέσεις μας, τα αραλίκια μας και τις πολυτέλειές μας με όλους εσάς που τώρα είδατε το φως το αληθινό.
Και στο κάτω κάτω της γραφής, άντε και πιανόμαστε κορόιδα και αποδεχόμαστε το αίτημά σας και σας κάνουμε την τιμή να είστε όλοι Έλληνες, δε σκέφτεστε ότι τότε θα υπάρξει ένα τόσο δα μικρό προβληματάκι; Γιατί, αν όλοι εσείς γίνετε Έλληνες, τότε ποιος, που να πάρει, θα δουλεύει σαν το γομάρι για να συνεχίσει να μας δίνει εμάς δανεικά και να περνάμε ζάχαρη; Ε, ποιος θα το κάνει; Γιατί, έχω την αίσθηση, ότι εμείς οι Έλληνες δεν πρόκειται να το κάνουμε ποτέ!


Υ.Σ. Αναρωτιέμαι αν, τώρα που τόσοι πολλοί ξένοι θέλουν να γίνουν Έλληνες, μπορώ εγώ να γίνω ένας Γερμανός, ένας Ολλανδός ή κάτι άλλο ξένο βρε παιδί μου...

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Παιδεραστής σε Νηπιαγωγείο...

Θα εμπιστευόσασταν ποτέ σε μια ομάδα πυροσβεστών υπό τις εντολές ενός πυρομανή να σβήσει τη φωτιά που κατακαίει το σπίτι σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν σε έναν πεινασμένο λύκο τη φύλαξη του κοπαδιού σας από αιγοπρόβατα για να πάτε προς νερού σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν το παιδάκι σας σε Νηπιαγωγείο του οποίου τη διεύθυνση έχει αναλάβει γνωστός και αμετανόητος παιδεραστής; Θα θεωρήσω, για την οικονομία του λόγου, ότι η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα είναι αρνητική από την πλειονότητα των ερωτηθέντων.
Και αν τελικά, λειτουργώντας ως σώφρονες άνθρωποι, δεν εμπιστευόσασταν κανέναν από τους παραπάνω, για ποιο λόγο να εμπιστεύεστε στους κατ’ επάγγελμα πολιτικούς το μέλλον της χώρας (σπίτι), της περιουσίας σας (κοπάδι) ή των παιδιών σας (παιδιά); Γιατί μάλλον αυτό κάνετε δίνοντας ξανά και ξανά την ψήφο σας (εμπιστοσύνη) σε πολιτικούς που αντιμετωπίζουν την πολιτική ως μόνιμη ιδιότητα και ως επάγγελμα, κάποτε και ως οικογενειακή επιχείρηση.
Όσο κι αν προσπαθώ να εντοπίσω έστω αφορμές εμπιστοσύνης προς το λαό μας, μου είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο. Οι επιλογές μας, κατ’ επανάληψη, υπήρξαν παράλογα καταστροφικές. Τα αποτελέσματα αυτού του παραλογισμού βιώνουμε σήμερα. Παρόλα αυτά η αισιοδοξία μου ως προς τις μελλοντικές επιλογές μας βρίσκεται στο ναδίρ. Εκείνο που βλέπω είναι μια επανάληψη λαθών που μας οδήγησαν στην προβληματική καθημερινότητά μας. Το θέμα, βέβαια, δεν είναι τι βλέπω ή τι δε βλέπω προσωπικά. Το θέμα είναι ότι αυτό ακριβώς οσμίζονται και οι πολιτικοί κι ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Προς όφελος των ιδίων και προς δυστυχία δική μας, βέβαια.
Σε αυτό ακριβώς το κλίμα είναι ενταγμένες οι πρακτικές που ακολουθούν οι περισσότεροι. Συγχωροχάρτια ζητούν είτε με δακρύβρεχτες απολογίες μεταμέλειας και ύφος αμαρτωλού που είδε το φως το αληθινό είτε με μεταγραφή σε άλλα κόμματα είτε με τη δημιουργία καινούριων. Θύματα αναζητούν απευθυνόμενοι σε μάζες ηλιθίων. Γιατί αν δε μας περνούσαν για ηλιθίους, θα τα είχαν μαζέψει και θα πήγαιναν στο καλό γνωρίζοντας ότι δεν τους παίρνει άλλο. Μάλλον όμως, πιστεύουν ότι τους παίρνει κι άλλο. Κι εμείς τους δώσαμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Γιατί μπορεί ο σοφός λαός να το φωνάζει ποικιλοτρόπως με το «ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του» ή με το «άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς» αλλά από ό,τι φαίνεται αυτός ο σοφός λαός είναι ένας άλλος λαός. Στον δικό μας φαίνεται να πέφτει πολύ βαριά και δυσνόητη τόση σοφία!
Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας. Κι αυτή δείχνει να κινείται σε επίπεδα απόλυτου μηδέν. Λείπει η ωριμότητα που θα λειτουργούσε διδακτικά, λείπει η κοινωνική συνείδηση που θα λειτουργούσε ενωτικά, λείπει η γνώση που θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στις προσπάθειες των διεφθαρμένων να εκμεταλλευτούν ανθρώπους προς όφελος δικό τους και των... δικών τους.
Είναι μεγάλη ευκολία να ρίχνουμε σήμερα συνολικά τα βάρη για την κατάστασή μας στους κακούς «ξένους». Αυτοί οι ίδιοι ήταν οι καλοί «ξένοι» που μέχρι πριν λίγο καιρό μας δάνειζαν για να περνάμε καλά. Βέβαια, εκείνοι μας δάνειζαν για να κάνουμε επενδύσεις, για να οργανώσουμε και να εκσυγχρονίσουμε το κράτος, για να προχωρήσουμε σε αναπτυξιακές κινήσεις. Πού να το φανταστούν ότι εμείς όλο αυτόν τον πακτωλό χρημάτων που εισέρρεε στη χώρα, τον μετατρέπαμε σε μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητα, σε μεγάλης έκτασης εξοχικά, σε παχυλούς λογαριασμούς σε ξένες τράπεζες, σε ταξιδάκια αναψυχής, σε σινιέ ρουχαλάκια...
Αν χρειαζόμαστε «βαρβάρους» για να αισθανθούμε καλύτερα, θα πρέπει να τους αναζητήσουμε ανάμεσά μας. Το «πας μη Έλλην βάρβαρος» δεν ισχύει στην περίπτωσή μας. Οι «βάρβαροι» βρίσκονται ανάμεσά μας κι όσο τους ανεχόμαστε και τους στηρίζουμε, θα συνεχίσουν να κάνουν αυτό που γνωρίζουν καλά: να κοιτάζουν την πάρτη τους αδιαφορώντας για τον πόνο, τη φτώχια, την κατάντια που δημιουργούν. Οι «ξένοι» μας δάνεισαν και τώρα κάνουν το πιο φυσιολογικό που θα μπορούσαν να κάνουν. Απλώς ζητούν πίσω τα λεφτά τους. Μήπως το ίδιο δε θα έκανε ο καθένας από εμάς;
Όσο για το κίνημα φιλελληνισμού που αναπτύσσεται και προβάλλεται κατά κόρον από κανάλια, σταθμούς, εφημερίδες ήταν αναμενόμενο. Όλοι αυτοί που δηλώνουν «είμαστε όλοι Έλληνες», μάλλον γνωρίζουν πόσοι Έλληνες κυκλοφορούν με πολυτελή porsche cayenne, BMW, Mercedes, σκάφη αναψυχής και δε συμμαζεύεται, χωρίς να πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν. Και ποιος δε θα ήθελε να είναι Έλληνας με τέτοιες πολυτέλειες!
Και μπορεί κάποιοι να φωνάζουν «give greece a chance» αλλά μάλλον το φωνάζουν προς τη λάθος κατεύθυνση. Ό,τι μας δώσουν οι ξένοι, θα το απαιτήσουν πίσω πολλαπλάσια. Εκείνοι που πλέον πρέπει «να δώσουν μια ευκαιρία στην Ελλάδα» είναι οι Έλληνες. Αυτοί όμως, συνεχίζουν να δίνουν ευκαιρίες σε εκείνους τους πολιτικούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Συνεχίζουν να εμπιστεύονται τον «παιδεραστή στο νηπιαγωγείο». Τέτοια διαστροφή!

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Αυτή η κρίση δεν είναι δική μας...

Όταν ξεκινούσε το πανηγύρι της κρίσης και του μνημονίου είχε διαφανεί ότι κανένας δεν είχε διάθεση να «σηκώσει τα μανίκια», να αναλάβει τις ευθύνες του και να στρωθεί στη δουλειά. Εξαίρεση ο νυν πρωθυπουργός που τα σήκωνε πρωταγωνιστώντας σε τηλεοπτικό προεκλογικό σποτάκι από εκείνα που μας προετοιμάζουν για όσα ... δεν πρόκειται καμιά φορά να δούμε στην πραγματικότητα. Άλλωστε κι αυτός στη διαφήμιση έμεινε! Εκτός κι αν κάποιος πιστεύει ότι το να οδηγείς μια χώρα στη χρεοκοπία προϋποθέτει ανασκούμπωμα.
Αν ήμασταν βιολιστές, η Vanessa Mae θα είχε πλαντάξει από τη ζήλια της, ο κόσμος της μουσικής θα τα είχε ακούσει όλα από εμάς, αφού αρκετούς μήνες μετά συνεχίζουμε το βιολί μας. Παρακολουθούμε τη χώρα να οδηγείται στην καταστροφή, όπως ακριβώς παρακολουθήσαμε, στο παρελθόν, τα εξευτελιστικά «ριάλιτι» και, τώρα τα τουρκικά σήριαλ που έχουν γίνει ανάρπαστα μεταξύ των αθεράπευτα ηλιθίων. Χωρίς, δηλαδή, να κάνουμε τίποτα. Βλέπουμε την κατάσταση να φτάνει στο απροχώρητο και δε μας νοιάζει. Λες και πρόκειται για χώρα αλλουνού. Την ίδια στιγμή, βέβαια, όπου κι αν κοιτάξουμε, βλέπουμε αγανακτισμένους. Αλλά αγανακτισμένους με τους άλλους. Αγανακτισμένο με τον εαυτό του δεν έχω συναντήσει ακόμα. Ούτε έχω δει κάποιον έστω διατεθειμένο να αγανακτήσει με τον εαυτό του.
Κι ενώ οι ξένοι μάς κουρεύουν χωρίς να μας ρωτήσουν έστω πώς, εμείς το μόνο που κάνουμε είναι να επιδιδόμαστε στο διαχρονικό εθνικό σπορ μας. Δηλαδή, να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω περιμένοντας από τους υπολοίπους να σώσουν την κατάσταση αλλά κι εμάς. Μπορεί να συμβαίνει αυτό, γιατί οι άλλοι, για κάποιο αδιόρατο λόγο, μας χρωστούν χάρη, επειδή απλώς υπάρχουμε και αναπνέουμε δίπλα τους. Μεγάλη η χάρη μας. Κι αν συνεχιστεί αυτή η αφασία, οι άλλοι θα μας κάνουν γουλί με συνοπτικές διαδικασίες. Και καλά να πάθουμε.
Οποιοσδήποτε σώφρων άνθρωπος προσπαθούσε να καταλάβει -παρακολουθώντας τις αντιδράσεις της βλαμμένης ελληνικής γνώμης- τι έφταιξε και οδηγηθήκαμε κατά διαόλου, θα πάθαινε ό,τι κι ο Τζακ Νίκολσον στη «Φωλιά του Κούκου». Λογικός θα ξεκινούσε, «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» θα κατάληγε. Γιατί σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της -απολύτως αποχαυνωμένης- κοινής γνώμης, για την κρίση της Ελλάδας δε φταίει κανείς! Τουλάχιστον αρχικά ο ένας προσπαθούσε να ρίξει τα βάρη στους άλλους, σήμερα πλέον ο καθένας απλώς προσπαθεί να σώσει το τομάρι του αποποιούμενος κάθε ευθύνη.
Για την κρίση, τη χρεοκοπία, την πτώχευση της χώρας μας, λοιπόν, δε φταίνε ούτε οι αργόμισθοι ούτε οι πρόωρα ή παράνομα συνταξιοδοτημένοι ούτε οι συνδικαλιστές ούτε οι μιζαδόροι ούτε εκείνοι που δεν αποδίδουν ΦΠΑ ούτε όσοι παίρνουν ευφάνταστης γελοιότητας και ονομασίας επιδόματα ούτε οι φαρμακοποιοί ούτε οι γιατροί ούτε οι πολιτικοί ούτε οι δημοσιογράφοι ούτε οι αγρότες ούτε οι υπάλληλοι της ΔΕΗ και σίγουρα ούτε εκείνοι του ΟΣΕ... Οπότε πού οδηγούμαστε; Μα πού αλλού; Στην απόλυτη καταστροφή.
Αλλά και στην απόλυτη πρωτοτυπία. Φαίνεται ότι η κρίση η δικιά μας δεν είναι σαν των άλλων. Η κρίση άλλων κοινωνιών έχει όνομα, αιτία και γι αυτό ίσως κάποια στιγμή και λύση. Η δική μας είναι κρίση αυτοφυής. Κανείς δεν ξέρει από πού προήλθε, κανείς δεν την είδε να έρχεται κανείς δεν την ένιωσε να στρογγυλοκάθεται και κυρίως κανείς δε γνωρίζει αν, πότε και πώς θα μας εγκαταλείψει. Όποιος ακούει να γίνεται αναφορά στις ευθύνες της δικής του συντεχνίας, έχει έτοιμη τη βλακώδη απάντηση: «Μα εμείς φταίμε; Εμείς μόνο τόσα εκατομμύρια επιβαρύνουμε τον κρατικό προϋπολογισμό»! Κανένας, βέβαια, από όλους αυτούς τους «εμείς» δε διαθέτει τη νοητική ικανότητα να σκεφτεί σφαιρικά και να καταλήξει στο απλοϊκό συμπέρασμα ότι η χρεοκοπία μας υπήρξε το άθροισμα του «εμείς» + «εμείς» + «εμείς» + «ανίκανοι και διεφθαρμένοι πολιτικοί».
Και τώρα κάποιοι νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να είναι αγανακτισμένοι, να απεργούν, να κατεβαίνουν στους δρόμους, να αδιαφορούν για τις υποχρεώσεις τους, να φωνάζουν ενάντια σε ... ποιον; Αλήθεια, όλοι αυτοί που σήμερα αγανακτούν, πού βρίσκονταν τόσο καιρό; Πού βρίσκονταν στις προηγούμενες εκλογές, πού βρίσκονταν στις προ προηγούμενες; Γιατί, αν δεν παραβρέθηκαν σ’ αυτές, σήμερα δε θα έπρεπε να έχουν μούτρα ούτε για αγανάκτηση ούτε για διεκδικήσεις. Κι αν τελικά παραβρέθηκαν, τι ψήφισαν; Μήπως τον «μπάρμπα» που θα διόριζε τους ίδιους, τα παιδιά και τα εγγόνια τους σε κάποια θεσούλα του δημοσίου χωρίς ευθύνες αλλά με σίγουρα λεφτά; Ή μήπως εκείνον που τους έταζε κι άλλους λαγούς με πετραχήλια;
Την αφασία πολλοί αγάπησαν, τα αποτελέσματά της όμως ουδείς. Κι εδώ που φτάσαμε δε φτάσαμε ούτε εξαιτίας της σοβαρότητας ούτε της οργάνωσης ούτε του μέτρου. Εξαιτίας της αφασίας φτάσαμε και της ανευθυνότητας και της άκρατης τεμπελιάς. Και τώρα που τα βλέπουμε και τρώμε τα αποτελέσματα στα μούτρα, δε μας αρέσει. Τώρα προσπαθούμε να ανακαλύψουμε συνωμοσίες. Λες κι άμα καταλάβουμε τι και πώς έγινε, αυτό θα ξεγίνει κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Σύμφωνα με το Νόμο του Μέρφυ «αν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει» κι εμείς κάνουμε τα πάντα για να τον επιβεβαιώσουμε. Ίσως επειδή η πλειονότητα των ηλιθίων που μας περιβάλλει θεωρεί ότι ό,τι ήταν να πάει στραβά, πήγε. Αλλά δεν είναι έτσι. Το πράγμα έχει περιθώρια να στραβώσει κι άλλο. Και μπορεί μέχρι στιγμής απλώς να πήγαμε για μαλλί και να βγήκαμε κουρεμένοι αλλά υπάρχει μεγάλη πιθανότητα τώρα που μας πήραν το μαλλί να μας πάρουν και τα σώβρακα.

Ο κ. Ζάχος συμβουλεύει:
Φύλαγε τα σώβρακά σου, για να έχεις τα μισά.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Διανοούμενοι κατά παραγγελία

Άρθρο στο protagon.gr





«Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες.

Οι μεσαίοι άνθρωποι μιλούν για γεγονότα.

Οι μικροί άνθρωποι μιλούν για τους άλλους».


Ο ελληνισμός είχε ανέκαθεν βαθιές πνευματικές ρίζες. Στα δύσκολα και στα εύκολα η πνευματική αναζήτηση υπήρξε για μας εθνικό σπορ. Όλες οι εκφάνσεις της ζωής του νεοέλληνα αποπνέουν πνευματικότητα. Οπότε και κατά τη μίζερη περίοδο που διανύουμε, δε θα μπορούσαμε παρά να αναζητάμε, σε κατάσταση «ένθεης μανίας και έξαλλου ενθουσιασμού», τους διανοουμένους για να μας καθοδηγήσουν. Κάθε καρυδιάς καρύδι σε τηλεπαράθυρα, καφενεία, blogsκαι παραλίες ψάχνει τους πνευματικούς ανθρώπους. Τα… καρύδια διερωτώνται έμπλεα αγωνίας: «Μα τι κάνουν οι διανοούμενοι;», «Γιατί σιωπά η πνευματική ηγεσία;», «Πού έχει λουφάξει η διανόηση;». Πολύ λογικό! Δηλαδή, φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και ρημάξαμε τα πάντα, επειδή λάβαμε σοβαρά υπόψη μας τις αγωνίες του πνευματικού κόσμου;

Πιθανώς όλοι αυτοί οι Σέρλοκ Χολμς ούτε που γνωρίζουν τι αναζητούν. Απλώς αναζητούν σωσίβια και κάπου πήρε το αφτί τους ότι οι διανοούμενοι έχουν τις λύσεις. Μα οι διανοούμενοι δεν είναι πιάτο ημέρας. Δεν τους παραγγέλνεις με συνοδεία χωριάτικης και πατατοκεφτέδων, όποτε νιώσεις όρεξη γι αυτούς. Δεν εμφανίζονται μόλις ο λαός(;) τούς καλέσει. Οι διανοούμενοι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι με ηχηρές ανακοινώσεις του στιλ: «Εμείς οι πνευματικοί άνθρωποι…». Δε λένε όσα θέλει να ακούσει ο λαός χαϊδεύοντας τα αφτιά του.

Απορία. Κι όλοι εκείνοι, που σήμερα επαναλαμβάνουν συνθήματα της πλατείας στα τηλεπαράθυρα ή σε επιστολές αυτοαποκαλούμενοι «διανοούμενοι», δεν είναι τέτοιοι; Όχι βέβαια, δεν είναι. Μπορεί να είναι μπακλαβάδες, ιμάμ, κριτσίνια αλλά διανοούμενοι δεν είναι. Αυτοί είναι πιάτο κατά παραγγελία. Σκέφτονται: «Τι θέλει να ακούσει ο λαός και οι τηλεπαραθυράδες; Ας τους το πούμε, για να ικανοποιήσουμε τη ματαιοδοξία μας και να γνωστοποιήσουμε την ύπαρξή μας». Ασχολούνται με γεγονότα, τα οποία πλέον θα εντόπιζε ακόμα και ο Γκούφη, ο οποίος ποτέ δεν εντάχθηκε στην πνευματική ελίτ των κινουμένων σχεδίων.

Ο διανοούμενος κινείται στο χώρο των ιδεών. Κι αυτές μπορεί να ξεπηδούν από το χώρο της τέχνης, της επιστήμης, της εκπαίδευσης, της πολιτικής, της θρησκείας… Όσοι εντοπίζουν και διατυπώνουν τις ιδέες δικαιούνται τη σφραγίδα του διανοουμένου. Αυτό εννοούμε με τη φράση: διανοούμενος με βούλα. Οι άβουλοι, δηλαδή όσοι δεν έχουν βούλα, δεν εμπίπτουν στη διανόηση. Ο πνευματικός άνθρωπος αποκτάει τη βούλα του από την κοινή γνώμη, εξαιτίας δυο γνήσιων γνωρισμάτων του: της σφαιρικής παιδείας του και της κοινωνικής συνείδησής του. Το πρώτο του επιτρέπει να αποκωδικοποιεί και να κατανοεί τις εξελίξεις εντοπίζοντας προοπτικές και κινδύνους πριν οποιονδήποτε άλλον. Το δεύτερο του προσφέρει το κίνητρο και τη διάθεση να γνωστοποιεί τις σκέψεις, τις ανησυχίες, τα συμπεράσματά του σε σύνολα, μικρά ή μεγάλα.

Όσοι τώρα αναζητούν τους ανθρώπους της διανόησης και ασχολούνται με αυτούς απαξιωτικά, εκφράζουν άγνοια και μετριότητα. Όταν έπρεπε να ακούσουν τους διανοουμένους, το έπαιζαν τρελίτσα. Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Άλλωστε, αυτή είναι η συνήθης πρακτική του μικρομεσαίου ανθρώπου. Όταν ακούει κακά μαντάτα, σκοτώνει τον αγγελιαφόρο. Οι άνθρωποι του πνεύματος την έκαναν τη δουλειά τους παστρικά κι ωραία. Πάντα την κάνουν. Μέσα σε αμφιθέατρα, μέσω του καλλιτεχνικού έργου τους, με αρθρογραφία… έδειχναν ότι ο δρόμος που ακολουθούσαμε ήταν επικίνδυνος. Όλοι τούς ακούγαμε να εκφράζουν ανησυχίες για την πολιτική αδιαφορία που άφηνε ανεξέλεγκτους τους επίορκους λαϊκιστές πολιτικούς, για τον αμετροεπή τρόπο ζωής μας, για την επιδιωκόμενη χλιδή που, όμως, δε στηριζόταν στην παραγωγικότητα, για…, για..., για… Ποιος τους έδωσε προσοχή; Ελάχιστοι! Ήταν η εποχή των παχιών αγελάδων κι όποιος προσπαθούσε να πει την αλήθεια, ήταν κακός και δεν τον παίζαμε. Δώσε μας παραμύθι και πάρε μας τον Παρθενώνα.

Τώρα όλοι συνωστίζονται στην ουρά για να παραγγείλουν το διανοούμενό τους. «Παρακαλώ μού σερβίρετε ένα διανοούμενο που θα λέει ό,τι θέλω να ακούσω. Ένα διανοούμενο που θα βροντοφωνάξει: “Έξω η τρόικα και το ΔΝΤ”, “Να μην πληρώσουμε όσα χρωστάμε”, “Να μη γίνουν απολύσεις στο δημόσιο”, “Να μη μειωθεί το εισόδημά μας”…»

Οι διανοούμενοι, όμως, δεν είναι πιάτο ημέρας. Δε λειτουργούν κατά παραγγελία και δεν τους κάνουν το χατίρι. Κι όσο δεν τους το κάνουν, παραμένουν αόρατοι. Όχι επειδή λουφάζουν αλλά επειδή φοβόμαστε να τους ακούσουμε. Οι άνθρωποι του πνεύματος σήμερα μιλούν για θυσίες που πρέπει να γίνουν από όλους, για παραγωγικότητα και επιχειρηματικές ιδέες που θα ξαναβάλουν την Ελλάδα στο παγκόσμιο παιχνίδι. Μιλούν κυρίως για αλλαγή νοοτροπίας -οικονομικής κοινωνικής και πολιτικής- που θα αλλάξει το πολιτικό σκηνικό απαλλάσσοντάς μας από τους ανίκανους πολιτικούς.

Οι διανοούμενοι μιλούν χωρίς να κραυγάζουν. Δεν εισβάλλουν βίαια στο χώρο κανενός. Μοιράζονται τις ιδέες τους με εκείνους που είναι έτοιμοι για αλήθειες κι όχι με όσους νιώθουν λιγούρα για μουσακά.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Δεν ήξεραν! Δε ρώταγαν;

Άλλο πάλι και τούτο! Λες και δε μας έφταναν οι φωτιές που ανάβουμε μόνοι μας, έχουμε πλέον και τις εισαγόμενες. Μωρέ, καλά λένε ότι οι ξένοι μας φθονούν και μας ζηλεύουν και γι αυτό δε μας αφήνουν σε χλωρό κλαρί. Έχουν δίκιο όσοι επιρρίπτουν τις ευθύνες για όλα τα δεινά μας σε μια παγκόσμια συνωμοσία που εξυφαίνεται εναντίον μας με κάθε τρόπο και μέσο. Δηλαδή, τι ήταν αυτές οι δηλώσεις Ευρωπαίου αξιωματούχου περί «χώρας διεφθαρμένης» και περί «οικονομικής κρίσης ολοφάνερης εδώ και δεκαετίες»; Η πολυλατρεμένη και εξίσου πολυτραγουδισμένη Ελλάδά μας χώρα διεφθαρμένη; Το λίκνο του παγκόσμιου και πανσυμπαντικού πολιτισμού σε κρίση; Τι να πω; Το μόνο που μπορώ να πω είναι «Βόηθα Χριστέ και Παναγιά», γιατί μόνο εσείς μπορείτε να το κάνετε, εδώ που φτάσαμε.
Μάλιστα! Μια δήλωση ενός αξιωματούχου έφερε τα πάνω κάτω και μας άναψε φωτιές στα μπατζάκια μας. Και τρέχουν τώρα πρωθυπουργοί, νυν και πρώην, να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα. Μα καλά βρε Ευρωπαίε αξιωματούχε μου, βρήκες την ώρα και τη στιγμή να εκστομίσεις τέτοιες ύβρεις για τη χώρα που σας κατέβασε από τα δέντρα; Γιατί ως γνωστόν, όταν εμείς φτιάχναμε Παρθενώνες, εσείς πηδούσατε από δέντρο σε δέντρο και τρώγατε μπανάνες, γιατί μάλλον είχατε πολύ εύκρατο κλίμα. Αντί να αφήσεις τους πρωθυπουργούς μας απερίσπαστους στο ιερό έργο τους, προσηλωμένους στην προσπάθεια να νοικοκυρέψουν ακόμα περισσότερο τη χώρα, αποσπάς την προσοχή τους με ανοησίες;
Και μετά θα έρθεις κ. αξιωματούχε μου να μας ζητήσεις επιστροφή των δανεικών; Δηλαδή, θα είμαστε εμείς οι κακοί, αν σας πούμε να τα ξεχάσετε τα δανεικά και αγύριστα; Μα αφού δε μας αφήνετε να εργαστούμε, πώς θα μαζέψουμε τα λεφτά που σας χρωστάμε; Γίνεται αυτό το πράγμα; Αμ δε γίνεται κι όσο θέλεις δοκίμασέ το. Την ώρα που θα δουλεύεις να έρχομαι και να σου ψιθυρίζω στο αφτί ανοησίες και να σε δω τότε πόσο αποδοτικός θα είσαι! Άκου διαφθορά και κρίση στην Ελλάδα και μάλιστα αυτοί το ήξεραν, γιατί τους το είπε ένας δικός μας και μάλιστα πρωθυπουργός. Και άντε να έλεγε ότι του το είπε ένας υφυπουργός, ένας γενικός γραμματέας, ένας κλητήρας, άντε ένας υπάλληλος της ΕΥΔΑΠ τέλος πάντων, να το περάσουμε στο ντούκου. Αλλά ένας πρωθυπουργός; Αυτό δεν καταπίνεται έτσι. Είναι ντροπή και όνειδος και αν υπάρχει Θεός, θα ρίξει φωτιά και θα σε κάψει, γιατί εμείς δεν εκλέγουμε τέτοιους παλιοπρωθυπουργούς!
Κύριε αξιωματούχε μου, αν θέλεις να μάθεις και να το διαδώσεις και στους κολλητούς σου, ούτε διαφθορά ούτε κρίση υπάρχει στη χώρα μας. Κι αν κοίταζε ο καθένας τη δουλειά του, όλα θα ήταν όμορφα και ωραία. Γιατί αν, από τη μια, εμείς συνεχίζαμε, όπως ακριβώς κάναμε τόσα χρόνια, να τρώμε και να σπαταλάμε χωρίς όριο κι εσείς, από την άλλη, συνεχίζατε να χρηματοδοτείτε τα γλέντια μας, δε θα υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα. Ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο καθένας θα έκανε αυτό που ήξερε πολύ καλά να κάνει και όλα θα δούλευαν ρολόι. Δηλαδή, εδώ που τα λέμε, εσείς θα δουλεύατε ρολόι κι εμείς θα σας δουλεύαμε -έτσι νομίσαμε- ψιλό γαζί.
Τι κατάφερες τώρα Ευρωπαίε αξιωματούχε μου με τις εξυπνάδες σου; Μια τρύπα στο νερό κατάφερες. Κάτι τέτοια εμάς τους Έλληνες δε μας πτοούν. Αντίθετα ενδυναμώνουν τον καραεθνικισμό και άλλα πολύ χρήσιμα ελαττώματά μας. Μήπως πίστεψες ότι με τέτοιες πονηριές θα μας έκανες να χάσουμε την εμπιστοσύνη μας στους πολιτικούς μας; Σιγά και μην! Σου τη φέραμε αξιωματούχε μου, γιατί εμείς την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς μας την είχαμε χάσει πριν καν εφευρεθεί η πολιτική και πολύ πριν εσείς κατεβείτε από τα δέντρα. Όχι που θα περιμέναμε τον ξένο δάχτυλο, λες και δεν έχουμε εμείς δικό μας … δάχτυλο!
Αλλά δε φταίμε εμείς. Φταίει η έμφυτη και σε μεγάλες δόσεις ευγένεια της ψυχής που μας χαρακτηρίζει σε κάθε έκφανση της ζωής μας. Αυτή η ευγένεια φταίει που οι πρωθυπουργοί μας ασχολήθηκαν με τις δηλώσεις σου εν είδη κολοκυθιάς. «Δεν του το είπα εγώ. Αυτός το είπε», «Τι λες καλέ που το είπα εγώ! Εγώ είμαι τάφος και τα κρατάω τα μυστικά μας»! Αυτοί οι καλοί τρόποι και ο σεβασμός προς τους ξένους και διαφορετικούς θα μας φάνε τελικά εμάς αλλά μπροστά σας θα το βρείτε τελικά.
Δεν ξέρω αν εσείς τους πρωθυπουργούς σας τους έχετε και τους εκλέγετε -εμείς σας το μάθαμε κι αυτό, για να μην ξεχνιόμαστε- για να ασχολούνται με τα προβλήματά σας, με την ανάπτυξή σας, με την τόνωση της θέσης της χώρας σας στη διεθνή πολιτική σκηνή αλλά εμείς δεν τους χαραμίζουμε σε τέτοια μικρά κι ανόητα. Εμείς τους πρωθυπουργούς μας τους έχουμε κορώνα στο κεφάλι μας. Σ’ εμάς δεν περνάνε τέτοιες μικρότητες. Εμείς τους πολιτικούς μας τους έχουμε για να λύνουν τα δικά τους προβλήματα, να βολεύουν τους δικούς τους ανθρώπους -για μας η οικογένεια συνεχίζει να αποτελεί ιερό θεσμό- να αθλούνται, άντε να κάνουν και κανέναν ανασχηματισμό για να περνάει η ώρα. Δεν είμαστε βάρβαροι εμείς να τους ξεπατώνουμε τους πρωθυπουργούς στη δουλειά και να έχουμε κι απαιτήσεις. Εμείς είμαστε ανθρωπιστές κι όταν κάποιος από αυτούς -τους πρωθυπουργούς- μάς πει ότι κουράστηκε, τον στέλνουμε στο σπίτι του για να ξεκουραστεί.
Κι έρχεσαι εσύ τώρα αξιωματούχε να μας μιλήσεις για διαφθορά και κρίση. Δηλαδή, τι είστε εσείς οι Ευρωπαίοι; Οι φωτεινοί παντογνώστες είστε και τα ξέρετε όλα; Κοιτάξτε τα χάλια σας και αφήστε μας εμάς. Ακούς εκεί να περιμένετε να γνωρίζουν οι πρωθυπουργοί μας ότι στη χώρα ζει και βασιλεύει η διαφθορά; Τι είναι η διαφθορά; Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι που ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει; Και επειδή σας ξέρω τι κουμάσια είστε εσείς οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, περιμένω να πείτε και το αμίμητο: «Καλά δεν ήξεραν! Δε ρώταγαν»; Αλλά μην το πείτε, γιατί κι αυτό δικό μας είναι και θα σας πάρουμε και τα σώβ…ακα, αν διεκδικήσουμε πνευματικά δικαιώματα και γι αυτό και για ό,τι άλλο πήρατε από εμάς! Αμάν πια!

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

"Κατασκευαστικό Λάθος"

Δε γνωρίζω γιατί αλλά υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που μου απευθύνουν σοβαρά ερωτήματα. Κάποτε μάλιστα και άνθρωποι που με γνωρίζουν καλά. Περίεργο πράγμα! Κάπως έτσι, πρόσφατα ρωτήθηκα για τους λόγους που ευθύνονται για την αδυναμία μας να δημιουργήσουμε κράτος σύγχρονο και οργανωμένο. Οι σοβαρές ερωτήσεις μού προκαλούν αφόρητο άγχος (μαθητικό κατάλοιπο), ίσως επειδή αναμένουν σοβαροφανείς απαντήσεις που συνοδεύονται από περισπούδαστο ύφος. Ως οπαδός του Wittgenstein, όμως, ο οποίος ισχυρίζεται ότι «το χιούμορ δεν είναι απλώς διάθεση αλλά ένας τρόπος να αντιμετωπίζει κανείς τη ζωή», δε θα μπορούσα να προσεγγίσω το συγκεκριμένο ερώτημα, το οποίο θεωρώ σχεδόν υπαρξιακό για τον ελληνισμό, με τόσο αναμενόμενο τρόπο.
Λοιπόν, εδώ και χρόνια έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι για όλα τα δεινά μας ευθύνεται ένα και μοναδικό. Κι όταν γράφω «για όλα», εννοώ «για όλα»! Για την άθλια κατάσταση στην πολιτική, στην οικονομία, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στο δημόσιο, για την ανακατωσούρα, για την κακεντρέχεια, για το λαϊκισμό, για την τεμπελιά, για την κατινιά, για τους κλειστούς δρόμους, για τον εθνικισμό, για τη μετριότητα, για τη στασιμότητα, για τη διαφθορά, για την ανεπάρκεια… Για όλα αυτά τα φαιδρά και εξευτελιστικά και παράλογα και τριτοκοσμικά που εμποδίζουν το λαό και τη χώρα μας να δει μια άσπρη μέρα ευθύνεται ένα και μοναδικό και μάλιστα ανατομικό χαρακτηριστικό μας.
Οπότε η ευθύνη για την κατάστασή μας δε βαρύνει άμεσα εμάς αλλά το Θεό που μας έφτιαξε με ιδιαίτερα ευαίσθητο τράχηλο! Αυτή είναι η αιτία των δεινών μας. Γιατί εμείς που «είμαστε γεννημένοι για να είμαστε πρώτοι», εμείς που «δώσαμε τα φώτα στους άλλους λαούς» (μάλλον το παρακάναμε και μείναμε στο πίσσα σκοτάδι), εμείς που «όταν φτιάχναμε Παρθενώνες, οι άλλοι ζούσαν στα δέντρα», εμείς που … Τέλος πάντων, εμείς που «είμαστε τα θεμέλια του παγκόσμιου πολιτισμού» (τι άγχος για τον πολιτισμό;) θα είχαμε καταφέρει πολύ περισσότερα και ακόμα θα διατηρούσαμε την πρωτοκαθεδρία στην εξέλιξη, αν δεν ήμασταν θύματα της απροσεξίας του Δημιουργού μας.
Καλά και ωραία βρε Δημιουργέ, την ώρα που φτιάχνεις τα υπόλοιπα έθνη (εκείνα που φτιάχτηκαν για να είναι ηττημένα, δευτεράτζες και κάτω) κάνε ό,τι θες. Αλλά όταν έφτασε η ώρα να φτιάξεις την κορωνίδα της Δημιουργίας (εμείς είμαστε αυτή), δεν έπρεπε να είσαι λίγο πιο προσεχτικός; Τι είναι η κατασκευή της κορωνίδας; Ξεμάτιασμα στα πεταχτά είναι; Όχι βέβαια! Τέτοιες ώρες και η παραμικρή αβλεψία και η ελάχιστη αμέλεια μπορεί να καταλήξει τραγική. Κάπως έτσι έγινε το λάθος και καταλήξαμε με ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο «μακρύ και κυλινδρικό τμήμα που συνδέει το κεφάλι με τον κορμό και αποτελείται από το λαιμό και το σβέρκο» (επειδή ο ορισμός είναι κομμάτι μεγάλος, λέω εφεξής να χρησιμοποιώ τη λέξη τράχηλος). Το πασίγνωστο στα πέρατα της Οικουμένης «του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει» δηλώνει ακριβώς το κατασκευαστικό λάθος του οποίου αποτελούμε θύματα!
Εδώ βέβαια, υπεισέρχεται μια παρανόηση, αφού αρκετοί πιστεύουν ότι η ευαισθησία του τραχήλου μας έχει να κάνει με ξενόφερτους ζυγούς. Αυτό, όμως, είναι λάθος και έχει αποδειχτεί ιστορικά και μάλιστα επανειλημμένα. Ως λαός έχουμε αποδείξει ότι τέτοιους υπομένουμε και κάποτε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Κάτι Ρωμαίοι, κάτι Γερμανοί, κάτι Τούρκοι (αυτοί μάλιστα το παράκαναν) είναι ζωντανή απόδειξη των τραχηλικών αντοχών μας σε τέτοιους ζυγούς. Όλοι αυτοί πέρασαν από πάνω μας χωρίς να μας προκαλέσουν ούτε ένα τόσο δα αυχενικό.
Η ευαισθησία μας έχει να κάνει αποκλειστικά με εσωτερικούς ζυγούς κι εκεί βρίσκεται η αιτία της κατάστασής μας. Οι Έλληνες, δηλαδή ο τράχηλός τους, δεν ανέχονται ζυγούς ή ό,τι θεωρούν ως τέτοιο που προέρχονται από ομοεθνείς τους. Έτσι, αντί να αισθανόμαστε και να λειτουργούμε ως ενιαίο σύνολο, εμείς λειτουργούμε διασπασμένοι σε ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα. Κάθε ομάδα θεωρεί ότι οι ενέργειες και τα συμφέροντα όλων των άλλων στρέφονται σε βάρος της, οπότε και η ίδια λειτουργεί με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. Δηλαδή εχθρικά προς τις υπόλοιπες. Κάθε ομάδα τα θέλει όλα δικά της κι ας μην της αξίζουν και τα διεκδικεί με κάθε τρόπο.
Εννοείται ότι ο σεβασμός δεν έχει την παραμικρή θέση στις καθημερινές δράσεις. Η κάθε πλευρά διεκδικεί ως αποκλειστικό προνόμιο το χαρακτηρισμό του πατριώτη και αντιμετωπίζει τις άλλες ως βάρος και άρα ζυγό για την ίδια και το έθνος. Το να κλείνει κάποιος τους δρόμους, τα λιμάνια, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις δημόσιες υπηρεσίες, τα νοσοκομεία θεωρείται εθνικά αποδεκτή και μεγαλειώδης αντίδραση. Τα μέλη της ομάδας που κινητοποιείται με παρόμοιους τρόπους αυτοβαφτίζονται πατριώτες που εμποδίζουν κάποιου είδους εθνικό ξεπούλημα. Τα προβλήματα που προκαλούν στα μέλη των άλλων ομάδων αποτελούν λεπτομέρειες που δεν αξίζει να λαμβάνονται υπόψη.
Όλα αυτά βέβαια, δεν είναι παρά ψευτοτσαμπουκάδες και σε καμιά περίπτωση δε δείχνουν λεβεντιά και φιλότιμο. Βρίσκουν έκφραση σε μια κοινωνία που πλέει σε πελάγη λαϊκισμού, που αγνοεί την έννοια της ευθύνης, που δε θέλει να ακούει για προσπάθεια, ρίσκο και κυρίως σεβασμό σε αρχές διασφάλισης της αρμονικής συνύπαρξης, της τάξης, της κοινής προσπάθειας για κοινούς στόχους. Όλα αυτά είναι γελοίες εκφράσεις μιας κοινωνίας που θεώρησε την παγκοσμιοποίηση και τους θεσμούς της ως ευκαιρία να τη βγάλει καθαρή στις πλάτες των άλλων. Έλα που οι άλλοι σε αυτή την περίπτωση (οι ηττημένοι και οι δευτεράτζες που λέγαμε) έπαψαν να μασάνε κουτόχορτο και τώρα μας ζητούν τα ρέστα. Κι αν κάποιοι (μάλλον όλοι) δεν αντιληφτούμε ότι δε θα κερδίσουμε το παραμικρό πλέον όσους δρόμους κι αν κλείσουμε, μένει να πάρουμε μια κοινή απόφαση και να κλείσουμε ολόκληρη τη χώρα περιμένοντας τους ξένους ζυγούς (ΕΕ, ΔΝΤ, κερδοσκόπους) που ήδη ετοιμάζουν επέλαση. Αυτούς έχει αποδειχτεί ότι τους υπομένουμε άλλωστε!