Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Από τον Αριστοτέλη στον... Ζαγοράκη

Η σημαία των Μπουρκινοφασιανών
Όταν ο Ι. Πολέμης αναρωτιόταν «Τι είναι η πατρίδα μας;» αδυνατούσε να  φανταστεί ότι περίπου έναν αιώνα μετά, θα είχαμε την απάντηση. Το αιώνιο ερώτημα του Πολέμη έπαψε να είναι αιώνιο. Χρειάστηκαν γι αυτό απλώς οι πρόσφατες δημοτικοπεριφερειακοευρωεκλογές. Τα αποτελέσματα που αντανακλούν τις πολιτικές επιλογές μας, αδιάψευστοι μάρτυρες του «τι είναι η πατρίδα μας».
            Αν με βάση την απλή λογική (το κείμενο δυσκολεύει για κάποιους) σκεφτούμε (το κείμενο απομακρύνεται επικίνδυνα από το επίπεδο του μέσου Έλληνα) ότι πατρίδα είναι ο λαός της, έχουμε την απάντηση. Ισχύει όχι μόνο για την πατρίδα μας αλλά και για την πατρίδα οποιουδήποτε λαού. Το Αζερμπαϊτζάν1 αντανακλά την ποιότητα των Αζέρων2, η Γουαδελούπη3 των Γουαδελουπιανών4, το Βανουάτου5 των Βανουατιανών6, η Μπουρκίνα Φάσο7 των Μπουρκινοφασιανών8 και πάει λέγοντας. Αυτό λέγεται λογικό συμπέρασμα (το κείμενο γίνεται διδακτικό). Αν κάποιος ισχυριζόταν ότι π.χ. το Σάο Τομέ και Πρίνσιπε9 αντανακλά το ποιόν των Ουζμπέκων10 ή ότι το Ναουρού11 έχει κάτι από την κουλτούρα των Μπαγκλαντεσιανών12, δε θα ήταν λογικό συμπέρασμα. Θα ήταν πέραν κάθε αμφιβολίας παράλογο, αφού δε διαθέτει τα αναγκαία τεκμήρια.
            Με κριτήριο τα αποτελέσματα των τριών εκλογικών αναμετρήσεων η πατρίδα μας δεν είναι παρά ένα συνονθύλευμα φασιστών, ψεκασμένων, οπαδών ποδοσφαίρου (ο εθισμός του πιο απαίδευτου νου), λαϊκιστών, απολίτιστων και ανίδεων περί πολιτικής ατόμων. Με απλά λόγια η πατρίδα μας είναι ένα ποτ πουρί ανθρώπων με πρωτόγονη σκέψη, οι οποίοι έχουν καταστήσει την ηλιθιότητα νόημα και τρόπο ζωής επιβάλλοντάς την παντού. Οικονομία, πολιτική, εκπαίδευση, κοινωνία κυριαρχούνται, διαμορφώνονται και καθοδηγούνται από τις επιλογές ενός εκρηκτικού μείγματος υποκουλτούρας, άγνοιας, ατομικισμού, ανευθυνότητας και έλλειψης συνείδησης των αποτελεσμάτων κάθε δράσης.
            Υπήρξαν, βέβαια, ιστορικές περίοδοι κατά τις οποίες τη βλακεία του λαού αντιστάθμιζε ωραιότατα το όραμα για ανάπτυξη, η δυνατότητα για ανανέωση και η ποιότητα σκέψης της εξουσίας του. Στη σημερινή Ελλάδα δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Οπότε, μη φάτε... Τα δείγματα γραφής τόσο εκείνων που μας εξουσιάζουν εδώ και δεκαετίες όσο κι εκείνων που επιθυμούν να μας εξουσιάσουν για τις επόμενες δεν αφήνουν ελπίδα καμιά. Άντε να δικαιολογήσει κανείς τις ανόητες επιλογές του αδαή και απαίδευτου λαού στις δημόσιες (πολιτικές επιλογές) αλλά και στις ιδιωτικές (δάνεια που αδυνατεί να ξεπληρώσει) υποθέσεις του. Τι γίνεται όμως με τις ακόμα πιο ανόητες και χυδαίες από άποψη αισθητικής επιλογές της εξουσίας;
            Τι να σκεφτεί κανείς, όταν η χώρα που (ισχυρίζεται ότι) γέννησε τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, το Σωκράτη αναθέτει στον κ. Ζαγοράκη ρόλο στην επιτροπή «Παιδείας και Πολιτισμού» του Ευρωκοινοβουλίου; Τι να πει κανείς όταν ο κ. Ανατολάκης διορίζεται στο υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων; Δε λέει το παραμικρό. Μούγκα! Μένει άναυδος και άφωνος και άλαλος μαζί από την εκπληκτική έκπληξη που νιώθει κι αν δεν είναι γερή κράση παθαίνει και εγκεφαλικό!
            Και άντε, ιερό και όσιο δεν έχουμε στις εσωτερικές επιλογές μας. Τις κάνουμε και τις λουζόμαστε. Πρέπει πλέον να περιφέρουμε την απεραντοσύνη της βλακείας μας και εκτός συνόρων; Τι θα κερδίσουμε από τη διεθνοποίηση της ηλιθιότητάς μας; Ποιος θα δει τους ευρωβουλευτές που εκλέξαμε και τους παράταιρους ρόλους που τους αναθέτουμε και θα μας πάρει στα σοβαρά; Καλά «παιδιά», δε λέω αλλά τι έπεισε τους αρμοδίους έστω και να σκεφτούν ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα διαθέτουν τα εφόδια για τα αξιώματα που τους ανατέθηκαν; Προσωπικά όσο κι αν έψαξα δεν κατάφερα να εντοπίσω αναφορές για τις σπουδές των συγκεκριμένων κυρίων. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με οποιοδήποτε ρατσισμό. Κάποιος δεν έχει σπουδάσει αλλά μπορεί να πετύχει π.χ. στο ποδόσφαιρο αλλά... Ένας άνθρωπος επειδή διέπρεψε στους αγωνιστικούς χώρους μπορεί να τα καταφέρει εξίσου καλά και στο στίβο του πολιτισμού και της παιδείας και μάλιστα χωρίς ίχνος σπουδών;
            Θα μου πείτε, εδώ διορίσαμε Υφυπουργό Παιδείας ηθοποιό που στο μοναδικό γνωστό ρόλο της είχε υποδυθεί τη «Σελήνη» της τηλεοπτικής «Λάμψης» του Φώσκολου, στον Ανατολάκη θα κολλήσουμε. Στο κάτω κάτω της γραφής πρόκειται για υπουργείο και... «Θρησκευμάτων» και όπως όλοι γνωρίζουμε το ποδόσφαιρο είναι θρησκεία. Ίσως αυτό σκέφτηκε ο υπουργός και πήρε τη βαθυστόχαστη απόφασή του.
            Όταν ο πολιτισμός μιας χώρας διαμορφώνεται από τα βλακώδη τηλεοπτικά πρότυπά της, περιορίζεται στο πλαίσιο των ποδοσφαιρικών γηπέδων, αντανακλάται στα ευφάνταστης χυδαιότητας συνθήματα των οπαδών, δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά. Και κυρίως δεν μπορούμε να απαιτούμε από τη νέα γενιά να έχει όραμα, να αγωνίζεται, να καινοτομεί, να συμμετέχει δυναμικά στα κοινά, να φέρει τα πάνω κάτω. Δεν μπορούμε να πείσουμε τους νέους να ακολουθήσουν το δρόμο που άνοιξε η σκέψη του Αριστοτέλη, όταν ανεχόμαστε ο πολιτισμός μας να εκπροσωπείται από τη σκέψη που διαμορφώθηκε στα γήπεδα των στημένων αγώνων και στα τηλεοπτικά παράθυρα της απόλυτης μπαρούφας.

1, 3, 5, 7, 9, 11: Χώρες του σύγχρονου κόσμου
2, 4, 6, 10, 12: Λαοί του σύγχρονου κόσμου
8: Σπανιότατο είδος φασιανού αλλά και λαός του σύγχρονου κόσμου


Ο κ. Ζάχος αναρωτιέται: αν ως χώρα διαθέταμε ποδοσφαιριστές επιπέδου Ρονάλντο ή Μέσι, θα τους κάναμε Προέδρους της Δημοκρατίας ή αυτή τη θέση την προορίζουμε για αποτυχημένους πολιτικούς;

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

«Το τέλος της εφηβείας»

Οι λαοί είναι όπως οι άνθρωποι. Ο βίος τους χαρακτηρίζεται από φάσεις. Η παιδική, η εφηβική, η φάση της ωριμότητας με τα καλά και τα κακά της η καθεμιά προσδιορίζουν όχι μόνο την ανθρώπινη αλλά και την πορεία των λαών. Παρακολουθώντας όσα διαδραματίζονται γύρω μας, έχω την αίσθηση ότι μάλλον, ως λαός, ήρθε η ώρα να μεγαλώσουμε και πιθανώς να ωριμάσουμε! Αν κανείς αφήσει κατά μέρος την γκρίνια, μπορεί να διακρίνει όλα εκείνα τα στοιχεία που δείχνουν ότι εγκαταλείπουμε μια μακροχρόνια εφηβεία και οδηγούμαστε στην ενηλικίωση με ό,τι επώδυνο αλλά και θετικό(;) σημαίνει αυτό. 
Ούτε μάντης ούτε φωστήρας της αναλυτικής σκέψης χρειάζεται να είναι κανείς, για να καταλάβει ότι αυτό συμβαίνει στους Έλληνες. Κάτι αφήνουμε πίσω μας, κάτι ξεριζώνεται βίαια και κάτι άλλο εμφανίζεται μπροστά μας. Αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε την ευκολία του δεδομένου, δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε το καινούριο. Νομοτελειακά, όμως, δεν μπορούμε να αποφύγουμε το ραντεβού μας με αυτό. Και ή θα προσαρμοστούμε και θα πετύχουμε ή θα το υποτιμήσουμε και θα αποτύχουμε. Νιώθουμε ό,τι ακριβώς και ο νέος στο τέλος της εφηβείας. Σύγχυση. Ούτε αυτός ούτε οι άλλοι γνωρίζουν τι ακριβώς είναι. Είναι το παιδί που αρνείται να εγκαταλείψει. Είναι ο ενήλικος που πρέπει να αναλάβει ευθύνες. Ένα πράγμα μεσοβέζικο, αχταρμάς αλληλοσυγκρουόμενων σκέψεων και συναισθημάτων. Αυτά τα δυο, παιδικότητα και ενηλικίωση, παλεύουν και ανταγωνίζονται σκληρά για την επικράτηση στο πεδίο της εφηβείας. Ρημαδιό, εκνευρισμός, παραλήρημα, τάσεις αυτοκαταστροφής, φυγής, αυτοκτονίας, αναίτιες εντάσεις, αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές, ωριμότητα και ανωριμότητα, ξέγνοιαστο παιχνίδι αλλά και επίπονες προσπάθειες εντοπισμού ταυτότητας. Συνεχείς αναταράξεις, πισωγυρίσματα και βήματα εμπρός εναλλάσσονται. 
Με δεδομένη, όμως, κατάληξη. Βίαιη και δεδομένη. Εκεί που ξεριζώνονται τα γνωρίσματα του παιδιού, δημιουργείται εύφορο έδαφος για την άνθηση των χαρακτηριστικών του «μεγάλου». Όσα πράτταμε θύμιζαν εφηβική συμπεριφορά. Η ανεμελιά, η χωρίς κόπο καλοπέραση, η αίσθηση ότι θα μας δίνονται συνεχώς ευκαιρίες, η προσπάθεια να ξεφύγουμε από την επιτήρηση για να κάνουμε τα δικά μας, δε θυμίζουν εφηβικές τρέλες; Για μια παρατεταμένη περίοδο αυτό κάναμε. Ήταν η εφηβεία μας. Σπαταλούσαμε λεφτά άλλων σε κάθε είδους ανοησία χωρίς να δίνουμε λόγο. Διασκεδάζαμε μέχρι τελικής πτώσεως χωρίς να σκεφτόμαστε ότι την επομένη μας περίμενε δουλειά(;). Αδιαφορούσαμε για τις παρατυπίες των άλλων, γιατί όλοι κάναμε τις αταξίες μας, μικρές ή μεγάλες. Επιδιώκαμε μια ζωή βουτηγμένη στη χλιδή, όπως στη monopoly. Η τράπεζα πάντα μας δάνειζε όσα χρειαζόμασταν, χωρίς να κινδυνεύουμε σε περίπτωση πτώχευσης. Το παιχνίδι, έτσι κι αλλιώς, κάποια στιγμή ξανάρχιζε και όλοι είχαμε πάλι θέση σ’ αυτό. 
Η ενηλικίωση, όμως, έφτασε. Τα στοιχεία της εφηβείας δίνουν τη θέση τους στον προγραμματισμό, στην ανάληψη ευθυνών, στον καθημερινό μόχθο για την επιτυχία ή απλώς για την επιβίωση. Κάποιοι ήδη έχουν προχωρήσει εκεί, γιατί απλώς το περίμεναν. Φυσική εξέλιξη. Και όπως στην εφηβεία, συμβαίνει κάτι ακόμα. Αλλάζουμε πρότυπα. Όπως οι έφηβοι, μόλις ενηλικιώνονται, ξεχνούν από τη μια στιγμή στην άλλη όσους πριν θαύμαζαν –αναίτια αντιδραστικούς, απροσάρμοστους, ανεύθυνους που το διατυμπανίζουν, εκείνους που δρουν στα άκρα χωρίς νόημα. Ο καθένας τραβάει το δρόμο του. Ο ψευτοτσαμπουκάς μένει πίσω, γραφική φιγούρα, ξεχασμένος, ηττημένος από τη «φυσική τάξη» που επιτάσσει την εξέλιξη. Εδώ ακριβώς βρισκόμαστε ως λαός. Έτοιμοι να αμφισβητήσουμε τον ψευτόμαγκα του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» ενώ κι ο ίδιος το αγνοεί, το «χωριάτη» που παρκάρει όπου του καπνίσει, τον κουτοπόνηρο τεμπέλη που εξυμνεί τη στασιμότητα, γιατί η πρόοδος απαιτεί κόπο. Ήδη αρκετοί αμφισβητούν το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της ψευτογκλαμουριάς, του κάλπικου ψευτοαναρχισμού της κραυγαλέας μετριότητας, της χωρίς πρόταση ψευτοαριστεράς, της αρπαχτής, της αβάσταχτης κενότητας σκέψεων, λόγων και προτάσεων αναζητώντας πλέον τη ρεαλιστική πρόταση, την ηρεμία των επιχειρημάτων που πηγάζει από την ωριμότητα. 
Βέβαια, δεν ωριμάζουμε όλοι ταυτόχρονα. Άλλωστε δε θα τα καταφέρουμε εξίσου. Ούτε όλοι οι έφηβοι τα καταφέρνουν. Εξαρτάται από τις «επενδύσεις» που ο καθένας έκανε ως… έφηβος. Ο καθένας διαθέτει διαφορετικά αντανακλαστικά και εφόδια. Πολλοί ακόμα αρνούνται να πιστέψουν ότι η εφηβεία μας τελείωσε. Επώδυνη, ανώφελη και άρα ηλίθια αναμονή. Γραπώνονται από την ουτοπία της εφηβείας, γιατί ο ρεαλισμός της ενηλικίωσης είναι γεμάτος δυσβάσταχτες ευθύνες. Είναι τα θύματα του πολιτικού λαϊκισμού -δεξιού ή αριστερού- που θολώνει τη σκέψη τους, που τους ταΐζει με παραμύθια, που τους υπόσχεται αιώνια εφηβεία και ανεμελιά. Ναι, αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι την εφηβεία ακολουθεί η ενηλικίωση. Το κάνει πάντα! Η εφηβεία τέλειωσε. Ας φερθούμε ως ενήλικες. Κι αυτοί πέρα από το να ονειρεύονται, καλούνται και να υλοποιούν. Πέρα από το να απαιτούν, πρέπει και να προσφέρουν.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

DNA με ημερομηνία λήξης!


Για το DNA των Ελλήνων φαντάζομαι ότι έχετε ακούσει πολλά! Μάλλον, υπερβολικά πολλά! «Είμαστε γεννημένοι για να είμαστε πρώτοι», «οι Έλληνες έχουν τις νίκες γραμμένες στο DNA τους» και άλλα τέτοια περισπούδαστα, βαθυστόχαστα, δηλωτικά της μοναδικής ευφυΐας μας και... φυσικά, απολύτως επιστημονικά τεκμηριωμένα. Οι αποδείξεις πολλές! Μάλλον υπερβολικά πολλές κι αυτές. Ποιος άλλος λαός έχτισε Παρθενώνα; Ε; Ποιος έγραψε έπη στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα, στις Θερμοπύλες, στο Σούλι, στο Μεσολόγγι, στο Χάνι της Γραβιάς, στο Γοργοπόταμο, στη Eurovision..., για να θυμηθώ ορισμένες μόνο από τις λαμπρές σελίδες της ιστορικής πορείας του έθνους; Ε; Ποιος; 
Για να μη σας βάζω τώρα σε νοητικές περιπέτειες -τις οποίες αρκετοί καθόλου ανέχεστε-, η απάντηση είναι μία και μοναδική και δεν είναι παρά ένα βροντερό και... ηχηρό ΟΧΙ! Οι «άλλοι» (υποτιμητικό) δεν έγραψαν τέτοιες εποποιίες. «Αυτοί» (υποτιμητικό) κάτι κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας, κάτι... κοντές πυραμίδες, κάτι ξυλάγγουρους πύργους του Άιφελ, κάτι πύργους της Πίζας που φοβάσαι να περάσεις από κάτω, επειδή γέρνουν επικίνδυνα, κάτι μαγευτικά σαχλές όπερες, κάτι βρομοπαλάτια στιλ Λούβρου και άλλα βρομομνημεία διάσπαρτα σε όλη την οικουμένη, κάτι παλιοεξελίξεις και ψιλοεφευρέσεις σε θέματα Γενετικής, Πληροφορικής, Φυσικής, Χημείας, κάτι χαζοεπιτεύγματα σε θέματα Οικονομίας και γενικά... χάλια μαύρα και παντελώς ανάξια λόγου και προσοχής. Με απλά λόγια, απλώς μικροπράγματα «αυτοί» οι «άλλοι» (και τα δυο με υποτιμητικό τρόπο). 
Λοιπόν, νομίζω ότι τα τεκμήρια της γενετικής ανωτερότητάς μας είναι αδιάσειστα και μόνο άνθρωποι τυφλοί -νοητικά- και κακεντρεχείς και με υψηλό πυρετό που δεν τους αφήνει να ηρεμήσουν, αρνούνται ή αδυνατούν να τα δουν και να τα αποδεχτούν. Όλα αυτά, εμένα που ανήκω στο συγκεκριμένο έθνος και στην Παιδεία του, με κάνουν εξαιρετικά υπερήφανο και χαρούμενο και γενικά μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο κάθε που σκέφτομαι την τιμή που μου έλαχε. Κάποτε είχα περάσει μια περίοδο προβληματισμού και σκεφτόμουν μήπως δεν έπρεπε να «παίρνω και τόσο ψηλά τον αμανέ» και να «καβαλάω το καλάμι», επειδή είναι λίγο... τυχαίο το ότι ανήκω στο ελληνικό έθνος και δεν ανήκω σε ένα άλλο διπλανό. Είχα κοντέψει, όμως, να πάθω κατάθλιψη και πολύ γρήγορα εγκατέλειψα τέτοιους προβληματισμούς. Στο κάτω κάτω, σκέφτηκα ότι εξίσου ή και (αμαρτία που το γράφω τώρα) περισσότερο χαρούμενος θα ένιωθα κι αν κέρδιζα ένα βαρβάτο τζόκερ. Κι αυτό τυχαίο θα ήταν αλλά καθόλου θα μετρίαζε τη χαρά μου. 
Την κατάθλιψη μπορεί τότε να τη γλύτωσα παραμερίζοντας απλώς κάποιους προβληματισμούς. Έβαλα το «μακάριοι οι πτωχοί στο πνεύμα» σε πράξη και ησύχασα. Νέες παλιοσκέψεις, όμως, εμφανίζονται διαρκώς στον ορίζοντα απειλώντας να διαταράξουν τη μακαριότητά μου. Από τη μια, τα οικονομικά. Πώς εμείς, ο πιο προικισμένος λαός φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; Πώς γίνεται η πληρωμή των μισθών, των συντάξεων, των επιδομάτων μας να εξαρτάται από την κάθε Γερμανία, την κάθε τρόϊκα, τρίλιζα, φιδάκι, γκρινιάρη και δε συμμαζεύεται; Έθνη και λαοί, που ακόμα θα ζούσαν στα δέντρα και στις σπηλιές και θα έτρωγαν ο ένας τον άλλον, αν δεν ήμασταν εμείς να τους κατεβάσουμε από τα δέντρα και να τους βγάλουμε από τις σπηλιές και να τους μάθουμε να τρώνε βλίτα και κουτόχορτο, ώστε να μην τρώνε ο ένας τον άλλον, γίνεται να επεμβαίνουν τώρα και να ρυθμίζουν καθοριστικά τα εσωτερικά μας; 
Κι άντε, τα οικονομικά. Σκέφτομαι ότι εμείς ήμασταν ανέκαθεν πολύ λάρτζ λαός και ποτέ δεν ασχοληθήκαμε με τέτοια πεζά και μίζερα και μπακαλίστικα θέματα. Είχαμε πάντα στο μυαλό μας ότι ό,τι μας έδιναν οι «ξένοι» (υποτιμητικά) ήταν από υποχρέωση, επειδή παλιότερα εμείς τους κατεβάσαμε από τα δέντρα και τους βγάλαμε από τις σπηλιές και τους μάθαμε να τρώνε βλίτα και κουτόχορτο, ώστε να μην τρώνε ο ένας τον άλλον. Τέλος πάντων. Έρχονται τώρα και μας τα ζητάνε πίσω ενώ παράλληλα μας έχουν ψεκάσει με κάτι περίεργες ουσίες, ώστε να μην πολυαντιδρούμε. Όλα αυτά δε θα ήταν ικανά να μου χαλάσουν την ψυχολογία. Είχα στο μυαλό μου τους ολυμπιακούς. Πεδίο δόξας λαμπρό για ένα έθνος που έχει τις νίκες χαραγμένες στο DNA του. Με αυτή τη σκέψη και με ανάλογη εκδικητική προς τους ξένους διάθεση περίμενα ανυπόμονα το μεγάλο γεγονός, στο οποίο το έθνος μας, για μια ακόμα φορά, θα έδειχνε τι αξίζουμε. Περίμενα... Περίμενα... Περίμενα... Και μάλλον θα περιμένω πολύ τη δικαίωση. Μάλλον δε θα έχω τη χαρά να δω τη γαλανόλευκη να κυματίζει και να ακούσω τον εθνικό ύμνο μας να παιανίζει προς τιμήν των νικητών αθλητών μας. Αυτό, όμως, δεν το χωράει ο νους μου. Και πιστεύω ότι κανενός ο νους δεν το χωράει εκτός κι αν είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Μαύρες σκέψεις με έχουν ζώσει. Τι έγινε το πασίγνωστο και νικηφόρο DNA μας; Πού είναι οι νίκες που είναι γραμμένες στο γενετικό υλικό μας αλλά δεν τις είδαμε γραμμένες στους φωτεινούς πίνακες των βρετανικών ολυμπιακών σταδίων; Πού πήγε και χάθηκε; Μετακόμισε στην Κίνα, στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Τζαμάικα και σε άλλες χώρες που σαρώνουν τα μετάλλια; Ή μήπως το DNA μας είχε ημερομηνία λήξης κι αυτή έφτασε; Είναι, όμως, δυνατόν κάτι τέτοιο; Τι είναι το DNA και λήγει; Γάλα είναι; Γιατί κι αυτό έχει ημερομηνία λήξης αλλά η μάνα μου επιμένει: «άντε, παιδάκι μου, και μια και δυο μέρες μετά να το πιείς, δεν παθαίνεις τίποτα»!

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Στο λάκκο της μιζέριας…


«Αν έπεσες στο λάκκο της μιζέριας, 
να θυμάσαι ότι οι μέρες σου είναι μετρημένες 
και γι αυτό να τις εκμεταλλευτείς όσο καλύτερα μπορείς». 
Γιαν Μαρτέλ, Βεατρίκη και Βιργίλιος  

Ωραία! Δηλαδή, όχι και πολύ ωραία αλλά δεν μπορούσα να ξεκινήσω το κείμενο με τη λέξη που πραγματικά ταιριάζει στην περίσταση. Γιατί, αν το κείμενό μου ξεκινούσε με τη λέξη «σκα…ά» θα δημιουργούνταν ένας σωρός προβλήματα. Ορισμένοι «μη μου άπτου» δε θα το διάβαζαν από σιχασιά, έστω κι αν τα «σκα…ά» είναι μια πραγματικότητα. Άλλοι πάλι θα αδιαφορούσαν, γιατί ένα άρθρο που ξεκινάει με μια τόσο ποταπή λέξη, δεν μπορεί να είναι καθόλου μα καθόλου «καθώς πρέπει». Ναι, αλλά η συγκεκριμένη σιχαμένη και βρόμικη και βδελυρή λέξη περιγράφει απολύτως την κατάστασή μας. Ένας ολόκληρος λαός βουτηγμένος στο λάκκο της μιζέριας.
Το σκηνικό είναι, βέβαια, μια ανοησία. Γιατί το μίζερο κλίμα οφείλεται σε δυο λόγους, εξίσου ηλίθιους. Ο ένας είναι η διάψευση. Ο άλλος η έλλειψη ελπίδας. Ο πρώτος είναι ανόητος, γιατί το μόνο που διαψεύστηκε για αρκετούς συμπατριώτες μας ήταν ένα ψέμα, μια πλάνη, όχι κάτι πραγματικό. Αρκετοί ζούσαν σε μια εικονική πραγματικότητα, η οποία τέλειωσε. Η λογική, όμως, λέει ότι ένα ψέμα είναι πάντα ένα ψέμα, κάτι που δεν υφίσταται, κάτι που εξ ορισμού δεν υπάρχει και άρα η διάψευσή του είναι απλώς κάτι τυπικό και κυρίως αναμενόμενο. Ο δεύτερος είναι εξίσου ανόητος, επειδή έλλειψη ελπίδας σημαίνει έλλειψη διάθεσης για σκληρή προσπάθεια. Η λογική πάλι λέει ότι εκείνος που έχει τη διάθεση αλλά και τα εφόδια για να παλέψει, ελπίζει ότι κάτι έχει να κερδίσει από αυτό. Σίγουρα πάντως δε χάνει την ελπίδα του. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη λογική είναι... παράλογο να κυριαρχεί η μιζέρια στη χώρα μας.
Κι όμως, αυτή εξαπλώνεται και δείχνει ότι η πλειονότητα των συμπατριωτών μας δεν ενεργεί με βάση τη λογική αλλά αφήνεται να την καθοδηγούν ελέγχοντας το συναίσθημά της. Το συναίσθημα, όμως, συχνά οδηγεί τον άνθρωπο σε ανόητες, γελοίες και κυρίως κουτοπόνηρες επιλογές. Ναι, αλλά ένας άνθρωπος ή μια κοινωνική ομάδα, μικρή ή μεγάλη, δεν πάει μπροστά ούτε με ανόητες ούτε με γελοίες και κυρίως ούτε με κουτοπόνηρες επιλογές ή τουλάχιστον δεν πάει για πολύ καιρό. Ισχύει παντού. Οι πανελλαδικές εξετάσεις, για παράδειγμα, διαψεύδουν αρκετούς μαθητές, γιατί εκεί τα πράγματα είναι αρκετά αντικειμενικά και άρα εκφράζουν την πραγματικότητα. Η ώρα της «λυπητερής» έρχεται για όλους και συνήθως φέρνει μαζί της τη διάψευση, γιατί η «λυπητερή» είναι η πραγματικότητα. Κανείς δε φταίει σε εκείνον που διαψεύδεται, επειδή θεωρεί ότι με δουλειά τζίτζικα μπορεί να αποκτά όσα και το εργατικό μυρμήγκι.
Η ώρα της αλήθειας έφτασε για τη χώρα μας και ο λογαριασμός είναι πράγματι μεγάλος. Παράλογο; Όχι βέβαια! Τα γούστα πληρώνονται και όσο πιο ακριβά γούστα έχει κάποιος, τόσα περισσότερα θα κληθεί να πληρώσει. Και μη μου πει κανείς ότι ως κράτος και ως πολίτες δεν υπήρξαμε αυτοκαταστροφικοί! Ξεπεράσαμε κάθε μέτρο και τώρα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δίλημμα. Θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε με γνώμονα το συναίσθημα ή θα αποφασίσουμε να βαδίσουμε στους δρόμους της λογικής; Το πρώτο ήδη δείχνει τα αποτελέσματά του οδηγώντας σε εκδήλωση οργής (οπότε γίνεται του… Κασιδιάρη), διάθεση τιμωρίας (άραγε ποιου;), στήριξης όσων μας υπόσχονται όσα κάποιοι άλλοι μας είχαν ήδη υποσχεθεί οδηγώντας μας στις καταστροφικές συνθήκες που βιώνουμε. Στη δεύτερη, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, γιατί μια λογική εκτίμηση των δεδομένων προϋποθέτει αυτοκριτική. Όχι κραυγές, όχι θυμό, όχι επίρριψη ευθυνών στον ανάδρομο Ερμή, στο κακό το μάτι ή σε μια αόρατη και ανεξέλεγκτη μοίρα και κυρίως όχι μπούφλες σε δικαίους και αδίκους. Δύσκολο μεν, υπεύθυνο δε. Σίγουρα αξιοπρεπές.
Αρκετοί λαϊκιστές μιλούν για τη σοφία του ελληνικού λαού. Η πραγματικότητα, όμως, αποδεικνύει όχι τη σοφία αλλά τη μεγαλειώδη βλακεία, την κουτοπονηριά, την αναίδεια και την απαιδευσιά μεγάλου τμήματος του λαού μας. Δηλαδή, σε ποια περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας δείξαμε έστω ψήγματα σοφίας; Όλοι -Έλληνες και ξένοι- κάνουν λόγο για τη μακραίωνη ιστορία μας. Αν, όμως, είμαστε ένας λαός με μεγάλη ιστορία μήπως παράλληλα είμαστε ένας λαός με μνήμη χρυσόψαρου; Γιατί στοιχεία αυτής της ιστορίας είναι το φιλότιμο, η αξιοπρέπεια, η εργατικότητα, η δημοκρατία, το μέτρο, το ωραίο αλλά και η λογική. Πού είναι όλα αυτά σήμερα; Πόσοι πολιτικοί ή πόσοι πολίτες τα διαθέτουν; Αυτό που μας μένει είναι να φανούμε αξιοπρεπείς και λογικοί επιτέλους. Η καθοδήγηση των πολιτών μέσω του ελέγχου των συναισθημάτων του δε δίνει λύσεις. Μπορεί να δίνει μιζέρια, απόγνωση και έλλειψη ελπίδας αλλά καμιά ουσιαστική λύση. Οι λύσεις πηγάζουν από τη λογική και αυτή λέει ότι είναι καιρός να επανεξετάσουμε τις δυνατότητές μας, να αξιοποιήσουμε την πραγματικότητα, να αφήσουμε πίσω μας τα ψέματα, τις εύκολες λύσεις, την τεμπελιά, την ασχήμια, τους ψευτοτσαμπουκάδες και όλους εκείνους που μας υπόσχονται ότι μπορούμε να αποφύγουμε τη «λυπητερή», ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε απομονωμένοι ή ότι θα γίνουμε η Σαουδική Αραβία της Μεσογείου. Η λογική ανέκαθεν έλεγε ότι τα «αγαθά αποκτώνται με κόπους». Πλέον η σκληρή δουλειά είναι η μόνη συνταγή που θα επιφέρει το θάνατο της μιζέριας, γλυτώνοντάς μας από το δικό μας «θάνατο». Πιθανώς κουραστικό. Σίγουρα αισιόδοξο! 

Ο κ. Ζάχος θεωρεί ότι αν η κατάσταση συνεχίσει ως έχει, 
σύντομα θα αποτελεί είδηση ο θάνατος κάποιου από φυσιολογικά αίτια.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

«Είμαστε όλοι Έλληνες...»

Λύσσιαξαν πια όλοι τους οι ξενέρωτοι! Μη δουν λαό να προοδεύει, τον έβαλαν στο μάτι και όποιον πάρει ο Χάρος. Και δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα το μάτι το κακό μού προκαλεί κάτι φρικτούς πονοκεφάλους και ημικρανίες και σκοτοδίνες και μετά πρέπει να παρακαλάω τη μάνα μου να με ξεματιάσει και δε συμμαζεύεται. Φαντάζομαι με καταλαβαίνετε, γιατί έτσι είμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες. Μας πιάνει εύκολα το μάτι το κακό. Και δεν υπάρχουν και λίγοι λόγοι για να μας βάζουν στο μάτι οι ξένοι κι εμάς να μας πιάνει το μάτι...
Από την έλλειψη τάξης που χαρακτηρίζει την προηγούμενη παράγραφο, μάλλον έχετε αντιληφτεί πόσο φουρκισμένος είμαι τη στιγμή που γράφω. Κι αν βρείτε διπλά και τριπλά γράμματα στο κείμενο, είναι που τρέμω ολόκληρος από τη σύγχυση και την ταραχή και τα δάχτυλά μου πατούν και δυο και τρεις φορές το κάθε γράμμα στο πληκτρολόγιο. Και πώς να μην είμαι συγχυσμένος κι εγώ κι εσείς και ο απανταχού ελληνισμός με όσα συμβαίνουν.
Στο καινούριο φρούτο αναφέρομαι που του έδωσαν και όνομα ήδη και το ονόμασαν «κίνημα είμαστε όλοι Έλληνες». Χα! Με κάτι τέτοια γίνομαι οπαδός των θεωριών συνωμοσίας που διατυπώνονται από πολύ... σοβαρά χείλη. Είναι να μην πιστεύεις τόσο πειστικές και τεκμηριωμένες θεωρίες; Κάποιοι ανόητοι, βέβαια, χαίρονται κιόλας και πιστεύουν ότι βρήκαμε συμπαραστάτες και αξιόπιστους συμμάχους αλλά πού μυαλό να δουν τι κρύβεται πίσω από όλο αυτό το πανηγυράκι του «είμαστε όλοι Έλληνες»;
Δηλαδή, πού ήταν όλοι αυτοί, που σήμερα διατυμπανίζουν «είμαστε όλοι Έλληνες», όσο εμείς χύναμε αίμα και ιδρώτα για να φτάσουμε μέχρι εδώ; Πού ήταν όλοι αυτοί όταν ξεπλατιζόμασταν για να φτιάξουμε τον Παρθενώνα; Να σας πω εγώ πού ήταν! Σε κάτι σπηλιές ήταν κι όταν έβγαιναν από αυτές, πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο σαν την τσίτα του Ταρζάν. Εμ τότε δε συνέφερε να είναι Έλληνες, γιατί οι Έλληνες ιδροκοπούσαν κάτω από τον καυτό αττικό ήλιο για να μεγαλουργήσουν και να φτιάξουν μεγαλεία που σήμερα θαυμάζει όλη η ανθρωπότητα πίνοντας καφέ, τσίπουρα και μπύρες στα μπαρ της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Τώρα τι να σας κάνουμε βρε λεβέντες; Το χτίσιμο ήταν το λούκι. Να τον βλέπουμε, μπορούμε και μόνοι μας.
Πού ήταν όλοι αυτοί, όταν τραβούσαμε κουπί σε τρικυμίες και φουρτούνες; Πού ήταν όταν ψάχναμε τα πιο λαμόγια και τους πιο διεφθαρμένους, για να τους κάνουμε πολιτικούς; Είχαμε καμιά βοήθεια τότε; Μόνοι μας ψάχναμε. Πού ήταν όλοι αυτοί όταν πήραμε έναν σκασμό λεφτά από την ΕΕ και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να τα σπαταλήσουμε; Πού ήταν, όταν αναζητούσαμε τις πιο ασφαλείς τράπεζες στην Ελβετία για να καταθέσουμε το υστέρημά μας, όταν ψάχναμε τα πιο πολυτελή αυτοκίνητα για να τα αποκτήσουμε και να τα επιδεικνύουμε στις πλατείες, όταν αναζητούσαμε τις πιο σικ τοποθεσίες για να ανεγείρουμε βιλίτσες και βιλάρες και ό,τι άλλο επιθυμούσαμε; Είχαμε καμιά συμπαράσταση τότε; Αμ δεν είχαμε.
Και τώρα; Ε, τώρα που τα καταφέραμε, όλοι θέλουν να είναι Έλληνες. Δεν είναι έτσι το πράγμα! Έτσι ξέραμε κι εμείς! Δηλαδή, τώρα που κατάλαβαν οι κουτόφραγκοι σε τι πολυτέλεια ζούμε, τώρα θυμήθηκαν να είναι όλοι Έλληνες; Και κάποιοι ηλίθιοι δικοί μας χαίρονται γι αυτό. Μα δε σκέφτεστε, γιατί να θέλουν να είναι Έλληνες όλοι αυτοί; Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Είναι τόσο απλό... Θέλουν να είναι Έλληνες για να έχουν όσα κι εμείς. Ναι αλλά εμείς δεν τα αποκτήσαμε ως δια μαγείας. Αγωνιστήκαμε για όλα αυτά, κουραστήκαμε, ξεπουλήσαμε καθετί ηθικό, πουλήσαμε την ίδια την ψυχή μας στο διάολο. Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Λούκι μεγάλο ήταν.
Ε όχι κυρίες και κύριοι που θέλετε να είστε όλοι Έλληνες, δεν πρόκειται να σας γίνει το χατίρι που να χτυπιέστε ολημερίς κι ολονυχτίς. Δεν τα μασάμε εμείς κάτι τέτοια. Κορόιδα ψάχνετε; Δεν είμαστε εμείς κουτόφραγκοι να μοιραστούμε τις ανέσεις μας, τα αραλίκια μας και τις πολυτέλειές μας με όλους εσάς που τώρα είδατε το φως το αληθινό.
Και στο κάτω κάτω της γραφής, άντε και πιανόμαστε κορόιδα και αποδεχόμαστε το αίτημά σας και σας κάνουμε την τιμή να είστε όλοι Έλληνες, δε σκέφτεστε ότι τότε θα υπάρξει ένα τόσο δα μικρό προβληματάκι; Γιατί, αν όλοι εσείς γίνετε Έλληνες, τότε ποιος, που να πάρει, θα δουλεύει σαν το γομάρι για να συνεχίσει να μας δίνει εμάς δανεικά και να περνάμε ζάχαρη; Ε, ποιος θα το κάνει; Γιατί, έχω την αίσθηση, ότι εμείς οι Έλληνες δεν πρόκειται να το κάνουμε ποτέ!


Υ.Σ. Αναρωτιέμαι αν, τώρα που τόσοι πολλοί ξένοι θέλουν να γίνουν Έλληνες, μπορώ εγώ να γίνω ένας Γερμανός, ένας Ολλανδός ή κάτι άλλο ξένο βρε παιδί μου...