Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Επικοινωνία στο… περίπου!

Το γνωρίζω πολύ καλά! Είναι παιδιά. Όσο κι αν θέλουν να δείχνουν μεγάλοι. Είναι παιδιά. Η ζωή είναι μπροστά τους και τα περιμένει. Κι όμως, από αυτά ακούω όλο και πιο συχνά ό,τι θα περίμενα να ακούσω από έναν ηλικιωμένο αναλφάβητο. «Ελάτε κύριεεε! Καταλάβατε τώρα τι θέλω να πω»! Κι εγώ τι να πω; Ψέμα να πω; Τι είμαι επιτέλους; Κανένας ψεματούρης ολκής είμαι; Ε, λοιπόν, όχι! Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβα τι θέλει να πει ο ποιητής - μαθητής. Ούτε «τώρα» ούτε ύστερα ούτε ποτέ! Όση προσπάθεια κι αν καταβάλλω, όση καλή διάθεση κι αν δείξω, αδυνατώ. Αδυνατώ να κατανοήσω όσα αγωνίζονται κι αγωνιούν, αλλά τελικά, αδυνατούν να μου πουν. Η αίσθηση ότι αρκετά από τα παιδιά μιλούν μια άγνωστη, ακατανόητη γλώσσα είναι συχνή. Μια… «περίπου γλώσσα» που προέρχεται από αχαρτογράφητη περιοχή του εγκεφάλου. 
Μια θεϊκή κατάρα έχει πέσει πάνω μας. Ό,τι ακριβώς συνέβη και με τον πύργο της Βαβέλ. Έτσι θα ένιωθαν τα μαστόρια που συμμετείχαν στο εγχείρημα τότε. Σκεπάρνι ζητούσε ο ένας, τούβλο του εγχείριζε ο άλλος. Ευθεία απαιτούσε ο μηχανικός, καμπύλη έφτιαχνε ο μάστορας. Εμ, γίνεται έτσι δουλειά; Δε γίνεται! Και τα είδαμε τα αποτελέσματα. Μπάζα και κουρνιαχτός ο πύργος. Έτσι και σήμερα. Η κατάσταση καταλήγει πιο μπερδεμένη κι από το μίτο της Αριάδνης. Θυμίζει τζαζ εξωφρενικά πειραματική. Ο καθένας παίζει ό,τι γουστάρει, ό,τι του κατεβαίνει. Συνεννόηση καμιά. 
Όλο και περισσότερα παιδιά που βρίσκονται ένα βήμα πριν τις Πανελλαδικές, που, πιθανώς, θα φοιτήσουν στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, που κάποια στιγμή θα είναι πτυχιούχοι, αδυνατούν να διαχειριστούν ακόμα και απλούς γλωσσικούς κανόνες. Αυτά τα παιδιά αντιμετωπίζουν ένα τερατώδες πρόβλημα και μάλιστα χωρίς να το συνειδητοποιούν. Ξέρουν να γράφουν, να διαβάζουν αλλά όχι να κατανοούν. Διαβάζουν ένα μάθημα για ώρες. Καταλαβαίνουν λίγα πράγματα κι αυτά στο… περίπου. Ισχυρίζονται ότι δεν έχουν απορίες. Οι επιδόσεις τους τελικά κινούνται στο… περίπου. Διαβάζουν ένα κείμενο εφημερίδας ή απόσπασμα βιβλίου. Διατείνονται ότι το κατανόησαν. Όταν, όμως, τους ζητηθεί περίληψη από αυτό, η διατύπωση ακόμα και των βασικών νοημάτων προσεγγίζει το αρχικό κείμενο στο… περίπου. Κι αυτό, αν κατανοήσουν τα βασικά νοήματα. Γιατί συνήθως αδυνατούν. Συμμετέχουν σε μια συζήτηση. Έχουν την αίσθηση ότι καταλαβαίνουν το συνομιλητή. Αδυνατούν, όμως, να μεταφέρουν σε άλλους τι άκουσαν. Κι αν χρειαστεί να εκφέρουν προσωπική άποψη για το θέμα, λένε άλλα αντί άλλων. Ζουν μια καθημερινότητα αλλά τους είναι αδύνατο να τη διηγηθούν. Μπορούν να το κάνουν μόνο στο… περίπου. 
Όλο και περισσότερα παιδιά -λειτουργικά αναλφάβητα χαρακτηρίζονται- διαθέτουν στο... περίπου αντίληψη για τον κόσμο. Στο… περίπου επικοινωνούν με τους άλλους. Στο… περίπου κατανοούν τη γνώση. Στο… περίπου συνειδητοποιούν τον εαυτό τους. Τα πάντα στο… περίπου. Η ουσία λείπει. Λείπει η δυνατότητα εμβάθυνσης. Βλέπουν γράμματα και λέξεις αλλά όχι νοήματα. Ο προβληματισμός, η αποκωδικοποίηση, ο συνδυασμός, η κατανόηση κινούνται έξω από τις δυνατότητές τους, γιατί όλα αυτά γίνονται με λέξεις και μάλιστα με λέξεις σε λογική σειρά. 
Παιδιά που μεγάλωσαν με ερωτήσεις του στιλ: «πόσο;» και «τι;». Κανείς δεν τα ρώτησε «γιατί;». Κανείς δεν απαίτησε από αυτά να διατυπώσουν μια ολοκληρωμένη σκέψη. Κανείς δε θέλησε να ακούσει από αυτά μια ολοκληρωμένη ιστορία. «Πόσο αγαπάς μπούλη τον παππού;». Ποτέ ο μπούλης δε ρωτήθηκε «Γιατί, μπούλη μου, αγαπάς τον παππού;». «Τι δώρο θέλεις μπούλα;». Ποτέ η μπούλα δε ρωτήθηκε «Γιατί, βρε μπούλα μου, θέλεις αυτό κι όχι εκείνο;». Στην ερώτηση «πώς τα πέρασες στο σχολείο σήμερα;» τα μπουλόπαιδα απαντούσαν: «Καλά» ή «Μμμμ». Κανείς δε ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες. Είναι βετεράνοι στο Facebook, έχουν φάει με την κουτάλα τουρκικά, βραζιλιάνικα, αιθιοπικά και αζερμπαϊτζανικά σήριαλ αλλά ούτε με κουταλάκι του γλυκού δε δοκίμασαν βιβλία και εφημερίδες. 
Οργουελικών διαστάσεων δυστοπία. Στρατιές νέων αδυνατούν να σκεφτούν οτιδήποτε. Τους λείπουν οι λέξεις για να το κάνουν. Δε διαθέτουν τα αναγκαία ώστε να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να αντιδράσουν. Φαντασία(;) για τον Όργουελ. Πραγματικότητα για μας. Θλιβερή, απογοητευτική, δυσοίωνη. Παιδιά που αγωνίζονται για την εισαγωγή τους σε μια σχολή, που θα πετύχουν ίσως σε αυτή, αγνοούν ότι τελικά θα αποτύχουν και μάλιστα όχι στο… περίπου. Η αποτυχία θα είναι ξεγυρισμένη κι ολοκληρωτική, γιατί πλέον δεν υπάρχει και το Δημόσιο να τα βολέψουμε εκεί. Αγνοούν ότι τους λείπει το αναγκαίο εφόδιο για την επικοινωνία, για την κοσμοαντίληψη. Λείπει ο συνεκτικός κρίκος του «εγώ» με το αντικειμενικό. Λείπει η γλωσσική κουλτούρα. 
Παιδιά ήδη καταδικασμένα. Κι όμως, το αγνοούν. Ζουν ανάμεσα σε άλλους, κινούνται σε ένα πλέγμα εξελίξεων, προβλημάτων, επιτευγμάτων, συνεχών αναθεωρήσεων. Κι όλα αυτά τα ζουν στο... περίπου.
Στο… περίπου η αντίληψή τους για τον κόσμο, στο… περίπου η επικοινωνία τους με τους άλλους. Τελικά, πόσο κρίμα. Κι εγώ πρέπει να διορθώσω. Είναι παιδιά. Μια… «περίπου ζωή» είναι μπροστά τους και τα περιμένει. Η πραγματική ζωή είναι για τους άλλους. Και οι άλλοι είναι πια, δυστυχώς, τόσο λίγοι! 

Ο κ. Ζάχος τα έγραψε και εκτονώθηκε. 
Στο... περίπου!

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

ΒΑΒΕΛ!


Πριν πολλά πολλά χρόνια (εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", 15.10.2000) είχα γράψει αυτό:


Η περίοδος αυτή αποτελεί για μένα την πιο οδυνηρή περίοδο της εκάστοτε σχολικής χρονιάς όχι μόνο γιατί εντάσσομαι σε πλήρες και πολύωρο πρόγραμμα μαθημάτων -και άρα κάθε έννοια χαλάρωσης εξαφανίζεται- αλλά γιατί είναι η περίοδος που δέχομαι τα πρώτα γραπτά της χρονιάς από τους μαθητές μου. Κάθε φορά το γεγονός αυτό μου προκαλεί έντονο σοκ, εκνευρισμό αλλά, το σημαντικότερο, προβληματισμό, οργή και λύπη. Δεν πρόκειται να δημοσιοποιήσω τα «μαργαριτάρια» των μαθητών –και είναι πάρα πολλά αυτά- αφού θεωρώ ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε προσβολή των δασκάλων, των γονιών αλλά και, γενικότερα του περιβάλλοντος που ευθύνεται για τη διαπαιδαγώγηση και, συνεπώς, για τη γλωσσική παιδεία αυτών των νέων. 
Είναι γεγονός ότι κάθε χρονιά ανάμεσα στο πλήθος των γραπτών υπάρχουν εκείνα που με κάνουν αισιόδοξο για την πορεία αρκετών παιδιών, αφού η κατάρτισή τους, η άποψη για την πραγματικότητα και τελικά το επίπεδο καλλιέργειάς τους πιστοποιείται από την ποιότητα και την ιδιαιτερότητα των εργασιών τους. Πρόκειται για εργασίες ατόμων που πρόκειται να πετύχουν στη ζωή τους και να διεκδικήσουν θέσεις εξουσίας. Όμως, δυστυχώς, αυτά τα δείγματα καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό ανάμεσα στο πλήθος των Εκθέσεων με τις οποίες έρχομαι κάθε εβδομάδα σε επαφή. 
Τα περισσότερα κινούνται σε μέτριο ως πολύ χαμηλό επίπεδο και το περιεχόμενό τους μόνο απλοϊκό μπορεί να χαρακτηριστεί. Γεμάτα λάθη συντακτικά και ορθογραφικά, που μαρτυρούν την άγνοια βασικών κανόνων, αλλά και με απόψεις που βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα, δίνουν την αίσθηση ότι τα άτομα αυτά δεν έχουν καμιά επαφή με το περιβάλλον τους. Η αδυναμία αυτών των παιδιών να περιγράψουν ακόμα και απλές καθημερινές καταστάσεις είναι τραγική. Αδυνατούν να στηρίξουν τις απόψεις τους και να οδηγηθούν σε ουσιαστικά συμπεράσματα, αδυνατούν να συνδέσουν νοήματα μεταξύ τους και να χρησιμοποιήσουν τις λέξεις με το πραγματικό τους νόημα. 
Κάθε φορά σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη της λαθεμένης πορείας που ακολουθούμε ως προς τη διαπαιδαγώγηση και κατάρτιση των νέων μας. Είναι απόδειξη ότι το κακό ξεκινάει από τα πρώτα εκπαιδευτικά στάδια με προγράμματα που δεν έχουν ουσιαστικά αποτελέσματα ως προς την κατάκτηση ακόμα και του πρωταρχικού εφοδίου που χρειάζεται κανείς, δηλαδή τη γλώσσα. Με δασκάλους που αγνοούν και οι ίδιοι ακόμα και τους βασικούς κανόνες χειρισμού του κώδικα επικοινωνίας μας, δασκάλους που δεν έχουν προσεγγίσει ποτέ ένα ουσιαστικό έντυπο, όχι μόνο βιβλίο, αλλά και εφημερίδα ή έστω και περιοδικό –το «Λοιπόν», το «Σοκ» και τα συναφή δεν ανήκουν στα «ουσιαστικά»- αδυνατώντας να διδάξουν και τα πιο απλά, αφού και οι ίδιοι δεν τα έχουν κατανοήσει. 
Είναι απόδειξη μιας εκπαίδευσης που σε όλα τα στάδια απαιτεί αποστήθιση και όχι έρευνα και προβληματισμό, απαιτεί αγώνα για βαθμό και όχι για απόκτηση εφοδίων ζωής. Είναι τελικά απόδειξη της αδιαφορίας της ίδιας της οικογένειας για την ουσιαστική καλλιέργεια των παιδιών της, αφού τα πρότυπα που τους προβάλλει ταυτίζουν τον ελεύθερο χρόνο με την παθητικότητα, την αποχαύνωση μπροστά στην τηλεόραση, την αποξένωση και την έλλειψη διαλόγου ανάμεσα στα μέλη της. Είναι τελικά το επίπεδο της γλωσσικής καλλιέργειας των μαθητών η απόδειξη του ότι η εύκολη λύση που έχουμε επιλέξει ως κοινωνία σε κάθε θέμα δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να προκαλέσει κινδύνους. 
Είναι πράγματι εξοργιστικό να σκέφτεται κανείς την αδιαφορία και την ανευθυνότητα των ανθρώπων που έχουν αναλάβει την προετοιμασία και τη διαδικασία διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς. Τι είδους συνείδηση διαθέτουν; Τι έχουν να απολογηθούν; Συνειδητοποιούν άραγε το πρόβλημα; Ή μήπως και εκεί η εύκολη λύση της επίρριψης ευθυνών στους άλλους και στο σύστημα είναι η λύση; Οι εκπαιδευτικοί, από τη μια πλευρά, καταδικάζουν την αδιαφορία των γονιών και εγκαταλείπουν κάθε ουσιαστική προσπάθεια που θα μπορούσε να συμβάλλει στη βελτίωση των παιδιών και, από την άλλη, οι γονείς κατηγορούν ασύστολα τους εκπαιδευτικούς αποποιούμενοι κάθε ευθύνης συνεχίζοντας την παθητική, πολύωρη παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων χείριστης ποιότητας. 
Το πρόβλημα είναι τραγικό! Τα παιδιά αυτά αδυνατούν να κατανοήσουν ακόμα και απλές καθημερινές έννοιες, αδυνατούν να κατανοήσουν τις εξελίξεις και άρα να προσαρμοστούν σ’ αυτές. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που μου λένε ότι στην προσπάθειά τους να διαβάσουν μια εφημερίδα αδυνατούν να κατανοήσουν τα μηνύματά της, αδυνατούν άρα να ενημερωθούν ουσιαστικά. Αδυνατούν να εκφράσουν τις απόψεις τους ακόμα και για απλούς όρους και προβλήματα που τίθενται στην καθημερινή διδασκαλία. Η απάντηση σχεδόν μόνιμη: «το ξέρω αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω». Μα αυτό σημαίνει ότι αδυνατούν να σκεφτούν, αφού… σκέφτομαι με λέξεις. 
Πολλοί είναι εκείνοι που συνδέουν το πρόβλημα με ορισμένες μόνο εκφάνσεις της ζωής μας, όμως κάτι τέτοιο είναι παράλογο και εξωπραγματικό, γιατί γλώσσα είναι τα πάντα. Η παράδοσή μας, ο πολιτισμός μας, τα επιτεύγματα που μας περιβάλλουν, τα πάντα αποκτούν υπόσταση μόνο όταν η γλώσσα τα μορφοποιήσει με κάποιες έννοιες. Γλώσσα είναι η επικοινωνία μας με τον κόσμο, το περιβάλλον μας, είναι η εικόνα του επιπέδου καλλιέργειας που διαθέτουμε, της αισθητικής μας.
Αναρωτιέμαι πώς αυτά τα παιδιά θα μπορέσουν να διεκδικήσουν θέση εργασίας; Τι προσωπικότητα θα επιδείξουν όταν θα χρειαστεί να κριθούν από κάποιον εργοδότη μέσω συνέντευξης; Πώς θα πείσουν τον πελάτη τους σε έναν, οποιοδήποτε επαγγελματικό χώρο; Το σημαντικότερο, με τι κώδικα συνεννοούνται με τους φίλους τους, με ποιο τρόπο εκφράζουν τα συναισθήματά τους, τις σκέψεις και τις απορίες τους για τη ζωή; Με ποιο τρόπο τελικά θα εξωτερικεύσουν τον έρωτά τους, την αγάπη τους και τελικά την οργή και την αντίδρασή τους; Πώς θα καταφέρουν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις που πλέον συντελούνται με ραγδαίους ρυθμούς, ώστε να καταφέρουν να τις παρακολουθήσουν; Ή μήπως θα είναι τα θύματα της εποχής μας που θα φυτοζωούν στο περιθώριο αδυνατώντας να παρέμβουν στις διαδικασίες; 
Το πρόβλημα λαμβάνει διαστάσεις τεράστιες και είναι λογικό να μας θλίβει το γεγονός αυτό που μόνο «αναλφαβητισμός» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Σε μια εποχή γνώσης και τρομακτικών δυνατοτήτων διάδοσής τους, σε μια εποχή υψηλής κατάρτισης και εξειδίκευσης είναι απαράδεκτο το φαινόμενο αυτό. Τι πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον; Όταν ο καθένας δίνει στις έννοιες ένα νόημα διαφορετικό ποια θα είναι η κατάσταση; Μήπως οι νέοι αυτοί θα αισθάνονται ότι ζουν σε μια σύγχρονη «Βαβέλ» αδυνατώντας να κατανοήσουν ακόμα και απλά γλωσσικά μηνύματα; 


Λίγο καιρό μετά (εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», 25.10.00) 
το Δ.Σ. του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Λάρισας 
απάντησε με αυτό:

«Το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου συζήτησε το παραπάνω δημοσίευμα και τις αναφορές του στο Δάσκαλο του Δημοσίου σχολείου και ομόφωνα: 

-Εκφράζει την έκπληξή του, την απορία του αλλά και την αγανάκτησή του για τα όσα ισχυρίζεται ο κ. Ζάχος για το έργο του δασκάλου και το ρόλο του στο δημόσιο δωρεάν σχολείο. 

-Ο κ. Ζάχος προσβάλλει βάναυσα χιλιάδες εκπαιδευτικούς όταν, με ανάξιους σχολιασμούς, ισχυρισμούς και αυθαίρετες γενικεύσεις, ούτε λίγο ούτε πολύ κρίνει τους δασκάλους στο σύνολό τους ακατάλληλους για την αποστολή τους. 

-Θεωρούμε αυτονόητο το δημοκρατικό δικαίωμα του καθενός να διατυπώνει δημόσια τις απόψεις του, δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε από κανέναν να συκοφαντεί με χυδαιότητα και εμπάθεια τον κλάδο των δασκάλων που τόσα έχει προσφέρει και θα συνεχίζει να προσφέρει στην ελληνική κοινωνία και στη χώρα. 

-Εκτός κι αν κάποιοι μηδενίζουν τα πάντα στο βωμό της άγρας πελατών και της διαφήμισής τους στο χώρο της παραπαιδείας που πιστά υπηρετούν. 

-Τα πάντα όμως έχουν κι ένα μέτρο και λυπούμαστε ειλικρινά που σ’ αυτή την περίπτωση ο κ. Ζάχος έχει χάσει την αίσθηση του μέτρου και του ανεκτού».  


Όλα αυτά τα θυμήθηκα μετά από πολλά πολλά χρόνια 
επειδή ετοιμάζω κάτι ακόμα για το θέμα.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Οι λέξεις τελείωσαν…

Η ελληνική γλώσσα είναι από τις πιο πλούσιες του κόσμου. Αυτό λογικά σημαίνει ότι προσφέρει εναλλακτικές λύσεις τόσο σκέψης όσο και έκφρασης ακόμα και λεπτών διαφορών. Προσφέρει άπειρους συνδυασμούς σε εκείνον που διαθέτει φαντασία, δημιουργικότητα, καινοτομία. Κι αυτό, λογικά και πάλι, σημαίνει ότι, αν κάποιος επαναλαμβάνεται ανιαρά και αναμενόμενα, δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Το ένα είναι ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα, ότι είναι αγράμματος ή ακαλλιέργητος ή και τα δυο μαζί. Σημαίνει ότι είναι άνθρωπος μέτριων δυνατοτήτων ως προς τη σκέψη και τις επιλογές. Το δεύτερο είναι ότι μπορεί μεν να γνωρίζει την ελληνική αλλά δεν έχει και πολλά να πει, οπότε και επαναλαμβάνει την … επανάληψη. Το τρίτο, όσο κι αν το ψάχνω, αδυνατώ να το εντοπίσω κι αυτό συμβαίνει για έναν και μοναδικό λόγο. Συμβαίνει, γιατί «τρίτο» στη συγκεκριμένη περίπτωση απλώς δεν υπάρχει.
Αν στα παραπάνω έχω δίκιο, τότε ζήτω που καήκαμε. Να το πω ξεκάθαρα. Ποσώς με ενδιαφέρει αν οι παραπάνω αδυναμίες χαρακτηρίζουν τον συμπαθέστατο, κατά τα άλλα, τύπο που μαζεύει τα σκουπίδια της γειτονιάς, τον αξιοπρεπέστατο μετανάστη που σκάβει για να συνδεθεί ο απέναντι με το φυσικό αέριο ή τον ενοχλητικότατο παλιατζή που τριγυρνάει με το φορτηγάκι του ουρλιάζοντας μέσα από μιας άθλιας ποιότητας ντουντούκα. Η γλωσσική ανεπάρκεια αρκετών συνανθρώπων μας μπορεί να μου προκαλεί στενοχώρια αλλά καμιά αγωνία. Όταν, όμως, οι γλωσσικές αδυναμίες συνδέονται με τους πρωταγωνιστές της προεκλογικής περιόδου, τότε η κατάσταση γίνεται ανησυχητική.
Το ζήτημα, σε αυτή την περίπτωση, είναι ότι οι πολιτικοί δεν έχουν τίποτα καινούριο να πουν. Οι λέξεις τελείωσαν γι αυτούς. Κι επειδή οι λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος είναι ο καθρέφτης της ποιότητας του χαρακτήρα και της σκέψης του, καταλήγω σε πολύ αγωνιώδη συμπεράσματα. Αν οι επαναλαμβανόμενες ασυνάρτητες κοινοτοπίες που εκστομίζουν είναι αποτέλεσμα αγραμματοσύνης και υποκουλτούρας, σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι έχουν ελάχιστες δυνατότητες να οδηγήσουν τη χώρα σε έξοδο από την κρίση. Μπορεί να έχουν όλη την καλή διάθεση αλλά είναι ανεπαρκείς. Μέτρια γλωσσική κατάρτιση σημαίνει αδυναμία κατανόησης των πολύπλοκων εξελίξεων, δείχνει αδυναμία ανάλυσης των απαιτήσεων και σίγουρα δηλώνει αδυναμία συνεννόησης με τους δανειστές μας. Οι συγκεκριμένοι, αν αναρριχηθούν στην εξουσία, είναι αδύνατον να πείσουν για την ορθότητα των θέσεών μας και άρα να προωθήσουν τα συμφέροντά μας. Γι αυτό το λόγο, το μόνο που κάνουν είναι να καταφεύγουν στο ασφαλές γι αυτούς λιμάνι του λαϊκισμού.
Αν, από την άλλη, η κενότητα και ασυναρτησία του πολιτικού λόγου οφείλεται σε έλλειψη νέων ιδεών, δε χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Αν εκείνοι που διεκδικούν την ψήφο μας, έχουν στερέψει από απόψεις, από οράματα που να ανταποκρίνονται στα δεδομένα των καιρών, σημαίνει ότι είναι εξίσου ανεπαρκείς και επικίνδυνοι με τους προηγούμενους. Εύκολα καταλαβαίνει ο καθένας ότι οι πολιτικοί ήδη σκέφτηκαν όσα μπορούσαν να σκεφτούν, ήδη πρότειναν-υποσχέθηκαν όσα μπορούσαν να υποσχεθούν και μάλλον ήδη έπραξαν όσα μπορούσαν να πράξουν. Ο λαϊκισμός είναι και πάλι το καταφύγιο.
Οι πολιτικοί, με πολύ απλά λόγια, δε μας λένε κάτι καινούριο, γιατί, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αδυνατούν και να το σκεφτούν. Όσο κι αν το ψάχνουν, δεν έχουν εντοπίσει κάτι νέο. Όσο περισσότερο φωνάζουν τόσο πιο έντονα δηλώνουν τη μετριότητά τους απέναντι στην πραγματικότητα που οι ίδιοι -ή έστω άλλοι με τα ίδια όμως μυαλά- μας έχουν οδηγήσει. Ακόμα πιο απλά. Αφού ακούμε όσα έχουμε ξανακούσει άπειρες φορές, το ίδιο θα γίνει και με όσα θα γίνουν στο εξής, αν ο σοφός λαός αποφασίσει να στείλει στο Κοινοβούλιο όσους ήδη βρίσκονται σ’ αυτό. Το ίδιο θα συμβεί κι αν στείλει στη Βουλή άλλους που όμως, έχουν τα ίδια μυαλά.
Όσο πλησιάζει η ώρα των εκλογών ελπίζω σε ένα μόνο. Ελπίζω ότι έχουμε πια καταλάβει ότι όσα ακούμε, δεν τα ακούμε για πρώτη φορά. Ότι όσες φορές κι αν ειπωθούν τα ωραία λόγια δεν πρόκειται να αλλάξουν το παραμικρό. Η αλλαγή δε χρειάζεται λόγια αλλά ενέργειες. Όλα αυτά είναι ωραία λόγια αλλά τα ακούμε από τους πολιτικούς μας από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτή ακριβώς η επανάληψη τα έχει καταστήσει κενά όσο και μια σαπουνόφουσκα, βαρετά όσο και τα τηλεοπτικά σήριαλ. Κανέναν δεν ξεσηκώνουν παρά μόνο τους χρόνια ηλίθιους. Ελπίζω -με ελάχιστες πιθανότητες να συμβαίνει τελικά- ότι αυτοί είναι λίγοι.
«Οι λέξεις τελείωσαν για τους πολιτικούς». Ή μάλλον, τώρα που το καλοσκέφτομαι «οι ωραίες λέξεις τελείωσαν» γι αυτούς. Υπάρχουν, όμως, εκείνες που δεν ακούγονται τόσο όμορφα στα αφτιά μας, υπάρχουν εκείνες που λένε για θυσίες, που υπενθυμίζουν ότι πρέπει να φανούμε εντάξει στις υποχρεώσεις που έχουμε αναλάβει, εκείνες που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τις δυσκολίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Υπάρχουν εκείνες που εκφράζουν ρεαλισμό. Και υπάρχουν και πολιτικοί που δε φοβούνται να τις χρησιμοποιήσουν, αλλά είναι ελάχιστοι. Αν καταφέρουμε να τους εντοπίσουμε -έστω την τελευταία στιγμή- και να τους στηρίξουμε, ίσως μπορούμε να ελπίζουμε. Οι λέξεις μπορεί να τελείωσαν αλλά τώρα, έτσι κι αλλιώς, είναι η ώρα της δράσης από μέρους μας και η ψήφος μας μπορεί να είναι πιο ηχηρή από χιλιάδες, κενές λέξεις. 
Καλή ψήφο!