Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Facebook. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Facebook. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Check in

Μεγάλη ανακάλυψη αυτό το facebook. Εντάξει, εφεύρεση είναι αλλά στο χωριό μου όλα ως ανακαλύψεις λογίζονται. Το αυτοκίνητο, o freddo cappuccino, το κινητό τηλέφωνο, το εμβόλιο για την ιλαρά, το espressάκι... όλα τα επιτεύγματα. Λες και ο Θεός (μάλλον αυτός) κάπου τα έχει κρυμμένα όλα αυτά και το ανθρώπινο γένος απλώς τα ξετρυπώνει σταδιακά. Διαόλου κάλτσα αυτό το ανθρώπινο γένος. Ανακάλυψη ή εφεύρεση καμιά σημασία έχει, γιατί το facebook είναι μεγάλο πράγμα, έτσι κι αλλιώς. 
Και νομίζω ότι ελάχιστοι θα διαφωνήσουν με την άποψη. Μέχρι εδώ όλα καλά. Θεωρώ το fb μεγαλειώδη «ανακάλυψη», επειδή δίνει εύκολα ταυτότητα στο χρήστη του. Πλέον, δεν είναι αναγκαίο να παρατηρούμε κάποιον για μεγάλο διάστημα σε στιγμές χαράς, θλίψης, πίεσης, ανεμελιάς, για να αντιληφθούμε την ποιότητά του. Αυτό ανήκει στο παρελθόν. Στη μετά fb εποχή κάτι τέτοιο απαιτεί δυο πράγματα: ελάχιστο χρόνο και... πρόσβαση στο internet. Μια γρήγορη περιήγηση στο fb ενός ατόμου δίνει όλες τις απαντήσεις. Το fb είναι ο καθρέφτης του χρήστη του. Για κάποιους είναι το ξεμπρόστιασμά τους. 
Η αίσθηση ότι το fb αποτελεί κάτι σαν προσωπικό ημερολόγιο, απελευθερώνει(;) το χρήστη του. Ναι αλλά το ημερολόγιο του παρελθόντος διέθετε κλειδαριά και συνήθως ήταν καταχωνιασμένο κάπου, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Το fb είναι συνήθως πιο... δημόσιο. Φωτογραφίες, check in, σχόλια και άλλες αναρτήσεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για λάθος εκτιμήσεις. Η αισθητική του καθενός σε κοινή θέα. Και δυστυχώς, επειδή ζούμε ακόμα τη φάση προσαρμογής στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα, το fb γίνεται παγίδα για αρκετούς. Πιτσιρικάδες, έφηβοι αλλά -πόσο γραφικό- και άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας χάνουν κάθε μέτρο. 
Προσωπικές φωτογραφίες από την πρωινή, τη μεσημεριανή ή τη βραδινή έξοδο, από την παραλία, από το πάρτι, από την εκκλησία, από την εκδρομή, από τη συναγωγή... κατακλύζουν το ψηφιακό σύμπαν. Ό,τι, στο παρελθόν, έκανε το κάθε τηλεοπτικό σαχλοκούδουνο στα περιοδικά, τώρα μπορεί να γίνεται από τον καθένα. Δυστυχώς. Φωτογραφίες αποκαλυπτικές, ερωτιάρικες, ρομαντικές, με πόζες όλο νάζι (αυτές με το πόδι σηκωμένο σαν σκυλί, με το πόδι λυγισμένο με χάρη κτλ). 
Και βέβαια τα σχόλια! Αχ και βαχ! «Κούκλααααα!», «κορμάρα μουουου!», «αγάπη μου!», «αγορίνα μου!», «καλέ τι παιδί είναι αυτοοό!». Σχόλια πιο βλαμμένα και από τις βλαμμένες φωτογραφίες, τις οποίες... σχολιάζουν. Πιστεύω ότι ακόμα και αν, με κάποιο τρόπο, ο Κουασιμόδος ο ίδιος αναρτούσε φωτογραφία του ή έκανε «check in» από το κωδωνοστάσιο της Παναγίας των Παρισίων, θα μάζευε το χαμό από «like» και σχόλια του στιλ «τι λεβέντης και καραμπουζουκλής είναι αυτός καλεεεεέ» και «Παναγιά μου, τι κορμοστασιά είναι αυτηηηή». Καταντάει γελοίο. Κι επειδή οι περισσότεροι διαθέτουν έναν κάποιο ναρκισσισμό σε συνδυασμό με ανοησία σε μεγάλες δόσεις, παρασύρονται εύκολα από κάθε κολακευτικό σχόλιο, όσο γελοίο κι αν είναι αυτό. Κάθε επόμενη ανάρτηση, λοιπόν, είναι και πιο... Πώς να το πω τώρα; Απομακρύνεται από το μέτρο και την αισθητική. Κάποιοι μάλιστα έχοντας χάσει κάθε όριο κάνουν και το άλλο. «Ανεβάζουν» μια προσωπική φωτογραφία ή κάνουν «check in» από κάπου και πατάνε «like» μόνοι τους σε αυτό που ανάρτησαν. Πολύ σοφό! Δηλαδή, τι λένε μ’ αυτό; «Καλέ, πόσο μου αρέσω» λένε; 
Κι αυτά τα «check in» τι εφεύρεση; Σε τι εξυπηρετούν; Τι ανάγκες καλύπτουν; Τι φοβούνται όλοι αυτοί; Φοβούνται μη και θεωρηθούν αγνοούμενοι; Μη χειρότερα. Άντε και θεωρηθούν. Χάθηκε ο Ερυθρός Σταυρός, χάθηκε το silver alert; Άμα λείψουν σε κάποιον, δε θα ψάξει να τους βρει; Αλλά αυτό φοβούνται. Ότι σε κανέναν δεν πρόκειται να λείψουν. Μα μπορεί να διασκεδάζει κάποιος, να του κόβεται η ανάσα από ένα τοπίο, να βρίσκεται δίπλα σε γοητευτικούς ανθρώπους και το μόνο που επιθυμεί εκείνη τη στιγμή είναι να κάνει... «check in»; Πόσο ζωντόβολο πρέπει να είναι κανείς για να διακόπτει μια στιγμή ευχαρίστησης για τέτοιες μπούρδες; Και η προσωπική ζωή βρε παιδιά; Καμιά ανάγκη για οτιδήποτε αποκλειστικό; Φτάνω σε σημείο να σκέφτομαι ότι τα συγκεκριμένα άτομα ακόμα και μπροστά σε κάμερες ασφαλείας τραπεζών, πολυκαταστημάτων, οδών, ποζάρουν και χαμογελούν βλακωδώς, μπας και μαζέψουν κανένα «like». 
Στέλεχος της Google, πριν λίγα χρόνια, δήλωνε ότι αρκετοί νέοι, στο άμεσο μέλλον, θα αναγκαστούν να αλλάξουν ταυτότητα για να απαλλαγούν από το κακό ψηφιακό παρελθόν τους. Ήδη υπάρχουν εταιρείες που αναλαμβάνουν, έναντι υψηλής αμοιβής, να σβήσουν το ψηφιακό παρελθόν των πελατών τους. Μια βλαμμένη φωτογραφία στο fb, ένα βλακώδες σχόλιο, μια ηλίθια ανάρτηση έχουν γίνει ήδη αιτίες απόρριψης ανθρώπων από μια καλοπληρωμένη θέση. Πλέον η ψηφιακή ζωή ενός ατόμου αποτελεί το βιογραφικό του. 
Η νέα γενιά πρέπει να καταλάβει κάτι απλό: εκείνος που πράγματι διασκεδάζει, γοητεύεται από κάτι, ζει συγκλονιστικές εμπειρίες, δε νιώθει την ανάγκη και δε σπαταλάει χρόνο για «check in». Απλώς απολαμβάνει τη στιγμή. Το «check in» είναι χάσιμο χρόνου.  

Ο κ. Ζάχος θα ήθελε να σχολιάζει κάθε check in και φωτογραφία που 
βλέπει στο fb αλλά κάποιοι του είπαν ότι τα σχόλιά του είναι 
πολύ ρεαλιστικά για να γίνονται αποδεκτά




Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Επικοινωνία στο… περίπου!

Το γνωρίζω πολύ καλά! Είναι παιδιά. Όσο κι αν θέλουν να δείχνουν μεγάλοι. Είναι παιδιά. Η ζωή είναι μπροστά τους και τα περιμένει. Κι όμως, από αυτά ακούω όλο και πιο συχνά ό,τι θα περίμενα να ακούσω από έναν ηλικιωμένο αναλφάβητο. «Ελάτε κύριεεε! Καταλάβατε τώρα τι θέλω να πω»! Κι εγώ τι να πω; Ψέμα να πω; Τι είμαι επιτέλους; Κανένας ψεματούρης ολκής είμαι; Ε, λοιπόν, όχι! Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβα τι θέλει να πει ο ποιητής - μαθητής. Ούτε «τώρα» ούτε ύστερα ούτε ποτέ! Όση προσπάθεια κι αν καταβάλλω, όση καλή διάθεση κι αν δείξω, αδυνατώ. Αδυνατώ να κατανοήσω όσα αγωνίζονται κι αγωνιούν, αλλά τελικά, αδυνατούν να μου πουν. Η αίσθηση ότι αρκετά από τα παιδιά μιλούν μια άγνωστη, ακατανόητη γλώσσα είναι συχνή. Μια… «περίπου γλώσσα» που προέρχεται από αχαρτογράφητη περιοχή του εγκεφάλου. 
Μια θεϊκή κατάρα έχει πέσει πάνω μας. Ό,τι ακριβώς συνέβη και με τον πύργο της Βαβέλ. Έτσι θα ένιωθαν τα μαστόρια που συμμετείχαν στο εγχείρημα τότε. Σκεπάρνι ζητούσε ο ένας, τούβλο του εγχείριζε ο άλλος. Ευθεία απαιτούσε ο μηχανικός, καμπύλη έφτιαχνε ο μάστορας. Εμ, γίνεται έτσι δουλειά; Δε γίνεται! Και τα είδαμε τα αποτελέσματα. Μπάζα και κουρνιαχτός ο πύργος. Έτσι και σήμερα. Η κατάσταση καταλήγει πιο μπερδεμένη κι από το μίτο της Αριάδνης. Θυμίζει τζαζ εξωφρενικά πειραματική. Ο καθένας παίζει ό,τι γουστάρει, ό,τι του κατεβαίνει. Συνεννόηση καμιά. 
Όλο και περισσότερα παιδιά που βρίσκονται ένα βήμα πριν τις Πανελλαδικές, που, πιθανώς, θα φοιτήσουν στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, που κάποια στιγμή θα είναι πτυχιούχοι, αδυνατούν να διαχειριστούν ακόμα και απλούς γλωσσικούς κανόνες. Αυτά τα παιδιά αντιμετωπίζουν ένα τερατώδες πρόβλημα και μάλιστα χωρίς να το συνειδητοποιούν. Ξέρουν να γράφουν, να διαβάζουν αλλά όχι να κατανοούν. Διαβάζουν ένα μάθημα για ώρες. Καταλαβαίνουν λίγα πράγματα κι αυτά στο… περίπου. Ισχυρίζονται ότι δεν έχουν απορίες. Οι επιδόσεις τους τελικά κινούνται στο… περίπου. Διαβάζουν ένα κείμενο εφημερίδας ή απόσπασμα βιβλίου. Διατείνονται ότι το κατανόησαν. Όταν, όμως, τους ζητηθεί περίληψη από αυτό, η διατύπωση ακόμα και των βασικών νοημάτων προσεγγίζει το αρχικό κείμενο στο… περίπου. Κι αυτό, αν κατανοήσουν τα βασικά νοήματα. Γιατί συνήθως αδυνατούν. Συμμετέχουν σε μια συζήτηση. Έχουν την αίσθηση ότι καταλαβαίνουν το συνομιλητή. Αδυνατούν, όμως, να μεταφέρουν σε άλλους τι άκουσαν. Κι αν χρειαστεί να εκφέρουν προσωπική άποψη για το θέμα, λένε άλλα αντί άλλων. Ζουν μια καθημερινότητα αλλά τους είναι αδύνατο να τη διηγηθούν. Μπορούν να το κάνουν μόνο στο… περίπου. 
Όλο και περισσότερα παιδιά -λειτουργικά αναλφάβητα χαρακτηρίζονται- διαθέτουν στο... περίπου αντίληψη για τον κόσμο. Στο… περίπου επικοινωνούν με τους άλλους. Στο… περίπου κατανοούν τη γνώση. Στο… περίπου συνειδητοποιούν τον εαυτό τους. Τα πάντα στο… περίπου. Η ουσία λείπει. Λείπει η δυνατότητα εμβάθυνσης. Βλέπουν γράμματα και λέξεις αλλά όχι νοήματα. Ο προβληματισμός, η αποκωδικοποίηση, ο συνδυασμός, η κατανόηση κινούνται έξω από τις δυνατότητές τους, γιατί όλα αυτά γίνονται με λέξεις και μάλιστα με λέξεις σε λογική σειρά. 
Παιδιά που μεγάλωσαν με ερωτήσεις του στιλ: «πόσο;» και «τι;». Κανείς δεν τα ρώτησε «γιατί;». Κανείς δεν απαίτησε από αυτά να διατυπώσουν μια ολοκληρωμένη σκέψη. Κανείς δε θέλησε να ακούσει από αυτά μια ολοκληρωμένη ιστορία. «Πόσο αγαπάς μπούλη τον παππού;». Ποτέ ο μπούλης δε ρωτήθηκε «Γιατί, μπούλη μου, αγαπάς τον παππού;». «Τι δώρο θέλεις μπούλα;». Ποτέ η μπούλα δε ρωτήθηκε «Γιατί, βρε μπούλα μου, θέλεις αυτό κι όχι εκείνο;». Στην ερώτηση «πώς τα πέρασες στο σχολείο σήμερα;» τα μπουλόπαιδα απαντούσαν: «Καλά» ή «Μμμμ». Κανείς δε ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες. Είναι βετεράνοι στο Facebook, έχουν φάει με την κουτάλα τουρκικά, βραζιλιάνικα, αιθιοπικά και αζερμπαϊτζανικά σήριαλ αλλά ούτε με κουταλάκι του γλυκού δε δοκίμασαν βιβλία και εφημερίδες. 
Οργουελικών διαστάσεων δυστοπία. Στρατιές νέων αδυνατούν να σκεφτούν οτιδήποτε. Τους λείπουν οι λέξεις για να το κάνουν. Δε διαθέτουν τα αναγκαία ώστε να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να αντιδράσουν. Φαντασία(;) για τον Όργουελ. Πραγματικότητα για μας. Θλιβερή, απογοητευτική, δυσοίωνη. Παιδιά που αγωνίζονται για την εισαγωγή τους σε μια σχολή, που θα πετύχουν ίσως σε αυτή, αγνοούν ότι τελικά θα αποτύχουν και μάλιστα όχι στο… περίπου. Η αποτυχία θα είναι ξεγυρισμένη κι ολοκληρωτική, γιατί πλέον δεν υπάρχει και το Δημόσιο να τα βολέψουμε εκεί. Αγνοούν ότι τους λείπει το αναγκαίο εφόδιο για την επικοινωνία, για την κοσμοαντίληψη. Λείπει ο συνεκτικός κρίκος του «εγώ» με το αντικειμενικό. Λείπει η γλωσσική κουλτούρα. 
Παιδιά ήδη καταδικασμένα. Κι όμως, το αγνοούν. Ζουν ανάμεσα σε άλλους, κινούνται σε ένα πλέγμα εξελίξεων, προβλημάτων, επιτευγμάτων, συνεχών αναθεωρήσεων. Κι όλα αυτά τα ζουν στο... περίπου.
Στο… περίπου η αντίληψή τους για τον κόσμο, στο… περίπου η επικοινωνία τους με τους άλλους. Τελικά, πόσο κρίμα. Κι εγώ πρέπει να διορθώσω. Είναι παιδιά. Μια… «περίπου ζωή» είναι μπροστά τους και τα περιμένει. Η πραγματική ζωή είναι για τους άλλους. Και οι άλλοι είναι πια, δυστυχώς, τόσο λίγοι! 

Ο κ. Ζάχος τα έγραψε και εκτονώθηκε. 
Στο... περίπου!

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Μάνα παρωδία

  Η κυρία που κάθεται απέναντί μου ακούει με προσοχή. Είναι μάνα κόρης πρώτης Λυκείου και ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει το μάθημά μου. Την ενημερώνω για τις ώρες και τις απαιτήσεις του μαθήματος. Η κυρία δεν με ακούει πια με τόση προσοχή, γίνεται όλο και πιο ανήσυχη και κάποια στιγμή με ύφος απολογητικό μου λέει: «Ξέρετε, η κόρη μου δεν είναι ακόμα συμμαζεμένη, έχει το μυαλό της στις διακοπές, ασχολείται πολύ με το Facebook και με τις ώρες προετοιμάζεται για τις εξόδους της. Δεν ξέρω αν θα αντέξει τόσες υποχρεώσεις…». Την κοιτάζω έκπληκτος. Σκέφτομαι, Οκτώβριο μήνα η κόρη έχει ακόμα το μυαλό της στις διακοπές; Και ποιες διακοπές; Εκείνες που πέρασαν ή αυτές που έρχονται; Και επειδή όσα σκέφτομαι δεν τα κρατάω για προσωπική χρήση, της λέω: «Κυρία μου, η κόρη σας δεν ενδιαφέρεται για μάθημα αλλά για… άλλα πράγματα. Έχουμε, βέβαια, εδώ μέσα κάτι καλά παλικάρια αλλά δεν μπορώ να εγγυηθώ το παραμικρό…». Ήμουν σίγουρος ότι δε θα έβλεπα ποτέ ξανά τη συγκεκριμένη μάνα. 
  Λίγο καιρό πριν άκουγα μια άλλη μάνα. Εκείνη βρισκόταν σε απόγνωση, γιατί ο γιος της σπαταλούσε το χρόνο του στο Facebook και σε διαδικτυακά παιχνίδια, οπότε και δεν έβρισκε χρόνο για… διάβασμα. Όταν της πρότεινα να αφαιρέσει τον υπολογιστή από το δωμάτιο του γιου της, έντρομη μου δήλωσε ότι σε αυτήν την περίπτωση θα γίνει χαμός και ότι ο μοσχαναθρεμμένος της θα πέσει σε κατάθλιψη. Της είπα ότι τότε δεν υπάρχει λύση, οπότε το ξανασκέφτηκε. Χαμογέλασε και ήρεμη πλέον μου πέταξε τη χλαπάτσα κατάμουτρα: «Εντάξει, θα πάρω τον υπολογιστή. Ευτυχώς έχει το playstation»… 
  Όλο και πιο συχνά έρχομαι αντιμέτωπος με μάνες εφήβων που δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Μανάδες που δε διαθέτουν το κριτήριο του «καλού» ή του «κακού» για τη διαπαιδαγώγηση αλλά και την αντίληψη της δομής που πρέπει να χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη διαδικασία. Τα παιδιά τους ζουν χωρίς όριο. Το καλοκαίρι ξενυχτάνε μέχρι τα παράωρα, γιατί «καλοκαίρι είναι». Το φθινόπωρο σπαταλούν το χρόνο τους στον υπολογιστή, γιατί «φθινόπωρο είναι». Περνούν το χειμώνα με το κινητό στο χέρι, ώστε να τελειώσουν τα δέκα χιλιάδες λεπτά ομιλίας και τα δεκαεπτά χιλιάδες sms που τους παρέχει η εταιρεία κινητής, γιατί φαντάζομαι «χειμώνας είναι». Την άνοιξη την περνούν μπροστά στον καθρέφτη, γιατί «άνοιξη είναι» και όλοι ξέρουμε πού το έχουν τότε το μυαλό τους οι έφηβοι. 
  Όλα αυτά πολλές μάνες τα αντιμετωπίζουν πιο παθητικά κι από κουφή χελώνα που σκάει βόμβα δίπλα της. Δεν αντιδρούν. Δεν κάνουν τίποτα. Ή μάλλον κάνουν. Παρακολουθούν την καταστροφή των παιδιών τους βήμα προς βήμα με τη δικαιολογία «ε, παιδιά είναι, θα μεγαλώσουν και θα ωριμάσουν». Αμ δε, που θα ωριμάσουν. Γιατί η ρημάδα η ωριμότητα δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό που εμφανίζεται σε συγκεκριμένη ηλικία. Ή παλεύεις και την αποκτάς ή δεν παλεύεις και τη βλέπεις με τα κιάλια σε όλη τη ζωή σου. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο ρόλος της μάνας. Η μάνα θα θέσει τα όρια στο τι ώρα θα βγει το παιδί, τι ώρα θα επιστρέψει, τι ώρα θα κοιμηθεί, τι ώρα θα διαβάσει και κάποτε πώς θα ντυθεί. Αν η μάνα -σπάνια περίπτωση- βρει τα σκούρα, τότε μπορεί να καταφύγει στο μεγάλο, διαχρονικό κόλπο: «τώρα, θα τα πω στον πατέρα σου»! 
  Ζούμε μια κοσμοϊστορική στιγμή. Βιώνουμε το θάνατο της ελληνίδας μάνας. Δεν εννοώ ότι με κάποιον τρόπο όλες οι ελληνίδες μάνες θα δουν μονομιάς τα ραπανάκια ανάποδα. Εννοώ ότι η ελληνίδα μάνα ως θεσμός, ως σημείο αναφοράς, ως στήριγμα της δομής της οικογένειας και κυρίως των παιδιών εξαφανίζεται με ρυθμούς πιο γρήγορους και από την caretta caretta. Η μάνα που έβαζε σε τάξη τα μέλη της οικογένειας, που έβρισκε τον τρόπο να διατηρήσει ισορροπίες, να μετατρέψει τον πόνο σε χαρά, την ένταση σε ηρεμία, χάνεται. Όλο και πιο συχνά, μανάδες που έχουν παρανοήσει το ρόλο τους και την έννοια του «σύγχρονου», επιθυμούν να είναι «φίλες» των παιδιών τους. Οι φίλοι, όμως, πρέπει να είναι συνομήλικοι. Η μάνα πρέπει να είναι μάνα. Τα υπόλοιπα είναι βλακείες. Τα παιδιά, παρά τον παροδικό θυμό που θα τους προκαλέσει η απαγόρευση, παρά την γκρίνια που θα φέρει το όριο, ξέρουν να εκτιμούν. Κυρίως ξέρουν να αμφισβητούν. Και η πρώτη που θα αμφισβητήσουν είναι η μάνα-παρωδία που τα αφήνει να ντύνονται σαν τραγουδιάρες β΄ διαλογής, που κάνει χαρούλες όταν παρακολουθεί τα τουρκικά σήριαλ παρέα με το σαχλοκούδουνο που λέγεται κόρη της, που αδυνατεί να πει «όχι» σε κάθε παράλογη απαίτηση του παιδιού, που σέρνει το παιδί για εκδρομή ενώ αυτό έχει σχολείο, εξετάσεις, υποχρεώσεις. 
  Μάνα σημαίνει πόνος. Και δεν είναι ο πόνος της γέννας. Αυτός με επισκληρίδιο μπορεί και να αποφευχθεί. Ο πόνος της μάνας είναι διαρκής και είναι πόνος που πηγάζει από αγάπη για το παιδί της και κυρίως από τη διάθεσή της να το καθοδηγεί, να το περιορίζει και να συγκρούεται με αυτό. Αυτό είναι μάνα. Το άλλο είναι ανοησία και τα παιδιά το γνωρίζουν καλά. Και όταν το παιδί αντιμετωπίσει -σίγουρα κάποια στιγμή θα συμβεί- δυσκολίες και αποτυχίες, πιθανότατα θα σκεφτεί ότι αντί για μάνα τού έλαχε μια παρωδία που απλώς προετοίμασε τη δική του τραγωδία.

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

treloglykoulini@...gr (τρελογλυκουλίνι παπάκι τελείες τζι αρ)


Η παροχή βοήθειας σε μαθητές μου για τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού τους καταλήγει σε έκρηξη ανάμεικτων, γλυκόπικρων συναισθημάτων. Μου προκαλεί..., πώς να το πω τώρα; Χαρμολύπη!!! Αυτό μου προκαλεί. Από τη μια, συνήθως νιώθω απίστευτη βαρεμάρα και λύπη, εξαιτίας της άγνοιας που χαρακτηρίζει τους περισσοτέρους, των συντηρητικών ή τελείως αταίριαστων στην προσωπικότητα των υποψηφίων επιλογών, των αβάσταχτα απλοϊκών έως ανόητων ερωτήσεων που δέχομαι και της αναποφασιστικότητάς τους. Από την άλλη, η όλη διαδικασία έχει και τα καλά της για μένα. Όχι, όμως, και για τους μαθητές. Γι αυτούς, τα «καλά για μένα», καταλήγουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, αφορμές για εκτός ορίων ειρωνεία, απάνθρωπο σαρκασμό και δημόσιο εξευτελισμό. Ευτυχώς η σχέση μου με τους μαθητές μου επιτρέπει κάτι τέτοιο κι εκείνοι το επιθυμούν και το περιμένουν από μέρους μου τόσο όσο και ο μέσος Έλληνας το διορισμό του στο Δημόσιο. 
Τα τελευταία δυο χρόνια η συμπλήρωση των μηχανογραφικών γίνεται ηλεκτρονικά. Η συγκεκριμένη διαδικασία απαιτεί γνωστοποίηση και της διεύθυνσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του υποψηφίου. Αρχικά, λοιπόν, μου έκανε εντύπωση ότι, όταν έφταναν στο συγκεκριμένο σημείο, αρκετοί μαθητές, με προειδοποιούσαν να μη γελάσω ενώ κάποτε μου ζητούσαν να μη δω την ηλεκτρονική διεύθυνση που δήλωναν! Οι αντιδράσεις αυτές αρχικά μου προκάλεσαν έκπληξη, αμέσως μετά με προβλημάτισαν και τελικά οδήγησαν την περιέργειά μου στα ύψη. Έφτασα σε σημείο να τους εκλιπαρώ να με αφήσουν να ρίξω μια ματιά, να τους υπόσχομαι ανταλλάγματα αν με άφηναν να κοιτάξω λίγο. Δεν έπιανε τίποτα! Και τότε αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω τα μεγάλα μέσα. Αναγκάστηκα να τους απειλώ ότι θα τους παρατήσω στα κρύα του λουτρού, να συμπληρώσουν μόνοι το μηχανογραφικό. Αυτό έπιασε. Είμαι πολύ καλός στις απειλές! 
Το τι είδα τότε δεν περιγράφεται αλλά επειδή -εκτός από τις απειλές- είμαι πολύ καλός και στις περιγραφές, θα προσπαθήσω να σας το μεταφέρω. Είδα, λοιπόν, μαθητή με διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «batman@...gr», είδα διεύθυνση μαθήτριας όπου είχε σμπαραλιάσει το βαφτιστικό της σε κάτι του στιλ «evitakoulinaki@...com», είδα υποψήφια με ναρκισσιστικές μάλλον διαθέσεις να αυτοαποκαλείται «kouklaki@...gr», είδα υποψήφιο να δηλώνει «daglaras@...gr», είδα και έφριξα «treloagori@...com», είδα κι έπαθα πλάκα «bouloukaki@...gr», είδα και ανατρίχιασα και δεν πίστευα στα ματάκια μου «rozoulini@...gr». Με το τελευταίο ανατρίχιασα και δεν πίστευα στα ματάκια μου, επειδή η διεύθυνση δεν ανήκε σε κάποια -όπως θα περίμενε κανείς- ροζ μαθήτρια του στιλ «σας αγαπώ όλους και στέλνω ξετσίπωτα φιλάκια με τα σαρκώδη χείλη μου στον οποιονδήποτε» αλλά σε μαθητή με 1,80 ύψος, περίπου 90 κιλά και μπράτσα ικανά να συνθλίψουν ακόμα και τα Βραχώδη όρη! 
Αυτή είναι η γενιά της ψηφιακής τεχνολογίας. Ή τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι της. Αυτά τα παιδιά γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην ψηφιακή εποχή. Αυτά τα πλάσματα βίωσαν τον υπολογιστή, το Διαδίκτυο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το Facebook, το amazon και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο όπως προηγούμενες βίωσαν την ξυλόσομπα, το μαγκανοπήγαδο, τη σφεντόνα ή την τουλούμπα. Οι προηγούμενες γενιές μάθαιναν να αξιοποιούν τα πρωτόγονα για εμάς, σύγχρονα για τότε μέσα που διέθεταν. Οι σημερινές τι έχουν πάθει και κάνουν τα ανείπωτα για να στρέψουν εναντίον τους όσα απλόχερα τους προσφέρονται; Η απάντηση είναι απλή. Οι προηγούμενες γενιές μάθαιναν μέσα από την εμπειρία των μεγαλυτέρων. Από τα πρώτα χρόνια τους τούς παρακολουθούσαν να βγάζουν νερό από την τουλούμπα, να κυνηγούν πουλιά με τη σφεντόνα, να ανάβουν το μαγκάλι… Με απλά λόγια, σε προηγούμενες εποχές οι γονείς και οι παππούδες είχαν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν την εμπειρία τους στους νέους, αφού οι εξελίξεις ακολουθούσαν βραδείς ρυθμούς. Σήμερα, τα πράγματα έχουν ριζικά μεταβληθεί. Οι εξελίξεις είναι τόσο ραγδαίες που οι προηγούμενες γενιές συχνά τις αγνοούν. Οι νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν κατακλυσμό τεχνολογικών επιτευγμάτων, τον οποίο καλούνται να κατανοήσουν και να μάθουν να αξιοποιούν με ελάχιστη ή και καμιά βοήθεια και εμπειρία. 
Αυτό βέβαια, μπορεί για κάποιους νέους να καταλήγει ακόμα και μοιραίο, χωρίς αυτή τη στιγμή να μπορούν να το αντιληφτούν. Ήδη συμβαίνει όμως. Σκεφτείτε ότι εκείνοι που σήμερα δηλώνουν τη γλυκούτσικη μεν αλλά παντελώς ηλίθια και δηλωτική της απύθμενης βλακείας τους ηλεκτρονική διεύθυνσή τους στο μηχανογραφικό χωρίς εμφανείς επιπτώσεις, πολύ σύντομα θα αναγκαστούν να τη γνωστοποιήσουν στο βιογραφικό και άρα στον πιθανό εργοδότη τους ή στον καθηγητή που θα τους αξιολογήσει για ένα μελλοντικό μεταπτυχιακό. Το ίδιο θα συμβεί και με το Facebook τους. Ήδη αρκετές εταιρείες, πριν αποφασίσουν την πρόσληψη κάποιου, «ξεκοκαλίζουν» το ψηφιακό παρελθόν και παρόν του. Οι αναρτήσεις ή η συμμετοχή σε συζητήσεις κάποιου blog, οι κινήσεις, οι επιλογές, οι αναφορές ή οι φωτογραφίες στο Facebook αποτελούν ήδη στοιχεία αξιολόγησης. 
Φανταστείτε, λοιπόν, τι μπορεί, στο άμεσο μέλλον, να σκεφτούν οι υπεύθυνοι μιας εταιρείας για ένα άτομο με σημαντικά τυπικά προσόντα -πτυχία, μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες- που όμως αυτοχαρακτηρίζεται «rozoulini», «daglaras» ή «kouklaki». Σκεφτείτε τι εμπιστοσύνη μπορεί να δείξει κανείς σε ένα άτομο, όταν στο Facebook που διαχειρίζεται οι αναρτήσεις κινούνται μεταξύ αθλιότητας και λαϊκισμού ή όταν οι φωτογραφίες του προφίλ του θυμίζουν αποτυχημένα φωτομόντελα και τραγουδιάρες της σειράς. Γιατί, όσο κι αν το παλεύω ο άμοιρος, όσο ανοιχτόμυαλος κι αν θέλω να δείξω ο δύστυχος, μου φαίνεται εξαιρετικά απίθανο κάποια στιγμή να νιώσω την επιθυμία να συνεργαστώ με άτομο που δηλώνει ως διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «treloglykoulini@...gr», όσο σοβαρό κι αν δείχνει κατά τα άλλα! 


ΥΣ: Ίσως το πρόσφατο πάθημα της κας Παρασκευής Παπαχρήστου (αθλήτρια που αποκλείστηκε από τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου, εξαιτίας ρατσιστικού σχολίου στο Διαδίκτυο) αποτελέσει μάθημα για αρκετούς.