Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Μάνα παρωδία

  Η κυρία που κάθεται απέναντί μου ακούει με προσοχή. Είναι μάνα κόρης πρώτης Λυκείου και ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει το μάθημά μου. Την ενημερώνω για τις ώρες και τις απαιτήσεις του μαθήματος. Η κυρία δεν με ακούει πια με τόση προσοχή, γίνεται όλο και πιο ανήσυχη και κάποια στιγμή με ύφος απολογητικό μου λέει: «Ξέρετε, η κόρη μου δεν είναι ακόμα συμμαζεμένη, έχει το μυαλό της στις διακοπές, ασχολείται πολύ με το Facebook και με τις ώρες προετοιμάζεται για τις εξόδους της. Δεν ξέρω αν θα αντέξει τόσες υποχρεώσεις…». Την κοιτάζω έκπληκτος. Σκέφτομαι, Οκτώβριο μήνα η κόρη έχει ακόμα το μυαλό της στις διακοπές; Και ποιες διακοπές; Εκείνες που πέρασαν ή αυτές που έρχονται; Και επειδή όσα σκέφτομαι δεν τα κρατάω για προσωπική χρήση, της λέω: «Κυρία μου, η κόρη σας δεν ενδιαφέρεται για μάθημα αλλά για… άλλα πράγματα. Έχουμε, βέβαια, εδώ μέσα κάτι καλά παλικάρια αλλά δεν μπορώ να εγγυηθώ το παραμικρό…». Ήμουν σίγουρος ότι δε θα έβλεπα ποτέ ξανά τη συγκεκριμένη μάνα. 
  Λίγο καιρό πριν άκουγα μια άλλη μάνα. Εκείνη βρισκόταν σε απόγνωση, γιατί ο γιος της σπαταλούσε το χρόνο του στο Facebook και σε διαδικτυακά παιχνίδια, οπότε και δεν έβρισκε χρόνο για… διάβασμα. Όταν της πρότεινα να αφαιρέσει τον υπολογιστή από το δωμάτιο του γιου της, έντρομη μου δήλωσε ότι σε αυτήν την περίπτωση θα γίνει χαμός και ότι ο μοσχαναθρεμμένος της θα πέσει σε κατάθλιψη. Της είπα ότι τότε δεν υπάρχει λύση, οπότε το ξανασκέφτηκε. Χαμογέλασε και ήρεμη πλέον μου πέταξε τη χλαπάτσα κατάμουτρα: «Εντάξει, θα πάρω τον υπολογιστή. Ευτυχώς έχει το playstation»… 
  Όλο και πιο συχνά έρχομαι αντιμέτωπος με μάνες εφήβων που δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Μανάδες που δε διαθέτουν το κριτήριο του «καλού» ή του «κακού» για τη διαπαιδαγώγηση αλλά και την αντίληψη της δομής που πρέπει να χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη διαδικασία. Τα παιδιά τους ζουν χωρίς όριο. Το καλοκαίρι ξενυχτάνε μέχρι τα παράωρα, γιατί «καλοκαίρι είναι». Το φθινόπωρο σπαταλούν το χρόνο τους στον υπολογιστή, γιατί «φθινόπωρο είναι». Περνούν το χειμώνα με το κινητό στο χέρι, ώστε να τελειώσουν τα δέκα χιλιάδες λεπτά ομιλίας και τα δεκαεπτά χιλιάδες sms που τους παρέχει η εταιρεία κινητής, γιατί φαντάζομαι «χειμώνας είναι». Την άνοιξη την περνούν μπροστά στον καθρέφτη, γιατί «άνοιξη είναι» και όλοι ξέρουμε πού το έχουν τότε το μυαλό τους οι έφηβοι. 
  Όλα αυτά πολλές μάνες τα αντιμετωπίζουν πιο παθητικά κι από κουφή χελώνα που σκάει βόμβα δίπλα της. Δεν αντιδρούν. Δεν κάνουν τίποτα. Ή μάλλον κάνουν. Παρακολουθούν την καταστροφή των παιδιών τους βήμα προς βήμα με τη δικαιολογία «ε, παιδιά είναι, θα μεγαλώσουν και θα ωριμάσουν». Αμ δε, που θα ωριμάσουν. Γιατί η ρημάδα η ωριμότητα δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό που εμφανίζεται σε συγκεκριμένη ηλικία. Ή παλεύεις και την αποκτάς ή δεν παλεύεις και τη βλέπεις με τα κιάλια σε όλη τη ζωή σου. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο ρόλος της μάνας. Η μάνα θα θέσει τα όρια στο τι ώρα θα βγει το παιδί, τι ώρα θα επιστρέψει, τι ώρα θα κοιμηθεί, τι ώρα θα διαβάσει και κάποτε πώς θα ντυθεί. Αν η μάνα -σπάνια περίπτωση- βρει τα σκούρα, τότε μπορεί να καταφύγει στο μεγάλο, διαχρονικό κόλπο: «τώρα, θα τα πω στον πατέρα σου»! 
  Ζούμε μια κοσμοϊστορική στιγμή. Βιώνουμε το θάνατο της ελληνίδας μάνας. Δεν εννοώ ότι με κάποιον τρόπο όλες οι ελληνίδες μάνες θα δουν μονομιάς τα ραπανάκια ανάποδα. Εννοώ ότι η ελληνίδα μάνα ως θεσμός, ως σημείο αναφοράς, ως στήριγμα της δομής της οικογένειας και κυρίως των παιδιών εξαφανίζεται με ρυθμούς πιο γρήγορους και από την caretta caretta. Η μάνα που έβαζε σε τάξη τα μέλη της οικογένειας, που έβρισκε τον τρόπο να διατηρήσει ισορροπίες, να μετατρέψει τον πόνο σε χαρά, την ένταση σε ηρεμία, χάνεται. Όλο και πιο συχνά, μανάδες που έχουν παρανοήσει το ρόλο τους και την έννοια του «σύγχρονου», επιθυμούν να είναι «φίλες» των παιδιών τους. Οι φίλοι, όμως, πρέπει να είναι συνομήλικοι. Η μάνα πρέπει να είναι μάνα. Τα υπόλοιπα είναι βλακείες. Τα παιδιά, παρά τον παροδικό θυμό που θα τους προκαλέσει η απαγόρευση, παρά την γκρίνια που θα φέρει το όριο, ξέρουν να εκτιμούν. Κυρίως ξέρουν να αμφισβητούν. Και η πρώτη που θα αμφισβητήσουν είναι η μάνα-παρωδία που τα αφήνει να ντύνονται σαν τραγουδιάρες β΄ διαλογής, που κάνει χαρούλες όταν παρακολουθεί τα τουρκικά σήριαλ παρέα με το σαχλοκούδουνο που λέγεται κόρη της, που αδυνατεί να πει «όχι» σε κάθε παράλογη απαίτηση του παιδιού, που σέρνει το παιδί για εκδρομή ενώ αυτό έχει σχολείο, εξετάσεις, υποχρεώσεις. 
  Μάνα σημαίνει πόνος. Και δεν είναι ο πόνος της γέννας. Αυτός με επισκληρίδιο μπορεί και να αποφευχθεί. Ο πόνος της μάνας είναι διαρκής και είναι πόνος που πηγάζει από αγάπη για το παιδί της και κυρίως από τη διάθεσή της να το καθοδηγεί, να το περιορίζει και να συγκρούεται με αυτό. Αυτό είναι μάνα. Το άλλο είναι ανοησία και τα παιδιά το γνωρίζουν καλά. Και όταν το παιδί αντιμετωπίσει -σίγουρα κάποια στιγμή θα συμβεί- δυσκολίες και αποτυχίες, πιθανότατα θα σκεφτεί ότι αντί για μάνα τού έλαχε μια παρωδία που απλώς προετοίμασε τη δική του τραγωδία.

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Τι είχε πάρει μαζί του ο Οδυσσέας;

Την ώρα που πρέπει να ταξιδέψω με τη μάνα μου για το χωριό, όπου κάθε χρόνο περνάμε ένα κομμάτι των διακοπών μας, γνωρίζω ένα πράγμα. Γνωρίζω ότι θα ζήσω μια «Οδύσσεια». Μη φανταστείτε ότι πρόκειται για πολύωρο ταξίδι. Μη φανταστείτε ότι το χωριό είναι απομονωμένο και δύσβατο. Όχι, το Νεραϊδοχώρι βρίσκεται σίγουρα σε ορεινή περιοχή -1200 υψόμετρο- αλλά λόγω συγκυριών είχε την τύχη να αποτελέσει από νωρίς κομμάτι του πολιτισμού με άνετο δρόμο ακόμα και το καταχείμωνο, όταν το χιόνι σκεπάζει τα πάντα.
Ενώ στο ομηρικό έπος το επίκεντρο βρίσκεται το ταξίδι της επιστροφής του ήρωα, η δική μου «Οδύσσεια» έχει αιτία διαφορετική. Αιτία είναι η μάνα μου και η αντίληψή της για το τι πρέπει ένας άνθρωπος να παίρνει μαζί του στις διακοπές. Εκεί έγκειται η δική μου «Οδύσσεια». Εγώ το είχα καταλάβει από μέρες ότι το παραμικρό δε θα άλλαζε και πάλι. Η μάνα μου έκανε απέλπιδες προσπάθειες να βρει κάποιον άλλον να τη μεταφέρει. Προσέγγισε την αδερφή μου, το γαμπρό μου, τη γυναίκα μου, μάλλον και αρκετούς άλλους που δε γνωρίζω, προσπαθώντας να με αποφύγει όπως ο ακατονόμαστος το λιβάνι. Με θεωρεί άνθρωπο που αγνοεί την υπομονή ακόμα και ως λέξη και συχνά βρίσκει τις αντιδράσεις μου υπερβολικές. Δε θα μείνω βέβαια, σ’ αυτήν την εσφαλμένη μητρική άποψη. Το θέμα είναι ότι οι συγκυρίες την ανάγκασαν να αποδεχτεί ότι μαζί μου θα έκανε και φέτος το ταξίδι, γεγονός που προκάλεσε και στους δυο μας πανικό.
Η μάνα μου -φαντάζομαι και πολλοί άλλοι της γενιάς της- έχει αποφασίσει ότι ένα ταξίδι για να το ευχαριστηθείς δεν πρέπει να είναι άνετο. Δηλαδή, όταν ταξιδεύει και κάθεται άνετα, χωρίς να την περιορίζουν βαλίτσες, σάκοι, σακούλες και σακουλάκια, πιστεύω ότι δεν το θεωρεί ταξίδι. Κάποτε πίστευα ότι αυτό γινόταν επειδή ήθελε να ενισχύσει τη φαντασία μου υποχρεώνοντάς με να εντοπίζω χώρους για να βολέψω όλη την πραμάτεια της. Τώρα πια ξέρω ότι δε γίνεται γι αυτό. Κάπως έτσι και φέτος -επιστρατεύοντας τεχνικές εφάμιλλες του πολυμήχανου Οδυσσέα- αναγκάστηκα να ταχτοποιήσω βαλίτσες με ρούχα (αναγκαία) αλλά και σακούλες με ντομάτες, πατάτες, φρούτα, οδοντογλυφίδες, λάδι, αναψυκτικά, καφέδες, χαρτοπετσέτες, ζάχαρη, οδοντόκρεμες, κουτιά με γλυκά, απορρυπαντικά... Φέτος μάλιστα, ξεπερνώντας κάθε δικό της όριο και μάλλον προσπαθώντας να ανακαλύψει τα δικά μου η αθεόφοβη προχώρησε λίγο ακόμα. Αν έχετε το Θεό σας, θεώρησε αναγκαίο να κουβαλήσουμε ένα φαράσι (ε βρε παιδάκι μου, αυτό που είχαμε έσπασε!) αλλά και ένα πατάκι για την εξώπορτα (πού να βρεις τόσο ανθεκτικό και απορροφητικό πατάκι εκεί επάνω;)!!!
Μάταια προσπάθησα να την πείσω ότι δεν είναι αναγκαίο κάθε χρόνο να μεταφέρουμε όλα αυτά τα αγαθά από τον κάμπο στο βουνό. Ό,τι είπα πέρασε και δεν ακούμπησε. Για μια ακόμα φορά δεν έλεγε να καταλάβει ότι τα σούπερ μάρκετ και εμπορικά της περιοχής μπορούν να καλύψουν κάθε ανάγκη και έλλειψη που πιθανώς παρουσιαστούν. Αγύριστο κεφάλι! Ο ορισμός της συντηρητικής θεώρησης των πραγμάτων. Ο διάλογός μας, όπως και κάθε παρόμοιος, λόγω έλλειψης λογικών επιχειρημάτων από μέρους της, κατάληξε σε ό,τι «μου τη δίνει» αφόρητα: «Καλά, εγώ έτσι έμαθα! Δε θα αλλάξω τώρα, επειδή το θέλεις εσύ»!
Μάλιστα. Όταν ακούω αυτό το «έτσι μάθαμε», πετάω την πετσέτα στο τερέν και σηκώνω τα χέρια ψηλά. Παραδίνομαι. Η μάνα μου, βέβαια, δικαιολογείται ως ένα βαθμό και όχι γιατί μάνα είναι μόνο μία ούτε γιατί αποτελεί τον ορισμό της μάνας που γίνεται θυσία. Ανήκει σε μια γενιά που έζησε με σημαντικές ελλείψεις και σίγουρα μακριά από τις σημερινές ανέσεις, όχι μόνο στη μετακίνηση αλλά και σε άλλα. Η γενιά της, εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν, οργάνωσε έναν αξιοθαύμαστα ευρηματικό τρόπο ζωής που, όμως, σήμερα μόνο δυσχέρειες προκαλεί αλλά είναι απίθανο να εγκαταλειφτεί. Ήταν λογικό στο παρελθόν η μετακίνηση στο χωριό να φέρνει σε κάτι από … ξεριζωμό. Έλλειψη μέσων μεταφοράς, κακή κατάσταση οδικού δικτύου και περιορισμένη ανάπτυξη της αγοράς στην ύπαιθρο καθιστούσαν τη μετακίνηση μια πραγματική «Οδύσσεια».
Η μητέρα μου και η γενιά της έζησαν συνταρακτικές μεταβολές και ασύλληπτους ρυθμούς προόδου. Κατάφεραν να προσαρμοστούν σε αρκετά αλλά μέχρι ενός σημείου. Τους φαίνεται παράλογο και μάλλον ανήθικο να εγκαταλείψουν ό,τι όρισε τη ζωή τους στο παρελθόν. Κάτι τέτοιο το αντιμετωπίζουν ως μορφή προδοσίας ακατανόητης για μένα. Προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό ό,τι μπορούν. Νιώθουν ότι έτσι κρατούν ζωντανό τον κόσμο τους κι ότι μένουν δεμένοι με αυτόν. Νιώθουν ότι κάποιες συνήθειες, όσο επώδυνες κι αν είναι πια για τους υπολοίπους και για τους ίδιους, είναι οι ρίζες τους σε ένα παρελθόν που ξέρουν πολύ καλά ότι χάθηκε αλλά αρνούνται να αποδεχτούν.
Για όλους αυτούς τους λόγους, όσο κι αν με εκνευρίζει, είμαι ανεκτικός με τη μητέρα μου και τη γενιά της ενώ δε δίνω δεκάρα και σιχαίνομαι ανθρώπους νεότερους που χωρίς να έχουν ζήσει τίποτα από το παρελθόν, προσπαθούν να το συντηρήσουν, χωρίς να τους δένει κάτι με αυτό, επειδή έτσι τους … παραδόθηκε. Με αυτούς, όμως, που τους θεωρώ απλώς βαρίδια που δυσκολεύουν την προσαρμογή της κοινωνίας στα νέα δεδομένα δεν έχω ούτε το χώρο ούτε τη διάθεση να ασχοληθώ.
Άλλωστε λίγες μόλις ώρες πριν κατάφερα ζώντας μια «Οδύσσεια» να βρω χώρο στο αυτοκίνητο για να βολέψω όσα η μάνα μου θεωρεί αναγκαία! Μάλιστα, αυτή τη φορά τα κατάφερα εκπληκτικά, αφού κανείς από τους επιβαίνοντες δε χρειάστηκε να έχει στα πόδια του ούτε κουτί με τσίχλες. Η άνεση αυτή, όμως, ελάχιστα εκτιμήθηκε από τη μάνα μου, η οποία ρισκάροντας μια έκρηξή μου και ενώ ταξιδεύαμε, με ρώτησε: «Αφού έχουμε χώρο, μήπως να παίρναμε και κανένα καρπούζι»; Δεν έδωσα σημασία και φυσικά δεν πήραμε καρπούζι. Δεν μπήκα καν στον κόπο να της εξηγήσω ότι το χωριό διαθέτει πλέον και ασύρματο internet! Εκείνη τη στιγμή απλώς σκεφτόμουν: αν για λίγες μέρες διακοπών ξεπατώθηκα για να ταχτοποιήσω ένα σκασμό πράγματα, εκείνος ο έρμος ο Οδυσσέας, όταν ξεκινούσε για την Τροία, τι να είχε πάρει μαζί του;

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

"Πέτα τη μαμά από το τρένο"!

Μπορεί «μάνα να είναι μόνο μία και στον κόσμο άλλη καμία!» όπως όλοι γνωρίζουμε. Μπορεί «Μάνα να κράζει το παιδάκι, Μάνα ο νιος και Μάνα ο γέρος, Μάνα να ακούς σε κάθε μέρος, α! τι όνομα γλυκό», αλλά ισχύουν με μια εξαίρεση, αφού τίποτα από αυτά δεν ισχύει για τη μάνα του υποψηφίου για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας!
Στην περίπτωση αυτή η μάνα, από το γλυκό, γεμάτο στοργή και προδέρμ, πλάσμα που ξέρουμε, γίνεται απλώς ανυπόφορη! Μετατρέπεται σε Σκύλλα και σε Χάρυβδη μαζί (δύο σε ένα), σε μέγαιρα, σε οδοστρωτήρα εφηβικών χαρακτήρων, σε ανθρωπόμορφο τέρας, σε γραφική καρικατούρα τυράννου. Η εμπειρία των παιδακίων τέτοιων μανάδων, κάθε χρονιά τέτοια περίοδο είναι, με απλά λόγια, το λιγότερο δραματική!
Μετά από μακροχρόνια παρατήρηση έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στον όλο παραλογισμό κυριαρχούν δύο είδη μανάδων. Από τη μια, η μάνα που λόγω εξετάσεων χάνει το «εγώ» της, το ταυτίζει με το «εγώ» του παιδιού - υποψηφίου και γίνεται ένα με αυτό. Πρόκειται για το γνωστό «μανοπαίδι», συνδυασμό ζηλευτό και για τον πιο προχωρημένο Γενετιστή. Από τη δύο, η μάνα που υπερεκτιμώντας το δικό της «εγώ» υποτιμά διαρκώς το «εγώ» του παιδιού. Με την τρίτη κατηγορία μανάδων, τις φυσιολογικές, εκείνες δηλαδή που συμπαραστέκονται στο παιδί, του διασφαλίζουν την ηρεμία αλλά και τη δομή που χρειάζεται όχι μόνο πριν τις εξετάσεις, δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθώ, γιατί αυτές είναι … μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Με τις πρώτες, εκείνες που μετατρέπονται σε «μανοπαίδι», συμβαίνει το εξής: Αυτές -όλο και περισσότερες- ταυτίζονται με το παιδί. Αγαπημένο τους πρόσωπο στον καθημερινό λόγο γίνεται αίφνης το α΄ πληθυντικό. Η μία ρωτάει: «Και τι πρέπει να προσέξουμε τώρα στην επανάληψη»; Κι εγώ αναρωτιέμαι: «Βρε μπας και δίνει κι αυτή (η μάνα) Πανελλαδικές τώρα πίσω πίσω μαζί με το παιδί»; Η άλλη δηλώνει: «Αρχίσαμε να παίρνουμε βιταμίνες και μουρουνέλαιο για να αντέξουμε το ξενύχτι»! Κι εγώ σκέφτομαι: «Τι λες μωρή; Έχεις δοκιμάσει ποτέ μουρουνέλαιο, να δεις τη γλύκα; Τι το δίνεις στο παιδί»; Να το πεθάνεις θέλεις; Γιατί θεωρώ ότι το μουρουνέλαιο, όχι μόνο δε βοηθάει, αλλά μπορεί να γίνει και αιτία εγκατάλειψης της προσπάθειας, αφού το παιδί σκέφτεται: «άμα για να περάσω στο πανεπιστήμιο, πρέπει κάθε πρωί να πίνω αυτή την αηδία, μη σώσω και περάσω καμιά φορά»!
Οι μανάδες «μανοπαίδι», αν το παιδί δεήσει και περάσει σε μια σχολή, όλο περηφάνια θα δηλώνουν: «Περάσαμε στη σχολή τάδε» και θα το εννοούν. Γιατί σιγά και μην το αφήσουν στην ησυχία του το παιδάκι μετά. Θα συνεχίσουν να του επιβάλλουν τα «θέλω» τους. Θα του βρουν και μια νυφούλα ή ένα γαμπρούλη, ανάλογα με τα γούστα, θα του διαλέξουν καναπέ για το σαλόνι, θα αποφασίσουν πότε θα αποκτήσει δικά του παιδιά, πώς θα τα μεγαλώσει και δεν ξέρω τι άλλο. Τα παιδάκια τέτοιων μανάδων είναι για λύπηση. Ακόμα κι αν περάσουν (μαζί με τη μάνα τους εννοείται), σε μια σχολή, δε θα αυτονομηθούν στον αιώνα τον άπαντα. Πάντα θα είναι «μανοπαίδια», για να μη χρησιμοποιήσω καμιά άλλη κουβέντα που θα είναι παλιοκουβέντα και ξεκινάει από «μπου…» και τελειώνει σε «…έσες» και έχει ένα «χ» ανάμεσα! Δε θα μπορούν να είναι μόνα τους. Κι αν αναγκαστούν να είναι, απλώς θα τα κάνουν θάλασσα, γιατί δεν ξέρουν μπάνιο χωρίς τα μπρατσάκια - μάνα, δεν έχουν ασκηθεί στη λήψη αποφάσεων.
Κι ενώ αυτές οι μανάδες πνίγουν την προσωπικότητα του παιδιού, όπως μας έπνιξε το νέφος του ισλανδικού ηφαιστείου, οι άλλες το πνίγουν με πιο παραδοσιακούς και αυταρχικούς τρόπους. Οι πρώτες έχουν και τη βλακώδη δικαιολογία: «από αγάπη το κάνω». Οι δεύτερες δεν ξέρω τι έχουν. Γιατί το να φέρονται στο παιδί σαν να είναι ο Κούντα Κίντε (καλός και ονομαστός δούλος) δε δείχνει παρά συμπλέγματα, σωρευμένη κακία και ανασφάλεια. Σαν να θέλουν να εκδικηθούν το παιδί για τους πόνους της γέννας που τους προκάλεσε, όταν το έφερναν στον κόσμο, για τις ραγάδες και τα περιττά κιλά που τις συνοδεύουν από τότε!
Μπαίνει το παιδάκι ανυποψίαστο στο σπίτι και ανακοινώνει μέσα στην τρελή χαρά και τη δικαιολογημένη περηφάνια: «Μαμά πήρα ενενήντα εφτά (97) στα εκατό (100) στη Φυσική Κατεύθυνσης»!!! Και η μαμά, αντί να χαρεί για το βλαστάρι της, με ύφος απόγνωσης παρατηρεί: «Γιατί βρε παιδάκι μου; Πού τα έχασες τα τρία (3) μόρια»; Το παιδί με ύφος «τα έχω δει όλα με τη γραφική που έμπλεξα» θα ακούσει τον εξάψαλμο: «Όταν τα λέω εγώ ότι είσαι απρόσεκτος και τεμπέλης, γίνομαι κακιά! Μάλλιασε η γλώσσα μου να λέω διάβασε και διάβασε, αλλά ποιος να ακούσει»; Αν το παιδάκι δεν έχει λιποθυμήσει ακόμα, συνεχίζει: «Και ο διπλανός σου, ο γιος αυτής της ανεπρόκοπης της γειτόνισσας, που είναι πιο όμορφος και έξυπνος από σένα πόσο έγραψε; Ε, πόσο; Άμα νομίζεις ότι έτσι περνούν στις Πανελλαδικές, είσαι πολύ γελασμένος»! Αυτά και άλλα υποτιμητικά συνθέτουν τη συμπεριφορά των μανάδων «εγώ είμαι η καλύτερη και η εξυπνότερη σε ολόκληρη την Πλάση, απλώς δε μου δόθηκαν οι ευκαιρίες για να τα καταφέρω».
Τέτοιες μανάδες έχουν την αίσθηση ότι δεν μπορεί να είναι δικό τους παιδί το συγκεκριμένο. Πιστεύουν ότι κάποιο λάθος έγινε στο μαιευτήριο και φεύγοντας τις έδωσαν το λάθος, βλαμμένο παιδί που στην πραγματικότητα ανήκει σε άλλη. Κι αυτά τα παιδάκια είναι για λύπηση. Χωρίς την παραμικρή αυτοπεποίθηση εκείνο που καταφέρνουν είναι μια ξεγυρισμένη αποτυχία. Κουρασμένα από την πίεση της μαμάς - terminator αναζητούν τρόπους φυγής και καταπτοημένα φτάνουν στις εξετάσεις απλώς για να … επιβεβαιώσουν, συνήθως, τη μάνα δράκαινα.
Τραγικές εικόνες όλο και πιο συχνές! Κι επειδή από τέτοιες μανάδες δεν περιμένω το παραμικρό, η ελπίδα μου είναι τα παιδιά. Αυτά πρέπει να καταλάβουν ότι πρόκειται για τη δική τους ζωή και η ζωή είναι σαν ένα ταξίδι με τρένο. Έχει σταθμό αναχώρησης (γέννηση) και τελικό προορισμό (τα ραπανάκια ανάποδα). Το πόσο όμορφο θα είναι το ταξίδι εξαρτάται , σε μεγάλο βαθμό, και από τους συνεπιβάτες και οι μαμάδες που περιγράφηκαν ήδη καθόλου δεν το ομορφαίνουν. Οπότε σε κάθε παιδί τέτοιας μαμάς συμβουλεύω ένα και μόνο πράγμα: «Πέτα τη μαμά από το τρένο»!!!