Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαπαιδαγώγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαπαιδαγώγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Μάνα παρωδία

  Η κυρία που κάθεται απέναντί μου ακούει με προσοχή. Είναι μάνα κόρης πρώτης Λυκείου και ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει το μάθημά μου. Την ενημερώνω για τις ώρες και τις απαιτήσεις του μαθήματος. Η κυρία δεν με ακούει πια με τόση προσοχή, γίνεται όλο και πιο ανήσυχη και κάποια στιγμή με ύφος απολογητικό μου λέει: «Ξέρετε, η κόρη μου δεν είναι ακόμα συμμαζεμένη, έχει το μυαλό της στις διακοπές, ασχολείται πολύ με το Facebook και με τις ώρες προετοιμάζεται για τις εξόδους της. Δεν ξέρω αν θα αντέξει τόσες υποχρεώσεις…». Την κοιτάζω έκπληκτος. Σκέφτομαι, Οκτώβριο μήνα η κόρη έχει ακόμα το μυαλό της στις διακοπές; Και ποιες διακοπές; Εκείνες που πέρασαν ή αυτές που έρχονται; Και επειδή όσα σκέφτομαι δεν τα κρατάω για προσωπική χρήση, της λέω: «Κυρία μου, η κόρη σας δεν ενδιαφέρεται για μάθημα αλλά για… άλλα πράγματα. Έχουμε, βέβαια, εδώ μέσα κάτι καλά παλικάρια αλλά δεν μπορώ να εγγυηθώ το παραμικρό…». Ήμουν σίγουρος ότι δε θα έβλεπα ποτέ ξανά τη συγκεκριμένη μάνα. 
  Λίγο καιρό πριν άκουγα μια άλλη μάνα. Εκείνη βρισκόταν σε απόγνωση, γιατί ο γιος της σπαταλούσε το χρόνο του στο Facebook και σε διαδικτυακά παιχνίδια, οπότε και δεν έβρισκε χρόνο για… διάβασμα. Όταν της πρότεινα να αφαιρέσει τον υπολογιστή από το δωμάτιο του γιου της, έντρομη μου δήλωσε ότι σε αυτήν την περίπτωση θα γίνει χαμός και ότι ο μοσχαναθρεμμένος της θα πέσει σε κατάθλιψη. Της είπα ότι τότε δεν υπάρχει λύση, οπότε το ξανασκέφτηκε. Χαμογέλασε και ήρεμη πλέον μου πέταξε τη χλαπάτσα κατάμουτρα: «Εντάξει, θα πάρω τον υπολογιστή. Ευτυχώς έχει το playstation»… 
  Όλο και πιο συχνά έρχομαι αντιμέτωπος με μάνες εφήβων που δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Μανάδες που δε διαθέτουν το κριτήριο του «καλού» ή του «κακού» για τη διαπαιδαγώγηση αλλά και την αντίληψη της δομής που πρέπει να χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη διαδικασία. Τα παιδιά τους ζουν χωρίς όριο. Το καλοκαίρι ξενυχτάνε μέχρι τα παράωρα, γιατί «καλοκαίρι είναι». Το φθινόπωρο σπαταλούν το χρόνο τους στον υπολογιστή, γιατί «φθινόπωρο είναι». Περνούν το χειμώνα με το κινητό στο χέρι, ώστε να τελειώσουν τα δέκα χιλιάδες λεπτά ομιλίας και τα δεκαεπτά χιλιάδες sms που τους παρέχει η εταιρεία κινητής, γιατί φαντάζομαι «χειμώνας είναι». Την άνοιξη την περνούν μπροστά στον καθρέφτη, γιατί «άνοιξη είναι» και όλοι ξέρουμε πού το έχουν τότε το μυαλό τους οι έφηβοι. 
  Όλα αυτά πολλές μάνες τα αντιμετωπίζουν πιο παθητικά κι από κουφή χελώνα που σκάει βόμβα δίπλα της. Δεν αντιδρούν. Δεν κάνουν τίποτα. Ή μάλλον κάνουν. Παρακολουθούν την καταστροφή των παιδιών τους βήμα προς βήμα με τη δικαιολογία «ε, παιδιά είναι, θα μεγαλώσουν και θα ωριμάσουν». Αμ δε, που θα ωριμάσουν. Γιατί η ρημάδα η ωριμότητα δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό που εμφανίζεται σε συγκεκριμένη ηλικία. Ή παλεύεις και την αποκτάς ή δεν παλεύεις και τη βλέπεις με τα κιάλια σε όλη τη ζωή σου. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο ρόλος της μάνας. Η μάνα θα θέσει τα όρια στο τι ώρα θα βγει το παιδί, τι ώρα θα επιστρέψει, τι ώρα θα κοιμηθεί, τι ώρα θα διαβάσει και κάποτε πώς θα ντυθεί. Αν η μάνα -σπάνια περίπτωση- βρει τα σκούρα, τότε μπορεί να καταφύγει στο μεγάλο, διαχρονικό κόλπο: «τώρα, θα τα πω στον πατέρα σου»! 
  Ζούμε μια κοσμοϊστορική στιγμή. Βιώνουμε το θάνατο της ελληνίδας μάνας. Δεν εννοώ ότι με κάποιον τρόπο όλες οι ελληνίδες μάνες θα δουν μονομιάς τα ραπανάκια ανάποδα. Εννοώ ότι η ελληνίδα μάνα ως θεσμός, ως σημείο αναφοράς, ως στήριγμα της δομής της οικογένειας και κυρίως των παιδιών εξαφανίζεται με ρυθμούς πιο γρήγορους και από την caretta caretta. Η μάνα που έβαζε σε τάξη τα μέλη της οικογένειας, που έβρισκε τον τρόπο να διατηρήσει ισορροπίες, να μετατρέψει τον πόνο σε χαρά, την ένταση σε ηρεμία, χάνεται. Όλο και πιο συχνά, μανάδες που έχουν παρανοήσει το ρόλο τους και την έννοια του «σύγχρονου», επιθυμούν να είναι «φίλες» των παιδιών τους. Οι φίλοι, όμως, πρέπει να είναι συνομήλικοι. Η μάνα πρέπει να είναι μάνα. Τα υπόλοιπα είναι βλακείες. Τα παιδιά, παρά τον παροδικό θυμό που θα τους προκαλέσει η απαγόρευση, παρά την γκρίνια που θα φέρει το όριο, ξέρουν να εκτιμούν. Κυρίως ξέρουν να αμφισβητούν. Και η πρώτη που θα αμφισβητήσουν είναι η μάνα-παρωδία που τα αφήνει να ντύνονται σαν τραγουδιάρες β΄ διαλογής, που κάνει χαρούλες όταν παρακολουθεί τα τουρκικά σήριαλ παρέα με το σαχλοκούδουνο που λέγεται κόρη της, που αδυνατεί να πει «όχι» σε κάθε παράλογη απαίτηση του παιδιού, που σέρνει το παιδί για εκδρομή ενώ αυτό έχει σχολείο, εξετάσεις, υποχρεώσεις. 
  Μάνα σημαίνει πόνος. Και δεν είναι ο πόνος της γέννας. Αυτός με επισκληρίδιο μπορεί και να αποφευχθεί. Ο πόνος της μάνας είναι διαρκής και είναι πόνος που πηγάζει από αγάπη για το παιδί της και κυρίως από τη διάθεσή της να το καθοδηγεί, να το περιορίζει και να συγκρούεται με αυτό. Αυτό είναι μάνα. Το άλλο είναι ανοησία και τα παιδιά το γνωρίζουν καλά. Και όταν το παιδί αντιμετωπίσει -σίγουρα κάποια στιγμή θα συμβεί- δυσκολίες και αποτυχίες, πιθανότατα θα σκεφτεί ότι αντί για μάνα τού έλαχε μια παρωδία που απλώς προετοίμασε τη δική του τραγωδία.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Με παλιά υλικά δε χτίζονται σύγχρονα σπίτια…(II)

«…καλούμαστε να δημιουργήσουμε μια γενιά ατόμων
ικανών να δέχονται το αναπάντεχο. Άτομα που θα αποτελούν λάτρεις του απροσδόκητου,
αυθεντίες του απρόβλεπτου»
Από το βιβλίο “Εγχειρίδιο Επιβίωσης”


Η πλειονότητα των πολιτών μάλλον έχει πειστεί ότι για την κρίση -ελληνική, ευρωπαϊκή, παγκόσμια- ευθύνεται η ανικανότητα των πολιτικών. Ανικανότητα να διαβλέψουν την πορεία των πραγμάτων, να εκσυγχρονίσουν και να εφαρμόσουν κανόνες που θα διέπουν το σύστημα, ώστε αυτό να εξελίσσεται με κοινωνικά κριτήρια. Ρίζα της ανικανότητάς τους δεν αποτελεί η διαφθορά τους αλλά ο συντηρητισμός τους. Είναι κυρίως η αδυναμία τους να κατανοήσουν την εκρηκτικά μεταβαλλόμενη πραγματικότητα κι όχι η διάθεσή τους να την εκμεταλλευτούν προς όφελός τους που ευθύνεται για την κρίση. Αν η ευθύνη της κατάστασης βάραινε τη διαφθορά, το πρόβλημα θα εντοπιζόταν μόνο σε κοινωνίες που αυτή κυριαρχούσε (π.χ. ελληνική) κι όχι σε χώρες με χαμηλά ποσοστά διεφθαρμένων πολιτικών. Η διαφθορά, λοιπόν, απλώς επιδεινώνει μια ήδη προβληματική πραγματικότητα.
Η κατάσταση θυμίζει θέατρο του παραλόγου. Από τη μια, έχουμε τη λογική που λέει: Αφού ο συντηρητισμός αποτελεί πηγή των προβλημάτων μας, δε μένει παρά να τον εγκαταλείψουμε, για να δούμε άσπρη μέρα. Η λογική μπορεί να το λέει αυτό αλλά, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας μας φαίνεται να λέει άλλα. Γι αυτό το κομμάτι, αφού ο λίγος συντηρητισμός δε στάθηκε ικανός να λύσει τα προβλήματα, το μόνο που χρειάζεται είναι περισσότερος συντηρητισμός. Κάπως έτσι ο συντηρητισμός αντί να περιορίζεται, εντείνεται. Όλο αυτό γεννάει ερωτήματα και δείχνει εξωφρενικά παράλογο αλλά δεν είναι. Ο όλος παραλογισμός έχει τη … λογική του.
Ο συλλογισμός είναι απλός. Η προετοιμασία μας -διαπαιδαγώγηση- για τις επικείμενες μεταβολές υπήρξε ανεπαρκής. Αυτό προκάλεσε την άγνοια όσων διαμορφώνονται γύρω μας. Η άγνοια με τη σειρά της οδηγεί άτομα και κοινωνίες σε παρωχημένες και άρα λαθεμένες επιλογές. Κάπως έτσι συσσωρεύτηκαν τα προβλήματα που βιώνουμε. Και πού οδηγούν τα προβλήματα; Οδηγούν σε φόβο. Η άγνοια και ο φόβος προκαλούν στους ανθρώπους την ανάγκη συσπείρωσης. Στην περίπτωσή μας η συσπείρωση γύρω από το παλιό και άρα γνώριμο φαντάζει ως λυτρωτικά σωτήρια λύση. Να λοιπόν τι εντείνει το συντηρητισμό.
Γνωρίζουμε ότι ο συντηρητισμός φαντάζει ως λύση απέναντι στο φόβο, αλλά αγνοούμε τη λύση που θα μας απαλλάξει από αυτόν. Μια απόλυτα ρομαντική, επιφανειακά λογική αλλά εξαιρετικά προβληματική σκέψη πρεσβεύει ότι από το συντηρητισμό μπορεί να μας απαλλάξει η οικογένεια, η εκπαίδευση, η πολιτική, τα μμε. Ωραίο, αλλά πώς φορείς που κυριαρχούνται από συντηρητισμό θα αντισταθούν σε αυτόν και θα τον αποτινάξουν; Η σκέψη, στην παρούσα φάση, μοιάζει ουτοπική.
Η λύση βρίσκεται αλλού και όχι -με εξαιρέσεις βέβαια- σε οργανωμένους φορείς. Και βρίσκεται στα αδιέξοδα του συντηρητισμού. Ο συντηρητισμός οδηγείται σε αυτοαναίρεση και αυτοκαταστροφή! Είναι πιο απλό και μάλλον πιο λογικό από ό,τι δείχνει. Αναφέραμε ήδη ότι ο συντηρητισμός προκαλεί προβλήματα. Κι αυτά πλέον γίνονται κοινά εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές χώρες επηρεάζονται από οτιδήποτε συμβαίνει στην άκρη της γης. Ντόμινο. Τα πισωγυρίσματα -συντηρητικές αντιδράσεις- είναι αδύνατον να εμποδίσουν στο ελάχιστο την εξέλιξη της αρνητικής κατάστασης που έχει διαμορφωθεί, οπότε θα αποδειχτούν επικίνδυνα και σταδιακά θα αμφισβητηθούν και θα εγκαταλειφτούν. Και τότε θα είναι αναγκαίο κάτι νέο και διαφορετικό.
Απορία: «Πώς θα γεννηθεί αυτό το νέο, το απαλλαγμένο από το συντηρητισμό»; Κατεβάστε τα χέρια, χαλαρώστε και παρακολουθήστε! Αν δεχτούμε ότι οι εξελίξεις θα συνεχίσουν να συντελούνται ταχύτατα, τότε έχουμε μια βάση για σκέψη. Η ταχύτητα των μεταβολών αποτέλεσε κάτι πρωτόγνωρο και ακατανόητο για το σημερινό κατεστημένο. Ναι αλλά πλέον εδραιώνεται ως το δεδομένο της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι, λοιπόν, αρχίζουν να αποδέχονται αυτούς τους ρυθμούς ως απολύτως φυσιολογικούς. Ήδη -έστω ακούσια- προετοιμάζονται άνθρωποι που αντιμετωπίζουν ως τυπικό ή έστω μη αναστρέψιμο τον εκρηκτικό ρυθμό ανανέωσης. Οι άνθρωποι αυτοί πιθανώς θα συνεχίσουν, σε μεγάλο βαθμό, να αγνοούν το καινούριο αλλά ήδη κατανοούν την ανάγκη να αποδέχονται το αναπάντεχο, να προσαρμόζονται χωρίς προκαταλήψεις σε αυτό και τελικά να το ελέγχουν και να το διαμορφώνουν.
Προσωπικά είμαι αισιόδοξος. Άλλωστε ήδη βρισκόμαστε στη φάση που τα προβλήματα γίνονται κοινά. Ήδη η Ευρώπη αναζητά κοινές λύσεις για την κρίση που απειλεί τα θεμέλιά της. Ήδη κάτι έχει αρχίσει να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Όχι πολλοί αλλά σίγουρα περισσότεροι γονείς σήμερα από όσους χθες στρέφουν τα παιδιά τους σε σύγχρονες επιλογές, περισσότεροι δημοσιογράφοι σήμερα από όσους χθες αναγνωρίζουν τα λάθη τους και προχωρούν σε δημιουργικό προβληματισμό, περισσότεροι εκπαιδευτικοί σήμερα από όσους χθες σπρώχνουν τους μαθητές τους σε γόνιμη αμφισβήτηση. Παραφωνία φαντάζει και είναι η πολιτική. Εκεί περισσότεροι πολιτικοί σήμερα από όσους χθες αδυνατούν να αντικρίσουν το καινούριο. Εκεί τα παλιά υλικά συσσωρεύονται και σαπίζουν. Και το έχουμε πει ότι με παλιά υλικά δε χτίζονται σύγχρονα σπίτια. Τελικά, ούτε κοινωνίες χτίζονται έτσι…

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Με παλιά υλικά δε χτίζονται σύγχρονα σπίτια…

Αν δεν κάνω λάθος, αν αποφασίζατε να χτίσετε καινούριο σπίτι σήμερα, θα αναζητούσατε και θα αξιοποιούσατε τις πιο σύγχρονες μεθόδους και τα τελευταίας τεχνολογίας υλικά γι αυτό. Ο μόνος λογικός περιορισμός στην προσπάθεια θα ήταν οι οικονομικές δυνατότητές σας. Μπορεί κάποιος να θαυμάζει την αισθητική του Παρθενώνα αλλά πιθανώς δε θα την εφάρμοζε στο σπίτι του. Μπορεί να του προκαλεί δέος το αποχετευτικό σύστημα του ανακτόρου της Κνωσού αλλά για το σπίτι του μάλλον θα προτιμούσε πιο σύγχρονες τεχνικές. Μπορεί να νοσταλγεί το μαγκάλι που χρησιμοποιούσε για να ζεσταθεί ή το φανάρι όπου διατηρούσε τα τρόφιμα η γιαγιά του αλλά στο σπίτι του λογικά θα αξιοποιούσε σύγχρονα συστήματα θέρμανσης και ψυγειοκαταψύκτη μεγάλης χωρητικότητας. Μπορεί να αναπολεί τις ικανότητες και το πρακτικό πνεύμα των μαστόρων άλλων εποχών αλλά μάλλον την οικοδόμηση του σπιτιού του θα εμπιστευόταν στην τεχνογνωσία νεότερων Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών και σύγχρονων κατασκευαστικών εταιριών. Με απλά λόγια, δε χτίζει κανείς σπίτι σήμερα με παλιά υλικά ούτε με τεχνικές που αποτέλεσαν λύσεις ανάγκης του παρελθόντος.
Κι αφού δε χτίζει κανείς σπίτι σήμερα με υλικά του παρελθόντος, για ποιο λόγο πιστεύει ότι μπορεί και προσπαθεί να «χτίσει», εκσυγχρονίσει ή επανιδρύσει μια κοινωνία με τέτοια; Η απάντηση απλή: «Γιατί είναι συντηρητικός, δεν ξέρει τι του γίνεται και άρα δεν έχει διαφορετική επιλογή»! Κι αυτό είναι το βασικό πρόβλημα σήμερα. Δεχόμαστε και υλοποιούμε καινούριες ιδέες, τεχνολογίες, υλικά για το σπίτι μας αλλά δεν είμαστε έτοιμοι να κάνουμε και -λογικά- να απαιτήσουμε κάτι αντίστοιχο για την κοινωνία. Κατανοούμε ότι οι σημερινές ανάγκες, η αισθητική, ο τρόπος ζωής απαιτούν ένα σπίτι διαφορετικό από εκείνο του παρελθόντος, δεν κατανοούμε, όμως, ότι αυτό πρέπει να συμβαίνει και με την κοινωνία. Στην πρώτη περίπτωση αντιλαμβανόμαστε τις ανάγκες μας και λειτουργούμε πρακτικά ενώ στη δεύτερη αρνούμαστε πεισματικά ή αδυνατούμε να το κάνουμε. Κάπως έτσι γέμισε ο τόπος σύγχρονα σπίτια σε μια κοινωνία εγκλωβισμένη στο παρελθόν.
Επιλέγουμε Μηχανικούς με σύγχρονη γνώση ικανούς να αξιοποιούν σύγχρονες μεθόδους για το σπίτι μας αλλά δεν κάνουμε το ίδιο για την πόλη, το κράτος ή την Ευρώπη. Εκεί εμμένουμε σε συντηρητικούς πολιτικούς, με συντηρητικά μυαλά και συντηρητικές αντιλήψεις. Η απορία «γιατί τίποτα δε γίνεται σωστά;» είναι μια χαζή απορία. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το πρόβλημα είναι η διαφθορά. Τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ακόμα κι αν αύριο εξαλείφαμε μαγικά από προσώπου γης τη διαφθορά και την ατιμία, τίποτα δε θα άλλαζε ουσιαστικά.
Έχω πια πειστεί ότι κι αν το καταφέρναμε, δε θα έπρεπε να περιμένουμε και πολλά. Δεν είναι αναγκαίο κάποιος να είναι διεφθαρμένος για να είναι ανίκανος. Συχνά δεν είναι η διαφθορά αλλά ο συντηρητισμός που προκαλεί και ανατροφοδοτεί τα προβλήματα. Ο δέσμιος στο παρελθόν είναι ανίκανος να κατανοήσει το παρόν. Πιστεύει κανείς ότι οι πολιτικοί συνολικά είναι ανίκανοι να λύσουν τα προβλήματα, απλώς και μόνο επειδή έχουν πουλήσει την ψυχή τους στο διάβολο; Μάλλον δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι περισσότεροι πολιτικοί είναι ανίκανοι, γιατί είναι συντηρητικοί. Προσπαθούν να χτίσουν μια κοινωνία -τοπική, εθνική, ευρωπαϊκή- αγνοώντας το πώς. Αγνοούν μεθόδους και υλικά για το χτίσιμό της.
Αυτός είναι ο λόγος που δεν ακούμε από πουθενά μια πρόταση σύγχρονη, υλοποιήσιμη και ικανή να μας βγάλει από την κρίση. Να δεχτώ ότι όλοι όσοι κατέχουν εξουσία θεωρούν ότι «έπιασαν την κουτάλα» κι έχουν στήσει φαγοπότι τρελό αδιαφορώντας για την εξεύρεση λύσεων. Μήπως όμως, ακούμε σύγχρονο λόγο και νεωτερικές προτάσεις από εκείνους -π.χ. τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα- που ονειρεύονται την κουτάλα; Όχι βέβαια. Εντάξει, αλλά αν θέλουν να πείσουν εμάς τους ψηφοφόρους να τους οδηγήσουμε στην κουτάλα, δε θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν σύγχρονο λόγο και πειστικές προτάσεις; Με βεβαιότητα ναι. Δεν το κάνουν, λοιπόν, όχι γιατί δε θέλουν αλλά γιατί δεν μπορούν. Λέγεται συντηρητισμός.
Φτάσαμε έτσι σε γραφικότατες καταστάσεις. Χτίζουμε εθνικούς φράχτες για να εμποδίσουμε την ελεύθερη μετακίνηση ατόμων σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, αναζητάμε λύσεις για την οικονομική κρίση από εκείνους που μας οδήγησαν σε αυτή, παρακολουθούμε σήμερα εκστασιασμένοι τις προβλέψεις όσων χτες δεν κατάφεραν να προβλέψουν την άθλια κατάσταση στην οποία οδηγούμασταν με μαθηματική ακρίβεια, εμπιστευόμαστε το σχεδιασμό της κοινωνίας σε αυτούς που σχεδίασαν την γκρίζα πραγματικότητα που βιώνουμε. Η συνεχιζόμενη ανάδειξη συντηρητικών ατόμων, θα συντηρεί όχι απλώς την υπάρχουσα κατάσταση αλλά τη δραματική επιδείνωσή της.
Τα δεδομένα: ο κόσμος ολόκληρος -όχι μόνο η χώρα μας- κυριαρχείται από άτομα συντηρητικά που αδυνατούν να κατανοήσουν τις απαιτήσεις των καιρών. Οι ηγέτες λείπουν από κάθε επίπεδο -εθνικό ή μη- της πολιτικής. Η ολοκληρωτική επιστροφή της κοινωνίας στο παρελθόν είναι ανέφικτη. Η έκφραση και εφαρμογή ιδεών, μεθόδων, πρακτικών που πηγάζουν από το χτες είναι επικίνδυνη σήμερα.
Το συμπέρασμα: η ανάδειξη, με κάθε τρόπο και σε κάθε επίπεδο, ατόμων απαλλαγμένων από το συντηρητισμό είναι ο μόνος δρόμος. Καθετί άλλο θα είναι καταστροφικό. Άλλωστε το είπαμε, με παλιά υλικά δε χτίζονται σύγχρονα σπίτια. Τελικά, ούτε κοινωνίες χτίζονται έτσι…

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Πιο Γρήγορα, Πιο Εύκολα, Πιο Πολλά!

Υπάρχουν δυο τρόποι για να διαπαιδαγωγεί κανείς τη νέα γενιά. Μπορεί να τη διαπαιδαγωγεί ουτοπικά ή μπορεί να το κάνει ρεαλιστικά. Ο πρώτος τρόπος την παραμικρή σχέση έχει με την πραγματικότητα και άρα είναι ξεκάθαρα ένας τελείως χαζός τρόπος διαπαιδαγώγησης. Ο δεύτερος συνδέεται άρρηκτα με την πραγματικότητα και άρα είναι ο λογικά αποδεκτός. Ο πρώτος εμποδίζει τους νέους να κατανοήσουν τις συνθήκες ζωής προκαλώντας τους ψευδαισθήσεις ως προς αυτές. Ο δεύτερος τους φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητα και τους βοηθάει να συνειδητοποιήσουν όσα αργά ή γρήγορα θα βρουν μπροστά τους. Ο πρώτος δεν ωθεί τη νέα γενιά σε προσπάθεια και φυσικά δεν της προσφέρει το παραμικρό εφόδιο. Ο δεύτερος, αντίθετα, το κάνει.
Η κατάρρευση του κόσμου που γνωρίζαμε, οδήγησε στα γνωστά ... ελληνικά δράματα. Το σύγχρονο εθνικό δράμα έχει τίτλο «γενιά χωρίς μέλλον»! Μάλιστα, όσοι πρωταγωνιστούν στην ανάδειξή του είναι εκείνοι που «έσβησαν» το μέλλον αυτής της γενιάς. Δημοσιογράφοι που έπλεκαν εγκώμια στις κυβερνήσεις όταν αυτές διόριζαν ασύστολα, γονείς που απαιτούσαν και πρόσφεραν «τα πάντα» στα παιδιά τους, εκπαιδευτικοί που μοίραζαν απλόχερα μεγάλους βαθμούς για να αποφύγουν τη σύγκρουση με μια καλομαθημένη κοινωνία που είχε στρογγυλοκαθίσει στην καλοπέραση και την ευκολία.
Ανοησίες! Μπορούμε να μιλάμε για πολλούς «χαμένους νέους» αλλά σίγουρα όχι για «χαμένη γενιά». Όλοι αυτοί που προσπαθούν να μας κάνουν να δακρύσουμε δικαιολογούσαν τις επιλογές τους στηριγμένοι στο απλοϊκό «όλοι τα ίδια κάνουν» αλλά τώρα συνειδητοποιούν ότι, δυστυχώς γι αυτούς, κάποιοι έκαναν το διαφορετικό μέσα από συγκρούσεις και ρήξεις. Κάποιοι νέοι προετοιμάστηκαν ρεαλιστικά και είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Κάποιοι άλλοι οδηγήθηκαν σε ουτοπίες, τις οποίες ήδη παρακολουθούν να καταρρέουν. Γιατί μπορεί το να μεγαλώνει ένας νέος βουτηγμένος στην ουτοπία να είναι πιο ανόητο και από προεκλογικό λόγο υποψηφίου αλλά η ελληνική κοινωνία έδειξε έντονα τη σταθερή προτίμησή της στην απόλυτη και ξεκάθαρη ανοησία. Ένα μεγάλο ποσοστό νέων που αυτή την περίοδο τελειώνει το Λύκειο, φοιτά στο Πανεπιστήμιο ή βολοδέρνει στα λουσάτα καφέ όλο πόζα και ιδέα έχει μεγαλώσει χαμένο στο τρίπτυχο: «πιο γρήγορα, πιο εύκολα, πιο πολλά»!
Εκπληκτικό νόημα ζωής αλλά ταιριάζει μόνο στα μαρούλια. Τα φυτεύεις, τα ποτίζεις κι αυτά μεγαλώνουν αναμένοντας στωικά το ξεπάτωμά τους. Κάποιος να ειδοποιήσει επιτέλους αυτά τα παιδιά ότι η απλοϊκή ιδέα που τους καλλιέργησαν δεν ισχύει πλέον. Ο κόσμος στον οποίο ίσχυε έχει πεθάνει παρασύροντας και όσα τον χαρακτήριζαν. Με πιο απλά λόγια, αυτό σημαίνει: Παιδιά, παίξατε και χάσατε, γιατί δεν ποντάρατε στα σωστά σημεία. Όσα σας έταξαν απλώς δεν υφίστανται. Η «ευκολία» που περιμένατε πήγε περίπατο μαζί με το «γρήγορα» και το «πολλά». Τελείως μεταξύ μας, νομίζω ότι θα αργήσουν να επιστρέψουν, οπότε φάτε μόνοι σας και μην τους περιμένετε.
Εννοώ ότι παιδιά που απλώς έμαθαν να έχουν ό,τι επιθυμούσαν, που έπαιρναν μεγάλους βαθμούς χωρίς να προσπαθήσουν ποτέ και για τίποτα, θα έχουν ένα … τοσοδούλικο προβληματάκι. Γιατί όλο αυτό δε θα ήταν διόλου κακό, αν ο κόσμος παρέμενε στάσιμος, αν οι συντηρητικές και αντιπαραγωγικές επιλογές μας εξασφάλιζαν στο Δημόσιο την πολυτέλεια να παραμένει ένας μόνιμος, σίγουρος και διόλου απαιτητικός εργοδότης. Ωραίο παραμύθι αλλά έφτασε στο τέλος του. Τώρα τα καλομαθημένα που επένδυσαν στην ανόητη ευκολία του τίποτα και στην ανέξοδη παθητικότητα της άγνοιας βρίσκονται ξεκρέμαστα, οπότε κάποιος να βρεθεί να τα ... κρεμάσει.
Το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς θα πάνε χαμένοι δε σημαίνει, όμως, ότι θα παρασύρουν και τους υπολοίπους. Για αρκετούς είναι πλέον αργά. Ευτυχώς όχι για όλους. Είναι βλακώδες να μιλάμε για «χαμένη γενιά» και να εννοούμε ότι όλοι οι εκπρόσωποί της βράζουν στο ίδιο καζάνι. Αυτό θα ήταν παράλογο, πρωτίστως επειδή δεν υπάρχει τόσο μεγάλο καζάνι ώστε να χωρέσουν όλοι. «Δευτερίστως», επειδή η σημερινή νέα γενιά εκτός από καλομαθημένους μπούληδες, συμπεριλαμβάνει (το βεβαιώνω αυτό) και άξιους εκπροσώπους. Παιδιά που προβληματίζονται και προγραμματίζουν, που κοπίασαν και θα συνεχίσουν να το κάνουν, παιδιά που γνωρίζουν τις δυσκολίες αλλά και τις ευκαιρίες που υπάρχουν, παιδιά που δεν παρασύρθηκαν στην εύκολη λύση του «τίποτα», σε ανούσιες αντιδράσεις και επιλογές, που διαθέτουν ήδη αξιόλογα εφόδια και πρόκειται να αποκτήσουν κι άλλα, παιδιά ώριμα και δυναμικά που δεν περιμένουν τίποτα έτοιμο, που ξέρουν ότι η επιτυχία δεν είναι εύκολη ούτε και γρήγορη, ζουν ανάμεσά μας. Ξέρουν ότι έχουν δικαίωμα να θέλουν «πολλά» ακόμα και «όλα» αλλά κανείς δε θα τους τα προσφέρει χωρίς ανταλλάγματα.
Αυτοί δεν έχουν την ψευδαίσθηση ότι η δουλειά είναι κάτι που τους περιμένει στο πιάτο σαν αχνιστό ντολμαδάκι. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι τις δικές τους ευκαιρίες θα τις δημιουργήσουν οι ίδιοι και θα το κάνουν πολύ καλά. Τη στιγμή που οι περισσότεροι θα κλαίνε με μαύρο δάκρυ για τη «χαμένη γενιά», κομμάτι αυτής της γενιάς θα τους διαψεύδει προχωρώντας δυναμικά και με πείσμα θα συνεχίσει να ονειρεύεται, να προσπαθεί, να σχεδιάζει και τελικά να πετυχαίνει. Στο κάτω κάτω αυτός δεν είναι ο ρόλος των νέων; Τώρα είναι η ευκαιρία να αναδειχτούν όσοι κοπίασαν και να πετύχουν εκεί που οι προηγούμενες γενιές απέτυχαν. Το εθνικό τρίπτυχο «πιο γρήγορα, πιο εύκολα, πιο πολλά» τα ... κακάρωσε. Ευτυχώς! Άλλωστε τους καλομαθημένους μπούληδες, που αδιαμαρτύρητα αφέθηκαν στην εύκολη λύση της ... φροντίδας όσων επέλεξαν να μην τους φέρουν σε επαφή με την πραγματικότητα, δεν τους συμπάθησα ποτέ!

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Οι πρώτες λέξεις...

Σε λίγες μέρες, τα σχολεία (που είναι η παιδεία) ανοίγουν τις πόρτες τους για να υποδεχτούν τους μαθητές. Τα φροντιστήρια (που είναι η παραπαιδεία) ήδη το έχουν κάνει. Θα μπορούσα με ιδιαίτερη ευκολία να γράψω ένα κείμενο συγκινητικό που θα σας προκαλούσε θλίψη, πλάνταγμα στο κλάμα και βαθείς αναστεναγμούς από το συναίσθημα. Θα αναφερόμουν στη ζωντάνια που θα αποκτήσουν οι άδειοι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού χώροι, στις χαρούμενες παιδικές και εφηβικές φωνές που θα ξαναζωντανέψουν τα, για πολλούς(!) μήνες, νεκρά κτήρια. Θα περιέγραφα με τρόπο γλαφυρό τα συναισθήματα όσων παιδιών για πρώτη φορά θα διαβούν το κατώφλι της γνώσης κι εκείνων που θα ξαναβρούν φίλους, παρέες, καινούρια πρόσωπα, δασκάλους. Λοιπόν, όσο το σκέφτομαι, θα μπορούσα να σας κάνω να ρίξετε τόσο δάκρυ που θα λύναμε μια και καλή το πρόβλημα της έλλειψης νερού που ταλανίζει τον πλανήτη.
Θα μπορούσα αλλά δε θα το κάνω. Εκείνο που σκεφτόμουν προσωπικά είναι το πόσο σημαντική είναι η εναρκτήρια μέρα της σχολικής χρονιάς (κάθε σχολικής χρονιάς) για το μέλλον των παιδιών και άρα της κοινωνίας μας. Σκεφτόμουν πόσα χάνουμε και πόσα θα μπορούσαμε να κερδίσουμε από την ποιότητα και το περιεχόμενο αυτής της πρώτης μέρας. Και μάλιστα χωρίς ο προϋπολογισμός του υπουργείου παιδείας να αυξηθεί στο ελάχιστο.
Έχω στο μυαλό μου την εικόνα χιλιάδων μαθητών να μπαίνουν στις αίθουσες, να τραβολογιούνται προσπαθώντας να προλάβουν την αγαπημένη θέση τους, να μαλλιοτραβιούνται ώστε να βρεθούν στο ίδιο θρανίο με τον καλύτερο φίλο τους, να καθίσουν κοντά στην «έδρα», αν είναι φυτά ή μακριά της, αν πρόκειται για φυσιολογικά παιδιά. Γενικά έχω στο μυαλό μου έναν χαμό ικανό να τρελάνει ακόμα και ένα αναισθητοποιημένο μύδι! Κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας εκπαιδευτικός. Τα παιδιά παίρνουν τις θέσεις τους -εκτοξεύοντας ανήκουστες απειλές σε εκείνον που πρόλαβε να πιάσει τη θέση που ονειρεύονταν- η κατάσταση ηρεμεί και όλοι περιμένουν να καταλαγιάσει η ανυπόφορη σκόνη.
Ο εκπαιδευτικός παίρνει τη θέση του, καλωσορίζει τους μαθητές και τους εύχεται «καλή χρονιά». Η αμέσως επόμενη στιγμή είναι καθοριστική. Από την επιλογή του τρόπου με τον οποίο ο εκπαιδευτικός θα χαριεντιστεί ή θα προσεγγίσει τους παλιούς και καινούριους μαθητές του κρίνονται σε μεγάλο βαθμό τα πάντα. Το μέλλον, η ποιότητα, οι επιλογές των μαθητών ακόμα και η πορεία της χώρας μας για τις επόμενες δεκαετίες.
Αν ο εκπαιδευτικός στρέψει ή επιτρέψει η κουβέντα να στραφεί γύρω από τις εξελίξεις στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, στη μεταγραφή του Στραβοκάνη, στο τηλεοπτικό σύμπαν, στο νέο cd της Κούλας Μπούλας ή σε άλλα απύθμενης βλακείας θέματα, τότε το παιχνίδι θα έχει χαθεί. Οι πιο βαρετοί μαθητές -άτομα χωρίς ουσιαστικά ενδιαφέροντα- θα αποκτήσουν φωνή και θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι στην πλάνη ότι το «τίποτα» σημαίνει «κάτι», θα συνεχίσουν να βρίσκουν ενδιαφέρουσα την ερώτηση: «τι ομάδα είσαι;», να πληροφορούνται για τα «επώνυμα» τηλεοπτικά ή άλλα σαχλοκούδουνα. Κάθε αναζήτηση που θα τους βελτίωνε θα πάει περίπατο και μάλιστα μακρινό. Την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι μαθητές που δε βρίσκουν ενδιαφέρον στην απλοϊκότητα της μπούρδας θα νιώσουν παρείσακτοι και μάλλον περίεργοι. Ο εκπαιδευτικός με την επιλογή ή την ανοχή του -αυτό είναι χειρότερο- θα έχει ωθήσει κάποια παιδιά σε πρακτικές που τα οδηγούν σε αδυναμία να κατανοήσουν ακόμα και ένα απλό κείμενο. Κάποτε θα το κάνει γιατί ο ίδιος αισθάνεται πιο άνετα ανάμεσα σε μαθητές χωρίς ουσιαστικές αναζητήσεις, προβληματισμούς και όνειρα. Παράλληλα, θα έχει περιορίσει μαθητές με ενδιαφέροντα και καλλιέργεια.
Ας αφήσουμε τέτοιες αίθουσες που για μια ακόμα χρονιά, μάλλον, θα αποτελέσουν την πλειονότητα κι ας μεταφερθούμε σε κάποιες άλλες που ελπίζω και εύχομαι να αυξηθούν. Σ’ αυτές μπαίνει ένας εκπαιδευτικός που έχει καταλάβει το ρόλο του και έχει αναλάβει την ευθύνη της βελτίωσης των παιδιών και της κοινωνίας μας. Ο εκπαιδευτικός χαμογελαστός περιμένει τα παιδιά να πάρουν τις θέσεις τους, τα καλωσορίζει και τους εύχεται τα καλύτερα. Αμέσως μετά αδιαφορεί για ερωτήσεις που στρέφονται σε απλοϊκά βαρετά θέματα, γεγονός που κάνει αρκετούς μαθητές να τα χάνουν και να σκέφτονται: «είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος που δε βρίσκει ενδιαφέρον και χαρά σε συζητήσεις για το ποδόσφαιρο και την τηλεόραση»; Ο εκπαιδευτικός έχοντας ήδη ανατρέψει το απλοϊκό Σύμπαν των περισσοτέρων, κοιτάζει τα παιδιά και με καλοσυνάτη περιέργεια τα ρωτάει: «Ποια βιβλία διαβάσατε το καλοκαίρι»;
Το φαντάζεστε; Κάποια -μάλλον λίγα- παιδιά που διάβασαν το καλοκαίρι θα νιώσουν άνετα, θα βρουν χώρο και στήριξη στον εκπαιδευτικό, θα αισθανθούν ότι δεν είναι «οι περίεργοι» και θα αρχίσουν να μιλούν για την εμπειρία τους. Θα βιώσουν την προσοχή, τη συμπάθεια, την αναγνώριση και τη συμπαράσταση του εκπαιδευτικού. Θα συνεχίσουν να διαβάζουν και να ασχολούνται με τα ενδιαφέροντά τους ακόμα πιο δυναμικά. Δε θα κρύβουν τις επιλογές τους με το φόβο της υποτίμησης από τους άλλους. Οι υπόλοιποι θα παρακολουθούν την κουβέντα λουφάζοντας στη γωνιά τους, θα καταλάβουν ότι ένα ολόκληρο καλοκαίρι δεν έκαναν το παραμικρό για την προσωπικότητά τους, δεν αφιέρωσαν τον ελάχιστο χρόνο σε κάτι που σίγουρα θα τους ωφελούσε και θα τους βοηθούσε στις μελλοντικές επιλογές τους. Κάποιοι από αυτούς θα προσπαθήσουν να υποτιμήσουν εκείνους που διάβασαν έστω και ένα βιβλίο. Αν ο εκπαιδευτικός επιμείνει στην επιλογή του, θα έχει βοηθήσει κάποια παιδιά να συνεχίσουν την προσπάθεια και θα έχει δείξει σε κάποια άλλα ότι το «τίποτα» δεν έχει πάντα πρωταγωνιστική θέση. Ίσως μάλιστα σπρώξει κάποια ακόμα παιδιά σε λίγο διαφορετικές αναζητήσεις.
Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να έχουν σημαντικό ρόλο στις επιλογές των παιδιών από την πρώτη κιόλας μέρα που θα ανοίξουν τα σχολεία. Αν θα διαιωνίσουν τη μετριότητα ή αν θα προκαλέσουν μια μικρή επανάσταση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από αυτό: τις πρώτες λέξεις τους προς τα παιδιά!

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Μεταξύ συγγενών, γνωστών και φίλων η Γνώση είναι για όλους!!!

Βρίσκομαι στο φροντιστήριο. Απέναντί μου ο μεγάλος ξάδερφός μου μού εξηγεί ότι τα φετινά θέματα των πανελλαδικών στη Φυσική δεν ήταν κάτι ιδιαίτερα δύσκολο, όπως φημολογείται από ορισμένους αδαείς. Ο ξάδερφός μου είναι Φυσικός και ιδιαίτερα ευφυής. Όταν ήταν μαθητής, όλοι οι συγγενείς ήταν περήφανοι γι αυτόν. Οι μεγαλύτεροι μάλιστα, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, έλεγαν ότι θα τον έπαιρναν στη NASA. Ο ίδιος, βέβαια, επέλεξε διαφορετική πορεία. Κάποια στιγμή με ρώτησε: «Πιστεύεις ότι η Γνώση είναι για όλους; Όλα τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν λεπτές έννοιες και τελικά να κατακτήσουν την ουσία της Γνώσης»; Είχα έτοιμη απάντηση, αφού το θέμα με είχε απασχολήσει στο βιβλίο μου, «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» αλλά η συζήτησή μας διακόπηκε εκεί από μαθητές που εμφανίστηκαν την πιο ακατάλληλη στιγμή. Πάντα το κάνουν!
Λίγες μέρες μετά, σε πλατεία χωριού με μια φίλη συζητάμε περιμένοντας τα αχνιστά παϊδάκια και τα άλλα εδέσματα που ετοιμάζονταν. Η φίλη μου είναι Μαθηματικός και ιδιαίτερα ευφυής. Φαντάζομαι ότι και οι δικοί της συγγενείς θα ήταν περήφανοι γι αυτήν. Ίσως μάλιστα και εκείνη να την προόριζαν για τη NASA, αλλά η ίδια επέλεξε άλλο δρόμο. Η κουβέντα μας αφορούσε στη διαφορετική διάθεση που χαρακτηρίζει μαθητές απέναντι στη Γνώση και από τι μπορεί αυτή να επηρεάζεται. Είχα έτοιμη απάντηση κτλ, κτλ αλλά αυτή δόθηκε με τρόπο άμεσο και απρόβλεπτο από διπλανή παρέα.
Την παρέα απάρτιζαν γυναίκες κυρίως μεσήλικες και υπερήλικες με προφορά που δυσχέραινε ακόμα και την κατανόηση του γέλιου τους! Στην παρέα και μια κοπελίτσα γύρω στα είκοσι, με ίδια προφορά, που δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα να κουβεντιάζει με τις υπόλοιπες για θέματα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για ένα άτομο είκοσι χρόνων: πλύσιμο ρούχων, μαγείρεμα, σιδέρωμα, σιγύρισμα, ξεσκάτωμα και άλλα. Στην αγκαλιά της κρατούσε ένα παιδάκι μικρής ηλικίας που αποδείχτηκε… κόρη της! Σκεφτήκαμε ότι θα παντρεύτηκε στα δεκατέσσερα, αν και αυτό ελάχιστα επηρεάζει την ιστορία μας. Η κοπελίτσα -χωρίς η ίδια να το γνωρίζει- σε λίγο θα απαντούσε σε όσα περί Γνώσης απασχολούσαν τον ξάδερφο, τη φίλη μου κι εμένα!
Η κοπέλα -ορισμός του «τελειωμένου» ανθρώπου- ανάμεσα σε άλλα περισπούδαστα, άρχισε να διηγείται το μεγάλο καημό της που δεν ήταν άλλος από το ότι, λόγω δουλειάς, είχε υποχρεωθεί να στείλει το κοριτσάκι της σε βρεφονηπιακό σταθμό. Οι υπόλοιπες της παρέας έδειξαν κατάφωρα την αμέριστη συμπαράστασή τους στον πόνο της. «Τι κρίμα, από τόσο μικρό το δύστυχο στα βάσανα!» η μία. «Τόσα χρόνια θα το βαρεθεί το σχολείο!» η δύο. «Είναι να μην το λυπάσαι το καημένο;» η τρία. Άλλο να σας τα γράφω και άλλο να τα ακούτε. Πόνος, πίκρα και δυστυχία για το παιδάκι, το οποίο κι εγώ ακόμα κόντεψα να λυπηθώ. Η κοπελίτσα καταλαβαίνοντας ότι βρήκε κατάλληλο κοινό, προσφέρθηκε όλο χαρά να διηγηθεί περιστατικό ενδεικτικό της αποστροφής της κορούλας της για το σχολείο: «Προχθές γυρίζαμε από το τάδε χωριό» άρχισε «και περνούσαμε με την “κούρσα” έξω από το βρεφονηπιακό σταθμό. Η μικρή, μόλις κατάλαβε πού ήμασταν, έσκυψε και κρύφτηκε τρομαγμένη. Εγώ και ο άντρας μου τρελαθήκαμε στο γέλιο»! Το ίδιο έκανε και η παρέα των terminators βρίσκοντας λογικότατη την αντίδραση της μικρής, της οποίας τα μάγουλα άρχισαν να τσιμπούν επιδοκιμαστικά.
Εμείς απλώς κοιταχτήκαμε τόσο έντρομοι όσο και η μικρούλα όταν ακούει για βρεφονηπιακό σταθμό. Οι απαντήσεις που ψάχναμε, είχαν μόλις δοθεί με φρικιαστικές λεπτομέρειες. Το συγκεκριμένο τραγικό κοριτσάκι και η απέραντης αφέλειας μαμά του δεν αποτελούν την εξαίρεση αλλά μάλλον τον κανόνα της σύγχρονης πραγματικότητας ως προς τον τρόπο ένταξης των παιδιών στη μαθησιακή διαδικασία. Μπορεί ένα τέτοιο παιδί να απαλλαγεί στο μέλλον από την άρνηση που του δημιουργεί το περιβάλλον για τη Γνώση; Μάλλον απίθανο! Αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει τον τραγικά καταστροφικό ρόλο του το περιβάλλον συνεχίζει με παρόμοια αντιμετώπιση και στο μέλλον.
Συχνά βιώνω παρόμοιες περιπτώσεις με πρωταγωνιστές γονείς μαθητών. Κάποιοι εκδηλώνουν θαυμασμό που τα παιδιά τους διαβάζουν ενώ οι ίδιοι θεωρούν το διάβασμα χαμένο χρόνο και φυσικά δεν το πάλεψαν ποτέ! Όλο και περισσότεροι εκφράζουν λύπηση για τα παιδιά τους, επειδή αυτά μελετούν αρκετές ώρες! Πολλοί θεωρούν ότι το όλο σύστημα οδηγεί τα παιδιά σε «βίαιη ενηλικίωση που πληγώνει ανεπανόρθωτα το συναισθηματικό κόσμο τους»! Άντε τώρα αυτά τα παιδιά να κατανοήσουν τη σημασία, να αγαπήσουν και να επιδιώξουν με πάθος την κατάκτηση της Γνώσης! Αν μάλιστα στο δρόμο τους (των παιδακίων) βρεθούν και μερικοί εκπαιδευτικοί που έχουν να δουν βιβλίο από τότε που τους βάφτισαν και είδαν το Ευαγγέλιο του παπά, εκπαιδευτικοί που δε βλέπουν την ώρα να τελειώσει η ανιαρή διαδικασία του μαθήματός τους ή να πάρουν καμιά απόσπαση που θα τους απαλλάξει από το βάρος της διδασκαλίας ή να γυρίσουν στο σπιτάκι τους για να πιάσουν τον … κασμά ή να βγουν στη σύνταξη, τότε τα παιδάκια όχι μόνο δε θα καταλάβουν ποτέ τι σημαίνει Γνώση αλλά θα τη σιχαίνονται περισσότερο και από το πιο βδελυρό σκουλήκι. Κι αυτό σε μια εποχή που τα πάντα κινούνται γύρω από τη Γνώση.
Μήπως όλοι αυτοί οι ανελέητα ανόητοι που στρέφουν τα παιδιά ενάντια στη Γνώση, θα επιθυμούσαν να τα δουν σε κάποιο χειρωνακτικό επάγγελμα; Μήπως θα ήθελαν να ζουν τα παιδιά τους σε εποχές που τα κορίτσια παντρεύονταν στα δεκατέσσερα και τα αγόρια έμπαιναν στη βιοπάλη στην ίδια ηλικία; Αυτά θεωρούν ήπια και αποδεκτή ενηλικίωση; Γιατί αν θέλουν κάτι τέτοιο, είναι δικαιολογημένη η στάση τους και η γκρίνια τους και η έκφραση της άγνοιάς τους.
Απολύτως ξεκάθαρο. Η Γνώση είναι για όλους, αρκεί να μην έχουν την ατυχία να ζουν με γονείς που εκφράζουν το Μεσαίωνα ή τη δυστυχία να συναντήσουν εκπαιδευτικούς που με τη μετριότητα και την αδιαφορία τους για την προσωπικότητα των ίδιων αλλά και των μαθητών τους προσπαθούν να τον αναστήσουν!

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

"Πέτα τη μαμά από το τρένο"!

Μπορεί «μάνα να είναι μόνο μία και στον κόσμο άλλη καμία!» όπως όλοι γνωρίζουμε. Μπορεί «Μάνα να κράζει το παιδάκι, Μάνα ο νιος και Μάνα ο γέρος, Μάνα να ακούς σε κάθε μέρος, α! τι όνομα γλυκό», αλλά ισχύουν με μια εξαίρεση, αφού τίποτα από αυτά δεν ισχύει για τη μάνα του υποψηφίου για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας!
Στην περίπτωση αυτή η μάνα, από το γλυκό, γεμάτο στοργή και προδέρμ, πλάσμα που ξέρουμε, γίνεται απλώς ανυπόφορη! Μετατρέπεται σε Σκύλλα και σε Χάρυβδη μαζί (δύο σε ένα), σε μέγαιρα, σε οδοστρωτήρα εφηβικών χαρακτήρων, σε ανθρωπόμορφο τέρας, σε γραφική καρικατούρα τυράννου. Η εμπειρία των παιδακίων τέτοιων μανάδων, κάθε χρονιά τέτοια περίοδο είναι, με απλά λόγια, το λιγότερο δραματική!
Μετά από μακροχρόνια παρατήρηση έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στον όλο παραλογισμό κυριαρχούν δύο είδη μανάδων. Από τη μια, η μάνα που λόγω εξετάσεων χάνει το «εγώ» της, το ταυτίζει με το «εγώ» του παιδιού - υποψηφίου και γίνεται ένα με αυτό. Πρόκειται για το γνωστό «μανοπαίδι», συνδυασμό ζηλευτό και για τον πιο προχωρημένο Γενετιστή. Από τη δύο, η μάνα που υπερεκτιμώντας το δικό της «εγώ» υποτιμά διαρκώς το «εγώ» του παιδιού. Με την τρίτη κατηγορία μανάδων, τις φυσιολογικές, εκείνες δηλαδή που συμπαραστέκονται στο παιδί, του διασφαλίζουν την ηρεμία αλλά και τη δομή που χρειάζεται όχι μόνο πριν τις εξετάσεις, δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθώ, γιατί αυτές είναι … μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Με τις πρώτες, εκείνες που μετατρέπονται σε «μανοπαίδι», συμβαίνει το εξής: Αυτές -όλο και περισσότερες- ταυτίζονται με το παιδί. Αγαπημένο τους πρόσωπο στον καθημερινό λόγο γίνεται αίφνης το α΄ πληθυντικό. Η μία ρωτάει: «Και τι πρέπει να προσέξουμε τώρα στην επανάληψη»; Κι εγώ αναρωτιέμαι: «Βρε μπας και δίνει κι αυτή (η μάνα) Πανελλαδικές τώρα πίσω πίσω μαζί με το παιδί»; Η άλλη δηλώνει: «Αρχίσαμε να παίρνουμε βιταμίνες και μουρουνέλαιο για να αντέξουμε το ξενύχτι»! Κι εγώ σκέφτομαι: «Τι λες μωρή; Έχεις δοκιμάσει ποτέ μουρουνέλαιο, να δεις τη γλύκα; Τι το δίνεις στο παιδί»; Να το πεθάνεις θέλεις; Γιατί θεωρώ ότι το μουρουνέλαιο, όχι μόνο δε βοηθάει, αλλά μπορεί να γίνει και αιτία εγκατάλειψης της προσπάθειας, αφού το παιδί σκέφτεται: «άμα για να περάσω στο πανεπιστήμιο, πρέπει κάθε πρωί να πίνω αυτή την αηδία, μη σώσω και περάσω καμιά φορά»!
Οι μανάδες «μανοπαίδι», αν το παιδί δεήσει και περάσει σε μια σχολή, όλο περηφάνια θα δηλώνουν: «Περάσαμε στη σχολή τάδε» και θα το εννοούν. Γιατί σιγά και μην το αφήσουν στην ησυχία του το παιδάκι μετά. Θα συνεχίσουν να του επιβάλλουν τα «θέλω» τους. Θα του βρουν και μια νυφούλα ή ένα γαμπρούλη, ανάλογα με τα γούστα, θα του διαλέξουν καναπέ για το σαλόνι, θα αποφασίσουν πότε θα αποκτήσει δικά του παιδιά, πώς θα τα μεγαλώσει και δεν ξέρω τι άλλο. Τα παιδάκια τέτοιων μανάδων είναι για λύπηση. Ακόμα κι αν περάσουν (μαζί με τη μάνα τους εννοείται), σε μια σχολή, δε θα αυτονομηθούν στον αιώνα τον άπαντα. Πάντα θα είναι «μανοπαίδια», για να μη χρησιμοποιήσω καμιά άλλη κουβέντα που θα είναι παλιοκουβέντα και ξεκινάει από «μπου…» και τελειώνει σε «…έσες» και έχει ένα «χ» ανάμεσα! Δε θα μπορούν να είναι μόνα τους. Κι αν αναγκαστούν να είναι, απλώς θα τα κάνουν θάλασσα, γιατί δεν ξέρουν μπάνιο χωρίς τα μπρατσάκια - μάνα, δεν έχουν ασκηθεί στη λήψη αποφάσεων.
Κι ενώ αυτές οι μανάδες πνίγουν την προσωπικότητα του παιδιού, όπως μας έπνιξε το νέφος του ισλανδικού ηφαιστείου, οι άλλες το πνίγουν με πιο παραδοσιακούς και αυταρχικούς τρόπους. Οι πρώτες έχουν και τη βλακώδη δικαιολογία: «από αγάπη το κάνω». Οι δεύτερες δεν ξέρω τι έχουν. Γιατί το να φέρονται στο παιδί σαν να είναι ο Κούντα Κίντε (καλός και ονομαστός δούλος) δε δείχνει παρά συμπλέγματα, σωρευμένη κακία και ανασφάλεια. Σαν να θέλουν να εκδικηθούν το παιδί για τους πόνους της γέννας που τους προκάλεσε, όταν το έφερναν στον κόσμο, για τις ραγάδες και τα περιττά κιλά που τις συνοδεύουν από τότε!
Μπαίνει το παιδάκι ανυποψίαστο στο σπίτι και ανακοινώνει μέσα στην τρελή χαρά και τη δικαιολογημένη περηφάνια: «Μαμά πήρα ενενήντα εφτά (97) στα εκατό (100) στη Φυσική Κατεύθυνσης»!!! Και η μαμά, αντί να χαρεί για το βλαστάρι της, με ύφος απόγνωσης παρατηρεί: «Γιατί βρε παιδάκι μου; Πού τα έχασες τα τρία (3) μόρια»; Το παιδί με ύφος «τα έχω δει όλα με τη γραφική που έμπλεξα» θα ακούσει τον εξάψαλμο: «Όταν τα λέω εγώ ότι είσαι απρόσεκτος και τεμπέλης, γίνομαι κακιά! Μάλλιασε η γλώσσα μου να λέω διάβασε και διάβασε, αλλά ποιος να ακούσει»; Αν το παιδάκι δεν έχει λιποθυμήσει ακόμα, συνεχίζει: «Και ο διπλανός σου, ο γιος αυτής της ανεπρόκοπης της γειτόνισσας, που είναι πιο όμορφος και έξυπνος από σένα πόσο έγραψε; Ε, πόσο; Άμα νομίζεις ότι έτσι περνούν στις Πανελλαδικές, είσαι πολύ γελασμένος»! Αυτά και άλλα υποτιμητικά συνθέτουν τη συμπεριφορά των μανάδων «εγώ είμαι η καλύτερη και η εξυπνότερη σε ολόκληρη την Πλάση, απλώς δε μου δόθηκαν οι ευκαιρίες για να τα καταφέρω».
Τέτοιες μανάδες έχουν την αίσθηση ότι δεν μπορεί να είναι δικό τους παιδί το συγκεκριμένο. Πιστεύουν ότι κάποιο λάθος έγινε στο μαιευτήριο και φεύγοντας τις έδωσαν το λάθος, βλαμμένο παιδί που στην πραγματικότητα ανήκει σε άλλη. Κι αυτά τα παιδάκια είναι για λύπηση. Χωρίς την παραμικρή αυτοπεποίθηση εκείνο που καταφέρνουν είναι μια ξεγυρισμένη αποτυχία. Κουρασμένα από την πίεση της μαμάς - terminator αναζητούν τρόπους φυγής και καταπτοημένα φτάνουν στις εξετάσεις απλώς για να … επιβεβαιώσουν, συνήθως, τη μάνα δράκαινα.
Τραγικές εικόνες όλο και πιο συχνές! Κι επειδή από τέτοιες μανάδες δεν περιμένω το παραμικρό, η ελπίδα μου είναι τα παιδιά. Αυτά πρέπει να καταλάβουν ότι πρόκειται για τη δική τους ζωή και η ζωή είναι σαν ένα ταξίδι με τρένο. Έχει σταθμό αναχώρησης (γέννηση) και τελικό προορισμό (τα ραπανάκια ανάποδα). Το πόσο όμορφο θα είναι το ταξίδι εξαρτάται , σε μεγάλο βαθμό, και από τους συνεπιβάτες και οι μαμάδες που περιγράφηκαν ήδη καθόλου δεν το ομορφαίνουν. Οπότε σε κάθε παιδί τέτοιας μαμάς συμβουλεύω ένα και μόνο πράγμα: «Πέτα τη μαμά από το τρένο»!!!

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Οι εκπαιδευτικοί που μας λείπουν

Συζητώντας κανείς για το τι είδους εκπαιδευτικούς χρειαζόμαστε σήμερα, είναι πιθανό να γίνει αποδέκτης πολλών απόψεων. Από αυτές σπάνια -δυστυχώς- κάποιες κινούνται στο πλαίσιο της λογικής επιχειρηματολογίας. Οι περισσότερες -δυστυχώς- είναι γραφικά γελοίες υποκινούμενες από ανασφάλειες, αίσθηση κατωτερότητας, μικροπρέπεια και συντηρητισμό. Το θέμα γίνεται δύσκολο μόνο για όσους αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην ανάλυση δεδομένων.
Τα πράγματα είναι πιο εύκολα από όσο δείχνουν, αν δεχτούμε ότι ο εκπαιδευτικός έχει δυο στόχους. Ο ένας είναι να μεταδίδει τη γνώση του αντικειμένου του στο μαθητή. Ο Μαθηματικός να του διδάξει μαθηματικά, ο Βιολόγος βιολογία, ο Θεολόγος ηθική, ο Φυσικός φυσική και ο φιλόλογος ό,τι του τύχει! «Να διδάξει», δε σημαίνει να μάθει στο μαθητή να αποστηθίζει αλλά να σκέφτεται ουσιαστικά και να κατανοεί σε βάθος το κάθε αντικείμενο.
Για την εκπλήρωση αυτού του στόχου -παροχή γνώσης- προϋπόθεση, από την πλευρά του εκπαιδευτικού, αποτελεί η ουσιαστική κατάρτισή του, η διαρκής επιμόρφωση για να μη μένει μακριά από τις εξελίξεις και η παρακολούθηση σύγχρονων παιδαγωγικών μεθόδων, ώστε να μπορεί να απευθύνεται στη νέα γενιά, να τη διαχειρίζεται και να της προκαλεί ενδιαφέρον. Εύκολο ακόμα και για μια φώκια, αφού το μόνο που χρειάζεται γι αυτό είναι θέληση και συνεχής μελέτη βιβλίων ή πλέον και ιστοσελίδων. Μάλλον καμιά αντίρρηση μέχρι εδώ!
Δεύτερος στόχος -ίσως ο πιο σημαντικός- του εκπαιδευτικού, κάθε ειδικότητας, είναι να αποτελέσει πρότυπο, ώστε να βοηθάει τους μαθητές να κατανοούν τον κόσμο, να αποκτούν εφόδια που θα τους φανούν χρήσιμα και να αμύνονται σε προβλήματα της εποχής διαμορφώνοντας ισχυρή προσωπικότητα. Τα πράγματα εδώ είναι πιο πολύπλοκα αλλά όχι και πιο δύσκολα, αρκεί να τα ταχτοποιήσουμε εξετάζοντας τις ανάγκες της νέας γενιάς.
Σε μια εποχή γρήγορων εξελίξεων βασική ανάγκη αποτελεί η προσαρμογή σ’ αυτές. Άρα ο εκπαιδευτικός πρέπει να ενημερώνεται διαρκώς. Έτσι, θα δώσει κίνητρο στους μαθητές, ώστε να ενημερώνονται από ουσιαστικές πηγές και θα τους βοηθήσει να αποκωδικοποιούν και να αξιοποιούν προς όφελός τους τις πληροφορίες που δέχονται με καταιγιστικό ρυθμό. Αυτό θα τους προστατεύσει, θα τους απαλλάξει από τη σύγχυση και θα τους καθοδηγήσει σε επαγγελματικές ή άλλες επιλογές τους που θα ταιριάζουν στις προοπτικές που διαμορφώνονται κι όχι στην εποχή των δεινοσαύρων ή του Νώε.
Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα ακόμα γνώρισμα που πρέπει να διαθέτει ο εκπαιδευτικός σήμερα. Αφού το μέλλον των «ψηφιακά αναλφάβητων» δεδομένα πια διαγράφεται πιο μαύρο κι από το Μεσαίωνα, καταλαβαίνουμε ότι δεν πρέπει να λογίζεται ως εκπαιδευτικός εκείνος που απέχει από τη σύγχρονη τεχνολογία ή ακόμα χειρότερα την υποτιμά (μάλλον για να συγκαλύψει την άγνοιά του). Οι σημερινοί μαθητές χρειάζονται καθοδήγηση και από τον εκπαιδευτικό, ώστε να ενταχθούν στον ψηφιακό κόσμο, όχι για να εθιστούν σε ανόητες εκφάνσεις του αλλά για να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που τους παρέχει. Ήδη βιώνουμε τα αποτελέσματα της πολύωρης επαφής εφήβων με το Facebook, το msn, τα διαδικτυακά παιχνίδια ή άλλες επιλογές που ευνοούν την παθητικότητα, τη σπατάλη χρόνου και πλέον τον εθισμό. Ο εκπαιδευτικός πρώτος και καλύτερος καλείται να δείξει πόσο ανόητο είναι να χάνει κανείς το χρόνο του σε όλα αυτά κι όχι να σπρώχνει μαθητές του σε επιλογές που υποθηκεύουν το μέλλον και την προσωπικότητά τους.
Η έκπληξη, όμως, ως προς τα γνωρίσματα που πρέπει να διαθέτει ο εκπαιδευτικός, έρχεται από μια σχετικά πρόσφατη έρευνα που δείχνει ότι ένα ακόμα πρόβλημα έχει στήσει καρτέρι στη σημερινή γενιά ανατρέποντας όσα ίσως πιστεύαμε. Αναφέρεται ότι πάνω από το ένα τέταρτο των εφήβων (ποσοστό που αυξάνει διαρκώς) δυσκολεύεται σήμερα να κατανοήσει τι διαβάζει. Τραγικό! Μαθητές δεκαπέντε και δεκάξι ετών που στο σχολείο βαθμολογούνται με άριστα (τι ανοησία κι αυτή;) αδυνατούν να αποκωδικοποιήσουν ακόμα και απλά νοήματα ενός γραπτού κειμένου (βιβλίο, εφημερίδα…). Ήδη στις ΗΠΑ, όπου το φαινόμενο προηγήθηκε της Ευρώπης, τα συγκεκριμένα άτομα βρίσκονται στο περιθώριο της αγοράς εργασίας, παρότι διαθέτουν πτυχίο ή ακόμα και μεταπτυχιακές σπουδές.
Ερώτηση: Και πώς μπορεί να ξεφύγει ένα παιδάκι από το συγκεκριμένο κίνδυνο; Απάντηση: Μα, μέσω της ουσιαστικής επαφής με το γραπτό λόγο!
Θα διατυπώσω καθαρά τη διαπίστωση, έστω κι αν γνωρίζω ότι αυτό θα στενοχωρήσει αρκετούς συναδέλφους. Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός -δημόσιας, ιδιωτικής, φροντιστηριακής εκπαίδευσης- πρέπει να στρωθεί στο διάβασμα, αν θέλει, αποτελώντας πρότυπο, να σώσει μερικά παιδάκια από τον κίνδυνο του λειτουργικού αναλφαβητισμού που επανέρχεται και καραδοκεί. Το βιβλίο (όχι του μαθήματος) δε βρίσκεται απλώς στη ζωή του εκπαιδευτικού. Είναι η ζωή του! Ο εκπαιδευτικός που διαβάζει θα δώσει ισχυρό κίνητρο στους νέους δείχνοντάς τους το δρόμο που αυτοί πρέπει να ακολουθήσουν. Διατυπώνοντας προτάσεις για αξιόλογα και ενδιαφέροντα αναγνώσματα, ανοίγοντας συζητήσεις με αφορμή βιβλία που πρόσφατα έχει διαβάσει είναι πιθανό να κεντρίσει το ενδιαφέρον και των παιδιών και να τα βοηθήσει έτσι να καλλιεργήσουν την ικανότητα επεξεργασίας που τους είναι αναγκαία.
Ορισμένοι θα ισχυριστούν ότι ο εκπαιδευτικός πρέπει πάνω από όλα να είναι «καλός άνθρωπος». Αλλά μπορεί να θεωρηθεί «καλός άνθρωπος» ο εκπαιδευτικός που δεν έχει τη διάθεση να αναλάβει τις ευθύνες του και να διαδραματίσει το ρόλο που ήδη έχει περιγραφεί; Μπορεί έστω να λέγεται εκπαιδευτικός εκείνος που απλώς μπαινοβγαίνει στην αίθουσα κάνοντας «καλό μάθημα»; Μάλλον όχι, γιατί η νέα γενιά χρειάζεται πια πολύ περισσότερα πράγματα, έστω κι αν η ίδια το αγνοεί. Το πρόβλημα είναι ότι το αγνοούν και αρκετοί εκπαιδευτικοί!