Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Για τα Μνημόνια φταίνε οι... Πανελλαδικές

Οι Πανελλαδικές πλησιάζουν στο τέλος τους. Η περίοδος, λοιπόν, προσφερόταν για μια καλή επανάληψη λαϊκιστικών συνθημάτων με αντικείμενο τις εξετάσεις. Φυσιολογική επιλογή και αντίδραση μιας κοινωνίας που απεχθάνεται κάθε μορφή αξιολόγησης και αξιοκρατίας. Ακούσαμε πάλι ότι «οι Πανελλαδικές ευθύνονται για τη μεγαλειώδη άγνοια της νέας γενιάς, για την έλλειψη κριτικής σκέψης, για το διαζύγιό της με την πραγματικότητα και την αυτογνωσία, για την αδυναμία της να χειριστεί την ελληνική γλώσσα, για την πλήρη απαξίωση της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών, για το άγχος των παιδιών...». Άρα οι Πανελλαδικές, ως υπεύθυνες για όλα τα δεινά του ελληνισμού τα τελευταία διακόσια χρόνια, πρέπει να... καταργηθούν. 

Αν αφήναμε στην άκρη τις ανόητες και βαρετά επαναλαμβανόμενες κραυγές, θα μπορούσαμε να δούμε τα δεδομένα λίγο πιο καθαρά. Είναι γεγονός ότι η πλειονότητα των μαθητών αρχίζει να σκέφτεται τις Πανελλαδικές και κυρίως να ασχολείται ουσιαστικά με τις απαιτήσεις τους στη Γ΄ Λυκείου. Μια μικρή μερίδα παιδιών το κάνει από τη Β΄ Λυκείου. Και, τέλος, εξαιρέσεις μαθητών σκέφτονται σοβαρά τις εξετάσεις από την Α΄ Λυκείου. Ένα το κρατούμενο. 

Τώρα, υπάρχει άνθρωπος που πιστεύει ότι η κριτική σκέψη καλλιεργείται στα δεκαεφτά; Υπάρχει σκεπτόμενο ον στο σύμπαν ολάκερο που θεωρεί ότι η γνώση που καλείται να αποκομίσει ο μαθητής είναι σωρευμένη αποκλειστικά στην τελευταία τάξη του Λυκείου; Μήπως υπάρχει κάποιος να ισχυριστεί ότι η αυτογνωσία αλλά και η επαφή με τις εξελίξεις είναι διαδικασίες διάρκειας ενός έτους και μάλιστα εκείνου της Γ΄ Λυκείου; Αν υφίσταται τέτοιο ον, να το κάνουμε σύμβουλο στρατηγικού σχεδιασμού της Κυβέρνησης... Τα κρατούμενα μόλις έγιναν δύο. 

Εδώ, όμως, γεννιούνται ερωτήματα για το ρόλο του σχολείου κατά το διάστημα που προηγείται της Γ΄, άντε και της Β΄ Λυκείου. Τα παιδιά έχουν ήδη περάσει δύο ή και περισσότερα χρόνια σε παιδικούς σταθμούς και Νηπιαγωγεία, έξι στο Δημοτικό, τρία στο Γυμνάσιο και ένα ή (πολύ συχνά) δύο χρόνια στο Λύκειο. Πάρα πολλά χρόνια! 

Τι συνέβη, λοιπόν, όλα αυτά τα χρόνια; Δε θα έπρεπε στο μεγάλο αυτό διάστημα το παιδάκι να είχε κάνει σημαντικά νοητικά βήματα με τη βοήθεια του σχολείου και της οικογένειάς του; Δε θα έπρεπε να έχει μάθει να σκέφτεται, να αποκωδικοποιεί, να διαβάζει, να μαθαίνει, να μιλάει και να γράφει σωστά και, με απλά λόγια, να κατανοεί το περιβάλλον του; Με βεβαιότητα ΚΑΙ θα έπρεπε ΚΑΙ προλάβαινε να το κάνει. Ναι αλλά η πλειονότητα των παιδιών ελάχιστα από αυτά καταφέρνει. Πολλοί μαθητές φτάνουν στη Β΄ και Γ΄ Λυκείου αδυνατώντας να σκεφτούν, να αποκωδικοποιήσουν ακόμη και απλά νοήματα, να διαβάσουν, να συγκεντρώνονται, να μαθαίνουν. Θα αποδειχτεί και φέτος, από τα αποτελέσματα των μαθητών απέναντι στα απλοϊκά θέματα των Πανελλαδικών. Τα περισσότερα παιδιά αγνοούν ακόμη και τον εαυτό τους. Αγνοούν τα όρια, τις δυνατότητές τους, τις ανάγκες τους, τις δεξιότητές τους, τις αδυναμίες τους. Τι έγινε στο σχολείο όλα αυτά τα χρόνια; Το συμπέρασμα είναι μπροστά μας. 

Για όλα αυτά μπορεί να φταίνε οι Πανελλαδικές; Δηλαδή, έχετε συναντήσει πολλά παιδάκια στο Νηπιαγωγείο, στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο ή και στα πρώτα χρόνια του Λυκείου να σκέφτονται τις επερχόμενες εξετάσεις; Είναι οι Πανελλαδικές που εμποδίζουν την εξέλιξή τους, την απόκτηση κριτικής σκέψης και γνώσεων από αυτά στα πέντε, έξι, εφτά..., δεκαέξι χρόνια τους; Το παιδάκι που αδυνατεί να τοποθετήσει έστω και τρεις λέξεις σε λογική σειρά το έπαθε, επειδή στα πέντε του έχει ήδη αρχίσει να «αγχώνεται» για τις Πανελλαδικές; Αδυνατώ ακόμη και να διανοηθώ κάτι τέτοιο. Οπότε μάλλον άλλα και άλλοι φταίνε. Σίγουρα όχι οι Πανελλαδικές. 

Αντίθετα, για τους περισσότερους μαθητές, οι Πανελλαδικές είναι μια πρώτη ουσιαστική δοκιμασία. Όμως, φαντάζουν ως δυστοπία απέναντι στην ουτοπική εικόνα που καλλιεργεί το σχολείο με τους μεγάλους βαθμούς, τους οποίους και χαρίζει απλόχερα. Είναι το πρώτο κίνητρο για προσπάθεια, για οργάνωση και τελικά για αυτογνωσία. Εκεί -πολύ αργά κατά τη γνώμη μου- οι περισσότεροι αποκτούν μια πρώτη ιδέα για το ποιοι είναι και μέχρι πού πραγματικά μπορούν να φτάσουν. Πιστεύει κανείς ότι το τέλος της εφηβείας είναι νωρίς για την απόκτηση μιας τέτοιας συνείδησης; Και αυτό μάλιστα, όταν στην Ελλάδα καταγράφεται ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση; 

Για κάποιους μαθητές είναι μια αγχώδης κατάσταση. Κυρίως, όμως, είναι για τους γονείς και τα απωθημένα τους. Αλλά κι αυτό μπορεί να θεωρηθεί παράλογο; Δηλαδή, σε ποια ηλικία πρέπει το παιδί να έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα; Μήπως λίγο πριν το θάνατό του; Πότε θα μάθει να διαχειρίζεται δύσκολες καταστάσεις τιθασεύοντας το άγχος του;

Κι εδώ βέβαια, υπάρχουν ενστάσεις. Προσωπικά δεν βιώνω τραγικές καταστάσεις με μαθητές που έχουν κοπιάσει. Άγχος έχουν εκείνοι που ξαφνικά ξυπνούν από το λήθαργό τους, λίγο πριν τις εξετάσεις. Οι συγκεκριμένοι αναγκάζονται να συνειδητοποιήσουν τα κενά και το επίπεδό τους, όταν είναι πια πολύ αργά. Συνειδητοποιούν τότε ότι δεν προσπάθησαν αρκετά, ώστε να πετύχουν αυτό που ονειρεύονται. Αλλά έτσι είναι τα όνειρα. Τα βλέπεις όταν κοιμάσαι, οπότε από το κρεβάτι δε γίνονται και πολλά. Φταίνε, λοιπόν, και γι αυτό οι Πανελλαδικές; Μάλλον όχι. Αυτές τελικά μπορεί να φταίνε αποκλειστικά για τα Μνημόνια. 
Ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο θα μας βόλευε όλους...


Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το χρήσιμο σχολείο

Μπορεί να δει κανείς με χιούμορ ένα τόσο σοβαρό θέμα όσο το σχολείο; Όχι! Σε τόσο σοβαρά θέματα δε χωράει πλάκα! Με εξαιρέσεις βέβαια. Μάλλον μπορείς να κάνεις πλάκα ή να παίρνεις το σχολείο στην πλάκα αν είσαι η υπουργός Παιδείας Άννα, η υφυπουργός «δεν ξέρω πως τη λένε», αν είσαι γ.γ. του ίδιου υπουργείου, σύμβουλος ή έστω ένας απλός εκπαιδευτικός. Το ζήτημα είναι να μην μπλεκόμαστε στην πλάκα εμείς οι απ’ έξω και ιδίως εμείς οι βδελυροί, υποχθόνιοι, τρισάθλιοι που υπηρετούμε την παραπαιδεία.
Το πρόβλημα είναι ότι εκεί που έφτασε το πράγμα έχει δημιουργηθεί μια μικρή παρανόηση και ορισμένοι διαδίδουν ότι τάχα το σχολείο δεν προσφέρει τίποτα. Μα πώς κατάληξαν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα κρίνοντας από λεπτομέρειες; Δηλαδή, επειδή τα σχολεία φέτος δεν έχουν βιβλία, εκπαιδευτικούς, χρήματα για νερό, ρεύμα και θέρμανση, σημαίνει ότι δεν προσφέρουν τίποτα;
Μπα σε καλό μας! Μήπως το «κρυφό σχολειό» -για το οποίο τόσο υπερήφανοι αισθανόμαστε- τα είχε όλα αυτά και γι αυτό πρόσφερε; Είχε βιβλία, φως, θέρμανση ή μήπως είχε διαδραστικούς πίνακες; Μήπως οι παπάδες-δάσκαλοι ήταν καταρτισμένοι και επιμορφωμένοι σε σύγχρονες, για την εποχή, μεθόδους διδασκαλίας; Μπορεί να ήταν εξπέρ στο καριοφίλι και στο γιαταγάνι αλλά κατά τα άλλα... μαύρα μεσάνυχτα. Εδώ που τα λέμε, ούτε διεύθυνση καλά καλά δεν είχε και γι αυτό άλλωστε το έλεγαν «κρυφό».
Από αυτήν την άποψη τουλάχιστον τα σημερινά σχολεία μια διεύθυνση την έχουν κι έτσι ακόμα και μαθητές των οποίων η ευφυΐα έχει παραβιάσει τα όρια της βλακείας μπορούν να τα εντοπίζουν σχεδόν καθημερινά ενώ τότε το σχολείο το έβρισκαν μόνο όσοι, από κληρονομικό χάρισμα, διέθεταν GPS.
Ας φανούμε κάποια στιγμή ρεαλιστές κι ας αντιμετωπίσουμε την κατάσταση ως έχει. Είναι άλλωστε φανερό ότι ορισμένες... αστοχίες της υπουργού Άννας προκάλεσαν κάποια προβληματάκια. Ορισμένα, πώς να το πω, κενά. Κενά σε βιβλία, εκπαιδευτικούς, κονδύλια. Αλλά τι μ’ αυτό; Δηλαδή, μέχρι πέρυσι που τα σχολεία είχαν βιβλία και ενίοτε εκπαιδευτικούς τι έλεγαν οι φαρμακόγλωσσοι και κακεντρεχείς; Τους άκουσε κάποιος να λένε: «τι ωραία και μεγάλη προσφορά έχει το σχολείο»; Σιγά και μην! Μωρέ και το τέλειο σχολείο να τους φτιάξεις αυτούς, τα ίδια και χειρότερα θα λένε. Και θα βρουν και επιχειρήματα του στιλ: «Όλα δίνονται έτοιμα στους μαθητές και στους εκπαιδευτικούς κι έτσι μαθαίνουν στο εύκολο και δεν υπάρχουν περιθώρια αυτενέργειας και όλοι γίνονται μαλθακοί και καθόλου εφευρετικοί και, και...»!
Παρόλα αυτά η δημιουργία ενός χρήσιμου σχολείου είναι εφικτή, αρκεί κάποιος να αξιοποιήσει τα δεδομένα. Σκεφτείτε, στόχος του σχολείου είναι να προετοιμάσει τα παιδιά για τη μελλοντική ζωή τους, να τους δώσει εφόδια, ώστε να γίνουν χρήσιμοι και παραγωγικοί πολίτες, να αντιμετωπίζουν προβλήματα, να καινοτομούν και με απλά λόγια να αποκτήσουν σφαιρικά καλλιεργημένες προσωπικότητες. Κι όλα αυτά φέρνοντας τα παιδιά σε επαφή με πλήθος γνωστικών αντικειμένων, ώστε να μάθουν να χειρίζονται σωστά το λόγο, να σκέφτονται πρακτικά, να αγαπούν τη μαθηματική λογική, να αναζητούν την επαφή με την τέχνη, να κατανοούν τα φυσικά φαινόμενα, να συνειδητοποιούν την ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας, να αποκτούν πρότυπα, να θέτουν στόχους, να θέλουν να αγωνίζονται στο πλαίσιο του συνόλου. Πράγματι πολυσχιδής ο ρόλος του σχολείου!
Και τι γίνεται μέχρι σήμερα; Θα αποφύγω τη μονολεκτική απάντηση, γιατί είναι παλιοκουβέντα, οπότε θα το διατυπώσω περιφραστικά.
Λοιπόν, το σχολείο καταφέρνει τα τελείως αντίθετα από όσα επιδιώκει. Η γλωσσική παιδεία αρκετών νέων συναγωνίζεται εκείνη του ανθρώπου Νεάντερνταλ, η αγάπη τους για την τέχνη συνορεύει με την τάση για εμετό, η μαθηματική λογική τους ταυτίζεται με του Γκούφυ, οι φιλοδοξίες τους δε διαφέρουν από εκείνες μιας βλαμμένης χήνας ενώ η εικόνα που έχουν για τον κόσμο είναι πιο θαμπή κι από παρμπρίζ αυτοκινήτου ένα παγερό πρωινό.
Εδώ βρίσκεται η λύση όλων των προβλημάτων. Αφού το σχολείο έχει τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, γιατί δεν το αξιοποιούμε διαφορετικά;
Σκεφτείτε ένα σχολείο που θα αναγκάζει τους μαθητές του να διαβάζουν διαρκώς φυλλάδες με κουτσομπολιά ή με προβλέψεις για το στοίχημα ή τα ζώδια, να παρακολουθούν τηλεοπτικά προγράμματα όλο το πρωί και το μεσημέρι και μετά να τους εξετάζει προφορικά ή γραπτά σε ανάλογα θέματα. Φανταστείτε το σχολείο να επιβάλλει στους μαθητές πολυήμερη και χωρίς διάλειμμα ενασχόληση με το Facebook ή παιχνίδια στον υπολογιστή και να απαιτεί τη λεπτομερή αποστήθιση των κινήσεων ή συζητήσεών τους. Φέρτε στο μυαλό σας ένα σχολείο με ημερίδες βιαιοπραγιών μεταξύ μαθητών ή με διαγωνισμούς χρονομέτρησης της απραξίας τους... Σκεφτείτε ένα σχολείο που θα προωθεί την απλοϊκή γλώσσα των sms και του οποίου τα προγράμματα θα υιοθετούν οτιδήποτε προβληματικό.
Αν όλα αυτά συνοδεύονταν από εξοβελισμό των παραδοσιακών μαθημάτων από τα σχολικά προγράμματα ποιο νομίζετε ότι θα ήταν το αποτέλεσμα; Ολοφάνερο! Οι μαθητές αντιδρώντας θα έστρεφαν την προσοχή τους σε ουσιαστικές ενασχολήσεις, θα επιζητούσαν την επαφή με την τέχνη, θα χρησιμοποιούσαν σωστά τη γλώσσα για να «τη σπάσουν» στους συντηρητικούς, θα περιόριζαν τη χρήση του υπολογιστή και της τηλεόρασης, θα..., θα...
Έχει κανείς αντίρρηση ότι αυτό θα ήταν ένα χρήσιμο σχολείο; Ακόμα κι αν έχει, δε χρειάζεται να ανησυχεί. Γιατί ακόμα κι αν ένα σχολείο μπάχαλο δε φέρει τα «επιθυμητά» αποτελέσματα, θα έχει καταφέρει να προετοιμάσει τους μαθητές του για την ένταξή τους σε μια κοινωνία μπάχαλο. Για μια τέτοια κοινωνία, όπως η ελληνική, δεν προετοιμάζεται κανείς σε ιδανικά οργανωμένα σχολεία. Και φαίνεται ότι η υπουργός Άννα ήταν από τους πρώτους που το κατάλαβαν και γι αυτό κάποιοι τη φθονούν.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Οι πρώτες λέξεις...

Σε λίγες μέρες, τα σχολεία (που είναι η παιδεία) ανοίγουν τις πόρτες τους για να υποδεχτούν τους μαθητές. Τα φροντιστήρια (που είναι η παραπαιδεία) ήδη το έχουν κάνει. Θα μπορούσα με ιδιαίτερη ευκολία να γράψω ένα κείμενο συγκινητικό που θα σας προκαλούσε θλίψη, πλάνταγμα στο κλάμα και βαθείς αναστεναγμούς από το συναίσθημα. Θα αναφερόμουν στη ζωντάνια που θα αποκτήσουν οι άδειοι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού χώροι, στις χαρούμενες παιδικές και εφηβικές φωνές που θα ξαναζωντανέψουν τα, για πολλούς(!) μήνες, νεκρά κτήρια. Θα περιέγραφα με τρόπο γλαφυρό τα συναισθήματα όσων παιδιών για πρώτη φορά θα διαβούν το κατώφλι της γνώσης κι εκείνων που θα ξαναβρούν φίλους, παρέες, καινούρια πρόσωπα, δασκάλους. Λοιπόν, όσο το σκέφτομαι, θα μπορούσα να σας κάνω να ρίξετε τόσο δάκρυ που θα λύναμε μια και καλή το πρόβλημα της έλλειψης νερού που ταλανίζει τον πλανήτη.
Θα μπορούσα αλλά δε θα το κάνω. Εκείνο που σκεφτόμουν προσωπικά είναι το πόσο σημαντική είναι η εναρκτήρια μέρα της σχολικής χρονιάς (κάθε σχολικής χρονιάς) για το μέλλον των παιδιών και άρα της κοινωνίας μας. Σκεφτόμουν πόσα χάνουμε και πόσα θα μπορούσαμε να κερδίσουμε από την ποιότητα και το περιεχόμενο αυτής της πρώτης μέρας. Και μάλιστα χωρίς ο προϋπολογισμός του υπουργείου παιδείας να αυξηθεί στο ελάχιστο.
Έχω στο μυαλό μου την εικόνα χιλιάδων μαθητών να μπαίνουν στις αίθουσες, να τραβολογιούνται προσπαθώντας να προλάβουν την αγαπημένη θέση τους, να μαλλιοτραβιούνται ώστε να βρεθούν στο ίδιο θρανίο με τον καλύτερο φίλο τους, να καθίσουν κοντά στην «έδρα», αν είναι φυτά ή μακριά της, αν πρόκειται για φυσιολογικά παιδιά. Γενικά έχω στο μυαλό μου έναν χαμό ικανό να τρελάνει ακόμα και ένα αναισθητοποιημένο μύδι! Κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας εκπαιδευτικός. Τα παιδιά παίρνουν τις θέσεις τους -εκτοξεύοντας ανήκουστες απειλές σε εκείνον που πρόλαβε να πιάσει τη θέση που ονειρεύονταν- η κατάσταση ηρεμεί και όλοι περιμένουν να καταλαγιάσει η ανυπόφορη σκόνη.
Ο εκπαιδευτικός παίρνει τη θέση του, καλωσορίζει τους μαθητές και τους εύχεται «καλή χρονιά». Η αμέσως επόμενη στιγμή είναι καθοριστική. Από την επιλογή του τρόπου με τον οποίο ο εκπαιδευτικός θα χαριεντιστεί ή θα προσεγγίσει τους παλιούς και καινούριους μαθητές του κρίνονται σε μεγάλο βαθμό τα πάντα. Το μέλλον, η ποιότητα, οι επιλογές των μαθητών ακόμα και η πορεία της χώρας μας για τις επόμενες δεκαετίες.
Αν ο εκπαιδευτικός στρέψει ή επιτρέψει η κουβέντα να στραφεί γύρω από τις εξελίξεις στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, στη μεταγραφή του Στραβοκάνη, στο τηλεοπτικό σύμπαν, στο νέο cd της Κούλας Μπούλας ή σε άλλα απύθμενης βλακείας θέματα, τότε το παιχνίδι θα έχει χαθεί. Οι πιο βαρετοί μαθητές -άτομα χωρίς ουσιαστικά ενδιαφέροντα- θα αποκτήσουν φωνή και θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι στην πλάνη ότι το «τίποτα» σημαίνει «κάτι», θα συνεχίσουν να βρίσκουν ενδιαφέρουσα την ερώτηση: «τι ομάδα είσαι;», να πληροφορούνται για τα «επώνυμα» τηλεοπτικά ή άλλα σαχλοκούδουνα. Κάθε αναζήτηση που θα τους βελτίωνε θα πάει περίπατο και μάλιστα μακρινό. Την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι μαθητές που δε βρίσκουν ενδιαφέρον στην απλοϊκότητα της μπούρδας θα νιώσουν παρείσακτοι και μάλλον περίεργοι. Ο εκπαιδευτικός με την επιλογή ή την ανοχή του -αυτό είναι χειρότερο- θα έχει ωθήσει κάποια παιδιά σε πρακτικές που τα οδηγούν σε αδυναμία να κατανοήσουν ακόμα και ένα απλό κείμενο. Κάποτε θα το κάνει γιατί ο ίδιος αισθάνεται πιο άνετα ανάμεσα σε μαθητές χωρίς ουσιαστικές αναζητήσεις, προβληματισμούς και όνειρα. Παράλληλα, θα έχει περιορίσει μαθητές με ενδιαφέροντα και καλλιέργεια.
Ας αφήσουμε τέτοιες αίθουσες που για μια ακόμα χρονιά, μάλλον, θα αποτελέσουν την πλειονότητα κι ας μεταφερθούμε σε κάποιες άλλες που ελπίζω και εύχομαι να αυξηθούν. Σ’ αυτές μπαίνει ένας εκπαιδευτικός που έχει καταλάβει το ρόλο του και έχει αναλάβει την ευθύνη της βελτίωσης των παιδιών και της κοινωνίας μας. Ο εκπαιδευτικός χαμογελαστός περιμένει τα παιδιά να πάρουν τις θέσεις τους, τα καλωσορίζει και τους εύχεται τα καλύτερα. Αμέσως μετά αδιαφορεί για ερωτήσεις που στρέφονται σε απλοϊκά βαρετά θέματα, γεγονός που κάνει αρκετούς μαθητές να τα χάνουν και να σκέφτονται: «είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος που δε βρίσκει ενδιαφέρον και χαρά σε συζητήσεις για το ποδόσφαιρο και την τηλεόραση»; Ο εκπαιδευτικός έχοντας ήδη ανατρέψει το απλοϊκό Σύμπαν των περισσοτέρων, κοιτάζει τα παιδιά και με καλοσυνάτη περιέργεια τα ρωτάει: «Ποια βιβλία διαβάσατε το καλοκαίρι»;
Το φαντάζεστε; Κάποια -μάλλον λίγα- παιδιά που διάβασαν το καλοκαίρι θα νιώσουν άνετα, θα βρουν χώρο και στήριξη στον εκπαιδευτικό, θα αισθανθούν ότι δεν είναι «οι περίεργοι» και θα αρχίσουν να μιλούν για την εμπειρία τους. Θα βιώσουν την προσοχή, τη συμπάθεια, την αναγνώριση και τη συμπαράσταση του εκπαιδευτικού. Θα συνεχίσουν να διαβάζουν και να ασχολούνται με τα ενδιαφέροντά τους ακόμα πιο δυναμικά. Δε θα κρύβουν τις επιλογές τους με το φόβο της υποτίμησης από τους άλλους. Οι υπόλοιποι θα παρακολουθούν την κουβέντα λουφάζοντας στη γωνιά τους, θα καταλάβουν ότι ένα ολόκληρο καλοκαίρι δεν έκαναν το παραμικρό για την προσωπικότητά τους, δεν αφιέρωσαν τον ελάχιστο χρόνο σε κάτι που σίγουρα θα τους ωφελούσε και θα τους βοηθούσε στις μελλοντικές επιλογές τους. Κάποιοι από αυτούς θα προσπαθήσουν να υποτιμήσουν εκείνους που διάβασαν έστω και ένα βιβλίο. Αν ο εκπαιδευτικός επιμείνει στην επιλογή του, θα έχει βοηθήσει κάποια παιδιά να συνεχίσουν την προσπάθεια και θα έχει δείξει σε κάποια άλλα ότι το «τίποτα» δεν έχει πάντα πρωταγωνιστική θέση. Ίσως μάλιστα σπρώξει κάποια ακόμα παιδιά σε λίγο διαφορετικές αναζητήσεις.
Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να έχουν σημαντικό ρόλο στις επιλογές των παιδιών από την πρώτη κιόλας μέρα που θα ανοίξουν τα σχολεία. Αν θα διαιωνίσουν τη μετριότητα ή αν θα προκαλέσουν μια μικρή επανάσταση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από αυτό: τις πρώτες λέξεις τους προς τα παιδιά!

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

"Στο δρόμο της απώλειας"!!!

Τέτοια ανησυχία είχα να την περάσω από τότε που έβλεπα την ταινία «Ο μανιακός δολοφόνος με το πριόνι VI»! Τόσους μήνες στην εξουσία η νέα κυβέρνηση και να μην αποτολμήσει μια μικρούλα επανάσταση, μια επανίδρυση έστω του εκπαιδευτικού συστήματος; Τι απραξία κι αυτή! Έφτασα σε σημείο να μην κοιμάμαι καλά τα βράδια, να σκέφτομαι ότι αυτοί θα το δουν σοβαρά το θέμα και γι αυτό το καθυστερούν. Αργούν, επειδή ακόμη και η πιο ανεπαίσθητη παρέμβαση σε έναν τόσο σημαντικό χώρο, όπως της εκπαίδευσης, προϋποθέτει μελέτη, επεξεργασία, οργάνωση στη λεπτομέρεια, αξιολόγηση των πιθανών αποτελεσμάτων και τελικά διαμόρφωση των κατάλληλων προϋποθέσεων, ώστε τα μέτρα να μην είναι «αέρα πατέρα». Γιατί, όπως όλοι γνωρίζουμε, τα καλά τα μέτρα μπορεί να είναι «αέρα μητέρα», «αέρα κουμπάρα», «αέρα μπατζανάκη» αλλά ποτέ μα ποτέ «αέρα πατέρα»!
Επιτέλους, έφτασε η ώρα της γαλήνης. Τα πρώτα μέτρα -ενδεικτικά των προθέσεων αλλά και των δυνατοτήτων- της νέας κυβέρνησης έκαναν την εμφάνισή τους προκαλώντας ρίγη συγκινήσεως, «ένθεη μανία και έξαλλο ενθουσιασμό» στα πλήθη. Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, δημιουργία του ψηφιακού σχολείου, νέος τρόπος πρόσληψης των εκπαιδευτικών και κυρίως κατάργηση της βάσης του δέκα και αύξηση των απουσιών. Αυτά τα δυο τελευταία από μόνα τους πιστοποιούν την ευφυή πρωτοτυπία και την απαράμιλλη επαναστατική πρακτική που διέπει τη νέα ηγεσία της παιδείας μας.
Καιρός ήταν πλέον να εμφανιστούν μερικοί έξυπνοι και προοδευτικοί άνθρωποι στο χώρο του υπουργείου Παιδείας για να βάλουν τα πράγματα σε τάξη. Κάθισαν και σκέφτηκαν οι άνθρωποι: «Γίνεται να βελτιώσουμε το ελληνικό σχολείο; Σιγά και μη γίνεται! Κι αφού δεν γίνεται, τι να κάνουμε; Να του βάλουμε φουρνέλο;». Εδώ η απάντηση είναι ένα βαρύγδουπο ΟΧΙ, γιατί αυτό θα προκαλούσε την αντίδραση της Αριστεράς. Οπότε τι μπορούσαν να κάνουν; Μα ακριβώς αυτό που έκαναν.
Σκέφτηκαν, λοιπόν, το αυτονόητο. Αφού το σχολείο κινείται, λειτουργεί και προσφέρει σε επίπεδα κάτω της βάσης και άρα διαμορφώνει προσωπικότητες που κινούνται κάτω της βάσης, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να θέσουν και κριτήρια επιλογής που θα κινούνται κάτω της βάσης. Να μην παραμυθιαζόμαστε κιόλας! Κι έτσι, σε μια περίοδο που ως χώρα ψάχνουμε το ευρώ με το μεγεθυντικό φακό ώστε να μη φαλιρίσουμε, το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να μας χρεώσει κάτι παραπάνω κρατώντας στη ζωή ΤΕΙ και ΑΕΙ που θα έπρεπε να «τα έχουν τινάξει» προ πολλού. Ίσως βέβαια, η κυβέρνηση πιστεύει ότι δίνοντας την ευκαιρία σε μαθητές αναλφάβητους (κυριολεκτώ) να εισαχθούν με βαθμούς τρία (3) και τέσσερα (4) σε τμήματα που δε θα τα επέλεγαν ούτε οι νεκροί προηγούμενων εποχών, εξασφαλίζουν μέλλον λαμπρό στη χώρα μας. Γιατί άμα «βγάλουμε» μερικές εκατοντάδες ακόμα ιχθυολόγους, ιχθυοκόμους, επισκέπτες, επισκέπτριες και ειδικούς στη λαϊκή παραδοσιακή μουσική ή στη φυτική και ζωική παραγωγή, θα γίνουμε πρότυπο ανάπτυξης διεθνώς. Αν δεν το καταλάβατε, για την τωρινή κρίση που περνάμε φταίει η έλλειψη ιχθυοκόμων από την αγορά και όχι η τεμπελιά, η ανοργανωσιά, η ματαιοδοξία, ο λαϊκισμός και η υποκουλτούρα του έθνους μας!
Δηλαδή, ούτε ένας σοβαρός άνθρωπος βρέθηκε, έστω να περνάει έξω από το υπουργείο Παιδείας και να σφυρίξει κλέφτηκα στους από μέσα: «Ρε μάγκες, άμα τα έχετε τα λεφτά, γιατί δεν τα δίνετε εκεί που πραγματικά χρειάζεται; Γιατί δεν τα δίνετε για τη βελτίωση των υποδομών σε σχολές σύγχρονες και αναγκαίες; Γιατί δεν τα δίνετε εκεί που εισάγονται παιδιά που μόχθησαν, αφιέρωσαν χρόνο, χρήμα και κυρίως μυαλό; Για ποιο λόγο πρέπει να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε, να επιβραβεύουμε και κυρίως να ακριβοπληρώνουμε τη μετριότητα και την τεμπελιά»; Αλλά έτσι είμαστε εμείς και άρα τέτοια εξουσία μας ταιριάζει. Μια εξουσία άσκοπης σπατάλης που θα συνεχίσει να υποθηκεύει το μέλλον όλων, δικαίων και αδίκων.
Εκείνο, όμως, που βεβαιώνει ότι το ελληνικό σχολείο βρίσκει πλέον το δρόμο τον σωστό είναι η αύξηση των μαθητικών απουσιών. Η δικαιολογία ήταν ότι φέτος αρκετοί μαθητές, λόγω γρίπης, αναγκάστηκαν να λείψουν για μέρες από τα μαθήματά τους. Ωραίο; Βέβαια, θα μπορούσε το υπουργείο απλώς να «σβήσει» τις απουσίες εκείνων που πράγματι ήταν άρρωστοι αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν ημίμετρο και τέτοια στη χώρα μας δεν περνούν. Εδώ, άμα είναι να την κάνουμε τη δουλειά, την κάνουμε όμορφα και παστρικά. Μισές δουλειές δεν θέλουμε. Οπότε το υπουργείο επέδειξε λογική και σύνεση και έκανε αυτό που έκανε. Σου λένε οι υπεύθυνοι -υπουργός, υφυπουργοί, σύμβουλοι και βάλε- όλοι πλέον, ακόμα και οι πέτρες (γιατί στον τόπο μας και οι πέτρες έχουν μυαλό και λόγο) ξέρουν ότι το σχολείο όχι μόνο δεν προάγει τίποτε καλό αλλά έχει γίνει πηγή κινδύνων απερίγραπτων. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, λοιπόν, για να περιορίσουμε το κακό είναι να μειώσουμε το χρόνο επαφής των μαθητών μ’ αυτό. Τέλειο!
Μάλιστα, αν αυτό που χαρακτηρίστηκε προσωρινό μέτρο, ακολουθήσει την πεπατημένη -στη χώρα μας ουδέν μονιμότερον του προσωρινού- τότε σίγουρα το σχολείο βρήκε το δρόμο του και επίσημα πια. Ίσως η φετινή χρονιά λειτουργήσει και ως πρότυπο για τις επόμενες. Σκεφτείτε ότι φέτος τα σχολεία δε λειτούργησαν λόγω εκλογών, λόγω καταλήψεων, λόγω απεργιών, λόγω γρίπης, λόγω εκδρομών, λόγω κακοκαιρίας, λόγω απουσίας εκπαιδευτικών, λόγω αρχαιρεσιών της ΟΛΜΕ, της ΔΟΕ, του ΟΣΕ, του ΟΤΕ, της ΕΥΔΑΠ, του συλλόγου σαλαμεμπόρων Κάτω Μαγουλίτσας. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και τις απουσίες που δικαιωματικά μπορούσε να κάνει κάθε μαθητής, τότε ακόμα και ο πιο ηλίθιος μπούφος καταλαβαίνει ότι το σχολείο έκανε φέτος το μικρότερο δυνατό κακό στους μαθητές του. Οι μέρες που τα σχολεία λειτούργησαν κανονικά υπήρξαν ελάχιστες. Η προσφορά μερικών ακόμα απουσιών ολοκληρώνει το θετικό βήμα. Από την επόμενη σχολική χρονιά μπορούμε να αυξάνουμε σταδιακά τις απουσίες μέχρι το σχολείο να καταλήξει … προαιρετικό -για εκπαιδευτικούς και μαθητές- και άρα ακίνδυνο.
Δεν ξέρω τι λέτε και τι σκέφτεστε εσείς, προσωπικά πιστεύω ότι το ελληνικό σχολείο βρήκε το δρόμο του. Το δρόμο της απώλειας!