Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Λέξεις που φωνάζουν

Τελευταία δεχόμαστε μια καταιγιστικά γραφική επίθεση πολιτικής ορθότητας. Ένα τσούρμο "υπερευαίσθητων" επιδιώκει τον... εξευγενισμό του λόγου σε κάθε επίπεδο, πιθανότατα ως αντίδραση στη ζοφερή πραγματικότητα ή ίσως της διάψευσης που έχουν δεχτεί από τις εξελίξεις. Το κάνει (το τσούρμο) μάλιστα, ακόμη και απέναντι σε περιπτώσεις εμφανέστατης διάθεσης για χιούμορ και αποδόμησης της γλώσσας. Και τότε απλώς γίνονται γραφικά φαιδροί. Κάπως έτσι θυμήθηκα το «1984» του Orwell, όπου η εξουσία του Μεγάλου Αδελφού δίνει στα Υπουργεία της ονόματα αντιφατικά, γλυκά κι αγαπησιάρικα στην προσπάθεια αλλοίωσης των θλιβερών συνθηκών που έχει επιβάλει. 
Στο «1984», λοιπόν, το Υπουργείο «Ειρήνης» φρόντιζε για τη διαιώνιση του πολέμου, εκείνο της «Αλήθειας» τροφοδοτούσε την προπαγάνδα, τη διαστρέβλωση ή και εξαφάνιση της πραγματικότητας, της «Αγάπης» (τι γλυκό!) συντηρούσε τον τρόμο και «συνέτιζε» τους ικανούς να διαπράξουν, μελλοντικά, «εγκλήματα σκέψης». Τέλος, το Υπουργείο «Αφθονίας», σε μια κοινωνία όπου και τα βασικά αγαθά ήταν δυσεύρετα, μάλλον δεν είχε και πολλά να κάνει. Διδακτικό. Μπορεί η εξουσία να δίνει στα Υπουργεία της ονόματα τρισχαριτωμένα που θυμίζουν στοργή και προδέρμ αλλά η πραγματικότητα συνεχίζει να είναι αποκαρδιωτικά δυστοπική. 
Τι «1984» τι 2015. Οι λέξεις χάνουν το νόημά τους με ταχύτητα που προκαλεί πανικό στους λεξικογράφους και φθόνο στον Flash Gordon. Άλλοτε στο όνομα της πολιτικής ορθότητας και άλλοτε στο πλαίσιο κυβερνητικής προπαγάνδας οι λέξεις... βελτιώνονται χάνοντας το νόημά τους. Την ίδια στιγμή η κατάσταση αρνείται πεισματικά να αναβαθμιστεί. Αν οι αγωνιζόμενοι για τη βελτίωση χαρακτηρισμών -είτε συνθηκών είτε ατόμων- αγωνίζονταν το ίδιο σθεναρά για τη βελτίωση καταστάσεων, θα ζούσαμε στον παράδεισο. 
Μπορεί π.χ., εδώ και δεκαετίες να «μετατρέψαμε» τον «υπανάπτυκτο κόσμο» σε «αναπτυσσόμενο» αλλά αν ερωτηθεί ο κάτοικος αυτών των περιοχών πόσο αναπτυσσόμενος νιώθει, αντί απάντησης θα δεχόμασταν μια ξεγυρισμένη μπούφλα στα μούτρα. Μπορεί τα «άτομα με ειδικές ανάγκες» να έγιναν «άτομα με ειδικές ικανότητες» αλλά αυτό σε τίποτε, πιθανώς, δεν άλλαξε την καθημερινότητά τους. Μπορεί οι «λαθρομετανάστες» να έγιναν «παράτυποι μετανάστες» αλλά οι συνθήκες ζωής τους και η αντιμετώπιση που δέχονται, με βεβαιότητα, δε βελτιώθηκαν όσο ο χαρακτηρισμός που τους αποδίδεται. 
Το ίδιο ισχύει και σε επίπεδο καταστάσεων. Μπορεί η «τρόικα» να εξελίχθηκε σε «θεσμοί» αλλά αισθάνομαι ότι συνεχίζει να κάνει ό,τι και πριν. Χώρια που ο λαός συνεχίζει να την αποκαλεί «τρόικα». Έτσι τη γνώρισε, έτσι την αγάπησε. Μπορεί το μισητό και επονείδιστο «Μνημόνιο» να μετεξελίχτηκε σε «δανειακή σύμβαση» ή «πρόγραμμα γέφυρα» αλλά εξακολουθεί να απαιτεί από εμάς μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν αλλά εμείς αρνούμαστε να κάνουμε. Με απλά λόγια, μπορεί οι χαρακτηρισμοί να μεταβάλλονται με ευφάνταστο τρόπο, να αποκτούν μια γλυκύτητα, μια... εσάνς ανθρωπισμού αλλά η πραγματικότητα παραμένει ανεπηρέαστη. Το αποτέλεσμα υπήρξε μια «τρύπα» ή σύμφωνα με τους κώδικες της πολιτικής ορθότητας μια «οπή στο νερό». 
Οι λέξεις, όμως, φτιάχνονται για να αποδώσουν την πραγματικότητα. Όταν την αλλοιώνουν, απλώς σιωπούν. Όταν, λοιπόν, με το καλό, οι «αναπτυσσόμενοι» λαοί μπουν σε τροχιά ανάπτυξης, τότε να τους χαρακτηρίσουμε αναπτυσσόμενους. Όχι πριν. Κάποτε το αποτέλεσμα μιας τέτοιας προσπάθειας μπορεί να είναι και αρνητικό. Αν π.χ. χαρακτηρίζουμε ως «ανθρωπιστική κρίση» την κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα, τότε πώς θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση στη Συρία, την Υεμένη, τη Νιγηρία, το Αφγανιστάν...; Μήπως έτσι ωραιοποιείται η τραγική πραγματικότητα που βιώνουν οι συγκεκριμένες περιοχές, προκαλούνται λαθεμένες εντυπώσεις ως προς το μέγεθος της οδύνης τους και ίσως περιορίζεται η διάθεση για βοήθεια και στήριξή τους; Αν, λοιπόν, επιθυμούμε για εμάς την «ανθρωπιστική κρίση», τότε πρέπει να εφεύρουμε έναν τραγικότερο όρο για την κατάσταση αυτών των περιοχών -ίσως ανθρωπιστικός εφιάλτης ή ανθρωπιστική φρίκη- ώστε να δηλώνεται η διαφορά. Οπότε όλοι αυτοί οι υπερευαίσθητοι, που σοκάρονται από τη χρήση πολιτικά ανορθόδοξων λέξεων, ας δείξουν πιο έμπρακτα την ευαισθησία τους κι ας αφήσουν τις λέξεις στην ησυχία τους. Τα υπόλοιπα μου κάνουν πολύ... δήθεν. 
Απεχθάνομαι τις κραυγές αλλά λατρεύω τις λέξεις που φωνάζουν. Λατρεύω π.χ. τα χιουμοριστικά κείμενα που χρησιμοποιούν πολιτικά ανορθόδοξους χαρακτηρισμούς, επειδή δηλώνουν με ακρίβεια αυτό που πρέπει. Αδυνατώ να καταλάβω την αντίδραση ορισμένων σε τέτοιους χαρακτηρισμούς. Μπορεί να τους θεωρούν μειωτικούς αλλά θα συμφωνήσω με τον Orwell: «Ο σκοπός ενός αστείου δεν είναι να μειώσει κάποιον, αλλά να του θυμίσει ότι είναι μειωμένος». Πιστεύω, λοιπόν, ότι αν ένα τσουλί δεν το χαρακτηρίσεις «τσουλί» αλλά Χιονάτη (που είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα), δε θα καταλάβει ποτέ τι ακριβώς είναι και άρα ελάχιστα θα προβληματιστεί γι αυτό. Το ίδιο ισχύει για το βλάκα, το ζωντόβολο, τον αγύρτη, το λαϊκιστή. Άλλωστε ακόμη και ο Αϊνστάιν δε μάσησε τα λόγια του, όταν μίλησε για την «απεραντοσύνη της ανθρώπινης βλακείας». Βέβαια, η αίσθηση του χιούμορ διαφέρει. Κάποιοι ενδεχομένως, δεν τη διαθέτουν στο ελάχιστο. Μου είναι δύσκολο να το καταλάβω αλλά από την άλλη... «ποτέ δεν πρέπει να υποτιμάς την ηλιθιότητα της κοινής γνώμης». 

Θεωρώ ότι οι λέξεις πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους. 
Και πρέπει να την κάνουν φωναχτά.



Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Οι λέξεις τελείωσαν…

Η ελληνική γλώσσα είναι από τις πιο πλούσιες του κόσμου. Αυτό λογικά σημαίνει ότι προσφέρει εναλλακτικές λύσεις τόσο σκέψης όσο και έκφρασης ακόμα και λεπτών διαφορών. Προσφέρει άπειρους συνδυασμούς σε εκείνον που διαθέτει φαντασία, δημιουργικότητα, καινοτομία. Κι αυτό, λογικά και πάλι, σημαίνει ότι, αν κάποιος επαναλαμβάνεται ανιαρά και αναμενόμενα, δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Το ένα είναι ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα, ότι είναι αγράμματος ή ακαλλιέργητος ή και τα δυο μαζί. Σημαίνει ότι είναι άνθρωπος μέτριων δυνατοτήτων ως προς τη σκέψη και τις επιλογές. Το δεύτερο είναι ότι μπορεί μεν να γνωρίζει την ελληνική αλλά δεν έχει και πολλά να πει, οπότε και επαναλαμβάνει την … επανάληψη. Το τρίτο, όσο κι αν το ψάχνω, αδυνατώ να το εντοπίσω κι αυτό συμβαίνει για έναν και μοναδικό λόγο. Συμβαίνει, γιατί «τρίτο» στη συγκεκριμένη περίπτωση απλώς δεν υπάρχει.
Αν στα παραπάνω έχω δίκιο, τότε ζήτω που καήκαμε. Να το πω ξεκάθαρα. Ποσώς με ενδιαφέρει αν οι παραπάνω αδυναμίες χαρακτηρίζουν τον συμπαθέστατο, κατά τα άλλα, τύπο που μαζεύει τα σκουπίδια της γειτονιάς, τον αξιοπρεπέστατο μετανάστη που σκάβει για να συνδεθεί ο απέναντι με το φυσικό αέριο ή τον ενοχλητικότατο παλιατζή που τριγυρνάει με το φορτηγάκι του ουρλιάζοντας μέσα από μιας άθλιας ποιότητας ντουντούκα. Η γλωσσική ανεπάρκεια αρκετών συνανθρώπων μας μπορεί να μου προκαλεί στενοχώρια αλλά καμιά αγωνία. Όταν, όμως, οι γλωσσικές αδυναμίες συνδέονται με τους πρωταγωνιστές της προεκλογικής περιόδου, τότε η κατάσταση γίνεται ανησυχητική.
Το ζήτημα, σε αυτή την περίπτωση, είναι ότι οι πολιτικοί δεν έχουν τίποτα καινούριο να πουν. Οι λέξεις τελείωσαν γι αυτούς. Κι επειδή οι λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος είναι ο καθρέφτης της ποιότητας του χαρακτήρα και της σκέψης του, καταλήγω σε πολύ αγωνιώδη συμπεράσματα. Αν οι επαναλαμβανόμενες ασυνάρτητες κοινοτοπίες που εκστομίζουν είναι αποτέλεσμα αγραμματοσύνης και υποκουλτούρας, σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι έχουν ελάχιστες δυνατότητες να οδηγήσουν τη χώρα σε έξοδο από την κρίση. Μπορεί να έχουν όλη την καλή διάθεση αλλά είναι ανεπαρκείς. Μέτρια γλωσσική κατάρτιση σημαίνει αδυναμία κατανόησης των πολύπλοκων εξελίξεων, δείχνει αδυναμία ανάλυσης των απαιτήσεων και σίγουρα δηλώνει αδυναμία συνεννόησης με τους δανειστές μας. Οι συγκεκριμένοι, αν αναρριχηθούν στην εξουσία, είναι αδύνατον να πείσουν για την ορθότητα των θέσεών μας και άρα να προωθήσουν τα συμφέροντά μας. Γι αυτό το λόγο, το μόνο που κάνουν είναι να καταφεύγουν στο ασφαλές γι αυτούς λιμάνι του λαϊκισμού.
Αν, από την άλλη, η κενότητα και ασυναρτησία του πολιτικού λόγου οφείλεται σε έλλειψη νέων ιδεών, δε χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Αν εκείνοι που διεκδικούν την ψήφο μας, έχουν στερέψει από απόψεις, από οράματα που να ανταποκρίνονται στα δεδομένα των καιρών, σημαίνει ότι είναι εξίσου ανεπαρκείς και επικίνδυνοι με τους προηγούμενους. Εύκολα καταλαβαίνει ο καθένας ότι οι πολιτικοί ήδη σκέφτηκαν όσα μπορούσαν να σκεφτούν, ήδη πρότειναν-υποσχέθηκαν όσα μπορούσαν να υποσχεθούν και μάλλον ήδη έπραξαν όσα μπορούσαν να πράξουν. Ο λαϊκισμός είναι και πάλι το καταφύγιο.
Οι πολιτικοί, με πολύ απλά λόγια, δε μας λένε κάτι καινούριο, γιατί, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αδυνατούν και να το σκεφτούν. Όσο κι αν το ψάχνουν, δεν έχουν εντοπίσει κάτι νέο. Όσο περισσότερο φωνάζουν τόσο πιο έντονα δηλώνουν τη μετριότητά τους απέναντι στην πραγματικότητα που οι ίδιοι -ή έστω άλλοι με τα ίδια όμως μυαλά- μας έχουν οδηγήσει. Ακόμα πιο απλά. Αφού ακούμε όσα έχουμε ξανακούσει άπειρες φορές, το ίδιο θα γίνει και με όσα θα γίνουν στο εξής, αν ο σοφός λαός αποφασίσει να στείλει στο Κοινοβούλιο όσους ήδη βρίσκονται σ’ αυτό. Το ίδιο θα συμβεί κι αν στείλει στη Βουλή άλλους που όμως, έχουν τα ίδια μυαλά.
Όσο πλησιάζει η ώρα των εκλογών ελπίζω σε ένα μόνο. Ελπίζω ότι έχουμε πια καταλάβει ότι όσα ακούμε, δεν τα ακούμε για πρώτη φορά. Ότι όσες φορές κι αν ειπωθούν τα ωραία λόγια δεν πρόκειται να αλλάξουν το παραμικρό. Η αλλαγή δε χρειάζεται λόγια αλλά ενέργειες. Όλα αυτά είναι ωραία λόγια αλλά τα ακούμε από τους πολιτικούς μας από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτή ακριβώς η επανάληψη τα έχει καταστήσει κενά όσο και μια σαπουνόφουσκα, βαρετά όσο και τα τηλεοπτικά σήριαλ. Κανέναν δεν ξεσηκώνουν παρά μόνο τους χρόνια ηλίθιους. Ελπίζω -με ελάχιστες πιθανότητες να συμβαίνει τελικά- ότι αυτοί είναι λίγοι.
«Οι λέξεις τελείωσαν για τους πολιτικούς». Ή μάλλον, τώρα που το καλοσκέφτομαι «οι ωραίες λέξεις τελείωσαν» γι αυτούς. Υπάρχουν, όμως, εκείνες που δεν ακούγονται τόσο όμορφα στα αφτιά μας, υπάρχουν εκείνες που λένε για θυσίες, που υπενθυμίζουν ότι πρέπει να φανούμε εντάξει στις υποχρεώσεις που έχουμε αναλάβει, εκείνες που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τις δυσκολίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Υπάρχουν εκείνες που εκφράζουν ρεαλισμό. Και υπάρχουν και πολιτικοί που δε φοβούνται να τις χρησιμοποιήσουν, αλλά είναι ελάχιστοι. Αν καταφέρουμε να τους εντοπίσουμε -έστω την τελευταία στιγμή- και να τους στηρίξουμε, ίσως μπορούμε να ελπίζουμε. Οι λέξεις μπορεί να τελείωσαν αλλά τώρα, έτσι κι αλλιώς, είναι η ώρα της δράσης από μέρους μας και η ψήφος μας μπορεί να είναι πιο ηχηρή από χιλιάδες, κενές λέξεις. 
Καλή ψήφο!