Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Φταίει το Σύστημα;

Συζήτηση με μαθητές Λυκείου. Γκρινιάζουν. Δηλώνουν απογοητευμένοι και μάλλον είναι. Νιώθουν απογοήτευση, επειδή, για κακή τύχη τους, γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Οργή, επειδή είναι αναγκασμένοι να δώσουν Πανελλαδικές. Αγανάκτηση, γιατί άλλες χώρες «ανακαλύπτουν» τους ταλαντούχους νέους τους και τους αξιοποιούν. Δυσανασχετούν με το «Σύστημα» που αγνοεί ή περιορίζει τις αξιοζήλευτες ικανότητές τους, καταδικάζοντάς τους στη μετριότητα. Ο καθένας τους θεωρεί τον εαυτό του ταλέντο ολκής. Η συζήτησή τους μαζί μου καθόλου δε μετριάζει το θυμό τους. Μάλλον τον επιτείνει. Στην ερώτηση «τι έχουν κάνει, ώστε κάποιος να έχει λόγους να τους “ανακαλύψει”», τα κεφάλια σκύβουν. Οι αντιδράσεις τους... εξαϋλώνονται. Στην ερώτηση «ποιο είναι, επιτέλους, αυτό το “Σύστημα” που μας καταπιέζει, μας περιορίζει, μας βασανίζει, δε μας αφήνει να σηκώσουμε κεφάλι, μας κάνει το βίο αβίωτο;», απάντηση ακόμα περιμένω. Αδημονώ.
Δεν μπορούσα, βέβαια, να κάθομαι με σταυρωμένα χέρια και να περιμένω. Τα ξεσταύρωσα. Ούτε έτσι, όμως, μπορούσα να περιμένω. Οπότε σκέφτηκα να γράψω κάτι, αναμένοντας την απάντηση των παιδιών. Θα πει κάποιος «Πφφφ, παιδιά! Τι να περιμένει κανείς;». Τα παιδιά όμως, «κάποιε», από κάπου έμαθαν ότι το «Σύστημα φταίει» για καθετί αρνητικό ή περιοριστικό. Και δεν είναι λίγες οι πηγές έμπνευσής τους. Αντίθετα. Η λογική του «φταίει το Σύστημα» αποτελεί ίσως το πιο ενοποιητικό στοιχείο της κοινωνίας μας. Σίγουρα το πιο βλαμμένο. Προβάλλεται διαρκώς και αξιοποιείται επαρκώς όχι από λίγους. 
Το «Σύστημα» είναι η δικαιολογία του μαθητή, του οποίου οι επιδόσεις κινούνται στο έρεβος. Της μάνας, της οποίας του παιδιού οι επιδόσεις χαρακτηρίζουν την έννοια του απροσμέτρητου βάθους. Του εργαζομένου που δεν αναγνωρίζεται από τον εργοδότη. Του επιχειρηματία, του οποίου η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Του πολιτευτή που δεν κατάφερε να εκλεγεί. Του πολιτικού που κατάφερε να εκλεγεί αλλά αδυνατεί να εφαρμόσει όσα υποσχέθηκε. Του πολίτη που δυσκολεύεται να αποπληρώσει τα δάνειά του. Του δημόσιου υπαλλήλου που βλέπει το μισθό του να συρρικνώνεται. Του οπαδού που βλέπει την ομάδα του να χάνει περισσότερες φορές από εκείνες που παίζει. Του εθνικιστή που βλέπει την Ελλάδα να πατώνει. Του διεθνιστή που παρακολουθεί την ΕΕ να φυλλοροεί...
Άρα τα παιδιά είχαν πού να μοιάσουν. Και ποιο είναι αυτό το «Σύστημα» επιτέλους; Ποιοι είναι αυτοί που διαμορφώνουν, ελέγχουν, καθορίζουν το «Σύστημα»; Λογικά(;) «Σύστημα» δεν είναι οι προαναφερθέντες. Αν ήταν ή ένιωθαν να είναι, δε θα τα έβαζαν με αυτό. Οπότε «Σύστημα» είναι ο ... κανένας ή ο κανένας από όσους το κατηγορούν. Μπορεί, λοιπόν, το «Σύστημα» να είναι κάτι αδιόρατο, υπερφυσικό, μεταφυσικό ή παραφυσικό που όμως ασχολείται επισταμένως με τα εγκόσμια και ενίοτε μας ψεκάζει, πιθανώς για να σπάει πλάκα. 
Ελπίζω ότι όλα αυτά έχουν καταστήσει σαφές το βλακώδες της υπόθεσης περί «Συστήματος» που δεν αφήνει τον άνθρωπο και δη τον ικανό άνθρωπο να αγιάσει. Το «Σύστημα» είναι κάτι ορατό, χειροπιαστό. Είμαστε εμείς. Όλοι μας. Είναι η κοινωνία, οι κώδικες, οι κανόνες λειτουργίας της. Είναι ο τρόπος ζωής και οι συνθήκες που επιλέξαμε. Άλλος λίγο, άλλος πολύ το επηρεάζουμε, το ανατροφοδοτούμε καθημερινά. Οι πράξεις μας, οι συμπεριφορές μας, οι επιλογές μας είναι η κινητήρια δύναμή του, το καύσιμό του. 
Το «Σύστημα» είναι μια μηχανή. Εμείς τα εξαρτήματά της. Οι θεσμοί, τα άτομα αποτελούν τα μέρη του. Και σαν μηχανή, το «Σύστημα» μπορεί να δουλεύει καλά ή όχι. Εξαρτάται από εμάς. Αν αγοράσετε έναν υπολογιστή κι αυτός δε λειτουργεί σωστά ή δε λειτουργεί καθόλου, τα πράγματα είναι απλά. Με το να τον σπάσετε, να τον πατήσετε κάτω και να τον διαλύσετε με μανία, μάλλον δεν καταφέρνετε πολλά. Εδώ βρίσκεται η διαφορά του «Συστήματος» από τις υπόλοιπες μηχανές. Τα βάζετε, λοιπόν, με τον κατασκευαστή του, τον πάτε για επιδιόρθωση ή για αντικατάσταση. 
Τι ισχύει με το «Σύστημα - Κοινωνία»; Αν δε λειτουργεί σωστά, δεν έχω εναλλακτικές. Αν το σπάσω, το πατήσω κάτω και το διαλύσω με μανία, μάλλον δεν καταφέρνω πολλά. Σίγουρα δεν το βελτιώνω. Κυρίως, δεν μπορώ να «το πάω πίσω και να το αλλάξω με άλλο». Όταν τα βάζω με αυτό, τα βάζω με τον εαυτό μου ή τους γύρω μου. Είπαμε ήδη ότι τα εξαρτήματά του είμαστε εμείς. Εμείς το κατασκευάζουμε, το εξελίσσουμε, το βελτιώνουμε. Αν δημιουργούμε ή οι ίδιοι αποτελούμε κακής ποιότητας εξαρτήματα (παιδιά, οικογένεια, εκπαίδευση, Πολιτεία...), δεν μπορούμε να έχουμε απαιτήσεις. Αν επιθυμώ να το βελτιώσω, πρέπει να βελτιωθώ ο ίδιος ή να βελτιώσω τα εξαρτήματα, τα οποία κατασκευάζω γι αυτό. 
Το θέμα είναι ότι οι περισσότεροι έχουν την αίσθηση ότι αποτελούν ιδανικά εξαρτήματα. Γι αυτούς το πρόβλημα είναι οι άλλοι. Η έννοια της ευθύνης συνήθως αγνοείται κι αυτό τροφοδοτεί και διαιωνίζει τη συγκεκριμένη στάση ζωής. Όσο συνεχίζει να «φταίει το Σύστημα», είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να δούμε άσπρη μέρα. Ίσως η λύση να είναι πιο απλή. Την επόμενη φορά που θα νιώσετε (αυτό δεν ενοχλεί ιδιαίτερα) ή θα πείτε (αυτό είναι βδελυρό, τρισάθλιο και βαρετό εξίσου) ότι «φταίει το Σύστημα», ας σκεφτείτε τι έχετε κάνει εσείς γι αυτό και πόσο υπεύθυνοι είστε για τις δυσλειτουργίες του. Μήπως αποτελείτε εσείς το ψεγάδι του; Μήπως δημιουργείτε (ως γονείς, εκπαιδευτικοί, πολιτικοί...) τέτοια; Ή έστω ανέχεστε να υπάρχουν γύρω σας ελαττωματικά εξαρτήματα; 
Πιθανότατα, λοιπόν, όταν «φταίει το Σύστημα», φταίμε εμείς. 


Ο κ. Ζάχος απεχθάνεται να ακούει ιστορίες από «ταλαντούχους» ανθρώπους, 
τους οποίους το «Σύστημα» δεν αναγνώρισε  ποτέ




Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Συνταγή χρεοκοπίας

Υπόθεση. Έστω ότι είστε ιδιοκτήτης επιχείρησης. Πολύ μεγάλης (με το συμπάθιο). Απασχολείτε πάνω από ένα εκατομμύριο υπαλλήλους. 
Τώρα πρέπει να της βρούμε ένα «αντικείμενο». Έστω, λοιπόν, ότι η εταιρεία εξειδικεύεται στην παραγωγή άγχους, γραφειοκρατίας, μετριότητας, αυθαιρεσίας, τεμπελιάς, αθλιότητας, ρουσφετιών, καθυστέρησης, δηλαδή, του απόλυτου «τίποτα». Επειδή από οικονομικά σκαμπάζετε όσα και το μύδι, η επιχείρηση ποτέ δεν πήγαινε καλά. Φυσικό. Η αγορά ποτέ δεν εκτίμησε τα προϊόντα της. Παρ’ όλα αυτά, ως επικίνδυνα ηλίθιος, προσλαμβάνατε υπαλλήλους, εξίσου ανίκανους με εσάς και, ως επί το πλείστον, άχρηστους. «Υπαλλήλους στο σακί», δηλαδή. Πιστεύατε ότι θα σας φαίνονταν χρήσιμοι σε άλλες -ας πούμε- πολιτικές φιλοδοξίες σας. Παρότι η επιχείρηση δεν είχε κέρδη, πρόσφερε παχυλές αμοιβές και ευφάνταστα επιδόματα. Επίδομα ξυσίματος, αργοπορίας προσέλευσης, ανάγνωσης φλιτζανιού, γρήγορης αποχώρησης, ανάδευσης φραπέ, ανάδρομου Ερμή... 
Πού έβρισκε τα χρήματα; Εύκολο. Τα χρήματα ήταν δανεικά. 
Κάποτε τα πράγματα αρχίζουν να δείχνουν ότι δεν πάνε καλά. Ποτέ δεν πήγαιναν άλλωστε. Τα φίδια ζώνουν τους δανειστές -τους οποίους θεωρούσατε κουτόφραγκους. Οι «κουτόφραγκοι» τώρα απαιτούν το λογικό. Επιστροφή των δανεικών. Αντιλαμβανόμενοι την εξωφρενική ανικανότητά σας, αναλαμβάνουν τη διαχείριση επιβάλλοντας δραστικά μέτρα και αναδιάρθρωση. Περιορισμός κόστους λειτουργίας και δραματική μείωση προσωπικού. Φυσικό. Τα προϊόντα της εταιρείας συνεχίζουν να μη φέρνουν το παραμικρό κέρδος. 
Ωραία. Είστε υποχρεωμένος να απολύσετε υπαλλήλους. Το θέμα είναι ποιους. Χρειάζεστε κριτήριο. Πρέπει να διώξετε τους πιο οκνηρούς. Τους μη παραγωγικούς. Τους κοπανατζήδες. Εκείνους που έχουν κατακλέψει την εταιρεία. Όσους αδιαφορούν για τη δουλειά τους. Αυτούς που δε σέβονται τους πελάτες σας. Εννοείται ότι δε θα αγγίξετε τους παραγωγικούς, όσους έχουν προσόντα, διάθεση, οργανωτικό πνεύμα, υπευθυνότητα κι όλα τα ωραία που μπορεί να διαθέτει ο εργαζόμενος. 
Αμ δε! Ανακαλύπτετε ότι, επειδή προσλαμβάνατε «υπαλλήλους στο σακί», επειδή ποτέ δεν είχαν δεχτεί την αξιολόγησή τους κι εσείς τους νταντεύατε, απλώς δε διαθέτετε κριτήριο. Αγνοείτε ποιους να εκπαραθυρώσετε κλοτσηδόν και ποιους να κρατήσετε. Οι δανειστές, όμως, πιέζουν. Τους είναι αδύνατο να διανοηθούν ότι εσείς αγνοείτε από ποιους πρέπει να απαλλαγείτε! Διώχνετε, λοιπόν, ανθρώπους έτσι, χωρίς κριτήριο. Οπότε διώχνετε και ικανούς. «Χάνετε» άτομα με προσόντα, διάθεση να εργαστούν και να προσφέρουν. Από την άλλη, αρκετοί άχρηστοι τεμπέλαροι διασώζουν τις θεσούλες τους. Συνεχίζουν να αποτελούν βάρος ασήκωτο χωρίς ανταπόδοση. 
Ελπίδα διάσωσης καμιά. Η επιχείρηση οδηγείται στον ένατο κύκλο (ο κύκλος με τους προδότες) της κόλασης του Δάντη. Εσείς απλώς σκέφτεστε πόσο μεγάλο λάθος κάνατε που δεν αξιολογούσατε τους υπαλλήλους σας. Αν το είχατε κάνει, τώρα θα γνωρίζατε σε ποιους θα μπορούσατε να στηριχτείτε. Τώρα μαζί με τα χλωρά (είναι πάρα πολλά) καίγονται και τα ξερά (σπανίζουν στην εταιρεία σας). «Στερνή μου γνώση, να σε είχα πρώτα». Είναι αργά για οποιαδήποτε διόρθωση. 
Το ίδιο ακριβώς σκέφτονται και οι αξιόλογοι υπάλληλοί σας. Εκείνοι που έκαναν τη δουλειά, τη δική τους αλλά και των τεμπέληδων και ανάξιων συναδέλφων τους. Έκαναν λάθος όταν ανέχονταν τη μετριότητα, την ανευθυνότητα και την τεμπελιά των υπολοίπων. Το έβλεπαν... ανθρωπιστικά: «Ας μη χάσει τη θεσούλα του ο ανίκανος τεμπέλης. Έχει οικογένεια να θρέψει ο κρετίνος. Ας μη δημιουργούμε προβλήματα και εντάσεις μεταξύ μας στηλιτεύοντας τα κακώς κείμενα». Ναι, αλλά τώρα κάποιοι από τους ικανούς αντικρίζουν την πόρτα της εξόδου, χωρίς περιθώρια αντίδρασης. Τώρα κάποιοι από αυτούς, δεν έχουν να θρέψουν τη δική τους οικογένεια. Πού να το φαντάζονταν ότι, κάποια στιγμή, θα συνέβαινε το αυτονόητο: οι δανειστές να κλείσουν τις στρόφιγγες της χρηματοδότησης και η εταιρεία να οδηγηθεί σε διαδικασίες χρεοκοπίας. 
Τώρα είναι αργά για δάκρυα. Οι ικανοί συνειδητοποιούν ότι αποδείχτηκαν απόλυτα και ολοκληρωτικά ανόητοι με το να εμποδίζουν την αξιολόγηση, με το να «παίρνουν στα ποδάρια» τους τεμπέληδες και ανίκανους συναδέλφους τους. Μάλλον κι αυτοί είχαν βολευτεί λιγάκι στη χαλαρότητα. Τώρα σκέφτονται πόσο θα συνέφερε τους ίδιους η αξιολόγηση. Καταλαβαίνουν, όπως κι εσείς άλλωστε -πολύ αργά για διορθώσεις- ότι η ανοχή στην τεμπελιά, τη μετριότητα, την αθλιότητα ήταν η παγίδα που έστηναν οι ανίκανοι εγκλωβίζοντας τους ικανούς. Κατανοούν ότι η ανοχή στην αναξιοκρατία και τη φαυλότητα σήμαινε αποδοχή τους. Βιώνουν την απεραντοσύνη της ηλιθιότητάς τους. 
Η εταιρεία μπορεί να σωθεί με έναν τρόπο. 
Πρέπει να κλείσει. 
Να απολύσει τους πάντες και να επαναπροσλάβει μόνο λίγους και ικανούς. Τόσους όσους χρειάζεται. Με αυστηρές προϋποθέσεις και θέτοντας ξεκάθαρες απαιτήσεις στους νέους υπαλλήλους της. Όποιος δεν μπορεί να αντεπεξέλθει, ας πάει σπίτι του. 
Ανθρωπιά σίγουρα δε σημαίνει ανοχή στη μετριότητα, την τεμπελιά και τη βλακεία. Ο καθένας θα βρει τη θέση του κι αυτή θα είναι αντίστοιχη των προσόντων του. Κάποιοι κοπίασαν και συνεχίζουν να το κάνουν περισσότερο από κάποιους άλλους. Ε λοιπόν, πολύ απλά, δικαιούνται περισσότερα. Γιατί απλώς αυτοί θα μας πάνε μπροστά. 

 Ο κ. Ζάχος, αν μπορούσε να δώσει όνομα στην επιχείρηση της ιστορίας, 
 θα την ονόμαζε, τελείως τυχαία, 
«Ελλάδα ΑΕ»

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Επικοινωνία στο… περίπου!

Το γνωρίζω πολύ καλά! Είναι παιδιά. Όσο κι αν θέλουν να δείχνουν μεγάλοι. Είναι παιδιά. Η ζωή είναι μπροστά τους και τα περιμένει. Κι όμως, από αυτά ακούω όλο και πιο συχνά ό,τι θα περίμενα να ακούσω από έναν ηλικιωμένο αναλφάβητο. «Ελάτε κύριεεε! Καταλάβατε τώρα τι θέλω να πω»! Κι εγώ τι να πω; Ψέμα να πω; Τι είμαι επιτέλους; Κανένας ψεματούρης ολκής είμαι; Ε, λοιπόν, όχι! Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβα τι θέλει να πει ο ποιητής - μαθητής. Ούτε «τώρα» ούτε ύστερα ούτε ποτέ! Όση προσπάθεια κι αν καταβάλλω, όση καλή διάθεση κι αν δείξω, αδυνατώ. Αδυνατώ να κατανοήσω όσα αγωνίζονται κι αγωνιούν, αλλά τελικά, αδυνατούν να μου πουν. Η αίσθηση ότι αρκετά από τα παιδιά μιλούν μια άγνωστη, ακατανόητη γλώσσα είναι συχνή. Μια… «περίπου γλώσσα» που προέρχεται από αχαρτογράφητη περιοχή του εγκεφάλου. 
Μια θεϊκή κατάρα έχει πέσει πάνω μας. Ό,τι ακριβώς συνέβη και με τον πύργο της Βαβέλ. Έτσι θα ένιωθαν τα μαστόρια που συμμετείχαν στο εγχείρημα τότε. Σκεπάρνι ζητούσε ο ένας, τούβλο του εγχείριζε ο άλλος. Ευθεία απαιτούσε ο μηχανικός, καμπύλη έφτιαχνε ο μάστορας. Εμ, γίνεται έτσι δουλειά; Δε γίνεται! Και τα είδαμε τα αποτελέσματα. Μπάζα και κουρνιαχτός ο πύργος. Έτσι και σήμερα. Η κατάσταση καταλήγει πιο μπερδεμένη κι από το μίτο της Αριάδνης. Θυμίζει τζαζ εξωφρενικά πειραματική. Ο καθένας παίζει ό,τι γουστάρει, ό,τι του κατεβαίνει. Συνεννόηση καμιά. 
Όλο και περισσότερα παιδιά που βρίσκονται ένα βήμα πριν τις Πανελλαδικές, που, πιθανώς, θα φοιτήσουν στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, που κάποια στιγμή θα είναι πτυχιούχοι, αδυνατούν να διαχειριστούν ακόμα και απλούς γλωσσικούς κανόνες. Αυτά τα παιδιά αντιμετωπίζουν ένα τερατώδες πρόβλημα και μάλιστα χωρίς να το συνειδητοποιούν. Ξέρουν να γράφουν, να διαβάζουν αλλά όχι να κατανοούν. Διαβάζουν ένα μάθημα για ώρες. Καταλαβαίνουν λίγα πράγματα κι αυτά στο… περίπου. Ισχυρίζονται ότι δεν έχουν απορίες. Οι επιδόσεις τους τελικά κινούνται στο… περίπου. Διαβάζουν ένα κείμενο εφημερίδας ή απόσπασμα βιβλίου. Διατείνονται ότι το κατανόησαν. Όταν, όμως, τους ζητηθεί περίληψη από αυτό, η διατύπωση ακόμα και των βασικών νοημάτων προσεγγίζει το αρχικό κείμενο στο… περίπου. Κι αυτό, αν κατανοήσουν τα βασικά νοήματα. Γιατί συνήθως αδυνατούν. Συμμετέχουν σε μια συζήτηση. Έχουν την αίσθηση ότι καταλαβαίνουν το συνομιλητή. Αδυνατούν, όμως, να μεταφέρουν σε άλλους τι άκουσαν. Κι αν χρειαστεί να εκφέρουν προσωπική άποψη για το θέμα, λένε άλλα αντί άλλων. Ζουν μια καθημερινότητα αλλά τους είναι αδύνατο να τη διηγηθούν. Μπορούν να το κάνουν μόνο στο… περίπου. 
Όλο και περισσότερα παιδιά -λειτουργικά αναλφάβητα χαρακτηρίζονται- διαθέτουν στο... περίπου αντίληψη για τον κόσμο. Στο… περίπου επικοινωνούν με τους άλλους. Στο… περίπου κατανοούν τη γνώση. Στο… περίπου συνειδητοποιούν τον εαυτό τους. Τα πάντα στο… περίπου. Η ουσία λείπει. Λείπει η δυνατότητα εμβάθυνσης. Βλέπουν γράμματα και λέξεις αλλά όχι νοήματα. Ο προβληματισμός, η αποκωδικοποίηση, ο συνδυασμός, η κατανόηση κινούνται έξω από τις δυνατότητές τους, γιατί όλα αυτά γίνονται με λέξεις και μάλιστα με λέξεις σε λογική σειρά. 
Παιδιά που μεγάλωσαν με ερωτήσεις του στιλ: «πόσο;» και «τι;». Κανείς δεν τα ρώτησε «γιατί;». Κανείς δεν απαίτησε από αυτά να διατυπώσουν μια ολοκληρωμένη σκέψη. Κανείς δε θέλησε να ακούσει από αυτά μια ολοκληρωμένη ιστορία. «Πόσο αγαπάς μπούλη τον παππού;». Ποτέ ο μπούλης δε ρωτήθηκε «Γιατί, μπούλη μου, αγαπάς τον παππού;». «Τι δώρο θέλεις μπούλα;». Ποτέ η μπούλα δε ρωτήθηκε «Γιατί, βρε μπούλα μου, θέλεις αυτό κι όχι εκείνο;». Στην ερώτηση «πώς τα πέρασες στο σχολείο σήμερα;» τα μπουλόπαιδα απαντούσαν: «Καλά» ή «Μμμμ». Κανείς δε ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες. Είναι βετεράνοι στο Facebook, έχουν φάει με την κουτάλα τουρκικά, βραζιλιάνικα, αιθιοπικά και αζερμπαϊτζανικά σήριαλ αλλά ούτε με κουταλάκι του γλυκού δε δοκίμασαν βιβλία και εφημερίδες. 
Οργουελικών διαστάσεων δυστοπία. Στρατιές νέων αδυνατούν να σκεφτούν οτιδήποτε. Τους λείπουν οι λέξεις για να το κάνουν. Δε διαθέτουν τα αναγκαία ώστε να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να αντιδράσουν. Φαντασία(;) για τον Όργουελ. Πραγματικότητα για μας. Θλιβερή, απογοητευτική, δυσοίωνη. Παιδιά που αγωνίζονται για την εισαγωγή τους σε μια σχολή, που θα πετύχουν ίσως σε αυτή, αγνοούν ότι τελικά θα αποτύχουν και μάλιστα όχι στο… περίπου. Η αποτυχία θα είναι ξεγυρισμένη κι ολοκληρωτική, γιατί πλέον δεν υπάρχει και το Δημόσιο να τα βολέψουμε εκεί. Αγνοούν ότι τους λείπει το αναγκαίο εφόδιο για την επικοινωνία, για την κοσμοαντίληψη. Λείπει ο συνεκτικός κρίκος του «εγώ» με το αντικειμενικό. Λείπει η γλωσσική κουλτούρα. 
Παιδιά ήδη καταδικασμένα. Κι όμως, το αγνοούν. Ζουν ανάμεσα σε άλλους, κινούνται σε ένα πλέγμα εξελίξεων, προβλημάτων, επιτευγμάτων, συνεχών αναθεωρήσεων. Κι όλα αυτά τα ζουν στο... περίπου.
Στο… περίπου η αντίληψή τους για τον κόσμο, στο… περίπου η επικοινωνία τους με τους άλλους. Τελικά, πόσο κρίμα. Κι εγώ πρέπει να διορθώσω. Είναι παιδιά. Μια… «περίπου ζωή» είναι μπροστά τους και τα περιμένει. Η πραγματική ζωή είναι για τους άλλους. Και οι άλλοι είναι πια, δυστυχώς, τόσο λίγοι! 

Ο κ. Ζάχος τα έγραψε και εκτονώθηκε. 
Στο... περίπου!

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

ΒΑΒΕΛ!


Πριν πολλά πολλά χρόνια (εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", 15.10.2000) είχα γράψει αυτό:


Η περίοδος αυτή αποτελεί για μένα την πιο οδυνηρή περίοδο της εκάστοτε σχολικής χρονιάς όχι μόνο γιατί εντάσσομαι σε πλήρες και πολύωρο πρόγραμμα μαθημάτων -και άρα κάθε έννοια χαλάρωσης εξαφανίζεται- αλλά γιατί είναι η περίοδος που δέχομαι τα πρώτα γραπτά της χρονιάς από τους μαθητές μου. Κάθε φορά το γεγονός αυτό μου προκαλεί έντονο σοκ, εκνευρισμό αλλά, το σημαντικότερο, προβληματισμό, οργή και λύπη. Δεν πρόκειται να δημοσιοποιήσω τα «μαργαριτάρια» των μαθητών –και είναι πάρα πολλά αυτά- αφού θεωρώ ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε προσβολή των δασκάλων, των γονιών αλλά και, γενικότερα του περιβάλλοντος που ευθύνεται για τη διαπαιδαγώγηση και, συνεπώς, για τη γλωσσική παιδεία αυτών των νέων. 
Είναι γεγονός ότι κάθε χρονιά ανάμεσα στο πλήθος των γραπτών υπάρχουν εκείνα που με κάνουν αισιόδοξο για την πορεία αρκετών παιδιών, αφού η κατάρτισή τους, η άποψη για την πραγματικότητα και τελικά το επίπεδο καλλιέργειάς τους πιστοποιείται από την ποιότητα και την ιδιαιτερότητα των εργασιών τους. Πρόκειται για εργασίες ατόμων που πρόκειται να πετύχουν στη ζωή τους και να διεκδικήσουν θέσεις εξουσίας. Όμως, δυστυχώς, αυτά τα δείγματα καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό ανάμεσα στο πλήθος των Εκθέσεων με τις οποίες έρχομαι κάθε εβδομάδα σε επαφή. 
Τα περισσότερα κινούνται σε μέτριο ως πολύ χαμηλό επίπεδο και το περιεχόμενό τους μόνο απλοϊκό μπορεί να χαρακτηριστεί. Γεμάτα λάθη συντακτικά και ορθογραφικά, που μαρτυρούν την άγνοια βασικών κανόνων, αλλά και με απόψεις που βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα, δίνουν την αίσθηση ότι τα άτομα αυτά δεν έχουν καμιά επαφή με το περιβάλλον τους. Η αδυναμία αυτών των παιδιών να περιγράψουν ακόμα και απλές καθημερινές καταστάσεις είναι τραγική. Αδυνατούν να στηρίξουν τις απόψεις τους και να οδηγηθούν σε ουσιαστικά συμπεράσματα, αδυνατούν να συνδέσουν νοήματα μεταξύ τους και να χρησιμοποιήσουν τις λέξεις με το πραγματικό τους νόημα. 
Κάθε φορά σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη της λαθεμένης πορείας που ακολουθούμε ως προς τη διαπαιδαγώγηση και κατάρτιση των νέων μας. Είναι απόδειξη ότι το κακό ξεκινάει από τα πρώτα εκπαιδευτικά στάδια με προγράμματα που δεν έχουν ουσιαστικά αποτελέσματα ως προς την κατάκτηση ακόμα και του πρωταρχικού εφοδίου που χρειάζεται κανείς, δηλαδή τη γλώσσα. Με δασκάλους που αγνοούν και οι ίδιοι ακόμα και τους βασικούς κανόνες χειρισμού του κώδικα επικοινωνίας μας, δασκάλους που δεν έχουν προσεγγίσει ποτέ ένα ουσιαστικό έντυπο, όχι μόνο βιβλίο, αλλά και εφημερίδα ή έστω και περιοδικό –το «Λοιπόν», το «Σοκ» και τα συναφή δεν ανήκουν στα «ουσιαστικά»- αδυνατώντας να διδάξουν και τα πιο απλά, αφού και οι ίδιοι δεν τα έχουν κατανοήσει. 
Είναι απόδειξη μιας εκπαίδευσης που σε όλα τα στάδια απαιτεί αποστήθιση και όχι έρευνα και προβληματισμό, απαιτεί αγώνα για βαθμό και όχι για απόκτηση εφοδίων ζωής. Είναι τελικά απόδειξη της αδιαφορίας της ίδιας της οικογένειας για την ουσιαστική καλλιέργεια των παιδιών της, αφού τα πρότυπα που τους προβάλλει ταυτίζουν τον ελεύθερο χρόνο με την παθητικότητα, την αποχαύνωση μπροστά στην τηλεόραση, την αποξένωση και την έλλειψη διαλόγου ανάμεσα στα μέλη της. Είναι τελικά το επίπεδο της γλωσσικής καλλιέργειας των μαθητών η απόδειξη του ότι η εύκολη λύση που έχουμε επιλέξει ως κοινωνία σε κάθε θέμα δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να προκαλέσει κινδύνους. 
Είναι πράγματι εξοργιστικό να σκέφτεται κανείς την αδιαφορία και την ανευθυνότητα των ανθρώπων που έχουν αναλάβει την προετοιμασία και τη διαδικασία διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς. Τι είδους συνείδηση διαθέτουν; Τι έχουν να απολογηθούν; Συνειδητοποιούν άραγε το πρόβλημα; Ή μήπως και εκεί η εύκολη λύση της επίρριψης ευθυνών στους άλλους και στο σύστημα είναι η λύση; Οι εκπαιδευτικοί, από τη μια πλευρά, καταδικάζουν την αδιαφορία των γονιών και εγκαταλείπουν κάθε ουσιαστική προσπάθεια που θα μπορούσε να συμβάλλει στη βελτίωση των παιδιών και, από την άλλη, οι γονείς κατηγορούν ασύστολα τους εκπαιδευτικούς αποποιούμενοι κάθε ευθύνης συνεχίζοντας την παθητική, πολύωρη παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων χείριστης ποιότητας. 
Το πρόβλημα είναι τραγικό! Τα παιδιά αυτά αδυνατούν να κατανοήσουν ακόμα και απλές καθημερινές έννοιες, αδυνατούν να κατανοήσουν τις εξελίξεις και άρα να προσαρμοστούν σ’ αυτές. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που μου λένε ότι στην προσπάθειά τους να διαβάσουν μια εφημερίδα αδυνατούν να κατανοήσουν τα μηνύματά της, αδυνατούν άρα να ενημερωθούν ουσιαστικά. Αδυνατούν να εκφράσουν τις απόψεις τους ακόμα και για απλούς όρους και προβλήματα που τίθενται στην καθημερινή διδασκαλία. Η απάντηση σχεδόν μόνιμη: «το ξέρω αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω». Μα αυτό σημαίνει ότι αδυνατούν να σκεφτούν, αφού… σκέφτομαι με λέξεις. 
Πολλοί είναι εκείνοι που συνδέουν το πρόβλημα με ορισμένες μόνο εκφάνσεις της ζωής μας, όμως κάτι τέτοιο είναι παράλογο και εξωπραγματικό, γιατί γλώσσα είναι τα πάντα. Η παράδοσή μας, ο πολιτισμός μας, τα επιτεύγματα που μας περιβάλλουν, τα πάντα αποκτούν υπόσταση μόνο όταν η γλώσσα τα μορφοποιήσει με κάποιες έννοιες. Γλώσσα είναι η επικοινωνία μας με τον κόσμο, το περιβάλλον μας, είναι η εικόνα του επιπέδου καλλιέργειας που διαθέτουμε, της αισθητικής μας.
Αναρωτιέμαι πώς αυτά τα παιδιά θα μπορέσουν να διεκδικήσουν θέση εργασίας; Τι προσωπικότητα θα επιδείξουν όταν θα χρειαστεί να κριθούν από κάποιον εργοδότη μέσω συνέντευξης; Πώς θα πείσουν τον πελάτη τους σε έναν, οποιοδήποτε επαγγελματικό χώρο; Το σημαντικότερο, με τι κώδικα συνεννοούνται με τους φίλους τους, με ποιο τρόπο εκφράζουν τα συναισθήματά τους, τις σκέψεις και τις απορίες τους για τη ζωή; Με ποιο τρόπο τελικά θα εξωτερικεύσουν τον έρωτά τους, την αγάπη τους και τελικά την οργή και την αντίδρασή τους; Πώς θα καταφέρουν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις που πλέον συντελούνται με ραγδαίους ρυθμούς, ώστε να καταφέρουν να τις παρακολουθήσουν; Ή μήπως θα είναι τα θύματα της εποχής μας που θα φυτοζωούν στο περιθώριο αδυνατώντας να παρέμβουν στις διαδικασίες; 
Το πρόβλημα λαμβάνει διαστάσεις τεράστιες και είναι λογικό να μας θλίβει το γεγονός αυτό που μόνο «αναλφαβητισμός» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Σε μια εποχή γνώσης και τρομακτικών δυνατοτήτων διάδοσής τους, σε μια εποχή υψηλής κατάρτισης και εξειδίκευσης είναι απαράδεκτο το φαινόμενο αυτό. Τι πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον; Όταν ο καθένας δίνει στις έννοιες ένα νόημα διαφορετικό ποια θα είναι η κατάσταση; Μήπως οι νέοι αυτοί θα αισθάνονται ότι ζουν σε μια σύγχρονη «Βαβέλ» αδυνατώντας να κατανοήσουν ακόμα και απλά γλωσσικά μηνύματα; 


Λίγο καιρό μετά (εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», 25.10.00) 
το Δ.Σ. του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Λάρισας 
απάντησε με αυτό:

«Το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου συζήτησε το παραπάνω δημοσίευμα και τις αναφορές του στο Δάσκαλο του Δημοσίου σχολείου και ομόφωνα: 

-Εκφράζει την έκπληξή του, την απορία του αλλά και την αγανάκτησή του για τα όσα ισχυρίζεται ο κ. Ζάχος για το έργο του δασκάλου και το ρόλο του στο δημόσιο δωρεάν σχολείο. 

-Ο κ. Ζάχος προσβάλλει βάναυσα χιλιάδες εκπαιδευτικούς όταν, με ανάξιους σχολιασμούς, ισχυρισμούς και αυθαίρετες γενικεύσεις, ούτε λίγο ούτε πολύ κρίνει τους δασκάλους στο σύνολό τους ακατάλληλους για την αποστολή τους. 

-Θεωρούμε αυτονόητο το δημοκρατικό δικαίωμα του καθενός να διατυπώνει δημόσια τις απόψεις του, δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε από κανέναν να συκοφαντεί με χυδαιότητα και εμπάθεια τον κλάδο των δασκάλων που τόσα έχει προσφέρει και θα συνεχίζει να προσφέρει στην ελληνική κοινωνία και στη χώρα. 

-Εκτός κι αν κάποιοι μηδενίζουν τα πάντα στο βωμό της άγρας πελατών και της διαφήμισής τους στο χώρο της παραπαιδείας που πιστά υπηρετούν. 

-Τα πάντα όμως έχουν κι ένα μέτρο και λυπούμαστε ειλικρινά που σ’ αυτή την περίπτωση ο κ. Ζάχος έχει χάσει την αίσθηση του μέτρου και του ανεκτού».  


Όλα αυτά τα θυμήθηκα μετά από πολλά πολλά χρόνια 
επειδή ετοιμάζω κάτι ακόμα για το θέμα.

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

33%... Οι Ψεκασμένοι

«Επιτρέπεις στους ισχυρούς να απαιτούν την εξουσία εν ονόματι του “ανθρωπάκου”. 
Όμως, εσύ ο ίδιος παραμένεις βουβός. 
Ενισχύεις τους ισχυρούς με περισσότερη δύναμη. 
Επιλέγεις για εκπροσώπους ανθρώπους αδύναμους και κακοήθεις. Τελικά διαπιστώνεις πάντα, πολύ αργά, πως σ’ έπιασαν κορόιδο».  

Wilhelm Reich, Άκου, Ανθρωπάκο! 

Ε ναι, αυτή τη φορά το ομολογώ. Έπαθα ό,τι παθαίνει ο πιο δραματικά άξεστος κρετίνος της οικουμένης. Έπεσα από τα σύννεφα. Αιτία; Η δημοσίευση έρευνας που αναφέρει ότι το 33% των Ελλήνων πιστεύει ότι μας ψεκάζουν. Μάλιστα! Ένας στους τρεις και βάλε αποτελεί μέλος του ιδιοφυέστατου κλαμπ των συνωμοσιολόγων που επιρρίπτει κάθε ευθύνη για τα δεινά του λαού και του τόπου μας στους... ψεκασμούς. Ναι. Το 2013 υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Και δεν είναι ούτε ένας ούτε δύο ούτε τρεις. Είναι τριάντα τρεις στους εκατό από εκείνους που ζουν γύρω μας, ανασαίνουν, έχουν άποψη και -που να πάρει και να σηκώσει- την εκφράζουν. 
Και τι λένε αυτοί οι «33%»; Λένε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, ότι φτάσαμε εκεί που φτάσαμε, εξαιτίας ψεκασμών. Λένε ότι η συμπεριφορά, οι επιλογές, η στάση μας, οφείλονται σε μικροσταγονίδια που φτάνουν στα ρουθούνια μας κι από εκεί στα πνευμόνια και στον εγκέφαλό μας από αεροπλάνα που γεμίζουν τον καταγάλανο ουρανό της πατρίδας μας με «ουρές» αερίων και άλλων κακών. Λένε ότι για την κατάθλιψη, για τις αυτοκτονίες, για το χρέος, για την απελπισία, για το φόβο, για την ανευθυνότητα, για την αδράνεια που επιδεικνύουμε φταίνε οι ψεκασμοί που δεχόμαστε από τις δυνάμεις του κακού.
Όλα αυτά μπορεί να τα λένε και τα λένε σοβαρά, αλλά τελικά απλώς δεν ξέρουν τι λένε. Το περίεργο είναι ότι η συγκεκριμένη άποψη βρίσκει μεγάλη απήχηση όχι μόνο σε άτομα μεγάλης ηλικίας και ίσως αμόρφωτα. Όχι σε άτομα που πάσχουν από γεροντική άνοια ή εγνωσμένης και ιατρικά διαπιστωμένης ηλιθιότητας. Όχι. Βρίσκει ιδιαίτερη απήχηση μεταξύ ατόμων 18-24 ετών! Σε άτομα, δηλαδή, που ξοδέψαμε χρόνο και χρήμα για να τα μορφώσουμε, ίσως και να τα σπουδάσουμε και να τα καλλιεργήσουμε. Στα μούτρα μας! Άμα η επένδυση είχε αυτά τα αποτελέσματα, όλοι οι υπόλοιποι -εκτός του 33%- καταλαβαίνουν γιατί η χώρα και ο λαός μας βρίσκονται στο λάκκο με τα σκα...ά και δεν μπορούν να πάρουν ανάσα. 
Αν το καλοσκεφτεί κανείς (το 33% σίγουρα αδυνατεί), ένας στους τρεις με τους οποίους ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή, πιστεύει τη συγκεκριμένη μπαρούφα. Τραγικό αλλά ισχύει. Ένας στους τρεις από εκείνους στους οποίους λέμε «καλημέρα» και «καληνύχτα», είναι βλαμμένος μέχρι εκεί που ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να αντιληφθεί. Κι όμως, αυτός ο ένας στους τρεις κυκλοφορεί ελεύθερος. Ζει ανάμεσά μας, ψηφίζει, οδηγεί, εργάζεται, πίνει, τρώει, κοιμάται (κι αυτό το τελευταίο, το κάνει με χαρακτηριστική άνεση). Οπότε έτσι εξηγούνται όλα, μα όλα. Τα αναπάντητα ερωτήματα βρίσκουν απάντηση. Έτσι εξηγείται η άξεστη συμπεριφορά τόσων οδηγών, τα αποτελέσματα των εκλογών, η επιδεικτική τεμπελιά και η χοντροκοπιά και ο λαϊκισμός και ο ορυμαγδός λαθών και απρεπειών που έχουν τιγκάρει την καθημερινότητά μας. 
Και αυτοί οι 33% νιώθουν κι ευτυχισμένοι. Βρήκαν δικαιολογία για όλα. Παλιότερα για όλα έφταιγε το Σύστημα. Σήμερα, φταίνε οι ψεκασμοί. Φταίνε για τις αποτυχίες τους, για τη μετριότητά τους, για την απόγνωσή τους, για τη διάψευση των προσδοκιών τους, για τη μιζέρια τους, για την υποτίμηση που δέχονται καθημερινά, για την αδυναμία τους να αμφισβητήσουν, για την αδυναμία τους να αποπληρώσουν τα δάνεια, για το ότι παρασύρθηκαν σε έναν τρόπο ζωής στον οποίο δεν μπορούν πια να ανταποκριθούν. 
Δηλαδή, καλό μου 33%, τις αποφάσεις και τις επιλογές μας τις καθορίζουν τα πνευμόνια μας; Ε άμα είναι έτσι, να κυκλοφορείτε με μάσκες και λύθηκε το πρόβλημα. Όμως, δεν είναι έτσι. Και κατά βάθος, το ξέρετε ότι δεν είναι. Γιατί, άντε και τα σώσατε τα πνευμονάκια σας και τα κρατάτε καθαρά και υγιή από τους ψεκασμούς, τι γίνεται με τα άλλα; Τι γίνεται με το μυαλό και την «ψυχή»; Κουβαλάτε δράμι από αυτά; Με βεβαιότητα, όχι. Οπότε χωρίς μυαλό, χωρίς δυναμισμό, χωρίς γνώση και καλλιέργεια, δεν πάτε πουθενά. Όσες μάσκες κι αν φορέσετε, η μετριότητα, η αθλιότητα και η μεγαλοπρεπής ηλιθιότητα θα σας συνοδεύουν πάντα και παντού. Κοιτάξτε γύρω σας. Θα δείτε ανθρώπους που σκέφτονται, που αντιδρούν, που αγωνίζονται, που κάνουν σωστές επιλογές, που δεν παρασύρονται, που κοπιάζουν, που είναι ευγενικοί, που γίνονται μέρα με τη μέρα καλύτεροι, που πετυχαίνουν. Όλοι αυτοί πώς το κάνουν; Μήπως κρατάνε την ανάσα τους, όταν γίνεται ψεκασμός; Ε, λοιπόν, κρατάτε την κι εσείς. Αλλά κρατάτε την πολύ. Μέχρι που να σκάσετε και να μας απαλλάξετε από την παρουσία σας. Αφήστε τους υπόλοιπους να καταναλώνουν το ψεκασμένο οξυγόνο. 
Δεν ξέρω αν φαίνεται, αλλά έχω εκνευριστεί. Ένας στους τρεις να δηλώνει απροκάλυπτα τη βλακεία του; Δε φτάνει που είναι απέραντα βλάκας, είναι και απέραντα ξετσίπωτος; Άντε να ζούσαμε στο Μεσαίωνα, να το δικαιολογήσω πάραυτα. Αλλά το 2013; Μετά από τόσους αιώνες αυτό καταφέραμε; Για ποια κατάκτηση μπορούμε να περηφανευτούμε; Τουλάχιστον όμως, τώρα εξηγούνται όλα. 
Λένε ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Σίγουρα κάνουν ένα μεγάλο λάθος. Με όλα όσα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία αποδεικνύεται ότι η ελπίδα ήδη μας έχει αφήσει χρόνους και καιρούς. Εκείνη που δε λέει να μας εγκαταλείψει είναι η απόλυτη και ολοκληρωτική βλακεία! Αυτή πεθαίνει τελευταία. Σαν τις κατσαρίδες μετά από πυρηνική καταστροφή! 

Ο κ. Ζάχος νιώθει σκασμένος. 
 Όχι επειδή κρατάει την ανάσα του!