Κατέβηκαν στους δρόμους. Άλλοι για να διεκδικήσουν, άλλοι για να καταστρέψουν, άλλοι για να διαμαρτυρηθούν, άλλοι για να εκφράσουν αγανάκτηση και άλλοι απλώς επειδή κατέβηκαν και οι άλλοι. Κατέβηκαν στους δρόμους και κατάφεραν να γίνουν θέμα συζήτησης, να προκαλέσουν ανησυχία και φόβο, να γίνουν αντιληπτοί. Κατάφεραν αυτό που ήθελαν κι ας μην το γνώριζαν όλοι, ας μην το διεκδικούσαν συνειδητά. Κατάφεραν να τραβήξουν την προσοχή μιας κοινωνίας που αδιαφορεί γι αυτούς, μιας κοινωνίας που θεωρούν ότι τους έχει παροπλίσει πριν καν ξεκινήσουν την προσπάθεια.Και τώρα η κοινωνία των μεγάλων νιώθει την ανάγκη -μάλλον από υποχρέωση- να εξηγήσει τη συμπεριφορά των νέων της. Προσπαθεί να εντοπίσει τις αιτίες της «οργής», της καταστροφικής μανίας, των βιαιοτήτων. Και το κάνει υποκριτικά, όπως το κάνει πάντα σε ανάλογες περιπτώσεις. Με βαρύγδουπες αναλύσεις, με λόγια ασυνάρτητα, με σοβαροφάνεια που περισσεύει και απέραντες δόσεις λαϊκισμού προσπαθεί ο καθένας να δώσει εξηγήσεις φορώντας το προσωπείο της θλίψης, της υπευθυνότητας και δυστυχώς της αυθεντίας. Όλοι αυτοί προσπαθούν να εξηγήσουν τη συμπεριφορά των νέων σαν αυτοί να είναι ένα αντικείμενο ξένο και αδιαφορώντας για το αυτονόητο.
Οι μεγάλοι συζητούν, εκφράζονται, καταδικάζουν και, σπάνια, επικροτούν τις επιλογές των νέων ξεχνώντας ότι αυτοί δεν είναι άλλοι από τα παιδιά τους, τους μαθητές τους, οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Αντιμετωπίζουν τα πρόσφατα γεγονότα έχοντας βάλει στην άκρη του μυαλού τους ότι και οι ίδιοι υπήρξαν κάποτε νέοι. Προσπαθούν να κατανοήσουν κάτι που αποτελεί δεδομένο. Οι νέοι συμπεριφέρθηκαν με τον τρόπο αυτό, γιατί απλώς είναι νέοι.
Όλοι πέφτουν στην ίδια παγίδα. Αναρωτιούνται για κάτι που δεν έχουν τη δυνατότητα ή δε θέλουν να συνειδητοποιήσουν ότι οι ίδιοι προκάλεσαν τη συγκεκριμένη στιγμή. Η εικόνα που έχουν οι νέοι για την κοινωνία δεν είναι παρά η εικόνα που τους διαμορφώνουν οι μεγαλύτεροι. Οι γονείς στο σπίτι, οι δάσκαλοι στις σχολικές αίθουσες, οι δημοσιογράφοι από τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί. Οι νέοι γνωρίζουν την πραγματικότητα που οι μεγαλύτεροι τους προσφέρουν. Το πρόβλημα για τους μεγαλύτερους είναι ότι οι νέοι δεν αντιδρούν σ’ αυτήν την πραγματικότητα με προβλέψιμους τρόπους. Αντιδρούν με τρόπους τελείως διαφορετικούς, με τρόπους που δυσκολεύονται να αντιληφτούν, κυρίως όμως, να αποδεχτούν οι «άλλοι».
«Τα έχετε όλα. Δε σας λείπει τίποτα», συνηθίζουν να ισχυρίζονται οι προηγούμενες γενιές. Εννοούν, χωρίς να το κατανοούν βέβαια, ότι η νέα γενιά έχει όσα είχαν λείψει από τις προηγούμενες, τα παιδιά έχουν όσα οι προηγούμενοι θα ήθελαν να έχουν και δεν κατάφεραν να γευτούν. Και την ίδια στιγμή πέφτουν σε αντιφάσεις τρομοκρατώντας τα παιδιά για την ανεργία που υπάρχει, για την ύφεση που έρχεται, για τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν. Και τα παιδιά περιέρχονται σε σύγχυση, αδυνατούν να αποκτήσουν μια καθαρή εικόνα κι αυτό εκνευρίζει, προκαλεί άγχος, γίνονται απαισιόδοξα. Είναι, λοιπόν, παράλογο να οδηγούνται σε ξέσπασμα και κάποτε σε τελείως παράλογες συμπεριφορές;
Ναι, η ζωή είναι μια δύσκολη υπόθεση. Ποτέ δεν ήταν κάτι εύκολο κι απλό ιδίως για τους ανθρώπους που έχουν απαιτήσεις από τον εαυτό τους. Ναι, οι σημερινοί νέοι έχουν πολλά. Έχουν περισσότερα από κάθε προηγούμενη γενιά. Έχουν περισσότερες ανέσεις, έχουν περισσότερες επιλογές, περισσότερες ελευθερίες, ζουν σε έναν κόσμο πολύ μεγαλύτερο από εκείνον που έζησαν οι μεγαλύτεροι. Αυτά είναι δεδομένα αλλά δεν είναι λογικό να είναι και αρκετά για τους νέους, όσο κι αν αυτό δεν μπορεί να χωρέσει στο συντηρητικό κεφάλι κάθε σοβαροφανούς ενήλικα. Αυτοί πάντα θα θέλουν κι άλλα. Εξέλιξη λέγεται κι αν κάποιοι σταματήσουν να θέλουν κι άλλα, θα σταματήσει. Αρρωστημένο, λοιπόν, δεν είναι η νέα γενιά να θέλει κι άλλα. Αρρωστημένο είναι να θέλει όσα και οι γονείς της.
Οι νέοι σήμερα έχουν πολλά αλλά από αρκετούς μάλλον λείπει κάτι βασικό. Έχουν μεγάλες προσδοκίες αλλά νιώθουν ότι έχουν ελάχιστες πιθανότητες να τις πραγματοποιήσουν! Έχουν παρόν αλλά δεν έχουν μέλλον. Και δεν έχουν όχι γιατί αυτό δεν υφίσταται αλλά επειδή κανείς δεν τους έχει βοηθήσει να το δουν, να το κατανοήσουν και τελικά να το αξιοποιήσουν. Κανείς δεν τους προετοίμασε ουσιαστικά για όσα τους περιμένουν. Κανείς δεν τους δίδαξε ότι δε δικαιούνται το παραμικρό εξ ορισμού. Ότι δικαιούνται μόνο εκείνα για τα οποία θα παλέψουν και θα κατακτήσουν οι ίδιοι. Το σημαντικότερο είναι ότι κανείς δεν έδειξε στα σημερινά παιδιά τον τρόπο για να γίνει αυτό. Οι υπερπροστατευτικοί γονείς, το συντηρητικό σχολείο, τα γεμάτα λαϊκισμό μμε, οι διεφθαρμένοι πολιτικοί απομακρύνουν τα παιδιά από την πραγματικότητα για να τα «προφυλάξουν», για να πουλήσουν, για να αποκρύψουν την ανικανότητά τους.
Οι νέοι κατέβηκαν στους δρόμους. Κάποιοι από αυτούς ήξεραν και γιατί το έκαναν. Οι περισσότεροι, δυστυχώς, όχι! Γι αυτό είδαμε όσα είδαμε τις τελευταίες μέρες. Επειδή οι περισσότεροι δε γνώριζαν και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί. Αυτοί απλώς καθοδηγήθηκαν από ανεκδιήγητους κομματάρχες και τις ψευτοεπαναστατικές φαντασιώσεις τους, για να προκαλέσουν, για να δημιουργήσουν κι όχι για να λύσουν προβλήματα σε ένα σύστημα που έτσι κι αλλιώς δε θέλει πολύ για να καταρρεύσει.
Και μένει στους νέους να αποφασίσουν ποια ταυτότητα θέλουν και να επιλέξουν αν θα είναι η γενιά που θα χτίσει ή η γενιά που απλώς θα γκρεμίσει. Το δεύτερο βέβαια, είναι σίγουρα πιο εύκολο!

Η χαρά που ένιωσα, όταν πρωτάκουσα για την κρίση που χαρακτηρίζει την παγκόσμια κοινότητα, δεν περιγράφεται. «Έχουμε κρίση»! Όπου κι αν έστρεφα την προσοχή μου, όπου κι αν πήγαινα, από όποιον κι αν συναντούσα, άκουγα και διάβαζα το ίδιο πράγμα. «Έχουμε κρίση»! Και ένα μόνο δεν μπορούσα ο δύσμοιρος να καταλάβω. Την γκρίνια, τη στενοχώρια, την απαισιοδοξία όλων για ένα γεγονός που εμένα μου φαινόταν εκπληκτικά καλό.