Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Μια ακόμη μέρα στη δουλειά;

Η πόρτα άνοιξε για πρώτη φορά λίγο μετά τις 11. Το πρώτο μεγάλο χαμόγελο φώτισε τον χώρο. Το σκηνικό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Το φροντιστήριο σήμερα ακτινοβολούσε. Οι επιτυχίες στη Νομική, την Ψυχολογία, την Ιατρική, τα Πολυτεχνεία, τις Οικονομικές σχολές και τις σχολές Πληροφορικής, Παιδαγωγικών, Στρατιωτικές… δεν άφηναν περιθώρια για οτιδήποτε άλλο.

Μέρα ανακοίνωσης των βάσεων. Η μέρα που πρόσωπα γνώριμα καταφθάνουν στην «άποψη» για να ξανασυστηθούν. Αυτή τη φορά χωρίς άγχος, χωρίς ανασφάλειες και, κυρίως, χωρίς… μαύρους κύκλους. Πόσο τους πάει!!! Πρόσωπα χαρούμενα, όμορφα, γεμάτα αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία και την προσμονή μιας νέας ζωής που τους ανοίγεται διάπλατα.

Αυτή τη μέρα το φροντιστήριο μετατρέπεται σε χώρο γιορτής, πανηγυριού (σίγουρα όχι σαν εκείνα τα λαϊκά, τα οποία απεχθάνομαι όπως ο Ακατονόμαστος το λιβάνι), συνάντησης συνεργατών, φίλων αγαπημένων.

H πόρτα ανοιγοκλείνει ασταμάτητα. Οι χώροι γεμίζουν. Τα χαμόγελα, οι φωνές χαράς πολλαπλασιάζονται. Κάποιοι φέρνουν γλυκά, κάποιοι φέρνουν φίλους τους να μας γνωρίσουν, να γνωρίσουν τον χώρο στον οποίο βίωσαν την ενηλικίωση, την πορεία προς την επιτυχία.

Και αγκαλιές. Οι πιο όμορφες αγκαλιές. Το περίεργο είναι ότι, μετά από τόσα χρόνια, δεν θυμόμαστε ποτέ πόσα μόρια «έπιασε» κάποιος (έστω κι αν κάποιοι επιμένουν να τα σημειώνουν), ξεχνάμε σε ποια πόλη ή σε ποια σχολή πέρασε ο καθένας. Θυμόμαστε άλλα. Τον μαθητή ή τη μαθήτρια που δάκρυζε, εξαιτίας μιας αποτυχίας σε ένα διαγώνισμα. Εκείνους που υπόσχονταν ότι από Δευτέρα θα ξεκινούσαν σοβαρή προσπάθεια ώσπου κάποια Δευτέρα, πράγματι, το έκαναν.

Αυτούς συναντήσαμε σήμερα.

Όχι τους βαθμούς τους. Όχι τις σχολές στις οποίες πέτυχαν. Συναντήσαμε παιδιά που μιλούν πιο δυνατά, γελούν πιο… πραγματικά, κοιτάζουν πιο μακριά, γιατί, πλέον, δεν τα απασχολεί το επόμενο διαγώνισμα, η ύλη στην οποία πρέπει να προετοιμαστούν, οι προθεσμίες.

Και μέσα στο κλίμα αυτό έρχεται η απρόσμενη εξομολόγηση. Δεν θυμάμαι ποιος το είπε πρώτος. Δεν έχει και σημασία.

«Αν κάτι θα μου λείψει από τη μαθητική ζωή είναι αυτό το φροντιστήριο»!

Η μεγαλύτερη ανταμοιβή για όλους μας. Το γεγονός ότι άτομα, που δεν μας έχουν πια ανάγκη, δηλώνουν ότι ο χώρος μας υπήρξε το καταφύγιό τους στις δύσκολες στιγμές, χώρος έκφρασης, ηρεμίας, κοινωνικότητας, ψυχοθεραπείας!!!

Ως καθηγητές μπορεί να διαθέτουμε απαντήσεις για πολλές μαθητικές απορίες, έχουμε τη δυνατότητα να δημιουργούμε πρωτότυπα θέματα, να συμβουλεύουμε και να καθοδηγούμε με σχετική άνεση, να μετατρέπουμε δύσκολες στιγμές σε ευχάριστες και διασκεδαστικές εμπειρίες. Απέναντι, όμως, σε αυτή την εξομολόγηση δεν έχουμε να πούμε τίποτε. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να τη διαχειριστούμε.

Σε τέτοιες στιγμές συνειδητοποιείς ότι δεν υπήρξες απλώς δάσκαλος που προετοίμαζε μαθητές για τις εξετάσεις τους. Συνειδητοποιείς ότι, χωρίς να το έχεις καταλάβει, δίδασκες στους μαθητές και κάτι άλλο. Πώς να αντέχουν. Πώς να γελούν με τον εαυτό τους. Πώς να μη φοβούνται ένα λάθος. Πώς να συνεχίζουν, όταν όλα δείχνουν περίπλοκα.

Δεν υπάρχει βιβλίο για όλα αυτά. Ούτε ύλη. Όσοι -μέσα από γραφεία, μακριά από αίθουσες- προσπαθούν να οργανώσουν τα νέα εκπαιδευτικά προγράμματα, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, τα νέα βιβλία,… δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα εγχειρίδιο για το πώς καταφέρνεις να κερδίσεις την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση, τον σεβασμό του μαθητή. Ένα εγχειρίδιο για τα πιο χρήσιμα μαθήματα που καλούμαστε να προσφέρουμε στα παιδιά.

Κάποια στιγμή τα παιδιά άρχισαν να αποχωρούν και, σταδιακά, το φροντιστήριο γέμισε… ησυχία. Η ησυχία που ακολουθεί μια όμορφη γιορτή. Σε λίγες εβδομάδες θα αρχίσει ο σχεδιασμός για τη νέα χρονιά, για τα τμήματα, την κατανομή των ωρών. Άλλωστε, αυτό μας είπαν -έστω κι αν δεν το γνωρίζουν- τα παιδιά που μόλις έφυγαν: Συνεχίστε!

Κι εμείς αυτό θα κάνουμε. Ένας καινούργιος κύκλος θα ξεκινήσει. Ανάμεσα στα καινούργια πρόσωπα, θα υπάρξουν πάλι παιδιά που θα φοβούνται, θα αμφιβάλλουν, θα νιώθουν άγχος. Όπως ακριβώς εκείνα που σήμερα έφυγαν χαμογελώντας. Μια ακόμη δύσκολη χρονιά, μέχρι να ανοίξει ξανά η πόρτα, να μπει μέσα ένα παιδί, να χαμογελάσει, να πει δύο λέξεις: «Τα κατάφερα!».

Σήμερα δεν υπολογίσαμε μόρια. Μετρήσαμε χαμόγελα και γίναμε μάρτυρες της καινούριας ζωής που ανοίγεται στα παιδιά με τα οποία συνυπήρξαμε σε μια κρίσιμη φάση και ηλικία.

«Μια ακόμη μέρα στη δουλειά»; Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι.

Οι αίθουσες άδειασαν, σβήσαμε τα φώτα. Σε λίγες εβδομάδες κάποιοι άλλοι θα κάθονται στα θρανία, θα νιώθουν άγχος, θα αμφιβάλλουν, θα ονειρεύονται. Κι εμείς θα είμαστε εκεί για να προετοιμάσουμε, να στηρίξουμε, περιμένοντας την επόμενη τέτοια μέρα στη δουλειά. Την καλύτερη μέρα.

Καλή τύχη παιδιά! Να αξιοποιήσετε ευκαιρίες, να προσέχετε και να μην ξεχνάτε ποτέ μα ποτέ: Να παίρνετε μαζί σας ζακετάκι!



Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Οι δεξιότητες του «αύριο» δεν διδάσκονται στις αίθουσες

Έχω την αίσθηση ότι η χώρα μας αντιμετωπίζει -ανάμεσα σε πλήθος άλλων- σοβαρό πρόβλημα με την ξεκούραση των παιδιών. Η θερινή ραστώνη, η απομάκρυνση από φυλλάδια, διαγωνίσματα, ασκήσεις, αποστήθιση θεωρίας, το δημιουργικό διάλειμμα, το οποίο δικαιούται ο μαθητής, από τον όγκο των απαιτήσεων, αντιμετωπίζονται ως αμαρτία, τεμπελιά και ταυτίζονται με την αποτυχία. Και, κάπως έτσι, επιμένει στα θερινά μαθήματα. Πριν καλά καλά ολοκληρωθεί ο μαραθώνιος της προηγούμενης χρονιάς, οι μαθητές οδηγούνται στην αφετηρία του επόμενου, με στόχο την εισαγωγή σε μια… «καλή» σχολή.

Μπορεί στο παρελθόν κάτι να πρόσφερε όλη αυτή η εμμονική αγωνία. Όταν το πτυχίο αποτελούσε βασική προϋπόθεση επαγγελματικής επιτυχίας. Όταν ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα, την ικανότητα και τη διάθεση να αγωνιστούν για μια πανεπιστημιακή θέση. Σήμερα, τα πράγματα έχουν ριζικά ανατραπεί. Ο καθένας (πραγματικά ο καθένας) μπορεί με ευκολία να αποκτήσει ένα πτυχίο, μεταπτυχιακό ή διδακτορικό, καταβάλλοντας το ανάλογο αντίτιμο. Η αγορά απαιτεί, πλέον, τελείως διαφορετικές δεξιότητες από τα άτομα στα οποία θα ανοίξει τον δρόμο προς την επιτυχία.

Ελάχιστοι μπορούν να αμφισβητήσουν (αν το κάνουν, δηλώνουν την πλήρη άγνοιά τους) ότι η σύγχρονη αγορά αναζητά (και δεν βρίσκει) ανθρώπους ευφυείς, δημιουργικούς, καινοτόμους, κοινωνικούς, ψυχικά ανθεκτικούς, ικανούς να προσαρμόζονται, να αναλαμβάνουν ευθύνες, έτοιμους να δοκιμάσουν το καινούριο. Αυτές οι δεξιότητες είναι η μόνη ασφάλεια των σημερινών παιδιών απέναντι στις συνθήκες που διαμορφώνονται. Παρά τη δεδομένη πραγματικότητα, ολόκληρο το σύστημα στερεί από τους νέους τον μοναδικό χρόνο μέσα στον οποίο θα μπορούσαν να αποκτήσουν τις συγκεκριμένες δεξιότητες. Το καλοκαίρι.

Είναι παράδοξο και παράλογο μαζί. Γονείς, εκπαιδευτικοί, παραεκπαιδευτικοί, συμφωνούν (αν δεν  ζουν στον Μεσαίωνα) ότι τα παιδιά χρειάζονται νέα  εφόδια για τον κόσμο του μέλλοντος, αποδέχονται ότι αυτός ο κόσμος μεταβάλλεται ραγδαία, ότι η επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης και η εδραίωση της παγκοσμιοποίησης μεταμορφώνουν ολοκληρωτικά και ακατάπαυστα την αγορά εργασίας και ότι οι αυριανές(;) επαγγελματικές θέσεις θα απαιτούν -ήδη συμβαίνει- τελείως διαφορετική προσέγγιση της γνώσης και πρωτόγνωρες δεξιότητες. Ναι, αλλά όταν φτάνει το καλοκαίρι, ένα… ανόητο έθιμο τους στρέφει σε ξεπερασμένες, καταδικασμένες σε αποτυχία, «επενδύσεις». Προτείνουν και προτιμούν τα… θερινά μαθήματα, με στόχο, μάλλον, την πρόωρη και πλήρη εξάντληση των μαθητών!

Οι εργοδότες, όμως, δεν ενδιαφέρονται πια για τον όγκο των ασκήσεων που έλυσε τα καλοκαίρια του ο υποψήφιος για τη δουλειά, δεν νοιάζονται για το πλήθος των σελίδων που έχει αποστηθίσει ως μαθητής. Εξετάζουν αν μπορεί να επικοινωνεί, να συνεργάζεται, να αξιοποιεί τις σύγχρονες τεχνολογίες, να λύνει προβλήματα, να μαθαίνει διαρκώς, να δείχνει ενσυναίσθηση.

Οπότε..., η επαφή με τη Λογοτεχνία, στη διάρκεια του καλοκαιριού, δεν είναι, απλώς, μια επιλογή για «να περνά η ώρα». Είναι μια δημιουργική ευκαιρία για καλλιέργεια της σκέψης και ενίσχυση του κώδικα επικοινωνίας μας, της Γλώσσας. Η ενασχόληση με τον προγραμματισμό δεν είναι απλώς, μια μέθοδος εκμάθησης κώδικα. Είναι το κλειδί της πρακτικής σκέψης και της κοινής γλώσσας των επαγγελμάτων του μέλλοντος. Η βελτίωση των ξένων γλωσσών δεν αποτελεί, απλώς, αποστήθιση λέξεων. Είναι παράθυρο επικοινωνίας με άλλες κουλτούρες και διαφορετικούς ανθρώπους. Η συμμετοχή σε εθελοντικές ή αθλητικές δράσεις είναι εμπειρίες που διδάσκουν τη συνεργασία, την υπευθυνότητα, την κοινωνικότητα. Και όλα αυτά δύσκολα διδάσκονται μέσα σε μια σχολική ή φροντιστηριακή αίθουσα.

Κάποτε, ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσει κανείς μπροστά, είναι να σταματήσει να τρέχει με ασθματικούς ρυθμούς. Λέγεται (και ισχύει) ότι με παλιά υλικά δεν χτίζονται καινούρια σπίτια. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, γιατί με παλιά μυαλά δεν δημιουργείς σύγχρονες προσωπικότητες.




Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Εμείς οι Συντηρητικοί και η Eurovision...

Εννοείται ότι είναι το θέμα των ημερών. «Διαγωνισμός τραγουδιού
Eurovision» λέει ο τίτλος του αλλά...
Αλήθεια τώρα; Υπάρχει σοβαρός άνθρωπος που ασχολείται με τον «θεσμό», βρίσκοντας απόλαυση στα τραγούδια με τα οποία εκπροσωπούνται οι διάφορες χώρες;
Θα μου πείτε ότι σίγουρα υπάρχει άνθρωπος και, μάλιστα, όχι ένας αλλά πολλοί. Ναι, αλλά εγώ αναρωτήθηκα αν υπάρχει «σοβαρός άνθρωπος», οπότε ξανασκεφτείτε την απάντηση. Και επειδή αδυνατώ να την περιμένω (την απάντησή σας), διατυπώνω την άποψή μου και, με βεβαιότητα, ισχυρίζομαι ότι αυτός ο άνθρωπος, μπορεί να είναι «άνθρωπος» αλλά δύσκολα είναι και σοβαρός.
Σύμφωνα με τις πηγές μου (πολλές επαφές με εφήβους) και τα ελάχιστα ακούσματα μου, ο διαγωνισμός έχει -εδώ και πάρα πολλά χρόνια- μετατραπεί σε κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που προσπαθεί να δηλώσει ο τίτλος του. Και σε αυτό το… διαφορετικό το τραγούδι δεν βρίσκεται στο επίκεντρο.
Άλλα είναι αυτά που έχουν καταλάβει κεντρική θέση στη σκηνή του και είναι πολλά.
Κυρίως, όμως, είναι η πρόκληση. Μια πρόκληση χωρίς όρια.
Η ενδυμασία, το μακιγιάζ των διαγωνιζόμενων, η ευκαιρία σε ομάδες συνανθρώπων μας -οι οποίες στην καθημερινότητά τους βιώνουν έντονο ρατσισμό και περιθωριοποίηση- να δείξουν ότι υπάρχουν, ότι έχουν φωνή και δικαιώματα. Αυτά είναι τα στοιχεία που κυριαρχούν και, προσωπικά, δεν έχω το παραμικρό πρόβλημα με αυτό. Διατηρώ και αξιοποιώ στο έπακρο το δικαίωμα να μην παρακολουθώ αυτό το... «πράγμα». Μπορεί να χάνω αλλά δεν το διακινδυνεύω.
Η ένστασή μου έχει να κάνει, απλώς, με τον χαρακτηρισμό του διαγωνισμού ως «διαγωνισμού τραγουδιού». Το βρίσκω ύπουλο και παραπλανητικό. Εξαιρετικά παραπλανητικό. Χωρίς να έχω τη φοβερή εμπειρία, θα τολμήσω να ισχυριστώ ότι η ποιότητα της μουσικής που παρουσιάζεται στη Eurovision δεν έχει την παραμικρή σχέση με την Τέχνη. Μπορεί να έχει σχέση με τα πανηγύρια, από τα οποία οι απαιτήσεις του κοινού δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές. Χωρίς να είμαι βέβαιος, έχω την εντύπωση ότι κανένα από τα διακριθέντα και μη κομμάτια που παρουσιάστηκαν, τα τελευταία χρόνια, στον διαγωνισμό, δεν κατάφερε να μπει στις  λίστες των μεγάλων επιτυχιών.
Πρόκειται, λοιπόν, για θέαμα που μπορεί να βρίσκει απήχηση σε παιδάκια του Δημοτικού και του Γυμνασίου, τα οποία ονειρεύονται ότι και τα ίδια, κάποια στιγμή, θα καταφέρουν να προσελκύσουν τα φώτα της δημοσιότητας, ως νέοι Ακύλες, με προκλητικές εμφανίσεις και τραγούδια, τα οποία δίνουν την αίσθηση ότι είναι γραμμένα από κάποιο εργαλείο ΑΙ και, μάλιστα, εργαλείο στη δωρεάν έκδοσή του. Το γεγονός ότι ανάμεσά τους υπάρχουν και μαθητές Λυκείου, το βρίσκω ιδιαίτερα ανησυχητικό.
Μπορεί να βρίσκει, επίσης, απήχηση σε άτομα που ανήκουν σε underground ομάδες, οι οποίες εντοπίζουν στην αγκαλιά της Eurovision έναν χώρο έκφρασης, που δεν τους προσφέρεται από τα μαζικά μέσα της κυρίαρχης κουλτούρας και οι οποίες, όμως, προσδοκούν την ενσωμάτωσή τους σε αυτή. Πρόκειται για τη δική τους επανάσταση κάτι σαν τα «φεστιβάλ υπερηφάνειας».
Τώρα, το γεγονός ότι παρακολουθούν τον διαγωνισμό και ενήλικες (σίγουρα πολλοί), το βρίσκω εξαιρετικά ταπεινωτικό, αποκαρδιωτικό. Βέβαια, το συγκεκριμένο κοινό, συνήθως, ισχυρίζεται ότι παρακολουθεί το πανηγύρι, απλώς, για να γελάσει. Όμως, η παρακολούθηση του διαγωνισμού και η άντληση γέλιου από αυτόν σημαίνει ότι το νοητικό επίπεδο αυτών των ανθρώπων ανέχεται και αντέχει τέτοιας ποιότητας θεάματα.
Δεν είμαι εναντίον του θεσμού ούτε υπέρ της κατάργησής του. Απλώς, θα έβρισκα λογική και αναγκαία μια μικρήηη αλλαγή του τίτλου του. Ίσως κάτι σε: «Ευρωπαϊκός διαγωνισμός της απόλυτης και χωρίς όρια πρόκλησης». Αν μη τι άλλο, κάτι τέτοιο θα έδειχνε σεβασμό προς την Τέχνη της μουσικής.


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Mea culpa* (Ύμνος στη Gen Z)

Η Gen Z κατηγορείται ότι δεν αντέχει την πίεση, αλλάζει δουλειές σαν τα πουκάμισα (τα οποία, στην πραγματικότητα, δεν πολυζαχαρώνει), ζητάει ισορροπία και -το χειρότερο- θέλει να ζει. Το γεγονός σοκάρει τις προηγούμενες γενιές. Για πρώτη φορά, μια γενιά φαίνεται να αναρωτιέται -μάλλον, έχει αποφασίσει- αν η δουλειά πρέπει να είναι το κέντρο της ζωής ή απλώς ένα κομμάτι της. Και η στάση της ενοχλεί. Όχι γιατί είναι λάθος, αλλά επειδή αμφισβητεί ένα μοντέλο ζωής και οικονομικής οργάνωσης, το οποίο οι προηγούμενοι δέχτηκαν αδιαμαρτύρητα, χωρίς να το διαπραγματευτούν.

Είναι παράλογο αυτό που θέλει; Αν μπούμε στην ουσία της στάσης της, χωρίς τα στερεότυπα, με τα οποία το σύστημα μας εμπότισε, θα δούμε πως δεν είναι. Αν σταθούμε με θάρρος απέναντι στο καινούριο και όχι με τον πόνο που  προκαλεί η αμφισβήτηση της αυθεντίας μας, θα καταλάβουμε πόσο δίκιο έχει αυτή η γενιά. Πόσο παράλογο είναι, δηλαδή, οι νέοι να μη θέλουν να περνούν τα καλύτερα χρόνια τους σε αίθουσες σχολείων-φροντιστηρίων-συμβούλων, ακούγοντας παραινέσεις για περισσότερη προσπάθεια, προτροπές για εξουθενωτική δουλειά από την οποία θα δρέψουν οφέλη... κάποια στιγμή αργότερα; Κάποια στιγμή, η οποία συνεχώς θα απομακρύνεται. Είναι παράλογο να μη θέλουν να περνούν οχτάωρα και βάλε μέσα σε γκρίζους επαγγελματικούς χώρους, να μην έχουν την επιθυμία να παλεύουν ανταγωνιζόμενοι τους άλλους, να μην ταυτίζουν την επιτυχία και την καταξίωση με την πίεση, την έλλειψη προσωπικού χρόνου, τη σωματική και ψυχική εξουθένωση;

Μάλλον δεν είναι. Οπότε τι συμβαίνει; Μα απλώς, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ανατρεπτική κατάσταση, την οποία οι μεγαλύτεροι προετοιμάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε. Είχαμε τοποθετήσει την εργασία στο επίκεντρο της ζωής, την ταυτίσαμε με την ύπαρξή μας, την επενδύσαμε με τον μανδύα της ιερότητας, την αντιμετωπίσαμε ως υπέρτατη αξία.

Αυτή την αντίληψη προσπάθησε κάθε προηγούμενη γενιά να κληροδοτήσει στις επόμενες. Οι Boomers το κατάφεραν, με μεγάλη επιτυχία, με την Gen X και, σε μεγάλο βαθμό, με τους Millenials (Gen Y). Εκεί, όμως, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν απροειδοποίητα. Όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε επανάσταση. Πλέον, μια νέα γενιά αμφισβητεί το αφήγημα -καλές σπουδές, μεταπτυχιακά, σταδιοδρομία, burnout, σύνταξη (αν δεν έχει προηγηθεί το... μοιραίο). Έρχεται με ανατρεπτική διάθεση και δηλώνει: «Συγγνώμη, αλλά εγώ θέλω να ζήσω». Εννοείται ότι θέλει δουλειά. Αλλά όχι δουλειά που θα καταπίνει τη ζωή. Θέλει χρήματα, αλλά όχι για να τα ξοδέψει σε ειδικούς ψυχικής υγείας. Θέλει νόημα, χρόνο για διασκέδαση, χρόνο για τον εαυτό της.

Το θέμα είναι ότι το βροντοφωνάζει και προσπαθεί να υλοποιήσει, κάτι που οι προηγούμενες γενιές δεν είχαν τολμήσει. Οι ενήλικες ανησυχούν. Οι νέοι θέλουν να ζήσουν έξω από τον κόσμο που ετοιμάσαμε για αυτούς(;). Και, μάλλον, αρκετοί θα τα καταφέρουν («Δούλεψε έξυπνα, δούλεψε λιγότερο και ζήσε περισσότερο») με σύμμαχο την AI. Αυτό φοβίζει το κατεστημένο, γιατί πρόκειται για ένα μοντέλο ζωής, το οποίο αδυνατεί να ελέγξει. Και τότε επιστρατεύονται οι «μπαμπούλες»: Ανεργία, Αβεβαιότητα, Τεχνητή Νοημοσύνη που θα αφανίσει τις δουλειές, χαμηλοί μισθοί!

Όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια, φυσικά. Αλλά δεν είναι λόγος πανικού, λόγος να φορτώνουμε τους δεκαοχτάχρονους με την ευθύνη της πρόβλεψης του μέλλοντος της παγκόσμιας οικονομίας.

Η Gen Z φαίνεται να έχει καταλάβει κάτι απλό: καμιά σχολή και κανένα επάγγελμα δεν εγγυώνται την ευτυχία. Οι σπουδές και η δουλειά είναι κομμάτι της ζωής -σίγουρα όχι το πιο ευχάριστο- όχι το νόημά της. Κανένας μας, μεγαλώνοντας και αναπολώντας τη ζωή του, δεν θα σκεφτεί «Μακάρι να είχα απαντήσει σε περισσότερα emails»! Είναι πιθανό, όμως, να μετανιώνει, επειδή δεν αφιέρωσε περισσότερες στιγμές στην οικογένεια, τους συντρόφους, τους φίλους, τα ταξίδια, σε ό,τι πραγματικά τον έκανε ευτυχισμένο.

Λένε (κι αυτό με εκνευρίζει, πλέον, αφόρητα) ότι είναι δύσκολο στα δεκαεφτά του κάποιος να γνωρίζει τι θα κάνει στη ζωή του. Αυτό ισχύει μόνο αν κρίνουμε με βάση δεδομένα συντηρητικά, παρωχημένα. Αν, λοιπόν, περιμένουμε από έναν έφηβο να απαντήσει ότι θέλει να ασχοληθεί με την Πυρηνική Φυσική, με τη Διοίκηση Επιχειρήσεων ή την Ιατρική, τότε η απογοήτευση καιροφυλακτεί. Μάλιστα, πιστεύω ότι αν ο έφηβος δώσει τέτοια απάντηση, δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι είναι ώριμος, συγκροτημένος και πειθαρχημένος. Μάλλον, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι βλαμμένος. Ανησυχητικό. Το παιδί είναι κλώνος του παππού του, προϊόν μετάλλαξης. Κάποιος το ευνούχισε το κακόμοιρο, του αφαίρεσε τον αυθορμητισμό, τον ενθουσιασμό της ηλικίας του και το έχει μετατρέψει σε νέο-γέρο. Το παιδί είναι θύμα τυραννικών γονιών (η Πρόνοια θα έπρεπε να επιληφθεί άμεσα), θύμα του συντηρητισμού.

Αν ρωτήσετε, με πραγματικό ενδιαφέρον, έναν έφηβο «Τι θέλει από τη ζωή του», χωρίς να συνοδεύετε την ερώτηση με τα συνήθη δράματα περί ανεργίας, επαγγελματικής ανασφάλειας, θα εκπλαγείτε και θα καταλάβετε ότι οι έφηβοι, παρά τις φήμες για το αντίθετο, γνωρίζουν πολύ καλά τι ακριβώς θέλουν να κάνουν.

Θέλουν χρόνο με τους φίλους, για ταξίδια, επιζητούν την επαφή με τη φύση, την απόκτηση εμπειριών. Θέλουν μια ζωή γεμάτη βαθιές ανάσες. Θέλουν, στην πραγματικότητα, όσα  και οι προηγούμενες γενιές αλλά φοβήθηκαν να διεκδικήσουν. Μάλιστα, γνωρίζουν και τι δεν θέλουν. Δεν θέλουν να μετριέται η ύπαρξή τους σήμερα με μόρια στις Πανελλαδικές και αύριο με αυστηρά ωράρια, bonus και deadlines.

Το πιο ώριμο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας νέος άνθρωπος δεν είναι να διαλέξει το "τέλειο" επάγγελμα. Είναι να αρνηθεί να θυσιάσει την ποιότητα της ζωής στο όνομα μιας σταδιοδρομίας. Και πρέπει να τον στηρίξουμε σε αυτό.

Κι αν αυτό λέγεται «ανωριμότητα», πιστεύω -έστω με αρκετή καθυστέρηση, Mea culpa- ότι ως κοινωνία χρειαζόμαστε περισσότερη.

*Λατινική φράση, η οποία αποδίδεται στην ελληνική γλώσσα ως ομολογία: 
"λάθος μου" (culpa = σφάλμα) .



Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Όταν γνώρισα τους γονείς της... Αϊνστάιν

Όταν μπαίνω στον χώρο διαλείμματος του φροντιστηρίου και αντικρίζω πονηρά χαμόγελα στα πρόσωπα των συνεργατών μου, συνοδευόμενα από προσποιητή σοβαρότητα, σημαίνει ότι κάτι αρκετά φαιδρό έχει συμβεί. Μπορεί να είναι η απύθμενης αστειότητας απάντηση που έδωσε κάποιος μαθητής ή το ευφυές σχόλιο που έκανε κάποιος άλλος (ναι, υπάρχουν ακόμη τέτοιοι/ες/@). Το καλύτερο, βέβαια
-βούτυρο στο ψωμί μου, που λένε- είναι όταν το σκηνικό συνδέεται με γονείς. 

Κάτι τέτοιο συνέβη πολύ πρόσφατα. Το κλίμα ήταν, έτσι κι αλλιώς, ευχάριστο. Μετρούσαμε αντίστροφα για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Δεν είναι και λίγο. Δυο εβδομάδες μακριά από τον τόπο των βασανιστηρίων μας. 

Οι περισσότεροι καθηγητές ήδη είχαν συγκεντρωθεί στον χώρο που αποκαλούμε "κουζίνα". Ήταν φανερό ότι κάτι ευτράπελο είχε συμβεί όσο έλειπα κι αυτοί δεν μπορούσαν να κρύψουν την αγωνία τους να μου το μεταφέρουν. Δεν πρόλαβα να καθίσω και ένας από τους συναδέλφους, χαμογελώντας πονηρά, μου προωθεί ένα χαρτάκι με κάποιο όνομα, σημειώσεις και έναν αριθμό τηλεφώνου.

"Αυτό είναι για σένα", λέει και είναι ολοφάνερο ότι καταβάλλει συγκινητική προσπάθεια, ώστε να μην ξεσπάσει σε γέλια.
"Λίγο πριν", συνεχίζει, "τηλεφώνησε η κυρία τάδε και, αφού εκθείασε την κόρη  της, ζήτησε να της τηλεφωνήσεις. Θέλει να τη φέρει στο φροντιστήριο".
Όπως με πληροφόρησε, "το παιδί είναι μαθήτρια της Β' Λυκείου, με εξαιρετικές επιδόσεις, με βλέψεις -τι άλλο βέβαια- για την Ιατρική". 
Την ίδια στιγμή, μία συνάδελφος έσπρωχνε την τηλεφωνική συσκευή προς το μέρος μου, παρακινώντας με να τηλεφωνήσω άμεσα.

Είχα ήδη αρχίσει να υποψιάζομαι τι συνέβαινε. Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, είναι όλο και πιο συχνές οι περιπτώσεις ξετσίπωτων γονιών, οι οποίοι, τελείως ξεδιάντροπα, αποθεώνουν τα παιδιά τους, εγκωμιάζουν τις δυνατότητές τους, κάνουν λόγο για επιδόσεις που πλησιάζουν τον ίδιο τον Θεό. Ως απόδειξη, μάλιστα, ορισμένοι προσκομίζουν και τους βαθμούς του σχολείου, βαθμοί, οι οποίοι, εδώ και χρόνια, αποτελούν μνημείο λαϊκισμού.

Πληκτρολογώ τον τηλεφωνικό αριθμό και περιμένω. Στον χώρο επικρατεί νεκρική σιγή. Όλοι πλησιάζουν και στήνουν αφτί, για να παρακολουθήσουν τη συνομιλία. Μαθητές, που είχαν την ατυχία να χρειάζονται κάτι από εμάς, παραπέμπονται στο επόμενο διάλειμμα. Δεν κινείται τίποτε. Η αναμονή κορυφώνεται.

Στην άλλη άκρη της γραμμής βρίσκεται ο πατέρας της μαθήτριας. Κάνουμε τη γνωριμία στα γρήγορα. Ο τύπος δεν κρατιέται. Αρχίζει το εγκώμιο της κόρης. Μαθαίνω ότι είναι υπέροχη, είναι καταπληκτική, η πλάση όλη δεν έχει ξαναγνωρίσει τέτοια σοφία, εννοείται ότι την ενδιαφέρει αποκλειστικά και μόνο η Ιατρική, παρακολουθεί το μάθημα της Έκθεσης με κάποιον καθηγητή από τον οποίο δεν είναι καθόλου ευχαριστημένη -γιατί δεν καλύπτει τις απαιτήσεις της και δεν ταιριάζει στην ποιότητά της- ενώ και οι συμμαθητές της στο φροντιστήριο κινούνται σε επίπεδο πολύ πιο χαμηλό από το δικό της, μπλα, μπλα, μπλα και γι αυτό θέλει να τη φέρει στο δικό μας φροντιστήριο.

Άκουγα και δεν πίστευα στα αφτιά μου. Απέφυγα να διατυπώσω οποιοδήποτε ειρωνικό σχόλιο. Έδειξα ιώβειο υπομονή. Οι ακροατές της συνομιλίας-μονολόγου είχαν δακρύσει από τα γέλια, βρίσκονταν στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Τέτοια αποθέωση παιδιού, τόσα χρόνια, δεν είχε ξαναζήσει κανένας μας. Βέβαια, η επιλογή του φροντιστηρίου, στο οποίο η κόρη παρακολουθούσε μαθήματα, δεν ταίριαζε με τους ύμνους τους οποίους μόλις είχαμε ακούσει.

Ο μονόλογος του ξετσίπωτου γονιού έκλεισε με την απαίτηση να της βρω ένα τμήμα αντίστοιχο των δυνατοτήτων και επιδόσεων της.

Είμαι σίγουρος ότι αρκετοί δυσκολεύεστε να πιστέψετε ότι υπάρχουν τέτοιοι γονείς. Δυστυχώς, υπάρχουν και ο αριθμός τους αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο. Έχουν την αίσθηση ότι το παιδί τους είναι κάτι το εξαιρετικό, χωρίς αυτό να πιστοποιείται από κάτι άλλο εκτός από τους σχολικούς βαθμούς και το γεγονός ότι το παιδί διαβάζει ατελείωτες ώρες. Πρόκειται για γονείς και παιδιά, οι οποίοι δεν μπορούν να δεχτούν οποιαδήποτε αρνητική κριτική, αδυνατούν να αντέξουν την πραγματικότητα. Η επισήμανση των ελλείψεων, των κενών του παιδιού τους τούς προκαλεί πόνο, θυμό, τους εξοργίζει και τους κάνεις εχθρικούς.
Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που τους κάνουν το χατίρι και ενισχύουν την αυτοϊδέα τους. Αποφεύγουν κάθε αρνητική κριτική, για να μην τους χάσουν από πελάτες. Προσωπικά με αρρωσταίνει η επαφή με τη συγκεκριμένη κατηγορία -γονιών και εκπαιδευτικών, δεν θέλω την παραμικρή επαφή μαζί τους και κάνω τα πάντα, ώστε να αποφύγω τη συνεργασία με αυτούς. Έτσι κι αλλιώς, η δουλειά μας είναι ιδιαίτερα πιεστική. Τέτοιοι γονείς την καθιστούν αβάσταχτη.

Όσο ο απερίγραπτος γονιός έπλεκε το εγκώμιο της κόρης, σκεφτόμουν όλα αυτά. Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω τη συγκεκριμένη οικογένεια να με πλησιάσει. 

Μόλις το εγκώμιο ολοκληρώθηκε, ο κακόμοιρος πατέρας με ρώτησε πότε μπορούμε να βρεθούμε. Του απάντησα ότι δεν υπήρχε λόγος να γίνει κάτι τέτοιο, Εξηγώντας του  ότι το φροντιστήριό μας δεν είχε τμήμα ικανό να καλύψει τις απαιτήσεις της κόρης του. Του είπα ότι εμείς συνεργαζόμαστε, συνήθως, με φυσιολογικά παιδιά από την εποχή που... πέθανε ο Αϊνστάιν. 

Δεν ξέρω, αν ο γονιός αντιλήφθηκε την ειρωνική διάθεσή μου. Δεν με απασχολούσε, άλλωστε. 
Η συνάντησή μας δεν έγινε ποτέ. Μου αρκούσε το ότι (έστω τηλεφωνικά) είχα γνωρίσει τους γονείς της Αϊνστάιν.