Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2019

«Η Πηνελόπη ήταν μια πολύ λυπημένη βασίλισσα» -διδάσκοντας Έκθεση σε θολά νερά-

Η Πηνελόπη υφαίνοντας μέσα στη λύπη της
Νομίζω ότι πλέον το έχω απολύτως ξεκάθαρο. Οι εκάστοτε «υπεύθυνοι» για τη δομή, την πορεία και τους στόχους του ελληνικού σχολείου υφίστανται για έναν και μόνο λόγο: να δημιουργούν περαιτέρω προβλήματα στην εκπαιδευτική κοινότητα και στο ευρύτερο εκπαιδευτικό σύστημα, χωρίς να λύνουν κανένα από τα υπάρχοντα. Οι αποφάσεις, οι επιλογές τους, η όλη στάση τους το αποδεικνύουν με κάθε τρόπο. 
Τελευταία (μάλλον, μια από τις πολλές τελευταίες) απόδειξη οι επιλογές τους ως προς τον τρόπο εξέτασης της Γλώσσας (που κόκκαλα δεν έχει αλλά κόκκαλα τσακίζει) στις Πανελλαδικές εξετάσεις. 
Έχω την αίσθηση -μπορώ να δεχτώ διορθώσεις, επειδή με βελτιώνουν- ότι αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία η εφαρμογή μιας μεθόδου στις εισαγωγικές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση εξετάσεις, χωρίς αυτή προηγουμένως να έχει ενταχθεί και δοκιμαστεί σε προηγούμενες τάξεις. Το πείραμα -γιατί περί αυτού πρόκειται- θα γίνει με την εφαρμογή της στο τέλος της σχολικής χρονιάς και πειραματόζωα θα αποτελέσουν οι υποψήφιοι μαθητές αλλά και οι εκπαιδευτικοί τους, οι οποίοι καλούνται να τους οδηγήσουν ως εκεί. «Εκεί» θα έχουμε τα πρώτα αποτελέσματα και θα δούμε πώς λειτουργεί το συγκεκριμένο σύστημα. «Εκεί» θα συνειδητοποιήσουμε (θα το κάνουν οι υπεύθυνοι δηλαδή, γιατί οι ενεργοί εκπαιδευτικοί το αντιλαμβάνονται καθημερινά στις αίθουσες) τα προβλήματα, τα κενά, τις αστοχίες του. Με απλά λόγια, «εκεί» θα δούμε την απόλυτη ανοησία του. Και, βέβαια, θα το δούμε (δουν) πολύ αργά κι ενώ ήδη μια φουρνιά μαθητών και οι εκπαιδευτικοί τους θα έχουν περάσει ταραχή μεγάλη. 
Ήδη οι πρώτες σκέψεις, που προέρχονται από την καθημερινή διδακτική εμπειρία αλλά και από συζητήσεις με άτομα που ασχολούνται χρόνια τώρα με το αντικείμενο, έχουν διαμορφωθεί και έχουν καταστήσει εμφανή όσα προβλήματα οι -άσχετοι με το τι συμβαίνει σε μια αίθουσα- υπεύθυνοι θα αντιληφθούν σε δέκα μήνες περίπου. 
Οι άσχετοι υπεύθυνοι φαίνεται να αγνοούν το επίπεδο και τις δυνατότητες του μέσου μαθητή του ελληνικού σχολείου. Αυτή η άγνοια, βέβαια, είναι πλήρως αδικαιολόγητη, αφού εδώ και χρόνια τα αποτελέσματα στις πανελλαδικές αλλά και στον διαγωνισμό PISA δίνουν διαυγή εικόνα του τι συμβαίνει. 
Η ασχετοσύνη τους (των άσχετων υπευθύνων) δεν τους βοηθάει να αντιληφθούν ότι αρκετοί (πάρα πολλοί) μαθητές δεν έχουν την ικανότητα να διαβάσουν, να μελετήσουν και να αποκωδικοποιήσουν τρία κείμενα στο χρονικό πλαίσιο της εξέτασης του μαθήματος. Αρκετοί μαθητές χρειάζονται ολόκληρο τρίωρο (όση και η ώρα εξέτασης) απλώς για να διαβάσουν και να κατανοήσουν επιφανειακά τα κείμενα αυτά. Και δεν ισχυρίζομαι, σε καμιά περίπτωση, ότι αυτοί οι άθλιοι μαθητές πρέπει να αποτελέσουν το κριτήριο για το σύστημα εισαγωγής. Θα ήταν, όμως, πιο λογικό αρχικά να προετοιμάσουμε τα παιδιά, να τα ενημερώσουμε για το τι τα περιμένει, να τους δώσουμε ευκαιρίες εμπειρίας και προσαρμογής και έπειτα να απαιτήσουμε από αυτά να εξεταστούν με τον συγκεκριμένο τρόπο. 
Στην περίπτωσή μας ούτε που σκέφτηκαν κάτι τέτοιο οι υπεύθυνοι. Αυτοί σκέφτονται ουτοπικά συστήματα και ανεφάρμοστες πρακτικές (κάτι σαν το ΚΚΕ) και προτείνουν την ανεφάρμοστη... εφαρμογή τους. Σκεπτόμενοι ανεδαφικά, με βάση ένα όραμα που έχουν πλάσει, αποφάσισαν να θυσιάσουν τους φετινούς υποψηφίους (για το καλό του συνόλου, μάλλον) οδηγώντας τους ίσως σε μια βαθμολογική σφαγή. Έπειτα θα μπορούν να επιδεικνύουν τα θύματα οδηγώντας τις επόμενες γενιές σε διαφορετική προσπάθεια. «Κοιτάξτε τι έπαθαν οι προηγούμενοι» θα λένε, «θέλετε να βρεθείτε κι εσείς στην ίδια θέση;» θα ξαναλένε. Περίεργη μέθοδος θα έλεγα εγώ. Η παιδαγωγική στα χειρότερά της. 
Από πού να το πιάσει κανείς; Ακόμη και ο τρόπος αξιολόγησης (βαθμολόγησης) των γραπτών θα προκαλέσει προβλήματα που οι άσχετοι υπεύθυνοι αδυνατούν να αντιληφθούν. Η βαθμολόγηση της περίληψης -μιας μορφής της, έστω- στα δεκαπέντε (15) μόρια και της παραγωγής λόγου -Έκθεσης- στα τριάντα (30) δεν αφήνει στους βαθμολογητές περιθώρια διάκρισης ενός πολύ καλού από ένα καλό γραπτό ή ενός κακού από ένα άθλιο. Χαμένοι, βέβαια, θα είναι οι μαθητές με αξιώσεις αλλά σε μια κοινωνία που λατρεύει τη μετριότητα, μάλλον, αυτό είναι και το ζητούμενο. 
Η δε ερώτηση που θα βασιστεί στο λογοτεχνικό κείμενο θα είναι αφορμή για πανηγύρι τρελών. Ζητάμε από τους μαθητές να χαρακτηρίσουν πρωταγωνιστές ή να αιτιολογήσουν τα κίνητρα των ενεργειών τους ή να περιγράψουν τη συναισθηματική κατάστασή τους… Και κάποιοι πιστεύουν ότι με τον τρόπο αυτό η νέα γενιά θα αγαπήσει ή έστω θα κατανοήσει τη λογοτεχνία. Πιστεύω ότι οι εκδοτικοί οίκοι θα πράξουν σοφά σταματώντας στο εξής την έκδοση λογοτεχνικών έργων, αφού και οι ελάχιστοι εναπομείναντες αναγνώστες πρόκειται άμεσα να αφανιστούν, λόγω του συστήματος πανελλαδικής εξέτασης. Η λογοτεχνία οδηγείται στο πυρ το εξώτερον και θα φταίνε οι άσχετοι με την εκπαίδευση υπεύθυνοι για αυτήν. 
Και άντε από τους προηγούμενους υπεύθυνους δεν αναμέναμε την επίδειξη της παραμικρής λογικής και ευθύνης. Και μόνο η εικόνα του γραφείου του κ. Γαβρόγλου -ενδεικτική και της εικόνας του μυαλού του- μου προκαλεί ακόμη εφιάλτες. Τι γίνεται, όμως, με τους καινούριους υπεύθυνους; Για ποιον λόγο βιάστηκαν να δεχτούν ένα σύστημα που δεν έχει δοκιμαστεί πριν; Για ποιον λόγο -και αφού έδειξαν θετικοί σε διορθωτικές αλλαγές- δεν άφηναν ως είχε το προηγούμενο σύστημα εξέτασης προχωρώντας σε βελτιωτικές κινήσεις (π.χ. έμφαση στις ερωτήσεις κατανόησης ή σε ερωτήσεις σωστού-λάθους με αιτιολόγηση); 
Με τίποτε δεν θα ήθελα να βρεθώ στη θέση των βαθμολογητών στις φετινές πανελλαδικές. Άλλωστε αμφιβάλλω αν θα βρεθούν τέτοιοι «μάρτυρες». Δεν θα ξέρουν από πού να αρχίσουν και πού να τελειώσουν τη βαθμολόγηση. Το όλο κλίμα μου φέρνει στο μυαλό την απάντηση που είχα δώσει ως μαθητής Γυμνασίου στην απαίτηση καθηγητή να χαρακτηρίσω την Πηνελόπη, τη γυναίκα του Οδυσσέα. Μετά από βαθιά περισυλλογή και ανάλυση του κειμένου, είχα καταλήξει σε μια πολύ ουσιαστική, περιεκτική και σφαιρική προσέγγιση ενταγμένη στο αφαιρετικό ύφος που με χαρακτήριζε και σε ελάχιστες μόνο λέξεις: «Η Πηνελόπη ήταν μια πολύ λυπημένη βασίλισσα» και τέλος. Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση του καθηγητή, στον οποίο παρέδωσα την απάντηση, αν και νομίζω ότι αυτό πληρώνω ως καθηγητής φροντιστηρίου εδώ και χρόνια. 
Μαθητές και εκπαιδευτικοί, χωρίς καθοδήγηση και στηρίγματα, θα κληθούν, για μια ακόμη χρονιά, να αυτενεργήσουν και να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, λειτουργώντας σε αχαρτογράφητα και πολύ, μα πάρα πολύ θολά νερά. Και εννοείται ότι θα είναι εκείνοι που θα δεχτούν τα πυρά της κοινής γνώμης και των γονιών του κάθε μπούλη ή μπούλας που δεν θα καταφέρει να εισαχθεί στην Ιατρική και να γίνει ερευνητής πρώτου μεγέθους και να πάρει και το Νόμπελ, επειδή δεν θα ξέρει την τύφλα του τη μαύρη, ώστε να χαρακτηρίσει σωστά έναν «πρωταγωνιστή» λογοτεχνικού κειμένου!



Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

Λ. Α.


«Λειτουργικός Αναλφαβητισμός: Είναι η γνώση που δεν αφομοιώνεται, δεν γίνεται κατανοητή και άρα δεν εφαρμόζεται από μία προσωπικότητα που συρρικνώνεται, διαστρεβλώνεται κι εκφυλίζεται και η έκφραση που αδυνατεί να εκδηλωθεί και να παράγει αποτελέσματα.
Με την λέξη “λειτουργικός” νοείται αυτός που διαθέτει όχι γνώση, αλλά ΕΠΙΓΝΩΣΗ της γνώσης, είναι ικανός να ενεργεί και να αναλαμβάνει έλεγχο κι ευθύνη του ελέγχου, αυτός που είναι ικανός να χειρίζεται καταστάσεις και πράγματα. Εύκολα διαφοροποιεί ανομοιότητες, δεν ταυτοποιεί ανόμοιους συσχετισμούς και κατανοεί αφηρημένες έννοιες.»

Αν βρίσκεστε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ή την έχετε ήδη ολοκληρώσει και δεν αντιλαμβάνεστε το νόημα του προηγούμενου αποσπάσματος, δυστυχώς για εσάς, ανήκετε στην κατηγορία των «λειτουργικά αναλφάβητων» ανθρώπων. Και με βεβαιότητα, αυτοί είναι πολλοί και βρίσκονται γύρω μας και έχουν άποψη -για την πολιτική, για την οικονομία, για την εκπαίδευση, για το μεταναστευτικό, για… όλα. Και όχι μόνο «έχουν», όπως πιστεύουν, άποψη για όλα αλλά τη διατυπώνουν κιόλας. Το κάνουν στις κοινωνικές συναθροίσεις, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στους εκπαιδευτικούς των παιδιών τους, παντού και σε όλους.
Με απλά λόγια και για να συμβάλω στη στήριξη του συγκεκριμένου τμήματος της κοινωνίας μας, ως “λειτουργικά αναλφάβητο” χαρακτηρίζουμε το άτομο το οποίο μπορεί να διαβάζει (δεν είναι άρα “οργανικά αναλφάβητο”) αλλά αδυνατεί να κατανοήσει όσα διαβάζει αλλά και όσα ακούει. Με ακόμη πιο απλά λόγια, αδυνατεί να αντιληφθεί τις εξελίξεις -και άρα να προσαρμοστεί σε αυτές- αλλά και τον περίγυρό του -και άρα να συνεννοηθεί ακόμη και για τις πιο απλές διαδικασίες (π.χ. τι να αγοράσει από το super market ή πού και τι ώρα θα συναντήσει την παρέα) με αυτόν.
Ο “λειτουργικά αναλφάβητος” αδυνατεί να κατανοήσει και να αποδώσει περιληπτικά το περιεχόμενο ενός (ακόμη και) απλού κειμένου. Αδυνατεί να αντιληφθεί πλήρως τα ζητούμενα μιας άσκησης ή ενός προβλήματος στη Φυσική ή τα Μαθηματικά. Αδυνατεί να συνειδητοποιήσει το νόημα ενός πολιτικού, οικονομικού ή (ακόμη χειρότερα) επιστημονικού άρθρου*.
Η παρατήρηση αυτή εξηγεί πολλά στοιχεία της καθημερινότητας. Έτσι εξηγείται το υψηλό ποσοστό αποτυχίας στις πανελλαδικές. Έτσι γίνεται αντιληπτό το υψηλό ποσοστό εκείνων που πιστεύουν ότι μας ψεκάζουν (33%) αλλά κι εκείνων που πιστεύουν στα ζώδια (πάνω από 50%), στις εναλλακτικές θεραπείες, στις ψευδοεπιστήμες και τους κάθε είδους αγύρτες (χαρτορίχτρες, καφετζούδες…). Έτσι δικαιολογείται η πίστη στον κάθε μορφής λαϊκισμό (σκίσιμο μνημονίων, ορχήστρες στον ρυθμό των οποίων θα χόρευε η Ευρώπη κ.τ.λ.). Έτσι, τέλος, βρίσκουν εξήγηση τα υψηλά ποσοστά κατάθλιψης και αυτοκτονιών που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια. Ο “λειτουργικά αναλφάβητος” αδυνατεί να κατανοήσει την πραγματικότητα και τις απαιτήσεις της, οπότε και είναι αδύνατον να προσαρμοστεί και να ανταποκριθεί σε αυτές.
Ο “λειτουργικά αναλφάβητος” αναζητά απλοϊκές λύσεις και κυρίως απαντήσεις για μια καθημερινότητα, την οποία δεν αντιλαμβάνεται. Και φυσικά τέτοιες του δίνουν οι λαϊκιστές και οι κάθε είδους εκμεταλλευτές της ανοησίας, της σύγχυσης και της άγνοιας που κυριαρχούν.
Κι ενώ ο “οργανικά αναλφάβητος” του παρελθόντος αποτελούσε μικρό κίνδυνο για την κοινωνία, αφού δεν διέθετε τα τυπικά προσόντα για κατάληψη δημόσιων θέσεων, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους “λειτουργικά αναλφάβητους”. Αυτοί είναι απόφοιτοι Λυκείου ή και Πανεπιστημίου (σκεφθείτε πόσοι μπήκαν σε αυτό με βαθμούς που προκαλούν θλίψη), έχουν αγοράσει και μεταπτυχιακό σε αρκετές περιπτώσεις. Αυτό σημαίνει ότι διαθέτουν τα τυπικά προσόντα για την κατάληψη μιας δημόσιας θέσης. Μπορούν να γίνουν Σύμβουλοι Στρατηγικού Σχεδιασμού, μετακλητοί σε υπουργεία, γ.γ. υπουργείων, υπουργοί και δεν συμμαζεύεται. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται περισσότερες διευκρινίσεις για τον κίνδυνο που συνθέτει το πρόβλημα.
Θα πρέπει άραγε να γίνουμε οπαδοί της θεωρίας των ψεκασμών για να αιτιολογήσουμε την κατάσταση και την έκτασή της; Σίγουρα όχι. Τα αίτια είναι πολύ πιο χειροπιαστά. Φταίει η πολύωρη επαφή παιδιών και εφήβων με την εικόνα της τηλεόρασης και των μ.κ.δ.. Άρα φταίνε οι γονείς που δίνουν χώρο σε αυτό. Φταίει η συνεχής υποβάθμιση των απαιτήσεων στο πλαίσιο του σχολείου. Άρα φταίνε οι πολιτικοί και οι λαϊκιστικές πολιτικές τους και ίσως κάποιοι εκπαιδευτικοί που δεν αντιδρούν σε αυτό. Φταίνε τα πρότυπα επιτυχίας που προβάλλουμε διαρκώς στη νέα γενιά. Άρα φταίνε τα μ.μ.ε. και οι χαζομανάδες που δείχνουν τον θαυμασμό τους για τηλεοπτικούς αστέρες που αποτελούν εκφραστές της ανοησίας.
Το πρόβλημα υφίσταται, γνωρίζουμε τις αιτίες του αλλά είναι αδύνατον να κάνουμε και πολλά, αφού οι βασικοί κοινωνικοί θεσμοί έχουν χάσει τη δυνατότητά τους να παρέμβουν ουσιαστικά και συστηματικά.
Οπότε… ο Θεός να μας φυλάει!



* Σύμφωνα με την UNESCO (27.11.1978) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1987) ο λειτουργικός αναλφαβητισμός ορίζεται ως απώλεια της ικανότητας ενός ατόμου, που έχει παρακολουθήσει την υποχρεωτική εκπαίδευση, να κατανοεί με επάρκεια τον προφορικό και γραπτό λόγο, να διατυπώνει με σαφήνεια την σκέψη του, να κάνει αφαιρετικούς συνειρμούς, να αναπτύσσει κριτική σκέψη, να εκμεταλλεύεται ευκαιρίες για βελτίωση των γνωστικών του δεξιοτήτων κ.λ.π.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

Δεν τον συμφέρει να δουλεύει

Το κατσικάκι στη γάστρα ήταν υπέροχο. Αδιάψευστος μάρτυρας τα... ανύπαρκτα υπολείμματα στην πιατέλα. Χορτασμένοι πια επιδοθήκαμε σε κουβέντα με τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας. Νέος άνθρωπος, με όρεξη για δουλειά, ευγενέστατος με την πελατεία, μερακλής με μια κουβέντα. Αποφάσισε να αναλάβει και να συνεχίσει την οικογενειακή επιχείρηση στο ορεινό χωριό. Και δείχνει -σε αντίθεση με το γενικότερο κλίμα εθνικής μιζέριας- ιδιαίτερα ικανοποιημένος.
Όπως μας μετέφερε, η δυσκολία και μόνιμο πρόβλημα, ιδίως σε περιόδους με αυξημένη κίνηση, το ότι αδυνατεί να βρει προσωπικό. Σε μια χώρα που στενάζει, όπως φημολογείται, από την ανεργία, μας φάνηκε παράξενο. Βλέποντας την απορία μας βάλθηκε να μας εξηγεί.
«Να» ξεκίνησε, «το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είχα κανονίσει με ένα παλικάρι από τα Τρίκαλα να έρθει για δουλειά. Εξασφαλισμένη διαμονή, εξασφαλισμένο φαγητό, καλό μεροκάματο, φιλοδωρήματα και, βέβαια, ασφάλιση. Υπολόγισα ότι “καθάρισε” περίπου 200€ για δουλειά δυο ημερών».
Πρόχειρα υπολογίσαμε ότι το «παλικάρι», με δουλειά δυο ημερών την εβδομάδα, θα «καθάριζε» περίπου 700€ με 800€ τον μήνα. Κι αυτό για τους περισσότερους μήνες του χρόνου. Εννοείται ότι κανείς τον εμπόδιζε να κάνει και κάτι άλλο τις υπόλοιπες ή κάποιες μέρες της εβδομάδας ενισχύοντας το εισόδημά του.
«Ναι, αλλά» συνέχισε ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, «χθες του τηλεφώνησα, για να επιβεβαιώσω ότι θα έρθει και το επόμενο Σαββατοκύριακο, όπως είχαμε συμφωνήσει. Η απάντηση που πήρα ήταν ότι δεν θα έρθει. Όταν τον ρώτησα, αν βρήκε κάτι άλλο να κάνει, μου είπε ότι δεν είχε βρει. Μου φάνηκε παράξενο, γιατί ξέρω ότι προέρχεται από οικογένεια χωρίς οικονομική άνεση, οπότε και επέμεινα για ποιον λόγο δεν θα ερχόταν. Η απάντησή του ήταν ότι “δεν τον συμφέρει”. Κι ακόμη δεν έχω καταλάβει τι δεν τον συμφέρει. Να δουλεύει;».
Στους περισσότερους φαντάζει εξωπραγματικό αλλά μια κουβέντα με επιχειρηματίες κάθε κλάδου μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η στάση του «παλίκαρου» δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Μεγάλο μέρος της νέας γενιάς δεν αντέχει τη δουλειά στο bar, στην ταβέρνα, στο εργοστάσιο, στο χωράφι, στην κατασκευαστική εταιρεία, στο γραφείο μελετών, στο λογιστικό γραφείο, στο φροντιστήριο,... Παντού.
Το «παλικάρι» της ιστορίας και μάλλον πολλά ακόμα «παλικαράκια» και «παλικαρίνες» βρίσκουν ασύμφορο το να εργάζονται. Βρίσκουν πιο συμφέρον να αράζουν, να πίνουν καφέδες με την παρέα, να μένουν στο σπίτι των γονιών μέχρι να σιτέψουν. Η δουλειά είναι ασύμφορη. Τα αραλίκι συμφέρει.
Έχουν δει τα πράγματα αλλιώς. Και σε μεγάλο βαθμό φταίει γι αυτό η υπερπροστατευτική και άκρως συντηρητική ελληνική οικογένεια. «Γι αυτό τον/την/το σπούδασα» ακούμε συχνά από γονείς που πιστεύουν ότι οι ίδιοι πήραν αξία, επειδή το παιδί τους «σπούδασε». Το γεγονός ότι αρκετοί μπήκαν σε κάποιο πανεπιστήμιο με τέσσερις και με πέντε χιλιάδες μόρια, το ότι κάποιοι πλήρωσαν για ένα πανεπιστήμιο αμφιβόλου αξίας στο εξωτερικό, το ότι πλήρωσαν για το πτυχίο ενός κολλεγίου στη μεγαλούπολη ή έβγαλαν μια σχολή στο ΙΕΚ της γειτονιάς τους, πιστεύουν ότι τους δίνει το δικαίωμα να διεκδικήσουν το απόλυτο όνειρο του νεοέλληνα: μια θέση και μάλιστα μόνιμη στο δημόσιο. Καθετί διαφορετικό δεν αρμόζει στα... προσόντα και στο πρεστίζ που απέκτησαν μέσω των σπουδών τους.
Φταίει εξίσου και το υπερπροστατευτικό κράτος μας, που προτιμάει να ανοίγει αχρείαστες θέσεις στο δημόσιο και να επιδοτεί την αεργία από το να χρηματοδοτεί τη δημιουργία παραγωγικών θέσεων. Δίνει με τον τρόπο αυτόν την αίσθηση ότι ο κάθε κακομοίρης μπορεί να βολευτεί σε μια θεσούλα από την οποία κανείς δεν θα μπορεί να τον ξεκουνήσει ή για την οποία δεν θα δεχτεί τον παραμικρό έλεγχο.
Σε ένα μεγάλο τμήμα της νέας γενιάς φαίνεται ασύμφορη μια δουλειά που απαιτεί. Ό,τι κι αν απαιτεί. Μπορεί να απαιτεί προσήλωση, μπορεί να απαιτεί υπομονή, ένταση, κόπο πνευματικό ή σωματικό, θετική διάθεση απέναντι στον πελάτη, δημιουργικότητα, πρωτοβουλία, οργάνωση, ...
Αν απαιτεί το παραμικρό, δεν συμφέρει. Εκείνο που συμφέρει είναι η τεμπελιά, τα επιδόματα, η οικονομική στήριξη από το σπίτι και βέβαια, οι ανέξοδες και αδιέξοδες αμπελοφιλοσοφίες για το άδικο σύστημα. Η προσπάθεια, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και ο προσωπικός στόχος βρίσκονται έξω από τη λογική αρκετών, οι οποίοι πιστεύουν ότι η ζωή (και ο καθένας) τούς χρωστάει εκ προοιμίου, που θεωρούν ότι έχουν δικαιώματα αλλά όχι υποχρεώσεις, που παθαίνουν κατάθλιψη και κρίσεις πανικού απέναντι στην παραμικρή ευθύνη.
Όσο για εκείνους που τα καταφέρνουν; Α, μα αυτοί είναι τυχεροί ή έστω προνομιούχοι, πιστεύουν οι περισσότεροι. Μάλλον ως κοινωνία χρειαζόμαστε μια επανεκκίνηση. 



Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

Ο "Μεταμορφωσητουσωτήρος"


Λοιπόν, είναι -μεγάλης- απορίας άξιον το πόσοι άνθρωποι θυμούνται ότι γιορτάζω στις 6 Αυγούστου. Κι αυτό γιατί η συγκεκριμένη γιορτή δεν είναι σαν τις άλλες ή τις περισσότερες άλλες.
            Για παράδειγμα, υπάρχουν άνθρωποι που γιορτάζουν του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Δημητρίου, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του Αγίου Αλκιβιάδου μάρτυρος, του Μεγάλου Βασιλείου, του Αγίου Αθανασίου και πάει λέγοντας.
            Ωραίο και ξεκάθαρο πράγμα, δηλαδή. Βλέπεις στο ημερολόγιο ότι την τάδε μέρα είναι του Αγίου Βαρσιμαίου. Μια χαρά. Έχεις κάποιον φίλο ή συγγενή ή συνεργάτη που ονομάζεται Βαρσίμαιος, του τηλεφωνείς ή πλέον του γράφεις στο fb του μεταφέροντας ευχές και χαρές και άλλα ωραία. Βλέπεις ή πληροφορείσαι ότι τη δείνα μέρα είναι Αγίων Ακύλα και Πρίσκιλλας. Έχεις φίλους, γνωστούς, συγγενείς, συνεργάτες με κάποιο από αυτά τα ονόματα; Το μυαλό σου πάει κατευθείαν.
            Για μένα, βέβαια, κι αυτές οι γιορτές την έχουν τη δυσκολία τους. Γιατί του Αγίου Δημητρίου πρέπει να θυμάμαι ότι γιορτάζει ο γαμπρός μου και ο φίλος μου, οι οποίοι, όμως -και οι δυο- λέγονται «Μήτσος». Τέλος πάντων, εκεί το πρόβλημα λύθηκε εδώ και χρόνια, αφού συμφωνήσαμε να με παίρνουν εκείνοι τηλέφωνο τη μέρα της γιορτής τους για να τους λέω τα χρόνια πολλά.
            Με απλά λόγια, θέλω να πω ότι με εντυπωσιάζει πώς κάποιοι άνθρωποι θυμούνται ότι γιορτάζουν οι Σωτηράδες και οι Σωτηρίες στις 6 Αυγούστου. Γιατί στις 6 Αυγούστου δεν είναι ούτε του Αγίου Σωτήρη ούτε της Αγίας Σωτηρίας ούτε «τσ’ Αγιάσωτήρας», όπως αναφέρεται σε κάποιες περιοχές της πατρίδας μας. Θεωρώ ότι είναι πιο εύκολο να θυμάται κάποιος τις ώρες Ανατολής και Δύσης του Ήλιου της συγκεκριμένης ημέρας, παρά το ποιος γιορτάζει αυτή τη μέρα.
            Στις 6 Αυγούστου γιορτάζουμε τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και άρα θα έπρεπε να γιορτάζουν όσοι έχουν βαπτιστεί έτσι. Ένα τέτοιο όνομα, βέβαια, θα θύμιζε κάτι από τα ευφάνταστα ρωμαϊκά ονόματα που κυκλοφορούσαν στα Αστερίξ. Υπήρχε, για παράδειγμα ο εκατόνταρχος -αν θυμάμαι καλά το αξίωμα- «Θαμασφαειοκατωκόσμοσόλους» (θυμάμαι πολύ καλά το όνομα). Κάπως έτσι, και είναι πολύ λογικό, τη μέρα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος ο καθένας θα μπορούσε να σκεφτεί: Βρε μπας και έχουμε κανέναν γνωστό που λέγεται «Μεταμορφωσητουσωτήρος»; Και πολύ λογικά και πάλι, θα έδινε μόνος του ή θα έπαιρνε από άλλον την απάντηση: Μπααα, πού να βρεις άνθρωπο με τέτοιο όνομα;
            Με όλα αυτά, ήθελα απλώς να πω ότι είναι ιδιαίτερα τιμητικό που κάποιοι θυμούνται ότι γιορτάζω παρόλο που δεν με βάφτισαν «Μεταμόρφωσητουσωτήρος» και κανείς ποτέ δεν με αποκάλεσε έτσι.
Δηλώνω τον θαυμασμό μου και
τους ευχαριστώ θερμά για τις ευχές!



Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Μια εικόνα, χίλιες λέξεις


Ό,τι μας κρατάει πίσω, σε μια φωτογραφία.


Ο ελληνάρας που ισχυρίζεται ότι διαθέτει το «ηθικό πλεονέκτημα» ενώ η ηθική του δεν ξεφεύγει από τα όρια του μεγάλου «εγώ» του. Ο ελληνάρας ισχυρίζεται -και είναι πολύ πιθανό να το πιστεύει- ότι εξ ορισμού είναι πιο ηθικός από τους «άλλους» αλλά δεν έχει την παραμικρή διάθεση να σεβαστεί την υγεία των συνανθρώπων του, την οποία δείχνει με προκλητικό τρόπο πού την έχει γραμμένη.

Ο ελληνάρας που πιστεύει ότι ο νόμος είναι για τους άλλους κι ότι ο ίδιος είναι υπεράνω, γιατί ο εξυπνάκιας θεωρεί ότι είναι έξυπνος και άρα δικαιούται περισσότερα από τους άλλους.

Ο ελληνάρας που χωρίς ίχνος παιδείας και αξιοπρέπειας αδυνατεί να καταλάβει πόσο γραφικός και ανόητος δείχνει προβάλλοντας την ανοησία του, επειδή την αντιλαμβάνεται ως μαγκιά.

Ο ελληνάρας του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;».

Ο ελληνάρας του «Και τι θα μου κάνουν; Θα μου κλ@σουν τ’ @ρχιδι@».

Ο ελληνάρας του «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, οι άλλοι ζούσαν σε σπηλιές», που όμως δεν διαθέτει την ικανότητα να αντιληφθεί ότι καμιά σχέση έχει με εκείνους που έχτιζαν Παρθενώνες, γιατί εκείνοι διέθεταν αισθητική, παιδεία, σεβασμό και ότι οι άλλοι -οι άνθρωποι των σπηλαίων- έχουν προ καιρού εγκαταλείψει τις σπηλιές τους και τον έχουν αφήσει έτη φωτός πίσω τους και του δανείζουν για να ζει και να υπάρχει.

Κι όμως, κάποιοι τον ψήφισαν τον ελληνάρα και την παρέα του. 
Μπορεί και να νιώθουν περήφανοι με τον τσαμπουκά του εκλεκτού τους.