ΣΩΤΗΡΗΣ π. ΖΑΧΟΣ
Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Ε Σ
Δευτέρα 18 Μαΐου 2026
Εμείς οι Συντηρητικοί και η Eurovision...
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026
Mea culpa* (Ύμνος στη Gen Z)
Είναι παράλογο αυτό που θέλει; Αν μπούμε στην ουσία της στάσης της, χωρίς τα στερεότυπα, με τα οποία το σύστημα μας εμπότισε, θα δούμε πως δεν είναι. Αν σταθούμε με θάρρος απέναντι στο καινούριο και όχι με τον πόνο που προκαλεί η αμφισβήτηση της αυθεντίας μας, θα καταλάβουμε πόσο δίκιο έχει αυτή η γενιά. Πόσο παράλογο είναι, δηλαδή, οι νέοι να μη θέλουν να περνούν τα καλύτερα χρόνια τους σε αίθουσες σχολείων-φροντιστηρίων-συμβούλων, ακούγοντας παραινέσεις για περισσότερη προσπάθεια, προτροπές για εξουθενωτική δουλειά από την οποία θα δρέψουν οφέλη... κάποια στιγμή αργότερα; Κάποια στιγμή, η οποία συνεχώς θα απομακρύνεται. Είναι παράλογο να μη θέλουν να περνούν οχτάωρα και βάλε μέσα σε γκρίζους επαγγελματικούς χώρους, να μην έχουν την επιθυμία να παλεύουν ανταγωνιζόμενοι τους άλλους, να μην ταυτίζουν την επιτυχία και την καταξίωση με την πίεση, την έλλειψη προσωπικού χρόνου, τη σωματική και ψυχική εξουθένωση;
Μάλλον δεν είναι. Οπότε τι συμβαίνει; Μα απλώς, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ανατρεπτική κατάσταση, την οποία οι μεγαλύτεροι προετοιμάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε. Είχαμε τοποθετήσει την εργασία στο επίκεντρο της ζωής, την ταυτίσαμε με την ύπαρξή μας, την επενδύσαμε με τον μανδύα της ιερότητας, την αντιμετωπίσαμε ως υπέρτατη αξία.
Αυτή την αντίληψη προσπάθησε κάθε προηγούμενη γενιά να κληροδοτήσει στις επόμενες. Οι Boomers το κατάφεραν, με μεγάλη επιτυχία, με την Gen X και, σε μεγάλο βαθμό, με τους Millenials (Gen Y). Εκεί, όμως, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν απροειδοποίητα. Όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε επανάσταση. Πλέον, μια νέα γενιά αμφισβητεί το αφήγημα -καλές σπουδές, μεταπτυχιακά, σταδιοδρομία, burnout, σύνταξη (αν δεν έχει προηγηθεί το... μοιραίο). Έρχεται με ανατρεπτική διάθεση και δηλώνει: «Συγγνώμη, αλλά εγώ θέλω να ζήσω». Εννοείται ότι θέλει δουλειά. Αλλά όχι δουλειά που θα καταπίνει τη ζωή. Θέλει χρήματα, αλλά όχι για να τα ξοδέψει σε ειδικούς ψυχικής υγείας. Θέλει νόημα, χρόνο για διασκέδαση, χρόνο για τον εαυτό της.
Το θέμα είναι ότι το βροντοφωνάζει και προσπαθεί να υλοποιήσει, κάτι που οι προηγούμενες γενιές δεν είχαν τολμήσει. Οι ενήλικες ανησυχούν. Οι νέοι θέλουν να ζήσουν έξω από τον κόσμο που ετοιμάσαμε για αυτούς(;). Και, μάλλον, αρκετοί θα τα καταφέρουν («Δούλεψε έξυπνα, δούλεψε λιγότερο και ζήσε περισσότερο») με σύμμαχο την AI. Αυτό φοβίζει το κατεστημένο, γιατί πρόκειται για ένα μοντέλο ζωής, το οποίο αδυνατεί να ελέγξει. Και τότε επιστρατεύονται οι «μπαμπούλες»: Ανεργία, Αβεβαιότητα, Τεχνητή Νοημοσύνη που θα αφανίσει τις δουλειές, χαμηλοί μισθοί!
Όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια, φυσικά. Αλλά δεν είναι λόγος πανικού, λόγος να φορτώνουμε τους δεκαοχτάχρονους με την ευθύνη της πρόβλεψης του μέλλοντος της παγκόσμιας οικονομίας.
Η Gen Z φαίνεται να έχει καταλάβει κάτι απλό: καμιά σχολή και κανένα επάγγελμα δεν εγγυώνται την ευτυχία. Οι σπουδές και η δουλειά είναι κομμάτι της ζωής -σίγουρα όχι το πιο ευχάριστο- όχι το νόημά της. Κανένας μας, μεγαλώνοντας και αναπολώντας τη ζωή του, δεν θα σκεφτεί «Μακάρι να είχα απαντήσει σε περισσότερα emails»! Είναι πιθανό, όμως, να μετανιώνει, επειδή δεν αφιέρωσε περισσότερες στιγμές στην οικογένεια, τους συντρόφους, τους φίλους, τα ταξίδια, σε ό,τι πραγματικά τον έκανε ευτυχισμένο.
Λένε (κι αυτό με εκνευρίζει, πλέον, αφόρητα) ότι είναι δύσκολο στα δεκαεφτά του κάποιος να γνωρίζει τι θα κάνει στη ζωή του. Αυτό ισχύει μόνο αν κρίνουμε με βάση δεδομένα συντηρητικά, παρωχημένα. Αν, λοιπόν, περιμένουμε από έναν έφηβο να απαντήσει ότι θέλει να ασχοληθεί με την Πυρηνική Φυσική, με τη Διοίκηση Επιχειρήσεων ή την Ιατρική, τότε η απογοήτευση καιροφυλακτεί. Μάλιστα, πιστεύω ότι αν ο έφηβος δώσει τέτοια απάντηση, δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι είναι ώριμος, συγκροτημένος και πειθαρχημένος. Μάλλον, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι βλαμμένος. Ανησυχητικό. Το παιδί είναι κλώνος του παππού του, προϊόν μετάλλαξης. Κάποιος το ευνούχισε το κακόμοιρο, του αφαίρεσε τον αυθορμητισμό, τον ενθουσιασμό της ηλικίας του και το έχει μετατρέψει σε νέο-γέρο. Το παιδί είναι θύμα τυραννικών γονιών (η Πρόνοια θα έπρεπε να επιληφθεί άμεσα), θύμα του συντηρητισμού.
Αν ρωτήσετε, με πραγματικό ενδιαφέρον, έναν έφηβο «Τι θέλει από τη ζωή του», χωρίς να συνοδεύετε την ερώτηση με τα συνήθη δράματα περί ανεργίας, επαγγελματικής ανασφάλειας, θα εκπλαγείτε και θα καταλάβετε ότι οι έφηβοι, παρά τις φήμες για το αντίθετο, γνωρίζουν πολύ καλά τι ακριβώς θέλουν να κάνουν.
Θέλουν χρόνο με τους φίλους, για ταξίδια, επιζητούν την επαφή με τη φύση, την απόκτηση εμπειριών. Θέλουν μια ζωή γεμάτη βαθιές ανάσες. Θέλουν, στην πραγματικότητα, όσα και οι προηγούμενες γενιές αλλά φοβήθηκαν να διεκδικήσουν. Μάλιστα, γνωρίζουν και τι δεν θέλουν. Δεν θέλουν να μετριέται η ύπαρξή τους σήμερα με μόρια στις Πανελλαδικές και αύριο με αυστηρά ωράρια, bonus και deadlines.
Το πιο ώριμο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας νέος άνθρωπος δεν είναι να διαλέξει το "τέλειο" επάγγελμα. Είναι να αρνηθεί να θυσιάσει την ποιότητα της ζωής στο όνομα μιας σταδιοδρομίας. Και πρέπει να τον στηρίξουμε σε αυτό.
Κι αν αυτό λέγεται «ανωριμότητα», πιστεύω -έστω με αρκετή καθυστέρηση, Mea culpa- ότι ως κοινωνία χρειαζόμαστε περισσότερη.
Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026
Όταν γνώρισα τους γονείς της... Αϊνστάιν
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026
Ο Σαρτρ διόρθωνε μαθητικές Εκθέσεις
Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025
TikTok: Η τέχνη των χαμηλών προσδοκιών και η χαμένη μάχη της λογικής
Η μαθήτρια προσπαθεί -με αρκετό κόπο, είναι η αλήθεια- να ανακαλέσει στη μνήμη της το πιο ουσιαστικό μήνυμα που έχει δεχτεί πρόσφατα από το TikTok.
Όλα είχαν ξεκινήσει από την προσπάθεια να κατανοήσουν ένα απλό θέμα Έκθεσης. Είναι μαθητές Β΄ Λυκείου, «καλά παιδιά» και με διάθεση να κατακτήσουν υψηλούς στόχους και πολλά μόρια στις επερχόμενες Πανελλαδικές εξετάσεις. Ή έτσι νομίζουν. Η προσπάθεια δεν είχε πάει ιδιαίτερα καλά. Η ανάγνωση ενός θέματος τεσσάρων γραμμών και η διαδικασία επεξεργασίας και κατανόησης των βασικών, έστω, νοημάτων του είχε, μόλις, καταλήξει σε… Βατερλό. Η πλειονότητα δήλωνε, με βεβαιότητα, ότι δεν είχε την παραμικρή απορία αλλά δεν κατάφερνε να απαντήσει στις ερωτήσεις που ακολούθησαν. Ελάχιστοι ανταποκρίθηκαν. Μια μειονότητα από εκείνες που όλο και πιο σπάνια συναντάμε πια στις μαθητικές αίθουσες.
Προσπάθησα να τους εξηγήσω πώς έφτασαν σε σημείο "εφηβικής άνοιας" και ποια θα ήταν τα (όχι πολύ) μελλοντικά αποτελέσματα. Προσπάθησα να συνδέσω την πρόωρη (για κάποιους από το Δημοτικό) και εντατική (για κάποιους και οχτώ ώρες στην περίοδο των διακοπών) επαφή τους με τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Οι περισσότεροι δεν είχαν αγγίξει βιβλίο κατά τη διάρκεια του Καλοκαιριού. Ελάχιστοι είχαν διαβάσει κάποια από τα άρθρα που ανέβαζα στις διαδικτυακές ομάδες μας. Καθόλου τυχαίο, τα παιδιά που ανταποκρίθηκαν στην κατανόηση του θέματος, ήταν εκείνα που είχαν διαβάσει βιβλία και παρακολουθήσει την επικαιρότητα, εκείνα άρα που δεν είχαν πέσει σε νοητικό κώμα.
Εντωμεταξύ, η μαθήτρια, της ιστορίας, είχε καταφέρει να εντοπίσει το πιο σημαντικό μήνυμα που της έστειλε ο αλγόριθμος του TikTok, δηλώνοντας ότι είχε παρακολουθήσει το βίντεο της δολοφονίας του Τσάρλι Κερκ!!! Και δεν ήταν η μόνη. Όλοι το είχαν δει. Viral το βίντεο.
Για ένα δεκαπεντάχρονο, λοιπόν, το σημαντικότερο βίντεο ήταν αυτό μιας δολοφονίας! Πιθανολογώ ότι έκανε like, πιθανώς, το μοιράστηκε με συνομηλίκους της και το πρόσθεσε στη λίστα με τα «Αγαπημένα». Βέβαια, όσοι είχαν δει το βίντεο αδυνατούσαν να εξηγήσουν τι κέρδισαν από την παρακολούθηση μιας εξαιρετικά βίαιης σκηνής, ενός αποτροπιαστικού εγκλήματος. Σκέφτομαι αν ο θύτης της υπόθεσης είναι, τελικά, ο δολοφόνος ή το TikTok.
Κι εκεί είναι το πρόβλημα και έχω εξαιρετικά άσχημα νέα για αυτά τα παιδιά και για τους γονείς τους. Όταν ένα παιδί από τα δέκα του ή και νωρίτερα εκτίθεται στην παρακολούθηση βίντεο που του στέλνει ο αλγόριθμος, χωρίς να προλαβαίνει και χωρίς να νιώθει την ανάγκη να τα επεξεργαστεί (τι να επεξεργαστεί, άλλωστε;), τότε γυμνάζει τον εγκέφαλό του στο «τίποτα», στο να δέχεται παθητικά οτιδήποτε, να μη συγκεντρώνεται στο παραμικρό, να νιώθει(;) ευχαρίστηση σε μικρής διάρκειας ερεθίσματα. Και τότε η σκέψη γίνεται επιφανειακή, η κατανόηση αδύνατη, οι κακές σχολικές επιδόσεις πραγματικότητα, η διάσπαση προσοχής σύντροφος ζωής.
Στα δεκαπέντε (στην πραγματικότητα και πιο νωρίς) η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη. Η οποιαδήποτε προσπάθεια είναι, σχεδόν, αδύνατο να επαναφέρει τον εγκέφαλο στις εργοστασιακές ρυθμίσεις, στην πλαστικότητα της βρεφικής και παιδικής ηλικίας, να του δώσει την ευκαιρία να διδαχτεί τον μηχανισμό της απορίας, της αναζήτησης λύσεων, του εντοπισμού διεξόδων, της ανάγκης να μαθαίνει, να βρίσκει ευχαρίστηση σε ουσιαστικές δράσεις. Με απλά λόγια, είναι αργά πια, να μάθει ο εγκέφαλος να επικοινωνεί με το περιβάλλον, να το αντιλαμβάνεται και να αλληλεπιδρά με αυτό. Είναι δύσκολο, ως αδύνατο, πλέον, το παιδί να κατανοεί όσα διαβάζει, να παρακολουθεί ένα μάθημα 45΄, να αντιλαμβάνεται τις ανατροπές μιας ταινίας, ενός θεατρικού, της ίδιας της ζωής. Το παιδί μπορεί κάποια στιγμή να «θελήσει» αλλά δεν θα «μπορεί». Έχει γυμνάσει τον δείκτη στο scrollάρισμα και το μυαλό του στη διάσπαση προσοχής. Έχει εθιστεί στα ανθυγιεινά σνακ και αρνείται το κυρίως γεύμα.
Δυστυχώς, όμως, η κοινωνία, η οικονομία, η πολιτική, η τεχνολογία, που έρχονται δεν θα είναι πιο απλές από ό,τι είναι σήμερα. Θα είναι πιο πολύπλοκες, ένας λαβύρινθος μεταβολών, οι οποίες απαιτούν συγκροτημένη, κριτική, αναλυτική σκέψη. Η ζωή θα είναι μαραθώνιος κι όχι βιντεάκια 5 ή 10 δευτερολέπτων.
Τα παιδιά αυτά έχασαν την ευκαιρία και η ευθύνη βαρύνει τους γονείς, οι οποίοι δηλώνουν χαρούμενοι που το παιδί τους δεν βγαίνει έξω. Νιώθουν ασφάλεια που βρίσκεται με τις ώρες κλεισμένο στο δωμάτιό του και δεν εκτίθεται στους κινδύνους του πραγματικού κόσμου. Αν παρακολουθεί φόνους, βίαια περιστατικά μεταξύ εφήβων, θεωρίες συνωμοσίας, μηνύματα μίσους, ταινίες με ερωτικό περιεχόμενο (τσόντες, δηλαδή) δεν τους ενοχλεί, δεν τους ανησυχεί, δεν τους προβληματίζει. Το να θέσουν όρια βρίσκεται έξω από το βεληνεκές της σκέψης τους και των αντοχών τους. Άλλωστε και οι ίδιοι βιντεάκια στο TikTok, μάλλον, παρακολουθούν…
Συμβαίνει το εξής παράδοξο. Από τη μια, κάποιοι εκπαιδευτικοί προσπαθούν να σώσουν ό,τι μπορούν, παλεύοντας να προσελκύσουν και να διατηρήσουν την προσοχή των παιδιών για 45΄ με έναν μαρκαδόρο στο χέρι και με αντίπαλο τον αλγόριθμο και τα αναρίθμητα βίντεο διάρκειας 5΄΄. Από την άλλη, οι περισσότεροι γονείς αδιαφορούν για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή και την επικροτούν, αγνοώντας τα αποτελέσματα και αδυνατώντας να αντιληφθούν ότι ο εθισμός σε αυτά δεν είναι μια παιδική ασθένεια που θα περάσει αλλά μια ασθένεια που προκαλεί μόνιμες βλάβες. Η απερισκεψία τους θυμίζει αδαείς ζαχαροπλάστες: προσθέτουν συνεχώς ζάχαρη στο μείγμα, κι ύστερα απορούν γιατί το παιδί τους… κολλάει.
Κάποια στιγμή (συνήθως λίγο πριν τις Πανελλαδικές) φτάνει η στιγμή της αλήθειας και οι γονείς αρχίζουν να ανησυχούν(;) και να κατηγορούν το σύστημα. Ναι αλλά τότε είναι αργά για δάκρυα, το σύστημα θα συνεχίσει να κερδίζει δισεκατομμύρια επενδύοντας στην αδιαφορία των γονιών, την άγνοια και την… αϋπνία των παιδιών.





