Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

Καλώς ήρθατε στη ζωή σας, δεν υπάρχει επιστροφή

Η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να επιστρέφαμε στις φροντιστηριακές αίθουσες με γέμιζε τρόμο. Για ποιον λόγο να θέλουν κάποιοι να μας βγάλουν από την κανονικότητά μας και να μας αναγκάσουν να κάνουμε μάθημα με ανοιχτά παράθυρα και με μάσκες και με τον φόβο ότι θα ασθενήσουμε από τον ανόητο και κακό ιό; Για ποιον λόγο να θέλει κάποιος να εγκαταλείψει τη θαλπωρή του σπιτιού του, την ηρεμία του και να οδηγηθεί σε πρωτόγονες συνθήκες; Για ποιον λόγο να επιθυμεί να σπαταλά χρόνο σε μετακινήσεις και άσκοπες κοινωνικές συναναστροφές ενώ μπορεί να διαβάζει, να ακούει μουσική, να παρακολουθεί ταινίες, να έρχεται σε επαφή με λίγους και εκλεκτούς;
Ευτυχώς η κανονικότητά μας πήρε παράταση.

Αντιλαμβάνομαι -δεν κατανοώ όμως- ότι οι περισσότεροι δεν αντιμετωπίζουν την κατάσταση με τον ίδιο τρόπο. Αρνούνται να αποδεχτούν την κανονικότητα και επιζητούν την επιστροφή σε μια περασμένη -όπως την ονομάζουν- "κανονικότητα".
Αποτέλεσμα; Ένα πέπλο μιζέριας, γκρίνιας, κακομοιριάς έχει απλωθεί παντού γκριζάροντας τις ζωές μας. Άνθρωποι κουρασμένοι, εξαντλημένοι, παραιτημένοι συνθέτουν έναν θίασο, ένα δυσοίωνο σκηνικό που θα ζήλευαν ο Μπουνιουέλ και ο Αγγελόπουλος που υπήρξαν μαέστροι της μαυρίλας. 
Κι όλους τους φταίει o κορωνοϊός. Τους φταίει η κλεισούρα, οι επιβληθέντες περιορισμοί. Τους φταίει που δεν μπορούν να ζουν όπως ζούσαν. Τους φταίει ότι έχασαν την "κανονικότητα" και απαιτούν, από ποιον άραγε, να τους επιστραφεί.
Βαρετό μέχρι βαρεμάρας.
"Θέλουμε τη ζωή μας πίσω", κραυγάζουν οι οπαδοί της "κανονικότητας". 
Πριν λίγα χρόνια, κάποιοι (μπορεί και οι ίδιοι) απαιτούσαν έξοδο από τα μνημόνια και επιστροφή σε μια "κανονικότητα", όπου θα μπορούσαν να συνεχίσουν να σπαταλούν ακόρεστα με δανεικά, να χτίζουν μεζονέτες, να αγοράζουν ογκώδη και ενεργοβόρα 4Χ4, να καταναλώνουν λες και δεν υπάρχει αύριο. Δεν τους έγινε το χατίρι, έστω κι αν οι λαϊκιστές τους το είχαν υποσχεθεί.
Πριν λίγα περισσότερα χρόνια κάποιοι απαιτούσαν επιστροφή στην "κανονικότητα" του εθνικού κράτους και εγκατάλειψη της παγκοσμιοποίησης. Κι εκεί ο λαϊκισμός ελάχιστα βοήθησε.
Βλέποντας παρόμοιες αντιδράσεις σήμερα και από μια κάποια χρονική απόσταση τις θεωρούμε γραφικές, βλακώδεις, μάταιες.
Κι αντί ο "κοσμάκος" (πόσο υποτιμητικός χαρακτηρισμός!) να διδαχτεί από τα πρόσφατα ή λίγο πιο παλιά, δείχνει, για μια ακόμη φορά, την περιορισμένη αντιληπτική ικανότητά του.
Δηλαδή, πόσο δύσκολο είναι να κατανοήσει κανείς ότι οι "κανονικότητες" διαχρονικά έχουν ένα απλό κοινό γνώρισμα που δεν είναι άλλο από το ότι κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, ήπια ή βίαια, παύουν να είναι κανονικότητες και απλώς μετατρέπονται σε παρελθόν;
Συνέβαινε ανέκαθεν και δεν θα σταματήσει να συμβαίνει τώρα μόνο και μόνο επειδή ορισμένοι αρνούνται να το αποδεχτούν. Άλλωστε δεν θα υπήρχε η λέξη "περασμένα", αν δεν υπήρχε η λέξη "εξέλιξη".
Θα ήταν(;) ωραίο να ελέγχουμε τις μεταβολές, να τις ρεγουλάρουμε ανάλογα με τις διαθέσεις και τις δυνατότητές μας αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ. Υπήρξαν αλλαγές οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, που επιβλήθηκαν σταδιακά και μετά από προειδοποιήσεις. Πάντα, όμως, υπήρξαν και μεταβολές άμεσες, απροειδοποίητες και γι αυτό απρόβλεπτες.
Σε κάθε περίπτωση, κάποιοι τα κατάφερναν, προσαρμόζονταν, επιβίωναν και πετύχαιναν. Άλλοι όχι, αποτελώντας τα θύματα της αλλαγής.
Οι οπαδοί της ακινησίας αρνούνται να δεχτούν αυτό που συμβαίνει. Το πρόβλημα για αυτούς είναι ότι τελικά, όσο κι αν φωνάζουν απαιτώντας επιστροφή, η αλλαγή θα συμβεί. 
Μπορεί να είναι υπέροχο πράγμα η συνήθεια, να μας ηρεμεί το να γίνονται όλα όπως συνήθως αλλά αν το καλοσκεφτούμε πόσα διαστήματα της ζωής μας υπήρξαν χωρίς μικρές ή μεγάλες ανατροπές;
Ζούμε απλώς μια ανατροπή που επηρεάζει όχι περιορισμένα αλλά μαζικά την ανθρωπότητα. Εκείνο που μπορεί να περιορίσει την εξάντληση, την αγωνιώδη αναμονή, την κατάρρευση, τον κοπιαστικό εκνευρισμό, την αδυναμία συγκέντρωσης είναι η αποδοχή της "κανονικότητας" που έχει διαμορφωθεί. Σίγουρα όχι η αναμονή της επιστροφής στο παρελθόν.
Η δεδομένη κατάσταση μπορεί να διαρκέσει λίγο (όσοι το πίστεψαν, βέβαια, ήδη έχουν διαψευστεί), μπορεί να μας συνοδεύει για μεγάλο διάστημα (το πιο πιθανό). 
Σε κάθε περίπτωση, το κοντέρ του χρόνου μας συνεχίζει να μετράει, να αφήνει πίσω του στιγμές, ώρες, ημέρες, μήνες... Και ο χρόνος δεν αντικαθίσταται, δεν ξαναβρίσκεται, δεν πρόκειται να μας ξαναδοθεί. Ο χρόνος επιβραβεύει ή τιμωρεί κι αυτό έχει να κάνει αποκλειστικά με τις προσωπικές επιλογές μας.
"Κανονικότητα" είναι το παρόν. Ό,τι έχουμε ζήσει είναι το παρελθόν. Και μένει στον καθένα να αποφασίσει πού θέλει να ζει και με ποια δεδομένα θα πορευτεί στο εξής.

"Welcome to your life, There's no turning back", τραγουδούσαν οι Tears for Fears και, όπως φαίνεται, είχαν δίκιο.




Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2021

Είναι τα Φώτα και οι καλικάντζαροι, ανόητε!

Μεγάλη απορία κάλυψε τη χώρα. Με το νέο lockdown προ των πυλών άρχισαν οι γκρίνιες, οι κρίσεις, οι επικρίσεις και οι κατακρίσεις. Και γιατί και πώς και τι τους ήρθε τώρα και δεν συμμαζεύεται.

Και η αλήθεια είναι ότι το προαναγγελθέν lockdown δείχνει λίγο... ό,τι νάναι, παράταιρο, εκτός τόπου και χρόνου. Μας άφησαν να γλεντοκοπήσουμε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, μας επέτρεψαν να ανταλλάξουμε τους κορωνοϊούς μας και τώρα "ξαφνικά" πάρτε ένα κλείσιμο στα μούτρα για να στανιάρετε;

Αμ δεν είναι έτσι το πράγμα και οι δικαιολογίες περί μέτρων προ του ανοίγματος των σχολείων λέγονται για τους εύπιστους και αδαείς. Το επερχόμενο lockdown έχει έναν στόχο και τελικά έχει μια, έστω περίεργη, λογική και αποφασίστηκε για ένα και μόνο λόγο που δεν έχει σχέση ούτε με τον αριθμό των κρουσμάτων ούτε με τα σχολεία ούτε με τίποτε από όσα λέγονται δημόσια.

Ο λόγος στην περίπτωσή μας λέγεται "Θεοφάνια". Ναι, ακριβώς έτσι είναι τα πράγματα και εξηγώ, γιατί διαισθάνομαι τα απορημένα βλέμματα και τον σκεπτικισμό. Τα Φώτα πλησιάζουν πιο απειλητικά από κάθε άλλη χρονιά. Και η απειλή, με σιγουριά, δεν οφείλεται στους καλικαντζάρους. Αυτοί παραμένουν ίδιοι κι απαράλλαχτοι, όπως εδώ και χρόνια τους έπλασαν οι δοξασίες, εξίσου απειλητικοί για το ανθρώπινο είδος και τη συνέχεια του κόσμου. Το μόνο που άλλαξε είναι η εμφάνιση του covid-19 και δεν εννοώ (ανόητοι) ότι οι καλικάντζαροι είναι φορείς του. 

Το πρόβλημα είναι ότι η γιορτή συνοδεύεται από λειτουργίες και εθιμοτυπίες που δύσκολα μπορούν να ελεγχθούν και άρα επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία. Γιατί ενώ μπορεί η πολιτεία να ελέγξει τον αριθμό των πιστών που θα παρακολουθήσει τις λειτουργίες μέσα στους ναούς, είναι, όμως, αδύνατον να το κάνει όταν το κυρίως τελετουργικό λαμβάνει χώρα έξω από αυτούς. 

Κάθισαν (φαντάζομαι ότι κάθισαν, γιατί κάποιοι μπορεί να ήταν και όρθιοι), λοιπόν, οι ειδικοί λοιμωξιολόγοι, πνευμονολόγοι, εντατικολόγοι και άλλοι -ειδικοί πάντα- και σκέφτηκαν ότι έρχονται τα Θεοφάνια και είναι ορατός ο φόβος να ξεχυθούν οι fans και να αρχίσουν να φιλούν τον ανασυρθέντα από τα ύδατα σταυρό ο ένας μετά τον άλλον και να αρχίσουν τα χειροφιλήματα στους παπάδες και τους ασπασμούς των ευαγγελίων και των εικόνων αλλά και μεταξύ τους και να ψέλνουν όλοι μαζί με κάτι αγριοφωνάρες που διώχνουν, έτσι κι αλλιώς, τους καλικαντζάρους, εκτοξεύοντας τον κορωνοϊό στα δεκαπέντε μέτρα και να συνωστίζονται γύρω από τους ιερείς και να σκουντιούνται μεταξύ τους και, με απλά λόγια, να κάνουν όλα εκείνα που συναποτελούν τη χαρά του κορωνοϊού.

Κι εκεί -πάλι φαντάζομαι- θα πετάχτηκε ο εκπρόσωπος της πολιτείας και διατύπωσε το μέγα ερώτημα: "Και, ρε παιδιά, καλά τα λέτε εσείς οι ειδικοί. Να κλείσουμε τις εκκλησίες, να απαγορεύσουμε και τις τελετές την ημέρα των Φώτων. Και το πολιτικό κόστος που θα προκύψει από την υπόθεση ποιος θα το πληρώσει; Ε, ποιος;". 

Το φιλοσόφησαν το πράγμα, το είδαν κι έτσι και αλλιώς και σκεπτόμενοι εκ του πονηρού και με αποκλειστικό στόχο το ξεκάρφωμα αποφάσισαν το κλείσιμο και των ναών της ομορφιάς, δηλαδή κομμωτηρίων, νυχάδικων και μασατζίδικων. 

Σε κάθε άλλη περίπτωση, ποιος άκουγε πάλι το ιερατείο να κραυγάζει και να ωρύεται για διώξεις του χριστιανισμού και της εκκλησίας, για την αδυναμία των πιστών να αντέξουν τη στέρηση και ποιος άντεχε την πολλοστή επανάληψη ανόητων ευφυολογημάτων του στιλ: "Δηλαδή, ο ιός κολλάει στους ναούς και όχι στα κομμωτήρια;" και "είναι δυνατόν να επιτρέπεται η είσοδος στα εμπορικά μαγαζιά και όχι στα δικά μας;" και άλλα τρισάθλιας έμπνευσης και ενδεικτικά πνευματικής ένδειας και τυφλού φανατισμού...

Για να αποφευχθεί, λοιπόν, το πολιτικό κόστος που θα προέκυπτε από την απαγόρευση του τελετουργικού των Θεοφανίων -διάρκειας μιας ημέρας- καλούμαστε να ζήσουμε ένα εβδομαδιαίο lockdown στα καλά του καθουμένου. 

Δηλαδή, και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ. 



Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2020

Πράγματι "Χαμένη Γενιά" ή μήπως μια Νέα Γενιά;

Συνηθίζουμε να μιλάμε για "χαμένες γενιές" αλλά και για "χαμένες ζωές" και το κάνουμε με μια ευκολία απαράδεκτα αλαζονική. Αυτοί και άλλοι παρόμοιοι, δραματοποιημένοι χαρακτηρισμοί διατυπώθηκαν, λίγα(;) χρόνια πριν, όταν ενέσκηψε
 η οικονομική κρίση και, βέβαια, ακούγονται σήμερα σαν ένα κακοπαιγμένο και αφόρητα ανιαρό ρεφρέν με αφορμή την εμφάνιση της πανδημίας του κορωνοϊού. Φράσεις δίχως βαθύτερο νόημα, χωρίς αντικειμενικό περιεχόμενο. Δεδομένα έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά στο παρελθόν, απώτερο και πρόσφατο. Κάθε που μια κατάσταση έκανε την εμφάνισή της ανατρέποντας μια ήδη κατεστημένη πραγματικότητα φέρνοντας στο προσκήνιο μια νέα.
Ένας πόλεμος, μια φυσική καταστροφή, μια οικονομική κρίση, μια πανδημία αλλά και -σε πιο προσωπικό επίπεδο- μια ασθένεια, ένα ατύχημα, ένας χωρισμός, ο χαμός ενός προσφιλούς ατόμου, η αναγκαστική μετακίνηση σε έναν νέο τόπο, η απροειδοποίητη απώλεια της εργασίας... ανέκαθεν πυροδοτούσαν φόβο, ανησυχία, άγχος, εντάσεις, αγωνία, απαισιοδοξία και -κυρίως αυτό- σύγχυση και τον επακόλουθο πανικό.
Η διάθεση, δε, δραματοποίησης της κατάστασης -γνώρισμα των περισσοτέρων- πρόσθετε πάντα ένα στοιχείο ανέξοδης και αχρείαστης τραγικότητας. Μια ματιά στο παρελθόν πιστοποιεί ότι δεν μπορούμε να μιλάμε αδιάκριτα για "χαμένες γενιές" ή για "χαμένες ζωές", αποδεικνύει ότι μια ζωή, πολύ περισσότερο, μια γενιά χάνεται όταν τελειώνει. Όταν τελειώνει κυριολεκτικά. Καθημερινά κάποιοι χάνουν τη ζωή τους σε πολέμους, σε δυστυχήματα, από ναρκωτικά, από φυσικές καταστροφές, από ασθένειες, από τυχαία γεγονότα. Ναι τότε μιλάμε για χαμένη ζωή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έρχεται ένα τέλος που δεν αφήνει περιθώρια επαναπροσδιορισμού, επανεξέτασης, επαναπρογραμματισμού (χωρίς, βέβαια, να γνωρίζω τι γίνεται στη μετά θάνατον ζωή). 
Σε κάθε άλλη περίπτωση ανατροπής, όσο βίαιη κι αν είναι αυτή, ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία να προσαρμοστεί, να αναζητήσει και να εντοπίσει ευκαιρίες και διεξόδους, να βάλει σε εφαρμογή νέα σχέδια, να προσπαθήσει διαφορετικά, να αντικρίσει από άλλη και συχνά πιο ώριμη σκοπιά τα δεδομένα. Ιδίως αν είναι νέος. Άρα δεν μπορούμε να μιλάμε για "χαμένη ζωή". Μπορούμε να μιλάμε για "νέα ζωή". Σίγουρα κάτι χάνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Χάνεται η "παλιά ζωή", αυτή που γνωρίζαμε και στην οποία -είναι αλήθεια- είχαμε βολευτεί και κάποτε μας άρεσε. Μας βόλευε η ηρεμία της σταθερότητας, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί από προηγούμενες γενιές.
Μετά τον Α΄ (πάνω από είκοσι εκατομμύρια θύματα, κατάρρευση αυτοκρατοριών...) ή τον Β΄ (εμπλοκή εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων, πάνω από πενήντα εκατομμύρια θύματα) Παγκόσμιο πόλεμο, μετά από προηγούμενες πανδημίες (σαράντα εκατομμύρια νεκροί από την ισπανική γρίπη), μετά από προσωπικές κρίσεις και ατυχή γεγονότα, εμφανίστηκαν νέες συνθήκες και ευκαιρίες πρωτόγνωρες και απρόβλεπτες. Κάποιοι είδαν τις προοπτικές, κάποιοι τις αξιοποίησαν δημιουργώντας μια καλύτερη ζωή. Η ιστορία διδάσκει ότι σημαντικές εξελίξεις προήλθαν από σημαντικές κρίσεις βίαιες, απάνθρωπες, ανατρεπτικές.
Φαίνεται ότι μπροστά σε μια τέτοια πραγματικότητα βρισκόμαστε και τώρα. Κάποιοι έχασαν τη ζωή τους από την ασθένεια. Η μοίρα επιφυλάσσει το ίδιο για κάποιους ακόμη. Όσοι επιβιώσουμε θα έχουμε χάσει κάτι αλλά όχι τη ζωή μας. Θα έχουμε χάσει τη βολή μας, τον πρότερο σχεδιασμό, τις καθημερινές συνήθειές μας, τα εισοδήματά μας ή μέρος αυτών, κοντινούς ανθρώπους, αυτά στα οποία είχαμε μάθει και κάποιοι μας είχαν πείσει ότι θα είναι δεδομένα κι απαράλλαχτα. Ναι αλλά έχουμε την ευκαιρία να συνεχίσουμε. Διαφορετικά ίσως αλλά να συνεχίσουμε να ζούμε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε, να αγωνιζόμαστε. Αρκεί να προσαρμοστούμε. Κι όσο πιο γρήγορα το πετύχουμε, τόσο πιο εύκολα θα αφήσουμε το δράμα πίσω μας και θα βαδίσουμε νέους δρόμους. Δρόμους που δεν είχαμε κάποτε φανταστεί.
Εδώ, όμως, έχουμε ένα μεγάλο πρόβλημα. Και το πρόβλημα είναι η παρεχόμενη συντηρητική διαπαιδαγώγηση, η οποία δεν προετοιμάζει τα νέα παιδιά γι αυτό που ήδη έχει εδραιωθεί, δηλαδή, για μια πραγματικότητα που θα μεταβάλλεται διαρκώς, κάποτε βίαια και ανατρεπτικά. Μαθαίνουμε στη νέα γενιά να δέχεται και όχι να δημιουργεί, να ακολουθεί και όχι να προπορεύεται, να εθίζεται στη στασιμότητα και να απεχθάνεται την αλλαγή, να βαλτώνει κι όχι να προσαρμόζεται.
Κι όμως, η νέα γενιά έχει τη δυνατότητα να είναι πράγματι μια τέτοια, δηλαδή μια πραγματικά και κυριολεκτικά "νέα γενιά", αρκεί να την απαλλάξουμε από το βάρος του συντηρητισμού μας, ώστε να δει πιο μακριά από τα κατεστημένα όρια, να αναζητήσει το καινούριο που τώρα δημιουργείται ή ακόμη καλύτερα να παλέψει για να το διαμορφώσει ως πρωταγωνίστρια. Είναι απαράδεκτο να χαρακτηρίζουμε τη νέα γενιά "χαμένη", επειδή δεν θα ζήσει όπως οι γονείς της. Τότε μάλλον θα ήταν χαμένη. 
Το σημαντικό είναι ότι θα ζήσει, ότι ζει. Σίγουρα καλείται -απολύτως λογικό- να ζήσει διαφορετικά από ό,τι οι γονείς της αλλά αυτό μπορεί να είναι και καλύτερο. Και προσωπικά πιστεύω, ότι θα είναι.



Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2020

Διάσπαση προσοχής και στις... ευχές!!!

Λοιπόν, πριν ξεσαλώσετε και φέτος με τις ευχές, πρέπει να σκεφτείτε σοβαρά κάτι. 

Σκεφτείτε ότι και πέρυσι τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά και των Φώτων και, και, και, το βγάλατε από τα μάτια. Ευχές, ευχές, ευχές. Ευχές για καλή χρονιά, για χρόνια πολλά, για ευτυχία, για επιτυχία, για αγάπη, για στοργή και προδέρμ. Κυρίως όμως, ευχές για Υγεία!!! Μη μου πείτε πως όχι. Οι ευχές για υγεία κατέχουν περίοπτη θέση μεταξύ των άλλων, ανεξάρτητα από την αφορμή. "Υγεία πάνω από όλα" λέμε.

Ωραίααα, και; Τι καταφέρατε με τις απλές ή ευφάνταστες -με βεβαιότητα πολλές- ευχές που δώσατε στα τελειώματα του 2019 και στις αρχές του 2020; 

Μια μεγαλειώδη τρύπα στο ύδωρ.

Και θα αρχίσετε τώρα την γκρίνια, "βρε, άσε τους ανθρώπους στην άγνοιά τους, πες μια ευχή ή ένα ευχαριστώ και άστα να πέσουν κάτω, μη γίνεσαι γκρινιάρης μέρες που είναι, μη λες τίποτε..." και άλλα τέτοια που έχουν ως απώτερο σκοπό να με υποτιμήσουν και να αναδείξουν την "ιδιοτροπία" μου. Ναι, αλλά εδώ δεν πρόκειται για ιδιοτροπία αλλά για ανθρωπιά. Ακριβώς.

Ο στόχος μου δεν είναι να θέσω περιοριστικά όρια στις ευχές που θα δώσετε. Θα το ήθελα αλλά δεν γίνεται. Αυτό ίσως θα μπορούσε να γίνει με ένα 13033 αλλά για ευχές. Θέλεις να στείλεις ευχές; Να δώσεις όσες θέλεις και σε όποιον θέλεις αλλά πριν να παίρνεις άδεια στέλνοντας μήνυμα που θα σου επιτρέπει να το κάνεις. Σε πιάνουν να εύχεσαι χωρίς να έχεις ήδη στείλει μήνυμα; Πρόστιμο και ίσως ολιγοήμερη κράτηση. Θα γλιτώναμε από πολλά και κυρίως θα εξοικονομούσαμε χρόνο για άλλα. Χρόνο από το να σκεφτόμαστε πρωτότυπες ευχές, χρόνο από το να τις διατυπώσουμε, χρόνο από το να απαντήσουμε, να κάνουμε λίκε, να βάλουμε καρδούλα, γέλιο ή ό,τι άλλο.

Τέλος πάντων, αυτό θα ήταν το ιδανικό. Όνειρο θερινής νυκτός. Και κάτι τέτοιο στο καταχείμωνο δεν παίζει να υλοποιηθεί.

Οπότε ας μείνω στην ουσία. και η ουσία είναι μία. Είχα μείνει στο ότι και πέρυσι είχατε κάνει, δώσει και πάρει ατελείωτες ευχές. Και ήρθε ο νέος χρόνος, το 2020 και μαζί του έφερε έναν ξεγυρισμένο κορωνοϊό και μας πήρε και μας σήκωσε. Δεν άφησε ευχή για ευχή στο διάβα του. Άνθρωποι αρρώστησαν, άνθρωποι απεβίωσαν, άνθρωποι πόνεσαν, άνθρωποι μπήκαν σε πρωτόγνωρες διαδικασίες, επιχειρήσεις καταστράφηκαν, άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους, σχέσεις πήγαν περίπατο, μπήκαμε σε ατελείωτη καραντίνα, απομακρυνθήκαμε από δικούς μας ανθρώπους, ξεχάσαμε τη διασκέδαση, τα ταξίδια, τις βόλτες στην εξοχή, προγράμματα διαλύθηκαν, σχέδια ανατράπηκαν... 

Ξέρετε πόσοι άνθρωποι μου ευχήθηκαν "υγεία" τέτοια εποχή πέρυσι; Και σε εμένα και σε μερικές ακόμη δεκάδες χιλιάδες που ασθένησαν. Ο κορωνοϊός, όμως, άλλα σχέδια είχε. Σίγουρα δεν στάθηκε σε ευχές και δεν περιορίστηκε από αυτές.

Με απλά λόγια, η ζωή μας έγινε άνω κάτω και δεν νομίζω ότι έστω και ένας από εσάς ευχήθηκε σε πρόσωπα, κοντινά ή μακρινά, κάτι τέτοιο. Δεν φαντάζομαι ότι κάποιος ευχήθηκε ή διανοήθηκε οτιδήποτε από όσα ζούμε.

Αναλογιστείτε πόσοι από εκείνους στους οποίους ευχηθήκατε "τα καλύτερα", ασθένησαν ή ακόμη χειρότερα... . Πόσοι έχασαν τη δουλειά τους, δεν κατάφεραν να πετύχουν ή απλώς να ζήσουν όσα είχαν σχεδιάσει.

Τι φταίει λοιπόν;

Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, λοιπόν, είναι ότι δεν συγκεντρώνεστε. Δεν συγκεντρώνεστε στις ευχές. Λέγεται διάσπαση προσοχής και αποτελεί μάστιγα της εποχής. Αποτελεί γνώρισμα και κατάρα αρκετών (όλο και περισσότερων) μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών, εργαζομένων σε κάθε τομέα. Κάνουν κάτι αλλά το κάνουν με τρόπο επιφανειακό, λείπει η ουσία από την προσπάθειά τους. Κάνουν κάτι και σκέφτονται άλλο ή ταυτόχρονα προσπαθούν να διεκπεραιώσουν και κάτι άλλο. Προσπαθούν να κάνουν πολλά και δεν κάνουν τίποτε.

Έτσι, όμως, δεν γίνεται δουλειά. Έτσι γίνεται μια τρύπα στο ύδωρ. Τα αποτελέσματα είναι οικτρά, ντροπιαστικά, αποκαρδιωτικά. 

Οπότε, κι αν είναι να τηρήσετε τις πάγιες συνήθειες εκτοξεύοντας ανέξοδες ευχές, μην το κάνετε τυπολατρικά, εθιμοτυπικά. Συγκεντρωθείτε σε αυτές. Να βγαίνουν από την ψυχή σας. Να πιστέψετε σε αυτές και να τις δίνετε με όλη την καρδιά σας. Διαφορετικά αποφύγετε το άθλημα. Το 2020 μας έδωσε -ή τουλάχιστον προσπάθησε να μας δώσει- πολλά μαθήματα. Πολλοί τα βίωσαν, λίγοι τα εκτίμησαν και ακόμη λιγότεροι έχουν την ικανότητα να τα αξιοποιήσουν. 

Διάσπαση προσοχής.




Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2020

Έχει ο καιρός γυρίσματα

Λοιπόν, ανέκαθεν μισούσα τις μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις. Γενικά, μισούσα οποιαδήποτε συγκέντρωση που είχε να κάνει με πολυκοσμία. Τις μισούσα και, όσο μπορούσα, τις απέφευγα. Με ενοχλούσε η φασαρία, ο συνωστισμός, τα δυνατά -συχνά χωρίς πραγματικό λόγο- γέλια, ο καπνός του τσιγάρου, η χωρίς όρια οινοποσία, η προσπάθεια να δείξουμε πόσο καταπληκτικά περνάμε. Με ενοχλούσαν οι συζητήσεις για το πόσο ωραίο είναι το τσίπουρο, το κρασί, το ψητό, η σαλάτα, τα μελομακάρονα, τα κουλουράκια... Και δεν αμφισβητώ ότι κάποιοι, συνήθως οι προηγούμενες γενιές, περνούσαν πραγματικά και αβίαστα καλά. Ίσως μάλιστα, πολύ καλά. Μάλλον, είχε να κάνει με τα βιώματά τους. Έτσι είχαν μάθει, έτσι το συνέχιζαν. Κάθε αλλαγή τους προκαλούσε -φαντάζομαι- οξύ πόνο, οπότε και την απέφευγαν, όπως ο ακατονόμαστος το λιβάνι.
Προσωπικά, όμως, δεν κατάφερα ποτέ να τις συμπαθήσω αυτές τις συνάξεις. Θυμάμαι ακόμη και τώρα με τρόμο την επέλαση των θειτσών στις τρυφερές παρειές* μου. Επέλαση που συνοδευόταν από τσιρίδες χαράς και έκπληξης, οι οποίες μου προκαλούσαν αφόρητη τρομάρα. Επέλαση που είχε ως στόχο το τσίμπημα της παρειάς, την οποία οι θείτσες τραβούσαν με μανία, σαν να επιθυμούσαν να μου την ξεπατώσουν. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι θείτσες ολοκλήρωναν το απάνθρωπο έργο τους με ένα φιλί -έτσι το θεωρούσαν- ρουφηχτό σαν βεντούζα και υγρό σαν τον Δούναβη. Απαίσιο πράγμα, φρικτή εμπειρία που γινόταν τραγική όταν η θείτσα διέθετε και πυκνή τριχοφυΐα, η οποία συνήθως ξεφύτρωνε από μια τεραστίων διαστάσεων ελιά.
Παιδικά τραύματα που δύσκολα ξεπερνιούνται. Κάποτε δεν ξεχνιούνται και δεν ξεπερνιούνται ποτέ. Έτσι πίστευα μέχρι πρόσφατα, γιατί, τελικά, έχει ο καιρός γυρίσματα.
Γιατί όταν ο καταραμένος κορωνοϊός, που μας βρήκε και μας σήκωσε, επιβάλλει το ένα lockdown μετά το άλλο, όταν η κλεισούρα, η απομόνωση, η αποστασιοποίηση, η έλλειψη των δικών μας ανθρώπων, η αποφυγή κάθε επαφής, γίνονται καθημερινότητα, τότε τα δεδομένα ανατρέπονται οδηγώντας σε δεύτερες και τρίτες σκέψεις, σε αναθεωρήσεις και σε επανεξέταση αντιλήψεων, επιλογών αλλά και συμπεριφορών.
Και κάπως έτσι εμφανίζεται η νοσταλγία για πρότερες καταστάσεις που κάποτε έδειχναν ενοχλητικές. Κι εκεί μέσα έρχεται και η αναπόληση οικογενειακών στιγμών και γλεντιών όπου δεν υπήρχαν περιορισμοί, συνευρέσεων στις οποίες οι αγκαλιές, τα αγγίγματα, τα φιλιά, δεν λογίζονταν ως απειλή αλλά ως οικεία, ανθρώπινη έκφραση συναισθημάτων και ανάγκη για επικοινωνία άμεση και χωρίς αποστάσεις.
Και κάπως έτσι, ακόμη και τα ρουφηχτά και υγρά φιλιά των θειτσών δεν είναι πια μια τόσο τρομακτική ανάμνηση, ακόμη κι αν συνοδεύονταν από πυκνή τριχοφυΐα, η οποία συνήθως ξεφύτρωνε από μια τεραστίων διαστάσεων ελιά. 
Μετά από αρκετών εβδομάδων εγκλεισμό αναπολώ ακόμη και εφιαλτικές στιγμές. Βέβαια, σκέφτομαι ότι αν τις ζούσα τώρα, τι στο καλό στο 2020 είμαστε, δεν θα έκαναν αποτρίχωση οι θείτσες;


*τα μάγουλα