Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

Τα γούστα να πληρώνονται…

Πιθανότατα όλα αρχίζουν από τη στιγμή που ο μπόμπιρας, που βρίσκεται στις πρώτες τάξεις του σχολείου, αρχίζει να βαριέται αφόρητα ή να μην καταλαβαίνει το παραμικρό από ό,τι συμβαίνει γύρω του.

Το χεράκι του τότε πιάνει ένα ωραίο μολύβι, ένα στυλό ή έναν μαρκαδόρο και αρχίζει να γράφει στο θρανίο μπούρδες, να ζωγραφίζει κακότεχνες καρδούλες, να σημειώνει με ορνιθοσκαλίσματα το όνομα της μικρής συμμαθήτριας ή του μικρού συμμαθητή που κάθεται στο διπλανό θρανίο και του έχει πάρει τα μυαλά.

Κανείς, δάσκαλος ή συμμαθητής, δεν παρεμβαίνει.

Χάθηκε, δυστυχώς, η ευκαιρία να διδάξουμε στον/στην μπούλη/α ότι τα θρανία δεν φυτρώνουν σε θρανιόδεντρα ούτε τα στέλνει κάποιος θρανιοθεός κι ότι κάποιος τα πληρώνει για να μαθαίνει αυτός/ή γράμματα σε ανθρώπινες συνθήκες.

Επειδή, λοιπόν, κανείς δεν του κάνει παρατήρηση, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, την επόμενη φορά που θα νιώσει άσχετος ή την ανάγκη να κόψει φλέβες, θα πιάσει τον διαβήτη του ή το κλειδί του σπιτιού και θα αρχίσει να σκαλίζει στο θρανίο του αμπελοφιλοσοφίες και κάθε είδους μπούρδα που του κατεβαίνει στο κεφάλι, το οποίο παρεμπιπτόντως είναι πολύ πιθανό να περικλείει το απόλυτο κενό.


Επειδή και τώρα δεν υπάρχει η παραμικρή παρέμβαση για τον περιορισμό της ανάγκης του μπούλη (οποιουδήποτε φύλου) να αφήσει το βλαμμένο αποτύπωμά του στη δημόσια περιουσία, την επόμενη φορά θα προχωρήσει σε πιο δυναμικές «παρεμβάσεις». Ο μπούλης αρχίζει ήδη να συνειδητοποιεί ότι οι υπόλοιποι προχωρούν ενώ ο ίδιος παραμένει πιο στάσιμος κι από τα Ιμαλάια, οπότε αποφασίζει να κλείσει το σχολείο εμποδίζοντας το σύνολο να συμμετέχει στην εκπαιδευτική διαδικασία. Εκεί, νιώθοντας τελείως ανεξέλεγκτος, θα προχωρήσει σε βανδαλισμούς, καταστροφές υπολογιστών, θα γράψει τους τοίχους και ίσως θα τσούξει και μια φωτιά, έτσι για την πλάκα του.

Επειδή κανείς δεν θα «ταχτοποιήσει» και τώρα τον μπούλη μας, εκείνος θα συνεχίσει θέτοντας όλο και πιο μεγαλεπήβολα σχέδια. Θα αρχίσει να επισκέπτεται τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Θα τα καταστρέφει, θα τα κλείνει και θα τα ανοίγει όποτε του καπνίσει, θα στήνει την πραμάτεια του (μαϊμού ρούχα και αξεσουάρ, λαθραία τσιγάρα, μπάφους και άλλα ωραία) στους πανεπιστημιακούς χώρους δρώντας ανενόχλητος. Όταν θα «του τη δίνει», θα προχωρά σε καταλήψεις ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, θα ρίχνει και καμιά μολότοφ (με το χεράκι που είχε πρωτοζωγραφίσει το θρανίο του) για να γίνεται τζερτζελές και όποιος τολμήσει να του κάνει και την παραμικρή παρατήρηση, κούνια που τον κούναγε. Ο μπούλης θα εισβάλλει στο γραφείο του, στο σπίτι του και θα τα κάνει γης μαδιάμ. Θα τραμπουκίζει, θα κακοποιεί, θα εξευτελίζει, θα ασκεί βία, θα καταστρέφει, θα απειλεί και θα εκβιάζει με κάθε τρόπο και μέσο.

Ας επιστρέψουμε στην αρχή της ιστορίας μας και ας την αλλάξουμε ελάχιστα.

Πιθανότατα όλα αρχίζουν από τη στιγμή που ο μπόμπιρας, που βρίσκεται στις πρώτες τάξεις του σχολείου, θα αρχίσει να βαριέται αφόρητα ή να μην καταλαβαίνει το παραμικρό από όσα συμβαίνουν στην αίθουσα.

Το χεράκι του τότε πιάνει ένα ωραίο μολύβι, ένα στυλό ή έναν μαρκαδόρο και αρχίζει να γράφει στο θρανίο μπούρδες, να ζωγραφίζει κακότεχνες καρδούλες ή να σημειώνει με ορνιθοσκαλίσματα το όνομα της μικρής συμμαθήτριας ή του μικρού συμμαθητή που κάθεται στο διπλανό θρανίο.

Ο/Η εκπαιδευτικός παρεμβαίνει άμεσα και αναγκάζει (με ήρεμο, ευγενικό και στοργικό τρόπο) τον μπούλη να σβήσει τις μπούρδες που σκέφτηκε και κατέγραψε, ώστε να μείνει στην αιωνιότητα και να τον θυμούνται οι επόμενες γενιές μαθητών.

Πιθανότατα ο μπούλης έχει πάρει το μάθημά του και την επόμενη στιγμή βαρεμάρας θα προτιμήσει να κόψει τις φλέβες του παρά να «παρέμβει» στη σχολική περιουσία.

Αν, παρ’ όλα αυτά, συνεχίσει, καταστρέφοντας για παράδειγμα ένα θρανίο, οδηγείται σε ψυχολόγο ή και ψυχίατρο (Δεν θα σύστηνα τον άμεσο εγκλεισμό του σε ίδρυμα, τη δεδομένη στιγμή. Ως μέτρο θα μπορούσε να θεωρηθεί τραβηγμένο.) ενώ οι γονείς του καλούνται να πληρώσουν τη ζημιά.

Ο μπούλης θα έπαιρνε ένα μάθημα ζωής. Η κοινωνία θα γλύτωνε κάποιες ή αρκετές μελλοντικές καταστροφές και τα περιττά έξοδα για την αποκατάστασή τους, αφού ο μπούλης θα περιόριζε τις «παρεμβάσεις» του σε πιο… ιδιωτικό πεδίο.

Ο κάθε μπούλης θα πρέπει να μαθαίνει από πολύ νωρίς ότι «τα γούστα πληρώνονται» αλλά πληρώνονται αποκλειστικά από εκείνον που τα έχει και όχι από εκείνους που δεν συμμετέχουν σε αυτά.

 

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020

Διαφορετικά όπλα, διαφορετικές κουλτούρες


Πριν λίγες μέρες στη Γαλλία δεκαοχτάχρονος με καταγωγή από την Τσετσενία αποκεφάλιζε τον Σαμιέλ Πατί, καθηγητή ιστορίας. Το «αμάρτημα» του εκπαιδευτικού ήταν ότι έδειξε στους μαθητές του σκίτσα που σατίριζαν τον Μωάμεθ. Τα σκίτσα είχαν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Charlie Hebdo», γεγονός που αποτέλεσε αφορμή αιματοκυλίσματος με δώδεκα θύματα και πρωταγωνιστές δυο αδέρφια Αλγερινής καταγωγής, τα οποία και σκοτώθηκαν λίγες μέρες αργότερα σε συμπλοκή με την αστυνομία.

Η απάντηση από τον Γάλλο πρόεδρο υπήρξε άμεση και ιδιαίτερα δυναμική. Έδωσε εντολή να φωτιστούν κυβερνητικά κτήρια με τα επίμαχα σκίτσα του Charlie Hebdo που απεικονίζουν τον Μωάμεθ.

Κάποιοι σπέρνουν τον θάνατο στο όνομα του Θεού τους, κάποιοι άλλοι σατιρίζουν στο όνομα της ζωής.

Όπως ήταν αναμενόμενο οι απανταχού φανατικοί ισλαμιστές -πολίτες, θρησκευτικοί ηγέτες, πολιτικοί- αντέδρασαν και συνεχίζουν να το κάνουν σε κάθε επίπεδο. Στο πανηγύρι δηλώσεων και αντιδράσεων σκέφτηκε να συνεισφέρει και ο Τούρκος πρόεδρος μέσω του διευθυντή επικοινωνίας του, Φαχρετίν Αλτούν, ο οποίος δήλωσε ότι: «ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες σήμερα δεν στοχεύουν μόνο τους Μουσουλμάνους. Επιτίθενται στις ιερές αξίες μας, στη γραφή μας, στον προφήτη μας και στους πολιτικούς ηγέτες μας - τον τρόπο ζωής μας».

Αυτά είπε ο Φαχρετίν και βέβαια δεν μας είπε κάτι που αγνοούσαμε. Οι κραυγές αλλά και οι εκδικητικές ενέργειες των φονταμενταλιστών εναντίον του δυτικού τρόπου ζωής είναι τόσο συχνές όσο και τα κρούσματα του κορωνοϊού το τελευταίο διάστημα.

Αφού, όμως, στους κύριους ισλαμιστές δεν αρέσει ο τρόπος ζωής της Δύσης, αφού απεχθάνονται το κάποτε ακραίο χιούμορ μας, αφού μισούν τον τρόπο διασκέδασής μας, αφού σιχαίνονται τον τρόπο που ντύνονται οι γυναίκες μας, αφού βγάζουν καντήλες κάθε φορά που παραγγέλνουμε ένα καλομαγειρεμένο χοιρινό, αφού αισθάνονται ζαλάδες και σύγκρυο με τον τρόπο που γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα, αφού ανεβάζουν πυρετό με καθετί δυτικό, γιατί πετούν τη σκούφια τους να εγκατασταθούν σε μια από τις «κολασμένες» χώρες του δυτικού κόσμου;

Μα για όλα αυτά που λατρεύουν να μισούν. Για όλα αυτά επιθυμούν τη μετανάστευση με κάθε κόστος και απειλή. Η πλειονότητά τους αντιμετωπίζει τη Δύση ως παράδεισο, ως τη μόνη διέξοδο από την εξαθλίωση, την καταπίεση, τη μιζέρια των δικών τους χωρών. Εκείνο που θέλουν είναι να νιώσουν έστω και λίγη από την ελευθερία που προσφέρουν οι κοινωνίες μας. Μπορεί να μην πλησιάσουν ποτέ το αλκοόλ, να μη δοκιμάσουν ποτέ χοιρινή τηγανιά, να σκεπάζουν τα μάτια τους μπροστά σε μια αιθέρια ύπαρξη ελαφρά ενδεδυμένη, να μην ακούσουν ποτέ τη μουσική των αμαρτωλών, να μη διαβάσουν ποτέ τους «Σατανικούς Στίχους» του Σαλμάν Ρουσντί ούτε τον «Γέρο και τον κύριο Σμιθ» του Πήτερ Ουστίνοφ, να μη ρίξουν ούτε ματιά στα σκίτσα του Αρκά ή του Charlie Hebdo, αλλά θέλουν αυτό να είναι δική τους επιλογή κι όχι κάτι που τους το επιβάλει μια θρησκεία, ένας ηγέτης, κάποια κοινωνική προκατάληψη. Θέλουν να είναι ελεύθεροι.

Αυτό ακριβώς αδυνατεί να κατανοήσει και να αποδεχτεί ένας φονταμενταλιστής, γιατί τελικά αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ότι η Δύση χωρίς όλα αυτά που απεχθάνεται και καταδικάζει ο κάθε φανατικός δεν θα ήταν το μέρος που έχει ονειρευτεί.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2020

Ραντεβού με ψεκασμένη...

Αρκετά αργά το βράδυ. Δευτερόλεπτα πριν την ημερήσια λήξη της δουλείας μου άρα λίγες στιγμές πριν εγκαταλείψω τον χώρο της δουλειάς μου. 

Το σταθερό τηλέφωνο χτυπάει. Σκέφτομαι να μην απαντήσω. Η ώρα είναι περασμένη. Κι ενώ είμαι, σε γενικές γραμμές, των πρώτων σκέψεων, αποφασίζω να το σηκώσω. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια μαμά. Θέλει να φέρει την κόρη της στο μαγαζί μας. Γνωρίζει ήδη ποια τμήματα είναι βολικά γι αυτή. Κλείνουμε ραντεβού για την επόμενη μέρα.

Η επόμενη μέρα φτάνει. Το ίδιο και η ώρα της προκαθορισμένης συνάντησης. Η κυρία μαμά δεν φοράει μάσκα και παίρνει τη μάσκα που της προσφέρει το συνεταιράκι μου με εμφανή υποτίμηση. Σκέφτομαι ότι κάτι δεν πάει καλά. Η σκέψη μου επιβεβαιώνεται όταν την πλησιάζω και με ταχύτητα Flash Gordon αρπάζει το χέρι μου χωρίς να προλάβω να αντιδράσω. Γλίτωσε την μπούφλα στο τσαφ. Βάζω αντισηπτικό (πολύ αντισηπτικό) και την προτρέπω να κάνει το ίδιο.

"Εγώ δεν βάζω τέτοια" μου λέει, "δεν τα πιστεύω αυτά".

Παρατηρώ ότι φοράει τη μάσκα που της δώσαμε κάτω από τη μύτη και της το επισημαίνω. Δεν αντιδρά. Δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να την ταχτοποιήσει. Ήδη "τα έχω πάρει".

"Δεν μου λέτε" της λέω, "και το παιδί σας είναι της ίδιας αντίληψης"; Εννοούσα αν είναι εξίσου ψεκασμένο με τη μάνα.

"Ναι" απαντάει, "αλλά θα προσαρμοστεί. Όμως δεν θέλω να είστε αυστηρός μαζί της".

Η υπομονή μου είχε ήδη ξεπεράσει τα κλασικά όριά μου αλλά η ψεκασμένη το αγνοεί.

Σηκώνομαι και, με τον πιο ευγενικό τρόπο που θα μπορούσα (όχι κάτι ιδιαίτερο), της λέω ότι δεν μπορούμε να συζητήσουμε το παραμικρό για πιθανή συνεργασία μας.

Με κοιτάζει με έκπληκτο και αμήχανο ύφος. Πιθανώς αδυνατεί να πιστέψει την εξέλιξη που βιώνει. Πιθανώς ήταν η πρώτη παρόμοια εμπειρία γι αυτήν.

"Εντάξει" ψελλίζει και κατευθύνεται προς την έξοδο. Εννοείται ότι δεν δώσαμε χειραψία!

Έχω περιορίσει τις εξόδους μου στο ελάχιστο. Δεν έχω ξαναπατήσει το πόδι μου σε μαγαζί, όταν αντιλαμβάνομαι ότι οι ιδιοκτήτες του ανήκουν στην ομάδα των ψεκασμένων. Κι εκεί δεν μου πέφτει(;) λόγος. Δικό τους είναι το μαγαζί, αυτοί χάνουν. Προσπαθώ να προφυλάξω εμένα, τους συναδέλφους και τους μαθητές μου όσο περνάει από το χέρι μου. 

Μου είναι (ανέκαθεν ήταν) αδύνατον να ανεχτώ τη βλακεία. Κι ενώ μέχρι τώρα χρειαζόταν απλώς να μην πλησιάζω τους πανύβλακες, να μην τους δίνω χώρο και ευκαιρία να εκφράσουν τις βλακώδεις απόψεις τους, ανακαλύπτω ότι πλέον κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο. Συνειδητοποιώ ότι κινδυνεύουμε όχι τόσο από τον κορωνοϊό όσο από τους ψεκασμένους που τον αρνούνται και κυκλοφορούν γύρω μας και είναι ανόητο έστω και να προσπαθήσει κανείς να τους αλλάξει αντιλήψεις με τη λογική και με τεκμήρια. Αυτοί "καταλαβαίνουν" μόνο με νόμους και τιμωρίες κι αναρωτιέμαι για ποιον λόγο η κυβέρνηση δεν έχει επιβάλει ακόμη τη χρήση μάσκας παντού (με πρόστιμο στους παραβάτες), γιατί δεν επιβάλλει αυστηρά πρόστιμα στους ιδιοκτήτες (όχι στους εργαζομένους) των χώρων εστίασης που δεν υπακούν σε κανόνες υγιεινής (μάσκες, αντισηπτικά, αποστάσεις...). 

Λένε οι ψεκασμένοι ότι είναι επικίνδυνο (απόλυτα βλακώδες) και αφόρητο (ειλικρινές) να φοράει κανείς μάσκα για πολλές ώρες. Όλο αυτό μου κάνει κάτι (όχι καλό), γιατί ανήκω σε εκείνους που πρέπει να φορούν μάσκα για έξι ως οχτώ ώρες καθημερινά (εκτός Κυριακής) και να μιλάνε συνεχώς. Οπότε δεν μπορώ να ανεχτώ τον κάθε ψεκασμένο που με πλησιάζει. Για οποιονδήποτε λόγο.

 


Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2020

Λατρεύοντας τους Δεινόσαυρους

 

            Ακούγονται έντονα, όλο και πιο συχνά, όλο και πιο δραματικά. Οι φωνές επαγγελματιών που πλήττονται από την Covid-19 έχουν μια λογική αλλά είναι αδύνατον να εισακουστούν από κάποιον «Μεσσία».

            Η απόγνωση, που οφείλεται στην πραγματικότητα που διαμορφώνεται σε αρκετούς κλάδους, είναι αναμενόμενο να οδηγεί σε απαιτήσεις που, όμως, δύσκολα μπορούν να υλοποιηθούν. Επαγγελματίες που ασχολούνται με τη διασκέδαση, τον τουρισμό, τις μεταφορές, τα ακίνητα, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε απρόβλεπτα δεδομένα. Τεράστιες ή μικρότερες επενδύσεις στους συγκεκριμένους κλάδους, προσδοκίες εύρεσης εργασίας, σχέδια, διαψεύδονται οδηγώντας σε καταστάσεις δραματικές.

            Είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο; Είναι πρωτόγνωρη η απόγνωση που επιφέρει μια απρόσμενη εξέλιξη; Σίγουρα όχι. Πρόκειται για συνθήκη ιστορικά επαναλαμβανόμενη. Το ότι βιώνουμε τη συγκεκριμένη, την καθιστά για εμάς πιο έντονη από εκείνες για τις οποίες απλώς διαβάζουμε σε βιβλία ιστορίας. Όπως, όμως, οι προηγούμενες, έτσι και η συγκεκριμένη κατάσταση δεν πρόκειται να οδηγήσει στην απόλυτη καταστροφή. Σίγουρα θα επιφέρει λυπηρές για κάποιους ανατροπές ενώ για άλλους θα αποτελέσει αφορμή για κινητοποίηση και επιτυχία.

            Το βέβαιο είναι ότι δεν υφίσταται δύναμη αρκετά ισχυρή να αναστρέψει την αλλαγή που έχει πυροδοτήσει η πανδημία. Δεν υπήρξε ιστορικό προηγούμενο και μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί και τώρα.

 

            Σε παλιότερο κείμενο, με τίτλο «Κυνηγοί Δεινοσαύρων» παρατηρούσα:  

«…Λοιπόν, όσα ζούμε, δεν είναι πρωτόγνωρα. Μεταβάλλονται οι ρυθμοί αλλά τα πάντα είναι ένας διαρκής και ζαλιστικός κύκλος. Ο ανατριχιαστικός πανικός, η καταθλιπτική απόγνωση και ο θορυβώδης… θόρυβος ως προς τα “αδιέξοδα της αγοράς εργασίας” δεν αποτελούν προνόμια της εποχής μας. Επαναλαμβάνονται από την εποχή των δεινοσαύρων. Την επαγγελματική αβεβαιότητα λογικά βίωσαν οι κυνηγοί δεινοσαύρων μετά το βίαιο αφανισμό του συγκεκριμένου είδους, οι κατασκευαστές Κιβωτών με το πέρας του κατακλυσμού, οι αμαξάδες με την έλευση των αυτοκινήτων, οι μικροί λούστροι με την εμφάνιση εύχρηστων βερνικιών για τα παπούτσια, οι καρεκλάδες με την εξάπλωση του IKEA, οι αντιγραφείς βιβλίων με την εφεύρεση του Γουτεμβέργιου…».

 

Στο «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» παλιότερα έγραφα:

«…Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με πολλά ακόμη παραδείγματα αλλά το βρίσκω άσκοπο. Ίσως πρέπει να σκεφτούμε κάτι πιο απλό, για να γίνει απολύτως κατανοητό ότι αυτό που ζούμε σήμερα συνέβη και κατά το παρελθόν. Υφίστανται σήμερα όλα τα επαγγέλματα του παρελθόντος; Πού είναι ο παραδοσιακός τσαγκάρης, που βρίσκεται ο γανωματής, πόσοι «καρεκλάδες» έχουν απομείνει να τριγυρνούν στις γειτονιές; Τελικά το ίδιο συνέβαινε πάντα! Στο μυαλό μου έρχονται αρκετές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’60, με τις οποίες μεγάλωσαν γενιές και γενιές. Δεν ήταν λίγες εκείνες που εμπνεύστηκαν από παρόμοιες καταστάσεις και μας συγκίνησαν κάποτε είτε με τον πλανόδιο έμπορο που τριγυρνούσε με την πραμάτεια του στις γειτονιές και έβλεπε τη δουλειά του να δέχεται πλήγματα από τα μεγάλα εμπορικά είτε με τοn φτωχό λατερνατζή που δεν έβρισκε κοινό για να το διασκεδάσει και να βγάλει “τα προς το ζην”. Για να μη θυμηθώ, βέβαια, τον μικρό λουστράκο που έκανε τη μητέρα μου να κλαίει σπαραχτικά με την πίκρα και τον πόνο που απέπνεε. Λοιπόν! Πού είναι σήμερα όλοι αυτοί οι επαγγελματίες; Λούστρους και πλανόδιους εμπόρους θα συναντήσει κανείς πια μόνο σε χώρες του Τρίτου Κόσμου αλλά δεν πιστεύω ότι θα ζήλευε και τις συνθήκες ζωής τους.».

 

Και σήμερα, σε άρθρο του Παύλου Παπαδόπουλου με τίτλο «Κορωνοϊός και δεινόσαυροι» (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ) διαβάζω:

«Φανταστείτε ότι βρισκόμαστε στον 19ο αιώνα και κάποιοι υποστήριζαν ότι ανεξάρτητα από την επέκταση του σιδηροδρόμου θα πρέπει οι άνθρωποι να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν για τις μετακινήσεις τους τα γαϊδούρια και τα άλογα. Γιατί αν τα εγκαταλείψουν τότε τι θα γίνουν τόσοι αχυρώνες, τόσα εκτροφεία ίππων, τόσοι επαγγελματίες πεταλωτές; Θα καταστραφεί η τοπική οικονομία. Αυτή η σκέψη έρχεται στον νου όταν βλέπουμε μερίδα του αγγλικού Τύπου να παρακινεί τις Αρχές να πάρουν μέτρα έτσι ώστε οι υπάλληλοι να επιστρέψουν στα γραφεία τους και να πάψουν να εργάζονται από το σπίτι τους γιατί διαφορετικά θα χρεοκοπήσουν τα καταστήματα, τα ρεστοράν και τα μέσα μεταφοράς. Δηλαδή, για να διασωθούν αυτές οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αγνοήσουν οι άνθρωποι την πρόοδο της τεχνολογίας και να επιμείνουν να μετακινούνται αρκετές ώρες κάθε μέρα, φορώντας μάσκες, για να εργαστούν μέσα σε γυάλινους ουρανοξύστες όπου ανακυκλώνεται ύποπτος αέρας.».

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2020

Οδηγώντας γρήγορα

 «Αν νομίζεις ότι τα έχεις όλα υπό έλεγχο,

τότε δεν τρέχεις αρκετά γρήγορα.»

Mario Andretti

 

            Ο M. Andretti υπήρξε οδηγός αγώνων Formula 1, IndyCar, Sportscar και NASCAR. Άρα ο τύπος γνωρίζει καλά από ταχύτητα. Βέβαια, θα πει κάποιος, γνωρίζει από ταχύτητα ως οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων, οπότε τα λόγια του αναφέρονται σε εκείνους που ενδιαφέρονται για σταδιοδρομία στον συγκεκριμένο χώρο.

            Θα μπορούσαν να έχουν δίκιο αλλά δυστυχώς δεν έχουν. Τα λόγια του θα έπρεπε να έχουν απασχολήσει όλους, οδηγούς και μη. Το ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες σε πολλά επίπεδα. Κι ενώ έχει γίνει σλόγκαν η φράση «ζούμε στην εποχή της ταχύτητας», ελάχιστοι -και πάλι σε κάθε επίπεδο- το αντιλαμβάνονται, το αξιοποιούν και ρυθμίζουν τις επιλογές τους με βάση αυτό το δεδομένο.

            Η πλειονότητα κινείται με ρυθμούς χελώνας σε μια εποχή που χρειάζεται λαγούς. Απόδειξη η αδυναμία και η έλλειψη διάθεσης των περισσοτέρων να αποδεχτούν την αλλαγή ως κάτι υπαρκτό και διαρκές και όχι ως κάτι παροδικό που, ως δια μαγείας, θα εξαφανιστεί δίνοντας τη θέση του και πάλι στην κανονικότητα του παρελθόντος και στην αργόσυρτη μεταβολή προηγούμενων περιόδων του πολιτισμού.

            Τελευταία αφορμή για τις σκέψεις αυτές η Covid-19 που φαίνεται να γράφει με ανεξίτηλα γράμματα τη νέα κανονικότητα (που δεν είναι μία αλλά πολλές) διαμορφώνοντας διαρκώς νέες συνθήκες. Οι περισσότεροι, αντί να προσπαθούν να αντιληφθούν τι ακριβώς συμβαίνει και τι έπεται, επιλέγουν μια μίζερη στάση, την γκρίνια, την κακομοιριά, τον πόνο γι αυτό που ταχύτατα, σχεδόν βίαια, εξαφανίζεται και χάνουν. Αναζητούν τους υπευθύνους για ό,τι συμβαίνει (στον τουρισμό, τη διασκέδαση, τις συνθήκες εργασίας) αλλά και μια πατρική προστασία -συνήθως από τις κυβερνήσεις και τους πολιτικούς που τις ελέγχουν. Λες και είναι ικανοί οι πολιτικοί να περιορίσουν την ταχύτητα των εξελίξεων και τη βιαιότητα της ανατροπής.

            Την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι αφήνουν την πικρία και την μεμψιμοιρία κατά μέρος και επεξεργάζονται την κατάσταση, εντοπίζουν τις νέες ανάγκες αλλά και τις συμπεριφορές που εδραιώνονται και άμεσα θα είναι έτοιμοι να αντεπεξέλθουν υλοποιώντας τις σημερινές σκέψεις τους στον χώρο της εκπαίδευσης, της αγοράς, της παραγωγής, της ενημέρωσης, της επικοινωνίας, των μετακινήσεων, της διασκέδασης και του τουρισμού. Σίγουρα δεν πρόκειται για πρωτόγνωρη συνθήκη και με βεβαιότητα οι εκφραστές του καινούριου δεν θα είναι υπερήρωες.

            Πρόκειται για μια κατάσταση που επαναλαμβάνεται. Το εμπόριο δεν ήταν στο παρελθόν αυτό που είναι σήμερα. Οι σύγχρονες εκπαιδευτικές ανάγκες ελάχιστη σχέση έχουν με εκείνες του παρελθόντος. Το ίδιο ισχύει για τη διασκέδαση, τις σχέσεις, τις μετακινήσεις… Τα πάντα ανατρέπονταν ανέκαθεν, απλώς το έκαναν με πολύ πιο ήπιους ρυθμούς. Σήμερα η αλλαγή συμβαίνει απροειδοποίητα(;) και με εξοντωτική, για τους περισσότερους ανθρώπους, ταχύτητα. Ναι, αλλά αφού παραδεχόμαστε ότι ζούμε στην εποχή της ταχύτητας, αυτό ακριβώς εννοούμε.

Στο παρελθόν μπορούσαν να «τα έχουν όλα υπό έλεγχο» αρκετοί άνθρωποι. Όχι γιατί οι προηγούμενες γενιές υπήρξαν πιο ευφυείς αλλά επειδή οι εξελίξεις υπήρξαν πιο αργές. Κάποια στιγμή ακόμη και ο πιο ανόητος είχε τη δυνατότητα της προσαρμογής σε έναν κόσμο που ακολουθούσε πιο… σταθερούς ρυθμούς εξέλιξης. Βέβαια, και τότε εκείνοι που αντιλαμβάνονταν πιο άμεσα την επερχόμενη αλλαγή ήταν και οι πιο κερδισμένοι. Η «επιτυχία» και η «αποτυχία», άλλωστε, δεν αποτελούν έννοιες της εποχής μας. Πάντα υπήρχαν επιτυχημένοι και αποτυχημένοι κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει τώρα.

Αντί, λοιπόν, να αναζητούμε «ενόχους για την αλλαγή», «στηρίγματα», «διευκολύνσεις», «επιδοτήσεις», «υποσχέσεις για διατήρηση κεκτημένων και δεδομένων» από πολιτικούς πατερούληδες, είναι ίσως πολύ καλύτερο και θα αποδειχτεί σίγουρα πιο χρήσιμο να αναζητούμε λύσεις, να διατυπώνουμε προτάσεις και να επιδιώκουμε την υλοποίησή τους. Στη ζωή είμαστε όλοι «οδηγοί» είτε καθόμαστε πίσω από το τιμόνι ενός αγωνιστικού αυτοκινήτου της F1 είτε έχουμε στα χέρια μας το τιμόνι της εκπαίδευσης της διασκέδασης, του τουρισμού, της ενημέρωσης ή εκείνου του εμπορίου.

Η ανάγκη να τρέξουμε πιο γρήγορα έρχεται σε απόλυτη σύγκρουση με την ανάγκη του πλήρους ελέγχου, όπως τον συνηθίσαμε ως τώρα. Η πραγματικότητα, όμως, χρειάζεται λαγούς κι όχι χελώνες. Η χελώνα μπορεί να τα έχει όλα υπό έλεγχο αλλά κερδίζει μόνο… στους μύθους του Αισώπου.

Έγραφα πριν χρόνια στο «Εγχειρίδιο Επιβίωσης»: «Η εποχή μας χρειάζεται “λαγούς” και μάλιστα “ώριμους λαγούς” και το μόνο λογικό είναι να “προπονήσουμε” τους νέους γι αυτό. Όσο συμπαθής κι αν υπήρξε για ολόκληρες γενιές η χελώνα του Αισώπου, φαίνεται ότι ήρθε ο καιρός να εγκαταλείψει την αγωνιστική δράση και “να κρεμάσει τα παπούτσια της”».