Βράδυ, 25 Μαΐου πριν λίγα χρόνια και μετά από συγκλονιστικό αγώνα -από εκείνους που οι ποδοσφαιρόφιλοι θεωρούν ότι «σπάνε καρδιές»- η Λίβερπουλ κατακτούσε το Champions League και οι εκστασιασμένοι οπαδοί της άρχιζαν, στην πραγματικότητα δεν είχαν σταματήσει καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα, να τραγουδούν: «You ’ll Never Walk Alone» («Ποτέ δε θα βαδίσεις μόνος»). Ήταν οι ίδιοι οπαδοί που επί εικοσιένα χρόνια δεν εγκατάλειψαν την ομάδα τους και τη στιγμή εκείνη ζούσαν την ανταμοιβή της αδιατάρακτης πίστης τους, της «αφοσίωσής» τους στην αγαπημένη ομάδα τους.Λίγες ώρες πριν παρόμοιες στιγμές ζούσαν οι οπαδοί της Λάρισας που μετά από, σχεδόν, μια δεκαετία περιπετειών κατάφερνε την άνοδό της στην κατηγορία των «μεγάλων». Κι εδώ τα πανηγύρια, η «ένθεη μανία» και ο «έξαλλος ενθουσιασμός» περίσσευαν αποδεικνύοντας τη μαζικότητα, τη γοητεία και την καταλυτική δύναμη που ασκεί το ποδόσφαιρο σε εκατομμύρια οπαδούς σ’ ολόκληρο τον πλανήτη.
Κάθε στιγμή, σε κάποιο σημείο της γης ένας αγώνας, ένα γκολ, μια αψιμαχία, η κατάκτηση ενός τροπαίου ή μιας νίκης γίνονται αφορμή έντονων συγκινήσεων. Πάθος, έκσταση, χαρά, άγχος, λύπη, θαυμασμός, οργή, απογοήτευση είναι ελάχιστα από τα συναισθήματα ενός οπαδού τη στιγμή που η ομάδα του αγωνίζεται. Τι είναι, όμως, αυτό που προσδίδει στο ποδόσφαιρο τόσο οικουμενικά μαγικές ιδιότητες; Ποιοι λόγοι το καθιστούν για πάρα πολλούς ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας, καταγωγής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης συνώνυμο της πίστης και της λατρείας; Γιατί ασκεί παρόμοια επίδραση στον κάτοικο της Λάρισας, του Λίβερπουλ, του Μπουένος Άιρες, της Βαρκελώνης που τόσο διαφέρουν μεταξύ τους;
Εκείνο που τροφοδοτεί την απήχηση του συγκεκριμένου αθλήματος είναι, πάνω απ’ όλα, η ανάγκη μιας πίστης για τους περισσότερους ανθρώπους. Το ποδόσφαιρο αποτελεί μια «εύκολη» πίστη χωρίς πολλές και δυσνόητες φιλοσοφίες, ώστε τις αρχές του να τις κατανοεί ο καθένας ανεξάρτητα από το επίπεδο μόρφωσης και καλλιέργειας. Η συγκεκριμένη πίστη βασίζεται στο απλό και άρα εύληπτο τρίπτυχο «χρώμα, σήμα, σύνθημα», στοιχεία που μπορεί να αντιληφθεί ο καθένας -ακόμη και ο εξαιρετικά και επικίνδυνα ηλίθιος- και γύρω από αυτά να χτίσει ένα είδος λατρείας προσδίδοντας νόημα στη ζωή του. Η ποδοσφαιρική ιδεολογία διαφέρει σημαντικά από τις αντίστοιχες πολιτικές και θρησκευτικές εξαιτίας της απλοϊκότητάς της. Προσφέρει μια κατανοητή κουλτούρα ενώ η πολιτική και η θρησκεία προβάλλουν πλήθος απαιτήσεων ακόμη και για μια απλή θεώρησή τους. Η πίστη στην ομάδα δεν προϋποθέτει γνώσεις, προβληματισμό ή λογική. Το μόνο που χρειάζεται είναι το ισχυρό -συχνά ακραίο- συναίσθημα κάτι που καθιστά προσβάσιμη τη συγκεκριμένη ιδεολογία στον καθένα.
Η μαζικότητα είναι σίγουρα μια ακόμη αιτία της απήχησης του ποδοσφαίρου, αφού η αφοσίωση του ατόμου σε μια ομάδα (κάποτε σε ανθρώπους που δε γνωρίζουμε καν) αποτελεί την εγκατάλειψη του «εγώ» και την ένταξη σε ένα σύνολο ταγμένο σε συγκεκριμένο σκοπό, πολύ πιο δυνατό που μπορεί να κάνει τη φωνή του να ακουστεί. Σ’ αυτή την περίπτωση ο οπαδός νιώθει ότι εγκαταλείπει την ασήμαντη ατομικότητά του και εντάσσεται σ’ ένα πλήθος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ταυτότητας και συμπεριφοράς. Η είσοδος στο γήπεδο -ναό- σημαίνει εγκατάλειψη κάθε ατομικής ιδιότητας και συμμετοχή σε κάτι ομαδικό, σε μια ιεροτελεστία. Είναι η αίσθηση ισότητας, αφού στις κερκίδες ο γιατρός, ο μηχανικός, ο δάσκαλος, ο φοιτητής, ο πλούσιος επιχειρηματίας, ο μεροκαματιάρης γίνονται ένα. Εκεί η αίσθηση της αδυναμίας, της ανασφάλειας, της μετριότητας δίνει τη θέση της στη δύναμη που απορρέει από τη μαζικότητα και τον κοινό σκοπό.
Η ανάγκη εκτόνωσης, έκφρασης της καταπιεσμένης επιθετικότητας και η αναζήτηση της έντασης που δεν υπάρχει στην καθημερινότητα των περισσοτέρων, αποσαφηνίζει περαιτέρω τα χαρακτηριστικά της πίστης των οπαδών του ποδοσφαίρου. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι οι τάξεις των οπαδών κυριαρχούνται ακόμη από την ανδρική παρουσία, αφού ο άνδρας γαλουχείται, ακόμη, από παρόμοιες … αξίες! Το γήπεδο και κυρίως οι θέσεις των οπαδών αποτελούν ένα από τα τελευταία ανδρικά προπύργια σ’ έναν κόσμο που βαδίζει δυναμικά προς την ισότητα των φύλων.
Όμως και ορισμένες ακόμη παράμετροι τονώνουν την πίστη σε μια συγκεκριμένη ομάδα. Είναι κάποτε η ομάδα η μόνη αφορμή για να αισθάνονται υπερήφανοι οι κάτοικοι μιας περιοχής, μιας πόλης, μιας χώρας. Για τους κατοίκους μιας περιοχής που δεν έχει να επιδείξει πλούσια παράδοση, που δε χαρακτηρίζεται από καλλιτεχνική, επιστημονική ή οικονομική δραστηριότητα άξια λόγου, που κάποτε αισθάνεται ότι δε διαθέτει καν φυσική ομορφιά, που με λίγα λόγια δε βρίσκει στοιχεία κοινωνικής συνοχής και αιτίες τόνωσης του συλλογικού συναισθήματος η ομάδα αποτελεί σημείο αναφοράς και ενίσχυσης μιας ανύπαρκτης, κατά τα άλλα, αυτοπεποίθησης. Είναι η αίσθηση ότι οι νίκες της ομάδας, οι πρωτιές της ανήκουν σε όλους. Η πορεία της, για τον οπαδό, ταυτίζεται με εκείνη της περιοχής και τις ελπίδες του για ανάκαμψη και έξοδο από την ανωνυμία του ίδιου!
Δεν είχα ποτέ την αίσθηση αφοσίωσης του οπαδού. Το έβρισκα ανέκαθεν εξαιρετικά βαρετό και σίγουρα μη αναγκαίο. Ποτέ, βέβαια, δε με άφησε ασυγκίνητο ένα ωραίο παιχνίδι. Κάτι τέτοιο, ακόμη, λειτουργεί σαν μηχανή του χρόνου ανακαλώντας στη μνήμη μου κάτι από την ένταση των Κυριακών, τότε που περιμέναμε την ώρα της αναχώρησης για το γήπεδο, την αίσθηση ελευθερίας μακριά από αυστηρούς ελέγχους σ’ ένα χώρο που επιτρέπονταν σχεδόν τα πάντα, τα πανηγύρια, τις συγκλονιστικές στιγμές που νιώσαμε με την κατάκτηση κυπέλλου και πρωταθλήματος, την αίσθηση «μεγαλείου», όταν παρακολουθούσαμε ευρωπαϊκούς αγώνες της αγαπημένης ομάδας μας.
Μπορεί ποτέ να μην είχα ανάγκη αυτή την περίεργη κοινωνικότητα του οπαδού, αλλά καταλήγω στο ότι για ορισμένους είναι ωραίο να είσαι οπαδός, γιατί αυτό σημαίνει ότι … «ποτέ δε θα βαδίσεις μόνος»!
Αλήθεια, γνωρίζετε πόσα βιβλία ή κείμενα έχουν γραφεί για την ανθρώπινη βλακεία; Μην το πολυσκέφτεστε, η ερώτηση είναι ρητορική, άρα κανείς δεν περιμένει την απάντησή σας. Η σωστή απάντηση είναι, έτσι κι αλλιώς, «ΠΟΛΛΑ»! Τόσα που δεν το φαντάζεστε! «Μωρίας Εγκώμιον» του Εράσμου, «Πώς έγινα βλάκας» του Μαρτέν Παζ, «Δοκίμιο Περί Ανθρώπινης Βλακείας» του C. M. Cipolla, κάμποσα δοκίμια του Ουμπέρτο Έκο δημοσιευμένα και στο «Η Σημειολογία Στην Καθημερινή Ζωή», ο Αϊνστάιν δήλωνε ξεκάθαρα ότι θεωρεί απέραντη την ανθρώπινη βλακεία και πλήθος άλλων που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν ή και αγνοώ!
Λοιπόν, μέχρι στιγμής έχουμε ακούσει και διαβάσει και μάλιστα από ανθρώπους που θεωρούνται σημαντικοί διανοητές της εποχής μας για το «τέλος» που επιφυλάσσεται σε αρκετά και κάποτε σημαντικά στοιχεία του παρελθόντος! Κάπως έτσι το φως της δημοσιότητας είδε ήδη «το τέλος της εργασίας», «το τέλος του πολιτισμού», «το τέλος των εθνών» και γενικά το «τέλος των πάντων»!!! Εμένα όλα αυτά μου προκαλούν ιδιαίτερο άγχος αλλά κάνω υπομονή και σκέφτομαι: «Έτσι όπως πάμε σε λίγο καιρό θα έχουν πάρει όλα ένα "τέλος", οπότε δε θα ’χει μείνει και τίποτα, ώστε να μας τρομοκρατούν οι τρομοκράτες του πνεύματος και έτσι θα μου φύγει το άγχος και θα ξαναβρώ την ηρεμία μου»!
«Μα τι είναι επιτέλους αυτά τα παλιομπλόκ για τα οποία μας έχουν φάει τα αφτιά»; Η απορία διατυπωμένη από τον πατέρα μου, φαντάζομαι και από αρκετούς συνομηλίκους του -διόλου περίεργο- αλλά και από αρκετούς μαθητές μου και αντίστοιχα συνομηλίκους τους -εξωφρενικά και αφύσικα περίεργο! Ο πατέρας μου είναι μάλλον απίθανο κάποια στιγμή να χρησιμοποιήσει τα blogs ως πηγή ενημέρωσης, επικοινωνίας και πολύ περισσότερο έκφρασης, αλλά την απάντηση του την οφείλω. Την οφείλω, βέβαια, και σε αρκετούς από τους μαθητές μου, με την ελπίδα ότι θα ξεφύγουν σύντομα (ίσως έπρεπε να έχει γίνει «χτες») από το «σύγχρονο αναλφαβητισμό» και την τεχνοφοβία που τους χαρακτηρίζουν αξιοποιώντας τη σύγχρονη(;) τεχνολογία λίγο πιο έντονα!