Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Περί λύσσας και λυσσασμένων...


Γνωρίζατε ότι καθημερινά πεθαίνουν από λύσσα (ιογενές νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος, αποτελώντας μια λοιμώδη ασθένεια που προκαλείται από διηθητό ιό) περίπου 160 άνθρωποι παγκοσμίως; Ομολογώ ότι δεν το ήξερα (από τα ελάχιστα πράγματα) και τώρα που το έμαθα εντυπωσιάστηκα.
Όχι, δεν θεώρησα μεγάλο τον αριθμό των λυσσασμένων που αποδημούν σε ημερήσια βάση. Τον θεώρησα πολύ μικρό αντίθετα. Upside down, δηλαδή. Κι επειδή αυτή η σκέψη μου μπορεί εύλογα να σας προκαλεί απορίες, εξηγώ πάραυτα.
Ρίξτε μια ματιά γύρω σας. Και δεν υπάρχουν δικαιολογίες του στιλ: είμαστε καραντινιασμένοι και αδυνατούμε να το κάνουμε. Δεν χρειάζεται να ξεκαραντινιαστείτε, για να δείτε εκείνο που θέλω. Άλλωστε τι νούμερο θα στέλνατε στο 13033 για να συμβεί κάτι τέτοιο; Πρόκειται για την αίσθηση των ημερών και δεν πιστεύω ότι είναι αποκλειστικά δική μου.
Με την έναρξη των περιοριστικών μέτρων, και τελείως ξαφνικά, γέμισε ο κόσμος λυσσασμένους. Πήξαμε από δαύτους. Και δεν είναι όλοι οι λυσσιάρηδες ίδιοι. Υπάρχουν λυσσιάρηδες και λυσσιάρηδες.
Κάποιοι λύσσιαξαν, επειδή απαγορεύεται το ψήσιμο του αρνιού με τον παραδοσιακό και βάρβαρο τρόπο που μας έμαθαν από μικρούς. Άλλοι, επειδή οι ναοί κάθε δόγματος και πίστης είναι κλειδαμπαρωμένοι. Κάποιοι, επειδή απαγορεύτηκε η βόλτα σε πολυσύχναστους χώρους. Ορισμένοι, επειδή το ένα, επειδή το άλλο και το παραάλλο.
Πήξαμε στους λυσσασμένους και γι αυτό, η εντύπωση που μου προκλήθηκε από τον μικρό, τελικά, αριθμό των θυμάτων αυτής της καταραμένης ασθένειας. Κι όλη αυτή η λυσσασμένη συμπεριφορά γιατί; Έχει καμιά λογική άραγε;
Την παραμικρή!
Όλη αυτή η συμπεριφορά έχει τη βάση της στη ματαιοδοξία του καθενός και μόνο. Όλοι αυτοί σκίζουν τα ιμάτιά τους (ένδειξη ότι η λύσσα τους βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο), επειδή είναι ματαιόδοξοι και μόνο γι αυτό.
Μα χριστιανούλη μου, μωαμεθανούλη μου, βουδιστούλη μου,... δεν μπορείς να προσευχηθείς κατά μόνας; Τι τον θέλεις τον λατρευτικό χώρο; Και βέβαια μπορείς αλλά δεν θέλεις αυτό. Θέλεις να προσευχηθείς και να σε βλέπουν οι άλλοι πόσο ωραία προσεύχεσαι. Να τους εντυπωσιάζεις με τους μεγάλους σταυρούς σου ή τις βαθιές μετάνοιες. Να βλέπουν πόση ευλάβεια δείχνεις. Και βέβαια, εκείνο που θέλεις σαν... λυσσιάρης είναι εκείνο που ακολουθεί. Τη βόλτα για καφέ και κουτσομπολιό και κέφι. Θα μου πει κάποιος και πώς θα ανάψω και δυο και τρία κεράκια από μακριά. Να μη δουν οι άλλοι ότι ανάβω πολλά; Μην ανησυχείτε, γιατί η τεχνολογία ήρθε να δώσει λύση και σε αυτή την πανανθρώπινη ματαιοδοξία. Λέγεται «keraki.gr» και ήρθε για να προσφέρει απαντήσεις στις δύσκολες στιγμές που περνάμε. Και πριν αρχίσετε τα μου, σου, του, να σκεφτείτε όλους εκείνους τους μοναχούς και τους αναχωρητές που αγιοποιήθηκαν ενώ πέρασαν τη ζωή τους προσευχόμενοι σε ερημιές, αποκομμένοι από το σύνολο.
Και μη μου πείτε ότι δεν είναι ματαιοδοξία όλη αυτή η λύσσα με το ψήσιμο του αρνιού. Θέλεις αρνί, άνθρωπέ μου; Ψήσ’ το στον φούρνο και ντερλίκωσέ το, να το φχαριστηθείς. Βγες στην αυλή σου και βάλ’ το στη σούβλα και φάε σαν αγλέορας. Ποιος σε εμποδίζει να ψήσεις και να χλαπακιάσεις, και να περιδρομιάσεις μέχρι να φτάσεις την πίεσή σου στα σαράντα; Κανείς δεν το κάνει αλλά εσένα δεν σε νοιάζει το αρνί, σε νοιάζει να το παινευτείς στον γείτονα, στον κουμπάρο, στον μπατζανάκη ότι το δικό σου είναι καλύτερο από των άλλων. Σε νοιάζει να δείξεις πόσο μερακλής και καραμπουζουκλής είσαι. Και, βέβαια, σε νοιάζει να συναντήσεις τα ανιψάκια σου και τους λοιπούς συγγενείς και γνωστούς, για να τους ταράξεις στην αμπελοφιλοσοφία και την ανοησία που σε δέρνει και την οποία εσύ θεωρείς ευφυΐα. Και νοιάζει και τη γυναίκα σου, γιατί «τσάμπα τα έφτιαξε τα κουλουράκια, τσάμπα έβαψε τόσο ωραία τα αβγά, τσάμπα η πετυχισιά του τζατζικιού, της μαρουλοσαλάτας και των υπόλοιπων εδεσμάτων;». Αυτά σας νοιάζουν και τίποτε άλλο.
Με απλά λόγια, εκείνοι που κάνουν σαν λυσσιάρηδες δεν έχουν άλλον πόνο από το να δειχτούν στους άλλους. Τα υπόλοιπα είναι συγκάλυψη και στάχτη στα μάτια. Λέγεται ματαιοδοξία και προκαλεί λύσσα.
Και με όλα αυτά, θυμήθηκα μια ιστορία (γεγονός) που μου είχε διηγηθεί η μάνα μου εδώ και χρόνια. Μια μακρινή εξαδέλφη, λοιπόν, κήδευε τον άντρα της, ο οποίος μόλις είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια για άλλους τόπους χλοερούς και αναπαύσεως. Όση ώρα διαρκούσε η τελετή, η εξαδέλφη έκλαιγε γοερά έχοντας αγκαλιά το φέρετρο. Ποτάμι τα δάκρυα. Ο ναός σειόταν από τις οιμωγές. Κάποια στιγμή η πενθούσα γυρίζει προς την αδελφή της, που της συμπαραστεκόταν, και τη ρωτάει χωρίς ίχνος λυγμού και με σταθερή φωνή: «Μαρή*, κλαίω αρκετά δυνατά και φαίνομαι πολύ λυπημένη»;

*Πρόκειται για προσφώνηση σε γυναίκες και δεν έχει την παραμικρή σχέση με το γαλλικό Marie)




Ας μιλήσουμε για ένα μικρό θαύμα

Μην μπερδευτείτε, μέρες που είναι. Πάσχα εννοώ και, όπως και να έχει, είναι εποχή θαυμάτων. Λοιπόν, δεν πρόκειται να αγγίξω τα μεταφυσικά στο κείμενο που ακολουθεί. Όχι βέβαια. Θα μείνω προσηλωμένος και προσγειωμένος στα γήινα και θα κάνω λόγο για ένα θαύμα που βλέπω -και δεν είμαι ο μόνος- να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μου. Άρα είναι κάτι που αποτελεί γεγονός, κάτι που έγινε και συνεχίζει να γίνεται, που είναι ολοφάνερο και εντάσσεται στον χώρο του επιστητού.
Πολλοί, βλέποντας τους έφηβους, εδώ και κάποια χρόνια, διαρκώς με ένα κινητό στο χέρι, πίστευαν ότι πρόκειται για μια γενιά που ακολουθεί χαλαρά την τεχνολογική εξέλιξη κι έχει προσαρμοστεί απόλυτα στην ψηφιακή πραγματικότητα. Για να πω την αλήθεια, κι εγώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρασύρθηκα και πίστεψα ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές (στην πραγματικότητα ήταν ελάχιστες) που εκδήλωνα τον θαυμασμό μου για την άνεση και την ταχύτητα διεκπεραίωσης ενεργειών μέσω των κινητών τους. Επίσης, και για να πω μια ακόμη αλήθεια, πάντα ήμουν λίγο επιφυλακτικός στο πώς γινόταν και άτομα που αδυνατούν να διαχειριστούν ακόμη και απλές καταστάσεις και να αποκωδικοποιήσουν και τα πιο εύκολα δεδομένα, είχαν τέτοια άνεση σε κάποιον τομέα.
Δικαιολογούσα, δε, πάντα αυτή τη μονομέρεια ως προς τις «κλίσεις» και τις «δυνατότητες» των εφήβων με τη σκέψη ότι η σημερινή, κατά κύριο λόγο, τεχνοκρατική παιδεία έχει τη δυνατότητα, κάποτε, να δημιουργεί ιδιοφυΐες αλλά βρίσκεται πολύ μακριά από το να γεννά μεγαλοφυΐες. Μετά, όμως, ήρθε ο κορωνοϊός και έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Κι εγώ ηρέμησα.
Τα σχολεία έκλεισαν, τα φροντιστήρια σταμάτησαν να λειτουργούν, τα πανεπιστήμια έβαλαν λουκέτο και όλοι (ή έστω αρκετοί) στράφηκαν στην τηλεκπαίδευση. Αυτό ήταν. Οι μύθοι κατέρρευσαν με φοβερό πάταγο και ο βασιλιάς (οι νέοι) αποδείχτηκε ξεβράκωτος ψηφιακά. Αποδείχτηκε ότι, ωραία και καλά, η νέα γενιά μπορεί να ξέρει να βγάζει και να φιλτράρει φωτογραφίες στις θάλασσες, στα βουνά, στα λαγκάδια, στα καφέ, να γνωστοποιεί στο άψε σβήσε πού βρίσκεται κάθε στιγμή, να ανταλλάσσει με ιλιγγιώδη ταχύτητα απλοϊκά μηνύματα σε μια πετσοκομμένη γλώσσα, να αποθηκεύει και να διαμοιράζεται στιγμιότυπα αλλά...
Αλλά μέχρι εκεί. Όταν έφτασε η ώρα και η στιγμή (που να μην έφτανε δηλαδή) οι μαθητές να χρησιμοποιήσουν τα ψηφιακά καλούδια τους ως εργαλεία... μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά. Για τους περισσότερους τουλάχιστον.  Για αρκετούς η νύχτα υπήρξε βαθιά γκρι και για ελάχιστους ήταν ξαστεριά. Με απλά λόγια, η πλειονότητα αποδείχτηκε ότι εκτός από τον λειτουργικό αναλφαβητισμό που δεδομένα κουβαλάει, κουβαλάει κι άλλον έναν, τον ψηφιακό, για τον οποίο διατηρούσαμε κάποιες επιφυλάξεις.
«Να σας στείλω την εργασία μου με screenshot, γιατί το άλλο δεν το καταλαβαίνω»! Και τι να το κάνω, κουκλίτσα μου το screenshot; Να το κρεμάσω στον τοίχο μου, να σε θυμάμαι;
«Δεν μπορώ να μπω στο mail, γιατί μου το είχε φτιάξει η θεία μου, που είναι καπάτσα, και δεν θυμάμαι τους κωδικούς»! Και γιατί δεν τους θυμάσαι; Γεροντική άνοια στα δεκαεφτά σε βρήκε; Τι είσαι; Ο Μπέντζαμιν Μπάτον είσαι βρε αγορίνα; Κι έστω ότι είσαι ο Μπέντζαμιν Μπάτον στα χειρότερά του, γιατί δεν ζητάς να σου στείλουν τους κωδικούς; «Και πώς το ζητάω αυτό»; Εεε ζήτα το στη βραδινή προσευχή σου, πριν πέσεις για ύπνο και την επόμενη μέρα θα σου έχουν έρθει οι κωδικοί.
«Και γιατί, καλέ κύριε, δεν βρισκόμαστε στο messenger που το ξέρω να το χρησιμοποιώ και δεν θα έχω άγχος»; ...
Κάπως έτσι άρχισαν οι διαδικτυακές επαφές με τους μαθητές, οι συζητήσεις, η στήριξη, η επίλυση αποριών. Άρχισαν με φοβερή υπομονή και κούραση από την πλευρά εκπαιδευτικών, οι οποίοι έπρεπε να διδάξουν σε ένα, όχι μικρό, ποσοστό της νέας γενιάς πώς να χρησιμοποιεί και, για πρώτη φορά, να αξιοποιεί τη σύγχρονη τεχνολογία. Και ήταν για πολλά παιδιά κάτι πρωτόγνωρο. Όλα αυτά τα μηχανήματα που, μέχρι την έναρξη της πανδημίας, τα είχαν αντιμετωπίσει απλώς ως μέσα για διασκέδαση και επιφανειακή επικοινωνία, τώρα μετατρέπονταν σε εργαλεία δουλειάς, μάθησης, ψυχαγωγίας. Κι αυτό, πιστέψτε με, δεν έγινε εύκολα.
Χρειάστηκε μια τραγική στιγμή για να ενταχθεί ουσιαστικά η νέα γενιά στην ψηφιακή εποχή, γιατί μέχρι τότε κινούνταν στις παρυφές της. Σε ελάχιστο διάστημα η πλειονότητα των σημερινών εφήβων αλλά και παιδιών μικρότερης ηλικίας αναγκάστηκε να αποτελέσει κομμάτι του ψηφιακού κόσμου μας για τους σωστούς λόγους. Αυτή η πλειονότητα έμαθε σε μερικές μέρες όσα έπρεπε να έχει μάθει εδώ και χρόνια. Και ίσως αυτό πρέπει να απασχολήσει άμεσα και έντονα τους υπεύθυνους της εκπαίδευσης αλλά και τους γονείς.
Με βεβαιότητα έχουμε ακόμη να μάθουμε πολλά. Στο τέλος, όμως, αυτής της πρωτόγνωρης περιόδου θα έχει συντελεστεί ένα μικρό(;) θαύμα. Αρκετοί θα έχουμε εκτιμήσει λίιιγο περισσότερο τη σύγχρονη τεχνολογία. Θα έχουμε μάθει να τη χρησιμοποιούμε λίιιγο πιο δημιουργικά. Κυρίως, όμως, θα έχει αφήσει στη νέα γενιά μια σημαντική προίκα για το μέλλον της. Μια γνώση που θα εκτιμηθεί πολύ σύντομα.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Αγάπη μου, συρρίκνωσα την ύλη

Σε μια παλιά κινηματογραφική ταινία ο πρωταγωνιστής, τρελός επιστήμονας, εφευρίσκει τεχνολογία ικανή να συρρικνώνει την ύλη. Μια άτυχη στιγμή, όμως, έχει ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των παιδιών του και την έναρξη της περιπέτειάς τους. 
Στα πατήματα εκείνης της ταινίας το υπουργείο παιδείας συρρίκνωσε την ύλη. Όχι, βέβαια, οποιαδήποτε ύλη αλλά την ύλη των πανελλαδικών. Ό,τι μπορεί ο καθένας κάνει. Η χαρά του τεμπέλη και του ανίκανου. Μαθητή και εκπαιδευτικού.
Το υπουργείο Παιδείας ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν. Τουλάχιστον, θα μου πείτε «ἔτεκεν». Αλλά αυτό που «ἔτεκεν» μας βάζει σε σκέψεις και μάλιστα πολλές. Στο  «1984» του Όργουελ και στο απολυταρχικό καθεστώς του Μεγάλου Αδερφού το υπουργείο Ειρήνης ήταν υπεύθυνο για τον πόλεμο ενώ το υπουργείο Αγάπης μεριμνούσε για την επιβολή της τάξης, μέριμνα που δεν βασιζόταν ιδιαίτερα στην... αγάπη. Κάπως έτσι και το υπουργείο μας της «παιδείας» φροντίζει, όχι για την καλλιέργεια, αλλά για τη διαιώνιση της απαιδευσίας των νεοελλήνων.
Με αφορμή την πανδημία του κορωνοϊού και μετά από πιέσεις περιόρισε την ύλη των εξετάσεων σε τραγικό και κυρίως γραφικό βαθμό. Με απλά λόγια "είπαν στον τρελό...". Θα πει κάποιος: Γίνεσαι άδικος. Τι φταίει το υπουργείο; Το υπουργείο ζήτησε να ενημερωθεί για την ύλη που έβγαλαν οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία της επικράτειας και με βάση αυτή την πληροφόρηση κινήθηκε.
Και τότε θα του πω εγώ αυτού του κάποιου που θα μου πει αυτή την κοτσάνα: Τι μας λες βρε κάποιε, ε «κάποιε»! Και ποιος είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση της πορείας της ύλης στα σχολεία; Ο Τσακ Νόρις είναι; Αμ, δεν είναι ο Τσακ, γιατί, αν ήταν αυτός, η ύλη θα είχε βγει στην ώρα της και θα κόντευε να βγει και η επανάληψη και όλα όμορφα κι ωραία. Το υπουργείο έχει την αποκλειστική ευθύνη για τον έλεγχο της παραγωγικότητας του κάθε εκπαιδευτικού και μάλλον δεν ήταν πολύ εντάξει σε αυτήν. Γιατί, βρε «κάποιε», όσο και να είναι, το υπουργείο το έβλεπε το πράμα πού πήγαινε και άρα έβλεπε ότι κάποιοι καθηγητές έσταζαν αίμα από το πολύ το ξύσιμο (Άτιμο πράμα το ξύσιμο, δεν σε αφήνει να κάνεις δουλειά). Και τι έκανε; Μήπως πήρε κάποιον από αυτούς τους ξυσιματίες να του πει δυο λογάκια παστρικά και ξηγημένα; Από ενδιαφέρον, βρε παιδί μου. Έστω να μάθει πόσα λίτρα αίματος έχασε ο τσίφτης και δεν πρόλαβε να βγάλει την ύλη με εφτά ώρες την εβδομάδα διαθέσιμες. ΕΦΤΑ ΩΡΕΣ!!! Ούτε μία ούτε δύο ούτε πέντε. Εφτά ολόκληρες ώρες κάθε εβδομάδα. Δηλαδή, πρέπει να είναι κανείς πιο αργός κι από την καθυστέρηση. Κι όχι μόνο δεν του ξηγήθηκε σωστά του ξυσιματία αλλά, το χειρότερο, ο ξυσιματίας θα είναι και του χρόνου στη θεσούλα του και, βρέξει χιονίσει, ο μισθός θα πέφτει και αλί και τρισαλί στα άτυχα τα παιδάκια που θα πέσουν στα ματωμένα -από το ξύσιμο- χεράκια του και κάθε μέρα πασχαλιά.
Κι αν κάποιος άλλος, όχι ο προηγούμενος "άλλος" βρεθεί να πει ότι είναι αδικία για αυτά τα παιδάκια να έχουν για καθηγητή τον μάστορα του ξυσίματος, και ότι θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα στα παιδιά και τους γονείς τους να επιλέγουν σχολείο ελεύθερα, θα πέσουν να τον φάνε και θα λένε μπαρούφες για το άγχος του εκπαιδευτικού και για την πιθανότητα κάποιοι εκπαιδευτικοί να μείνουν άνεργοι, επειδή κανένα παιδάκι δεν θα είναι τόσο τρελό, ώστε να τους επιλέξει και... το κεφάλαιο... και ο νεοφιλελευθερισμός... και το δίκιο του εργάτη... Εμ χριστιανούληδές μου από το να βγάζουμε ξύλα απελέκητα σωρηδόν, δεν είναι καλύτερο οι ξυσιματίες να βρεθούν σε κάποια θέση που τους ταιριάζει και ευνοεί περισσότερο το ξύσιμο;
Πασχαλιά στο σπίτι τους, βέβαια, έχουν και οι μαθητές εκείνοι που δεν μπορούν τα πολλά. Προσέξτε. Όχι που δεν θέλουν τα πολλά. Τα θέλουν και τα παραθέλουν αλλά τα θέλουν χωρίς προσπάθεια, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Και γιατί να μην έχουν πασχαλιά; Εξωφρενικά λιγότερη ύλη σημαίνει ύλη πιο κοντά στις (όχι και πολλές) δυνατότητές τους, στα όρια και τις αντοχές τους. Βέβαια, αυτή η υπέρμετρη συρρίκνωση της ύλης εγκυμονεί κι έναν ύπουλο κίνδυνο ακόμη και γι αυτά τα παιδάκια. Γιατί, αν και με αυτή τη μειωμένη ύλη, ο μπούλης ή η μπούλα  δεν τα καταφέρει, τη βλέπω την καθλιψάρα να έρχεται, τα βλέπω τα συμπλέγματα στα ύψη...
Οι μόνοι που αδικούνται από την όλη κατάσταση είναι εκείνοι οι μαθητές που φάνηκαν εντάξει στις υποχρεώσεις τους, προσπάθησαν και διαθέτουν και την απαραίτητη ευφυΐα, δηλαδή εκείνοι που είναι ικανοί να καθοδηγήσουν την κοινωνία. Η απόφαση του υπουργείου είναι άδικη γι αυτούς, δίνει την αίσθηση ότι ακυρώνει την προσπάθειά τους (όλοι αυτοί οι μαθητές είναι καλό, όμως, να θυμούνται ότι καμιά προσπάθεια δεν πάει χαμένη) και τους δίνει ένα άθλιο μάθημα που δύσκολα θα το ξεχάσουν και θα τους συνοδεύει σε όλη τη ζωή τους. Και είναι κρίμα και ελπίζω όλο αυτό να μην τους οδηγήσει σε εγκατάλειψη αλλά να τους πεισμώσει και να συνεχίσουν και να καταλάβουν τις καλύτερες θέσεις (γιατί τις αξίζουν) και να μην αφήσουν ούτε μία αξιόλογη θέση στους μέτριους και οκνηρούς.
Και τώρα το υπουργείο θα πρέπει να σκεφτεί την επόμενη μέρα και έχει να σκεφτεί πολλά. Για παράδειγμα τι είδους θέματα θα κληθούν να βγάλουν οι υπεύθυνοι από τόσο περιορισμένη ύλη; Δηλαδή, στα Μαθηματικά θα πάμε σε προβλήματα τεσσάρων πράξεων ή στη λεπτομέρεια της λεπτομέρειας; Αλλά και (άλλο παράδειγμα αυτό), σε ποια ύλη θα εξεταστούν οι απόφοιτοι του χρόνου; Το λογικό θα είναι να μην εξεταστούν σε ύλη που δεν ολοκλήρωσαν στο σχολείο. Ναι αλλά αυτό δεν θα είναι άδικο για τους τελειόφοιτους της επόμενης χρονιάς; 
Κάποιες απλές σκέψεις κάνω εγώ. Και σίγουρα δεν είμαι ο μόνος.
Καλά ξεμπερδέματα...




Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Μισώντας τον «άλλο» στην εποχή του κορωνοϊού

      
Τις τελευταίες πρωτόγνωρες εβδομάδες και έχοντας εξοικονομήσει χρόνο από τις μετακινήσεις μεταξύ σπιτιού και δουλειάς (πλέον οι συγκεκριμένοι χώροι ταυτίζονται), από τις βραδινές εξόδους (πλέον ο οικείος χώρος της βεράντας φιλοξενεί το βραδινό χαλαρωτικό ποτό) και από τις βόλτες του Σαββατοκύριακου (γι αυτές δεν έχει βρεθεί εναλλακτική), είχα την άνεση να περιηγηθώ στα σχόλια που συνοδεύουν την ειδησεογραφία αλλά και τις αναρτήσεις δημοσιογράφων και γενικότερα ατόμων που ακολουθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ήταν σοκαριστικό. Προκαλεί φόβο.
Διαθέτοντας, μέχρι πριν λίγο καιρό, περιορισμένο χρόνο, ελάχιστη σημασία έδινα στο πανηγύρι των σχολιαστών. Και από ό,τι κατάλαβα, πολύ καλά έκανα.
Αυτό που είδα ήταν τρομακτικό! Ένας κόσμος του οποίου την πραγματική έκταση αγνοούσα, εμφανίστηκε μπροστά μου. Ακόμη και στις πιο εφιαλτικές σκέψεις μου ήταν αδύνατο να φανταστώ αυτό που συμβαίνει, μάλλον, καθημερινά. Εκείνο που είχα στο μυαλό μου ως περιθωριακό και σπάνιο αναδείχτηκε ως κυρίαρχη πραγματικότητα, ως κανόνας, δεδομένο,  σύνηθες, αποδεκτό.
Ακόμη και την πιο απλή είδηση, την πιο αγνή σκέψη, την πιο καλοπροαίρετη παρατήρηση που βλέπει το φως της δημοσιότητας τη συνοδεύει ένας απίστευτος οχετός κακοπροαίρετων, γεμάτων μίσος και φθόνο, απαξιωτικών, εξευτελιστικών σχολίων. Βρομιά και δυσωδία. Σχόλια που δεν προσφέρουν το παραμικρό, πέρα ίσως από την ικανοποίηση των κατώτερων ενστίκτων των εμπνευστών τους. Σχόλια που γίνονται απλώς για να γίνουν, να προκαλέσουν, να αμφισβητήσουν το οφθαλμοφανές και δεδομένο με στόχο την επίθεση, τον διαδικτυακό καβγά, το ξεκατίνιασμα υπανθρώπων που άλλον σκοπό στη ζωή τους δεν έχουν πέρα από το να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Κι επειδή αδυνατούν να το καταφέρουν προβάλλοντας οτιδήποτε θετικό -επειδή μάλλον δεν το διαθέτουν- το προσπαθούν με τον τρόπο αυτό, οχυρωμένοι πίσω από την ανωνυμία τους.
Τα βάζουν με όλους και με όλα. Αναρτά κάποιος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια απλή και άδολη «καλημέρα». Τι το ήθελε ο κακομοίρης; «Άσε μας, ρε φίλε, πού την είδες την καλημέρα; Κακή, ψυχρή κι ανάποδη είναι» αρχίζει ο ένας. «Ε βέβαια, άμα κάποιος είναι προνομιούχος, καλή τη βρίσκει τη μέρα. Δεν σκέφτεται την εργατιά που της ρουφάει το αίμα το κεφάλαιο. Δεν έχει ιδέα τι περνάει ο άνθρωπος του μόχθου, ο πρόσφυγας, ο απλός λαός. Κράτα την καλημέρα σου, δεν τρώμε σανό εμείς» παίρνει τη σκυτάλη ο άλλος. Κι αν βρεθεί κάποιος να παρατηρήσει ότι μια απλή καλημέρα, χωρίς υπονοούμενα και δόλο ανάρτησε ο ανθρωπάκος, κούνια που τον κούναγε. Η βρισιά πάει σύννεφο.
Βγαίνει άρθρο που σχολιάζει την έλλειψη διάθεσης των εχόντων και κατεχόντων να συνδράμουν οικονομικά στην αντιμετώπιση της κατάστασης που ενέσκυψε, εξαιτίας της πανδημίας. Ρεσιτάλ μίσους και κακίας από κάτω. Δίπλα ακριβώς αναρτάται άρθρο που γνωστοποιεί τη σημαντική προσφορά κάποιου ιδρύματος. Τα ίδια και χειρότερα από κάτω. Κλέφτες, λωποδύτες, λαμόγια... Δεν τους πιάνεις πουθενά.
Ακόμη και τις καθημερινές ανακοινώσεις για την πορεία του κορωνοϊού, θα μπουν και θα τις σχολιάσουν και θα το κάνουν με απύθμενο μίσος και χωρίς ίχνος σεβασμού και ανθρωπιάς. Αυτοί ξέρουν ότι τα πάντα είναι προϊόν συνωμοσίας. Την αλήθεια την κατέχουν μόνο αυτοί. Και κατέχουν τη μοναδική αλήθεια. Και την κατέχουν όχι μόνο για τον κορωνοϊό αλλά και για όλα τα υπόλοιπα. Για την οικονομική κρίση, για την οικολογική καταστροφή, για τα συμφέροντα που εποφθαλμιούν τον περιούσιο λαό μας, για την επιστήμη που ισχυρίζεται ότι η Γη είναι σφαιρική, για τα εμβόλια, για τα ζώδια, για τον καιρό, για την κατσίκα του γείτονα (που επιθυμούν να τη δουν νεκρή), για τον ίδιο τον γείτονα, για τη Θεία Κοινωνία και τις ιδιότητές της, για το φάρμακο που μπορεί να εξολοθρεύσει τον δάκο της ελιάς, για τα σχέδια των σιωνιστών, των μασόνων, των ιμπεριαλιστών, των αγορών, για τους ψεκασμούς που ανεχόμαστε σαν κουτορνίθια, φυσικά για τις πανελλαδικές (εντάξει, γι αυτές όλοι ξέρουν), για τα πάντα κάτι έχουν να πουν και συνήθως κάτι άθλιο, κενό, αβάσιμο, γραφικό και κακό.
Αναρωτιέμαι τι μπορεί να γεννά όλη αυτή την κακία, την απέχθεια για τον καθένα, τη μοχθηρία για τη ζωή του άλλου. Τι μπορεί να πυροδοτεί τόση σπατάλη χρόνου για το τίποτα και εμμονή στην αθλιότητα; Παρατηρώντας, βέβαια, τον τρόπο έκφρασης όλων αυτών των υπανθρώπων, οδηγούμαι σε ένα απλό συμπέρασμα: όλο αυτό το μίσος για τον άλλον δεν μπορεί παρά να πηγάζει από το μίσος για τη δική τους άθλια, μίζερη, κακομοίρικη, ανιαρή, απαράδεκτη, χωρίς πάθος και στόχο, χωρίς αγάπη και συναίσθημα δική τους ζωούλα. Από το μίσος που αισθάνονται για τη μετριότητά τους και τη διαρκή αμφισβήτηση του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ» που βιώνουν στην καθημερινότητά τους.
Με τα σχόλια που ακολουθούν τις αναρτήσεις έχω πια τελειώσει. Με όσους τα εκφράζουν δεν είχα ποτέ παρτίδες.






Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Δ Ι Ο Ρ Θ Ω Σ Ε Ι Σ

Παίρνοντας την απαραίτητη ημερήσια δόση ενημέρωσης εντόπισα σε άρθρο στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» το εξής:
«Ποτέ μην αφήσεις μία σοβαρή κρίση να χαθεί… Είναι μία ευκαιρία να κάνεις τα πράγματα που θεωρούσες αδύνατα».
Αποδίδεται στον Ραμ Εμάνουελ, συνεργάτη του Μπαράκ Ομπάμα ως επικεφαλής του Λευκού Οίκου και, αν δεν κάνω λάθος, δήμαρχο πλέον του Σικάγου.

Σκέφτομαι ότι η συγκεκριμένη παρότρυνση απηχεί με απόλυτο τρόπο αυτό για το οποίο προσπαθώ (μάταια με την πλειονότητα) να πείσω τους μαθητές μου: Ότι είναι, δηλαδή, η κατάλληλη στιγμή για κάθε είδους διορθώσεις. Ότι έχουν την ευκαιρία να αξιοποιήσουν το διάστημα της υποχρεωτικής απομόνωσης με πολλούς τρόπους. Ξεκούραση, ανανέωση, ενδοσκόπηση, ενημέρωση, ενασχόληση με ό,τι αδυνατούν να ασχοληθούν στην καθημερινότητά τους, καλλιέργεια, ανακάλυψη νέων ενδιαφερόντων, κάλυψη κενών..., η «αξιοποίηση» μπορεί να πάρει πολλές μορφές αλλά έναν και μόνο προσανατολισμό: να μας κάνει καλύτερους.

Στην μ.Κ.* εποχή πολλά θα έχουν αλλάξει. Εμείς -τουλάχιστον αρκετοί από εμάς- θα έχουμε αλλάξει. Ορισμένοι θα βγούμε καλύτεροι, πιο δυνατοί, πιο ήρεμοι, πιο ευαίσθητοι, πιο συνειδητοποιημένοι, πιο αισιόδοξοι, πιο ρεαλιστές, πιο υπεύθυνοι, πιο ελεύθεροι, πιο κοινωνικοί, πιο ώριμοι, πιο οργανωμένοι, πιο ανεκτικοί.
Κάποιοι άλλοι, δυστυχώς, πιο ευάλωτοι, πιο φοβισμένοι, πιο κακεντρεχείς, πιο καταπιεσμένοι, πιο πεσιμιστές, πιο αποξενωμένοι, πιο οργισμένοι, πιο απελπισμένοι, πιο εγωιστές, πιο παθητικοί, πιο εχθρικοί προς όλους και προς όλα.

Η καθημερινή επαφή με πολλά παιδιά μού δείχνει ότι σε μια περίοδο που για τους περισσότερους φαντάζει και τελικά θα είναι «χαμένος χρόνος», για κάποιους φαντάζει και τελικά θα είναι μια ανεπανάληπτη ευκαιρία να επενδύσουν στην αυτοβελτίωσή τους.
Η πορεία του καθενός εξαρτάται από τις προσωπικές επιλογές του.
Το τέλος της απομόνωσης, μάλλον, θα είναι η στιγμή που ο καθένας απλώς θα μετρήσει τις ευκαιρίες που έχασε κι εκείνες που αξιοποίησε.
Σίγουρα δεν θα είναι η στιγμή για διορθώσεις.
Για αυτές θα είναι αργά...

*η εποχή μετά τον κορωνοϊό