Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

De profundis...

Λίγες ώρες πριν την έναρξη των Πανελλαδικών.
Έχοντας μόλις τελειώσει τη συνεργασία με τους μαθητές, έχοντας λύσει τις τελευταίες απορίες της χρονιάς κι έχοντας ολοκληρώσει τους αποχαιρετισμούς, έχω την αίσθηση ότι για πρώτη φορά, από τη στιγμή που επιβλήθηκαν τα περιοριστικά μέτρα, μπορώ να καθίσω και να σκεφτώ: μα, τι στο καλό συνέβη;
Ήταν, με σιγουριά, η πιο περίεργη χρονιά. 
Δαιμονισμένα πρωτόγνωρη και εξαντλητική.
Εκπαιδευτικοί και μαθητές κληθήκαμε να εγκαταλείψουμε τις βεβαιότητές μας, να αφήσουμε πίσω το πρόγραμμά μας, να ξεχάσουμε την καθημερινότητά μας. Έπρεπε να απομακρυνθούμε από τον χώρο της δουλειάς μας άμεσα, σχεδόν βίαια. Από τους συναδέλφους, από φιλικά και συγγενικά πρόσωπα, από τα μέρη συνάντησης, χαλάρωσης και αποφόρτισης.
Κι όλα αυτά από τη μια στιγμή στην άλλη. Απροειδοποίητα.
Τόσο εμείς όσο και τα παιδιά κληθήκαμε να προσαρμοστούμε σε μια νέα κανονικότητα, για την οποία δεν υπήρχε προηγούμενο.
Κληθήκαμε να ανακαλύψουμε εκ νέου τα όριά μας και να επαναπροσδιορίσουμε σχεδόν τα πάντα. Να οργανώσουμε τη δουλειά μας, τη συμπεριφορά μας, τη σχέση δασκάλου-μαθητή. Κι όλα αυτά άμεσα, χωρίς χρονοτριβή. Οι πανελλαδικές πλησίαζαν επικίνδυνα. Δεν υπήρξε χρόνος για σκέψη. Έπρεπε να γίνει. Κι έγινε.
Η φόρτιση απερίγραπτη. Ο κόπος υπερβολικός. Η ένταση συνεχής.
Και, που να πάρει, δεν είχαμε την πολυτέλεια της συζήτησης που θα μας χαλάρωνε. Δεν είχαμε την άνεση της δοκιμής που θα μας γέμιζε αυτοπεποίθηση.
Είχε σίγουρα τα αρνητικά του (αυτό το γράφω μάλλον επειδή πρέπει κι όχι επειδή τα έχω εντοπίσει). Είχε και τα θετικά του (αυτό το γράφω επειδή το νιώθω βαθιά μέσα μου).
Ο καθένας μας κατάλαβε ποιος είναι. Συνειδητοποίησε ποιος ακριβώς είναι. 
Δεν δικαιούμαστε πλέον να λέμε "πόσο θα ήθελα να ασχοληθώ με το τάδε, αλλά δεν έχω ποτέ τον χρόνο". 
Είχαμε χρόνο. Κι ο καθένας πια γνωρίζει καλά. Γνωρίζει αν του αρέσει να είναι δημιουργικός, να διαβάζει βιβλία, να ενημερώνεται, να μελετά, να ακούει μουσική, να παρακολουθεί ταινίες ή αν απλώς του αρέσει να χάνεται στο τίποτε.
Αρκετοί εξελίχθηκαν, έμαθαν να χρησιμοποιούν νέα μέσα, ψηφιακά, αναζήτησαν εργαλεία, προγράμματα και τεχνικές, προσαρμόστηκαν και συνέχισαν δυναμικά. 
Άλλοι πάλι χάθηκαν στην άρνηση και στο "τι κακό μας βρήκε!" μένοντας αδρανείς απέναντι στο καινούριο πλαίσιο.
Κάποιοι συνέχισαν να αποτελούν στήριγμα για τους μαθητές και άλλοι εξαφανίστηκαν αφήνοντάς τους μετέωρους σε μια κρίσιμη καμπή.
Αλλά και οι μαθητές... Κάποιοι έδειξαν πρωτόγνωρη ωριμότητα και προσαρμοστικότητα. Συνέχισαν την πορεία προς τον στόχο τους, σαν να μη συνέβη το παραμικρό. Εξωτερίκευσαν δύναμη που όμοιά της δεν συναντάς σε ηλικιακά ώριμους ανθρώπους. Άλλοι τα έχασαν και χάθηκαν με τη δικαιολογία της απρόβλεπτης αλλαγής. Δεν λέω, ωραία δικαιολογία αλλά δεν οδηγεί πουθενά. Πάντως εκείνο που δεν τους έλειψε το συγκεκριμένο διάστημα ήταν ο χρόνος. Υπήρξε για τους φετινούς υποψηφίους ο απόλυτα θετικός συνδυασμός: Λιγότερη ύλη - περισσότερος χρόνος. Και, πόσο κρίμα, κάποιοι έχασαν μια μεγάλη ευκαιρία.
Ο πιο περίεργος κύκλος κλείνει σε λίγες ώρες. 
Υπήρξε ο κύκλος της απόλυτης ανατροπής. Ο κύκλος του καινούριου. Τόσο γεμάτος με εμπειρίες. Τόσο πλήρης από νέα ερεθίσματα.
Το απόλυτο κίνητρο για μεταβολή, η ολοκληρωτική έμπνευση για ανανέωση. Είναι από τα διαστήματα εκείνα που δεν ξεχνιούνται εύκολα. Εμπειρία ζωής. Θα έχουμε να το λέμε στα... εγγόνια μας.
Είναι η ώρα να αποσυρθώ. Να ξαναγεμίσω την ψυχή και τη σκέψη μου. Νιώθω τελείως αδειανός. 
Κι αύριο με περιμένει μια ακόμη γεμάτη μέρα. Πρωτόγνωρη κι αυτή.
"Εκ βαθέων", λοιπόν θέλω απλώς να ευχαριστήσω όλους τους μαθητές -και ιδιαίτερα τα παιδιά που αύριο ρίχνονται στις πανελλαδικές- που με συνόδευσαν σε αυτή τη μη αναμενόμενη κατάσταση. Θα τους θυμάμαι για πάντα. Θα θυμάμαι ακόμη και σε ποιο σημείο της οθόνης εμφανιζόταν το εικονίδιό τους.
Καλή τύχη στη ζωή σας παιδιά και να βάλετε καλά στο μυαλό σας μια σκέψη: αφού τα καταφέρατε στην κατάσταση αυτή, αφού ανταποκριθήκατε στις αναπάντεχες δυσκολίες της, μη φοβάστε τίποτε!










ΟΙ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ

Κάθε χρόνο τέτοια περίοδο οι Πανελλαδικές γίνονται αφορμή και... έμπνευση για ποταμούς δακρύβρεχτων και εμψυχωτικών προς τους υποψηφίους αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο καθένας, κυριολεκτικά ο καθένας, μετατρέπεται σε ποιητή, σε μέγα εμψυχωτή, σε... τρελογλυκουλίνι, σε γούτσου γούτσου.
Το αποτέλεσμα είναι συνήθως το αντίθετο του αναμενόμενου. Οι υποψήφιοι νιώθουν σαν να βρίσκονται λίγα βήματα πριν το ικρίωμα (Google  λέγεται). Κρύος ή και καυτός ιδρώτας, τρέμουλο, αποχρωματισμός (το εκρού του νεκρού φοριέται πολύ), τάση για εμετό, αγωνία, διάθεση εγκατάλειψης, δεν είναι σπάνια συμπτώματα.
Η δραματοποίηση μιας κατάστασης δεν είναι ποτέ θετική και εμπνευσμένη ενέργεια.
Η αλήθεια είναι άλλη και δεν θα αποτελούσε κακή ιδέα να την εκμυστηρευτούμε στους υποψηφίους λέγοντάς τους ότι οι συγκεκριμένες εξετάσεις είναι η πιο εύκολη από τις δύσκολίες που ακολουθούν και θα κληθούν να αντιμετωπίσουν. Τα πιο δύσκολα έρχονται μετά και τα πιο δύσκολα λέγονται "ζωή". Κι αυτή (η ζωή) δεν διαρκεί λίγες μόνο ώρες ή μέρες. Κρατάει μια ολόκληρη... ζωή. Νικητής θα είναι εκείνος που, τελικά, θα τα καταφέρει στη ζωή του κι όχι εκείνος που θα κατακτήσει μια πρόσκαιρη "επιτυχία". Ελάχιστοι έως κανένας θα θυμούνται πόσα μόρια μαζέψατε στις Πανελλαδικές. Ίσως ούτε κι εσείς οι ίδιοι. Πολλοί, όμως, θα είναι εκείνοι που θα σας θαυμάζουν για όσα θα μπορέσετε να καταφέρετε μετά από αυτές ως επιστήμονες, επαγγελματίες, γονείς, πολίτες...
Προσωπικά ούτε εκτίμησα ούτε υποτίμησα περισσότερο κάποιον από τους μαθητές μου με κριτήριο τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Κάποιοι κέρδισαν την εκτίμησή μου κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μας. Κάποιοι δεν το κατάφεραν ούτε πρόκειται να το κάνουν, ακόμη κι αν μαζέψουν ασύλληπτα μόρια.
Δώστε, λοιπόν, τις Πανελλαδικές για να τελειώνετε με τα απλά. Σας περιμένει η ζωή κι αυτή είναι πολύπλοκη. Και μάλλον γι αυτό υπέροχη κι ωραία. Σχεδόν απολαυστική!

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Είναι η έλλειψη λογικής, ανόητε.

97!
Τόσα είναι τα κρούσματα του κορωνοϊού που αναφέρθηκαν στη χώρα μας τα τελευταία εικοσιτετράωρα.
Εντάξει, αλλά μη μασάτε. Μην είστε από αυτούς που τρώνε σανό και κουτόχορτο. Δεν θέλω να το βάζετε κάτω υποκύπτοντας στις βουλές των δυναστών μας. Για συνωμοσία πρόκειται. Μάλλον, για μια ακόμη από τις ανεξάντλητες μεθόδους που σκαρφίζονται εκείνοι που σας θέλουν υποχείριά τους. Ναι, αλλά εσείς τους ξέρετε πια. Γνωρίζετε με φρικιαστικές λεπτομέρειες τα υποχθόνια σχέδιά τους. Θέλουν να σας επιβάλλουν τον φόβο, να σας τρομοκρατούν, να σας οδηγούν σε απελπισία, ώστε να σας ελέγχουν και να σας μετατρέπουν σε μαριονέτες, να σας υποτάσσουν, να επηρεάζουν την κάθε σκέψη και κίνησή σας. Αλλά εσείς είστε τόσο καπάτσοι που δεν περιορίζεστε. Είστε ελεύθερα πνεύματα εσείς. Αδέσμευτοι άνθρωποι. Συνεχίστε, λοιπόν, με θάρρος. Συνεχίστε να συνωστίζεστε, να μην παίρνετε μέτρα προφύλαξης, να μη χρησιμοποιείτε μάσκες. Μείνετε μακριά από τα αντισηπτικά που ξεραίνουν τα χέρια. Συνεχίστε να μαζεύεστε εκεί που μαζεύονται οι πολλοί. Αυτοί σας δίνουν ζωή και λόγο ύπαρξης.
Εσείς ξέρετε ότι πίσω από όλα αυτά κρύβονται οι Μασόνοι, οι Σιωνιστές, ο Σόρος, ο Γκέιτς, ο Πινόκιο, η Χιονάτη, ο Χιονάνθρωπος των Ιμαλαΐων, το τέρας του Λοχ Νες, οι Ναΐτες, η Μέρκελ και ο Σόιμπλε, το Δ.Ν.Τ., η Παγκόσμια Τράπεζα, η ΕΥΔΑΠ, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Κοντορεβυθούλης, το ψεκαστήρι του γείτονα...
Άλλωστε, είναι μόνο 97. Ούτε 100 δηλαδή.
Συνεχίστε απτόητοι.
Είστε τόσο ηλίθιοι. Αντιλαμβάνεστε κάτι, όταν αυτό χτυπάει την πόρτα σας. Και τότε είναι πολύ αργά. Είστε τόσο βλαμμένοι που αδυνατείτε να σκεφτείτε για ποιον λόγο να θέλει κανείς να σας ελέγξει περισσότερο από όσο το κάνει σήμερα. Είστε τόσο ακίνδυνοι για το σύστημα! Σας απομάκρυναν από την παιδεία, σας οδήγησαν σε διαζύγιο από την πολιτική, σας επέβαλαν άγνοια της πραγματικότητας, σας έπεισαν ότι τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει, σας παρότρυναν να καταναλώνετε ασύστολα υλικά και διασκεδάσεις, σας έδωσαν δάνεια, σας διευκόλυναν στην πορεία σας προς την απόλυτη και χωρίς επιστροφή υποδούλωσή σας. Σας είπαν ότι υπάρχει ο Μεσσίας που θα σκίσει τα μνημόνια. Κι εσείς δεν αντισταθήκατε. Τους πιστέψατε. Υπογράφατε αδιαμαρτύρητα τα γραμμάτια που έφερναν μπροστά σας.
Πριν λίγο καιρό θέλατε τη ζωή σας πίσω. Σας την έδωσαν. Ε και; Τι την κάνετε τώρα που την έχετε; Την αξιοποιείτε έστω και λίγο; Σκατά. Τη σπαταλάτε απροκάλυπτα. Βάζετε σε κίνδυνο τους άλλους. Αλλά είπαμε. Πρέπει να σας χτυπήσουν την πόρτα. Και δεν θα σας τη χτυπήσουν πολλές φορές. Θα το κάνουν μία.
Σας απεχθάνομαι. Και ξέρω πολλούς άλλους που σας σιχαίνονται. Σιχαίνονται τους οπαδούς των ανόητων θεωριών. Σιχαίνονται τους αγράμματους που έχουν γνώμη (για όλα) και που την εξωτερικεύουν νομίζοντας ότι έτσι κερδίζουν πόντους ευφυΐας. Σιχαίνονται τις επιχειρήσεις που δεν παίρνουν τα αναγκαία μέτρα, εκείνους που εργάζονται στην εστίαση χωρίς προφυλάξεις που θα έδειχναν σεβασμό στους πελάτες τους, όσους ρωτούν με το εξυπνακίστικο ύφος του απόλυτου βλάκα αν «είσαι από αυτούς που φοβούνται;», όταν σε βλέπουν με αντισηπτικό, με μάσκα ή όταν προσπαθείς να κρατήσεις λογικές αποστάσεις.
Ε ναι βρε ηλίθιε, φοβάμαι, ανησυχώ, τρομοκρατούμαι, επειδή δίπλα μου υπάρχεις εσύ και η απύθμενη βλακεία σου, επειδή αναγκάζομαι να μοιράζομαι τον χώρο μου και το υπερπολύτιμο οξυγόνο μου με εσένα που είσαι κρετίνος, επειδή αδυνατώ και να σκεφτώ ποια θα είναι η επόμενη βλακώδης κίνηση που θα κάνεις και από την οποία θα κινδυνεύσω.
Αλλά εσείς συνεχίστε. Όλα είναι μια απάτη, κατασκευάσματα νοσηρών μυαλών. Αλλά εσείς έχετε τα απαραίτητα στηρίγματα. Οι θεωρίες συνωμοσίας είναι μια απάντηση. Η μόνη που αντιλαμβάνεστε, γιατί της λείπει κάθε λογική. Όπως και από εσάς άλλωστε.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Παιδιά είναι;

Δεν ήταν να αρθούν τα περιοριστικά μέτρα και η υποχρέωση αποστολής μηνύματος στο 13033, ξεχύθηκαν στους δρόμους, τις πλατείες και τα πάρκα. Ο ένας κολλητά στον άλλον. Σε ορισμένες, δε, περιπτώσεις ο ένας πάνω στον άλλον.
Κι εκεί φάνηκε ξεκάθαρα ότι εκείνο που έλειψε από τους πολλούς δεν ήταν η έξοδος από το σπίτι. Αυτή μπορούσαν να την έχουν και κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής απομόνωσης. Όχι, εκείνο που τους έλειψε, τελικά, ήταν ο συνωστισμός. Το να είναι τόσο δίπλα στον άλλον, ώστε να μυρίζουν τις μασχάλες του, να είναι αδύνατη η αποφυγή των μικρών εκείνων σταγονιδίων σιέλου που εκτοξεύονται με την ομιλία, πολύ δε περισσότερο με τις άναρθρες κραυγές, οι οποίες από ορισμένους λογίζονται ως επικοινωνία.
Και κάποιοι να προσπαθούν να δικαιολογήσουν αυτή την επιλογή με το αφάνταστης ανοησίας επιχείρημα: «Ε, παιδιά είναι». Μα τι ρατσισμός; Λες και όλα τα παιδιά είναι ίδια, πρέπει να είναι ίδια. Μια μάζα υπάρξεων ανόητων, ανασφαλών, μέτριων προσδοκιών, η οποία δικαιολογείται να εκδηλώνει όποια συμπεριφορά της κατεβαίνει στο -μάλλον- αδειανό κεφάλι.

«Παιδιά είναι», ακούγεται συχνά στην προσπάθεια να δικαιολογηθεί κάθε βλακώδης συμπεριφορά των... παιδιών. Τα «παιδιά» αυτά, βέβαια, δεν είναι και τόσο παιδιά. Γιατί παιδί είναι κάποιος μέχρι τα δέκα, άντε βαριά τα δώδεκα χρόνια του. Μετά είναι έφηβος. Και η κοινωνία περιμένει από αυτόν ανάλογη συμπεριφορά. Αυτό κρατάει μέχρι τα δεκαοχτώ του. Μετά μετατρέπεται σε ενήλικο. Και η κοινωνία περιμένει από αυτόν μια άλλη ανάλογη συμπεριφορά.
Κι αν κάποιος στην εφηβεία του ή την ενήλικη ζωή του συνεχίζει να εκδηλώνει παιδιάστικες συμπεριφορές, αυτό δεν τον καθιστά παιδί. Τον καθιστά κάτι άλλο που η ανατροφή μου δεν μου επιτρέπει να το πω.
Οπότε, το «παιδιά είναι», όταν αναφέρεται και προσπαθεί να δικαιολογήσει συμπεριφορές ατόμων που δεν είναι πλέον παιδιά, σημαίνει δύο πράγματα: 
Το πρώτο λέγεται λαϊκισμός και χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς, οι οποίοι προσπαθούν να καλοπιάσουν τους βλαμμένους νέους αιτιολογώντας τις βλαμμένες συμπεριφορές τους, μπας και κερδίσουν κανένα ψηφαλάκι. Ως γνωστόν η ψήφος του βλαμμένου είναι ισοδύναμη με την ψήφο του ευφυούς. 
Με την ίδια λογική χρησιμοποιείται και από εκπαιδευτικούς. Αυτοί, βέβαια, δεν αποσκοπούν στις ψήφους των βλαμμένων -εκτός κι αν σκοπεύουν να πολιτευτούν κάποια στιγμή- αλλά στην εύνοιά τους που μπορεί να μεταφράζεται ποικιλοτρόπως (ησυχία στη σχολική αίθουσα, εγγραφή στο φροντιστήριο, ιδιαιτεράκι).
Το δεύτερο λέγεται ανασφάλεια και συνήθως αποτελεί έκφραση των γονιών του κάθε βλαμμένου, οι οποίοι έτσι προσπαθούν να συγκαλύψουν την ανεπάρκεια και την ανικανότητά τους να προσφέρουν έστω τα βασικά εφόδια στο βλαμμένο τους, ώστε να πάψει κάποια στιγμή να είναι και να συμπεριφέρεται ως τέτοιο. Με το «έεελα μωρέ, παιδιά είναι» επιρρίπτουν την ευθύνη για την ανωριμότητα, την ανοησία, τη μετριότητα των παιδιών τους στη «Φύση» και όχι στις δικές τους παραλείψεις.

Σε κάθε περίπτωση η φράση διατυπώνεται για να εξυπηρετήσει κάποιους και με βεβαιότητα όχι τα... παιδιά. Κι αυτό δεν είναι συμπέρασμα της στιγμής. Είναι απόρροια της καθημερινής επαφής, επί τριάντα χρόνια, με πολλά παιδιά και εφήβους. Κι αυτή η καθημερινή επαφή δημιουργεί τη σιγουριά ότι όλα τα παιδιά και έφηβοι δεν είναι ίδιοι. Θα ήταν δραματικό. Διαφέρουν και μάλιστα πολύ. Υπάρχουν παιδιά βλαμμένα αλλά και παιδιά ώριμα. Υπάρχουν τα ό,τι νάναι αλλά και τα πειθαρχημένα. Υπάρχουν εκείνα που απλώς «θέλουν» κι εκείνα που προσπαθούν. Εκείνα που αισθάνονται αφόρητη κούραση, γιατί δυσκολεύονται να πάρουν μέρος ακόμη και σε μια κουβέντα για τις εναλλαγές του καιρού κι εκείνα που χαίρονται μια συζήτηση που αρχίζει από κάπου και οδηγεί σε μια εξέλιξη. Και η συζήτηση για τον καιρό δεν οδηγεί πουθενά. Όση κουβέντα και να γίνει γι αυτόν, μένει ανεπηρέαστος. Αν είναι να βρέξει, θα βρέξει όσο κι αν τραβήξει η συζήτηση.
Υπάρχουν, λοιπόν, εκείνα τα παιδιά που αποφεύγουν τον συνωστισμό, γιατί δεν επιτρέπει τη συζήτηση, την επικοινωνία, τη χαλάρωση που πρέπει να προσφέρει η έξοδος. Υπάρχουν, όμως, κι εκείνα που τον επιδιώκουν, γιατί τους δίνει υλικό για κουβέντα. Και η κουβέντα είναι το κουτσομπολιό, ο σχολιασμός -συνήθως- κακεντρεχής των άλλων.
Οπότε ναι, «παιδιά είναι» αλλά τι σόι παιδιά, βλαμμένα ή από τα άλλα, τα αξιόλογα; Μην τα βάζουμε όλα στο ίδιο τσουβάλι. Είναι κρίμα κι άδικο. Και μην ακούσω το τραγικό «Εεε, πόσα παιδιά είναι έτσι; Τα περισσότερα είναι ό,τι νάναι», γιατί την έχω την απάντηση: τα λίγα πετυχαίνουν, τα περισσότερα συμβιβάζονται.



Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Αδιόρθωτοι

Με την έναρξη της αναγκαστικής απομόνωσης έγραφα ότι η συγκεκριμένη θα μπορούσε να αποτελέσει μια περίοδο-ευκαιρία για διορθώσεις. Κρατούσα, βέβαια, μικρό καλάθι. Ποτέ άλλωστε δεν αποτέλεσα οπαδό των θαυμάτων.
Η καραντίνα ήρθε κι έφυγε -κάτι που δεν συνέβη και με τον κορωνοϊό, ο οποίος φαίνεται ότι μας λάτρεψε- χωρίς, δυστυχώς, να βελτιώσει και πολλά. Το πολυπόθητο «άνοιγμα» έδειξε ότι η πλειονότητα απλώς εγκλωβίστηκε αναγκαστικά για κάποιες εβδομάδες σπαταλώντας τον χρόνο που, κυριολεκτικά, της χαρίστηκε χωρίς διάθεση και, μάλλον δυνατότητα για οποιαδήποτε βελτίωση. Φανέρωσε τη γύμνια των περισσοτέρων απέναντι στην πρόκληση για κάτι θετικό.
Η άρση των μέτρων βρήκε τους πολλούς ίδιους και χειρότερους. Αδιάψευστος μάρτυρας οι ουρές έξω από τα καταστήματα ένδυσης και υπόδησης, ο συνωστισμός στους κεντρικούς πεζοδρόμους, η κοσμοπλημμύρα στις πλατείες και τα νεανικά στέκια, τα επεισόδια με τους αστυνομικούς, η μη χρήση μάσκας σε κλειστούς χώρους, η αδιαφορία για τις αποστάσεις...
Ευτυχώς έχω πάψει να απογοητεϋομαι. Ήταν ένα από τα κέρδη που αποκόμισα κατά την περίοδο της αιτιολογημένης απομόνωσης. Διάβασα και συνειδητοποίησα ότι η απογοήτευση που νιώθουμε δεν προέρχεται από τις συμπεριφορές των άλλων αλλά από τη διάψευση του τι περιμένουμε από αυτούς. 
Κι έτσι είναι! 
Είναι, τελικά, λάθος να περιμένεις ότι ένας άνθρωπος χωρίς βάσεις παιδείας, θα την επιδιώξει ξαφνικά. Είναι πιο πιθανό να οδηγηθεί σε κατάθλιψη, εξαιτίας της ανίας που του προκαλεί ο χρόνος που του δόθηκε, παρά να αναζητήσει τρόπους αξιοποίησης αυτού του χρόνου με δημιουργικό τρόπο.
Όταν υπάρχουν σπίτια που δεν διαθέτουν έστω μια υποτυπώδη βιβλιοθήκη, είναι, τελικά, αδύνατον να περιμένουμε από το παιδί ή τον έφηβο, που κλήθηκε να περάσει κάποιες εβδομάδες σε τέτοιο σπίτι, να αρχίσει το διάβασμα. Του λείπει η εικόνα του ανθρώπου που διαβάζει και βέβαια του λείπει το αντικείμενο. Γιατί χωρίς βιβλία στο σπίτι τι θα διάβαζε; Τις οδηγίες χρήσης του αντισηπτικού ή εκείνες των ηλεκτρικών συσκευών του νοικοκυριού θα διάβαζε; Θα ήταν εξαιρετικά βαρετό και αποτρεπτικό από κάθε μελλοντική πιθανότητα ανάγνωσης.
Είναι, τελικά, εξαιρετικά ανόητο να πιστεύεις ότι εκείνος που συνδέει την ύπαρξή του με τη βοή (μιας μόνιμα ανοιχτής τηλεόρασης ή ανθρώπων που κινούνται γύρω του), θα αξιοποιήσει ξαφνικά τη γαλήνια ησυχία που μας δώρισε ο περιορισμός των μετακινήσεων. Η ησυχία γι αυτόν ισοδυναμεί με θάνατο, γι αυτό και μόλις του δόθηκε η ευκαιρία αναζήτησε τις πολύβουες πλατείες.
Είναι, τελικά, βλακώδες να ελπίζεις ότι ο μαθητής που δεν είχε στόχους, πρόγραμμα και διάθεση για μελέτη π.Κ. θα αποκτούσε έστω κάτι από αυτά μ.Κ. επειδή βρέθηκε απομονωμένος διαθέτοντας άπειρες κενές ώρες.
Κινείται, τελικά, στον χώρο της φαντασίας η πίστη ότι εκείνος που δεν σεβάστηκε ποτέ τον άλλον, θα τον σεβαστεί τώρα, ότι εκείνος που αποκτούσε υπόσταση καταναλώνοντας, τώρα θα επένδυε σε κάτι διαφορετικό.
Ένα από τα πιο γελοία και κενά περιεχομένου συνθήματα των δυστυχισμένων συνανθρώπων μας, κατά τη διάρκεια των μέτρων αναστολής των δραστηριοτήτων μας, υπήρξε και το «θέλουμε τη ζωή μας πίσω» εννοώντας αφήστε μας να περνάμε τις ώρες μας αγοράζοντας ό,τι άχρηστο μας επιβάλλει η διαφήμιση. Αφήστε μας να κάνουμε άσκοπα σουλάτσο για ατελείωτες ώρες. Αφήστε μας να μην κάνουμε τίποτε αλλά από δική μας επιλογή. Αφήστε μας απλώς να σβήνουμε λεπτά, ώρες, μέρες μέχρι και τον φυσικό θάνατο (γιατί ο πνευματικός ήδη έχει επέλθει).
Όπως και να έχει, είναι αργά πια για διορθώσεις. Μια εξαιρετική ευκαιρία κατασπαταλήθηκε.