Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

Φταίει ο "κακός ο φλάρος"

Για να ανοίξει κανείς -όχι νύχτα και με λοστό- κρεοπωλείο, ιατρείο, μανάβικο, μπαρ, βουλκανιζατέρ, εστιατόριο και ό,τι άλλο, πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο ιδιοκτήτης, οι εργαζόμενοι ακόμη και ο χώρος είναι αναγκαίο να προσαρμόζονται σε όσα επιβάλλονται από νόμους και ρυθμίσεις της πολιτείας, ώστε να διασφαλίζονται συνθήκες ομαλής λειτουργίας και να προστατεύονται τα συμφέροντα του συνόλου. Κι ενώ η απόκτηση της ιδιότητας του περιπτερά, του μανάβη ίσως και του εμπόρου λευκής σαρκός απαιτεί ένα σωρό πιστοποιητικά, υπογραφές, αποφάσεις, εξετάσεις, κρίσεις από ειδικούς και μη, η απόκτηση της ιδιότητας του γονιού παραμένει ανεξέλεγκτη!
Κι όσο αυτή παραμένει ανεξέλεγκτη, αδιέξοδες συζητήσεις, κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, ψυχολογικές αναλύσεις μεταξύ άσχετων και πανάσχετων θα βρίσκουν χώρο έκφρασης σε τηλεοπτικά παράθυρα και φυλλάδες κάθε που τραγικά γεγονότα, όπως αυτό της Βέροιας, θα βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Ποιος φταίει, λοιπόν, για την επιθετικότητα, την παραβατικότητα και άρα την αρνητική κοινωνικοποίηση των ανηλίκων; Έλα ντε! Μήπως φταίει η τηλεόραση, το σχολείο, η πολιτεία (αυτή πάντα φταίει), οι ρυθμοί της κοινωνίας ή η οικογένεια; Προσέξτε! Η τηλεόραση και όχι οι δημοσιογράφοι, το σχολείο και όχι οι εκπαιδευτικοί, η πολιτεία και όχι οι πολιτικοί ή οι πολίτες! Πάντα κάτι απρόσωπο, γενικό και αόριστο. Σχεδόν ποτέ αναφορές σε πρόσωπα και τις ιδιότητές τους.
Είναι όμως τόσο αόριστα τα πράγματα ή αυτό βολεύει στα πλαίσια μιας λαϊκιστικής προσέγγισης στα όρια της οποίας επιρρίπτονται ευθύνες αλλά με τρόπο που δε θα κακοκαρδίζει τελικά κανέναν; Ναι μεν να εκφράζουμε την άποψή μας αλλά όχι και να ενοχλήσουμε τους τηλεθεατές - πελάτες ή τους ψηφοφόρους - πελάτες. Οπότε και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Αμ δεν είναι έτσι, γιατί αυτό δεν οδηγεί πουθενά! Ούτε στην αυτοκριτική συμβάλλει ούτε στη λήψη συγκεκριμένων ίσως και οδυνηρών μέτρων ούτε στη βελτίωση ατόμων και κοινωνίας και άρα ούτε στον περιορισμό της αντικοινωνικής συμπεριφοράς αρκετών παιδιών. Beautiful!
Και τι πρόκειται να γίνει μ’ αυτόν τον τρόπο; Μα ένα μεγαλειώδες τίποτα! Δηλαδή, θέλει τρελή σκέψη για να κατανοήσει κανείς την ευθύνη των γονιών για την όλη κατάσταση; Όταν η μαμά στήνει το παιδάκι της μπροστά στην τηλεόραση από τη στιγμή που αυτό γεννιέται, φταίει η τηλεόραση που εκείνη τη στιγμή δείχνει τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ενός φόνου; Όταν η διαπαιδαγώγηση αρχίζει και τελειώνει με την ερώτηση «δείξε μπούλη πόσο αγαπάς τη μαμά ή τον μπαμπά ή το θείο ή το μανάβη της γειτονιάς» φταίει η κοινωνία; Δηλαδή, με τη συγκεκριμένη ερώτηση καλλιεργείται η συναισθηματική νοημοσύνη του μπούλη ή της μπούλας και με τον τρόπο αυτό μαθαίνει να αγαπάει και να σέβεται τους συνανθρώπους του/της; Σιγά και μη μάθει κάτι τέτοιο, γιατί, αν την ίδια στιγμή πρότρεπε κάποιος από τους ανυπέρβλητης ευφυΐας συγγενείς ή φίλους τον μπούλη «δείξε μπούλη πόσο αγαπάς τη μολόχα της βεράντας», τι θα έκανε ο μπούλης; Μα τι άλλο; Θα έδειχνε με τα χεράκια του «τόοοσο», με το συμπάθιο. Και αυτό τι θα σήμαινε; Μήπως ότι ο μπούλης θα γίνει χορτοφάγος όταν μεγαλώσει;
Θα μου πείτε τώρα τι μπορεί να κάνει ο καημένος ο ανθρωπάκος που του έλαχε να γίνει γονιός αλλά κανείς δεν του εξήγησε και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Γιατί ωραία και καλά είναι να πείθει η κοινωνία τον κάθε ηλίθιο, αυταρχικό ή ατάλαντο ότι προορισμός του ανθρώπου είναι να αποκτάει παιδιά αλλά μήπως είναι καιρός να του δείχνει και τι σημαίνει αυτό; Τη στιγμή που επιδιώξαμε να ξεφύγουμε από άλλες ζωώδεις καταστάσεις δημιουργώντας νόμους και πολιτισμό, για ποιο λόγο κινούμαστε σε τελείως ζωώδεις συνθήκες ως προς την ιδιότητα του γονιού αφήνοντάς την ανεξέλεγκτη στη βούληση της κάθε «Barbie» ή του κάθε «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω» χωρίς έστω απλές προδιαγραφές; Σε προηγούμενες εποχές ίσως ο γονιός να μην είχε πολλές ευθύνες. Το κορίτσι έπρεπε να μάθει να σφουγγαρίζει, να σκουπίζει, να μαγειρεύει άντε και να κεντάει τσεβρέδες και τελείωνε η διαπαιδαγώγηση. Το αγόρι θα μάθαινε την τέχνη του πατέρα παρακολουθώντας τον σε ώρα δράσης και αυτό ήταν.
Σήμερα όμως, που τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, πόσοι είναι εκείνοι που διαθέτουν τη γνώση και την αίσθηση της ευθύνης που απορρέει από την ιδιότητα του γονιού; Μάλλον ελάχιστοι! Υπάρχουν δυο λύσεις. Ή απαγορεύουμε σε κάποιους -μάλλον αρκετούς- να γίνονται γονείς ή υποχρεώνουμε όσους επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά να παρακολουθούν ειδικά προγράμματα επιμόρφωσης, ώστε να κατανοούν τρόπους συμπεριφοράς και διαπαιδαγώγησης ενός παιδιού. Την πρώτη λύση τη βρίσκω λίγο -όχι πολύ- τραβηγμένη, γιατί θα οδηγούσε βραχυπρόθεσμα στην εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους. Η δεύτερη, όμως, είναι αναγκαία στην περίπτωση που επιθυμούμε πράγματι μια κοινωνία πιο υγιή και κυρίως παιδιά πιο ευτυχισμένα και προσαρμοστικά.
Δείχνουν ακραία όλα αυτά; Δηλαδή, είναι λογικό να διαθέτει πιστοποίηση ικανότητας ο περιπτεράς, ο κρεοπώλης ο δάσκαλος, ο σερβιτόρος αλλά παράλογο να διαθέτει τέτοια ο γονιός; Αυτό είναι το λογικό; Αν πάντως θεωρείτε ότι αυτό είναι, τότε ετοιμαστείτε για επαναλαμβανόμενα κρούσματα τύπου Βέροιας αλλά και για ηλίθιες τηλεοπτικές συζητήσεις με στόχο την επίρριψη ευθυνών στον ομηρικό «κανέναν». Και για να είμαστε όλοι πιο ήσυχοι, ας τα ρίχνουμε όλα στον κακό μας το φλάρο!

Μεταρρύθμιση στο χτύπο του κουδουνιού!

Νομίζω ότι πρέπει να λογίζεται στα ισχυρά σημεία του έθνους μας η ροπή προς μεταρρυθμίσεις, αναθεωρήσεις, επαναστάσεις και ενίοτε επανιδρύσεις. Δεν το νομίζω απλώς, είμαι βέβαιος! Άλλωστε μπροστά σε μερικές τέτοιες βρισκόμαστε και πάλι. Συνταγματική αναθεώρηση απ’ τη μια, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση απ’ την άλλη κι όλοι είμαστε χαρούμενοι. Οι πολιτικοί δικαιολογούν το μισθό τους, οι δυνάμεις της προόδου(;) βρίσκουν αφορμή για συλλαλητήρια και οι απλοί πολίτες παρακολουθούν άφωνοι, οπότε κι αυτοί, κατά κάποιο τρόπο, δικαιολογούν την ύπαρξή τους. Γιατί ο «απλός πολίτης» αυτό το συγκεκριμένο ρόλο έχει σήμερα, δηλαδή να σιωπά!
Εκείνο που δεν έχω πολυκαταλάβει είναι που οφείλονται η διάχυτη ανησυχία και η φασαρία που έχει ξεσπάσει και που ξεσπάει με κάθε ανακοίνωση μεταρρυθμιστικών προσπαθειών από την εκάστοτε κυβέρνηση! Η λογική λέει ότι κανένας δεν πρέπει να ανησυχεί από παρόμοιες διακηρύξεις, γιατί πολύ απλά στη χώρα μας οι μεταρρυθμίσεις, οι αναθεωρήσεις και πολύ περισσότερο οι επανιδρύσεις δε συνδέονται με αλλαγές αλλά με στασιμότητα. Κι αφού ως λαός έχουμε επιλέξει τη στασιμότητα ως τρόπο έκφρασης και νόημα ζωής, δεν μπορώ να καταλάβω προς τι όλη αυτή η αγωνία! Δηλαδή, η πρόσφατη Συνταγματική αναθεώρηση βελτίωσε το παραμικρό; Μήπως οι επαναστατικές μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση που προηγήθηκαν αποτέλεσαν βήματα προόδου; Με βεβαιότητα όχι! Οπότε, από πού πηγάζει η ανησυχία ορισμένων; Πιστεύει κανείς ότι η μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που προωθείται, θα προκαλέσει βελτιώσεις;
Μη χειρότερα! Μήπως όλοι αυτοί που κλείνουν τις πανεπιστημιακές σχολές, κλείνουν τους δρόμους φωνασκώντας γνωρίζουν κάτι που δε γνωρίζουμε εμείς οι απλοί πολίτες; Τουλάχιστο για την εγχώρια πραγματικότητα προσωπικά δεν έχω την παραμικρή ανησυχία ότι θα αλλάξει κάτι. Δείτε το πρακτικά! Έστω ότι με τις προτεινόμενες αλλαγές τα πανεπιστήμια εκσυγχρονίζονται (επιστημονική φαντασία, αλλά χρειάζομαι ισχυρό παράδειγμα), προετοιμάζουν τους φοιτητές τους για τη σύγχρονη πραγματικότητα, επιτελούν το στόχο τους και περιορίζουν το χάσμα που τα χωρίζει από τα ιδρύματα άλλων χωρών! Ε και; Μήπως η φοράδα θα σταματήσει να κάνει αυτό που γνωρίζει πολύ καλά στο αλώνι; Σιγά και μη σταματήσει!
Σε μια τέτοια περίπτωση -υποθετική πάντα- η Ελλάδα θα γεμίσει πτυχιούχους (ήδη συμβαίνει), εξαιρετικά καταρτισμένους (δε συμβαίνει) που θα βγαίνουν στην αγορά εργασίας και έρευνας με την προοπτική να αξιοποιήσουν τα εφόδια που θα έχουν αποκτήσει από τα πανεπιστήμια. Και αναρωτιέμαι! Πού θα τα αξιοποιήσουν οι κακομοίρηδες τα προσόντα τους; Μήπως στην πληθώρα ερευνητικών κέντρων που διαθέτει η χώρα; Μήπως σε μεγάλες εταιρίες που επενδύουν στην πατρίδα μας. Όχι βέβαια! Γιατί πολύ απλά όλα αυτά δεν υφίστανται και κυρίως δε διαφαίνονται καν οι προοπτικές για να υφίστανται στο άμεσο μέλλον. Αν υπήρχε και η παραμικρή πιθανότητα γι αυτό, ο ποιητής δε θα έγραφε το γνωστό: «Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είναι οι κάμποι, μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;», αλλά θα το γύριζε στο: «Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είναι τα ερευνητικά κέντρα, μην είναι οι επενδύσεις, μην είναι η πρόοδος;» Και ρωτάω. Τα είπε αυτά ο ποιητής; Όχι βέβαια. Όση αλληγορία και να διαθέτει το ποίημα, οι ελληνικοί κάμποι δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τα campus ξένων πανεπιστημίων και παράλληλα κέντρων έρευνας.
Οπότε τι θα κάνουν όλοι αυτοί η νέας γενιάς πτυχιούχοι; Δυο λύσεις υπάρχουν. Είτε θα ασπαστούν το ελληνικό όνειρο για μια μόνιμη, σταθερή και κακοπληρωμένη θέση στο δημόσιο είτε θα ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους για μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. Βλέπει κανείς κάποια μεταβολή; Πρόκειται να συμβεί κάτι που δε συμβαίνει ήδη; Σιγά και μη βλέπει. Και δε βλέπει όχι εξαιτίας προβλημάτων όρασης αλλά γιατί δεν υπάρχει κάτι να δει!
Αν αποφασιστεί κάποια στιγμή η ανάγκη πραγματικής μεταρρύθμισης στη χώρα, αυτή δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από το ξεσκαρτάρισμα της ίδιας της κρατικής μηχανής και κάτι τέτοιο δε διαφαίνεται στον ορίζοντα. Με απλά λόγια η μεταρρύθμιση κοστίζει και σήμερα το κόστος είναι μεγάλο και το κράτος μας δεν έχει τη δυνατότητα να το αναλάβει, όσο σπαταλάει χρήματα σε πληρωμές ατόμων μη παραγωγικών. Ας εντοπίσουν, λοιπόν, οι πολιτικοί ποιες υπηρεσίες πρέπει να καταργήσουν, επειδή δε μας χρειάζονται, ας εντοπίσουν εκείνους που πληρώνονται από το κράτος χωρίς να προσφέρουν το παραμικρό, ας περιορίσουν τις σπατάλες του δημοσίου και μετά μπορεί να γίνει σοβαρός λόγος για μεταρρύθμιση και άλλα τέτοια γούστα.
Γιατί καλό και σύγχρονο πανεπιστήμιο σημαίνει πανάκριβες υποδομές, προϋποθέτει αξιόλογα στελέχη, απαιτεί συγκέντρωση σχολών, τμημάτων, εργαστηρίων, βιβλιοθηκών. Και όλα αυτά σημαίνουν κόστος, τα κονδύλια του οποίου δεν υφίστανται. Σύγχρονο πανεπιστήμιο σημαίνει και σύγχρονο κράτος, σύγχρονες ιδέες και άρα σύγχρονους στη σκέψη και τις αντιλήψεις πολιτικούς και πολίτες. Όλα αυτά βέβαια θα σήμαιναν επανάσταση και ελάχιστοι είναι έτοιμοι για κάτι τέτοιο. Οπότε το μόνο εφικτό που εντοπίζω στην προσπάθεια για μεταρρύθμιση είναι η υλοποίηση του αιτήματος που εντόπισα σε πρόσφατο έντυπο που κυκλοφορεί μεταξύ μαθητών: «Να μη βαράει δυνατά το κουδούνι, γιατί μας λαχταρνάει»! Αυτό μάλιστα!

*Ο κ. Ζάχος συμπαραστέκεται σε όλους
εκείνους που διεκδικούν το δικαίωμα στον ύπνο και την αφασία

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Ο κόσμος με τα μάτια των Αμερικανών!

Χωρίς λόγια...

Η ... ομπρέλα της παγκοσμιοποίησης!

Η στιγμή που μπαίνω στην αίθουσα για να αναλύσω στα παιδιά θέμα έκθεσης σχετικό με την παγκοσμιοποίηση ανήκει σ’ εκείνη την ιδιαίτερη κατηγορία εμπειριών που χαρακτηρίζω ως «τα έχω δει όλα»! Φρίκη, ένταση και «βόηθα Παντοδύναμε»! Πρόκειται για στιγμές που αισθάνομαι όπως και τα συνεργεία που είχαν αναλάβει την οικοδόμηση του πύργου της Βαβέλ. Άλλωστε θεωρώ ότι ο θυμός και η τιμωρία του Θεού στους υβριστές Του τη δεδομένη στιγμή αποτέλεσε την απαρχή όσων συμβαίνουν σήμερα στα όρια της οικουμενικότητας που μας περιβάλλει. Γιατί, αν ο Μεγαλοδύναμος αποφάσιζε την επιβολή διαφορετικής τιμωρίας κι όχι το διαχωρισμό των ανθρώπων σε σύνολα με διαφορετικό κώδικα επικοινωνίας, δε θα χρειαζόταν εγώ τώρα να προσπαθώ να εξηγήσω στους υποψηφίους για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση τι σημαίνει παγκοσμιοποίηση!
Όλοι ανέκαθεν και χρησιμοποιώντας κοινή γλώσσα θα νιώθαμε ότι ανήκουμε σε ένα και μοναδικό σύνολο, οπότε η παγκοσμιοποίηση θα ήταν το «δεδομένο» κι όχι το «άγνωστο» που αποτελεί στις μέρες μας για ένα μεγάλο αριθμό ατόμων και δη νέων. Τέλος πάντων, Θεός είναι και Αυτός αποφασίζει και λόγος δε μας πέφτει. Κοινοί θνητοί είμαστε άλλωστε και δεν μπορούμε να απαιτούμε πολλά πολλά, γιατί ξέρει Εκείνος από τιμωρίες αλλά εμείς δεν ξέρουμε τι μας περιμένει, οπότε ας κρατάμε και καμιά πατινί! Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα εγώ είμαι υποχρεωμένος (δυστυχώς) να εξηγώ στα παιδιά το φαινόμενο, γιατί, αν το συναντήσουν στις εξετάσεις τους, δε θα είμαι μόνο εγώ που θα «τα έχω δει όλα» αλλά και οι βαθμολογητές τους!
Σκεφτείτε, λοιπόν, τη χαρά που ένιωσα, όταν πριν λίγο καιρό βρέθηκα στην Αθήνα (διαμαντόπετρα της γης το δαχτυλίδι) με παρέα φίλων και ανάμεσα σε άλλα κατάφερα με την ακούσια βοήθεια συμπτώσεων να εντοπίσω τον απόλυτο τρόπο προσέγγισης και εξήγησης του φαινομένου που τόσα χρόνια με παιδεύει! Το προκαθορισμένο ραντεβού μας σε σταθμό αυτοκινήτων στου Ψειρή έδωσε τις κατάλληλες αφορμές για όσα ακολούθησαν. Οι φίλοι έφτασαν επιβαίνοντες σε γιαπωνέζικο αυτοκίνητο, τη φύλαξη του οποίου ανέλαβε ο Αλβανός (μάλλον) υπάλληλος του σταθμού τοποθετώντας το ανάμεσα σε ένα γερμανικό με ολλανδικές πινακίδες κι ένα ιταλικό μοντέλο.
Η βροχή που έπιασε θα ήταν καταστροφική για το καινούριο ιταλικό δερμάτινο παντελόνι της φίλης μου, οπότε ο Νιγηριανός μικροπωλητής που εμφανίστηκε ως «από μηχανής θεός» πουλώντας και ομπρέλες -ανάμεσα σε πολλά άλλα χρήσιμα και άχρηστα- υπήρξε η λύση στην αγωνία της και η «Σωτηρία» για το απύθμενο ψώνιο της. Προφυλαγμένοι από τη βροχή κατευθυνθήκαμε σε ινδικό εστιατόριο κι εκεί καταλήξαμε ότι η ομπρέλα της φίλης μου δεν ήταν μια οποιαδήποτε ομπρέλα αλλά η «ομπρέλα της παγκοσμιοποίησης», αφού ναι μεν έφερε, φαρδιά πλατιά, την υπογραφή Ιταλού σχεδιαστή αλλά ήταν κατασκευασμένη στην Κίνα και τελικά πουλήθηκε σε Ελληνίδα από Αφρικανό πλανόδιο! Στον «εθνικό διάλογο» που ακολούθησε γελοιοποιήσαμε επαρκώς το ζήτημα απολαμβάνοντας γαλλικό κρασί και γεύσεις της Ανατολής ενώ στη συνέχεια της βραδιάς αποφασίστηκε επίσκεψη σε bar της περιοχής όπου συγκρότημα από την Κούβα διασκέδαζε ένα πολυεθνικό κοινό σε latin ρυθμούς. Εννοείται ότι στα τραπέζια συνυπήρχαν αρμονικότατα ποτά με προέλευση από την ηλιόλουστη Καραϊβική όσο και από τη σκοτεινή και κρύα Βρετανία. Και όλα αυτά συνέβησαν ένα βράδυ στην Ελλάδα ενώ στο σύνολο των συναλλαγών χρησιμοποιήθηκε το πολυεθνικό euro!
Τώρα, βέβαια, εγώ γνωρίζω πώς θα εξηγώ την παγκοσμιοποίηση στα παιδιά αλλά εκείνο που με προβληματίζει και με θλίβει είναι ότι πάρα πολλά απ’ αυτά ζουν βουτηγμένα στην άγνοια ενώ αδυνατούν να αποκωδικοποιήσουν κάτι που τους περιβάλλει κάθε στιγμή. Αναρωτιέμαι! Όλα αυτά τα παιδιά δεν έχουν ακούσει … «ξένη» μουσική, δεν έχουν παρακολουθήσει «ξένες» τηλεοπτικές σειρές ή ταινίες, δε φορούν ρούχα «ξένων» κατασκευαστών, δε συναλλάσσονται με euro, δεν έχουν μάθει ότι η χώρα μας ανήκει στην ΕΕ; Οπότε για τη δυσκολία τους να κατανοήσουν την παγκοσμιοποίηση δεν ευθύνεται η έλλειψη εμπειριών αλλά η αδυναμία τους να ενεργοποιήσουν τα πνευματικά χαρακτηριστικά τους. Ζώντας σε μια πραγματικότητα χτισμένη με αυτονόητα και δεδομένα τους είναι δύσκολο ακόμη και να αμφιβάλλουν!
Και την ίδια στιγμή εξελίσσεται ένας ακόμη εθνικός διάλογος για την παιδεία, ο οποίος μετά από μαραθώνιες συζητήσεις, μάλλον, θα καταλήξει σε μια ακόμη αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η ουσία του πράγματος δε βλέπω να απασχολεί κανέναν. Γιατί η ουσία δε βρίσκεται στις εξετάσεις αλλά στο τι άτομα φτάνουν σ’ αυτές. Κι αν κάποιον απασχολεί η βελτίωση της ποιότητας των νέων πρέπει να δώσει απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα! Πώς θα μάθουμε στα παιδιά να σκέφτονται, να αναλύουν και να κατανοούν; Πώς θα τους δείξουμε ποιος είναι ο δικός τους κόσμος, πώς θα τα οδηγήσουμε στη χαρά της αμφιβολίας και πώς θα τα βοηθήσουμε να αισθανθούν τη γοητευτική δύναμη που απορρέει από την ύπαρξη στόχων;
Ο κόσμος μας εξελίσσεται και το κάνει εξωφρενικά γρήγορα και δεν περιμένει κανέναν! Το πρόβλημα για τα παιδιά που χρειάζονται … «ζωγραφιά» της παγκοσμιοποίησης για να κατανοήσουν περί τίνος πρόκειται είναι ότι ο κόσμος δεν είναι αεικίνητος. Κάποιοι τον οδηγούν σε μια πορεία. Κάποιοι άλλοι έχουν χάσει το τρένο, μονίμως θα το χάνουν και είναι κρίμα που ανάμεσά τους υπάρχουν και νέοι! Αλλά τελικά, όσο το σκέφτομαι καλύτερα, δεν τους χρειαζόμαστε αυτούς. Στην επόμενη βροχή -και όχι μόνο- όλο και κάποιος Πακιστανός, Ινδός, Νιγηριανός, Κινέζος θα βρεθεί να πουλάει ομπρέλες -και όχι μόνο- και θα καταλάβει τη θέση που «εμείς» αφήσαμε κενή, επειδή δεν καταλαβαίναμε τι σημαίνει παγκοσμιοποίηση!

*Ο κ. Ζάχος ελπίζει ότι η ψωνάρα φίλη του
που αποτέλεσε την αφορμή για το συγκεκριμένο
δε θα διαβάσει το άρθρο

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Η εθιμοτυπία της αποβλάκωσης!

Καταλήγω, μετά από πολύ ώριμη σκέψη, στο ότι ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου ως «καθώς πρέπει» δεν μπορεί να εμπεριέχει τίποτε θετικό, χαριτωμένο και άρα αποδεκτό. Γι αυτό και δεν κατανοώ τη χαρά που καταλαμβάνει ορισμένους, όταν τους εντάσσουν στη συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά ούτε και την επιθυμία κάποιων άλλων να εντάσσουν συνανθρώπους τους σε αυτή, αποδίδοντάς τους τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό. Ποτέ μα ποτέ στα πρότυπά μου δεν ανήκαν τέτοιοι άνθρωποι ενώ, ακόμη κι όταν ήμουν μικρό παιδί, αυτοί μου προκαλούσαν κρίσεις γέλιου και απέραντη θλίψη. Η εικόνα του «μπαστουνόρθιου», ατσαλάκωτου, με το μόνιμα κολλημένο χαμόγελο στα μούτρα του, δεν στάθηκε, σε καμιά περίπτωση, ικανή να μου εξάψει τον θαυμασμό.
Ξεκίνησα λίγο απότομα καταλήγοντας κάπου, αλλά δεν κρατιόμουν, όμως, θα παραθέσω, με απλό τρόπο, τα δεδομένα που με οδήγησαν στο συγκεκριμένο συμπέρασμα βοηθώντας την ανθρωπότητα να απαλλαγεί από την πλάνη της. Ο χαρακτηρισμός του «καθώς πρέπει» αποδίδεται σε ανθρώπους, οι οποίοι συστηματικά ακολουθούν την «εθιμοτυπία», δηλαδή, ένα σύνολο «πρέπει», ένα πλήθος κανόνων που επιβάλλουν μια δεδομένη συμπεριφορά σε κάθε ανθρώπινη έκφραση και επαφή. Η «εθιμοτυπία» καθορίζει πώς πρέπει να φέρεται και τι ακριβώς πρέπει να πει κανείς στους γάμους, στα βαφτίσια, στους αρραβώνες, στις κηδείες, στα γεύματα ή στα δείπνα που παραβρίσκεται, πώς θα συμπεριφερθεί όταν συναντά έναν μεγαλύτερο, έναν μικρότερο ή έναν συνομήλικο, το πρωί, το μεσημέρι, το απόγευμα ή το βράδυ. Καθορίζει τη συμπεριφορά και την ενδυμασία στις γιορτές, στα πανηγύρια, στην εργασία, στο σπίτι, στο αντίσκηνο, στην εκκλησία, στην πλατεία ή στο πάρκο. Καθορίζει την ένταση του χαμόγελου, της φωνής αλλά και της κατεύθυνσης του βλέμματος ανά περίσταση. Με πολύ απλά λόγια, καθορίζει τα πάντα κάθε ώρα και στιγμή.
Και μόνο ο προσδιορισμός του «καθωσπρεπισμού» πιστεύω ότι είναι αρκετός, για να συνειδητοποιήσει κανείς τη βδελυρότητά του, όμως, έχοντας υπόψη μου μυαλά πιο ακαλλιέργητα και από την έρημο της Σαχάρας, θα το απλουστεύσω περαιτέρω. Είναι πλάνη, λοιπόν, να θεωρείται ο «καθώς πρέπει» κοινωνικός, γιατί απλούστατα δεν είναι. Η κοινωνικότητα σχετίζεται με το ουσιαστικό, το πραγματικό συναίσθημα για τους άλλους και οδηγεί σε σχέσεις ανθρώπων μεταξύ των οποίων υπάρχει συμπάθεια, αγάπη, στοργή, ικανές να οδηγούν στην
αυθόρμητη εκδήλωση συμπεριφορών. Αντίθετα, ο «καθωσπρεπισμός» δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο αυθόρμητης και αληθινής εκδήλωσης καταστρέφοντας καθετί αληθινό. Άτομα που ακολουθούν απαρέγκλιτα τους κανόνες που τους επιβάλλονται δεν διαθέτουν την ικανότητα του διαχωρισμού των συναισθημάτων τους, αφού η εθιμοτυπία -σύμφωνα και με την άποψη της «γκουρού» της, Άμι Βάντερμπιλντ- είναι στην πραγματικότητα "προστασία από τη συναισθηματική εμπλοκή".
Το χειρότερο για τους οπαδούς της εθιμοτυπίας βρίσκεται, μάλλον, αλλού, αφού η ύπαρξη μιας κοινωνικής «συνταγής», που καθοδηγεί κάθε συμπεριφορά, συνθέτει έκφραση δουλοπρέπειας. Συμβαίνει με τους ανθρώπους ό,τι και με τα καθεστώτα. Όσο πιο τυραννικό είναι ένα καθεστώς, τόσο περισσότερους και αυστηρότερους κανόνες χρειάζεται για να λειτουργήσει και να ελέγξει τις αντιδράσεις των υπηκόων του. Από την άλλη, σε μια δημοκρατική κοινωνία απαιτούνται λιγότεροι και πιο χαλαροί κανόνες, γιατί ο σεβασμός στους συνανθρώπους αποτελεί ζήτημα κουλτούρας κι όχι περιορισμών. Ο «καθωσπρεπισμός», με το πλήθος των κανόνων που επιβάλλει, έρχεται να καταλύσει κάθε μορφή εσωτερικής ελευθερίας καθιστώντας όσους τον ακολουθούν δούλους προκαθορισμένων αρχών και κανόνων. Ένα τέτοιο πλαίσιο εξαλείφει κάθε ιδιαιτερότητα, αφού ισχύει αυστηρά για όλους, με αποτέλεσμα κάθε έννοια ελευθερίας να πηγαίνει περίπατο χωρίς επιστροφή.
Κι αν όλα αυτά δεν στάθηκαν ικανά να καταδείξουν τη φτήνια των «καθώς πρέπει», ας δούμε κάτι ακόμη. Όταν για κάθε περίσταση έκφρασης, επιλογών, επαφών, υφίστανται δεδομένοι, προκαθορισμένοι, απαράβατοι κανόνες, τότε δεν χρειάζεται ο παραμικρός αυτοσχεδιασμός. Εκείνοι που ακολουθούν την εθιμοτυπία σε κάθε βήμα τους, απαλλάσσονται από την ανάγκη της σκέψης. Γνωρίζουν εκ των προτέρων -επειδή το έχουν αποστηθίσει- τι επιβάλλεται να κάνουν και να πουν κι έτσι εξαφανίζεται όχι μόνο το συναίσθημα αλλά και η κρίση. Σταδιακά μια τέτοια επιλογή και στάση ζωής οδηγεί και στην πλήρη αποχαύνωση, αφού το μυαλό, όταν δεν χρησιμοποιείται αδρανεί, σκουριάζει και αλλοιώνεται αδυνατώντας να αντεπεξέλθει ακόμη και σε απλοϊκά ζητήματα κι ο άνθρωπος που κουβαλάει ένα τέτοιο μυαλό δεν χαρακτηρίζεται απλώς «καθώς πρέπει» αλλά βλάκας με πατέντα.
Οπότε καταλήγω εκεί από όπου ξεκίνησα. Τι θετικό βρίσκουν κάποιοι στον «καθωσπρεπισμό» και γιατί να τον παρουσιάζουν ως πρότυπο; Μα είναι απλό. Το κάνουν, γιατί δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν κάτι άλλο. Φοβούνται την ελευθερία, σιχαίνονται να έρχονται σε δύσκολη θέση, κάθε που αντιμετωπίζουν άλλους ανθρώπους και καταστάσεις και αδυνατούν να εκφραστούν αυθόρμητα, γιατί δεν διαθέτουν τους αναγκαίους μηχανισμούς, αφού κάποιος τους διαπαιδαγώγησε με ηλίθιες ερωτήσεις του στιλ: «Πόσο αγαπάς Μπούλη τον μπαμπά, την κουμπάρα, την ξαδέρφη, τη γειτόνισσα;» αδιαφορώντας για το πιο σημαντικό: Το "γιατί" αγαπάς και σέβεσαι κάποιον δεν αποτέλεσε κομμάτι της διαπαιδαγώγησης των ανθρώπων αυτών. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο. Δεν χρειαζόμαστε ανθρώπους που δείχνουν ότι τους αγαπούν όλους, αλλά άτομα που γνωρίζουν να αγαπούν.