Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Terminator!


«Το παιχνίδι είναι ο δρόμος των παιδιών
για να γνωρίσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν και οφείλουν να τον αλλάξουν».
Μ. Γκόρκι




Πλάκα πλάκα έφτασαν και τα Χριστούγεννα. Και μαζί τους η ώρα των εξολοθρευτών! Καμιά σχέση με την πρόσφατη -τέταρτη(!) συνέχεια- της κινηματογραφικής ταινίας. Στο μυαλό μου έχω όσους -γονείς, νονούς, θείες, κουμπάρους, παππούδες, γιαγιάδες- κάθε χρόνο τέτοια περίοδο σαν καλοκουρδισμένοι terminators, παίρνουν αμπάριζα και βγαίνουν με έναν και μοναδικό στόχο. Να τραυματίσουν, να αλλοιώσουν και τελικά να καταστρέψουν και να αφανίσουν κάθε θετικό στοιχείο της παιδικής ψυχής και προσωπικότητας. Κι αν αναρωτιέστε πώς οι ανωτέρω -συμπαθείς κατά τα άλλα- κοινωνικές ομάδες (γονείς, νονοί, θείες, κουμπάροι, παππούδες, γιαγιάδες) κάνουν τόσο μεγάλο κακό, έχω μια καλή απάντηση: Εύκολα, ύπουλα και απλά! Η βδελυρή πράξη τους λέγεται αλλιώς και … «παίρνω δώρα σε μικρά παιδιά»!
Το καλύτερο θα ήταν -σίγουρα το πιο ακίνδυνο- όλοι αυτοί οι … «άντε πάρε κάτι να τελειώνουμε» που από υποχρέωση (συνήθως) ή ανάγκη (σπανίως) δωρίζουν κάτι σε ένα παιδί, είτε να μην κάνουν δώρα είτε να δωρίζουν είδη ένδυσης ή υπόδησης (μπλιάξ). Ό,τι, δηλαδή, με φρίκαρε και με έκανε να κλαίω σπαραχτικά, όταν ήμουν παιδί. Αυτό, όμως, είναι με βεβαιότητα πιο ανώδυνο από οποιοδήποτε παιχνίδι μπορούν άνθρωποι αστοιχείωτοι να επιλέξουν για ένα αθώο (γιατί μάλλον υπάρχουν και ένοχα) παιδί.
Οι περισσότεροι (από τις συμπαθείς ομάδες που ήδη προαναφέρθηκαν δις και άρα θα ήταν βαρετό να αναφερθούν και τρις) αγνοούν το ρόλο του παιχνιδιού στην εξέλιξη του παιδιού. Θεωρούν ότι το παιχνίδι είναι απλώς διασκέδαση, οπότε και οι επιλογές τους είναι τόσο επιφανειακές όσο και η πέτσα που πιάνει το μη ομογενοποιημένο γάλα. Αγνοούν ότι το παιχνίδι επιδρά καθοριστικά στα κοινωνικοσυναισθηματικοπνευματικά (ουφ) γνωρίσματα του παιδιού. Αγνοούν ότι το παιχνίδι ασκεί το παιδί σε ρόλους που θα κληθεί να αναλάβει στο μέλλον, ότι είναι η γνωριμία του μπόμπιρα για τον κόσμο και τους ανθρώπους με τους οποίους θα συμβιώσει αλλά και με τον εαυτό του.
Σε κάθε εποχή το παιχνίδι αποτέλεσε παράγοντα κοινωνικοποίησης και αφού οι εποχές διαφέρουν μεταξύ τους, αυτό πρέπει να ισχύει και για τα παιχνίδια τους. Στο παρελθόν τα παιδιά έπρεπε να παίζουν κυνηγητό. Η ταχύτητα ήταν απαραίτητη στο παιδί του χωριού που δεν επιθυμούσε να αποτελέσει βορά των λυσσασμένων σκύλων που συχνά πυκνά το καταδίωκαν. Η ψηλή γομάρα υπήρξε σημαντική για όσα παιδιά θα ξεπλατίζονταν, έτσι κι αλλιώς, δουλεύοντας σκληρά στα χωράφια. Ακόμα και το κουτσό -τι ανόητο παιχνίδι- βοήθησε σε εποχές που οι εναπομείνασες από τον πόλεμο νάρκες σακάτεψαν πολλούς ανθρώπους. Ήταν πολύ καλό τότε κάποιος να ξέρει να κινείται και να ελίσσεται με ακρίβεια χρησιμοποιώντας μόνο το ένα πόδι. Το παιχνίδι με τις κούκλες, τα κουζινικά, τα σερβίτσια του καφέ με βεβαιότητα προετοίμαζαν τις μελλοντικές νοικοκυρούλες, κουτσομπόλες με προορισμό τον εντοπισμό ενός καλού γαμπρού και την απόκτηση παιδιών που θα δικαιολογούσαν την προσωπική στασιμότητά τους.
Αν οι συμπαθείς ομάδες, που κάθε Χριστούγεννα το παίζουν οι μάγοι με τα δώρα, σκεφτούν(;) λιγάκι, μπορούν να καταλάβουν τι πρέπει να προσέξουν και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Πολύ απλό ακόμη και για ξεζουμισμένο δαμάσκηνο. Η εποχή μας είναι η εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας και της γνώσης. Άρα οι άνθρωποι που θα τα καταφέρουν, χωρίς προβλήματα θα είναι όσοι θα διαθέτουν γνώση, ικανότητες αναζήτησης, αποκωδικοποίησης και αξιοποίησής της. Θα είναι οι άνθρωποι που θα μπορούν με εκπληκτική άνεση να προσαρμόζονται και να χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες που εξελίσσονται με ρυθμούς Flash Gordon. Άρα τα παιχνίδια που θα επιλέξουν οι terminators πρέπει να στοχεύουν στη συγκεκριμένη προετοιμασία.
Τώρα λοιπόν, που οι … «πολύ ασχοληθήκαμε με το μούλικο» θα ξεχυθούν στην αγορά για την επιλογή παιδικού δώρου, ας έχουν υπόψη τους ότι αυτό μπορεί να έχει καταλυτικές επιδράσεις στην ψυχοσύνθεση και τους στόχους του παιδιού. Αν μια τέτοια ευθύνη τους φαίνεται βαριά και ασήκωτη, ας ρωτήσουν κάποιον ειδικό για να επιλέξουν ακίνδυνα. Αν ντρέπονται να φανερώσουν την άγνοιά τους, ας επιλέξουν ένδυμα ή υπόδημα. Το παιδάκι στο οποίο θα προσφερθεί ένα τέτοιο δώρο θα φρικάρει, θα τους μισεί, θα τους καταριέται, δε θα θέλει να τους ξαναδεί μπροστά του, θα τους θεωρεί σπαστικούς αλλά τουλάχιστον θα σωθεί από την καταστροφή που θα του επιφύλασσε σε κάθε άλλη περίπτωση η επιλογή δώρου από τον terminator!

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Η Τέχνη Του Χρόνου

Η εκδήλωση που έγινε θεσμός συνεχίζεται.
Το φροντιστήριο "λέξη" στο Καρπενήσι, για μια ακόμα φορά κατάφερε να εντυπωσιάσει με την ποιότητα της οργάνωσης και τις επιλογές του. Το θέμα που επέλεξαν φέτος οι πολύ καλοί φιλοί και συνάδελφοι, Ρίτα Τσιγκρέλη και Γιάννης Τασιόπουλος αφορούσε στο χρόνο και τη διαχείρισή του, οπότε έπρεπε να προσαρμοστώ κι εγώ. Με το κέφι που μου δημιουργεί κάθε επαφή με τους συγκεκριμένους ανθρώπους διάλεξα το θέμα αλλά και το ύφος της εισήγησής μου. Και η αλήθεια είναι ότι το χάρηκα ιδιαίτερα για μια ακόμα χρονιά!
Η εισήγησή μου στην επιτυχημένη, από κάθε πλευρά, εκδήλωση
ακολουθεί:
"Η λέξη «χρόνος» από μόνη της είναι ικανή να προκαλέσει ανατριχίλες στους περισσοτέρους. Τουλάχιστον σε μένα συμβαίνει. Και δεν είναι θέμα γενετικό. Έχει τις ρίζες του στα παιδικά χρόνια μου, σε άφθονα και αλησμόνητα βιώματα.
Τη στιγμή που όλοι ή σχεδόν όλοι στο άκουσμα της θεωρίας της «Σχετικότητας του χρόνου» φέρνουν στο μυαλό τους τον Αϊνστάιν, εγώ φέρνω τη μάνα μου. Εμένα τη σχετικότητα του χρόνου αυτή μου τη δίδαξε και μάλιστα με τον ιδιαίτερα βίαιο τρόπο που μόνο μια δασκάλα με ρίζες στη Μικρά Ασία ξέρει. Η διδασκαλία λάμβανε χώρο συνήθως κάποια τραγικά πρωινά, όταν, μέσα στον ύπνο μου, άκουγα την τσιριχτή φωνή της:

«Σήκω βρε, πήγε οχτώ η ώρα! Πότε θα ετοιμαστείς; Θα αργήσεις στο σχολείο»!

Λες και το σχολείο δεν είναι μεγάλο βάσανο από μόνο του, είχα και τη μάνα μου να το κάνει ακόμα πιο βασανιστικό!

Έντρομος πετούσα τα ζεστά σκεπάσματα, με ταχυπαλμίες, ικανές να προκαλέσουν έμφραγμα σε εφτάχρονο, και εγκατέλειπα το ζεστό κρεβατάκι μου. Το μισάνοιχτο μάτι μου έπεφτε στο ρολόι, για να ανακαλύψω έκπληκτος ότι η ώρα ήταν μόλις εφτά και τέταρτο. Η επισήμανσή μου ως προς την πραγματική ώρα προκαλούσε τη δική της εκνευριστική αντίδραση που μου «τσιατάλιαζε» το νεύρο για όλη την υπόλοιπη μέρα:

«Ε, καλά τώρα! Θα αργήσει, νομίζεις, να φτάσει κι οχτώ»;

Ο χρόνος είναι ο τύραννός μας! Κι αυτό έχει τις ρίζες του στα παιδικά χρόνια μας. Τα πάντα ξεκινάνε με μια άθλια κι απάνθρωπη συνήθεια του κατεστημένου: Να χαρίζουμε κάποια στιγμή -σε μικρή ηλικία- ένα ρολόι σε κάθε αθώο και απονήρευτο παιδάκι. Αγκαλιές, φιλιά, ευχαριστίες για το δώρο, χαρές και πανηγύρια που, όμως, διαρκούν … πέντε δευτερόλεπτα. Αμέσως μετά το παιδάκι συνειδητοποιεί ότι του έχει συμβεί το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να του συμβεί. Το συγκεκριμένο δώρο συνοδεύεται από φρικαλεότητες που θα τις ζήλευε και ο χειρότερος βασανιστής του κόσμου.
Η ατάκα του κατεστημένου που ακολουθεί δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το επικείμενο δράμα:

«Τώρα πια θα ξέρεις τι ώρα ακριβώς να γυρίζεις. Τέρμα οι δικαιολογίες! Έτσι;»

Εκείνη τη στιγμή το παιδάκι θα ήθελε να κάνει βίδες το ρολόι, να βάλει τα κλάματα καθώς ξέρει ότι την έχει πατήσει για μια ολόκληρη ζωή. Στο εξής ο χρόνος θα το κυνηγάει, θα το καταπιέζει, θα το περιορίζει, θα το βασανίζει, θα του προκαλεί άγχος και πανικό.

Όλοι μας τα έχουμε ζήσει είτε από την πλευρά του δυνάστη είτε -δυστυχώς- από την πλευρά του θύματος:

«Γρήγορα, θα αργήσεις στο σχολείο!», «θα περιμένω πολύ ακόμη;», «μην κάθεσαι βρε αχαΐρευτε, διάβασε, περνάει η ώρα», «είναι ώρα να πιεις το γάλα σου», «είναι ώρα να φάμε», «είναι ώρα να πλύνεις τα δόντια σου», «είναι ώρα να κάνεις μπάνιο», «είναι ώρα να καθαρίσεις τα αφτιά σου», «είναι ώρα να πέσεις για ύπνο»!

Στο εξής πάντα θα είναι ώρα για κάτι, συνήθως ελάχιστα ευχάριστο! Το βαρετό κατεστημένο λειτουργεί λες και μια υπερκόσμια δύναμη έχει καθορίσει πότε είναι ώρα για το καθετί, για το μπάνιο, για το γάλα, για τα δόντια, για τα αφτιά, για όλα! Δηλαδή -σκεφτόμουν όταν ήμουν παιδί- αν καθαρίσω τα αφτιά μου μισή ώρα αργότερα, δεν πιάνει καλά το καθάρισμα;

Όταν με αυτόν τον τρόπο φέρνετε το παιδάκι σας σε επαφή με το χρόνο, να μη γελιέστε καθόλου. Το παιδάκι σας μπορεί να σας χαμογελάει αλλά αυτό είναι υποχθόνιο χαμόγελο. Το μόνο που σκέφτεται εκείνη τη στιγμή είναι:

«Πότε, επιτέλους, θα έρθει η ώρα τους, για να ησυχάσω και να κάνω μπάνιο όταν θέλω εγώ»;

Ο χρόνος και το πέρασμά του, από την πρώτη κιόλας στιγμή της συνειδητοποίησής του αποτελεί μια τραγωδία, γιατί οι φορείς διαπαιδαγώγησης ελάχιστη σημασία έχουν δώσει στη διδασκαλία της «Τέχνης του Χρόνου» και όταν το κάνουν, σίγουρα δε γίνεται για καλό!
Τα πάντα είναι χρόνος κι όμως κανείς δε σκέφτηκε την ένταξη ενός τέτοιου μαθήματος στα εκπαιδευτικά προγράμματα. Όπως όλα τα σημαντικά και χρήσιμα πράγματα έτσι και η αξιοποίηση του χρόνου δε διδάσκεται στο σχολείο.
Κανείς δε σκέφτηκε έστω μαζί με το πρώτο ρολόι που μας χαρίζουν να προσφέρει κι ένα εγχειρίδιο διαχείρισης του χρόνου.
Κι έτσι καταλήγουμε να υποβάλλουμε το χρόνο μας σε μια εκπληκτικής εφευρετικότητας σπατάλη και κακοποίηση! Η μόνη «τέχνη» που μαθαίνουμε είναι πώς να σπαταλάμε το χρόνο μας και τελικά να καταπιεζόμαστε από αυτόν.
Καθημερινά βρίσκουμε αμέτρητους τρόπους για να «σκοτώνουμε» το χρόνο μας. Σε τηλεοπτικές ανοησίες που μας προκαλούν αφόρητη ανία, σερφάροντας στο Διαδίκτυο για να περάσει η ώρα, μπροστά σε ένα ανοιχτό βιβλίο χωρίς να συγκεντρωνόμαστε, σε ηλίθιες συζητήσεις για τον καιρό, για το τι θα φορέσουμε στο γάμο του μπατζανάκη της κουμπάρας από το χωριό, βολτάροντας στις βιτρίνες της αγοράς χωρίς καν να υπάρχει ανάγκη να αγοράσουμε το παραμικρό, σκεφτόμενοι ξανά και ξανά όλα όσα πρέπει να κάνουμε, χωρίς να τα κάνουμε.

Αμέσως μετά, βέβαια, αρχίζουμε την γκρίνια:

«Καλέ, πώς πέρασε η ώρα; Τίποτα δεν πρόλαβα να κάνω πάλι»!

Κι όταν ανακαλύπτουμε ότι χρόνο είχαμε αλλά δεν τον αξιοποιήσαμε, νιώθουμε την ένταση να μας κατακλύζει, το άγχος να μας διαπερνάει μέχρι το μεδούλι, γινόμαστε επιθετικοί και θέλουμε να ξεσπάμε σε όλα και σε όλους, λες και φταίνε αυτοί για την ανοργανωσιά μας.
Και κάθε φορά αποφασίζουμε ότι την επόμενη θα είμαστε πιο οργανωμένοι, πιο παραγωγικοί, πιο δημιουργικοί στην αξιοποίηση του χρόνου. Και κάθε φορά επαναλαμβάνουμε την τέχνη που μας έχουν πολύ καλά διδάξει από μικρή ηλικία. Την τέχνη της άκαρδης σπατάλης του χρόνου μας.

Οι περισσότεροι θα σκέφτεστε ότι ελάχιστα πράγματα μπορούμε να κάνουμε για κάτι που έτσι κι αλλιώς κυλάει, περνάει και χάνεται χωρίς τη δική μας παρέμβαση!

Θεωρώ ότι η αδιάφορη και παθητική στάση μας απέναντι στο χρόνο οφείλεται στο ότι τον έχουμε συνδέσει με τη ζωή. Πιστεύουμε ότι θα την έχουμε για πάντα. Έχουμε την αίσθηση ότι αυτό που μπορούμε να κάνουμε σήμερα, θα μπορούμε να το κάνουμε και κάποια στιγμή στο μέλλον, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι δε γνωρίζουμε καν πόσο μέλλον μας απομένει. Και κάποια στιγμή ανακαλύπτουμε ότι δεν προλαβαίνουμε ή ότι πλέον δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι που ήδη έπρεπε να έχουμε κάνει για χίλιους δυο λόγους.

Ό,τι ακολουθήσει είναι πιθανόν να σας προκαλέσει την αίσθηση του μακάβριου αλλά σκέφτομαι ότι απλώς χρειαζόμαστε ένα κίνητρο -έστω βάρβαρο κίνητρο- για να αποφασίσουμε ότι ο χρόνος μας αξίζει μια διαφορετική μεταχείριση. Οι περισσότεροι χρειαζόμαστε ένα σοκ που θα μας αφυπνίσει και θα μας ξεσηκώσει.

Αφού είναι δύσκολο να κινητοποιηθούμε συνδέοντας το χρόνο με τη ζωή και μάλιστα την καλή ζωή δε μένει παρά να τον συνδέσουμε με το θάνατο.
Αν δεχτούμε ότι κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο που σβήνει στο καντράν του ρολογιού μας είναι ώρα, λεπτό, δευτερόλεπτο που μας φέρνει πιο κοντά στο βιολογικό τέλος μας και άρα στην οριστική και αμετάκλητη εγκατάλειψη του μάταιου αυτού κόσμου, τότε νομίζω ότι θα δώσουμε την αξία που πρέπει σε κάθε ώρα, λεπτό και δευτερόλεπτο που μας έχει χαριστεί.

Αν συμβεί αυτό χωρίς να συνοδεύεται από αυτοκτονικές τάσεις, θα έχουμε καταφέρει κάτι σημαντικό. Την πλήρη, συνεχή και χωρίς εκπτώσεις αξιοποίηση του καθημερινού χρόνου μας.

Τότε υπάρχει πιθανότητα να καταλάβουμε ότι κάθε φάση της ζωής μας είναι μοναδική και ότι αξίζει να τη ζούμε στο έπακρο με κάθε θετικό και αρνητικό που τη χαρακτηρίζει. Πρακτικές του στιλ: «θα το κάνω όταν…» είναι ανόητες δικαιολογίες που μόνο καθυστέρηση μπορεί να αποφέρουν και χαμένο χρόνο.

Όσα μπορώ να κάνω στα εφτά μου μπορώ να τα κάνω μόνο όσο είμαι εφτά. Κι όσο είμαι εφτά μπορώ να παίζω κουτσό, κυνηγητό ή ψηλή γομάρα, γιατί η φυσική κατάσταση με βοηθάει και πρέπει να τα κάνω τώρα. Αν μου έρθει να τα κάνω μετά την πάροδο κάποιων δεκαετιών, το πολύ να σαβουρδιστώ, να κοψομεσιαστώ, να στραμπουλίξω το πόδι, να μου βγει ο ώμος, να σπάσω το χέρι και μάλλον ελάχιστα θα ευχαριστηθώ το παιχνίδι. Όσα μπορώ να κάνω στα είκοσι, μπορώ να τα κάνω όσο είμαι στη συγκεκριμένη ηλικία. Όσα μπορώ να κάνω στα τριάντα δε θα μπορώ να τα κάνω αργότερα. Όσα μπορείτε να κάνετε και να πετύχετε τώρα που βρίσκεστε στο Γυμνάσιο, στην Πρώτη, τη Δευτέρα ή στην Τρίτη Λυκείου δε θα μπορείτε, δυστυχώς, να τα κάνετε και να τα πετύχετε αργότερα. Αυτό σημαίνει στρωθείτε για διάβασμα χωρίς αναβολές και δικαιολογίες, γιατί μόνο έτσι θα πετύχετε τους στόχους σας.

Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να έχει άμεσα αποτελέσματα. Μπορεί να μας οδηγήσει σε αναζήτηση των όσων θέλουμε να κάνουμε, των όσων επιθυμούμε να κατακτήσουμε, των όσων μας προσφέρουν απόλαυση, των όσων μας ενδιαφέρουν, των όσων μας προκαλούν χαρά, των όσων μας εκτονώνουν, των όσων αγαπάμε αλλά παράλληλα μας κάνουν καλύτερους.

Ο χρόνος μπορεί να πάψει να είναι ο τύραννός μας, αν αισθανθούμε ότι δεν τον αφήνουμε να πάει χαμένος, αν στο τέλος κάθε μέρας μπορούμε να σκεφτούμε ότι αξιοποιώντας κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, κάναμε ένα βήμα προς τους στόχους μας, ότι βρεθήκαμε με ανθρώπους που αγαπάμε, ότι γελάσαμε, ότι δώσαμε λύση σε κάποιο πρόβλημα, ότι διασκεδάσαμε, ότι βοηθήσαμε, ότι αισθανθήκαμε να μας αγαπούν, ότι γίναμε καλύτεροι, ότι παλέψαμε για κάτι.
Ότι δεν αδρανήσαμε βουτηγμένοι στο τίποτα!

Ποιοι θα μας μάθουν να το κάνουμε αυτό; Ποιοι μπορούν να μας διδάξουν την «Τέχνη του Χρόνου»; Μάλλον κανείς! Μπορούν οι άλλοι να μας προτείνουν μεθόδους αλλά είναι τελικά προσωπική υπόθεση και διάθεση! Είμαστε ελεύθεροι να αποφασίσουμε με ποιο τρόπο θα περνάμε το χρόνο μας. Δε χρειαζόμαστε παρέα για να κάνουμε αυτό που μας αρέσει. Δε θα έπρεπε να χρειαζόμαστε την παραμικρή βοήθεια στην προσπάθεια να ζήσουμε μια καλή ζωή μαθαίνοντας την «Τέχνη του Χρόνου»! Αν κάποια στιγμή αποφασίσετε να κάνετε ένα μεγάλο δώρο στον εαυτό σας, χαρίστε του χρόνο. Είναι ένα δώρο που ο καθένας χρωστάει στον εαυτό του! Όλα τα υπόλοιπα θα γίνουν, αρκεί να βρείτε το χρόνο!
Λυπάμαι και ζητώ συγγνώμη, αν σπατάλησα το χρόνο σας."
Σας ευχαριστώ

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Από την Κωμωδία στην Παρωδία!

Μέχρι στιγμής πίστευα ή τουλάχιστον έτσι ήθελα, ότι αυτό που ζούσαμε και βλέπαμε ήταν μια κωμωδία πολιτικής ζωής. Κωμωδία με τα όλα της. Με το γέλιο της, με ατάκες αξεπέραστες, με υπερβολές χωρίς όρια, με τα ευτράπελά της και κυρίως με πρωταγωνιστές κλασικούς και … δοκιμασμένους. Ωραίος θίασος! Κι όχι απλώς ωραίος. Άπαιχτος. Κάτι σαν το αμίμητο «είμαστε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα»!
Μέχρι στιγμής αυτό πίστευα. Γιατί πλέον όχι μόνο δεν το πιστεύω αλλά το έχω ήδη αντικαταστήσει με άλλο. Λοιπόν, αυτό που ζούμε και βλέπουμε δεν είναι κωμωδία αλλά παρωδία πολιτικής ζωής και μάλιστα ξεκάθαρα και τελείως αποτυχημένης. Μια παρωδία επιτυχημένη που προκαλεί αυθόρμητο γέλιο και κρατάει ζωντανό και αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών εμπεριέχει ευφυΐα, στηρίζεται στο στοιχείο της έκπληξης και την απρόσμενης ανατροπής. Σε κάθε άλλη περίπτωση καταλήγει γραφική και συνήθως θλιβερή.
Η πολιτική ζωή της χώρας είναι ακριβώς αυτό το «σε κάθε άλλη περίπτωση» (βλέπε παραπάνω). Και καλά οι πολιτικοί να δείχνουν πλήρη ανημπόρια να λύσουν και το παραμικρό πρόβλημα αλλά να δείχνουν ανημπόρια να μας προκαλέσουν και γέλιο πια, ε αυτό είναι ανήκουστο και ανεπίτρεπτο και ανέντιμο και άδικο από μέρους τους. Τι έγινε ξαφνικά; Έχασαν το ταλέντο τους; Κι εμείς, που είμαστε απλοί πολίτες (μάλλον η άλλη κατηγορία είναι οι σύνθετοι αλλά αγνοώ τι είναι αυτό και ούτε και ξέρω κανέναν τέτοιον) τι να περιμένουμε; Λύση στα προβλήματά μας; Πιο πιθανό είναι να ισιώσει ο πύργος της Πίζας παρά αυτό! Δηλαδή, άμα μας κόψουν και το γέλιο, όπως κόβουν τους μισθούς και τις συντάξεις, τι μας απομένει; Ε, τι;
Από τη μια η ΝΔ. Ορισμός της αποτυχίας. Άκουσα ότι ο Μπαμπινιώτης δίπλα στη λέξη (αποτυχία) θα βάλει το λογότυπο του συγκεκριμένου κόμματος με το «Ν» και με το «Δ» και με τις δάδες και τις λαμπάδες και τις φωτιές και με τα όλα του. Μα πώς καλοί μου άνθρωποι το κάνατε αυτό; Είπαμε κουραστήκατε, δεχτήκαμε ότι χρειαζόσασταν διακοπές, σεβαστήκαμε το ότι κάποιοι έπρεπε να ασχοληθούν με την επένδυση του υστερήματος που με κόπους και με βάσανα μάζεψαν ως υπουργοί, υφυπουργοί, σύμβουλοι, γραμματείς και Φαρισαίοι. Αλλά δέκα και (10+) μονάδες διαφορά; Δηλαδή, ούτε η μάνα σας δε σας ψήφισε; Αυτό πια δεν ήταν ήττα, το Βατερλό σε νέα έκδοση ήταν!
Και άντε οι ήττες μέσα στη ζωή είναι όπως και οι ισοπαλίες και οι νίκες άλλωστε. Γιατί άμα δεν ήταν μέσα στη ζωή όλοι θα ήμασταν νικητές ή το πολύ ισόπαλοι αλλά δεν είμαστε. Το θέμα είναι τι διδάχτηκαν οι της ΝΔ από αυτό. Η απάντηση είναι εύκολη και σύντομη. «Τίποτα»! Δηλαδή, επειδή διδάχτηκαν οδηγούνται στην εκλογή της κας Μητσοτάκη στη θέση του αρχηγού; Τι σόι έκπληξη είναι αυτό; Αυτό το ήξερε και ο περιπτεράς της γειτονιάς μου και μου το έλεγε εδώ και χρόνια. «Την ξέρουμε τη σειρά! Καραμανλής - Παπανδρέου - Μητσοτάκης και φτου από την αρχή. Η ιστορία έχει σταματήσει σ’ αυτόν τον τόπο»! Μου το έλεγε, όπως το έγραφε κάποτε ο Όργουελ αναφερόμενος στην ολιγαρχία: «Μια ομάδα που διοικεί, είναι μια ομάδα που διοικεί όσο μπορεί να ονομάσει αυτούς που θα τη διαδεχτούν».
Για να δούμε νέο πρόσωπο στην πολιτική σ’ αυτήν τη χώρα, θα πρέπει να περιμένουμε κάποιος από τα σόγια αυτά να μείνει άκληρος; Φέξε μου και γλίστρησα. Δηλαδή, και να μην μπορεί κάποιος να αποκτήσει απόγονο, ήρθε η ρημάδα η επιστήμη και κάνει θαύματα. Παιδιά του σωλήνα, παιδιά της καμινάδας, παιδιά στο φούρνο, παιδιά ιμάμ μπαϊλντί και δε συμμαζεύεται. Πού είναι ένα άλλο πρόσωπο βρε παιδιά; Πού είναι οι προσωπικότητες του κόμματος; Άμα αυτοί που έχουν εκτεθεί ως υποψήφιοι, είναι οι καλύτεροι, ούτε θέλω να φανταστώ τι γίνεται παρακάτω.
Κάπως έτσι τη βρήκε την κατάσταση ο κος Παπανδρέου και καλώς τονα τον καραμπουζουκλή και τον λεβέντη. Την είδε τη δουλειά και πήρε και αέρα και άρχισε και τα αστεία. Άκου να προτείνει το Υπουργείο «Προστασίας του Πολίτη» πρώην Δημοσίας Τάξεως στην κα Δαμανάκη ο αθεόφοβος! Καλά για το «Πολυτεχνείο» δεν έχει ακούσει το παραμικρό αυτός; Η κοπέλα -τότε- ξελαρυγγίστηκε να φωνάζει «εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο», μάζεψε το ξύλο της αρκούδας από την αστυνομία και τώρα έρχεται ο πρωθυπουργός και της λέει «πάρε αυτό το υπουργείο»; Να δω την κα Δαμανάκη να δίνει διαταγή στους αστυνομικούς «βαράτε στο ψαχνό τους απεργούς» και τι στον κόσμο! Αλλά είναι αστεία αυτά τώρα;
Αυτοί θα πάνε αδιάβαστοι και φαίνεται από τα ονόματα που έδωσαν στα υπουργεία. Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς! Αλλαγή ονόματος χρειάζονταν τα υπουργεία; Στη χώρα του «σύγχρονου αναλφαβητισμού» χρειαζόμασταν «Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης»; Ή μήπως με το «Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» θα γίνει η διαφάνεια κορώνα στο κεφάλι μας ξαφνικά; Αμ το «Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη»!!! Δηλαδή, επειδή ονομάστηκε έτσι το υπουργείο, θα ρίχνει πιο χαλαρές μπούφλες ή μήπως θα αρχίσει να βαράει τους αστυνομικούς που βαράνε τους πολίτες; Μήπως οι αστυνομικοί αντί για γκλομπ πλέον θα κρατάνε προδέρμ και μ’ αυτό θα ραντίζουν απεργούς, θαμώνες των Εξαρχείων και άλλα ταραχοποιά στοιχεία;
Και αν κάποιος θεωρεί όλα όσα γίνονται στην Ελλάδα πρωτοποριακά, ας γυρίσει από το άλλο πλευρό, για να δει άλλο όνειρο. Ο Όργουελ στο «1984» έγραφε πριν πενήντα χρόνια περίπου: «Το Υπουργείο Ειρήνης ασχολείται με τον πόλεμο, το Υπουργείο Αλήθειας με ψέματα, το Υπουργείο Αγάπης με βασανιστήρια και το Υπουργείο Αφθονίας με την πείνα. Αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι τυχαίες ούτε αποτέλεσμα μιας συνηθισμένης υποκρισίας. Μόνο συμβιβάζοντας τις αντιφάσεις, μπορεί να κρατηθεί επ’ άπειρον η εξουσία».
Να πάρει! Μήπως πρόκειται ήδη για τραγωδία;

Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Μικρά Παιδιά, Μεγάλα Διλήμματα!

Κάποτε οι γονείς αντιμετώπιζαν το πρώτο σοβαρό δίλημμα (προίκα) για τα παιδιά τους, όταν αυτά έφταναν σε ηλικία γάμου. Οι γονείς στο μέλλον θα αντιμετωπίζουν το πρώτο σημαντικό δίλημμα (επιλογή φύλου και χαρακτηριστικών) για τα παιδιά τους, πριν καν αυτά γεννηθούν. Πολλοί γονείς σήμερα αντιμετωπίζουν το πρώτο μεγάλο δίλημμα για τα παιδιά τους, όταν αυτά φτάνουν σε ηλικία ένταξης στο Δημοτικό.
«Δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο»; Δύσκολος προβληματισμός για όσους συνειδητοποιούν ότι οι βάσεις της μαθητικής, τουλάχιστον, πορείας του παιδιού μπαίνουν σε αυτήν την ηλικία.
Οι γονείς που θα επιλέξουν το ιδιωτικό δημοτικό σχολείο δίνουν βαρύτητα στις υποδομές (όταν, βέβαια, αυτές αξιοποιούνται), τις συνθήκες υγιεινής, ασφάλειας, το διευρυμένο ωράριο (σωτήριο για εργαζόμενους γονείς) και στον έλεγχο των εκπαιδευτικών του. Εδώ, ακόμα και ο πιο άσχετος ή τεμπέλης εκπαιδευτικός δεν έχει την άνεση να δείξει ότι είναι τέτοιος. Το ιδιωτικό σχολείο λογοδοτεί στους γονείς. Αυτό μπορεί να τονώνει την υπευθυνότητα των δασκάλων απέναντι σε μαθητές και γονείς με ουσιαστικές απαιτήσεις. Από την άλλη, μπορεί να διαμορφώνει πελατειακές σχέσεις (όταν οι γονείς νομίζουν ότι είναι … φωτεινοί παντογνώστες) αφανίζοντας κάθε στοιχείο αντικειμενικής αξιολόγησης της επίδοσης και της συμπεριφοράς των μαθητών (κάπως έτσι δημιουργούνται τα κακομαθημένα). Το ιδιωτικό αποτελεί ένα ελεγχόμενο περιβάλλον - γκέτο(;) όπου κυριαρχούν η οικονομική και κοινωνική ομοιομορφία (όμως η κοινωνική πραγματικότητα είναι πλέον πολύ πιο σύνθετη). Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί που εντάσσεται στο συγκεκριμένο περιβάλλον θα συναναστραφεί και με την πνευματική ελίτ της περιοχής του. Ηλίθιο και ακαμάτικο μπορεί να είναι εξίσου το παιδί του φτωχού και του πλουσίου. Τέλος, δεν είναι λίγα τα ιδιωτικά που, στην προσπάθεια να πείσουν ότι προσφέρουν έργο, ασκούν υπέρμετρη και άσκοπη πίεση στα παιδιά που σε αυτή την ηλικία έχουν περισσότερη ανάγκη το παιχνίδι από ό,τι το πολύωρο διάβασμα.
Από την άλλη, το δημόσιο δημοτικό έχει ένα πολύ θετικό στοιχείο. Είναι δωρεάν! Και κυρίως, δεν είναι «δήθεν». Είναι η πραγματικότητα, γεγονός που δεν αρέσει στους υστερικά υπερπροστατευτικούς γονείς μαμούχαλων παιδιών. Η συγκεκριμένη επιλογή φέρνει τα παιδιά από μικρή ηλικία σε επαφή με την κοινωνία, στην οποία, αργά ή γρήγορα, θα κληθούν να ζήσουν. Η συνύπαρξη παιδιών κάθε οικονομικής, κοινωνικής, μορφωτικής (στην επαρχία η «ελίτ;» δεν είναι αποκλεισμένη στην ιδιωτική εκπαίδευση, όπως συμβαίνει π.χ. στην Αθήνα), θρησκευτικής, επαγγελματικής ομάδας, προσφέρει στους μαθητές συνθήκες ουσιαστικής κοινωνικοποίησης και περισσότερες δυνατότητες απόκτησης δυναμισμού, αυτονομίας, προσαρμοστικότητας, δηλαδή, των ανακλαστικών που απαιτεί η ζωή. Το δημόσιο σχολείο είναι η αρχή της παρέας (οι περισσότεροι συμμαθητές μένουν στην ίδια γειτονιά σε αντίθεση με εκείνους των ιδιωτικών). Το πρόβλημα με τα δημόσια σχολεία είναι ότι κουβαλούν όλα τα αρνητικά του δημόσιου τομέα της χώρας μας. Εδώ ο άσχετος και τεμπέλης εκπαιδευτικός είναι ζαριά που αν σου κάτσει, «κλάψτε μανούλες». Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να τον ξεκουνήσει και να σώσει το παιδάκι σου. Και βέβαια, στο δημόσιο οι υποδομές -όταν υπάρχουν- μένουν συχνά αναξιοποίητες.
Ιδιωτική και δημόσια δημοτική ελληνική εκπαίδευση παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές αλλά και δυο μεγάλες ομοιότητες που δείχνουν ότι τελικά δε χρειάζεται και τόσο άγχος για την επιλογή (ο ρόλος της οικογένειας παραμένει ο πιο καθοριστικός). Η πρώτη (αρνητική) είναι η έλλειψη, σίγουρα με εξαιρέσεις (ελπίζω ότι θα αποφύγω αντιδράσεις), εκπαιδευτικών προσωπικοτήτων ικανών να εμπνεύσουν στα παιδιά όραμα, δυναμισμό και στόχους. Τη δεύτερη μου την επισήμανε ο γιος μου -με εμπειρία ιδιωτικού και δημόσιου σχολείου, ο οποίος διατείνεται ότι και στα δυο υπάρχει αναμφισβήτητα ένα πολύ μα πολύ θετικό στοιχείο. Το διάλειμμα!!!

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

"Το Λάθος"

Κάθε καλοκαίρι κάνω ένα λάθος! Δηλαδή, δεν είναι ακριβώς έτσι. Κάθε καλοκαίρι μπορεί να κάνω πολλά λάθη αλλά υπάρχει ένα θλιβερά επαναλαμβανόμενο και εξίσου αναπόφευκτο. Πολλοί πιστεύουν ότι η επανάληψη είναι κάτι καλό. Αυτό το πιστεύουν επειδή η επανάληψη για τα «φυτά» και για όσους «δεν τα παίρνουν εύκολα» είναι η μητέρα της μαθήσεως. Το ότι οι συμπαθείς αυτές ομάδες -φυτά και ηλίθιοι- έχουν καταφέρει να εξαπλώσουν και να εδραιώσουν τη συγκεκριμένη άποψη, με κάνει να πιστεύω ένα πράγμα: Ο κόσμος μας κυριαρχείται από φυτά και ηλιθίους. Τέλος πάντων και επειδή έχω ξεφύγει από το θέμα, επανέρχομαι. Κάθε καλοκαίρι, λοιπόν, κάνω ένα λάθος. Γιορτάζω!
Μπορεί να σκέφτεστε δυο πράγματα τώρα. Από τη μία, ότι διαθέτω μεγάλη αρχοντιά για να παραδέχομαι και μάλιστα δημοσίως το λάθος μου. Από τη δύο, ότι δεν είναι δυνατόν η ονομαστική εορτή κάποιου να λογίζεται ως λάθος, τη στιγμή που η μάζα δεν το θεωρεί τέτοιο. Όσοι σκεφτήκατε και τις δυο αυτές σκέψεις, ανήκετε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, στη «βαθιά μάζα» και -λυπάμαι που το γράφω- δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας από τη μετριότητα που έχει εισχωρήσει στο DNA σας. Όσοι σκεφτήκατε μόνο τη μια (αδιάφορο ποια) από τις σκέψεις, έχετε πιθανότητες να αμυνθείτε στην εξωφρενική βλακεία που σας περιτριγυρίζει σαν τον ιό της γρίπης των χοίρων και να κατακτήσετε, με εντατικές προσπάθειες, ίχνη ευφυΐας κάποια στιγμή. Όσοι δε σκεφτήκατε καμιά από τις δύο σκέψεις ή είστε ήδη ευφυείς ή ανήκετε στους τελείως βλαμμένους που δε σκέφτονται ποτέ και τίποτα!
Για το πρώτο, δηλαδή ότι χρειάζεται αρχοντιά η δημόσια παραδοχή ενός λάθους, έχω να παρατηρήσω τα εξής. Με βεβαιότητα χρειάζεται αρχοντιά κάτι τέτοιο και εγώ μάλλον τη διαθέτω. Σίγουρα πάντως διαθέτω μισή αρχοντιά (1/2 αρχοντιάς), γιατί συνήθως είμαι καθαρός και ως γνωστόν «η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά». Από την άλλη, η ομολογία του συγκεκριμένου λάθους μου δεν αποτελεί κάποια τρομερή πρωτοτυπία. Ήδη άλλοι το έχουν κάνει με πολύ πιο δυναμικό τρόπο. Ο Αντώνης Σαμαράκης μάλιστα αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο στο δικό του λάθος με τίτλο … «Το λάθος». Αφού, λοιπόν, κάποιος έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο για το λάθος του, δεν είναι τίποτα σπουδαίο εγώ να αφιερώνω ένα μικρό κειμενάκι σ’ αυτό!
Για το δεύτερο, ότι δηλαδή η ονομαστική εορτή δεν πρέπει να λογίζεται ως λάθος, επειδή η μάζα δεν το θεωρεί τέτοιο, τι να πρωτογράψω! Η θέση αυτή είναι ανόητη. Η μάζα δεν έχει δυνατότητα να ... λογίζεται, οπότε το λογικό θα ήταν να μη δίνουμε την παραμικρή σημασία στις θέσεις της. Η μάζα σκέφτεται(;) βλαμμένα, οπότε και υιοθετεί βλαμμένες αντιλήψεις. Άρα και η συνήθεια της ονομαστικής εορτής είναι μια βλαμμένη προκατάληψη που επιβιώνει μέχρι σήμερα χωρίς λόγο και μόνο χάρη στη μάζα.
Ωραία και καλά η ονομαστική εορτή να είχε αξία στο μακρινό παρελθόν. Τότε υπήρχαν ελάχιστες ευκαιρίες για γλέντι και χαρά. Κανένα πανηγύρι στο χωριό με κλαρίνα να τσιρίζουν ανελέητα στα αφτιά των θαμώνων, άντε και κανένας γάμος και πάει και τελείωσε. Η ονομαστική εορτή έδινε μια ακόμα αφορμή για γλεντοκόπημα και επικοινωνία. Και να οι χοροί και να τα κεράσματα και να το πιοτό και το φαΐ μέχρι σκασμού. Και να το οικογενειακό τραπέζι όπου η οικογένεια μαζευόταν και βαριόταν ομαδικά, να οι επισκέψεις φίλων και γνωστών και να η ανταλλαγή πληροφοριών και να οι ευχές και το ξεκατίνιασμα γνωστών και αγνώστων. Και αναρωτιέμαι. Χρειαζόμαστε σήμερα τέτοιες αφορμές για γλέντια και επικοινωνία; Δηλαδή, πρέπει να γιορτάζει κάποιος για να διασκεδάσω και να επικοινωνήσω μαζί του; Σιγά και μη! Όποτε έχω τη διάθεση -και την έχω συχνά- θα βγω και θα διασκεδάσω με φίλους και θα είμαι μια χαρά και δεν έχω ανάγκη από φτηνές δικαιολογίες. Όποτε έχω την ανάγκη θα επικοινωνήσω με εκείνους που επιλέγω, θα μάθω τα νέα τους, θα τους πω τα δικά μου και θα το κάνω αυθόρμητα και άρα ελεύθερα. Χρειάζομαι όλη αυτήν την τυποποίηση που επιβάλλει η εθιμοτυπία της ονομαστικής εορτής; Έχω καμιά όρεξη τη χρονοβόρα διαδικασία ανταλλαγής ευχών και αδιάφορης κουβέντας που μου προσφέρει ... τίποτα; Ή μήπως έχω ανάγκη παρεξηγήσεις του στιλ: «Καλά, μας ξέχασες; Ούτε ένα τηλεφώνημα για χρόνια πολλά»; Μη χειρότερα. Δηλαδή, το ότι έναν ολόκληρο χρόνο δεν τον έχω θυμηθεί δεν τον ενοχλεί και ενοχλείται που δεν του τηλεφώνησα (μάλλον από υποχρέωση) στη γιορτή του;
Το έθιμο της ονομαστικής εορτής εξυπηρετεί ανάγκες της μάζας και άρα όσων τη συνθέτουν. Άνθρωποι με ανύπαρκτες πιθανότητες να αποτελέσουν αντικείμενο προσοχής προσμένουν ανυπόμονα τη γιορτή τους. Αυτή τους κάνει να νιώθουν ότι βρίσκονται στο επίκεντρο για λίγες ώρες κάθε χρόνο. Πλένονται, ντύνονται με τα καλά τους, στολίζονται σαν γύφτικα σκεπάρνια και περιμένουν τις ευχές, τα δώρα και την προσοχή των άλλων. Αισθάνονται σημαντικοί ενώ παραμένουν ασήμαντοι. Αισθάνονται σπουδαίοι για κάτι για το οποίο δεν έχουν κάνει την παραμικρή προσπάθεια, για κάτι που δεν το έχουν επιλέξει καν. Το όνομα του καθενός δεν είναι επιλογή του, δεν το διάλεξε ανάμεσα σε άλλα, δε σκέφτηκε γι αυτό. Βρέθηκε μ’ αυτό, επειδή έτσι έλεγαν τον παππού του ή τη γιαγιά του. Το έχει γιατί ήταν ψώνιο η μάνα του και διάλεξε ένα αρχαιοπρεπές και μεγαλειώδες όνομα πιστεύοντας ότι το παιδί της, πέρα από το όνομα, κάποια στιγμή θα γίνει φορέας της δόξας του Αλέξανδρου, της ευστροφίας του Οδυσσέα, της δύναμης του Ηρακλή, της ομορφιάς της Αφροδίτης ή της ξετσιπωσιάς της Φρύνης.
Κι εγώ παραμένω δέσμιο θύμα μιας εθιμοτυπίας και δεν μπορώ να κάνω και πολλά για να αποφύγω τις συνέπειές της πάνω μου και είμαι υποχρεωμένος να περιμένω με άγχος το επόμενο καλοκαίρι για να επαναλάβω το ίδιο λάθος. Και όσο σκέφτομαι ότι δε φέρω την παραμικρή ευθύνη γι αυτό…