Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

Δημιουργώντας τρύπες στο νερό

Το αποτέλεσμα των εκπαιδευτικών επαναστάσεων
Οι «επαναστάσεις» στην εκπαίδευση είναι πολύ συχνό και πλέον γραφικό φαινόμενο. Παρόλ’ αυτά, και μετά από εξαιρετικά μεγάλο διάστημα ενασχόλησής μου με τον χώρο, δεν έχω καταφέρει να συνδέσω τη συχνότητα αυτών των επαναστάσεων με μια λογική αιτία. Ίσως όλη αυτή η κινητικότητα να οφείλεται στο γεγονός ότι είναι σχετικά ανέξοδες και το κυριότερο ότι μπορούν να ανακοινώνονται κάθε τόσο, να συζητιούνται για λίγο, να προκαλούν μικροαγωνίες και να καταλήγουν «σκελετοί στο κελάρι». Σε οποιοδήποτε άλλον τομέα οι επαναστάσεις κοστίζουν και προκαλούν αναστάτωση και τέτοια πράγματα δεν τα επιθυμεί καμιά ελληνική κυβέρνηση.
Πριν κάποια χρόνια κάποιος υπουργός Παιδείας, κάποιας κυβέρνησης, ακολουθώντας το έθιμο, αποφάσισε να προχωρήσει σε μια ακόμη επανάσταση στον χώρο της εκπαίδευσης. Αδυνατώ να συνδέσω το γεγονός τόσο με τον υπουργό όσο και με την κυβέρνηση στην οποία ανήκε. Κι αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από εκείνους που ετοιμάζουν τις επόμενες εκπαιδευτικές επαναστάσεις. Θα συζητηθούν για λίγο, θα εμφανιστούν στα κανάλια κι αυτό ήταν και πάει. Υστεροφημία με «ριζοσπαστικές» αλλαγές στην εκπαίδευση δεν πέτυχε κανείς.
Βέβαια, τα λέω δεν τα λέω εγώ, οι ανατρεπτικές και προοδευτικές ιδέες δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ κι αυτό ίσως είναι καλό. Πλέον έχουμε εθιστεί σε αυτές και τις αναμένουμε.
Ο ξεχασμένος υπουργός, λοιπόν, είχε αποφασίσει -σίγουρα μετά από εισηγήσεις των πάνσοφων συμβούλων του- ότι το μάθημα της Έκθεσης δεν θα έπρεπε να ζητείται ως ένα απλό κείμενο. Η Έκθεση των μαθητών έπρεπε να αποκτήσει ζωντάνια και ρεαλισμό και να είναι ενταγμένη σε κάποιο επικοινωνιακό πλαίσιο. Έτσι, τα κείμενα των μαθητών πλέον θα έπρεπε να οργανώνονται σε μορφή «άρθρου», «εισήγησης» ή «επιστολής» (έστω κι αν κανείς δεν στέλνει πια επιστολές). Οι υπεύθυνοι πίστευαν ότι κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε την κατάσταση που ήδη είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, ότι οι μαθητές θα μπορούσαν να κατανοήσουν και κυρίως να χειρίζονται καλύτερα τη γλώσσα αναζητώντας και αποτυπώνοντας τις αποχρώσεις και τις διαφορές της ανάλογα με την επικοινωνιακή περίσταση.
Η επανάσταση ανακοινώθηκε, εφαρμόστηκε, προκάλεσε αγωνίες και προβληματισμούς και τελικά έφερε αποτελέσματα που προσιδιάζουν στην υδάτινη τρύπα. Τα θέματα άρχισαν να διατυπώνονται σύμφωνα με τις κοσμοϊστορικές προτάσεις, οι μαθητές συνέχισαν να γράφουν εκθέσεις, όπως το έκαναν και στο παρελθόν, χρησιμοποιώντας κάποια τυπικά εξωτερικά και άλλα τόσα εσωτερικά χαρακτηριστικά και αυτό ήταν. Παρατηρώντας κανείς την ποιότητα αντίληψης και εκφοράς του λόγου των σημερινών μαθητών αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα όχι μόνο δεν διορθώθηκαν αλλά χειροτέρευσαν επικίνδυνα. Οι μαθητές, τα τελευταία χρόνια, γνωρίζουν όλο και λιγότερες λέξεις και ακόμη λιγότερες μπορούν να χρησιμοποιήσουν σωστά. Η κατανόηση των όσων διαβάζουν κινείται σε απλοϊκά επίπεδα ενώ και η δυνατότητά τους να εξηγήσουν το οτιδήποτε, ακόμη και το πιο απλό, θυμίζει τη Βαβέλ της Γένεσης.
Όλα είναι έτοιμα για μια καινούρια επανάσταση στον χώρο και το μάθημα της Γλώσσας δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από τον χορό. Ακούγοντας ή διαβάζοντας κάποιος το μεγαλόπνοο σχέδιο και κυρίως την ορολογία που χρησιμοποιείται κατανοεί εξαρχής ότι πρέπει να κρατάει μικρό καλάθι. Οι υπεύθυνοι ανακοίνωσαν το σχέδιο και αποσύρθηκαν στον περιχαρακωμένο χώρο τους, οι σύμβουλοι μεταφέρουν τις ανακοινώσεις στην εκπαιδευτική κοινότητα και θα αποσυρθούν στον δικό τους και θα απομείνουν οι εκπαιδευτικοί να παλεύουν με το θεριό, να εκτίθενται στους μαθητές και να προσπαθούν να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Κι όλα αυτά ενώ έχουμε ήδη φτάσει στα μέσα Φεβρουαρίου λίγους μόνο μήνες πριν τις πανελλαδικές, στις οποίες θα εφαρμοστεί(;) το νέο πλάνο.
Το βλέπω να έρχεται. Τα θέματα στο μάθημα της Γλώσσας θα διατυπωθούν με... επαναστατικό τρόπο, οι υποψήφιοι θα τα περιλάβουν με τον τρόπο που μόνο αυτοί γνωρίζουν, θα γράψουν όπως ακριβώς ξέρουν και όοολοι θα είναι ευχαριστημένοι.
Μια ακόμη τρύπα στο νερό, με την ευθύνη του πιο ζωηρού υπουργείου, βρίσκεται στα σκαριά.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

Ας μας φωτίσει το Φεγγαράκι το λαμπρό...

Την υπομονή μου την έκανα. Έμεινα μακριά από το πληκτρολόγιο. Σφύριζα, τάχα, αδιάφορα παρακολουθώντας τις απονενοημένες κινήσεις Υπουργείου Παιδείας και ΙΕΠ. Απέφυγα συζητήσεις και παρεμβάσεις (έστω προσπάθησα) για όσα τραγελαφικά ξεκίνησαν από τον τραγελαφικό Γαβρόγλου και τις τραγελαφικές αποφάσεις της τελευταίας (κυριολεκτικά) στιγμής αλλά και για εκείνα που συνεχίστηκαν από τη νέα ηγεσία του υπουργείου. 
Αλλά κι εγώ άνθρωπος είμαι κι έχω και τα όριά μου. Οπότε... 
Τα πάντα άρχισαν όταν, λίγες μέρες πριν τις τελευταίες εθνικές εκλογές, ο υπουργός και οι συνεργοί του (sic) νύχτα αποφάσισαν ότι το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας θα εξετάζεται με τρόπο διαφορετικό. Η συνεξέταση με τη Λογοτεχνία ήταν μια πραγματικότητα για τις Πανελλαδικές και για την εκπαιδευτική κοινότητα. 
Λίγο μετά οι εκλογές ήρθαν κι έφυγαν και μαζί τους έφυγε και ο κ. υπουργός και ό,τι πρέσβευε. Και μας έμεινε αμανάτι η συνεξέταση. Ένα σύστημα που, χωρίς προηγούμενη δοκιμή και πρακτική εφαρμογή σε προηγούμενες τάξεις, θα εφαρμοστεί για πρώτη φορά στις φετινές Πανελλαδικές. 
Και ήρθαν οι επόμενοι. Προχώρησαν σε κάποιες «βελτιωτικές», όπως τις χαρακτήρισαν, κινήσεις αλλά, όντας μακριά από την εκπαιδευτική πράξη, δεν κατάφεραν και πολλά. Προβλήματα επί προβλημάτων, σύγχυση εκπαιδευτικών, συντονιστών και μαθητών. Αλαλούμ. Ένα αλαλούμ το οποίο αντιμετωπίσαμε εξαρχής όσοι κινούμαστε μέσα σε μαθητικές αίθουσες, ερχόμαστε σε επαφή με τους μαθητές-υποψηφίους και παλεύουμε να καλύψουμε πιθανές προσεγγίσεις του μαθήματος. Τα προβλήματα πολλά με σημαντικότερο την έλλειψη εμπειρίας της πλειονότητας των μαθητών στην προσέγγιση της Λογοτεχνίας και της ιδιαίτερης γλώσσας της. 
Χάος, πανικός, τρία πουλάκια κάθονταν... Οι ενεργοί εκπαιδευτικοί το είδαν νωρίς. Πιθανότατα το γνώριζαν και πριν το δουν, λόγω εμπειρίας. Εκείνοι που δεν το έβλεπαν ήταν οι υπεύθυνοι για τα εκπαιδευτικά δεδομένα της χώρας. Και δεν θα μπορούσαν να το δουν, αφού οι περισσότεροι κινούνται σε αποστειρωμένο-εργαστηριακό περιβάλλον. Διαθέτουν πτυχία και θεωρητική κατάρτιση υψηλού επιπέδου (μάλλον) αλλά τους λείπει το σημαντικότερο: η επαφή με τη σχολική αίθουσα του ελληνικού σχολείου (όχι αναγκαστικά του σχολείου υποβαθμισμένων περιοχών, απομακρυσμένων χωριών κτλ...) και την πραγματικότητα των μαθητών. 
Τέλος πάντων, ο καιρός πέρασε. Κάποια από τα προβλήματα έφτασαν στα αφτιά των υπευθύνων αλλά τους ήταν αδύνατον να πιστέψουν και να αποδεχτούν την κατάσταση. Αποφάσισαν, λοιπόν, να οργανώσουν μια προσομοίωση εξέτασης του μαθήματος με συμμετοχή μαθητών Λυκείων της πρωτεύουσας, ώστε να αξιολογήσουν από πρώτο χέρι τα «ενδεχόμενα» αποτελέσματα. 
Το κριτήριο βασίστηκε σε δυο αποσπάσματα από το βιβλίο του Fernando Savater «Μιλώντας στον γιο μου για την ηθική και την ελευθερία», στα οποία ο συγγραφέας αναφέρεται στην... ηλιθιότητα (αγνοώ αν ήταν τυχαία η επιλογή ή αν στοχευμένα εμπεριείχε ψήγματα αυτοκριτικής των υπευθύνων ή υπονοούμενα για τους εξεταζόμενους και τους δασκάλους τους). Παράλληλα, δόθηκε ποίημα του Τάσου Πορφύρη με τίτλο «Το μαχαίρι» (κι εδώ η επιλογή θα μπορούσε να βρίθει υπονοουμένων...). 
Κάποιοι μαθητές κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τα θέματα και οι υπεύθυνοι να τα αξιολογήσουν. Θα ήθελα να είμαι από μια πλευρά και να παρακολουθώ τις αντιδράσεις των βαθμολογητών. Μάλλον έπεσαν από τα σύννεφα και ήρθαν σε επαφή με την πραγματικότητα, την οποία αγνοούσαν. 
Φτάσαμε έτσι, λίγο μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, ώστε το υπουργείο να στείλει εκ νέου οδηγίες για τη διδασκαλία και εξέταση του μαθήματος. Και «να διατυπώνονται έτσι οι ερωτήσεις» και «να αποφεύγεται το τάδε και το δείνα». «Να διδάσκετε έτσι το μάθημα», «να επιλέγετε αλλιώς τα κείμενα» και «να εξετάζετε τους μαθητές σας με αυτόν τον τρόπο» και χίλια δυο... 
Εννοείται ότι το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί. όσες οδηγίες κι αν δοθούν μέχρι το τέλος της χρονιάς από το υπουργείο. Τα αποτελέσματα θα είναι τραγικά ακόμη κι αν στους φετινούς υποψηφίους δοθεί προς εξέταση παιδικό ποιηματάκι, όπως «το αρνάκι άσπρο και παχύ, της μάνας το καμάρι» (το θέμα της Έκθεσης στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να είναι οι διατροφικές διαταραχές των αμνοεριφίων) ή το άλλο, το εξαιρετικό και κοσμαγάπητο «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ», το οποίο μπορεί να έχει και μια λογική, αφού όπως όλοι γνωρίζουμε: όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκ@τ@ πατεί (Από τα άπαντα του Κομφούκιου). 
Η λύση -δεδομένα η μόνη- είναι να πριμοδοτηθούν οι πραγματικοί βαθμοί των πανελλαδικών, μπας και περιορίσουμε τα μαθητικά και γονεϊκά δράματα αλλά και τον εξευτελισμό της εκπαίδευσης. 
Η μακροπρόθεσμη λύση πάντως είναι το υπουργείο να στελεχώσει ΙΕΠ και επιτροπές και με μάχιμους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν την εμπειρία τους από την καθημερινή επαφή με τους μαθητές και την ποιότητα του μαθητικού δυναμικού της χώρας. Γιατί, καλές οι σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες και μέθοδοι αλλά πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και την πραγματικότητα. 
Και, βέβαια, το υπουργείο -τωρινό και μελλοντικό- πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι οποιαδήποτε αλλαγή πρέπει να ξεκινάει από τη βάση της διαδικασίας και όχι από την κορυφή. Όσο για φέτος, ας βάλει το... φως του το φεγγαράκι.



Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

«Η Πηνελόπη ήταν μια πολύ λυπημένη βασίλισσα» -διδάσκοντας Έκθεση σε θολά νερά-

Η Πηνελόπη υφαίνοντας μέσα στη λύπη της
Νομίζω ότι πλέον το έχω απολύτως ξεκάθαρο. Οι εκάστοτε «υπεύθυνοι» για τη δομή, την πορεία και τους στόχους του ελληνικού σχολείου υφίστανται για έναν και μόνο λόγο: να δημιουργούν περαιτέρω προβλήματα στην εκπαιδευτική κοινότητα και στο ευρύτερο εκπαιδευτικό σύστημα, χωρίς να λύνουν κανένα από τα υπάρχοντα. Οι αποφάσεις, οι επιλογές τους, η όλη στάση τους το αποδεικνύουν με κάθε τρόπο. 
Τελευταία (μάλλον, μια από τις πολλές τελευταίες) απόδειξη οι επιλογές τους ως προς τον τρόπο εξέτασης της Γλώσσας (που κόκκαλα δεν έχει αλλά κόκκαλα τσακίζει) στις Πανελλαδικές εξετάσεις. 
Έχω την αίσθηση -μπορώ να δεχτώ διορθώσεις, επειδή με βελτιώνουν- ότι αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία η εφαρμογή μιας μεθόδου στις εισαγωγικές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση εξετάσεις, χωρίς αυτή προηγουμένως να έχει ενταχθεί και δοκιμαστεί σε προηγούμενες τάξεις. Το πείραμα -γιατί περί αυτού πρόκειται- θα γίνει με την εφαρμογή της στο τέλος της σχολικής χρονιάς και πειραματόζωα θα αποτελέσουν οι υποψήφιοι μαθητές αλλά και οι εκπαιδευτικοί τους, οι οποίοι καλούνται να τους οδηγήσουν ως εκεί. «Εκεί» θα έχουμε τα πρώτα αποτελέσματα και θα δούμε πώς λειτουργεί το συγκεκριμένο σύστημα. «Εκεί» θα συνειδητοποιήσουμε (θα το κάνουν οι υπεύθυνοι δηλαδή, γιατί οι ενεργοί εκπαιδευτικοί το αντιλαμβάνονται καθημερινά στις αίθουσες) τα προβλήματα, τα κενά, τις αστοχίες του. Με απλά λόγια, «εκεί» θα δούμε την απόλυτη ανοησία του. Και, βέβαια, θα το δούμε (δουν) πολύ αργά κι ενώ ήδη μια φουρνιά μαθητών και οι εκπαιδευτικοί τους θα έχουν περάσει ταραχή μεγάλη. 
Ήδη οι πρώτες σκέψεις, που προέρχονται από την καθημερινή διδακτική εμπειρία αλλά και από συζητήσεις με άτομα που ασχολούνται χρόνια τώρα με το αντικείμενο, έχουν διαμορφωθεί και έχουν καταστήσει εμφανή όσα προβλήματα οι -άσχετοι με το τι συμβαίνει σε μια αίθουσα- υπεύθυνοι θα αντιληφθούν σε δέκα μήνες περίπου. 
Οι άσχετοι υπεύθυνοι φαίνεται να αγνοούν το επίπεδο και τις δυνατότητες του μέσου μαθητή του ελληνικού σχολείου. Αυτή η άγνοια, βέβαια, είναι πλήρως αδικαιολόγητη, αφού εδώ και χρόνια τα αποτελέσματα στις πανελλαδικές αλλά και στον διαγωνισμό PISA δίνουν διαυγή εικόνα του τι συμβαίνει. 
Η ασχετοσύνη τους (των άσχετων υπευθύνων) δεν τους βοηθάει να αντιληφθούν ότι αρκετοί (πάρα πολλοί) μαθητές δεν έχουν την ικανότητα να διαβάσουν, να μελετήσουν και να αποκωδικοποιήσουν τρία κείμενα στο χρονικό πλαίσιο της εξέτασης του μαθήματος. Αρκετοί μαθητές χρειάζονται ολόκληρο τρίωρο (όση και η ώρα εξέτασης) απλώς για να διαβάσουν και να κατανοήσουν επιφανειακά τα κείμενα αυτά. Και δεν ισχυρίζομαι, σε καμιά περίπτωση, ότι αυτοί οι άθλιοι μαθητές πρέπει να αποτελέσουν το κριτήριο για το σύστημα εισαγωγής. Θα ήταν, όμως, πιο λογικό αρχικά να προετοιμάσουμε τα παιδιά, να τα ενημερώσουμε για το τι τα περιμένει, να τους δώσουμε ευκαιρίες εμπειρίας και προσαρμογής και έπειτα να απαιτήσουμε από αυτά να εξεταστούν με τον συγκεκριμένο τρόπο. 
Στην περίπτωσή μας ούτε που σκέφτηκαν κάτι τέτοιο οι υπεύθυνοι. Αυτοί σκέφτονται ουτοπικά συστήματα και ανεφάρμοστες πρακτικές (κάτι σαν το ΚΚΕ) και προτείνουν την ανεφάρμοστη... εφαρμογή τους. Σκεπτόμενοι ανεδαφικά, με βάση ένα όραμα που έχουν πλάσει, αποφάσισαν να θυσιάσουν τους φετινούς υποψηφίους (για το καλό του συνόλου, μάλλον) οδηγώντας τους ίσως σε μια βαθμολογική σφαγή. Έπειτα θα μπορούν να επιδεικνύουν τα θύματα οδηγώντας τις επόμενες γενιές σε διαφορετική προσπάθεια. «Κοιτάξτε τι έπαθαν οι προηγούμενοι» θα λένε, «θέλετε να βρεθείτε κι εσείς στην ίδια θέση;» θα ξαναλένε. Περίεργη μέθοδος θα έλεγα εγώ. Η παιδαγωγική στα χειρότερά της. 
Από πού να το πιάσει κανείς; Ακόμη και ο τρόπος αξιολόγησης (βαθμολόγησης) των γραπτών θα προκαλέσει προβλήματα που οι άσχετοι υπεύθυνοι αδυνατούν να αντιληφθούν. Η βαθμολόγηση της περίληψης -μιας μορφής της, έστω- στα δεκαπέντε (15) μόρια και της παραγωγής λόγου -Έκθεσης- στα τριάντα (30) δεν αφήνει στους βαθμολογητές περιθώρια διάκρισης ενός πολύ καλού από ένα καλό γραπτό ή ενός κακού από ένα άθλιο. Χαμένοι, βέβαια, θα είναι οι μαθητές με αξιώσεις αλλά σε μια κοινωνία που λατρεύει τη μετριότητα, μάλλον, αυτό είναι και το ζητούμενο. 
Η δε ερώτηση που θα βασιστεί στο λογοτεχνικό κείμενο θα είναι αφορμή για πανηγύρι τρελών. Ζητάμε από τους μαθητές να χαρακτηρίσουν πρωταγωνιστές ή να αιτιολογήσουν τα κίνητρα των ενεργειών τους ή να περιγράψουν τη συναισθηματική κατάστασή τους… Και κάποιοι πιστεύουν ότι με τον τρόπο αυτό η νέα γενιά θα αγαπήσει ή έστω θα κατανοήσει τη λογοτεχνία. Πιστεύω ότι οι εκδοτικοί οίκοι θα πράξουν σοφά σταματώντας στο εξής την έκδοση λογοτεχνικών έργων, αφού και οι ελάχιστοι εναπομείναντες αναγνώστες πρόκειται άμεσα να αφανιστούν, λόγω του συστήματος πανελλαδικής εξέτασης. Η λογοτεχνία οδηγείται στο πυρ το εξώτερον και θα φταίνε οι άσχετοι με την εκπαίδευση υπεύθυνοι για αυτήν. 
Και άντε από τους προηγούμενους υπεύθυνους δεν αναμέναμε την επίδειξη της παραμικρής λογικής και ευθύνης. Και μόνο η εικόνα του γραφείου του κ. Γαβρόγλου -ενδεικτική και της εικόνας του μυαλού του- μου προκαλεί ακόμη εφιάλτες. Τι γίνεται, όμως, με τους καινούριους υπεύθυνους; Για ποιον λόγο βιάστηκαν να δεχτούν ένα σύστημα που δεν έχει δοκιμαστεί πριν; Για ποιον λόγο -και αφού έδειξαν θετικοί σε διορθωτικές αλλαγές- δεν άφηναν ως είχε το προηγούμενο σύστημα εξέτασης προχωρώντας σε βελτιωτικές κινήσεις (π.χ. έμφαση στις ερωτήσεις κατανόησης ή σε ερωτήσεις σωστού-λάθους με αιτιολόγηση); 
Με τίποτε δεν θα ήθελα να βρεθώ στη θέση των βαθμολογητών στις φετινές πανελλαδικές. Άλλωστε αμφιβάλλω αν θα βρεθούν τέτοιοι «μάρτυρες». Δεν θα ξέρουν από πού να αρχίσουν και πού να τελειώσουν τη βαθμολόγηση. Το όλο κλίμα μου φέρνει στο μυαλό την απάντηση που είχα δώσει ως μαθητής Γυμνασίου στην απαίτηση καθηγητή να χαρακτηρίσω την Πηνελόπη, τη γυναίκα του Οδυσσέα. Μετά από βαθιά περισυλλογή και ανάλυση του κειμένου, είχα καταλήξει σε μια πολύ ουσιαστική, περιεκτική και σφαιρική προσέγγιση ενταγμένη στο αφαιρετικό ύφος που με χαρακτήριζε και σε ελάχιστες μόνο λέξεις: «Η Πηνελόπη ήταν μια πολύ λυπημένη βασίλισσα» και τέλος. Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση του καθηγητή, στον οποίο παρέδωσα την απάντηση, αν και νομίζω ότι αυτό πληρώνω ως καθηγητής φροντιστηρίου εδώ και χρόνια. 
Μαθητές και εκπαιδευτικοί, χωρίς καθοδήγηση και στηρίγματα, θα κληθούν, για μια ακόμη χρονιά, να αυτενεργήσουν και να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, λειτουργώντας σε αχαρτογράφητα και πολύ, μα πάρα πολύ θολά νερά. Και εννοείται ότι θα είναι εκείνοι που θα δεχτούν τα πυρά της κοινής γνώμης και των γονιών του κάθε μπούλη ή μπούλας που δεν θα καταφέρει να εισαχθεί στην Ιατρική και να γίνει ερευνητής πρώτου μεγέθους και να πάρει και το Νόμπελ, επειδή δεν θα ξέρει την τύφλα του τη μαύρη, ώστε να χαρακτηρίσει σωστά έναν «πρωταγωνιστή» λογοτεχνικού κειμένου!



Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Λ. Α.


«Λειτουργικός Αναλφαβητισμός: Είναι η γνώση που δεν αφομοιώνεται, δεν γίνεται κατανοητή και άρα δεν εφαρμόζεται από μία προσωπικότητα που συρρικνώνεται, διαστρεβλώνεται κι εκφυλίζεται και η έκφραση που αδυνατεί να εκδηλωθεί και να παράγει αποτελέσματα.
Με την λέξη “λειτουργικός” νοείται αυτός που διαθέτει όχι γνώση, αλλά ΕΠΙΓΝΩΣΗ της γνώσης, είναι ικανός να ενεργεί και να αναλαμβάνει έλεγχο κι ευθύνη του ελέγχου, αυτός που είναι ικανός να χειρίζεται καταστάσεις και πράγματα. Εύκολα διαφοροποιεί ανομοιότητες, δεν ταυτοποιεί ανόμοιους συσχετισμούς και κατανοεί αφηρημένες έννοιες.»

Αν βρίσκεστε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ή την έχετε ήδη ολοκληρώσει και δεν αντιλαμβάνεστε το νόημα του προηγούμενου αποσπάσματος, δυστυχώς για εσάς, ανήκετε στην κατηγορία των «λειτουργικά αναλφάβητων» ανθρώπων. Και με βεβαιότητα, αυτοί είναι πολλοί και βρίσκονται γύρω μας και έχουν άποψη -για την πολιτική, για την οικονομία, για την εκπαίδευση, για το μεταναστευτικό, για… όλα. Και όχι μόνο «έχουν», όπως πιστεύουν, άποψη για όλα αλλά τη διατυπώνουν κιόλας. Το κάνουν στις κοινωνικές συναθροίσεις, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στους εκπαιδευτικούς των παιδιών τους, παντού και σε όλους.
Με απλά λόγια και για να συμβάλω στη στήριξη του συγκεκριμένου τμήματος της κοινωνίας μας, ως “λειτουργικά αναλφάβητο” χαρακτηρίζουμε το άτομο το οποίο μπορεί να διαβάζει (δεν είναι άρα “οργανικά αναλφάβητο”) αλλά αδυνατεί να κατανοήσει όσα διαβάζει αλλά και όσα ακούει. Με ακόμη πιο απλά λόγια, αδυνατεί να αντιληφθεί τις εξελίξεις -και άρα να προσαρμοστεί σε αυτές- αλλά και τον περίγυρό του -και άρα να συνεννοηθεί ακόμη και για τις πιο απλές διαδικασίες (π.χ. τι να αγοράσει από το super market ή πού και τι ώρα θα συναντήσει την παρέα) με αυτόν.
Ο “λειτουργικά αναλφάβητος” αδυνατεί να κατανοήσει και να αποδώσει περιληπτικά το περιεχόμενο ενός (ακόμη και) απλού κειμένου. Αδυνατεί να αντιληφθεί πλήρως τα ζητούμενα μιας άσκησης ή ενός προβλήματος στη Φυσική ή τα Μαθηματικά. Αδυνατεί να συνειδητοποιήσει το νόημα ενός πολιτικού, οικονομικού ή (ακόμη χειρότερα) επιστημονικού άρθρου*.
Η παρατήρηση αυτή εξηγεί πολλά στοιχεία της καθημερινότητας. Έτσι εξηγείται το υψηλό ποσοστό αποτυχίας στις πανελλαδικές. Έτσι γίνεται αντιληπτό το υψηλό ποσοστό εκείνων που πιστεύουν ότι μας ψεκάζουν (33%) αλλά κι εκείνων που πιστεύουν στα ζώδια (πάνω από 50%), στις εναλλακτικές θεραπείες, στις ψευδοεπιστήμες και τους κάθε είδους αγύρτες (χαρτορίχτρες, καφετζούδες…). Έτσι δικαιολογείται η πίστη στον κάθε μορφής λαϊκισμό (σκίσιμο μνημονίων, ορχήστρες στον ρυθμό των οποίων θα χόρευε η Ευρώπη κ.τ.λ.). Έτσι, τέλος, βρίσκουν εξήγηση τα υψηλά ποσοστά κατάθλιψης και αυτοκτονιών που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια. Ο “λειτουργικά αναλφάβητος” αδυνατεί να κατανοήσει την πραγματικότητα και τις απαιτήσεις της, οπότε και είναι αδύνατον να προσαρμοστεί και να ανταποκριθεί σε αυτές.
Ο “λειτουργικά αναλφάβητος” αναζητά απλοϊκές λύσεις και κυρίως απαντήσεις για μια καθημερινότητα, την οποία δεν αντιλαμβάνεται. Και φυσικά τέτοιες του δίνουν οι λαϊκιστές και οι κάθε είδους εκμεταλλευτές της ανοησίας, της σύγχυσης και της άγνοιας που κυριαρχούν.
Κι ενώ ο “οργανικά αναλφάβητος” του παρελθόντος αποτελούσε μικρό κίνδυνο για την κοινωνία, αφού δεν διέθετε τα τυπικά προσόντα για κατάληψη δημόσιων θέσεων, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους “λειτουργικά αναλφάβητους”. Αυτοί είναι απόφοιτοι Λυκείου ή και Πανεπιστημίου (σκεφθείτε πόσοι μπήκαν σε αυτό με βαθμούς που προκαλούν θλίψη), έχουν αγοράσει και μεταπτυχιακό σε αρκετές περιπτώσεις. Αυτό σημαίνει ότι διαθέτουν τα τυπικά προσόντα για την κατάληψη μιας δημόσιας θέσης. Μπορούν να γίνουν Σύμβουλοι Στρατηγικού Σχεδιασμού, μετακλητοί σε υπουργεία, γ.γ. υπουργείων, υπουργοί και δεν συμμαζεύεται. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται περισσότερες διευκρινίσεις για τον κίνδυνο που συνθέτει το πρόβλημα.
Θα πρέπει άραγε να γίνουμε οπαδοί της θεωρίας των ψεκασμών για να αιτιολογήσουμε την κατάσταση και την έκτασή της; Σίγουρα όχι. Τα αίτια είναι πολύ πιο χειροπιαστά. Φταίει η πολύωρη επαφή παιδιών και εφήβων με την εικόνα της τηλεόρασης και των μ.κ.δ.. Άρα φταίνε οι γονείς που δίνουν χώρο σε αυτό. Φταίει η συνεχής υποβάθμιση των απαιτήσεων στο πλαίσιο του σχολείου. Άρα φταίνε οι πολιτικοί και οι λαϊκιστικές πολιτικές τους και ίσως κάποιοι εκπαιδευτικοί που δεν αντιδρούν σε αυτό. Φταίνε τα πρότυπα επιτυχίας που προβάλλουμε διαρκώς στη νέα γενιά. Άρα φταίνε τα μ.μ.ε. και οι χαζομανάδες που δείχνουν τον θαυμασμό τους για τηλεοπτικούς αστέρες που αποτελούν εκφραστές της ανοησίας.
Το πρόβλημα υφίσταται, γνωρίζουμε τις αιτίες του αλλά είναι αδύνατον να κάνουμε και πολλά, αφού οι βασικοί κοινωνικοί θεσμοί έχουν χάσει τη δυνατότητά τους να παρέμβουν ουσιαστικά και συστηματικά.
Οπότε… ο Θεός να μας φυλάει!



* Σύμφωνα με την UNESCO (27.11.1978) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1987) ο λειτουργικός αναλφαβητισμός ορίζεται ως απώλεια της ικανότητας ενός ατόμου, που έχει παρακολουθήσει την υποχρεωτική εκπαίδευση, να κατανοεί με επάρκεια τον προφορικό και γραπτό λόγο, να διατυπώνει με σαφήνεια την σκέψη του, να κάνει αφαιρετικούς συνειρμούς, να αναπτύσσει κριτική σκέψη, να εκμεταλλεύεται ευκαιρίες για βελτίωση των γνωστικών του δεξιοτήτων κ.λ.π.

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019

Δεν τον συμφέρει να δουλεύει

Το κατσικάκι στη γάστρα ήταν υπέροχο. Αδιάψευστος μάρτυρας τα... ανύπαρκτα υπολείμματα στην πιατέλα. Χορτασμένοι πια επιδοθήκαμε σε κουβέντα με τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας. Νέος άνθρωπος, με όρεξη για δουλειά, ευγενέστατος με την πελατεία, μερακλής με μια κουβέντα. Αποφάσισε να αναλάβει και να συνεχίσει την οικογενειακή επιχείρηση στο ορεινό χωριό. Και δείχνει -σε αντίθεση με το γενικότερο κλίμα εθνικής μιζέριας- ιδιαίτερα ικανοποιημένος.
Όπως μας μετέφερε, η δυσκολία και μόνιμο πρόβλημα, ιδίως σε περιόδους με αυξημένη κίνηση, το ότι αδυνατεί να βρει προσωπικό. Σε μια χώρα που στενάζει, όπως φημολογείται, από την ανεργία, μας φάνηκε παράξενο. Βλέποντας την απορία μας βάλθηκε να μας εξηγεί.
«Να» ξεκίνησε, «το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είχα κανονίσει με ένα παλικάρι από τα Τρίκαλα να έρθει για δουλειά. Εξασφαλισμένη διαμονή, εξασφαλισμένο φαγητό, καλό μεροκάματο, φιλοδωρήματα και, βέβαια, ασφάλιση. Υπολόγισα ότι “καθάρισε” περίπου 200€ για δουλειά δυο ημερών».
Πρόχειρα υπολογίσαμε ότι το «παλικάρι», με δουλειά δυο ημερών την εβδομάδα, θα «καθάριζε» περίπου 700€ με 800€ τον μήνα. Κι αυτό για τους περισσότερους μήνες του χρόνου. Εννοείται ότι κανείς τον εμπόδιζε να κάνει και κάτι άλλο τις υπόλοιπες ή κάποιες μέρες της εβδομάδας ενισχύοντας το εισόδημά του.
«Ναι, αλλά» συνέχισε ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, «χθες του τηλεφώνησα, για να επιβεβαιώσω ότι θα έρθει και το επόμενο Σαββατοκύριακο, όπως είχαμε συμφωνήσει. Η απάντηση που πήρα ήταν ότι δεν θα έρθει. Όταν τον ρώτησα, αν βρήκε κάτι άλλο να κάνει, μου είπε ότι δεν είχε βρει. Μου φάνηκε παράξενο, γιατί ξέρω ότι προέρχεται από οικογένεια χωρίς οικονομική άνεση, οπότε και επέμεινα για ποιον λόγο δεν θα ερχόταν. Η απάντησή του ήταν ότι “δεν τον συμφέρει”. Κι ακόμη δεν έχω καταλάβει τι δεν τον συμφέρει. Να δουλεύει;».
Στους περισσότερους φαντάζει εξωπραγματικό αλλά μια κουβέντα με επιχειρηματίες κάθε κλάδου μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η στάση του «παλίκαρου» δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Μεγάλο μέρος της νέας γενιάς δεν αντέχει τη δουλειά στο bar, στην ταβέρνα, στο εργοστάσιο, στο χωράφι, στην κατασκευαστική εταιρεία, στο γραφείο μελετών, στο λογιστικό γραφείο, στο φροντιστήριο,... Παντού.
Το «παλικάρι» της ιστορίας και μάλλον πολλά ακόμα «παλικαράκια» και «παλικαρίνες» βρίσκουν ασύμφορο το να εργάζονται. Βρίσκουν πιο συμφέρον να αράζουν, να πίνουν καφέδες με την παρέα, να μένουν στο σπίτι των γονιών μέχρι να σιτέψουν. Η δουλειά είναι ασύμφορη. Τα αραλίκι συμφέρει.
Έχουν δει τα πράγματα αλλιώς. Και σε μεγάλο βαθμό φταίει γι αυτό η υπερπροστατευτική και άκρως συντηρητική ελληνική οικογένεια. «Γι αυτό τον/την/το σπούδασα» ακούμε συχνά από γονείς που πιστεύουν ότι οι ίδιοι πήραν αξία, επειδή το παιδί τους «σπούδασε». Το γεγονός ότι αρκετοί μπήκαν σε κάποιο πανεπιστήμιο με τέσσερις και με πέντε χιλιάδες μόρια, το ότι κάποιοι πλήρωσαν για ένα πανεπιστήμιο αμφιβόλου αξίας στο εξωτερικό, το ότι πλήρωσαν για το πτυχίο ενός κολλεγίου στη μεγαλούπολη ή έβγαλαν μια σχολή στο ΙΕΚ της γειτονιάς τους, πιστεύουν ότι τους δίνει το δικαίωμα να διεκδικήσουν το απόλυτο όνειρο του νεοέλληνα: μια θέση και μάλιστα μόνιμη στο δημόσιο. Καθετί διαφορετικό δεν αρμόζει στα... προσόντα και στο πρεστίζ που απέκτησαν μέσω των σπουδών τους.
Φταίει εξίσου και το υπερπροστατευτικό κράτος μας, που προτιμάει να ανοίγει αχρείαστες θέσεις στο δημόσιο και να επιδοτεί την αεργία από το να χρηματοδοτεί τη δημιουργία παραγωγικών θέσεων. Δίνει με τον τρόπο αυτόν την αίσθηση ότι ο κάθε κακομοίρης μπορεί να βολευτεί σε μια θεσούλα από την οποία κανείς δεν θα μπορεί να τον ξεκουνήσει ή για την οποία δεν θα δεχτεί τον παραμικρό έλεγχο.
Σε ένα μεγάλο τμήμα της νέας γενιάς φαίνεται ασύμφορη μια δουλειά που απαιτεί. Ό,τι κι αν απαιτεί. Μπορεί να απαιτεί προσήλωση, μπορεί να απαιτεί υπομονή, ένταση, κόπο πνευματικό ή σωματικό, θετική διάθεση απέναντι στον πελάτη, δημιουργικότητα, πρωτοβουλία, οργάνωση, ...
Αν απαιτεί το παραμικρό, δεν συμφέρει. Εκείνο που συμφέρει είναι η τεμπελιά, τα επιδόματα, η οικονομική στήριξη από το σπίτι και βέβαια, οι ανέξοδες και αδιέξοδες αμπελοφιλοσοφίες για το άδικο σύστημα. Η προσπάθεια, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και ο προσωπικός στόχος βρίσκονται έξω από τη λογική αρκετών, οι οποίοι πιστεύουν ότι η ζωή (και ο καθένας) τούς χρωστάει εκ προοιμίου, που θεωρούν ότι έχουν δικαιώματα αλλά όχι υποχρεώσεις, που παθαίνουν κατάθλιψη και κρίσεις πανικού απέναντι στην παραμικρή ευθύνη.
Όσο για εκείνους που τα καταφέρνουν; Α, μα αυτοί είναι τυχεροί ή έστω προνομιούχοι, πιστεύουν οι περισσότεροι. Μάλλον ως κοινωνία χρειαζόμαστε μια επανεκκίνηση.