Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Παιδιά είναι;

Δεν ήταν να αρθούν τα περιοριστικά μέτρα και η υποχρέωση αποστολής μηνύματος στο 13033, ξεχύθηκαν στους δρόμους, τις πλατείες και τα πάρκα. Ο ένας κολλητά στον άλλον. Σε ορισμένες, δε, περιπτώσεις ο ένας πάνω στον άλλον.
Κι εκεί φάνηκε ξεκάθαρα ότι εκείνο που έλειψε από τους πολλούς δεν ήταν η έξοδος από το σπίτι. Αυτή μπορούσαν να την έχουν και κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής απομόνωσης. Όχι, εκείνο που τους έλειψε, τελικά, ήταν ο συνωστισμός. Το να είναι τόσο δίπλα στον άλλον, ώστε να μυρίζουν τις μασχάλες του, να είναι αδύνατη η αποφυγή των μικρών εκείνων σταγονιδίων σιέλου που εκτοξεύονται με την ομιλία, πολύ δε περισσότερο με τις άναρθρες κραυγές, οι οποίες από ορισμένους λογίζονται ως επικοινωνία.
Και κάποιοι να προσπαθούν να δικαιολογήσουν αυτή την επιλογή με το αφάνταστης ανοησίας επιχείρημα: «Ε, παιδιά είναι». Μα τι ρατσισμός; Λες και όλα τα παιδιά είναι ίδια, πρέπει να είναι ίδια. Μια μάζα υπάρξεων ανόητων, ανασφαλών, μέτριων προσδοκιών, η οποία δικαιολογείται να εκδηλώνει όποια συμπεριφορά της κατεβαίνει στο -μάλλον- αδειανό κεφάλι.

«Παιδιά είναι», ακούγεται συχνά στην προσπάθεια να δικαιολογηθεί κάθε βλακώδης συμπεριφορά των... παιδιών. Τα «παιδιά» αυτά, βέβαια, δεν είναι και τόσο παιδιά. Γιατί παιδί είναι κάποιος μέχρι τα δέκα, άντε βαριά τα δώδεκα χρόνια του. Μετά είναι έφηβος. Και η κοινωνία περιμένει από αυτόν ανάλογη συμπεριφορά. Αυτό κρατάει μέχρι τα δεκαοχτώ του. Μετά μετατρέπεται σε ενήλικο. Και η κοινωνία περιμένει από αυτόν μια άλλη ανάλογη συμπεριφορά.
Κι αν κάποιος στην εφηβεία του ή την ενήλικη ζωή του συνεχίζει να εκδηλώνει παιδιάστικες συμπεριφορές, αυτό δεν τον καθιστά παιδί. Τον καθιστά κάτι άλλο που η ανατροφή μου δεν μου επιτρέπει να το πω.
Οπότε, το «παιδιά είναι», όταν αναφέρεται και προσπαθεί να δικαιολογήσει συμπεριφορές ατόμων που δεν είναι πλέον παιδιά, σημαίνει δύο πράγματα: 
Το πρώτο λέγεται λαϊκισμός και χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς, οι οποίοι προσπαθούν να καλοπιάσουν τους βλαμμένους νέους αιτιολογώντας τις βλαμμένες συμπεριφορές τους, μπας και κερδίσουν κανένα ψηφαλάκι. Ως γνωστόν η ψήφος του βλαμμένου είναι ισοδύναμη με την ψήφο του ευφυούς. 
Με την ίδια λογική χρησιμοποιείται και από εκπαιδευτικούς. Αυτοί, βέβαια, δεν αποσκοπούν στις ψήφους των βλαμμένων -εκτός κι αν σκοπεύουν να πολιτευτούν κάποια στιγμή- αλλά στην εύνοιά τους που μπορεί να μεταφράζεται ποικιλοτρόπως (ησυχία στη σχολική αίθουσα, εγγραφή στο φροντιστήριο, ιδιαιτεράκι).
Το δεύτερο λέγεται ανασφάλεια και συνήθως αποτελεί έκφραση των γονιών του κάθε βλαμμένου, οι οποίοι έτσι προσπαθούν να συγκαλύψουν την ανεπάρκεια και την ανικανότητά τους να προσφέρουν έστω τα βασικά εφόδια στο βλαμμένο τους, ώστε να πάψει κάποια στιγμή να είναι και να συμπεριφέρεται ως τέτοιο. Με το «έεελα μωρέ, παιδιά είναι» επιρρίπτουν την ευθύνη για την ανωριμότητα, την ανοησία, τη μετριότητα των παιδιών τους στη «Φύση» και όχι στις δικές τους παραλείψεις.

Σε κάθε περίπτωση η φράση διατυπώνεται για να εξυπηρετήσει κάποιους και με βεβαιότητα όχι τα... παιδιά. Κι αυτό δεν είναι συμπέρασμα της στιγμής. Είναι απόρροια της καθημερινής επαφής, επί τριάντα χρόνια, με πολλά παιδιά και εφήβους. Κι αυτή η καθημερινή επαφή δημιουργεί τη σιγουριά ότι όλα τα παιδιά και έφηβοι δεν είναι ίδιοι. Θα ήταν δραματικό. Διαφέρουν και μάλιστα πολύ. Υπάρχουν παιδιά βλαμμένα αλλά και παιδιά ώριμα. Υπάρχουν τα ό,τι νάναι αλλά και τα πειθαρχημένα. Υπάρχουν εκείνα που απλώς «θέλουν» κι εκείνα που προσπαθούν. Εκείνα που αισθάνονται αφόρητη κούραση, γιατί δυσκολεύονται να πάρουν μέρος ακόμη και σε μια κουβέντα για τις εναλλαγές του καιρού κι εκείνα που χαίρονται μια συζήτηση που αρχίζει από κάπου και οδηγεί σε μια εξέλιξη. Και η συζήτηση για τον καιρό δεν οδηγεί πουθενά. Όση κουβέντα και να γίνει γι αυτόν, μένει ανεπηρέαστος. Αν είναι να βρέξει, θα βρέξει όσο κι αν τραβήξει η συζήτηση.
Υπάρχουν, λοιπόν, εκείνα τα παιδιά που αποφεύγουν τον συνωστισμό, γιατί δεν επιτρέπει τη συζήτηση, την επικοινωνία, τη χαλάρωση που πρέπει να προσφέρει η έξοδος. Υπάρχουν, όμως, κι εκείνα που τον επιδιώκουν, γιατί τους δίνει υλικό για κουβέντα. Και η κουβέντα είναι το κουτσομπολιό, ο σχολιασμός -συνήθως- κακεντρεχής των άλλων.
Οπότε ναι, «παιδιά είναι» αλλά τι σόι παιδιά, βλαμμένα ή από τα άλλα, τα αξιόλογα; Μην τα βάζουμε όλα στο ίδιο τσουβάλι. Είναι κρίμα κι άδικο. Και μην ακούσω το τραγικό «Εεε, πόσα παιδιά είναι έτσι; Τα περισσότερα είναι ό,τι νάναι», γιατί την έχω την απάντηση: τα λίγα πετυχαίνουν, τα περισσότερα συμβιβάζονται.



Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Αδιόρθωτοι

Με την έναρξη της αναγκαστικής απομόνωσης έγραφα ότι η συγκεκριμένη θα μπορούσε να αποτελέσει μια περίοδο-ευκαιρία για διορθώσεις. Κρατούσα, βέβαια, μικρό καλάθι. Ποτέ άλλωστε δεν αποτέλεσα οπαδό των θαυμάτων.
Η καραντίνα ήρθε κι έφυγε -κάτι που δεν συνέβη και με τον κορωνοϊό, ο οποίος φαίνεται ότι μας λάτρεψε- χωρίς, δυστυχώς, να βελτιώσει και πολλά. Το πολυπόθητο «άνοιγμα» έδειξε ότι η πλειονότητα απλώς εγκλωβίστηκε αναγκαστικά για κάποιες εβδομάδες σπαταλώντας τον χρόνο που, κυριολεκτικά, της χαρίστηκε χωρίς διάθεση και, μάλλον δυνατότητα για οποιαδήποτε βελτίωση. Φανέρωσε τη γύμνια των περισσοτέρων απέναντι στην πρόκληση για κάτι θετικό.
Η άρση των μέτρων βρήκε τους πολλούς ίδιους και χειρότερους. Αδιάψευστος μάρτυρας οι ουρές έξω από τα καταστήματα ένδυσης και υπόδησης, ο συνωστισμός στους κεντρικούς πεζοδρόμους, η κοσμοπλημμύρα στις πλατείες και τα νεανικά στέκια, τα επεισόδια με τους αστυνομικούς, η μη χρήση μάσκας σε κλειστούς χώρους, η αδιαφορία για τις αποστάσεις...
Ευτυχώς έχω πάψει να απογοητεϋομαι. Ήταν ένα από τα κέρδη που αποκόμισα κατά την περίοδο της αιτιολογημένης απομόνωσης. Διάβασα και συνειδητοποίησα ότι η απογοήτευση που νιώθουμε δεν προέρχεται από τις συμπεριφορές των άλλων αλλά από τη διάψευση του τι περιμένουμε από αυτούς. 
Κι έτσι είναι! 
Είναι, τελικά, λάθος να περιμένεις ότι ένας άνθρωπος χωρίς βάσεις παιδείας, θα την επιδιώξει ξαφνικά. Είναι πιο πιθανό να οδηγηθεί σε κατάθλιψη, εξαιτίας της ανίας που του προκαλεί ο χρόνος που του δόθηκε, παρά να αναζητήσει τρόπους αξιοποίησης αυτού του χρόνου με δημιουργικό τρόπο.
Όταν υπάρχουν σπίτια που δεν διαθέτουν έστω μια υποτυπώδη βιβλιοθήκη, είναι, τελικά, αδύνατον να περιμένουμε από το παιδί ή τον έφηβο, που κλήθηκε να περάσει κάποιες εβδομάδες σε τέτοιο σπίτι, να αρχίσει το διάβασμα. Του λείπει η εικόνα του ανθρώπου που διαβάζει και βέβαια του λείπει το αντικείμενο. Γιατί χωρίς βιβλία στο σπίτι τι θα διάβαζε; Τις οδηγίες χρήσης του αντισηπτικού ή εκείνες των ηλεκτρικών συσκευών του νοικοκυριού θα διάβαζε; Θα ήταν εξαιρετικά βαρετό και αποτρεπτικό από κάθε μελλοντική πιθανότητα ανάγνωσης.
Είναι, τελικά, εξαιρετικά ανόητο να πιστεύεις ότι εκείνος που συνδέει την ύπαρξή του με τη βοή (μιας μόνιμα ανοιχτής τηλεόρασης ή ανθρώπων που κινούνται γύρω του), θα αξιοποιήσει ξαφνικά τη γαλήνια ησυχία που μας δώρισε ο περιορισμός των μετακινήσεων. Η ησυχία γι αυτόν ισοδυναμεί με θάνατο, γι αυτό και μόλις του δόθηκε η ευκαιρία αναζήτησε τις πολύβουες πλατείες.
Είναι, τελικά, βλακώδες να ελπίζεις ότι ο μαθητής που δεν είχε στόχους, πρόγραμμα και διάθεση για μελέτη π.Κ. θα αποκτούσε έστω κάτι από αυτά μ.Κ. επειδή βρέθηκε απομονωμένος διαθέτοντας άπειρες κενές ώρες.
Κινείται, τελικά, στον χώρο της φαντασίας η πίστη ότι εκείνος που δεν σεβάστηκε ποτέ τον άλλον, θα τον σεβαστεί τώρα, ότι εκείνος που αποκτούσε υπόσταση καταναλώνοντας, τώρα θα επένδυε σε κάτι διαφορετικό.
Ένα από τα πιο γελοία και κενά περιεχομένου συνθήματα των δυστυχισμένων συνανθρώπων μας, κατά τη διάρκεια των μέτρων αναστολής των δραστηριοτήτων μας, υπήρξε και το «θέλουμε τη ζωή μας πίσω» εννοώντας αφήστε μας να περνάμε τις ώρες μας αγοράζοντας ό,τι άχρηστο μας επιβάλλει η διαφήμιση. Αφήστε μας να κάνουμε άσκοπα σουλάτσο για ατελείωτες ώρες. Αφήστε μας να μην κάνουμε τίποτε αλλά από δική μας επιλογή. Αφήστε μας απλώς να σβήνουμε λεπτά, ώρες, μέρες μέχρι και τον φυσικό θάνατο (γιατί ο πνευματικός ήδη έχει επέλθει).
Όπως και να έχει, είναι αργά πια για διορθώσεις. Μια εξαιρετική ευκαιρία κατασπαταλήθηκε.


Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

Και τώρα κάποιος να τους πει το μυστικό...

Η κατάσταση πρόκειται να ξεφύγει τελείως και μέχρι ενός σημείου, αυτό μπορεί να δείχνει λογικό. Μπορεί να δείχνει αλλά δεν είναι. Οι τόσες εβδομάδες αναγκαστικού εγκλεισμού, οι ατελείωτες ώρες απομόνωσης έχουν οδηγήσει κάποιους στο κόκκινο. Τσιάταλο το νεύρο, στα όριά της η υπομονή, εκτός κάθε ελέγχου η ανιαρή συνύπαρξη με το «εγώ». Θέλουν απεγνωσμένα να βγουν.

Εννοείται ότι δεν αναφέρομαι σε εκείνους των οποίων η επιβίωση εξαρτάται πραγματικά από την άρση των περιορισμών ή έστω τη χαλάρωσή τους. Γιατί, εκτός από κάποιους -και στη χώρα μας είναι αρκετοί- που έχουν εξασφαλισμένο εισόδημα ή κάποιο αποκούμπι, για όσο κρατήσει η απειλή (και τουλάχιστον μέχρι να απευθυνθούμε εκ νέου στο Δ.Ν.Τ.), υπάρχουν κι εκείνοι που δεν έχουν την πολυτέλεια να εκλάβουν την καραντίνα ως πληρωμένες διακοπές. Τη ζουν ως καθημερινή αγωνία επιβίωσης.

Αναφέρομαι σε όσους επιθυμούν απεγνωσμένα να βγουν για να δουν και να τους δουν. Σε εκείνους που θέλουν να βρεθούν με τα φιλαράκια και να ξεσαλώσουν. Σε κάποιους που ονειρεύονται να αποκτήσουν ξανά ρίζα ξανθιά, πλατινέ, σουηδική και να την περιφέρουν στους κοινωνικούς κύκλους τους. Σε ορισμένους που νομίζουν ότι η χαλάρωση των μέτρων ταυτίζεται με την, ως δια μαγείας, εξαφάνιση της πανδημίας του κορωνοϊού.

Σε αυτούς ακριβώς κάποιος θα πρέπει να το ξεφουρνίσει το μυστικό. Να τους το ψιθυρίσει, για να είναι έστω και ελάχιστα υποψιασμένοι. Μη βρεθούν προ απροόπτου και πάθουν καμιά ζημιά, γιατί δεν θα προλαβαίνουμε να μετράμε αυτοκτονίες. Θα φτάσει το θανατικό εκεί που δεν έφτασε εξαιτίας της πανδημίας.

Όλοι αυτοί, καλό είναι να μάθουν ότι ο αόρατος δια γυμνού οφθαλμού, άτιμος και ύπουλος ιός είναι ακόμη εκεί έξω και καραδοκεί περιμένοντας τα ανυποψίαστα θύματά του. Κι αυτό θα το γνώριζαν ήδη όλοι, αν διέθεταν έστω ίχνη του οργάνου που λέγεται μυαλό. Και θα το ήξεραν, αν ελάχιστα επεξεργάζονταν όσα ακούν. Γιατί δεν μπορεί να μην ακούν καθημερινά για νέα κρούσματα, για νέους θανάτους, για νέες διασωληνώσεις. Κι όλα αυτά ενώ βρισκόμαστε ακόμη σε αυστηρό περιορισμό. Δεν μπορεί να μην ακούν, επίσης, ότι ούτε φάρμακο ούτε εμβόλιο διαθέτουμε και ίσως πάρει (πολύ ή και πάρα πολύ) καιρό για να έχουμε στη διάθεσή μας κάτι από αυτά τα δυο.

Να βρεθεί, λοιπόν, κάποιος να τους προετοιμάσει, όλους αυτούς, ότι η χαλάρωση των μέτρων δεν θα είναι παρά ένα πείραμα με αποτελέσματα που θα αξιολογηθούν για τις επόμενες κινήσεις και πιθανόν... καραντίνες. Αποτελέσματα που θα εξαρτηθούν από τις επιλογές και τις συμπεριφορές όλων μας.

Θα χαιρόμουν πολύ να επιστρέψω σε αρκετές από τις συνήθειές μου π.Κ.*. Οι περισσότεροι, φαντάζομαι το θέλουν διακαώς. Δυστυχώς, όμως, αυτή η ολοκληρωτική επάνοδος θα αργήσει αισθητά.

Μου έλεγαν κάποιοι μαθητές μου ότι δεν βλέπουν την ώρα και τη στιγμή που θα ξαναβρεθούμε από κοντά. Μου κάνει εντύπωση, βέβαια, για ποιον λόγο ο οποιοσδήποτε να θέλει να βρεθεί μαζί μου από κοντά, αλλά θα μου πείτε ότι ο κόσμος έχει γεμίσει παλαβούς. Όταν, όμως, τους επισημαίνω ότι κάτι τέτοιο εγκυμονεί τον κίνδυνο να νοσήσει κάποιος από τους καθηγητές τους ή και οι ίδιοι, λίγο πριν τις πανελλαδικές, τότε μπαίνουν σε δεύτερες σκέψεις. Εννοείται ότι το να μείνουν χωρίς στηρίγματα τους κάνει να επανεξετάσουν και τελικά να βάλουν σε δεύτερη μοίρα την ενστικτώδη κοινωνικότητά τους. Στη σκέψη και μόνο ότι θα οδηγηθούν σε επαναληπτικές εξετάσεις αρρωσταίνουν, ευτυχώς όχι από κορωνοϊό.

Μου λένε άλλοι μαθητές ότι δεν θέλουν οι πανελλαδικές να πάνε τον Σεπτέμβριο, ώστε να μπορέσουν το καλοκαίρι να κάνουν τις διακοπές που είχαν ονειρευτεί και (ορισμένοι) έχουν ήδη οργανώσει. Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, δηλαδή. Όταν, βέβαια, έρχονται αντιμέτωποι με την πραγματικότητα που θα πλήξει και τις τουριστικές συνήθειές μας, καταλαβαίνουν ότι τα club και τα μπαράκια και οι ταβέρνες στους τουριστικούς προορισμούς σε τίποτα θα θυμίζουν φέτος την κοσμοπλημμύρα για την οποία τόσα και τόσα έχουν ακούσει από τελειόφοιτους προηγούμενων χρόνων, και τότε η προσμονή τους μετριάζεται και θέτουν πιο ρεαλιστικούς στόχους.

Κανείς δεν θέλει τα μέτρα να συνεχιστούν με την ίδια αυστηρότητα. Αλλά και κανείς δεν πρέπει να πράξει ανεύθυνα, όταν με το καλό(;) κληθούμε να λειτουργήσουμε σε ένα πιο ελεύθερο πλαίσιο αναλαμβάνοντας ο καθένας την ατομική ευθύνη του.

Κυρίως, όμως, κανείς δεν πρέπει να έχει στο μυαλό του ότι η ζωή μας θα συνεχιστεί από εκεί που είχε σταματήσει, από εκεί που την είχαμε αφήσει. Για αρκετό διάστημα (το πόσο ακριβώς θα εξαρτηθεί από το πότε θα έχουμε στη διάθεσή μας ένα ασφαλές φάρμακο και ένα αποτελεσματικό εμβόλιο) δεν θα μπορούμε να είμαστε ιδιαίτερα διαχυτικοί, δεν θα έχουμε τη δυνατότητα να είμαστε πολύ κοινωνικοί. 

Δεν είναι μυστικό, είναι η πραγματικότητα που, θέλουμε δεν θέλουμε, θα κληθούμε να ζήσουμε. Ο φόβος και η αγωνία θα μας συνοδεύουν, θα μας περιορίζουν σαν αόρατη δύναμη και θα καθορίζουν τις συμπεριφορές μας για... όσο χρειαστεί.



*προ Κορωνοϊού



Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Viral

Λοιπόν, κάθισα και το φιλοσόφησα το πράγμα. Για κάποιον περίεργο λόγο η φιλοσοφία πάει με το καθισιό, εξ ου και το «κάθισα και το φιλοσόφησα το πράγμα». Η καλή φιλοσοφία δεν γίνεται ούτε περπατώντας ούτε ξαπλώνοντας. Γι αυτό και υπάρχει διάκριση μεταξύ «αμπελοφιλοσοφίας», που σημαίνει τις βλακώδεις σκέψεις και τα αυθαίρετα συμπεράσματα, και της «φιλοσοφίας», η οποία μας βοηθάει να αντιληφθούμε τον κόσμο, τη ζωή και άλλα μεγαλειώδη θέματα.

Διαβάζοντας διάφορες θεωρίες, οι οποίες προσπαθούν να ερμηνεύσουν την κατάσταση που βιώνουμε και να αναδείξουν τις σκοτεινές δυνάμεις και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τα μέτρα αυστηρού περιορισμού και αναγκαστικής απομόνωσης, συνειδητοποιώ ότι καμιά τους διαθέτει έστω και ψήγματα λογικής. Είναι στο σύνολό τους ανυπόστατες, ανορθόδοξες, απλοϊκές και τελικά ηλίθιες.

Βγαίνουν κάποιοι και ισχυρίζονται ότι όλη η κατάσταση στήθηκε τεχνηέντως από άθεους, εχθρούς του χριστιανισμού, οι οποίοι βάλθηκαν να αφανίσουν τον Χριστό και την πίστη και τους χριστιανούς και την Εκκλησία και το ιερατείο και τα μανουάλια και τα αντίδωρα και άλλα σχετικά και άσχετα...
Πρόκειται, βέβαια, για μέγιστη ανοησία και δεν χρειάζεται να διαθέτει κάποιος την τετράγωνη λογική του Σέρλοκ Χολμς για να το αντιληφθεί. Μπορεί και με τη λογική άλλου σχήματος να απορρίψει τη θεωρία ως πέρα για πέρα ηλίθια. 
Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, με την πάροδο του Πάσχα δεν θα έπρεπε να αρθούν, έστω σταδιακά, τα μέτρα; Δεν θα έπρεπε να βγουν αυτός ο συμπαθέστατος κύριος, ο Τσιόδρας, και ο άλλος ο πιο αγριωπός, ο Χαρδαλιάς, σήμερα και όλο χαρά να μας ανακοινώσουν ότι αφήνουμε πίσω μας την απομόνωση και επιστρέφουμε στην άθλια καθημερινότητά του ο καθένας; Έγινε κάτι τέτοιο; Όχι, βέβαια! Άρα τζίφος. Αν ο Χριστιανισμός ήταν ο στόχος, τα μέτρα θα είχαν αρθεί και απλώς θα θεσπιζόταν η επαναφορά τους κάθε Κυριακή, ώστε να εμποδίζεται η προσέλευση των πιστών στους ναούς. Από την άλλη, αν κάποιος είχε βάλει στόχο τους χριστιανούς και την Ορθοδοξία, για ποιον λόγο η καραντίνα επιβλήθηκε και σε κοινωνίες ισλαμικές και βουδιστικές και καθολικές και ινδουιστικές και ειδωλολατρικές και πάει λέγοντας; Ε;

Εξίσου ανόητη, όμως, είναι και η ιδέα ότι όλο αυτό στήθηκε για να μας ελέγξουν και να μας παρακολουθούν και να γνωρίζουν τις κινήσεις μας και άλλα τέτοια αντιδημοκρατικά. Μα, καλοί μου άνθρωποι, αν ήθελαν κάποιοι να ξέρουν πού είμαστε ανά πάσα ώρα και στιγμή, θα μας έβαζαν σε καραντίνα; Όχι, βέβαια, και πάλι. Θα μας άφηναν ελεύθερους, θα μας έδιναν και έξτρα δωρεάν megabytes για να ξεσκιστούμε στις selfie, μέρες που είναι. Και να η Μπούλα στο club και να ο Μπούλης στο σκυλάδικο και να ο Φλούφλης στη συνοικιακή καφετέρια με τα κολλητάρια και να η κυράτσα με φρεσκοβαμμένο και φρεσκοχτενισμένο μαλλί στην Ανάσταση και να ο Μπάμπης ο Σουγιάς αγκαλιά με τον οβελία και «να έτοιμο και φέτος το πασχαλινό τραπέζι» και να η τάδε με τα κουμπάρια στο δείνα μέρος και να χαρτί και καλαμάρι οι αυθόρμητες γνωστοποιήσεις και τα chek in και να τα chek out και δώστου φόρα παρτίδα η ζωή του καθενός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και τώρα; Τώρα τίποτα, κενό, μηδέν εις το πηλίκον. Και πώς να μην είναι έτσι; Καραντίνα γαρ. Κλειστά και τα κομμωτήρια, κλειστά και τα ξετριχάδικα και τα νυχάδικα και όλα εκείνα τα μαγαζιά που ειδικεύονται στην ομορφάδα μας. Και τώρα, πώς να αναρτήσει selfie η Φλούφλα με το μουστάκι που το στρίβει πλέον φέρνοντας ολίγον από Οδυσσέα Ανδρούτσο; Και πώς να εμφανιστεί η κυράτσα σε φωτογραφία που όλοι την ήξεραν για ξανθιά με μαλλί πράσο και τώρα θυμίζει κάτοικο της Μαύρης Ηπείρου; Και αυτή η θεωρία μπάζει από παντού και η κατάρριψή της δεν χρειάζεται περαιτέρω σπατάλη φαιάς ουσίας.

Όσο για την αντίληψη ότι όλο αυτό έγινε με αποκλειστικό σκοπό την υποταγή του ανυπότακτου πνεύματος των συμπατριωτών μας... Είναι μόνο για γέλια. Δηλαδή, ρε μάστορα, εσύ που το σκέφτηκες αυτό, κούρασες πολύ το μυαλό σου ή ήταν έμπνευση της στιγμής; Για να μας υποτάξουν εμάς τους επαναστάτες και τους απείθαρχους, έβαλαν σε καραντίνα τον κόσμο όλο; Μεγάλη η χάρη μας. Ξέρεις, όμως, πού μας έχουν γραμμένους οι δυνάμεις του ερέβους; Αν δεν το ξέρεις, ρώτα να το μάθεις αλλά προτείνω να παραμείνεις στην άγνοια και τη χαρά σου (μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι), γιατί η γνώση μπορεί να σε οδηγήσει σε βαθιά κατάθλιψη. Και ποια απειθαρχία μας να ζήλεψαν οι κακοί; Μήπως αυτή που συνδέεται με την οδηγική συμπεριφορά μας; Και ποιον βλάφτει αυτή εκτός από εμάς τους ίδιους; Σκοτωνόμαστε, λοιπόν, από μόνοι μας και αφανίζουμε αθώους συμπατριώτες μας, χωρίς καμιά βοήθεια από τα διεθνή κέντρα που «συνωμοτούν» εναντίον μας.

Δηλαδή, φτάνω στο σημείο να θεωρήσω πιο αληθοφανή μια θεωρία που να ισχυρίζεται ότι όλο αυτό το σκηνικό οφείλεται σε μια συνωμοσία των αμνοεριφίων (κάτι από τη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ*) που βάλθηκαν να επαναστατήσουν κατά του απάνθρωπου(;) σφαγιασμού τους. Και τώρα που το καλοσκέφτομαι... Για ποιον άλλο λόγο τα μέτρα παρατείνονται μέχρι αρχές Μαΐου και αφού θα έχει παρέλθει και η Πρωτομαγιά; Και όλοι ξέρουμε πολύ καλά ότι για τα αμνοερίφια η Πρωτομαγιά δεν είναι επίσης η καλύτερή τους. Για σκεφτείτε το. Μωρέ, viral θα γίνει.


*Οι αναγνώστες δεν πρέπει να οδηγηθούν σε σύγχυση. Η φάρμα ήταν των ζώων και όχι του Όργουελ. Ο Όργουελ απλώς έγραψε το βιβλίο «Η φάρμα των ζώων» και άρα είναι ο συγγραφέας της και όχι ο ιδιοκτήτης της.




Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Περί λύσσας και λυσσασμένων...


Γνωρίζατε ότι καθημερινά πεθαίνουν από λύσσα (ιογενές νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος, αποτελώντας μια λοιμώδη ασθένεια που προκαλείται από διηθητό ιό) περίπου 160 άνθρωποι παγκοσμίως; Ομολογώ ότι δεν το ήξερα (από τα ελάχιστα πράγματα) και τώρα που το έμαθα εντυπωσιάστηκα.
Όχι, δεν θεώρησα μεγάλο τον αριθμό των λυσσασμένων που αποδημούν σε ημερήσια βάση. Τον θεώρησα πολύ μικρό αντίθετα. Upside down, δηλαδή. Κι επειδή αυτή η σκέψη μου μπορεί εύλογα να σας προκαλεί απορίες, εξηγώ πάραυτα.
Ρίξτε μια ματιά γύρω σας. Και δεν υπάρχουν δικαιολογίες του στιλ: είμαστε καραντινιασμένοι και αδυνατούμε να το κάνουμε. Δεν χρειάζεται να ξεκαραντινιαστείτε, για να δείτε εκείνο που θέλω. Άλλωστε τι νούμερο θα στέλνατε στο 13033 για να συμβεί κάτι τέτοιο; Πρόκειται για την αίσθηση των ημερών και δεν πιστεύω ότι είναι αποκλειστικά δική μου.
Με την έναρξη των περιοριστικών μέτρων, και τελείως ξαφνικά, γέμισε ο κόσμος λυσσασμένους. Πήξαμε από δαύτους. Και δεν είναι όλοι οι λυσσιάρηδες ίδιοι. Υπάρχουν λυσσιάρηδες και λυσσιάρηδες.
Κάποιοι λύσσιαξαν, επειδή απαγορεύεται το ψήσιμο του αρνιού με τον παραδοσιακό και βάρβαρο τρόπο που μας έμαθαν από μικρούς. Άλλοι, επειδή οι ναοί κάθε δόγματος και πίστης είναι κλειδαμπαρωμένοι. Κάποιοι, επειδή απαγορεύτηκε η βόλτα σε πολυσύχναστους χώρους. Ορισμένοι, επειδή το ένα, επειδή το άλλο και το παραάλλο.
Πήξαμε στους λυσσασμένους και γι αυτό, η εντύπωση που μου προκλήθηκε από τον μικρό, τελικά, αριθμό των θυμάτων αυτής της καταραμένης ασθένειας. Κι όλη αυτή η λυσσασμένη συμπεριφορά γιατί; Έχει καμιά λογική άραγε;
Την παραμικρή!
Όλη αυτή η συμπεριφορά έχει τη βάση της στη ματαιοδοξία του καθενός και μόνο. Όλοι αυτοί σκίζουν τα ιμάτιά τους (ένδειξη ότι η λύσσα τους βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο), επειδή είναι ματαιόδοξοι και μόνο γι αυτό.
Μα χριστιανούλη μου, μωαμεθανούλη μου, βουδιστούλη μου,... δεν μπορείς να προσευχηθείς κατά μόνας; Τι τον θέλεις τον λατρευτικό χώρο; Και βέβαια μπορείς αλλά δεν θέλεις αυτό. Θέλεις να προσευχηθείς και να σε βλέπουν οι άλλοι πόσο ωραία προσεύχεσαι. Να τους εντυπωσιάζεις με τους μεγάλους σταυρούς σου ή τις βαθιές μετάνοιες. Να βλέπουν πόση ευλάβεια δείχνεις. Και βέβαια, εκείνο που θέλεις σαν... λυσσιάρης είναι εκείνο που ακολουθεί. Τη βόλτα για καφέ και κουτσομπολιό και κέφι. Θα μου πει κάποιος και πώς θα ανάψω και δυο και τρία κεράκια από μακριά. Να μη δουν οι άλλοι ότι ανάβω πολλά; Μην ανησυχείτε, γιατί η τεχνολογία ήρθε να δώσει λύση και σε αυτή την πανανθρώπινη ματαιοδοξία. Λέγεται «keraki.gr» και ήρθε για να προσφέρει απαντήσεις στις δύσκολες στιγμές που περνάμε. Και πριν αρχίσετε τα μου, σου, του, να σκεφτείτε όλους εκείνους τους μοναχούς και τους αναχωρητές που αγιοποιήθηκαν ενώ πέρασαν τη ζωή τους προσευχόμενοι σε ερημιές, αποκομμένοι από το σύνολο.
Και μη μου πείτε ότι δεν είναι ματαιοδοξία όλη αυτή η λύσσα με το ψήσιμο του αρνιού. Θέλεις αρνί, άνθρωπέ μου; Ψήσ’ το στον φούρνο και ντερλίκωσέ το, να το φχαριστηθείς. Βγες στην αυλή σου και βάλ’ το στη σούβλα και φάε σαν αγλέορας. Ποιος σε εμποδίζει να ψήσεις και να χλαπακιάσεις, και να περιδρομιάσεις μέχρι να φτάσεις την πίεσή σου στα σαράντα; Κανείς δεν το κάνει αλλά εσένα δεν σε νοιάζει το αρνί, σε νοιάζει να το παινευτείς στον γείτονα, στον κουμπάρο, στον μπατζανάκη ότι το δικό σου είναι καλύτερο από των άλλων. Σε νοιάζει να δείξεις πόσο μερακλής και καραμπουζουκλής είσαι. Και, βέβαια, σε νοιάζει να συναντήσεις τα ανιψάκια σου και τους λοιπούς συγγενείς και γνωστούς, για να τους ταράξεις στην αμπελοφιλοσοφία και την ανοησία που σε δέρνει και την οποία εσύ θεωρείς ευφυΐα. Και νοιάζει και τη γυναίκα σου, γιατί «τσάμπα τα έφτιαξε τα κουλουράκια, τσάμπα έβαψε τόσο ωραία τα αβγά, τσάμπα η πετυχισιά του τζατζικιού, της μαρουλοσαλάτας και των υπόλοιπων εδεσμάτων;». Αυτά σας νοιάζουν και τίποτε άλλο.
Με απλά λόγια, εκείνοι που κάνουν σαν λυσσιάρηδες δεν έχουν άλλον πόνο από το να δειχτούν στους άλλους. Τα υπόλοιπα είναι συγκάλυψη και στάχτη στα μάτια. Λέγεται ματαιοδοξία και προκαλεί λύσσα.
Και με όλα αυτά, θυμήθηκα μια ιστορία (γεγονός) που μου είχε διηγηθεί η μάνα μου εδώ και χρόνια. Μια μακρινή εξαδέλφη, λοιπόν, κήδευε τον άντρα της, ο οποίος μόλις είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια για άλλους τόπους χλοερούς και αναπαύσεως. Όση ώρα διαρκούσε η τελετή, η εξαδέλφη έκλαιγε γοερά έχοντας αγκαλιά το φέρετρο. Ποτάμι τα δάκρυα. Ο ναός σειόταν από τις οιμωγές. Κάποια στιγμή η πενθούσα γυρίζει προς την αδελφή της, που της συμπαραστεκόταν, και τη ρωτάει χωρίς ίχνος λυγμού και με σταθερή φωνή: «Μαρή*, κλαίω αρκετά δυνατά και φαίνομαι πολύ λυπημένη»;

*Πρόκειται για προσφώνηση σε γυναίκες και δεν έχει την παραμικρή σχέση με το γαλλικό Marie)