Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020

Πράγματι "Χαμένη Γενιά" ή μήπως μια Νέα Γενιά;

Συνηθίζουμε να μιλάμε για "χαμένες γενιές" αλλά και για "χαμένες ζωές" και το κάνουμε με μια ευκολία απαράδεκτα αλαζονική. Αυτοί και άλλοι παρόμοιοι, δραματοποιημένοι χαρακτηρισμοί διατυπώθηκαν, λίγα(;) χρόνια πριν, όταν ενέσκηψε
 η οικονομική κρίση και, βέβαια, ακούγονται σήμερα σαν ένα κακοπαιγμένο και αφόρητα ανιαρό ρεφρέν με αφορμή την εμφάνιση της πανδημίας του κορωνοϊού. Φράσεις δίχως βαθύτερο νόημα, χωρίς αντικειμενικό περιεχόμενο. Δεδομένα έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά στο παρελθόν, απώτερο και πρόσφατο. Κάθε που μια κατάσταση έκανε την εμφάνισή της ανατρέποντας μια ήδη κατεστημένη πραγματικότητα φέρνοντας στο προσκήνιο μια νέα.
Ένας πόλεμος, μια φυσική καταστροφή, μια οικονομική κρίση, μια πανδημία αλλά και -σε πιο προσωπικό επίπεδο- μια ασθένεια, ένα ατύχημα, ένας χωρισμός, ο χαμός ενός προσφιλούς ατόμου, η αναγκαστική μετακίνηση σε έναν νέο τόπο, η απροειδοποίητη απώλεια της εργασίας... ανέκαθεν πυροδοτούσαν φόβο, ανησυχία, άγχος, εντάσεις, αγωνία, απαισιοδοξία και -κυρίως αυτό- σύγχυση και τον επακόλουθο πανικό.
Η διάθεση, δε, δραματοποίησης της κατάστασης -γνώρισμα των περισσοτέρων- πρόσθετε πάντα ένα στοιχείο ανέξοδης και αχρείαστης τραγικότητας. Μια ματιά στο παρελθόν πιστοποιεί ότι δεν μπορούμε να μιλάμε αδιάκριτα για "χαμένες γενιές" ή για "χαμένες ζωές", αποδεικνύει ότι μια ζωή, πολύ περισσότερο, μια γενιά χάνεται όταν τελειώνει. Όταν τελειώνει κυριολεκτικά. Καθημερινά κάποιοι χάνουν τη ζωή τους σε πολέμους, σε δυστυχήματα, από ναρκωτικά, από φυσικές καταστροφές, από ασθένειες, από τυχαία γεγονότα. Ναι τότε μιλάμε για χαμένη ζωή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έρχεται ένα τέλος που δεν αφήνει περιθώρια επαναπροσδιορισμού, επανεξέτασης, επαναπρογραμματισμού (χωρίς, βέβαια, να γνωρίζω τι γίνεται στη μετά θάνατον ζωή). 
Σε κάθε άλλη περίπτωση ανατροπής, όσο βίαιη κι αν είναι αυτή, ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία να προσαρμοστεί, να αναζητήσει και να εντοπίσει ευκαιρίες και διεξόδους, να βάλει σε εφαρμογή νέα σχέδια, να προσπαθήσει διαφορετικά, να αντικρίσει από άλλη και συχνά πιο ώριμη σκοπιά τα δεδομένα. Ιδίως αν είναι νέος. Άρα δεν μπορούμε να μιλάμε για "χαμένη ζωή". Μπορούμε να μιλάμε για "νέα ζωή". Σίγουρα κάτι χάνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Χάνεται η "παλιά ζωή", αυτή που γνωρίζαμε και στην οποία -είναι αλήθεια- είχαμε βολευτεί και κάποτε μας άρεσε. Μας βόλευε η ηρεμία της σταθερότητας, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί από προηγούμενες γενιές.
Μετά τον Α΄ (πάνω από είκοσι εκατομμύρια θύματα, κατάρρευση αυτοκρατοριών...) ή τον Β΄ (εμπλοκή εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων, πάνω από πενήντα εκατομμύρια θύματα) Παγκόσμιο πόλεμο, μετά από προηγούμενες πανδημίες (σαράντα εκατομμύρια νεκροί από την ισπανική γρίπη), μετά από προσωπικές κρίσεις και ατυχή γεγονότα, εμφανίστηκαν νέες συνθήκες και ευκαιρίες πρωτόγνωρες και απρόβλεπτες. Κάποιοι είδαν τις προοπτικές, κάποιοι τις αξιοποίησαν δημιουργώντας μια καλύτερη ζωή. Η ιστορία διδάσκει ότι σημαντικές εξελίξεις προήλθαν από σημαντικές κρίσεις βίαιες, απάνθρωπες, ανατρεπτικές.
Φαίνεται ότι μπροστά σε μια τέτοια πραγματικότητα βρισκόμαστε και τώρα. Κάποιοι έχασαν τη ζωή τους από την ασθένεια. Η μοίρα επιφυλάσσει το ίδιο για κάποιους ακόμη. Όσοι επιβιώσουμε θα έχουμε χάσει κάτι αλλά όχι τη ζωή μας. Θα έχουμε χάσει τη βολή μας, τον πρότερο σχεδιασμό, τις καθημερινές συνήθειές μας, τα εισοδήματά μας ή μέρος αυτών, κοντινούς ανθρώπους, αυτά στα οποία είχαμε μάθει και κάποιοι μας είχαν πείσει ότι θα είναι δεδομένα κι απαράλλαχτα. Ναι αλλά έχουμε την ευκαιρία να συνεχίσουμε. Διαφορετικά ίσως αλλά να συνεχίσουμε να ζούμε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε, να αγωνιζόμαστε. Αρκεί να προσαρμοστούμε. Κι όσο πιο γρήγορα το πετύχουμε, τόσο πιο εύκολα θα αφήσουμε το δράμα πίσω μας και θα βαδίσουμε νέους δρόμους. Δρόμους που δεν είχαμε κάποτε φανταστεί.
Εδώ, όμως, έχουμε ένα μεγάλο πρόβλημα. Και το πρόβλημα είναι η παρεχόμενη συντηρητική διαπαιδαγώγηση, η οποία δεν προετοιμάζει τα νέα παιδιά γι αυτό που ήδη έχει εδραιωθεί, δηλαδή, για μια πραγματικότητα που θα μεταβάλλεται διαρκώς, κάποτε βίαια και ανατρεπτικά. Μαθαίνουμε στη νέα γενιά να δέχεται και όχι να δημιουργεί, να ακολουθεί και όχι να προπορεύεται, να εθίζεται στη στασιμότητα και να απεχθάνεται την αλλαγή, να βαλτώνει κι όχι να προσαρμόζεται.
Κι όμως, η νέα γενιά έχει τη δυνατότητα να είναι πράγματι μια τέτοια, δηλαδή μια πραγματικά και κυριολεκτικά "νέα γενιά", αρκεί να την απαλλάξουμε από το βάρος του συντηρητισμού μας, ώστε να δει πιο μακριά από τα κατεστημένα όρια, να αναζητήσει το καινούριο που τώρα δημιουργείται ή ακόμη καλύτερα να παλέψει για να το διαμορφώσει ως πρωταγωνίστρια. Είναι απαράδεκτο να χαρακτηρίζουμε τη νέα γενιά "χαμένη", επειδή δεν θα ζήσει όπως οι γονείς της. Τότε μάλλον θα ήταν χαμένη. 
Το σημαντικό είναι ότι θα ζήσει, ότι ζει. Σίγουρα καλείται -απολύτως λογικό- να ζήσει διαφορετικά από ό,τι οι γονείς της αλλά αυτό μπορεί να είναι και καλύτερο. Και προσωπικά πιστεύω, ότι θα είναι.



Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Διάσπαση προσοχής και στις... ευχές!!!

Λοιπόν, πριν ξεσαλώσετε και φέτος με τις ευχές, πρέπει να σκεφτείτε σοβαρά κάτι. 

Σκεφτείτε ότι και πέρυσι τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά και των Φώτων και, και, και, το βγάλατε από τα μάτια. Ευχές, ευχές, ευχές. Ευχές για καλή χρονιά, για χρόνια πολλά, για ευτυχία, για επιτυχία, για αγάπη, για στοργή και προδέρμ. Κυρίως όμως, ευχές για Υγεία!!! Μη μου πείτε πως όχι. Οι ευχές για υγεία κατέχουν περίοπτη θέση μεταξύ των άλλων, ανεξάρτητα από την αφορμή. "Υγεία πάνω από όλα" λέμε.

Ωραίααα, και; Τι καταφέρατε με τις απλές ή ευφάνταστες -με βεβαιότητα πολλές- ευχές που δώσατε στα τελειώματα του 2019 και στις αρχές του 2020; 

Μια μεγαλειώδη τρύπα στο ύδωρ.

Και θα αρχίσετε τώρα την γκρίνια, "βρε, άσε τους ανθρώπους στην άγνοιά τους, πες μια ευχή ή ένα ευχαριστώ και άστα να πέσουν κάτω, μη γίνεσαι γκρινιάρης μέρες που είναι, μη λες τίποτε..." και άλλα τέτοια που έχουν ως απώτερο σκοπό να με υποτιμήσουν και να αναδείξουν την "ιδιοτροπία" μου. Ναι, αλλά εδώ δεν πρόκειται για ιδιοτροπία αλλά για ανθρωπιά. Ακριβώς.

Ο στόχος μου δεν είναι να θέσω περιοριστικά όρια στις ευχές που θα δώσετε. Θα το ήθελα αλλά δεν γίνεται. Αυτό ίσως θα μπορούσε να γίνει με ένα 13033 αλλά για ευχές. Θέλεις να στείλεις ευχές; Να δώσεις όσες θέλεις και σε όποιον θέλεις αλλά πριν να παίρνεις άδεια στέλνοντας μήνυμα που θα σου επιτρέπει να το κάνεις. Σε πιάνουν να εύχεσαι χωρίς να έχεις ήδη στείλει μήνυμα; Πρόστιμο και ίσως ολιγοήμερη κράτηση. Θα γλιτώναμε από πολλά και κυρίως θα εξοικονομούσαμε χρόνο για άλλα. Χρόνο από το να σκεφτόμαστε πρωτότυπες ευχές, χρόνο από το να τις διατυπώσουμε, χρόνο από το να απαντήσουμε, να κάνουμε λίκε, να βάλουμε καρδούλα, γέλιο ή ό,τι άλλο.

Τέλος πάντων, αυτό θα ήταν το ιδανικό. Όνειρο θερινής νυκτός. Και κάτι τέτοιο στο καταχείμωνο δεν παίζει να υλοποιηθεί.

Οπότε ας μείνω στην ουσία. και η ουσία είναι μία. Είχα μείνει στο ότι και πέρυσι είχατε κάνει, δώσει και πάρει ατελείωτες ευχές. Και ήρθε ο νέος χρόνος, το 2020 και μαζί του έφερε έναν ξεγυρισμένο κορωνοϊό και μας πήρε και μας σήκωσε. Δεν άφησε ευχή για ευχή στο διάβα του. Άνθρωποι αρρώστησαν, άνθρωποι απεβίωσαν, άνθρωποι πόνεσαν, άνθρωποι μπήκαν σε πρωτόγνωρες διαδικασίες, επιχειρήσεις καταστράφηκαν, άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους, σχέσεις πήγαν περίπατο, μπήκαμε σε ατελείωτη καραντίνα, απομακρυνθήκαμε από δικούς μας ανθρώπους, ξεχάσαμε τη διασκέδαση, τα ταξίδια, τις βόλτες στην εξοχή, προγράμματα διαλύθηκαν, σχέδια ανατράπηκαν... 

Ξέρετε πόσοι άνθρωποι μου ευχήθηκαν "υγεία" τέτοια εποχή πέρυσι; Και σε εμένα και σε μερικές ακόμη δεκάδες χιλιάδες που ασθένησαν. Ο κορωνοϊός, όμως, άλλα σχέδια είχε. Σίγουρα δεν στάθηκε σε ευχές και δεν περιορίστηκε από αυτές.

Με απλά λόγια, η ζωή μας έγινε άνω κάτω και δεν νομίζω ότι έστω και ένας από εσάς ευχήθηκε σε πρόσωπα, κοντινά ή μακρινά, κάτι τέτοιο. Δεν φαντάζομαι ότι κάποιος ευχήθηκε ή διανοήθηκε οτιδήποτε από όσα ζούμε.

Αναλογιστείτε πόσοι από εκείνους στους οποίους ευχηθήκατε "τα καλύτερα", ασθένησαν ή ακόμη χειρότερα... . Πόσοι έχασαν τη δουλειά τους, δεν κατάφεραν να πετύχουν ή απλώς να ζήσουν όσα είχαν σχεδιάσει.

Τι φταίει λοιπόν;

Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, λοιπόν, είναι ότι δεν συγκεντρώνεστε. Δεν συγκεντρώνεστε στις ευχές. Λέγεται διάσπαση προσοχής και αποτελεί μάστιγα της εποχής. Αποτελεί γνώρισμα και κατάρα αρκετών (όλο και περισσότερων) μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών, εργαζομένων σε κάθε τομέα. Κάνουν κάτι αλλά το κάνουν με τρόπο επιφανειακό, λείπει η ουσία από την προσπάθειά τους. Κάνουν κάτι και σκέφτονται άλλο ή ταυτόχρονα προσπαθούν να διεκπεραιώσουν και κάτι άλλο. Προσπαθούν να κάνουν πολλά και δεν κάνουν τίποτε.

Έτσι, όμως, δεν γίνεται δουλειά. Έτσι γίνεται μια τρύπα στο ύδωρ. Τα αποτελέσματα είναι οικτρά, ντροπιαστικά, αποκαρδιωτικά. 

Οπότε, κι αν είναι να τηρήσετε τις πάγιες συνήθειες εκτοξεύοντας ανέξοδες ευχές, μην το κάνετε τυπολατρικά, εθιμοτυπικά. Συγκεντρωθείτε σε αυτές. Να βγαίνουν από την ψυχή σας. Να πιστέψετε σε αυτές και να τις δίνετε με όλη την καρδιά σας. Διαφορετικά αποφύγετε το άθλημα. Το 2020 μας έδωσε -ή τουλάχιστον προσπάθησε να μας δώσει- πολλά μαθήματα. Πολλοί τα βίωσαν, λίγοι τα εκτίμησαν και ακόμη λιγότεροι έχουν την ικανότητα να τα αξιοποιήσουν. 

Διάσπαση προσοχής.




Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

Έχει ο καιρός γυρίσματα

Λοιπόν, ανέκαθεν μισούσα τις μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις. Γενικά, μισούσα οποιαδήποτε συγκέντρωση που είχε να κάνει με πολυκοσμία. Τις μισούσα και, όσο μπορούσα, τις απέφευγα. Με ενοχλούσε η φασαρία, ο συνωστισμός, τα δυνατά -συχνά χωρίς πραγματικό λόγο- γέλια, ο καπνός του τσιγάρου, η χωρίς όρια οινοποσία, η προσπάθεια να δείξουμε πόσο καταπληκτικά περνάμε. Με ενοχλούσαν οι συζητήσεις για το πόσο ωραίο είναι το τσίπουρο, το κρασί, το ψητό, η σαλάτα, τα μελομακάρονα, τα κουλουράκια... Και δεν αμφισβητώ ότι κάποιοι, συνήθως οι προηγούμενες γενιές, περνούσαν πραγματικά και αβίαστα καλά. Ίσως μάλιστα, πολύ καλά. Μάλλον, είχε να κάνει με τα βιώματά τους. Έτσι είχαν μάθει, έτσι το συνέχιζαν. Κάθε αλλαγή τους προκαλούσε -φαντάζομαι- οξύ πόνο, οπότε και την απέφευγαν, όπως ο ακατονόμαστος το λιβάνι.
Προσωπικά, όμως, δεν κατάφερα ποτέ να τις συμπαθήσω αυτές τις συνάξεις. Θυμάμαι ακόμη και τώρα με τρόμο την επέλαση των θειτσών στις τρυφερές παρειές* μου. Επέλαση που συνοδευόταν από τσιρίδες χαράς και έκπληξης, οι οποίες μου προκαλούσαν αφόρητη τρομάρα. Επέλαση που είχε ως στόχο το τσίμπημα της παρειάς, την οποία οι θείτσες τραβούσαν με μανία, σαν να επιθυμούσαν να μου την ξεπατώσουν. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι θείτσες ολοκλήρωναν το απάνθρωπο έργο τους με ένα φιλί -έτσι το θεωρούσαν- ρουφηχτό σαν βεντούζα και υγρό σαν τον Δούναβη. Απαίσιο πράγμα, φρικτή εμπειρία που γινόταν τραγική όταν η θείτσα διέθετε και πυκνή τριχοφυΐα, η οποία συνήθως ξεφύτρωνε από μια τεραστίων διαστάσεων ελιά.
Παιδικά τραύματα που δύσκολα ξεπερνιούνται. Κάποτε δεν ξεχνιούνται και δεν ξεπερνιούνται ποτέ. Έτσι πίστευα μέχρι πρόσφατα, γιατί, τελικά, έχει ο καιρός γυρίσματα.
Γιατί όταν ο καταραμένος κορωνοϊός, που μας βρήκε και μας σήκωσε, επιβάλλει το ένα lockdown μετά το άλλο, όταν η κλεισούρα, η απομόνωση, η αποστασιοποίηση, η έλλειψη των δικών μας ανθρώπων, η αποφυγή κάθε επαφής, γίνονται καθημερινότητα, τότε τα δεδομένα ανατρέπονται οδηγώντας σε δεύτερες και τρίτες σκέψεις, σε αναθεωρήσεις και σε επανεξέταση αντιλήψεων, επιλογών αλλά και συμπεριφορών.
Και κάπως έτσι εμφανίζεται η νοσταλγία για πρότερες καταστάσεις που κάποτε έδειχναν ενοχλητικές. Κι εκεί μέσα έρχεται και η αναπόληση οικογενειακών στιγμών και γλεντιών όπου δεν υπήρχαν περιορισμοί, συνευρέσεων στις οποίες οι αγκαλιές, τα αγγίγματα, τα φιλιά, δεν λογίζονταν ως απειλή αλλά ως οικεία, ανθρώπινη έκφραση συναισθημάτων και ανάγκη για επικοινωνία άμεση και χωρίς αποστάσεις.
Και κάπως έτσι, ακόμη και τα ρουφηχτά και υγρά φιλιά των θειτσών δεν είναι πια μια τόσο τρομακτική ανάμνηση, ακόμη κι αν συνοδεύονταν από πυκνή τριχοφυΐα, η οποία συνήθως ξεφύτρωνε από μια τεραστίων διαστάσεων ελιά. 
Μετά από αρκετών εβδομάδων εγκλεισμό αναπολώ ακόμη και εφιαλτικές στιγμές. Βέβαια, σκέφτομαι ότι αν τις ζούσα τώρα, τι στο καλό στο 2020 είμαστε, δεν θα έκαναν αποτρίχωση οι θείτσες;


*τα μάγουλα

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Τα γούστα να πληρώνονται…

Πιθανότατα όλα αρχίζουν από τη στιγμή που ο μπόμπιρας, που βρίσκεται στις πρώτες τάξεις του σχολείου, αρχίζει να βαριέται αφόρητα ή να μην καταλαβαίνει το παραμικρό από ό,τι συμβαίνει γύρω του.

Το χεράκι του τότε πιάνει ένα ωραίο μολύβι, ένα στυλό ή έναν μαρκαδόρο και αρχίζει να γράφει στο θρανίο μπούρδες, να ζωγραφίζει κακότεχνες καρδούλες, να σημειώνει με ορνιθοσκαλίσματα το όνομα της μικρής συμμαθήτριας ή του μικρού συμμαθητή που κάθεται στο διπλανό θρανίο και του έχει πάρει τα μυαλά.

Κανείς, δάσκαλος ή συμμαθητής, δεν παρεμβαίνει.

Χάθηκε, δυστυχώς, η ευκαιρία να διδάξουμε στον/στην μπούλη/α ότι τα θρανία δεν φυτρώνουν σε θρανιόδεντρα ούτε τα στέλνει κάποιος θρανιοθεός κι ότι κάποιος τα πληρώνει για να μαθαίνει αυτός/ή γράμματα σε ανθρώπινες συνθήκες.

Επειδή, λοιπόν, κανείς δεν του κάνει παρατήρηση, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, την επόμενη φορά που θα νιώσει άσχετος ή την ανάγκη να κόψει φλέβες, θα πιάσει τον διαβήτη του ή το κλειδί του σπιτιού και θα αρχίσει να σκαλίζει στο θρανίο του αμπελοφιλοσοφίες και κάθε είδους μπούρδα που του κατεβαίνει στο κεφάλι, το οποίο παρεμπιπτόντως είναι πολύ πιθανό να περικλείει το απόλυτο κενό.


Επειδή και τώρα δεν υπάρχει η παραμικρή παρέμβαση για τον περιορισμό της ανάγκης του μπούλη (οποιουδήποτε φύλου) να αφήσει το βλαμμένο αποτύπωμά του στη δημόσια περιουσία, την επόμενη φορά θα προχωρήσει σε πιο δυναμικές «παρεμβάσεις». Ο μπούλης αρχίζει ήδη να συνειδητοποιεί ότι οι υπόλοιποι προχωρούν ενώ ο ίδιος παραμένει πιο στάσιμος κι από τα Ιμαλάια, οπότε αποφασίζει να κλείσει το σχολείο εμποδίζοντας το σύνολο να συμμετέχει στην εκπαιδευτική διαδικασία. Εκεί, νιώθοντας τελείως ανεξέλεγκτος, θα προχωρήσει σε βανδαλισμούς, καταστροφές υπολογιστών, θα γράψει τους τοίχους και ίσως θα τσούξει και μια φωτιά, έτσι για την πλάκα του.

Επειδή κανείς δεν θα «ταχτοποιήσει» και τώρα τον μπούλη μας, εκείνος θα συνεχίσει θέτοντας όλο και πιο μεγαλεπήβολα σχέδια. Θα αρχίσει να επισκέπτεται τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Θα τα καταστρέφει, θα τα κλείνει και θα τα ανοίγει όποτε του καπνίσει, θα στήνει την πραμάτεια του (μαϊμού ρούχα και αξεσουάρ, λαθραία τσιγάρα, μπάφους και άλλα ωραία) στους πανεπιστημιακούς χώρους δρώντας ανενόχλητος. Όταν θα «του τη δίνει», θα προχωρά σε καταλήψεις ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, θα ρίχνει και καμιά μολότοφ (με το χεράκι που είχε πρωτοζωγραφίσει το θρανίο του) για να γίνεται τζερτζελές και όποιος τολμήσει να του κάνει και την παραμικρή παρατήρηση, κούνια που τον κούναγε. Ο μπούλης θα εισβάλλει στο γραφείο του, στο σπίτι του και θα τα κάνει γης μαδιάμ. Θα τραμπουκίζει, θα κακοποιεί, θα εξευτελίζει, θα ασκεί βία, θα καταστρέφει, θα απειλεί και θα εκβιάζει με κάθε τρόπο και μέσο.

…

Ας επιστρέψουμε στην αρχή της ιστορίας μας και ας την αλλάξουμε ελάχιστα.

Πιθανότατα όλα αρχίζουν από τη στιγμή που ο μπόμπιρας, που βρίσκεται στις πρώτες τάξεις του σχολείου, θα αρχίσει να βαριέται αφόρητα ή να μην καταλαβαίνει το παραμικρό από όσα συμβαίνουν στην αίθουσα.

Το χεράκι του τότε πιάνει ένα ωραίο μολύβι, ένα στυλό ή έναν μαρκαδόρο και αρχίζει να γράφει στο θρανίο μπούρδες, να ζωγραφίζει κακότεχνες καρδούλες ή να σημειώνει με ορνιθοσκαλίσματα το όνομα της μικρής συμμαθήτριας ή του μικρού συμμαθητή που κάθεται στο διπλανό θρανίο.

Ο/Η εκπαιδευτικός παρεμβαίνει άμεσα και αναγκάζει (με ήρεμο, ευγενικό και στοργικό τρόπο) τον μπούλη να σβήσει τις μπούρδες που σκέφτηκε και κατέγραψε, ώστε να μείνει στην αιωνιότητα και να τον θυμούνται οι επόμενες γενιές μαθητών.

Πιθανότατα ο μπούλης έχει πάρει το μάθημά του και την επόμενη στιγμή βαρεμάρας θα προτιμήσει να κόψει τις φλέβες του παρά να «παρέμβει» στη σχολική περιουσία.

Αν, παρ’ όλα αυτά, συνεχίσει, καταστρέφοντας για παράδειγμα ένα θρανίο, οδηγείται σε ψυχολόγο ή και ψυχίατρο (Δεν θα σύστηνα τον άμεσο εγκλεισμό του σε ίδρυμα, τη δεδομένη στιγμή. Ως μέτρο θα μπορούσε να θεωρηθεί τραβηγμένο.) ενώ οι γονείς του καλούνται να πληρώσουν τη ζημιά.

Ο μπούλης θα έπαιρνε ένα μάθημα ζωής. Η κοινωνία θα γλύτωνε κάποιες ή αρκετές μελλοντικές καταστροφές και τα περιττά έξοδα για την αποκατάστασή τους, αφού ο μπούλης θα περιόριζε τις «παρεμβάσεις» του σε πιο… ιδιωτικό πεδίο.

Ο κάθε μπούλης θα πρέπει να μαθαίνει από πολύ νωρίς ότι «τα γούστα πληρώνονται» αλλά πληρώνονται αποκλειστικά από εκείνον που τα έχει και όχι από εκείνους που δεν συμμετέχουν σε αυτά.

 

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

Διαφορετικά όπλα, διαφορετικές κουλτούρες


Πριν λίγες μέρες στη Γαλλία δεκαοχτάχρονος με καταγωγή από την Τσετσενία αποκεφάλιζε τον Σαμιέλ Πατί, καθηγητή ιστορίας. Το «αμάρτημα» του εκπαιδευτικού ήταν ότι έδειξε στους μαθητές του σκίτσα που σατίριζαν τον Μωάμεθ. Τα σκίτσα είχαν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Charlie Hebdo», γεγονός που αποτέλεσε αφορμή αιματοκυλίσματος με δώδεκα θύματα και πρωταγωνιστές δυο αδέρφια Αλγερινής καταγωγής, τα οποία και σκοτώθηκαν λίγες μέρες αργότερα σε συμπλοκή με την αστυνομία.

Η απάντηση από τον Γάλλο πρόεδρο υπήρξε άμεση και ιδιαίτερα δυναμική. Έδωσε εντολή να φωτιστούν κυβερνητικά κτήρια με τα επίμαχα σκίτσα του Charlie Hebdo που απεικονίζουν τον Μωάμεθ.

Κάποιοι σπέρνουν τον θάνατο στο όνομα του Θεού τους, κάποιοι άλλοι σατιρίζουν στο όνομα της ζωής.

Όπως ήταν αναμενόμενο οι απανταχού φανατικοί ισλαμιστές -πολίτες, θρησκευτικοί ηγέτες, πολιτικοί- αντέδρασαν και συνεχίζουν να το κάνουν σε κάθε επίπεδο. Στο πανηγύρι δηλώσεων και αντιδράσεων σκέφτηκε να συνεισφέρει και ο Τούρκος πρόεδρος μέσω του διευθυντή επικοινωνίας του, Φαχρετίν Αλτούν, ο οποίος δήλωσε ότι: «ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες σήμερα δεν στοχεύουν μόνο τους Μουσουλμάνους. Επιτίθενται στις ιερές αξίες μας, στη γραφή μας, στον προφήτη μας και στους πολιτικούς ηγέτες μας - τον τρόπο ζωής μας».

Αυτά είπε ο Φαχρετίν και βέβαια δεν μας είπε κάτι που αγνοούσαμε. Οι κραυγές αλλά και οι εκδικητικές ενέργειες των φονταμενταλιστών εναντίον του δυτικού τρόπου ζωής είναι τόσο συχνές όσο και τα κρούσματα του κορωνοϊού το τελευταίο διάστημα.

Αφού, όμως, στους κύριους ισλαμιστές δεν αρέσει ο τρόπος ζωής της Δύσης, αφού απεχθάνονται το κάποτε ακραίο χιούμορ μας, αφού μισούν τον τρόπο διασκέδασής μας, αφού σιχαίνονται τον τρόπο που ντύνονται οι γυναίκες μας, αφού βγάζουν καντήλες κάθε φορά που παραγγέλνουμε ένα καλομαγειρεμένο χοιρινό, αφού αισθάνονται ζαλάδες και σύγκρυο με τον τρόπο που γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα, αφού ανεβάζουν πυρετό με καθετί δυτικό, γιατί πετούν τη σκούφια τους να εγκατασταθούν σε μια από τις «κολασμένες» χώρες του δυτικού κόσμου;

Μα για όλα αυτά που λατρεύουν να μισούν. Για όλα αυτά επιθυμούν τη μετανάστευση με κάθε κόστος και απειλή. Η πλειονότητά τους αντιμετωπίζει τη Δύση ως παράδεισο, ως τη μόνη διέξοδο από την εξαθλίωση, την καταπίεση, τη μιζέρια των δικών τους χωρών. Εκείνο που θέλουν είναι να νιώσουν έστω και λίγη από την ελευθερία που προσφέρουν οι κοινωνίες μας. Μπορεί να μην πλησιάσουν ποτέ το αλκοόλ, να μη δοκιμάσουν ποτέ χοιρινή τηγανιά, να σκεπάζουν τα μάτια τους μπροστά σε μια αιθέρια ύπαρξη ελαφρά ενδεδυμένη, να μην ακούσουν ποτέ τη μουσική των αμαρτωλών, να μη διαβάσουν ποτέ τους «Σατανικούς Στίχους» του Σαλμάν Ρουσντί ούτε τον «Γέρο και τον κύριο Σμιθ» του Πήτερ Ουστίνοφ, να μη ρίξουν ούτε ματιά στα σκίτσα του Αρκά ή του Charlie Hebdo, αλλά θέλουν αυτό να είναι δική τους επιλογή κι όχι κάτι που τους το επιβάλει μια θρησκεία, ένας ηγέτης, κάποια κοινωνική προκατάληψη. Θέλουν να είναι ελεύθεροι.

Αυτό ακριβώς αδυνατεί να κατανοήσει και να αποδεχτεί ένας φονταμενταλιστής, γιατί τελικά αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ότι η Δύση χωρίς όλα αυτά που απεχθάνεται και καταδικάζει ο κάθε φανατικός δεν θα ήταν το μέρος που έχει ονειρευτεί.