Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Τώρα είσαι φοιτητής! Ε, και;

«Μακριά κι αγαπημένοι»! Λατρεύω τη συγκεκριμένη ρήση, όσο τίποτε άλλο, αυτή την περίοδο. Δηλαδή, για να καταλάβετε, αν υπήρχε τέτοια ανάρτηση στο "fb", θα έμπαινα ολημερίς, ολαπογευματίς και ολονυχτίς και θα την τάραζα στο «like». Τόσο πολύ. 
Θα σκέφτεστε τι με έπιασε και πάλι, για μια ακόμα φορά. Τίποτε ιδιαίτερο. Τα γνωστά. Χιλιάδες νέοι κατάφεραν -κάποιοι μετά κόπων και βασάνων, άλλοι τελείως αβασάνιστα- να εισαχθούν στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Με λίγα λόγια, είναι πλέον φοιτητές. Αυτό είναι πολύ καλό πράγμα. Και γι αυτούς και για μένα. Σκέφτομαι: «Ωραία, έφυγαν και ΚΥΡΙΩΣ θα με αφήσουν στην ησυχία μου, για να ασχοληθώ με την επόμενη φουρνιά»! 
Ουτοπικό. Δεν περνάει καλά καλά μια εβδομάδα φοιτητικής ζωής και τσουουουπ… πάρτους πίσω στη γενέτειρα. Τα παιδιά μπορεί να επιθύμησαν τα χάδια της μαμάς, τα κεφτεδάκια της γιαγιάς, την πίτα της κουμπάρας από το χωριό ή έστω τον εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης φραπέ που προσφέρουν οι εκατοντάδες, εκπληκτικής πρωτοτυπίας, καφετέριες της "coffee city" στην οποία ζούμε. Αυτό από μόνο του δε θα με ενοχλούσε. Καθόλου. Με ενοχλεί ότι η επιστροφή τους περιλαμβάνει και επίσκεψη στον πρώην καθηγητή τους. Δηλαδή, σε εμένα. 
Ούτε κι αυτό από μόνο του θα με πείραζε. Το να με επισκεφτεί κάποιος από τα παλιά δεν είναι ιδιαίτερα βδελυρό. Ο άνθρωπος μπορεί να θέλει να μου ανακοινώσει τα κατορθώματά του. Να μου μιλήσει για τις ακαδημαϊκές επιτυχίες του. Να μου εκμυστηρευτεί ότι είναι υποψήφιος για Nobel. Αλλά το να έρχεται μόνο και μόνο για να μου πει ότι είναι φοιτητής (αυτός και άλλοι τετρακόσιες χιλιάδες, χωρίς τους αιωνίους), ότι έφυγε για πέντε μέρες και του έλλειψε το φροντιστήριο,ο φραπέ(ς), οι παλιόφιλοι (όχι αναγκαστικά παλιοχαρακτήρες), τα παλιοστέκια (ισχύει η προηγούμενη παρατήρηση), ε αυτό είναι… βδελυρό. Μα πέντε μέρες ήταν βρε άνθρωπε, όχι πέντε αιώνες.
Και τότε σκέφτομαι: «άλλη μια θέση στο πανεπιστήμιο κατασπαταλημένη»! Ναι, σπαταλημένη και μάλιστα «κατα». "Βοήθησα κι εγώ να περάσει... "αυτό" στο πανεπιστήμιο; Σίγουρα θα πάω στην κόλαση"! 
Δεν έχουν καταλάβει το παραμικρό. Δεν έχουν καταλάβει τι σημαίνει να είσαι φοιτητής, τι σημαίνει πανεπιστήμιο, τίποτα. Φεύγουν για να σπουδάσουν, για να ανοίξουν τους ορίζοντές τους, για να γνωρίσουν νέες νοοτροπίες και τελικά το μόνο που κάνουν είναι να σβήνουν μέρες για να επιστρέψουν στα παλιά και δεδομένα. Τι να πω; Πιο "ακίνητοι" κι από άγαλμα. Ακόμα κι όταν βρίσκονται στην πόλη των σπουδών τους έρχονται σε επαφή με άτομα που γνώριζαν από παλιά. Καθετί καινούριο το φοβούνται, το απεχθάνονται, το αποφεύγουν. Κι όχι μόνο. Το χαίρονται κιόλας. Συναναστρέφονται με τους ίδιους και τους ίδιους και να τα check in, και να οι selfies και να η χαρά να τρέχει από τα μπατζάκια. 
Αηδία. Μα γι αυτό έγινες φοιτητής βρε άνθρωπε; Βάλε την γκλάβα σου να δουλέψει έστω και στο ελάχιστο. Φοιτητής έγινες για να αποκτήσεις εφόδια που θα σου εξασφαλίσουν ένα υπέροχο μέλλον. Αν βέβαια, πέρασες σε μια σχολή του κ@#ου, δεν πρόκειται να αποκτήσεις τίποτα και ποτέ. Οπότε μήπως να στρώσεις τον κ@#ο σου και να προσπαθήσεις πάλι για κάτι καλύτερο; Φοιτητής έγινες για να ανοίξεις τους ορίζοντές σου. Κι αυτοί δε θα ανοίξουν αν συνεχίσεις την παρέα με όσους γνώριζες από παλιά. Αυτοί ό,τι είχαν να σου δώσουν, σου το έδωσαν. Οπότε δεν ανοίγεις τα στραβά σου να βρεις κάτι καινούριο, πιο αξιόλογο, πιο ανατρεπτικό, πιο εποικοδομητικό, πιο… φευγάτο; Φοιτητής έγινες για να καταλάβεις τι θα απαιτήσει -καλύτερα τι ήδη απαιτεί- η ζωή από σένα. Για να συνειδητοποιήσεις ότι όλα γύρω σου θα τρέχουν (ακόμα και οι καθηγητές σου) χωρίς να περιμένουν πότε θα το καταλάβεις εσύ, πότε θα προσαρμοστείς εσύ, πότε θα ξεκουνηθείς εσύ, με απλά λόγια, πότε θα ξυπνήσεις από τον ύπνο της καλοπέρασης. Φοιτητής έγινες για να ανεξαρτητοποιηθείς. Να δεις μέχρι πού φτάνεις, να εντοπίσεις τα όριά σου, να οργανώσεις τη ζωή σου, να ξεφύγεις από το «προδέρμ» στο οποίο έχεις εθιστεί. Όλα τα άλλα είναι μπούρδες και χάσιμο χρόνου. Και χρήματος βέβαια. Φοιτητής έγινες για να κυνηγήσεις τα όνειρά σου. Έγινες για να επαναστατήσεις, να αμφισβητήσεις, να αναθεωρήσεις, να έρθεις σε ρήξη με καθετί που σε κρατάει όμηρο της στασιμότητας. Φοιτητής έγινες για να κοιτάς μπροστά κι όχι για να μένεις πίσω. Φοιτητής έγινες για να δοκιμάσεις καινούρια πράγματα, για να αποκτήσεις εμπειρίες αυτονομίας, οργάνωσης, προσπάθειας. 
Φοιτητής δεν έγινες για να ξεκουραστείς. Δεν έγινες για να διασκεδάζεις. Δεν έγινες για να χάνεις το χρόνο σου με άτομα που τα έχουν χαμένα. Δεν έγινες για να διαιωνίσεις έναν τρόπο ζωής και σκέψης που είναι βουτηγμένοι στο συντηρητισμό. Γιατί, αν γι αυτά τα τελευταία έγινες φοιτητής, άστα να πάνε. Και σε λίγο δε θα είναι μόνο ο Χαράλαμπος που θα τα κλαίει. Θα είναι κι ο καημένος ο γονιός που θα κλαίει με μαύρο δάκρυ τα χρήματα που σπατάλησε για σένα. Θα είσαι κι εσύ, για τις χαμένες ευκαιρίες, ευκαιρίες που δε θα βρεις ποτέ ξανά. Κι όταν θα φτάσεις στα σαράντα+, θα περιφέρεις τις αποτυχίες σου λέγοντας: "Ξέρεις πόσα πράγματα ΘΑ μπορούσα να έχω κάνει εγώ, αλλά...". Αλλά θα φταίει το σύστημα!
Πολλοί πέρασαν φέτος στο πανεπιστήμιο. Λίγοι ξέρουν και γιατί. Ε, με αυτούς δεν έχω κανένα πρόβλημα να ξαναβρεθώ. Άλλωστε είναι ελάχιστοι.

*Ο κ. Ζάχος δυσφορεί με νέους ανθρώπους
που ζουν(;) μια ζωή χαμένων ευκαιριών

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Τι θέλει να πει ο... πρωθυπουργός;

Επειδή, πιθανότατα, με το έργο του αδυνατεί, ο πρωθυπουργός προσπάθησε να στείλει μηνύματα για το μέλλον της χώρας με άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή». Η αισιοδοξία του τρέχει από τα μπατζάκια, από τα μανίκια ακόμα κι από μια εσωτερική τσέπη του σακακιού του είδα  λίγη να τρέχει. Λόγια τόσο γλυκά όσο κι ένα Συριανό λουκούμι. Πολύ γλυκό αλλά η γλύκα του κρατάει λίγο.
Ωραία αυτά που λέει αλλά για όσους δεν κατοικούν στη Ελλάδα. Γιατί αν κάποιος ζει στην Ελλάδα και διαβάσει τα όσα γράφει ο πρωθυπουργός, αρχίζει να νιώθει ζαλάδες, αναγούλες και κυρίως σύγχυση. Αρχίζει να αισθάνεται κάπως σαν... «Βρε μήπως είμαι τελείως βλαμμένος και δεν καταλαβαίνω τι μου γίνεται;», «μήπως έχω περιέλθει σε κατάσταση άνοιας και έχω χάσει κάθε επαφή με την εξέλιξη που συντελείται γύρω μου;».
Αλήθεια, όμως, πρέπει να αισθάνεται κανείς τέτοια παλιοπράγματα ή μήπως βλαμμένος είναι εκείνος που διαβάζει όλα αυτά και χαίρεται; Το δεύτερο με σιγουριά. Μια απλοϊκή ανάλυση βασικών σημείων του κειμένου είναι αρκετή και επιβεβαιωτική.

Ξεκινάει το άρθρο του ο πρωθυπουργός: «Η Ελλάδα θα προχωρήσει μπροστά. Πίσω δεν υπάρχει! Κανείς δεν το θέλει, κανείς δεν το αντέχει. Και εμείς δε θα το επιτρέψουμε...».
Πολύ καλό και δυνατό ξεκίνημα αλλά αν ο πρωθυπουργός κατέβαινε στους δρόμους ή αν σήκωνε το τηλέφωνο ή αν έστω έμπαινε στο FB άλλα θα έβλεπε, θα άκουγε και τελικά θα καταλάβαινε. Μα τα λένε αυτά, καλέ μου, στους πολίτες(;) καλύτερα κατοίκους μιας χώρας που θυμίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας με τόσα άλματα προς τα πίσω που έχει κάνει; Κοντεύουμε να γίνουμε αντικείμενο μελέτης επιστημόνων που ασχολούνται με το χρόνο και τη δυνατότητα να ταξιδεύουμε σε αυτόν κι εσύ δεν πήρες πρέφα; Εδώ ήδη η παγκόσμια και (αν υφίσταται) η πανσυμπαντική κοινότητα πιστεύει ότι έχουμε εφεύρει τη «μηχανή του χρόνου» και ότι απλώς δε θέσαμε σωστές παραμέτρους στην προσπάθειά μας να μετακινηθούμε στο χωροχρόνο κι εσύ λες ότι «πίσω δεν υπάρχει»! Μωρέ υπάρχει και παραϋπάρχει και μπορείς να το τσεκάρεις ρωτώντας τη γιαγιά στη λαϊκή, το γονιό που δυσκολεύεται να προσφέρει στα παιδιά του τα εφόδια που χρειάζονται, στον παππού που περιμένει στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων ή ακόμα καλύτερα εκείνους που ταξιδεύουν στα Σκόπια, τη Βουλγαρία, την Τσετσενία ή όπου αλλού για να φτιάξουν τα δόντια τους ή να αγοράσουν τα αναγκαία από Σούπερ Μάρκετ των... αναπτυγμένων αυτών περιοχών.

Και συνεχίζει ο καλός μας: «Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά στην έξοδο από την κρίση και τη μνημονιακή εποχή... Πιάσαμε τους στόχους μας νωρίτερα από το Πρόγραμμα! Βγήκαμε στις αγορές νωρίτερα. Δεν χρειαζόμαστε άλλα χρήματα, ούτε άλλο Μνημόνιο. Η ανάκαμψη ξεκίνησε και η ανεργία άρχισε να υποχωρεί. Όλοι αναγνωρίζουν πια την επιτυχία της χώρας».
«Όλοι» εκτός από τους κατοίκους της. Δεν ξέρω ποιος μπορεί να χαρεί με όλα αυτά! «Πιάσαμε τους στόχους»; Και, δηλαδή, ποιοι ήταν αυτοί οι «στόχους» για να έχουμε καλό ’ρώτημα; «Στόχους» ήταν να ξεπαστρέψουμε τα τελευταία καλά μυαλά που είχαν απομείνει διώχνοντάς τα σε άλλη γη σε άλλα μέρη; «Στόχους» ήταν να μειωθεί το εισόδημα και η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων σε επίπεδα μισού και βάλε αιώνα πριν; «Στόχους» ήταν να ξυπνάμε το πρωί και να αναρωτιόμαστε τι καινούριο φόρο ανακάλυψε το κυβερνητικό επιτελείο; Κι αυτό το «δε χρειαζόμαστε άλλα χρήματα», «στόχους» ήταν κι αυτό; Γιατί τουλάχιστον αυτό πράγματι το πετύχαμε. Η πλειονότητα των Ελλήνων αρχίζει και εθίζεται στο να ζει(;) χωρίς χρήματα. Με απλά λόγια, απλώς δε θέλω να πω τι... "πιάσαμε"!
Αμ αυτή η «ανάκαμψη» και η «μείωση της ανεργίας»; Μα που συχνάζει ο πρωθυπουργός και τις είδε; Όχι να μας το πει για να πάμε κι εμείς να τις γνωρίσουμε από κοντά. Δε λέμε όχι σε νέες γνωριμίες. Γιατί ο μέσος Έλληνας δεν έχει την τύχη να γνωρίζει ούτε ανάκαμψη ούτε μείωση της ανεργίας κι όχι γιατί είναι... αντικοινωνικός.

Και συνεχίζει: «Υπάρχουν, βέβαια, και κάποιοι που εύχονταν την αποτυχία της και τώρα ανησυχούν τι θα απογίνουν χωρίς... Μνημόνιο. Κι ίσως γι’ αυτό προσπαθούν να εκτροχιάσουν την κυβέρνηση, να υπονομεύσουν την πολιτική σταθερότητα. Να μας επιστρέψουν πίσω στην κρίση που τώρα ξεπερνάμε».
Να και οι αγωνίες για τους υπονομευτές. Ένα δίκιο, βέβαια, το έχει εδώ. Γιατί υπάρχουν πράγματι εκείνοι που επενδύουν στην κρίση επιδιώκοντας την αναρρίχησή τους στην εξουσία. Τι πιο εύκολο από το να δίνει κανείς υποσχέσεις σε μια μάζα που αγωνιά για τα βασικά; Και τι πιο ανησυχητικό από το ότι η συγκεκριμένη μάζα τους πιστεύει! Αλλά τι είχαμε, τι χάσαμε. Ζήσαμε τα χάλια. Ας ζήσουμε και τα χειρότερα.

Λίγο πιο κάτω όμως, η συνταγή χαλάει: «Δική μας πολιτική είναι να διανύσουμε τα τελευταία βήματα ως την «οριστική επαναφορά» της Ελλάδας στην ομαλότητα και στην ανάπτυξη».
Μα τώρα τι είναι αυτά; Παιδιά είμαστε και κοροϊδευόμαστε; Τι ήταν αυτό το «οριστική επαναφορά»; Λίγο πριν δεν έγραφε για το ότι «πίσω δεν υπάρχει»; Τι είναι επιτέλους αυτή η «επαναφορά»; Δεν είναι επιστροφή σε μια προϋπάρχουσα κατάσταση; Δηλαδή, όταν ακούμε ότι «τον επανέφεραν στη ζωή», τι καταλαβαίνουμε; Ότι τον οδήγησαν με δόξες και τιμές στον... ακατονόμαστο; Α όχι! Από έναν πρωθυπουργό περιμένουμε τουλάχιστον να ακριβολογεί. Περιμένουμε κι άλλα, βέβαια, αλλά ας βολευτούμε στα τυπικά.

Μόνο κρύος ιδρώτας με πιάνει από τα επόμενα: «Να μην αφήσουμε κανένα και τίποτε να καταστρέψει όσα οι Έλληνες έχτισαν με τις θυσίες τους».
«Έχτισαν»; Μα πού το είδε αυτό; Χτίζουν στο Ντουμπάι, στη Σαουδική Αραβία, στην Κίνα, στο Αφγανιστάν ακόμα και στην Αλβανία χτίζουν αλλά εδώ; Χτίζει κανείς σήμερα; Από πότε έχει να κυκλοφορήσει σε δρόμους και μάλιστα κεντρικότατους; Τι βλέπει; Επίκαιρα της δεκαετίας του ’70 βλέπει; Δεν έχει πάρει μυρωδιά το πόσα μαγαζιά ρημάζουν αδειανά; Το πόσα μαγαζιά το γύρισαν στο «βαράμε μύγες» μέχρι να κλείσουν κι αυτά οριστικά; Γιατί κάτι άλλο από αυτό προσωπικά δε βλέπω, αν και έχω όλη την καλή διάθεση.

Έχει και καλύτερο: «Όλα αυτά δεν τα «υποσχόμαστε». Είμαστε πολύ κοντά να τα πετύχουμε. Τα βεβαιώνουν αριθμοί και τα επιβεβαιώνουν οι αγορές».
Φέξε μου και γλίστρησα. Μα οι αγορές δεν ήταν που μας οδήγησαν -κι όχι μόνο εμάς- εδώ που είμαστε; Οι αγορές δεν ήταν που δεν κατάλαβαν γρι από όσα συνέβαιναν και όσα επρόκειτο να συμβούν; Αποφάσεις οικονομικών επιτελείων εταιρειών και κρατών δε μας οδήγησαν στην καταστροφή, στην κρίση, στη φτώχεια, στην απόγνωση, στην οργή... Και τώρα έρχεται ο πρωθυπουργός να μας πει τι; Και ποιοι «αριθμοί» είναι επιτέλους αυτοί; Οι αριθμοί των πτωχεύσεων, των αυτοκτονιών, των ποσοστών των ανθρώπων που ζουν κάτω από ή στα όρια της φτώχειας... Ποιοι;

Το κλείσιμο είναι πολύ κατώτερο των προσδοκιών. Κλείνει περίπου όπως ξεκίνησε: «Η Ελλάδα θα προχωρήσει μπροστά. Πίσω δεν υπάρχει! Κανείς δεν το θέλει, κανείς δεν το αντέχει. Και εμείς δε θα το  επιτρέψουμε».

Μμμμ! Αυτό περιμέναμε; Όχι βέβαια! Όσα προηγήθηκαν μας έδωσαν δύναμη, κουράγιο να συνεχίσουμε, αισιοδοξία για το μέλλον. Ως λαός νιώσαμε βαθιά υπερηφάνεια, άξιοι απόγονοι του «ενοίκου» του τάφου της Αμφίπολης. Δηλαδή, πείραζε ένα και δύο: «Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω το έθνος»; Να ξεσηκωθούμε λίγο βρε αδερφέ!


Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Γιατί μόνο μία ακόμα Αρχιτεκτονική;

Από τη χώρα μας λείπουν πολλά. Η αξιοκρατία, το μέτρο, η παιδεία, η αισθητική, η διάθεση για συνεργασία, ο αλτρουισμός, η οργάνωση. Τελικά λείπουν πάρα πολλά. Αυτό θα μπορούσε να μας κάνει απαισιόδοξους. Θα μπορούσε αλλά αδυνατεί. Κι αυτό συμβαίνει, επειδή έχουμε συνειδητοποιήσει ένα πράγμα. Έχουμε καταλάβει ότι υπάρχουν εκείνοι που αγωνιούν γι αυτές αλλά και άλλες ελλείψεις μας και αγωνίζονται για την κάλυψή τους. Και τα πρόσωπα αυτά είναι οι πολιτικοί ή τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς.
Αδιαμφισβήτητο παράδειγμα η συνειδητοποίηση από το υπουργείο Παιδείας μας ότι μας λείπει κάτι ακόμα. Και το ανακάλυψε, πριν καν εμείς, οι απλοί πολίτες, νιώσουμε τη συγκεκριμένη έλλειψη. Και τι ήταν αυτό που έλειπε από μια χώρα βουτηγμένη στην κρίση και την παρακμή; 
Μα μια ακόμα σχολή Αρχιτεκτονικής! 
Πώς μπορεί να μην καμαρώνουμε; Οι κακεντρεχείς, που δε λείπουν από πουθενά, θα πουν: «Σιγά την έλλειψη». Ναι αλλά θα βρεθώ εγώ, ο επίσης απλός πολίτης, και θα τους απαντήσω: «Βρε ανόητα, γι αυτό εσείς είστε εκεί που είστε και ο υπουργός είναι... υπουργός». Αυτός άλλωστε δεν είναι ο ρόλος των υπουργών και των πολιτικών εν γένει; Να σκέφτονται πριν από μας για εμάς. 
Πώς, βρε, μια χώρα δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων -που μειώνονται διαρκώς- να οδηγηθεί στην επιθυμητή ανάπτυξη διαθέτοντας μόνο έξι όλες κι όλες Αρχιτεκτονικές; Μπορεί; Όχι βέβαια. Η χώρα είχε βαλτώσει ακριβώς γι αυτό. Τώρα, με εφτά Αρχιτεκτονικές πλέον ο δρόμος της ανάπτυξης ανοίγει διάπλατα. Γίνεται λεωφόρος. Άλλοι διακόσιοι αρχιτέκτονες κάθε χρόνο στην αγορά λύνουν το πρόβλημα. Το φτωχό μυαλό του μέσου Έλληνα είναι σαφές ότι αδυνατεί να αντιληφθεί τις προοπτικές που διανοίγονται αλλά γι αυτό είμαι πάλι εγώ εδώ και προσπαθώ να διευκρινίσω το βαθυστόχαστο σκεπτικό. Νιώθω την υποχρέωση να το κάνω, γιατί οι φαρμακόγλωσσες θα μιλήσουν για ψηφοθηρία και για λαϊκισμό και για άσκοπες σπατάλες και για άλλα τέτοια που καμιά σχέση, κατά την ταπεινή γνώμη μου, έχουν με την πολιτική ζωή της χώρας μας. 
Κλαιγόμαστε για την κρίση, τα βάζουμε με θεούς και δαίμονες για την κατάντια μας, καταδικάζουμε συλλήβδην τους πολιτικούς για τη χρεοκοπία μας. Και βέβαια, ισχυριζόμαστε ότι επιθυμούμε την ανάπτυξη. Ωραία. Και πώς βρε κουτά θα οδηγηθούμε σε αυτήν; Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έξοδο από την κρίση; Ελάτε, δεν είναι δύσκολο. Βασική προτεραιότητα για την ανάκαμψη είναι, τι άλλο, ο σχεδιασμός! Υπόδειγμα λογικής σκέψης. Απίθανη κάθε αντίρρηση. Και ποιος βρε ανόητα ζωντόβολα μπορεί να αναλάβει την ευθύνη του σχεδιασμού; Ποιος μπορεί να σχεδιάσει καλύτερα από έναν αρχιτέκτονα; 
Τόσο απλό. Φτάσαμε ήδη στην ουσία της υπουργικής σκέψης. Αφού οι αρχιτέκτονες μπορούν να σχεδιάζουν καλύτερα από τον καθένα, χρειαζόμαστε μερικούς ακόμα τέτοιους. Και πού θα τους βρούμε; Εισαγωγή θα κάνουμε; Τις είδαμε κι αυτές. Κάτι Renzo Piano και Santiago Calatrava που φέραμε, τι έκαναν; Κάτι εργάκια, γεμάτα πρωτοπορία και καινοτομία, όλο πόζα και ιδέα. Οπότε θα τους δημιουργήσουμε μόνοι μας. Και πώς θα το πετύχουμε αυτό; Μα με την ίδρυση μιας ακόμα Αρχιτεκτονικής στα Γιάννενα. Τι έχετε να πείτε τώρα κακεντρεχείς και μικροπρεπείς; Μάλλον το παραμικρό. Έτσι είναι η ανάπτυξη. Απαιτεί μεγαλόπνοη σκέψη και αποφασιστικότητα. 
Θα μπορούσα να είμαι ήσυχος πια αλλά η αθλιότητα του μέσου Έλληνα δε με αφήνει. Θα βρεθούν, και τώρα, εκείνοι που θα προσπαθήσουν να υποτιμήσουν, να ειρωνευτούν και να αποδομήσουν το σκεπτικό. Εκείνοι που θα μιλήσουν για απόφαση που επαναπροσδιορίζει την έννοια της βλακείας, της ανοησίας και του λαϊκισμού μαζί. Συνηθισμένοι είμαστε από αυτά. Από μικρότητες που μας κρατούν πίσω, άλλο τίποτα. Θα πουν κάποιοι ότι δε μας χρειάζονταν άλλοι αρχιτέκτονες. Ότι ήδη διαθέτουμε πολλούς. Ότι αυτοί οι πολλοί αρχιτέκτονες βιώνουν την ανεργία, δεν έχουν αντικείμενο ενασχόλησης. Δείχνει λογικό αλλά δεν είναι. Αν ήταν, ήδη θα είχαμε εντοπίσει το δρόμο της ανάκαμψης. Συμβαίνει; Όχι βέβαια! Και τι δείχνει αυτό; Ότι το αρχιτεκτονικό δυναμικό της χώρας δεν επαρκεί. Και άρα πού καταλήγουμε πάλι; Φυσικά στην ανάγκη παραγωγής μερικών εκατοντάδων ακόμα αρχιτεκτόνων. 
Και δεν αντέχω πια την γκρίνια. Αν θέλουμε ανάπτυξη, είναι ανάγκη να επενδύσουμε σε αυτήν. Τα γούστα πληρώνονται. Ας δούμε την απόφαση με ανοιχτό πνεύμα. Μπορεί με τη συγκεκριμένη απόφαση να φορτωνόμαστε μερικά ακόμα οικονομικά βάρη ως βαρυγκωμούντες φορολογούμενοι αλλά τι σημαίνει αυτό μπροστά στην ανάπτυξη που θα φέρει. 
Απλώς σκέφτομαι: «Γιατί μόνο ΜΙΑ ακόμα Αρχιτεκτονική;».


Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Check in

Μεγάλη ανακάλυψη αυτό το facebook. Εντάξει, εφεύρεση είναι αλλά στο χωριό μου όλα ως ανακαλύψεις λογίζονται. Το αυτοκίνητο, o freddo cappuccino, το κινητό τηλέφωνο, το εμβόλιο για την ιλαρά, το espressάκι... όλα τα επιτεύγματα. Λες και ο Θεός (μάλλον αυτός) κάπου τα έχει κρυμμένα όλα αυτά και το ανθρώπινο γένος απλώς τα ξετρυπώνει σταδιακά. Διαόλου κάλτσα αυτό το ανθρώπινο γένος. Ανακάλυψη ή εφεύρεση καμιά σημασία έχει, γιατί το facebook είναι μεγάλο πράγμα, έτσι κι αλλιώς. 
Και νομίζω ότι ελάχιστοι θα διαφωνήσουν με την άποψη. Μέχρι εδώ όλα καλά. Θεωρώ το fb μεγαλειώδη «ανακάλυψη», επειδή δίνει εύκολα ταυτότητα στο χρήστη του. Πλέον, δεν είναι αναγκαίο να παρατηρούμε κάποιον για μεγάλο διάστημα σε στιγμές χαράς, θλίψης, πίεσης, ανεμελιάς, για να αντιληφθούμε την ποιότητά του. Αυτό ανήκει στο παρελθόν. Στη μετά fb εποχή κάτι τέτοιο απαιτεί δυο πράγματα: ελάχιστο χρόνο και... πρόσβαση στο internet. Μια γρήγορη περιήγηση στο fb ενός ατόμου δίνει όλες τις απαντήσεις. Το fb είναι ο καθρέφτης του χρήστη του. Για κάποιους είναι το ξεμπρόστιασμά τους. 
Η αίσθηση ότι το fb αποτελεί κάτι σαν προσωπικό ημερολόγιο, απελευθερώνει(;) το χρήστη του. Ναι αλλά το ημερολόγιο του παρελθόντος διέθετε κλειδαριά και συνήθως ήταν καταχωνιασμένο κάπου, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Το fb είναι συνήθως πιο... δημόσιο. Φωτογραφίες, check in, σχόλια και άλλες αναρτήσεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για λάθος εκτιμήσεις. Η αισθητική του καθενός σε κοινή θέα. Και δυστυχώς, επειδή ζούμε ακόμα τη φάση προσαρμογής στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα, το fb γίνεται παγίδα για αρκετούς. Πιτσιρικάδες, έφηβοι αλλά -πόσο γραφικό- και άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας χάνουν κάθε μέτρο. 
Προσωπικές φωτογραφίες από την πρωινή, τη μεσημεριανή ή τη βραδινή έξοδο, από την παραλία, από το πάρτι, από την εκκλησία, από την εκδρομή, από τη συναγωγή... κατακλύζουν το ψηφιακό σύμπαν. Ό,τι, στο παρελθόν, έκανε το κάθε τηλεοπτικό σαχλοκούδουνο στα περιοδικά, τώρα μπορεί να γίνεται από τον καθένα. Δυστυχώς. Φωτογραφίες αποκαλυπτικές, ερωτιάρικες, ρομαντικές, με πόζες όλο νάζι (αυτές με το πόδι σηκωμένο σαν σκυλί, με το πόδι λυγισμένο με χάρη κτλ). 
Και βέβαια τα σχόλια! Αχ και βαχ! «Κούκλααααα!», «κορμάρα μουουου!», «αγάπη μου!», «αγορίνα μου!», «καλέ τι παιδί είναι αυτοοό!». Σχόλια πιο βλαμμένα και από τις βλαμμένες φωτογραφίες, τις οποίες... σχολιάζουν. Πιστεύω ότι ακόμα και αν, με κάποιο τρόπο, ο Κουασιμόδος ο ίδιος αναρτούσε φωτογραφία του ή έκανε «check in» από το κωδωνοστάσιο της Παναγίας των Παρισίων, θα μάζευε το χαμό από «like» και σχόλια του στιλ «τι λεβέντης και καραμπουζουκλής είναι αυτός καλεεεεέ» και «Παναγιά μου, τι κορμοστασιά είναι αυτηηηή». Καταντάει γελοίο. Κι επειδή οι περισσότεροι διαθέτουν έναν κάποιο ναρκισσισμό σε συνδυασμό με ανοησία σε μεγάλες δόσεις, παρασύρονται εύκολα από κάθε κολακευτικό σχόλιο, όσο γελοίο κι αν είναι αυτό. Κάθε επόμενη ανάρτηση, λοιπόν, είναι και πιο... Πώς να το πω τώρα; Απομακρύνεται από το μέτρο και την αισθητική. Κάποιοι μάλιστα έχοντας χάσει κάθε όριο κάνουν και το άλλο. «Ανεβάζουν» μια προσωπική φωτογραφία ή κάνουν «check in» από κάπου και πατάνε «like» μόνοι τους σε αυτό που ανάρτησαν. Πολύ σοφό! Δηλαδή, τι λένε μ’ αυτό; «Καλέ, πόσο μου αρέσω» λένε; 
Κι αυτά τα «check in» τι εφεύρεση; Σε τι εξυπηρετούν; Τι ανάγκες καλύπτουν; Τι φοβούνται όλοι αυτοί; Φοβούνται μη και θεωρηθούν αγνοούμενοι; Μη χειρότερα. Άντε και θεωρηθούν. Χάθηκε ο Ερυθρός Σταυρός, χάθηκε το silver alert; Άμα λείψουν σε κάποιον, δε θα ψάξει να τους βρει; Αλλά αυτό φοβούνται. Ότι σε κανέναν δεν πρόκειται να λείψουν. Μα μπορεί να διασκεδάζει κάποιος, να του κόβεται η ανάσα από ένα τοπίο, να βρίσκεται δίπλα σε γοητευτικούς ανθρώπους και το μόνο που επιθυμεί εκείνη τη στιγμή είναι να κάνει... «check in»; Πόσο ζωντόβολο πρέπει να είναι κανείς για να διακόπτει μια στιγμή ευχαρίστησης για τέτοιες μπούρδες; Και η προσωπική ζωή βρε παιδιά; Καμιά ανάγκη για οτιδήποτε αποκλειστικό; Φτάνω σε σημείο να σκέφτομαι ότι τα συγκεκριμένα άτομα ακόμα και μπροστά σε κάμερες ασφαλείας τραπεζών, πολυκαταστημάτων, οδών, ποζάρουν και χαμογελούν βλακωδώς, μπας και μαζέψουν κανένα «like». 
Στέλεχος της Google, πριν λίγα χρόνια, δήλωνε ότι αρκετοί νέοι, στο άμεσο μέλλον, θα αναγκαστούν να αλλάξουν ταυτότητα για να απαλλαγούν από το κακό ψηφιακό παρελθόν τους. Ήδη υπάρχουν εταιρείες που αναλαμβάνουν, έναντι υψηλής αμοιβής, να σβήσουν το ψηφιακό παρελθόν των πελατών τους. Μια βλαμμένη φωτογραφία στο fb, ένα βλακώδες σχόλιο, μια ηλίθια ανάρτηση έχουν γίνει ήδη αιτίες απόρριψης ανθρώπων από μια καλοπληρωμένη θέση. Πλέον η ψηφιακή ζωή ενός ατόμου αποτελεί το βιογραφικό του. 
Η νέα γενιά πρέπει να καταλάβει κάτι απλό: εκείνος που πράγματι διασκεδάζει, γοητεύεται από κάτι, ζει συγκλονιστικές εμπειρίες, δε νιώθει την ανάγκη και δε σπαταλάει χρόνο για «check in». Απλώς απολαμβάνει τη στιγμή. Το «check in» είναι χάσιμο χρόνου.  

Ο κ. Ζάχος θα ήθελε να σχολιάζει κάθε check in και φωτογραφία που 
βλέπει στο fb αλλά κάποιοι του είπαν ότι τα σχόλιά του είναι 
πολύ ρεαλιστικά για να γίνονται αποδεκτά




Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

«Στο ΤΕΙ Λογιστικής Λάρισας με 18600+ μόρια;»

Η έκφραση του προσώπου του τα έλεγε όλα. Η προσπάθεια να αναπνεύσει επιβεβαίωνε την κατάσταση. Οι σταγόνες ιδρώτα που κυλούσαν στο μέτωπό του πρόσθεταν κάποιες ακόμα πινελιές στο δράμα. Τα ορθάνοιχτα μάτια του επιβεβαίωναν τον τρόμο που ζούσε. Ο τελειόφοιτος που είχα απέναντί μου ικέτευε με το ύφος του (λέξεις δεν έβγαιναν, παρά την προσπάθειά του) να τον σώσω από την απειλή και να τον απαλλάξω από τον τρόμο που τον είχε κυριεύσει... Είχα την αίσθηση ότι τον καταδίωκαν ο Μανιακός Δολοφόνος με το πριόνι ένα, τρία και δώδεκα μαζί, έχοντας τη συνδρομή του Τζακ του Αντεροβγάλτη και του "Ποιμένα", τον οποίο πρόσφατα διάβασα κατατάσσοντάς το στα χειρότερα αστυνομικά αναγνώσματα που γράφτηκαν ποτέ...
Ήταν ελάχιστα μόνο λεπτά πριν το κλείσιμο του φροντιστηρίου για τις θερινές διακοπές. Λίγο πριν είχαμε ξεμπερδέψει με τα τελευταία ραντεβού με γονείς που ήθελαν να ενημερωθούν και μαθητές που οριστικοποιούσαν το μηχανογραφικό τους. Η Άντα (το συνεταιράκι) κι εγώ, παραδόξως, είχαμε καταληφθεί από αυτό που περιγράφεται ως κατάσταση «ένθεης μανίας και έξαλλου ενθουσιασμού». «Παραδόξως» γιατί κανονικά(;;;) θα έπρεπε να είμαστε θλιμμένοι. Για αρκετό καιρό δεν θα έχουμε την... ευχαρίστηση που προσφέρει απλόχερα η καθημερινή επαφή με τους μαθητές. Για υπολογίσιμο διάστημα θα βρισκόμαστε μακριά από την γκρίνια, το άγχος, την ανοησία, την αδιαβασιά, την έλλειψη στόχων και άλλα εξαίσια πράγματα που πηγάζουν από το ανθρώπινο είδος που επιστημονικά αποκαλείται «μαθητής».
 
Τώρα που το καλοσκέφτομαι, βέβαια, τέτοια συναισθήματα μας καταλαμβάνουν με κάθε ευκαιρία απομάκρυνσης από αυτό που λατρεύουμε(!) να κάνουμε: Να συγχρωτιζόμαστε με μαθητές. Περίεργο πράγμα αλλά έτσι είναι. Θυμάμαι κάποια στιγμή που η ΔΕΗ κατέβασε τους διακόπτες πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα δημιουργούσε πίεση στην κυβέρνηση. Είχαμε μάθημα και το σκοτάδι είχε ήδη απλώσει τα μαύρα φτερά του (πω πωωω, τι ωραία που γράφω!!!). Τα πάντα κυλούσαν ομαλά μέχρις ότου το σκοτάδι και τα φτερά του καλύψουν και τις αίθουσες, εξαιτίας της διαμαρτυρίας των υπαλλήλων της ΔΕΗ. Τα επόμενα δευτερόλεπτα έμοιαζαν με αγώνα ταχύτητας μεταξύ μαθητών και καθηγητών με στόχο την άμεση εγκατάλειψη του κτηρίου, αφού το μάθημα ήταν αδύνατον να συνεχιστεί. Εννοείται ότι στον συγκεκριμένο αγώνα νικητές αναδείχτηκαν οι... καθηγητές. Με διαφορά. Μάλλον διαθέταμε πιο ισχυρά κίνητρα από τους «αντιπάλους». 

Τέλος πάντων, δεν είναι ώρα να θυμάμαι τέτοιες ευτυχισμένες στιγμές. Επανέρχομαι στο θέμα. Αν τώρα εσείς δεν θυμάστε το θέμα, πρέπει να ξαναδιαβάσετε την πρώτη παράγραφο.
 
Την ώρα, λοιπόν, που όλο χαρά μαζεύαμε τα μπογαλάκια μας, συνέβη αυτό που δεν θέλαμε επουδενί να συμβεί. Η κεντρική πόρτα άνοιξε και δυστυχώς γι αυτό δεν έφταιγε ο αέρας. Υπεύθυνος ήταν ο μαθητής που τον καταδίωκαν τα τρία ή και περισσότερα κακά της μοίρας του. Μετά από κάποιο χρόνο και προσπάθειες να τον ηρεμήσουμε, μας εξομολογήθηκε τον λόγο της επίσκεψής του. Τα πράγματα ήταν χειρότερα από ό,τι είχα φανταστεί. Το παιδί ήθελε να οριστικοποιήσει το μηχανογραφικό του. Το γράφω και, ακόμα, ανατριχιάζω! 
Όταν τον ρώτησα αν χρειαζόταν κάποιες διευκρινίσεις για σχολές, έλαβα αρνητική απάντηση. Μου είπε ότι το «πρόχειρο» μηχανογραφικό ήταν ήδη έτοιμο με τη βοήθεια μάλιστα ειδικού σε θέματα επαγγελματικού προσανατολισμού και ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν κάποιος να πιέσει το εικονίδιο «οριστικοποίηση». Τον κοίταξα με το στοργικό ύφος που με διακρίνει, όταν απέναντί μου έχω έναν μαθητή που αντιμετωπίζει οποιοδήποτε βλαμμένο πρόβλημα. 
Τον είχα του χεριού μου. Του είπα ότι φυσικά και θα γινόταν άρθρο. Του περιέγραψα με φρικιαστικές λεπτομέρειες το συγκεκριμένο άρθρο. Τον προειδοποίησα ότι το άρθρο δεν θα αποτελούσε... ύμνο για τον ίδιο. Δεν τον ενοχλούσε τίποτα από αυτά. Το μόνο που ήθελε, διακαώς, ήταν να με έχει δίπλα του τη στιγμή της οριστικοποίησης, ώστε «να μην κάνει καμιά βλακεία σε μια τόσο σημαντική στιγμή και επιλογή της ζωής του». 
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μια ακόμα γενιά που γεννήθηκε ενώ ήδη οι υπολογιστές είχαν κυριαρχήσει, δεν έχει ξεφύγει από το άγχος της χρήσης αυτού του εκπληκτικού εργαλείου. Μετά από ώρες απέναντι από μια ή και περισσότερες οθόνες, πάνω από ένα πληκτρολόγιο, η πλειονότητα των εκπροσώπων αυτής της γενιάς χρειάζεται την καθοδήγηση, τη σιγουριά, την ασφάλεια που μπορεί να της δώσει μια γενιά, η οποία από τους μαθητές χαρακτηρίζεται -και σε μεγάλο βαθμό είναι- ως ψηφιακά αναλφάβητη. Η αλήθεια είναι ότι λατρεύω αυτό που γίνεται. Είναι η «εκδίκηση» της γενιάς μου. Είναι η απάντηση στις λοιδορίες της. Είναι, όμως, πάνω από όλα κάτι που πραγματικά με γοητεύει και αγαπάω. Είναι μια από εκείνες τις στιγμές που μια προηγούμενη γενιά έρχεται πολύ κοντά με μια (κατά πολύ) επόμενη. Είναι η επιβεβαίωση του ότι αυτό που ξεκινήσαμε μαζί (εγώ και οι μαθητές μου), όσο κι αν δεν πίστευαν σε αυτό το «μαζί», έπρεπε και να το τελειώσουμε μαζί. Έστω κι αν η συμβολή μου ήταν απλώς μερικές λέξεις: «Πάτα το εικονίδιο “οριστικοποίηση” και μη φοβάσαι. Απλώς σου ανοίγει μια υπέροχη νέα φάση ζωής». 

ΥΣ Κάποιοι θα αναρωτηθούν τι σχέση έχει ο τίτλος με το κείμενο. Έχει και παραέχει, γιατί κάθε παιχνίδι που κάνω με τους μαθητές μου πρώτα το δοκιμάζω στο αγαπημένο πειραματόζωό μου. Τον γιο μου! Όταν, λοιπόν, και μετά την ανακοίνωση των βαθμών, τον προέτρεψα να συμπληρώσει το μηχανογραφικό του, με κοίταξε με μια δόση ταραχής στο βλέμμα του. Βέβαια, αδυνατούσε να ομολογήσει τον φόβο του. Είναι ιδιαίτερα ευφυής για να καταλάβει ότι η προοπτική των «Ηλεκτρολόγων Μηχανικών», της σχολής που επιθυμεί, δεν ταίριαζε με το άγχος που ένιωθε απέναντι στη διαδικασία. Με αργές και μελετημένες κινήσεις άνοιξε την ηλεκτρονική σελίδα του Μηχανογραφικού. Έριξε μια ματιά στα πρώτα βήματα και με αποφασιστικότητα πάτησε το εικονίδιο της... «Ακύρωσης» ξεφυσώντας με ανακούφιση. Απλώς με κοίταξε και μου είπε: «Θα το συμπληρώσω με την Ιωάννα (υπεύθυνη προσανατολισμού του φροντιστηρίου). Τι θέλεις τώρα; Να κάνω κανένα λάθος και με 18600+ μόρια να βρεθώ στο ΤΕΙ Λογιστικής Λάρισας!!! Και δεν με νοιάζει να γίνω ένα ακόμα άρθρο!». Μου γύρισε την πλάτη και ήρεμος συνέχισε ένα παιχνίδι με τέρατα στον υπολογιστή του!