Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Δυσάρεστος λαϊκισμός ή αθεράπευτη ηλιθιότητα;

Υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσά μας που πιστεύουν και μάλιστα το διατυμπανίζουν ότι αποτελούμε οικουμενικά τον πιο έξυπνο λαό. Όλο και πιο συχνά αναρωτιέμαι πού στο καλό στηρίζουν την άποψή τους. Η έστω και απλή επαφή με την κατάντια που αντιμετωπίζουμε θα τη διέψευδε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Οπότε μάλλον ακόμα και αυτή η απλή επαφή με την πραγματικότητα απλώς είναι αδύνατη για τους περισσότερους. Και οπότε ας μην περιμένουμε και πολλά. Αν αφήναμε για λίγο στην άκρη τη γελοία αρχοντοχωριατιά μας, τα βλακώδη συμπλέγματα του νεοπλουτισμού που μας κατατρύχουν, θα ήταν εύκολο ένα συμπέρασμα: είμαστε ένα έθνος που αρνείται ή αδυνατεί να αντικρίσει την αλήθεια, που ζει μέσα στην πλάνη του απόλυτου παραμυθιού, ένα έθνος απαίδευτων που αποτελεί βούτυρο στο ψωμί του κάθε λαϊκιστή πολιτικού. 
Αν κάποια στιγμή αποφασίσουμε να εγκαταλείψουμε το στερεότυπο της μεγάλης ιδέας που τρέφουμε για τον εαυτό μας, θα συνειδητοποιήσουμε το απλό. Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι ότι υπάρχουν πολλοί λαϊκιστές πολιτικοί. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν πολλοί πολίτες που καταπίνουν το λαϊκισμό πιο εύκολα και από την ασπιρίνη. Δε νομίζω ότι κάποιος λογικός άνθρωπος πια θα αμφισβητούσε το γεγονός ότι η πολιτική ζωή της χώρας από τη δεκαετία του ΄80 και έπειτα βασίστηκε αποκλειστικά στο λαϊκισμό. Όσα ζούμε άλλωστε το μαρτυρούν. 
Οι πολιτικοί λατρεύουν το λαϊκισμό και τον υιοθετούν χωρίς τύψεις. Αν, όμως, τους κατηγορήσει κανείς για λαϊκισμό ωρύονται ότι ουδεμία σχέση έχουν με αυτόν κατηγορώντας τους κατηγόρους τους για... λαϊκισμό. Η συγκεκριμένη στάση, βέβαια, μας οδηγεί σε ένα ωραίο συμπέρασμα. Ακόμα και οι λαϊκιστές θεωρούν το λαϊκισμό πρόβλημα και τον αντιμετωπίζουν ως βρισιά. Για εγκατάλειψή του βέβαια, ούτε κουβέντα. 
Και ενώ οι αυτοί -οι πολιτικοί- κάνουν τη δουλειά τους ή, τέλος πάντων, αυτό που θεωρούν δουλειά τους, το ερώτημα είναι τι κάνουν οι πολίτες. Οι πολιτικοί πουλάνε φτηνό λαϊκισμό και οι πολίτες συνεχίζουν να τον αγοράζουν πληρώνοντάς τον πανάκριβα διογκώνοντας τον ήδη εξωφρενικά μεγάλο λογαριασμό. Το θέμα, βέβαια, είναι ότι κανένας πολίτης δεν παραδέχεται ότι έστω κάποια στιγμή παρασύρθηκε από αυτόν. Η αυτοκριτική μάλλον δεν αποτελεί το δυνατό σημείο μας... Άλλωστε μια τέτοια παραδοχή από οποιονδήποτε θα ισοδυναμούσε με αποδοχή του βαθμού ανοησίας του. Είναι δύσκολο σε κάποιον να δεχτεί ότι αποτέλεσε θύμα πλάνης υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα. Είναι τραγικά τραυματική η αίσθηση ότι κάποιοι τον εξαπάτησαν με αέρα κοπανιστό, με μεγάλα λόγια που δεν είχαν την παραμικρή λογική βάση και, σίγουρα, καμιά σχέση με την πραγματικότητα. 
Οι πολιτικοί δείχνουν να μη διαθέτουν την παραμικρή αίσθηση αξιοπρέπειας. Δεν τους ενοχλούν ούτε η αυτοαναίρεσή τους ούτε οι λοιδορίες που δέχονται ούτε βέβαια οι απανωτές διαψεύσεις. Συνεχίζουν ένα απολύτως καταστροφικό παιχνίδι με τίμημα την κατάληψη της εξουσίας. Βαφτίζουν το κρέας ψάρι, επειδή γνωρίζουν πολύ καλά σε ποιους απευθύνονται. 
Παρόλα αυτά δεν είναι οι πολιτικοί το πρόβλημα. Συμβαίνει ό,τι και με άλλα προβλήματα. Δε θα υπήρχαν τόσοι πολλοί έμποροι ναρκωτικών, αν δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί που θέλουν να τα αγοράσουν. Το ίδιο ισχύει και με τον εγχώριο λαϊκισμό. Δε θα υπήρχαν τόσοι πολλοί λαϊκιστές πολιτικοί, αν δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί πολίτες με επίπεδο σκέψης κατεψυγμένου μυδιού. Γιατί ακόμα και το κατεψυγμένο μύδι, έχω την αίσθηση, θα κρατούσε μικρό καλάθι όταν άκουγε κάποιους να του υπόσχονται ότι θα το απαλλάξουν από τη μίζερη και τραγική κατάστασή του, θα το αποψύξουν, θα το επαναφέρουν στην πρότερη μαλθακή και αδιάφορη ζωή του χωρίς όμως να διαθέτουν το παραμικρό μέσο γι αυτό. 
Οπότε όταν έχεις να κάνεις με μια μάζα ανθρώπων που δεν αντιδρά σε υποσχέσεις για επαναφορά των μισθών σε εποχές τετράπαχων αγελάδων, που περιμένει με ψευτοτσαμπουκάδες να ξαναβρεί τη χαμένη(;) αξιοπρέπειά της, που ελπίζει ότι θα της χαριστούν τα χρέη που έχει συσσωρεύσει σε ανόητες και χωρίς προοπτική σπατάλες ενώ το ταμείον είναι μείον... Τότε ας μην περιμένουμε το παραμικρό. Κάποιοι βέβαια προσπαθούν, κάθε φορά, να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους. Ναι αλλά πρέπει να μάθουν ότι κανένα λάθος δεν αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο. 
Ζούμε επανειλημμένα τον ίδιο εφιάλτη. Κάποιοι υπόσχονται τον ουρανό με τα άστρα και «πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις», ερχόμενοι σε επαφή με την πραγματικότητα, αρχίζουν να τα μαζεύουν και μάλιστα με άκομψο τρόπο. Αλλά είπαμε ότι το πρόβλημα δεν είναι αυτοί. Δυστυχώς κάποιοι άλλοι τους πιστεύουν και κάθε φορά νιώθουν απλώς την ανάγκη να δικαιολογήσουν τη βλακώδη επιλογή τους. Φτάνουμε στο ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Οι πρώτοι αν δεν είναι δυσάρεστα λαϊκιστές, είναι ανόητοι και επικίνδυνα αδαείς. Οι δεύτεροι είναι απλώς αθεράπευτα και επικίνδυνα ηλίθιοι. 

Ο κ. Ζάχος συμβουλεύει: 
 όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Η δυστυχία του να είσαι άριστος

Ήρθε κι έδεσε σαν το σιρόπι στο γλυκό. Το μόνο που μας έλειπε ήταν οι δηλώσεις του υπουργού Παιδείας(;) για την αριστεία. Σύμφωνα με τον υπουργό «η αριστεία μοιάζει με ρετσινιά καθώς εάν αριστεύσεις είσαι αναγκασμένος να είσαι αντάξιος αυτής της έννοιας διαρκώς, ενώ αν αποτύχεις σε κυνηγάει η δυστυχία της αποτυχίας». Ενώ στη συνέχεια δήλωνε για τις εξετάσεις των Πειραματικών σχολείων ότι «…Κρατάμε δυστυχώς τις εξετάσεις και για αυτή τη χρονιά, γιατί κάποια παιδιά έχουν επενδύσει σε αυτό και δεν θέλουμε να βάλουμε πάγο σε αυτή την έστω στρεβλή φιλοδοξία τους». 
Εξαιρετικά. Πού βρισκόταν κρυμμένο αυτό το φρουτάκι; Επιτέλους. Βρέθηκε κάποιος να μιλήσει στην ψυχή του λαού. Ακούς εκεί να υπάρχουν άνθρωποι που επιθυμούν να είναι άριστοι! Μη χειρότερα, Παναγία μου. Μα καλά, είναι δυνατόν να επιθυμεί κάποιος να κουβαλάει τέτοια ρετσινιά τρομάρα του; Δηλαδή, φανταστείτε το, να περπατάει στο δρόμο, να ανακοινώνει κάποιο επίτευγμα, να δέχεται τη βράβευση από επιστημονικά ιδρύματα ή και κυβερνήσεις και οι άλλοι να τον σχολιάζουν: «Μμμμ, καλέ κοίτα έναν επιτυχημένο. Δες έναν άριστο στον τομέα του που προωθεί την καινοτομία, που στηρίζει την εξέλιξη, που αποτελεί πηγή έμπνευσης για τους άλλους. Σα δεν ντρέπεται ο αλήτης, ο επονείδιστος, ο επαίσχυντος, ο αξιοκαταφρόνητος, ο αξιοκατάκριτος»!!! Α, όλα κι όλα, αίσχος. Σηκώνεται τέτοιο άγος! 
Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι με τόσο... «στρεβλές φιλοδοξίες»; Απίστευτο. Πρέπει να είναι πολύ βλαμμένοι. Δηλαδή, να επιθυμεί κάποιος να ξεχωρίσει; Να μη θέλει τη μετριότητα; Δεν πάει καλά ο κόσμος. Γιατί άντε να συμβαίνει κάτι τέτοιο σε άλλες χώρες που έχουν συνηθίσει στην πρωτοπορία, που δημιουργούν το ένα επίτευγμα πίσω από το άλλο, που έχουν μάθει να αναπτύσσονται και μάλιστα να τους αρέσει αυτό. Αλλά στη χώρα μας; Πάει πολύ. Στην Ελλάδα βρε παιδιά; Είναι δυνατόν σε μια χώρα με σύμβολο το τρίπτυχο: τεμπελιά, δανεικά, άγνοια, να εμφανίζονται φυντάνια και επιθυμούν μετά βδελυγμίας να μας χαλάσουν τη συνταγή; 
Να επιδιώκει κάποιος την αριστεία; Πού ακούστηκε! Και καλά ο ίδιος να θέλει για τον εαυτό του την κούραση, να γουστάρει το άγχος, να φτιάχνεται με τη δημιουργικότητα. Ωραία, αλλά τους άλλους δεν τους σκέφτεσαι βρε άριστε, ε άριστε (σε στιλ υποτίμησης, όπως λέμε, βλάκα, ε βλάκα)! Λίγη τσίπα βρε, λίγη κοινωνική συνείδηση. Δηλαδή, το άγχος που προκαλείς σε μια κοινωνία αχρήστων δεν το καταλαβαίνεις; Τι θέλεις τώρα, να σε βλέπουμε και να μας πιάνει κατάθλιψη; Άμα, βρε ξετσίπωτε, θέλεις να πετύχεις, να πας στο εξωτερικό, βρε. Να πας στους «κουτόφραγκους» που κάνουν κρα για άριστους και επιτυχημένους και άλλες τέτοιες βλακώδεις ανοησίες. Εδώ αυτά δεν περνάνε. Του Έλληνα ο τράχηλος δεν υπομένει το ζυγό της αριστείας. Μπορεί να υπομένει τουρκικούς, ρωμαϊκούς, γερμανικούς, τροϊκανικούς ζυγούς αλλά τον της αριστείας... Ποτέ δεν το έκανε και ούτε θα το κάνει. Ποτέ των ποτών (γενική του ποτέ και όχι των ποτών σε bar). 
Αυτός είναι υπουργός. Τέτοιους ανθρώπους θέλαμε και, εδώ που τα λέμε, τέτοιους είχαμε. Ελάχιστες εξαιρέσεις επιτυχημένων, λογικών, αρίστων σπάνια ζήσαμε και αυτό από λάθος. Μας ξέφευγαν. Μόλις όμως τους παίρναμε χαμπάρι… στον Καιάδα. Τέτοιες ρετσινιές εμείς δεν τις γουστάρουμε. Χίλια μπράβο στον υπουργό, ο οποίος σκέφτεται και την ψυχική υγεία ενός ολόκληρου λαού. Άλλωστε το είχε πει ο άλλος: «Η Ελλάδα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο». Εμ, τι θα είναι βρε άνθρωπε; Φαίνεται μάλλον, ότι κάποια στιγμή είχαμε χάσει το δρόμο και ψάχναμε την αριστεία. Και να το άγχος και να η κόπωση και να η προσπάθεια. Απάνθρωπα πράγματα. Μπαϊλντίσαμε! Γιατί το άγχος για να πετύχεις είναι εξοντωτικό. Η αγωνία του αν θα τα καταφέρεις είναι εχθρός της ψυχικής υγείας. Η ανάγκη να διατηρήσεις την αριστεία σε εξουθενώνει, σε εξοντώνει, σε τρελαίνει. Και χώρια που μια τέτοια προσπάθεια δημιουργεί ρυτίδες. Οπότε έρχεται το υπουργάκι το φίνο και τα σβήνει όλα αυτά τα χαζά και τα μισά με μια μονοκονδυλιά. 
Είναι πολύ τσίφτης ο υπουργός. Και δε νομίζω ότι κάποιο πρόβλημα θα προκύψει από τις θέσεις του. Γιατί θα υπάρξουν τώρα εκείνοι οι βλαμμένοι κακεντρεχείς που θα σκεφτούν «πώς θα βρίσκουμε τα άτομα που θα αναδεικνύονται στις κατάλληλες θέσεις»; Μμμμ, σιγά το δύσκολο. Με κλήρωση βρε κουτά. Κλήρωση σε όλα. Να κληρώνονται οι πολιτικοί, οι διευθυντές, οι βουλευτές, οι ευρωβουλευτές, οι φοιτητές, οι δήμαρχοι, οι κλητήρες, οι τραγουδιάρηδες, τα τσουλιά… Κλήρωση παντού. Θα ξυπνάμε κάθε μέρα και θα περιμένουμε τα αποτελέσματα της κλήρωσης, ώστε να γνωρίζουμε το ρόλο που θα παίξουμε. Ωραία. Ούτε άγχος ούτε τίποτα. Και θα έχει και την πλάκα του. Χώρια που δε θα βαριόμαστε κιόλας. Θα μου πείτε και τι θα κάνουμε κάθε που θα μας τυχαίνει κάτι που δεν το ξέρουμε. Μα βρε στούρνοι, σάματις κάναμε κάτι μέχρι τώρα; Ρόλους θα παίζουμε. Ποιος θα ζητάει να κάνουμε και δουλειά; 
Τώρα το έπιασα το νόημα και το χρωστάω στον υπουργό τον καραμπουζουκλή. «Η ελπίδα έρχεται» έλεγαν, κι εγώ, ως άλλος άπιστος Θωμάς δεν τους πίστευα. Αλλά τώρα το είδα το φως το αληθινό. Η ελπίδα έρχεται πράγματι για τους τεμπέληδες, τους ανίκανους, τους μέτριους, και ιδίως τους... τελείως μα τελείως άχρηστους! Μάλλον αυτοί είναι η πλειονότητα της κοινωνίας μας. Μια κοινωνία που πάντα λάτρευε τη μοίρα, το κισμέτ, που κινούνταν με το «ήταν γραφτό». Ο κ. υπουργός τα είπε όλα. Χαλαρά! 



Ο κ. Ζάχος ζητάει ταπεινά συγγνώμη από όσους μαθητές 
βοήθησε να φτάσουν στην αριστεία. Δεν ήξερε ότι είναι ρετσινιά. 


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος;»

Η ελπίδα είναι ένα πολύ ωραίο πράγμα. Συνάμα είναι και ένα πολύ κακό πράγμα. Εξηγώ. Είναι εξαιρετικά ωραίο πράγμα όταν την περιμένει κανείς. Χαρές, κακό, χαμόγελα, αναγεννητική διάθεση, πανηγύρια, χαμός. Συνήθως αυτή η φάση κρατάει λίγο. Για την ακρίβεια κρατάει ελάχιστα. Αμέσως μετά έρχεται η διάψευση. Γιατί η ελπίδα συνήθως δεν έρχεται, ιδίως όταν περιμένεις να σου τη φέρουν delivery. Πάντα μα πάντα κάτι στραβώνει και ο deliverάς χάνει το δρόμο, παθαίνει ατύχημα, κάτι γίνεται, τέλος πάντων, και η παράδοση αναβάλλεται για τη... Δευτέρα Παρουσία. Αυτή η φάση κρατάει πολύ. Για την ακρίβεια είναι σχεδόν μόνιμη. 
Το συμπέρασμα είναι ότι η ελπίδα δεν είναι σαν την πίτσα από την πιτσαρία της γειτονιάς. Εκεί τα πράγματα είναι πιο απλά και οι αποστάσεις καθιστούν το εγχείρημα εφικτό. Όλα κινούνται σε πιο ανθρώπινα όρια. Δυστυχώς, όμως, η ελπίδα δε φτιάχνεται σε συνοικιακή πιτσαρία. Ούτε σε κομματικά γραφεία φτιάχνεται. Είναι λιγάκι πιο... μεταφυσική. Εκεί τα δεδομένα αλλάζουν. Οι αποστάσεις βλέπετε... 
Κάπου εκεί χάνεται διαρκώς ο περιούσιος ελληνικός λαός ή τουλάχιστον η πλειονότητά του. Περιμένει την ελπίδα. Ο ίδιος δεν κάνει τίποτε και ποτέ για να τη φέρει. Όχι όχι, το μόνο που κάνει είναι να επιλέγει deliverά, αφού ο προηγούμενος εκλεκτός της καρδιάς και της ψήφου του διέψευσε τις προσδοκίες και μας άφησε (κυριολεκτικά) στον άσσο. Έτσι είναι αυτός ο λαός. Πάντα περίμενε. Μα από κάποιον καλό Θεό, μα από μια καλή μοίρα, μα από κάποιον πολιτικό. Πάντα στην αναμονή. Οι ουρές είναι το φόρτε μας. Να σηκώσει τα μανίκια και να στρωθεί στη δουλειά απλώς δεν παίζει. Να καθίσει κάτω και να βάλει την γκλάβα του να σκεφτεί τα λάθη του και να αναλάβει τις ευθύνες του είναι αμαρτία. 
Έτσι τον γαλούχησαν οι γονείς, λίγο μετά οι εκπαιδευτικοί και αργότερα οι πολιτικοί που αναδείκνυε με το μυαλό που διέθετε και διαθέτει. Κατά τα φαινόμενα όχι ιδιαίτερα πολύ. Αυτός ο λαός δε φταίει ποτέ και για τίποτα. Του το έμαθαν οι γονείς, όταν έτρεχαν στους δασκάλους του για «να ζητήσουν το λόγο» για τους χαμηλούς βαθμούς του κακορίζικού τους. Του το δίδαξαν οι δάσκαλοι προσφέροντας σε κάθε «οικοδομικό υλικό», που λεγόταν μαθητής, απλόχερα μεγάλους βαθμούς, ώστε να αποφύγουν την επίσκεψη των αγριεμένων γονιών που θα διεκδικούσαν όσα το ζωντόβολό τους δεν άξιζε και δε θα κατάφερνε με προσωπική προσπάθεια στον αιώνα των αιώνων (αμήν). 
Έτσι τελικά τον διαπαιδαγώγησαν οι ηγέτες του. Πάντα άκουγε ότι «ο λαός αυτός είναι ο καλύτερος, ο πιο φιλότιμος, ο πιο ευφυής, ο πιο δουλευταράς, ο πιο άμωμος και άσπιλος της οικουμένης ολάκερης, πάντα είχε δίκιο...». Ήταν οι περιστάσεις που πάντα τον οδηγούσαν σε βλακώδεις και αμετροεπείς επιλογές. Δε φταίει αυτός για τη διαφθορά. Μπορεί δηλαδή η διαφθορά να είναι αποτέλεσμα ψεκασμού, όπως θα ισχυριζόταν τμήμα της νέας κυβέρνησης; Δε φταίει για το χρέος. Σίγουρα όχι. Γι αυτό φταίνε εκείνοι οι παλιάνθρωποι (οι κουτόφραγκοι) που μας δάνειζαν αφειδώς, όπως ισχυρίζεται ολόκληρη η καινούρια -και κάθε προηγούμενη- κυβέρνηση. Δε φταίει για την αναξιοκρατία. Απλώς αυτός ο ευφυέστατος λαός αρνείται την αξιολόγηση. Η αξιοκρατία, λοιπόν, θα εμφανιστεί με τρόπο μαγικό, ως άλλος «από μηχανής θεός», και θα μας πει: «Βρε τα παιδιά! Τι γίνεται ρε λεβέντες; Όλα καλά; Ήρθα. Κουράστηκα λίγο αλλά ήρθα. Και τώρα βάλτε μπρος την αξιολόγησή σας γιατί αξιοκρατία χωρίς αξιολόγηση δε γίνεται»! 
Κάπως έτσι φτάσαμε εδώ που είμαστε. Χρειάστηκαν λίγες μόνο μέρες για να συνειδητοποιήσουμε -λαός και εξουσία- ότι η ελπίδα δεν έρχεται με delivery και υποσχέσεις. Δεν έρχεται με λόγια. Η πραγματικότητα είναι ο εχθρός της και δυστυχώς όλοι εκείνοι που για μια ακόμα φορά υποσχέθηκαν τα άπιαστα, τώρα αρχίζουν και ξυπνούν από τον ωραίο και γαλήνιο ύπνο του δικαίου(;) που χαρίζει η... Αντιπολίτευση. Μαζί τους και μια μεγάλη μάζα Ελλήνων που προσδοκούσε ότι αυτή τη φορά διάλεξε το σωστό deliverά. Τον deliverά που με τελείως αντικομφορμιστικό τρόπο θα μας ξελάσπωνε, θα μας μείωνε τα χρέη, θα προχωρούσε σε νέους διορισμούς, θα χάριζε τα δάνεια... Ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβουν όλοι αυτοί ότι υπήρχαν δύο μόνο δρόμοι. Και τώρα διαλέγουμε και παίρνουμε. Το δυσβάσταχτο δρόμο του ευρώ ή τον αβάσταχτο δρόμο της δραχμής. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. 
Κάποιοι βέβαια, μιλούν για χαμένη αξιοπρέπεια που πλέον ξαναβρέθηκε. Δεν είμαστε πια η κατσαρίδα που την ποδοπατούν οι ξένοι. Ωραία. Πρέπει να είμαστε πολύ βλαμμένοι τελικά. Αξιοπρέπεια με τι κριτήρια; Μάλλον, για μια ακόμα φορά, τα απολύτως δικά μας. Θα μπορούμε πλέον να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια και να αναφωνούμε: «Είμαστε οι πιο αξιοπρεπείς εξαθλιωμένοι της οικουμένης. Τι καλά!!! Πεθαίνουμε από την πείνα αλλά το κάνουμε σαν Έλληνες». Μαυρίλα πιο μαύρη κι από ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες του στιλ «λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο». Γιατί καθόλου αξιοπρεπείς είμαστε για όλους εκείνους που μας δάνεισαν και τώρα βλέπουν τα λεφτουδάκια τους να κάνουν φτερά σαν να ήπιαν λίτρα ολόκληρα red bull. Αλλά τέτοιοι είμαστε. Προτιμούμε από το να μας οδηγούν οι άλλοι σε έναν αργό και βασανιστικό θάνατο, να ακολουθήσουμε με δική μας ευθύνη το βέβαιο δρόμο ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει. Κάποια στιγμή μόνο υπέμεινε κάτι Τούρκους για τετρακόσια χρόνια αλλά... από τότε μάθαμε και υπομένουμε τη σκλαβιά λιγότερο και με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια. Μακάρι όλα να πάνε καλά. Να βρεθεί ένας τρόπος ώστε και οι κουτόφραγκοι να μη χάσουν τα λεφτά τους και εμείς εδώ να πάψουμε να χορεύουμε τον αέναο χορό του Ζαλόγγου. Διαφορετικά ας βάλουμε μπρος το όραμα νέων εκλογών που θα ξαναγεννήσουν την ελπίδα. Βέβαια, αν συνεχίσουμε τις αερολογίες και τις μαγκιές τη βλέπω την ελπίδα. Τη βλέπω να έρχεται μαζί με την ανάσταση των νεκρών...


Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Συνάντησα την ελπίδα στο δρόμο και μου είπε ότι έρχεται...

Ημέρα εκλογών. Ξύπνησα στις μαύρες μου. Αισθανόμουν βαρύς. Κι όμως, χθες βράδυ έφαγα ελαφρά. Κάτι άλλο έφταιγε. Μάλλον οι εκλογές. Κάποιοι ελπίζουν σε αυτές. Εγώ όχι. Τέλος πάντων, οι άλλοι κάτι μπορεί να ξέρουν παραπάνω, ας μην τους θεωρήσω εξαρχής βλαμμένους. Το αποτέλεσμα θα κρίνει. Σκεφτόμουν ότι κάποια στιγμή έπρεπε να πάω να ψηφίσω. Το καθυστερούσα. Ούτε ο καφές στην ηλιόλουστη βεράντα, ανάμεσα στα φυτά μου, κατάφερε το παραμικρό. Ζήλευα όλους εκείνους που θα πήγαιναν μέσα στην τρελή χαρά να ασκήσουν το εκλογικό δικαίωμά τους. Εγώ δεν ένιωθα καμιά χαρά. Ένιωθα βάρος. 
Σκέφτηκα να ασχοληθώ με τη δουλειά μου. Μπορεί να αισθανόμουν καλύτερα. Μια στοίβα γραπτών με περίμενε. Ίσως αν κατάφερνα να τη μετριάσω, μετρίαζα και την άρνησή μου. Τίποτα. Τα όσα διάβαζα με έκαναν ακόμη πιο χάλια. Συνήθως αυτό συμβαίνει. Διαβάστε μαθητικά δοκίμια και θα με καταλάβετε. Μάλλον επέτειναν την απαισιοδοξία μου. Η κατάρα μου είναι να βλέπω χειροπιαστά το μέλλον της χώρας μας μέσα από τα γραπτά και άρα το επίπεδο των αυριανών πολιτών. Ελπίδα καμιά. Τα εγκατέλειψα πιο άκεφος από ό,τι ξεκίνησα. 
Σύρθηκα στο μπάνιο. Ούτε καν το καυτό νερό είχε την παραμικρή ευεργετική επίδραση. Συμμαζεύτηκα, πήρα την ταυτότητά μου και ξεκίνησα για το εκλογικό τμήμα. Δεν έβλεπα την παραμικρή ιερότητα σε αυτό που πήγαινα να κάνω. Έριξα μια ματιά στον υπολογιστή ψάχνοντας το εκλογικό τμήμα μου. Έφτασα σε αυτό χωρίς η διάθεσή μου να έχει αλλάξει στο παραμικρό. Ευτυχώς υπήρχαν ελάχιστοι εκεί. Δε θα αναγκαζόμουν να υποστώ ανόητες φλυαρίες για το μέλλον της χώρας. Μάλλον οι περισσότεροι είχαν ήδη ψηφίσει και κάπου θα περίμεναν την ελπίδα. Ψήφισα. Ένιωθα ακόμη χειρότερα. 
Η κατάστασή μου μού θύμισε το Φίλιπ Μάρλοου, το διάσημο ντετέκτιβ του Raymond Chandler. Αντιγράφω:

«Ένιωθα κούφιος και αδειανός σαν τα διαστήματα ανάμεσα στα άστρα. Όταν έφτασα σπίτι ετοίμασα ένα δυνατό ουίσκι και στάθηκα πλάι στο ανοιχτό παράθυρο του καθιστικού˙ ήπια μια γουλιά ακούγοντας τη φασαρία από την κίνηση στη λεωφόρο Λόρελ Κάνιον και χαζεύοντας το λαμποκόπημα της μεγάλης, αγριεμένης πόλης πάνω από τις καμπύλες των λόφων που διέσχιζε η λεωφόρος. Από μακριά ο στριγκός θρήνος των αστυνομικών ή πυροσβεστικών σειρήνων τη μια δυνάμωνε την άλλη αργοχανόταν, δίχως ποτέ να σταματάει για πολύ. Είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα κάποιος τρέχει να ξεφύγει, κάποιος άλλος τον κυνηγάει να τον πιάσει. Εκεί έξω, στη νύχτα των χιλίων φονικών, κόσμος πέθαινε, σακατευόταν, κοβόταν από σπασμένα γυαλιά, σκοτωνόταν με το αυτοκίνητο, τον πατούσαν τα βαριά λάστιχα κάποιου φορτηγού. Κόσμος έτρωγε ξύλο, ληστευόταν, στραγγαλιζόταν, βιαζόταν και δολοφονούνταν. Κόσμος πεινούσε, αρρώσταινε, έπληττε, έπεφτε σε απόγνωση από τη μοναξιά, τις τύψεις ή τον φόβο, κόσμος σκληρός, φουριόζος, αράθυμος, παραδομένος σε λυγμούς. Μια πόλη όχι χειρότερη από άλλες, μια πόλη πλούσια, γεμάτη σφρίγος και περηφάνια, μια πόλη παραπλανημένη και συντριμμένη και κενή. Τα πάντα εξαρτώνται από ποια σκοπιά τα βλέπεις και πόσο μπροστά είσαι στη βαθμολογία. Εγώ δεν είχα ούτε έναν πόντο. Δεν μ’ έμελλε. Αποτέλειωσα το ποτό μου και πήγα για ύπνο.». 
Raymond Chandler, “Ο μεγάλος αποχαιρετισμός” 

Ήταν αδιανόητο. Με βαριά βήματα έφτασα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για το σπίτι. Δεν το άντεχα. Κάπου πρέπει να υπήρχε μια αχτίδα φωτός. Κάπου πρέπει να υπήρχε κάποια ελπίδα και για μένα κι εγώ απλώς έπρεπε να τη βρω... Κάπου έκανα κάτι λάθος. 
Και ναι. Τελικά αυτό ήταν. Το βρήκα. Η λύση έλαμψε σαν την πρώτη ακτίνα του ήλιου ένα χειμωνιάτικο πρωινό. Το λάθος ήταν ολωσδιόλου δικό μου. Το προεκλογικό κλίμα με είχε αποπροσανατολίσει. Είχα πειστεί σαν τον κάθε πανηλίθιο ότι την ελπίδα στη φέρνουν άλλοι. Κάτι σαν delivery. Λάθος μεγαλειώδες! Την ελπίδα τη δημιουργεί ο καθένας και πιθανότατα δεν το κάνει με την ψήφο του. Τουλάχιστον όχι μόνο με αυτήν. Το κάνει αλλιώς και το κάνει καθημερινά και αδιάλειπτα. Έπρεπε να πάρω τα πράγματα στα χέρια μου. Ήταν βλακώδες να περιμένω από τους άλλους. Ήταν χάσιμο χρόνου. 
Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου, δίπλα σε ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ και μπήκα. Συμπλήρωσα κάποιες στήλες σε ένα δελτίο Τζόκερ και το κατέθεσα. Ο πράκτορας με ενημέρωσε ότι είχε Τζακ Ποτ. Πήρα το απόκομμα. Ένιωθα ανακούφιση. Επιτέλους, το βάρος είχε φύγει από πάνω μου. Τώρα ναι, μπορώ κι εγώ να ελπίζω. Μπορώ να περιμένω την ελπίδα να έρθει. Είμαι έτοιμος. 


 *Ο κ. Ζάχος πιστεύει ότι ένα Τζόκερ θα μας σώσει. 
 Και το πιστεύει πολύ.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Εκλογές, silver alert…

Οι Έλληνες πολίτες -αυτό το εξαιρετικά ευφυές είδος του πλανήτη- λατρεύουν τις εκλογές. Μη με παρεξηγήσετε. Δεν εννοώ σε καμιά περίπτωση ότι οι Έλληνες είναι πολιτικοποιημένοι. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα γνώριζαν για ποιο λόγο γίνονται εκλογές και για ποιο λόγο συμμετέχουν σε αυτές. Κάτι τέτοιο, όμως, δε συμβαίνει επουδενί. Λαός και «πολιτικοί» είναι απολίτικοι. Τόσο ο μεν (λαός) όσο και οι δε («πολιτικοί») αγνοούν τι είναι αυτό που λέγεται «εκλογές» και βέβαια αγνοούν τον πραγματικό λόγο για τον οποίο γίνονται. Παρόλ’ αυτά τις λατρεύουν. Χρόνια τώρα. 
Οι πολιτικοί έχουν την αίσθηση ότι οι εκλογές είναι μια διαδικασία ανάδειξής τους σε μια καλοπληρωμένη θέση εξουσίας. Από τη στιγμή που θα εκλεγούν ανάθεμα κι αν ξέρουν τι να κάνουν. Κάποτε, βέβαια, είχαν δουλίτσα. Διόριζαν κομματικούς οπαδούς σε θέσεις του δημοσίου. Αν τέτοιες θέσεις δεν υπήρχαν, απλώς τις δημιουργούσαν. Όταν το μαγαζί βάρεσε κανόνι, η δουλειά τους τέλειωσε. Βρέθηκαν χωρίς αντικείμενο. Πλέον η μόνη δουλειά που μπορούν να κάνουν είναι να φουσκώνουν τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, κατά προτίμηση σε τραπεζικό ίδρυμα του εξωτερικού, ώστε τα χρήματά τους να είναι εξασφαλισμένα από τις βλακώδεις επιλογές της εγχώριας πολιτικής. Άρα από τους ίδιους και τις βλαμμένες αποφάσεις τους. Άλλωστε αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ποιοι μας κυβερνούν, οπότε δεν αναλαμβάνουν το παραμικρό ρίσκο. 
Στα ίδια και χειρότερα χάλια έχουν περιέλθει οι πολίτες. Μέχρι να βαρέσει κανόνι το μαγαζί, θεωρούσαν ότι εκλογές είναι μια διαδικασία επιλογής εκείνων που θα τους εξασφάλιζαν μια θεσούλα στο μαγαζί ή πρόσβαση στο ταμείο του με την ανάθεση κάποιων έργων. Η πτώχευση του μαγαζιού είχε παρενέργειες και στη δική τους κοσμοθεωρία. Έχασαν τον κόσμο κάτω από τα πόδια τους. Στην προσπάθεια να βρουν άλλο λόγο για τη συμμετοχή τους, έδωσαν στις εκλογές διαφορετικό νόημα. Τις είδαν σαν «silver alert». Μέσω των εκλογών αναζητούν τον εξαφανισμένο πατερούλη που θα τους προστατεύσει, θα συγχωρήσει τα λάθη που έκαναν. Θα τους παραμυθιάσει ότι δεν ήταν τελείως ηλίθιοι που άπλωσαν τα πόδια τους έξω από το πάπλωμά τους. Θα τους παρηγορήσει λέγοντάς τους ότι παρασύρθηκαν από... (η φαντασία μου αδυνατεί να εντοπίσει από ποιον). Θα τους εκφράσει τη στοργή του, θα τα βάλει με τους κακούς που μας δάνειζαν ασύστολα. Θα αναλάβει την ευθύνη να τους βγάλει από τα αδιέξοδα στα οποία έχουν περιέλθει και για τα οποία, όπως όλοι έχουμε γνωρίζουμε, ουδεμία ευθύνη φέρουν. Οι άλλοι φταίνε. Πάντα το έκαναν άλλωστε (δηλαδή να φταίνε). 
Κάπως έτσι βαδίσαμε μέχρι τη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση. Πολιτικοί και πολίτες βρήκαν το νόημα και μάλλον τα βρήκαν μεταξύ τους. Οι πολιτικοί συνειδητοποιώντας ότι οι δυνατότητες για παροχές έχουν εκλείψει και κυρίως ότι γι αυτό έχουν πειστεί και οι πολίτες, έκαναν το αυτονόητο. Υπόσχονται περισσότερα!!! Διορισμοί, αποκατάσταση απολυμένων, επαναφορά μισθών σε προ κρίσης επίπεδα, δημιουργία θέσεων εργασίας και φυσικά και πάνω από όλα το Άγιο Δισκοπότηρο των υποσχέσεων: Έξοδος από τα μνημόνια και απελευθέρωση από τα δεσμά των δανειστών. 
Θα αναρωτηθεί κάποιος γιατί το κάνουν αυτό τη στιγμή που και οι ίδιοι και οι πολίτες γνωρίζουν ότι τέτοιου είδους υποσχέσεις είναι ανέφικτες. Ο λόγος είναι απλός. Είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουν. Η προεκλογική εκστρατεία ανέκαθεν στηριζόταν σε υποσχέσεις. Αγνοούν το περιεχόμενο μιας, διαφορετικού επιπέδου και αισθητικής, εκλογικής αναμέτρησης. 
Οι Έλληνες πολίτες απλώς προσαρμόστηκαν σε αυτό το κλίμα τάχιστα αποδεικνύοντας το επίπεδο ευφυΐας τους για μια ακόμη φορά. Ακούει κανείς πολίτες να λένε ότι θα ψηφίσουν τον Τάδε επειδή ΔΕΝ θα κάνει, όταν έλθει εν τη βασιλεία του, όσα ισχυρίζεται σήμερα. Ακούει και δεν πιστεύει στα αφτιά του. Ποιος έχασε τη λογική, βέβαια, για να τη βρούμε εμείς; Μάλλον κανένας, οπότε πορευόμαστε με ό,τι έχουμε. Και μάλλον δεν έχουμε πολλά. 
Οι περισσότεροι απλώς ελπίζουν. Προσωπικά αγνοώ σε τι αλλά αυτό ελάχιστα επηρεάζει. Καλό είναι να ελπίζει κανείς. Για τη συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών οι εκλογές είναι σαν το λαχείο. Το αγοράζεις, για μερικές μέρες ελπίζεις και όταν γίνεται η κλήρωση χωρίς να κερδίσεις το παραμικρό το πετάς. Η ελπίδα πεθαίνει και πάμε για άλλα...
Οπότε μήπως οι πολίτες, αυτό το συμπαθέστατο είδος, έφτασε ο καιρός να σκεφτούν λογικά και να επιλέξουν σοβαρούς ανθρώπους που δεν υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια; Κάποιους που απλώς προτείνουν να οργανωθεί το κράτος, να περιοριστεί η διαφθορά και να μειωθούν οι σπατάλες; Λέω μήπως. Γιατί, ωραία και καλά είναι τα συνθήματα που μιλούν για την «ελπίδα» που άλλοτε «είναι εδώ» και άλλοτε «έρχεται» αλλά μήπως "έφτασε" ή "έρχεται" απλώς για να τα τινάξει μια και καλή εδώ;