Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Η βλακεία είναι ταξική;

Ανάμεσα στις λεπτομερείς και ιδιαίτερα... ουσιαστικές απόψεις που διατυπώθηκαν για το πρόσφατο πολύνεκρο δυστύχημα ξεχώρισα μία. Ήταν, λένε, το δυστύχημα ταξικό. Η εμπλοκή ενός πολυτελούς αυτοκινήτου και του γόνου μιας πλούσιας οικογένειας ήταν στοιχεία ικανά να αναδείξουν τον ειδικό που έχει κρυμμένο μέσα του ο κάθε Έλληνας για οτιδήποτε συμβαίνει, να πυροδοτήσουν την προπαγάνδα και, φυσικά, την υστερία απέναντι σε όσους -λίγους- έχουν εκείνα που θα επιθυμούσαν να έχουν οι πολλοί. 
Ο αριθμός των 1500-1600 νεκρών κάθε χρόνο από τροχαία δε στάθηκε ικανός να συγκινήσει σε τέτοια έκταση και ένταση. Η ανακοίνωση του αριθμού των τροχαίων -θανατηφόρων και μη- αποτελεί μια απλή και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον είδηση ανάμεσα στις πολλές. Μάλιστα, για τους περισσότερους ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι αστρολογικές προβλέψεις της ημέρας ή οι προβλέψεις για τον καιρό. Αλλά όχι τώρα. Τα χαρακτηριστικά του δυστυχήματος έβαλαν στο τραπέζι της συζήτησης την οδηγική συμπεριφορά και παιδεία του Έλληνα.
Θα μπορούσα να απορήσω για την έκπληξη που προκλήθηκε αλλά δεν το κάνω. Ο Έλληνας συνηθίζει να «πέφτει από τα σύννεφα» πιο συχνά και από επαγγελματία αλεξιπτωτιστή. Ένα θέμα για το οποίο ο καθένας μπορεί να έχει άποψη και κάποτε βιώματα είναι όμορφη αφορμή για τον Έλληνα. Αφορμή για έκφραση, για εκτόνωση, για ανάδειξη των συμπλεγμάτων του, για το «κάνε με για μια μέρα πρωθυπουργό και θα δεις». 
Έτσι και τώρα. Αλλά από το να συζητιέται στα καφενεία και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τη γνωστή εμβρίθεια(;) που χαρακτηρίζει τον λαό μας, μέχρι το να δίνονται ταξικά χαρακτηριστικά στο δυστύχημα νομίζω ότι πάει πολύ ακόμη και για τους Έλληνες. Αλλά αυτοί είμαστε. Μιλάμε, ψηφίζουμε, κρίνουμε, απαιτούμε, νουθετούμε, οδηγούμε, κυρίως με βάση το συναίσθημα και όχι με βάση τη λογική. Επειδή τελικά αυτή μας λείπει. 
Αναφέρονται οι περισσότεροι στην οδηγική παιδεία του Έλληνα. Μάλλον έχουν εντοπίσει την παιδεία του σε άλλους τομείς και τώρα την αναζητούν και στην οδηγική συμπεριφορά. Δεν θα καταφέρουν και πολλά. Η παιδεία λείπει από την οδηγική συμπεριφορά μας, επειδή μας λείπει από παντού. Κι αυτό δεν είναι θέμα ταξικό. Καθημερινά άνθρωποι οδηγούν μιλώντας στο κινητό χωρίς το υποχρεωτικό bluetooth. Δεν έχω καταφέρει να ταυτίσω τη συγκεκριμένη βλακώδη συμπεριφορά με ταξικά χαρακτηριστικά. Οδηγοί ακριβών ή φτηνών αυτοκινήτων το κάνουν εξίσου συχνά. Καθημερινά οδηγοί, που κοιτάζουν τη βολή τους, παρκάρουν σε πεζοδρόμους, σε πεζοδρόμια, σε θέσεις αναπήρων ή και στη μέση του δρόμου. Κι εδώ αδυνατώ να διαχωρίσω τους ανόητους πρωταγωνιστές σε πλούσιους ή φτωχούς. Καθημερινά προσπερνούν επικίνδυνα και παράνομα, κορνάρουν στα φανάρια, βρίζουν, μουντζώνουν οδηγοί αυτοκινήτων. Ούτε κι εδώ έχω καταφέρει να ταυτίσω τη χωριατιά και την παντελή έλλειψη σεβασμού με ταξικά κριτήρια. Καθημερινά αντικρίζουμε οδηγούς χωρίς ζώνη ή με παιδιά στο αυτοκίνητο χωρίς αυτή. Κι εδώ η ανοησία δε γνωρίζει φραγμούς και ταξικούς διαχωρισμούς. 
Η κουλτούρα, άρα και η οδηγική παιδεία, μπορεί να είναι γνώρισμα των πλουσίων και των φτωχών, των μορφωμένων και των αμόρφωτων, των Δεξιών αλλά και των Αριστερών, των μεγάλων και των μικρών, των αντρών αλλά και των γυναικών εξίσου. Το ίδιο και η υποκουλτούρα βέβαια. Και απλώς ήρθε ένα ακόμη -από τα πάρα πολλά- δυστύχημα να αποδείξει ότι, με εξαίρεση τον θάνατο, η βλακεία δεν είναι ταξική. Η βλακεία δεν κάνει διακρίσεις. Και μάλλον είναι η μόνη.


Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

«Νεκρά παιδιά»

Με τον όρο «νεκρή φύση» περιγράφουμε ένα έργο τέχνης που απεικονίζει συνήθως μία σύνθεση από άψυχα αντικείμενα, που μπορεί να είναι είτε φυσικά, όπως τρόφιμα, λουλούδια ή νεκρά ζώα, είτε τεχνητά, όπως βάζα, διάφορα σκεύη ή βιβλία. Τα συγκεκριμένα έργα μπορεί να κοσμούν ένα σαλόνι, μια κουζίνα, ένα παιδικό δωμάτιο ή ό,τι άλλο θέλει ο καθένας με κριτήριο την αισθητική του. Και πολλοί είναι πιθανό να θεωρείτε ότι τέτοιου είδους έργα μπορείτε να εντοπίσετε αποκλειστικά στο παζάρι της Λάρισας (κατά εκατοντάδες), στο Μοναστηράκι ή και σε κατά τόπους λαϊκές αγορές αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Ορισμένα από αυτά θεωρούνται καλλιτεχνικά αριστουργήματα και μοσχοπουλιούνται στην αγορά της τέχνης, αφού τα δημιούργησαν και μεγάλοι ζωγράφοι -μάλλον σε στιγμές που η έμπνευση τους είχε εγκαταλείψει ολοκληρωτικά- όπως ο Caravaggio, ο van Gogh, ο Paul Cezanne, ο Picasso… 
Η «νεκρή φύση» μπορεί να είναι κάτι που αξίζει τον κόπο αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο με τα «νεκρά παιδιά». Ο όρος αυτός δεν δηλώνει αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά. Αναφέρεται σε παιδιά, τα οποία η Ιατρική και η Βιολογία θα χαρακτήριζαν με βεβαιότητα ζωντανά. Αναπνέουν, ανοιγοκλείνουν τα ματάκια τους, σηκώνουν τσαχπίνικα το φρύδι, περπατάνε, τρώνε, μιλάνε, χαζογελάνε, περνούν ατελείωτες ώρες στο Διαδίκτυο, σπαταλούν χρόνο με άτομα τα οποία κάποιος με άνεση θα χαρακτήριζε επίσης ζωντανά και συνήθως… κοιμούνται. Μπορεί κανείς να τα εντοπίσει στο παζάρι της Λάρισας (κατά εκατοντάδες), στο Μοναστηράκι ή και σε κατά τόπους λαϊκές αγορές -όπως και τις «νεκρές φύσεις» άλλωστε- αλλά και σε άλλα τρισάθλια μέρη. Η μεγάλη διαφορά τους με τη «νεκρή φύση» είναι ότι δεν θεωρούνται αριστουργήματα και, βέβαια, δεν μοσχοπουλιούνται ούτε στην αγορά της τέχνης ούτε και σε καμιά άλλη αγορά. Τα χαίρονται αποκλειστικά εκείνοι που τα δημιούργησαν -γονείς, παππούδες, γιαγιάδες, θειάδες…- και τα ανέχονται κάποιοι άλλοι που δεν τα δημιούργησαν όπως π.χ. οι εκπαιδευτικοί (αν και ορισμένοι από αυτούς ευθύνονται εξίσου για την εμφάνιση της συγκεκριμένης συνομοταξίας παιδιών). 
Ο όρος «νεκρά παιδιά» αποτελεί πολύ πρόσφατη επιστημονική ορολογία. Αναφέρεται για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο άρθρο και στο εξής θα χρησιμοποιείται για να περιγράφει την πλειονότητα των εκπροσώπων κάθε επόμενης νέας γενιάς με συγκεκριμένα γνωρίσματα. «Νεκρά παιδιά» θεωρούνται τα παιδιά, έφηβοι και γενικά νέοι που ενώ θα κληθούν να ζήσουν και άρα να προσαρμοστούν στο σήμερα και πολύ περισσότερο στο αύριο, δεν διαθέτουν και δεν πρόκειται να διαθέτουν ούτε στο μέλλον τα προσόντα γι αυτό. Θα μπορούσαν να ζήσουν στο παρελθόν και να ανταποκριθούν αρκετά καλά στις απαιτήσεις του αλλά δεν έχουν την παραμικρή πιθανότητα κάτι τέτοιο να το πετύχουν απέναντι στα σύγχρονα δεδομένα. 
Κυρίαρχα χαρακτηριστικά των «νεκρών παιδιών» αποτελεί η ουσιαστική άγνοια της γλώσσας (λειτουργικά αναλφάβητα), η έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα και τις καταιγιστικές εξελίξεις της και κυρίως η έλλειψη ενός καλλιεργημένου μυαλού ικανού να επεξεργάζεται τα δεδομένα, να παρακολουθεί τις μεταβολές και να κατανοεί τις απαιτήσεις που διαμορφώνονται. Όπως είναι φυσικό, πρόκειται για άτομα που κυριαρχούνται από τον συντηρητισμό, λατρεύουν την εύκολη λύση, αδυνατούν να αναλάβουν τις προσωπικές ευθύνες τους, να λειτουργήσουν ώριμα και να προσαρμοστούν στις ανακατατάξεις που μας κατακλύζουν. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στο άμεσο μέλλον θα ενταχθούν στις ήδη υπάρχουσες στρατιές ανέργων. 
Τα χαρακτηριστικά τους τούς οδηγούν σε επιλογές που θα ταίριαζαν σε προηγούμενες περιόδους αλλά καμιά σχέση δεν έχουν με τη σημερινή. Αποκτούν εφόδια που μπορεί να ονειρεύτηκε ο Νώε, που απαιτούνταν στον Μεσαίωνα, που εξασφάλισαν την επιτυχία ή έστω την επιβίωση στο παρελθόν. Τα εφόδια αυτά, όμως, δεν εξασφαλίζουν το παραμικρό πλέον, αφού δεν ικανοποιούν ούτε ιδιοκτήτη mini market που αναζητά υπαλλήλους. 
Θύματα συντηρητικών και αδιάφορων γονιών («ε, πού να τα ξέρουν αυτά τα πράγματα τα παιδιά;» αναρωτιούνται) και εκπαιδευτικών (μοιράζουν απλόχερα βαθμούς και αποδέχονται τη διαρκή μείωση των απαιτήσεων του σχολείου). Προετοιμάζονται για εποχές που μας έχουν αφήσει χρόνια και καιρούς και κάποτε ξοδεύοντας τρομακτικές δυνάμεις. Για εποχές νεκρές. Οπότε κι αυτά είναι -τι άλλο;- νεκρά. 
Κάποιοι υπόσχονται σε αυτά την ελπίδα (έχει ο Θεός, λένε). Αλλά την ελπίδα ούτε θα τη δουν ούτε και θα την απαντήσουν (μπορούν άλλωστε να ρωτήσουν όσους στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις ψήφισαν με το κριτήριο αυτό). Γιατί αυτοί που υπόσχονται οτιδήποτε είναι προσωποποιημένος ο λαϊκισμός. Κι αυτός -δηλαδή ο λαϊκισμός- υπόσχεται, καλοπιάνει, καθησυχάζει αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να αποκοιμίζει και να χειραγωγεί. Δυστυχώς, βέβαια, το μέλλον αυτών των παιδιών είναι να πέσουν χωρίς αντίσταση στην αγκαλιά του χειρότερου λαϊκισμού που θα τους πείσει (ήδη το κάνει) ότι για όλα φταίνε το κατεστημένο, οι ξένοι, οι ψεκασμοί, οι εξωγήινοι, ο σύλλογος καλαθοποιών νομού Πέλλας, οι «άλλοι». Θα τους πείθει ότι τη σωτηρία θα τους την φέρουν πάλι οι άλλοι, οι οποίοι άλλοι είναι κάποιοι άλλοι και όχι οι άλλοι που φταίνε για όλα. 
Η μόνη ελπίδα, όμως, μπορεί να προέλθει από τους κόλπους ενός σκληρού ρεαλισμού, για τον οποίο έχουμε αδιαφορήσει τις -πολλές- τελευταίες δεκαετίες. Κι αυτά τα παιδιά αδυνατούν να αντέξουν έναν τέτοιο ρεαλισμό και κάποτε με τη συμβολή των γονιών τους. Παιδιά και γονείς απέναντι στον ρεαλισμό νιώθουν ναυτία, πονοκέφαλο, τάση για εμετό και άλλα άσχημα πράγματα, οπότε και τον αποφεύγουν. Ακούω όλο και πιο συχνά ότι κάποιο παιδί «δεν αντέχει την πίεση». Κι αυτό με βολεύει. Όλους μας βολεύει. Σε ποιον δεν αρέσει η «παιδική χαρά» άλλωστε; Άραγε, όμως, όσοι το λένε καταλαβαίνουν και τι σημαίνει; Σημαίνει ότι ένα παιδί δεν αντέχει την κριτική, την προσπάθεια, την αλήθεια. Και όλα αυτά δεν θα τα αντέξει ποτέ. Γιατί όλα αυτά είναι μια στάση ζωής και αυτή δεν μαθαίνεται στα βαθιά γεράματα. Διδάσκεται σταδιακά και από μικρή ηλικία. 
Όλα αυτά δεν είναι πλέον μια πρόβλεψη για το μέλλον. Είναι ήδη η πραγματικότητα. Δείτε απλώς την ανεργία. Καλπάζει με ρυθμούς απερίγραπτους. Και θα συνεχίσει να το κάνει όσα τείχη κι αν ορθώσουμε στα σύνορά μας, όσους κι αν διορίσουμε στο δημόσιο. Ναι υπάρχει ανεργία αλλά και ναι, την ίδια στιγμή, υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας. Άρα η ανεργία υπάρχει και πλήττει όσους προετοιμάστηκαν για θέσεις εργασίας του παρελθόντος. Κι αυτές δεν πρόκειται να ξαναεμφανιστούν ποτέ. Το «πού να τα γνωρίζουμε όλα αυτά» δεν μπορεί να δίνει άφεση αμαρτιών ούτε σε γονείς ούτε σε δασκάλους. Η εποχή μας προσφέρει απλόχερα ενημέρωση. Αλλά ποιος έχει τη διάθεση να την αναζητήσει και να την αποκτήσει; 
Είναι αλήθεια ότι οι εξελίξεις της τεχνολογίας και της επιστήμης πραγματοποιήθηκαν πολύ γρήγορα. Την ίδια στιγμή, η διαπαιδαγώγηση των νέων γενιών δεν κατάφερε να παρακολουθήσει τις μεταβολές. Προετοιμάζουμε κυνηγούς δεινοσαύρων ενώ οι δεινόσαυροι έχουν αφανιστεί. Προετοιμάζουμε άτομα που θα τα κατάφερναν ίσως στο παρελθόν. Με απλά λόγια, συνεχίζουμε να δημιουργούμε χελώνες που λατρεύουν την καθυστέρηση σε μια εποχή που έχει ανάγκη από ταχύτατους λαγούς. (σελ. 139-141)




Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Your ass sticking cook, you cook shit

Μάλλον έχει ήδη γίνει viral, όπως και πολλά άλλα εμπνευσμένα από την Κυβέρνησή μας και τους ιδιαίτερα καλλιεργημένους συμβούλους της. Κάποιος απερίγραπτος τύπος του Υπουργείου Εξωτερικών ανέλαβε να μεταφράσει το: "Είναι προφανές ότι συμπολίτευση και αντιπολίτευση στην Τουρκία τσακώνονται για ξένο αχυρώνα". 
Ο τύπος το μετέφρασε και μάλλον το έκανε σαν τα μούτρα του: "It is obvious that the governing and the opposition parties in Turkey are picking a fight for someone else's barn".

Το πρωθυπουργικό "Λέσβος και Μυτιλήνη", τα υπουργικά "ιός ΧΙΒ" αλλά και "κόπυ παστέ" απλώς μας προετοίμαζαν για ό,τι έρχεται. Και, δυστυχώς, αυτό που έρχεται δεν είναι η ελπίδα που μας είχαν τάξει. 
Αν πάντως ο τύπος που ανέλαβε τη μετάφραση δεν είχε δαιμονισμένη διάθεση για χιούμορ -και μάλλον δεν είχε- τότε έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη -από τα αμέτρητα- εξαιρετικό δείγμα της απύθμενης αμορφωσιάς εκείνων που μας εξουσιάζουν. Και το λογικό είναι, αφού ήδη επιλέξαμε έναν Πρωθυπουργό χαμηλής στάθμης, ανεχθήκαμε έναν υπουργό Παιδείας χωρίς πτυχίο και γενικά μια Κυβέρνηση χωρίς ίχνος κουλτούρας, να χρίσουμε υπουργό εξωτερικών τον τύπο που διαθέτει μια πολύ ιδιότυπη άποψη για τη μετάφραση ελληνικών ιδιωμάτων. 

Ο διεθνής εξευτελισμός μας, όμως θα μπορούσε να αποτελέσει έμπνευση για μεγαλειώδεις και επωφελείς σχεδιασμούς στο μέλλον. Είναι βέβαιο ότι το ελληνικό δαιμόνιο θα μπορούσε να αξιοποιήσει στο έπακρο την... πατάτα του καλού συμβούλου. 

Σκέφτομαι... 
Και τώρα που το Υπουργείο Εξωτερικών μετέφρασε το «τσακώνονται για ξένο αχυρώνα» ως «are picking a fight for someone else's barn», μήπως μπορεί να αναλάβει τη μετάφραση και κάποιων ακόμη ψηγμάτων ελληνικής λαϊκής σοφίας στην αγγλική ή και σε άλλες... περίεργες γλώσσες, ώστε να αναβαθμιστεί η ελληνική εξωτερική πολιτική; 
Λοιπόν, ο κύριος "...someone else's barn" να καταπιαστεί με τη μετάφραση και άλλων βαθυστόχαστων όπως: 
-"Χέστηκε η φοράδα στο αλώνι"(1), με το οποίο το ΥΠΕΞ θα απαντάει στους Τούρκους κάθε φορά που αμφισβητούν την ελληνικότητα κάποιας βραχονησίδας. 
-"Χέζε ψηλά κι αγνάντευε"(2), το οποίο θα χρησιμοποιείται από το ΥΠΕΞ απέναντι στους δανειστές κάθε που θα απαιτούν να τηρήσουμε τις υποσχέσεις μας. 
-"Έβγαλε η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο"(3), το οποίο θα είναι η μόνιμη απάντηση του ΥΠΕΞ στις επονείδιστες απαιτήσεις του Σόιμπλε. 
-"Είπαν στον τρελό να χέσει, έκατσε και ξεκωλώθηκε"(4), το οποίο θα είναι η ευφυής απάντησή μας κάθε που η διεθνής κοινότητα απαιτεί όλο και περισσότερα μέτρα από εμάς. 
-"Τον κώλο σου βάζεις μάγειρα, σκατά σου μαγειρεύει"(5), που θα χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για τις αστοχίες, αποτυχίες και αδυναμίες συνεννόησης με τους ξένους, των εγχώριων υπουργών, αναπληρωτών υπουργών και υφυπουργών. 
Αν μάλιστα η μετάφραση των συγκεκριμένων αλλά και άλλων ρητών είναι εξίσου επιτυχημένη με εκείνη του... "αχυρώνα", μπορεί να βρει και άλλες εφαρμογές. 
Άσχημα, δηλαδή, θα ήταν να κυκλοφορήσει ημερολόγιο τοίχου στην Εσπερία με ελληνικά αποφθέγματα στα αγγλικά αλλά και σε άλλες φτωχές γλώσσες του κόσμου. Να αλλάζει κάθε βράδυ ο Εγγλέζος, ο Σουηδός, ο Βέλγος, ο Ελβετός... το χαρτάκι με την ημερομηνία και στην πίσω πλευρά να να απολαμβάνει το ελληνικό απόφθεγμα. 
Άσχημα, επίσης, θα ήταν να κυκλοφορήσει App για κινητά, υπολογιστές, τάμπλετ το οποίο θα φέρνει σε επαφή την οικουμένη ολάκερη με τη βαθιά ελληνική σκέψη και κουλτούρα μεταφρασμένη από τους αρμόδιους(;) του ΥΠΕΞ; 
Άσχημα θα ήταν να κυκλοφορήσουν μπλουζάκια, τσαρούχια, φλοκάτες, χιτώνες, σανδάλια αρχαιοελληνικού ύφους, μπρελόκ και ό,τι άλλο πουλιέται στους κουτόφραγκους τουρίστες φέροντα ρήσεις του λαού και του τόπου μας. Εννοείται κι αυτά με πρωτοβουλία των υπηρεσιών του ΥΠΕΞ και κυρίως αυτού του υπέροχου τύπου που μετέφρασε τον... "αχυρώνα". 
Όχι (αυτή είναι η σωστή απάντηση στις ερωτήσεις που προηγήθηκαν) δε θα ήταν καθόλου άσχημα! Και το θέμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Βέβαια, είναι και τέτοιο -στις εποχές που ζούμε- αλλά κυρίως είναι βαθιά πολιτισμικό. Έτσι, αυτοί οι επαχθείς και δυσβάσταχτοι ξένοι -που μας φθονούν και μας ματιάζουν με κάθε ευκαιρία ενώ όλοι γνωρίζουμε τι έκαναν, όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες- θα μάθουν τι εστί ελληνισμός και επιτέλους θα έχουν την ευκαιρία να εμβαθύνουν στην ουσία της σκέψης του λαού μας. 
Κατά τα άλλα, θα βαρούσαμε τα νταούλια και οι διεθνείς αγορές θα χόρευαν και θα παρακαλούσαν να μας δανείσουν. Κατά τα άλλα θα αλλάζαμε την Ευρώπη (και θα την κάναμε σαν τα μούτρα μας). Κατά τα άλλα θέλουμε οι άλλοι να μας πάρουν στα σοβαρά. 
Κάποια στιγμή πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ως λαός ότι βάρβαροι δεν υπάρχουν. Μπορεί να είναι ενοχλητικό αλλά... 
...το γνώριζε και ο Καβάφης [...] 
-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία 
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν). 
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες, 
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι; 

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν. 
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα, 
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν. 
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. 
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις. 

Ως πολίτες κάθε φορά που ψηφίζουμε θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι όταν "your ass sticking cook" τότε δεν μπορεί παρά να "you cook shit"!!!


(1): Chestike the mare to thresh
(2): Shitting tall and gazing
(3): He pulled the ass fly and echese the whole world
(4): They said the crazy Hesse, sat and xekolothike
(5): Your ass sticking cook, you cook shit




Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Σάμερχιλ, το διαφορετικό σχολείο


Το Σάμερχιλ, που ίδρυσε ο Α.Σ. Νηλ και έχει σήμερα διευθύντρια την κόρη του Ζωή Ρέντχεντ, είναι ένα προοδευτικό σχολείο ηλικίας ενενήντα χρόνων, που διοικείται δημοκρατικά με τους μαθητές του να έχουν ισότιμο λόγο στους κανονισμούς λειτουργίας του. Όμως, ο Οργανισμός Πιστοποίησης Σχολικών Ιδρυμάτων (OFSTED), μέσω των επιθεωρητών του, αποφασίζει να κλείσει το σχολείο καθότι θεωρεί ότι δεν παρέχει επαρκή εκπαίδευση στους μαθητές του. Η υπόθεση οδηγείται στο δικαστήριο, όπου το σχολείο συγκρούεται μετωπικά σε μια μάχη επιβίωσης με την Βρεταννική Κυβέρνηση. Η ταινία είναι του Jon East, έχει γυριστεί στους χώρους του σχολείου, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και έχει βραβευθεί με δύο βραβεία BAFTA. Περισσότερες πληροφορίες: http://www.imdb.com/title/tt1042913/

Αντικείμενο της πρώτης φοιτητικής εργασίας μου ήταν η μελέτη της δομής του Σάμερχιλ, του ανατρεπτικού σχολείου του παιδαγωγού Α. Σ. Νηλ. Μετά από αυτό είχαν αλλάξει τα πάντα... Η αντίληψή μου για τον κόσμο, η έννοια της αναρχίας, η προσέγγιση παιδαγωγικών ζητημάτων. Το σημαντικότερο όλων; Συνειδητοποίησα τι μπορεί να σημαίνει σχολείο και τι επανάσταση στο πλαίσιο της εκπαίδευσης. Περιττό να σημειώσω ότι μελέτησα τα περισσότερα βιβλία του Νηλ αλλά και άλλων πρωτοπόρων της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Όταν τυχαία, πριν λίγο καιρό, εντόπισα τη συγκεκριμένη σειρά θυμήθηκα και πάλι τα πάντα. Τις συζητήσεις με τους καθηγητές μου. Τις παρατηρήσεις των συμφοιτητών μου, τις συγκρούσεις με... όλους. Η ανάρτηση δεν έχει σκοπό να προπαγανδίσει ένα συγκεκριμένο μοντέλο εκπαίδευσης. Άλλωστε ο Νηλ δεν είχε ποτέ σκοπό να επιβάλει καθολικά την πρότασή του. Σκοπός του απλώς ήταν να προσφέρει μια άλλη πρόταση, μια πρόταση διαφορετική, η οποία ταιριάζει σε κάποια παιδιά. Άλλωστε γι αυτό χρειαζόμαστε διαφορετικά σχολεία, διαφορετικούς εκπαιδευτικούς, εναλλακτικές προτάσεις διαπαιδαγώγησης μακριά από το συντηρητικό βιομηχανικό εκπαιδευτικό πρότυπο. Τα παιδιά είναι διαφορετικά. Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Για ποιο λόγο όλα τα σχολεία να είναι ίδια; Δείτε τη σειρά και νιώστε λίγη από την ελευθερία που τόσο λάτρευε ο Νηλ.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Το Μυαλό

[...] Τι θα σκεφτόσασταν, λοιπόν, αν κάποιος γνωστός σάς πλησίαζε κάθιδρος και πανικόβλητος και σας έλεγε: «Θυμάσαι τον Κλεόπα, τον ξάδερφο της θείας Αφροξυλάνθης από το χωριό; Ο δύσμοιρος πνίγηκε προχθές, όταν πήγε για μπάνιο στη θάλασσα! Ζωή σ’ εμάς. Ο βλογημένος ήξερε πάρα πολύ καλό κολύμπι, αλλά βαρέθηκε να κολυμπήσει κι έτσι πνίγηκε. Τι ατυχία, βρε παιδάκι μου!»

Μη μου πείτε ότι θα σκεφτόσασταν ότι ο μακαρίτης ο Κλεόπας, ο ξάδερφος της θείας Αφροξυλάνθης από το χωριό αποτελούσε πρότυπο ευφυΐας! Μην καταλάβω ότι θα θεωρούσατε τον μακαρίτη αδικοχαμένο κι άτυχο! Το σωστό και λογικό είναι να τον θεωρήσετε τέρας τεμπελιάς, με μυαλό πιο ανίκανο και από την ανικανότητα και συνώνυμο της ανοησίας, όχι, όμως, άτυχο ούτε και αδικοχαμένο!

Ωραία! Τώρα τι θα σκεφτόσασταν απέναντι σ’ έναν γονιό που σας δηλώνει τελείως ανερυθρίαστα (που μάλλον σημαίνει ότι δεν έχει ερυθρά, ίσως γιατί την πέρασε μικρός) για το παιδί του που είναι μαθητής: «Το παιδί μου θέλει να περάσει στην τάδε σχολή. Έχει πάρα πολύ μυαλό, είναι πάρα πολύ έξυπνο, τετραπέρατο αλλά το άτιμο δεν διαβάζει!!!»

Το πιθανότερο και συνάμα λογικότερο είναι να σκεφτείτε για το παιδί του συγκεκριμένου γονιού ότι διαθέτει τόσο μυαλό όσο και ο Κλεόπας, ο μακαρίτης ο εξάδερφος της θείας Αφροξυλάνθης από το χωριό. Με απλά λόγια έχετε κάθε δικαίωμα να σκεφτείτε ότι το συγκεκριμένο παιδί είναι τόσο βλαμμένο και ηλίθιο όσο και μια κότα που έπεσε την ώρα που κοιμόταν και χτύπησε το ήδη χαζό κεφάλι της! Όσο για τον γονιό του συγκεκριμένου παιδιού, ο οποίος είναι και σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για τη νοητική κατάσταση του παιδιού του, ό,τι και να σκεφτείτε (εννοείται κακό και υποτιμητικό) λίγο θα είναι, και βέβαια τελείως δικαιολογημένο.

[...]
Με την ευκολία που θα χαρακτηριζόταν πανηλίθιος ο Κλεόπας που πνίγηκε, θα χαρακτηριζόταν πανηλίθιος και ο μαθητής που δεν διαβάζει. Ο ένας (Κλεόπας) ήταν πανηλίθιος κι όχι άτυχος, γιατί το μυαλό του δεν είχε την ικανότητα να τον βοηθήσει να καταλάβει ότι αν δεν κάνει προσπάθεια να κολυμπήσει, θα πνιγεί (αιωνία του η μνήμη). Ο δύο (μαθητής) είναι απόλυτα και δεδομένα πανηλίθιος, γιατί το μυαλό του δεν τον βοηθάει να καταλάβει ότι η δουλειά του μαθητή είναι να διαβάζει και ότι χωρίς διάβασμα θα αποτύχει, και όταν αποτύχει θα στενοχωρηθεί και θα βλαστημάει την ατυχία του και θα κλαίει και θα νιώθει και αδικημένος και κατώτερος και θα γίνει ρόμπα (από εκείνες τις ξετσίπωτες) στα μάτια των άλλων και γενικά αυτό δεν θα είναι καλό πράγμα. Άρα θα είναι κακό. Και θα έχει άσχημα ξεμπερδέματα.

Ο «Καλός Μαθητής» διαθέτει ένα καλό μυαλό. Δηλαδή, είναι έξυπνος. Ούτε τυχερός ούτε άτυχος. Απλώς έξυπνος. Αυτό σημαίνει ότι το μυαλό του τον βοηθάει να αντιλαμβάνεται τι σημαίνει να είναι μαθητής. Να προσαρμόζεται στις συνθήκες της μαθητικής ιδιότητας. Να προβλέπει τους κινδύνους των χαζών επιλογών του. Να διαμορφώνει τις λύσεις πιθανών προβλημάτων, πριν αυτά εμφανιστούν. Αυτό σημαίνει ότι ο «Καλός Μαθητής» στηριγμένος στο καλό μυαλό του έχει τη δυνατότητα και τη διάθεση να κατανοεί τις απαιτήσεις του συστήματος, να εντοπίζει, να αποδέχεται και να καλύπτει τα κενά του (όχι του συστήματος αλλά του μαθητή), να συνειδητοποιεί τις δυνατότητές του και να τις αξιοποιεί αλλά και να αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Ο «Καλός Μαθητής» σέβεται τον εαυτό του και άρα αποφεύγει δικαιολογίες του στιλ: «Σήμερα (όπως και χθες και προχθές και παραπροχθές και κάθε μέρα) δεν προετοιμάστηκα, επειδή είχαμε επισκέψεις στο σπίτι κι εγώ τηγάνιζα κεφτέδες και κερνούσα φοντάν»!

Το μυαλό δεν είναι απλώς ένα από τα αναπόσπαστα γνωρίσματα του «Καλού Μαθητή». Αποτελεί το σημαντικότερο γνώρισμά του. Αν φανταστούμε την ανθρώπινη προσωπικότητα σαν ορχήστρα, όπου κάθε όργανο (συκωταριά, καρδιά, πλεμόνι, παχύ και λιγνό έντερο, ουροδόχος κύστη) συνεισφέρει στο καλύτερο αποτέλεσμα, τότε το μυαλό δεν είναι απλώς ένα από τα πολλά όργανά της, αλλά ο μαέστρος της. Χωρίς αυτό, όσο καλά κι αν λειτουργεί το κάθε επιμέρους στοιχείο, είναι αδύνατον να υπάρξουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Χωρίς ένα καλό μυαλό η ορχήστρα - προσωπικότητα θα θυμίζει λίγο από το «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» όπου ο καθένας από τους τρεις θα λαλεί ό,τι του κατεβαίνει και ο καθένας από τους δυο θα χορεύει προς όπου τον βολεύει. Δηλαδή, θα θυμίζει σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα του χορού του Ζαλόγγου, που καμμιά χαρά δεν είχε. Και θα είναι και για τα πανηγύρια!


Ο πραγματικά «Καλός Μαθητής» χρειάζεται ένα καλό μυαλό. Από την ποιότητα του μυαλού του εξαρτάται και η ποιότητα όλων των υπόλοιπων γνωρισμάτων του. Αυτό ελέγχει την παρόρμηση, τα ένστικτα και προσφέρει ουσία στα συναισθήματα και άμυνα σε βλαμμένες και αδιέξοδες επιλογές. Αυτό θέτει όρια και προσδιορίζει τους κανόνες και το πρόγραμμα της καθημερινής δράσης του. Αυτό μπορεί να κάνει το άτομο αποδεκτό κοινωνικά. Αυτό, τέλος, θα οδηγήσει στην επιλογή των κατάλληλων και εφικτών στόχων και άρα των κινήτρων για προσπάθεια που χρειάζεται ο καθένας.

[...]
Ο μαθητής που δεν διαβάζει δεν είναι «Καλός Μαθητής» και φυσικά ούτε κατά διάνοια έξυπνος. Ο μαθητής που δεν διαβάζει θα μπορούσε να είναι καλός αθλητής, καλή χορεύτρια, καλός ζαχαροπλάστης, καλός εργάτης, καλή νοικοκυρά, καλό τσουλί αλλά με βεβαιότητα δεν είναι «Καλός Μαθητής».

[...]
Αν η ποιότητα του μυαλού ήταν αποτέλεσμα μιας... θεϊκής παρέμβασης και άρα μιας υπερκόσμιας και ανεπηρέαστης επιλογής, κάθε άτομο θα ήταν δέσμιο μιας μοίρας στην οποία καμμιά παρέμβαση δεν θα ήταν δυνατή. Ο κάθε ηλίθιος τότε  απλώς θα μπορούσε να βλαστημάει τη μοίρα του ολημερίς και ολονυχτίς. Σε κάθε επισήμανση της βλακείας του θα μπορούσε με άνεση να δικαιολογείται: «Μα, έτσι μ’ έφτιαξε ο Θεός»! Δεν θα χρειαζόταν να καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια για αφύπνιση και θα συνέχιζε αμέριμνος την πορεία του, χωρίς καμμιά τύψη και χωρίς κανένα άγχος.

Απέναντι σε μια τέτοια αίσθηση παθητικής ανευθυνότητας οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν ήσυχοι, απαλλαγμένοι από την ανάγκη προσπάθειας, αναζήτησης και κόπου. Το σημαντικότερο είναι ότι για την παθητική στάση τους ευθύνεται το ίδιο το μυαλό που αποτελεί και το πιο τεμπέλικο όργανο που διαθέτει κάθε ανθρώπινο ον. Ποτέ και για κανένα λόγο το μυαλό δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Αρέσκεται στην αδράνεια, στη στασιμότητα και αποφεύγει την εγρήγορση. Πάντα βρίσκει τις απαραίτητες δικαιολογίες που θα το αφήσουν στην αδιατάρακτη μακαριότητα και ησυχία του. Το μυαλό δεν μοιάζει με τη συκωταριά, την καρδιά, το πλεμόνι ή το σπληνάντερο που κάνουν τη δουλειά τους χωρίς να χρειάζονται καμμιά παρότρυνση από εμάς. Και μάλιστα την κάνουν μέχρι τελικής πτώσεως. Το μυαλό είναι το σημαντικότερο και (ενίοτε) το πιο μεγαλειώδες όργανο που διαθέτουμε αλλά ταυτόχρονα είναι –με εμφανή διαφορά μάλιστα– και το πιο τεμπέλικο. Οτιδήποτε κάνει –εκτός του να αδρανεί ψάχνοντας την ευκολία– το κάνει με βαριά καρδιά και μόνο όταν το αναγκάζουμε πιεστικά να το κάνει.

Μάλιστα το μυαλό έχει εντοπίσει και μέσα άμυνας, ώστε να υπερασπίζει την αδράνειά του και να την προφυλάσσει από αδιάκριτους εισβολείς. Σκεφτείτε πώς νιώθετε κάθε φορά που κάποιος σας επισημαίνει τις αδυναμίες σας, την τεμπελιά σας αλλά και τις ευθύνες που πρέπει να αναλάβετε, ώστε να πετύχετε τους στόχους που λέτε ότι έχετε. Κάθε φορά που επισημαίνω σε μαθητές μου ότι η προσπάθειά τους δεν είναι αρκετή, ότι ο χρόνος τους περνάει καταστροφικά ανεκμετάλλευτος με απλοϊκές και αντιαισθητικές λύσεις, οι περισσότεροι αντιδρούν βλαμμένα, βαρετά, ηλίθια και κοινότυπα: «Εεε κύριεεε, μας αγχώνετε!Μην το κάνετε αυτό σας παρακαλούμε»! Εκείνη τη στιγμή με θεωρούν κακότερο και σαδιστικότερο και από τους βασανιστές των Ες Ες στα ναζιστικά  στρατόπεδα συγκέντρωσης και είναι σαν να μου λένε: «Άσε μας ρε κακότερε και σαδιστικότερε στην ησυχία μας και στη μετριότητά μας. Άσε μας να αποτύχουμε. Άσε μας να παραμείνουμε πιο βλαμμένα κι από λιπόθυμο κουνουπίδι!»
 [...]


Απόσπασμα από το βιβλίο μου,
"Μάθε, παιδί μου, γράμματα", εκδόσεις Ενάλιος