Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Μια εικόνα, χίλιες λέξεις


Ό,τι μας κρατάει πίσω, σε μια φωτογραφία.


Ο ελληνάρας που ισχυρίζεται ότι διαθέτει το «ηθικό πλεονέκτημα» ενώ η ηθική του δεν ξεφεύγει από τα όρια του μεγάλου «εγώ» του. Ο ελληνάρας ισχυρίζεται -και είναι πολύ πιθανό να το πιστεύει- ότι εξ ορισμού είναι πιο ηθικός από τους «άλλους» αλλά δεν έχει την παραμικρή διάθεση να σεβαστεί την υγεία των συνανθρώπων του, την οποία δείχνει με προκλητικό τρόπο πού την έχει γραμμένη.

Ο ελληνάρας που πιστεύει ότι ο νόμος είναι για τους άλλους κι ότι ο ίδιος είναι υπεράνω, γιατί ο εξυπνάκιας θεωρεί ότι είναι έξυπνος και άρα δικαιούται περισσότερα από τους άλλους.

Ο ελληνάρας που χωρίς ίχνος παιδείας και αξιοπρέπειας αδυνατεί να καταλάβει πόσο γραφικός και ανόητος δείχνει προβάλλοντας την ανοησία του, επειδή την αντιλαμβάνεται ως μαγκιά.

Ο ελληνάρας του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;».

Ο ελληνάρας του «Και τι θα μου κάνουν; Θα μου κλ@σουν τ’ @ρχιδι@».

Ο ελληνάρας του «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, οι άλλοι ζούσαν σε σπηλιές», που όμως δεν διαθέτει την ικανότητα να αντιληφθεί ότι καμιά σχέση έχει με εκείνους που έχτιζαν Παρθενώνες, γιατί εκείνοι διέθεταν αισθητική, παιδεία, σεβασμό και ότι οι άλλοι -οι άνθρωποι των σπηλαίων- έχουν προ καιρού εγκαταλείψει τις σπηλιές τους και τον έχουν αφήσει έτη φωτός πίσω τους και του δανείζουν για να ζει και να υπάρχει.

Κι όμως, κάποιοι τον ψήφισαν τον ελληνάρα και την παρέα του. 
Μπορεί και να νιώθουν περήφανοι με τον τσαμπουκά του εκλεκτού τους.






Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

For the Festivals*


Είναι συνετό να ξεκινήσω με μια διευκρίνιση**. Λατρεύω το βουνό. Τις δεκάδες αποχρώσεις του πράσινου, από το σκούρο -κοντά στο μαύρο- των ελάτων  ως τις πιο απαλές αποχρώσεις του στις ψηλές κορυφές. Τον ήχο του αέρα που διαπερνά τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων ή των νερών που κυλούν σε ρυάκια για να σχηματίσουν χειμάρρους, καταρράκτες ή μικρά ποτάμια. Τον ουρανό του, τη δροσιά του, τις πυγολαμπίδες που στολίζουν τις ρεματιές. Λατρεύω ακόμη και τους νυχτερινούς διαπληκτισμούς των σκίουρων που έχουν βρει καταφύγιο στη στέγη του σπιτιού.
         Λατρεύω το βουνό αλλά φέτος νιώθω την απομόνωσή μου σε αυτό λίγο... επιβεβλημένη από εξωγενείς παράγοντες. Η τελείως ανόητη, χωρίς προφανή λόγο, αντιπαιδαγωγική και βεβιασμένη απόφαση της προηγούμενης, πλέον, κυβέρνησης -δυο μέρες πριν τις εκλογές- ως προς την εξέταση Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας (κοινά θέματα για τα δυο αντικείμενα) προκάλεσε πλήρη αναθεώρηση του σχεδιασμού των διακοπών. Έπρεπε να προετοιμαστώ για τον νέο τρόπο εξέτασης και τη λεπτομερή οργάνωση της διδασκαλίας του στους μαθητές. Κι έπρεπε να το κάνω πριν την έναρξη της νέας περιόδου. Διαφορετική έκταση ανάπτυξης των θεμάτων Έκθεσης και περίληψης, διαφορετικό στιλ ερωτήσεων, υπήρξαν ζητήματα που έπρεπε άμεσα να διεκπεραιωθούν. Και διεκπεραιώθηκαν. Με κόστος, όμως, απρόβλεπτο.
        Μέσα στην πίεση των υποχρεώσεων και την ένταση της δουλειάς παρέβλεψα κάτι σημαντικό. Και κάπως έτσι, με βρήκε στα ορεινά μέρα που δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να με βρει. Γιατί μπορεί να λατρεύω το βουνό, με μια εξαίρεση, όμως. Τη μέρα του πανηγυριού. Βρέθηκα, λοιπόν, εκεί τη μέρα της γιορτής της Αγίας Παρασκευής, με την οποία, δηλώνω προκαταβολικά, ότι δεν έχω να χωρίσω το παραμικρό***. Ποτέ δεν είχα. Το πρόβλημα είναι ότι στο χωριό η γιορτή της Αγίας συνοδεύεται από πανηγύρι και γλέντι τρικούβερτο, με κλαρίνα, με βιολιά, με νταούλια, με ηχεία που καθιστούν την ένταση της φασαρίας ανυπόφορη για κάθε ισορροπημένο άνθρωπο και με ηχοσυστήματα που «χρωματίζουν» τη φωνή του τραγουδιστή με μια τρομακτική ηχώ κι ένα απόκοσμο βάθος. Κόλαση. Χειρότερη κι από εκείνη που περιγράφει ο Δάντης**** στο ομώνυμο έργο του.
            Αδυνατώ να κατανοήσω το όλο σκηνικό ακόμη και στις πιο απλοϊκές διαστάσεις του. Αναρωτιέμαι, ποιος έπεισε τους διοργανωτές του πανηγυριού -κάθε πανηγυριού στην ελληνική επικράτεια- ότι η Αγία Παρασκευή ή οποιοσδήποτε άλλος Άγιος γουστάρει πανηγύρια τέτοιας ποιότητας και αισθητικής; Με ποιον τρόπο απέκτησαν την πληροφορία ότι η Αγία πετάει τη σκούφια της για χαρές και γλέντια συνοδευόμενα από κραυγές (ορισμένοι τις χαρακτηρίζουν παραδοσιακά τραγούδια) που εκφράζουν ανείπωτο πόνο (δεν μπορώ μανούλα μ’ δεν μπορώ) και απαιτούν επιτακτικά (αχ σύρε να φέρεις τον γιατρό), που κινούνται στα όρια της ουτοπίας και της ύβρεως απέναντι στην ανθρώπινη φύση (ωρέ, να ’ταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία), που αναφέρονται σε αρρωστημένες σχέσεις (μωρή κοντού-μωρή κοντούλα λεμονιά με τα πολλά λεμό-λεμόνια Βησσανιώτισσα, δε σ’ είδα ψες και αρρώστησα!!!), που κινούνται έξω από κάθε ανεκτό όριο πολιτικής ορθότητας με αμαρτωλές συγκρίσεις (Μαρία λέν’ την Παναγιά, Μαρία λέν’ και σένα...);
            Κι όλο το σκηνικό να ολοκληρώνουν κρέατα ατάκτως ερριμμένα σε λαδόκολλες, ξεραμένα λίπη, χοροί ανθρώπων που έχουν περιέλθει σε ένθεη μανία και έξαλλο ενθουσιασμό, οι οποίοι προσπαθούν να εξωτερικεύσουν -μια υπόθεση κάνω- τη λεβεντιά και την καραμπουζουκλότητά τους. Τραγικό, αηδιαστικό και συνάμα ανυπόφορο. Και τώρα, θα πει κάποιος: «Βρε περίεργε, αφού δεν τη βρίσκεις με όλα αυτά και σου είναι ενοχλητικά, μπορείς να μην παρίστασαι στους πανηγυρισμούς». Όμως, δεν είμαι περίεργος ή τουλάχιστον δεν νιώθω τέτοιος. Αλλά πού να κρυφτείς κατά τη διάρκεια του πανηγυριού; Κλειδαμπαρώθηκα από νωρίς στο σπίτι. Δοκίμασα, μάλιστα, να μετακινηθώ στο πίσω δωμάτιο αλλά δεν έχει εφευρεθεί ακόμη το υλικό που θα απομονώσει όλη αυτή την εκκωφαντική φασαρία. Κάποια στιγμή αποφάσισα να βάλω μουσική αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν ένας φρικαλέος συνδυασμός Eric Clapton με συνοδεία τσιρίδων και επιφωνημάτων (ώπα, άιντε, φέρε μια γυροβολιά ακόμη νταρντάνα μ’...) και με προτροπές (λάλα το ρε λεβέντη Κίτσο, πιο δυνατά), οπότε και εγκατέλειψα κάθε προσπάθεια άμυνας πίνοντας για να ξεχάσω και περιμένοντας στωικά την κόπωση των πανηγυρτζήδων...
            Είμαι της άποψης ότι οι υπεύθυνοι για τα πανηγύρια θα έπρεπε να διώκονται από τον νόμο για διατάραξη της κοινής ησυχίας και κυρίως ως απειλή της πανίδας της περιοχής. Κι αν ακούγατε από μια μεριά τα πονεμένα αλυχτίσματα των κακόμοιρων σκύλων του χωριού, θα συμφωνούσατε μαζί μου. Αν βλέπατε τις αγέλες των γατιών που τρέπονταν κατατρομαγμένα σε φυγή από την επικίνδυνη ζώνη,  θα επαυξάνατε κιόλας. Είμαι πλέον βέβαιος ότι η αρκούδα της Πίνδου απειλείται ως είδος περισσότερο από τα τοπικά πανηγύρια παρά από οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη παρέμβαση.
            Οπότε, κι αν όλα αυτά δεν είναι ικανά να οδηγήσουν σε κατάργηση των πανηγυριών, μήπως ήρθε η στιγμή να επιβληθεί μια πιο... unplugged εκδοχή τους;


1* Πρόσφατα διάβασα για μια εφαρμογή με το ίδιο όνομα (FortheFestivals), η οποία βοηθάει τον χρήστη να εντοπίζει πού διοργανώνονται πανηγύρια. Φαντάζομαι για να τα αποφεύγει.
2* Μου αρέσουν οι διευκρινίσεις, επειδή βάζουν τα πράγματα στη θέση τους, ώστε να αποφεύγονται παρεξηγήσεις και άσκοπες προστριβές.
3* Αποτελεί επίσης διευκρίνιση προς αποφυγή παρεξηγήσεων.
4* Σίγουρα όχι ο Χρήστος, του οποίου τα άσματα δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από την κόλαση.




Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Από το «προδέρμ» στην πραγματική ζωή


      Έχω την αίσθηση ότι εδώ και χρόνια το σύστημα και περιβάλλον διαπαιδαγώγησης προετοιμάζουν τους εφήβους για… τίποτε. Τουλάχιστον για τίποτε ουσιαστικό.
Η πλειονότητα των εφήβων -δηλαδή της πιο απαίσιας και αφόρητα εκνευριστικής ηλικιακής φάσης- πιστεύει (πρόκειται για απόλυτη ψευδαίσθηση, βέβαια) ότι οι Πανελλαδικές αποτελούν το πιο δύσκολο και απαιτητικό κομμάτι της ζωής. Έχει την πεποίθηση ότι μέχρι εδώ ήταν οι δυσκολίες κι ότι στο εξής… «έξω ντέρτι και καημός». Είναι βέβαιη ότι ακόμη και οι Δεινόσαυροι δεν κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τόσο εξαιρετικής δυσκολίας καταστάσεις.
        Όλοι έβαλαν το χεράκι τους, λίγο ως πολύ, για να συμβεί αυτό το φρικαλέο πράγμα. Υπερπροστατευτικοί γονείς που είχαν (μάλλον και έχουν) την αίσθηση ότι μεγαλώνουν μικρούς Αϊνστάιν (οι οποίοι βέβαια σταδιακά θα μεταβληθούν σε μεγάλους Αϊνστάιν). Λαϊκιστές πολιτικοί που φρόντισαν για τον χαλαρό αλλά άσκοπο περίπατο των εφήβων από τάξη σε τάξη. Βολεμένοι εκπαιδευτικοί που μοίρασαν μεγάλους βαθμούς, ώστε να εξασφαλίσουν την ησυχία τους. Τραγικοί και ανεύθυνοι φροντιστές που έκρυψαν την αλήθεια, ώστε να αποφύγουν τη σύγκρουση με τα πελατάκια. Και κάπως έτσι, μια ακόμη φουρνιά μαθητών έφτασε στο τέλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αγνοώντας βασικά δεδομένα για τον εαυτό τους και την αδυσώπητη πραγματικότητα που ακολουθεί.
Κάπως έτσι, ακόμη κι εκείνος που ακούει για διάβασμα και βγάζει φλύκταινες συνοδευόμενες από υψηλό και ιδιαιτέρως καυτερό πυρετό, ο κακομοίρης που δεν κατάφερε ή δεν είχε τη διάθεση να αποκτήσει την ικανότητα -μετά από τόσα χρόνια- να κατανοεί ένα απλό κείμενο, το ζωντόβολο με ανημπόρια συγκέντρωσης σε μια εκφώνηση δυο γραμμών και αποκωδικοποίησής της, ο καμένος στο καθημερινό και πολύωρο διαδικτυακό σκουπιδαριό των παιχνιδιών και των influencers, ο τεμπέλης που αντιδρούσε σε οποιαδήποτε παρακίνηση για μελέτη και αναζήτηση πληροφοριών, o -με απλά και ξεκάθαρα λόγια- πιο αδαής μαθητής δηλώνει ανερυθρίαστα και με ιδιαίτερη άνεση ότι «εγώωω με την έρευνα θέλω να ασχοληθώ».
Κι άντε τώρα να βρεθεί κάποιος να του βάλει στο κουφιοκεφαλάκι του ότι μέχρι στιγμής έζησε στον κατασκευασμένο από το σύστημα παράδεισο. Ότι οι γονείς, οι παππούδες και οι λοιποί συγγενείς τον αποδέχονταν, τον «έφτιαχναν» και τον καλόπιαναν, επειδή ακριβώς ήταν οι γονείς, οι παππούδες και οι λοιποί συγγενείς του, οι δικοί του άνθρωποι. Ότι οι εκπαιδευτικοί δεν του εκμυστηρεύτηκαν το πόσο ανέτοιμος είναι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και πολύ περισσότερο για έρευνα, επειδή δεν επιθυμούσαν τη σύγκρουση, τα μούτρα και τις γκρίνιες ή απλώς επειδή ήταν πελάτης τους και δεν ήθελαν να τον κακοκαρδίσουν και να χάσουν τα ωραία λεφτουδάκια του.
Ναι αλλά αυτό το παιδί καλείται πια να αντιμετωπίσει μια νέα, τελείως διαφορετική κατάσταση, για την οποία αγνοεί τα πάντα. Καλείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, η οποία δύσκολα προσφέρει επαίνους, αγάπη, στοργή και «προδέρμ» και όταν το κάνει, το κάνει αποκλειστικά σε εκείνους που τα αξίζουν. Καλείται να ενταχθεί σε μια καθημερινότητα που δεν δικαιολογεί και δεν αποδέχεται τα «ξέχασα», τα «είχα πολλή δουλειά», τα «άργησα να ξυπνήσω» (πιθανώς γιατί ξημεροβραδιάστηκα στο Internet), τα «δεν ένιωθα πολύ καλά», τα «είναι δύσκολα» και κάθε άλλη ανόητη και ανιαρή δικαιολογία. Μια πραγματικότητα που προχωράει χωρίς να τους περιμένει όλους, που δεν παρέχει ιδιαίτερα μαθήματα και έξτρα βοήθεια σε εκείνους που καθυστερούν ή δεν «τα παίρνουν» εύκολα.
Λέγεται «πραγματικότητα», επειδή ακριβώς αυτό είναι. Είναι αυτό που ισχύει και δεν προσαρμόζεται στις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τις παραξενιές του καθένα. Πρόκειται για μια κατάσταση που δεν κάνει χάρες, δεν καλοπιάνει κανέναν, δεν συγχωρεί εύκολα και, όταν το κάνει, δεν το κάνει χωρίς ανταλλάγματα. Αντίθετα, πετάει έξω -και το κάνει χωρίς τύψεις- και χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις εκείνον που δεν μπορεί ή δεν έχει τη διάθεση να προσαρμοστεί. Λέγεται ζωή κι αυτή απαιτεί πολλά, για να αποφασίσει αν θα δώσει.
 Ο γονιός που μέχρι τώρα έτρεχε για όσα έπρεπε να τρέχει το παιδί, πίεζε, άνοιγε την αγκαλιά του για να κανακέψει, αναζητούσε πληροφορίες για το μηχανογραφικό του παιδιού και κάποτε το συμπλήρωνε ο ίδιος, σταδιακά θα αρχίσει να αποστασιοποιείται ανήμπορος να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Ο ρόλος των γονιών στο εξής μπορεί να είναι μόνο επικουρικός. Σίγουρα όχι πρωταγωνιστικός, όπως συνέβαινε μέχρι στιγμής. Ο καθένας καλείται να γίνει πρωταγωνιστής της ζωής του, να πάρει αποφάσεις και να αναλάβει ευθύνες κι αυτό για κάποιους προβλέπεται ιδιαίτερα σκληρό, συχνά καταθλιπτικό και αφορμή για εγκαταλείψεις.
Και για τους φετινούς υποψηφίους έφτασε η ώρα της αλήθειας χωρίς φτιασιδώματα. Έφτασε η στιγμή να μάθουν να χρησιμοποιούν το «προδέρμ» μόνοι τους. Κι αυτό έχει τις δυσκολίες του.




Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

Εξετάσεις, Kinder Έκπληξη


Ώρες ώρες τι με πιάνει με τους περίεργους τίτλους δεν ξέρω. Αλλά με πιάνει. Έτσι με έκανε ο Θεός, μάλλον.  Κάποιες φορές αποφασίζω να γράψω έναν τίτλο. Και δεν μπορώ να ξεκολλήσω από αυτόν. Και μετά αναγκάζομαι να εξηγώ τα δυσεξήγητα.
Έτσι και τώρα. Και πρέπει να καθίσω (αυτό ήδη το κάνω βέβαια) να αναλύσω τα συστατικά του τίτλου. Θα ξεκινήσω από το δεύτερο. Είναι πιο ανατρεπτικό. Το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να ξεκινήσω από το πρώτο αλλά το βρίσκω εξαιρετικά mainstream, οπότε και θα καταφύγω στο πιο alternative.
«Kinder Έκπληξη», λοιπόν, είναι η μοναδική συνταγή που συνδυάζει την καλή σοκολάτα Kinder με τη χαρά της ανακάλυψης και εκπλήξεις που δεν τελειώνουν ποτέ. Ο συνδυασμός αυτών των τριών στοιχείων δημιουργεί έναν κόσμο διασκέδασης και ψυχαγωγίας που βοηθά τα παιδιά να αναπτύξουν τη φαντασία τους ενώ παράλληλα καθησυχάζει τις διατροφικές ανησυχίες των μαμάδων (πηγή: το site της εταιρείας, οπότε δεν θα βάλω και το χέρι μου στη φωτιά για του λόγου το αληθές αλλά το βρίσκω πιασιάρικο).
Από την άλλη, «Εξετάσεις» είναι αυτό ακριβώς που λέει και η λέξη, δηλαδή εξετάσεις. Δεν αναφέρομαι σε ιατρικές. Κάνω λόγο για τις εξετάσεις, στις οποίες οι εξεταζόμενοι είναι οι μαθητές και εξετάζονται σε συγκεκριμένα θέματα, ώστε να γίνει αντιληπτό το επίπεδό τους, η ποιότητα της προετοιμασίας τους, η ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται ή και όχι κάποια δεδομένα και κυρίως η δυνατότητά τους να προχωρήσουν σε ένα επόμενο στάδιο εκπαίδευσης.
Τώρα φτάσαμε στο δύσκολο. Θα πρέπει να συνδέσω τα συστατικά μεταξύ τους, ώστε ο τίτλος να δείχνει λογικός. Μέχρι στιγμής οι εξετάσεις εμπεριείχαν ελάχιστα στοιχεία έκπληξης, η οποία είχε, κυρίως, να κάνει με τις επιδόσεις των μαθητών. Πήγαινε ο άλλος με τσαμπουκά να εξεταστεί στα Μαθηματικά, τη Φυσική, τη Βιολογία, τα Αρχαία ή την Ιστορία πιστεύοντας ότι «το έχει». Βγαίνοντας από τη δοκιμασία είχε συνειδητοποιήσει ότι τελικά «δεν το είχε». Έκπληξηηη! Οι ανατροπές τέτοιου είδους ήταν πιο συχνές και από τους κόκκους άμμου στην έρημο.
Πλέον και με πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας η έκπληξη μεταφέρεται σε άλλο επίπεδο. Ιδίως στο μάθημα της Ελληνικής Γλώσσας. Μας έπρηξε και το υπουργείο και ο υπουργός και οι παρατρεχάμενοί του. Η Νεοελληνική Γλώσσα θα συνεξετάζεται με τη Λογοτεχνία μάς έλεγαν εδώ και μήνες. Και εμείς περιμέναμε και περιμέναμε και ξαναπεριμέναμε τις ανακοινώσεις των υπευθύνων (κάνω και χιούμορ), ώστε να προετοιμαστούμε ανάλογα και να μπορέσουμε να προετοιμάσουμε και τα παιδιά με βάση το νέο σύστημα. Το υπουργείο, όμως, ακολουθούσε χελωνίσιους ρυθμούς καθυστερώντας επιδεικτικά. Και για να μην παρεξηγηθώ από ακραιφνείς οικολόγους, προσωπικά δεν έχω τίποτε με τις χελώνες. Άλλωστε μια πολύ ωραία και αργή χελώνα κοσμεί το γραφείο μου.
 Για να μη μακρηγορώ, κάποια στιγμή εδέησαν και το υπουργείο και ο υπουργός και οι παρατρεχάμενοί του να προβούν σε ανακοινώσεις, το ανόητο περιεχόμενο των οποίων δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να σχολιάσω. Τουλάχιστον, είχαμε κάτι στα χέρια μας, έναν μπούσουλα για να προετοιμαστούμε. Οι εκδοτικοί οίκοι έριξαν στην αγορά τα νέα βοηθήματα, οι φιλόλογοι ξεκίνησαν την έρευνα για κείμενα Λογοτεχνίας που ταίριαζαν στην ύλη και οι μαθητές άρχισαν να ενημερώνονται για τα νέα δεδομένα.
Ναι αλλά οι βουλές και του υπουργείου και του υπουργού και των παρατρεχαμένων του ήταν διαφορετικές. Μια ωραία μέρα ξυπνούν όλοι αυτοί και ρίχνουν άλλη ιδέα για το μάθημα της Γλώσσας. Σύμφωνα με αυτή, η Λογοτεχνία δεν θα συνεξετάζεται με τη Γλώσσα αλλά θα εξετάζεται από κοινού με αυτήν. Με απλά λόγια, δεν θα υπάρχουν διαφορετικά θέματα για τη Γλώσσα και διαφορετικά για τη Λογοτεχνία αλλά κοινά θέματα με αφορμή δυο ή και τρία κείμενα ή εικόνες.
 Δηλαδή, όλοι αυτοί που δεν μπορώ να καταλάβω πώς βρέθηκαν στις θέσεις τους σκέφτηκαν (χρησιμοποιώ τη συγκεκριμένη λέξη μόνο για λόγους οικονομίας) να εντάξουν στις Πανελλαδικές εξετάσεις ένα σύστημα που δεν έχει δοκιμαστεί προηγουμένως, ένα σύστημα με το οποίο τα παιδιά δεν έχουν εξοικειωθεί, ένα σύστημα για το οποίο δεν είναι έτοιμοι ούτε οι εκπαιδευτικοί ούτε πολύ περισσότερο οι βαθμολογητές.
 Εννοείται ότι ακόμη και αυτή τη στιγμή τίποτε δεν είναι δεδομένο. Το υπουργείο έχει(;) ακόμη χρόνο για αλλαγές. Ίσως μάλιστα, το καλύτερο θα ήταν οι υπεύθυνοι να σκέφτονται και να οργανώνουν καινούρια συστήματα εξέτασης χωρίς όμως και να τα ανακοινώνουν στο ευρύ κοινό και την εκπαιδευτική κοινότητα. Οι μαθητές θα προσέρχονται στις εξετάσεις και εκεί για πρώτη φορά θα βλέπουν με ποιον τρόπο θα εξεταστούν. Εξετάσεις έκπληξη. Σαν τα αβγά kinder. Τα ανοίγεις, χωρίς να γνωρίζεις τι σε περιμένει και τι ακριβώς κρύβουν.
   Οπότε, μια ακόμη πιο προχωρημένη θέση (έχω τη βεβαιότητα ότι οι υπεύθυνοι θα τη λάβουν υπόψη και θα την επεξεργαστούν, αν δεν το έχουν κάνει ήδη) θα ήταν σε κάθε μαθητή να δίνονται διαφορετικής μορφής θέματα στις Πανελλαδικές. Οι εκπλήξεις δεν θα τελειώνουν ποτέ. Και βγαίνοντας από την εξέταση οι μαθητές θα μπορούν να συζητούν μεταξύ τους και να ρωτούν τους συμμαθητές τους: Εσύ τι βρήκες στις εξετάσεις σου;


Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

Και τώρα τι θα κάνετε χωρίς βαρβάρους; -Επίμετρο στις Πανελλαδικές-


«Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.»

Κ.Π. Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους

Λοιπόν, αυτό ήταν. Για μια ακόμη χρονιά οι Πανελλαδικές (σχεδόν) τελείωσαν. Και μάλιστα, παρά τα θρυλούμενα, αυτό συνέβη αναίμακτα. Εξαιρετικά ευχάριστο. Άλλη μια φουρνιά υποψηφίων πήρε το βάπτισμα του πυρός και κυρίως πήρε τις απαντήσεις της. Γιατί αυτό ακριβώς είναι οι Πανελλαδικές. Ούτε τα θέματα που δόθηκαν, ούτε οι βαθμοί που περιμένουμε, ούτε καν η προετοιμασία. Οι Πανελλαδικές είναι ένα και μόνο. Είναι απαντήσεις.
Τώρα πλέον ο καθένας από τους υποψηφίους γνωρίζει λίγο καλύτερα ποιος είναι, προς τα πού βαδίζει, τι έκανε λάθος, τι έκανε σωστά, αν έκανε αρκετά, αν έκανε ελάχιστα, αν μπορεί κι άλλο, αν έφτασε στα όριά του, αν οι επιλογές του ήταν λογικές, αν οι συνεργασίες που επέλεξε ήταν ουσιαστικές, αν η αυτοϊδέα του υπήρξε αντικειμενική.
Για ένα μικρό ποσοστό υποψηφίων οι Πανελλαδικές ήρθαν απλώς να επιβεβαιώσουν και ίσως να ενισχύσουν την εικόνα για τον εαυτό τους. Σε αυτούς έδειξαν ότι οι στόχοι που είχαν θέσει υπήρξαν λογικοί και άρα εφικτοί, ότι η προσπάθειά τους κινήθηκε στη σωστή πορεία, ότι οι επιλογές συνεργατών ήταν οι κατάλληλες. Κυρίως, ήρθαν για να δείξουν ότι ένα σημαντικό βήμα έγινε, αν και μένουν ακόμη πολλά και πιθανώς πιο δύσκολα.
Για την πλειονότητα, όμως, οι Πανελλαδικές υπήρξαν τραγικά αποκαλυπτικές. Συμβαίνει κάθε χρόνο και σχεδόν σε παρόμοια ποσοστά. Οι περισσότεροι -πόσο κρίμα- χρειάζονται τις Πανελλαδικές στα δεκαοχτώ(!!!) τους για να συνειδητοποιήσουν πού ακριβώς βρίσκονται. Έπρεπε να φτάσει η ώρα των συγκεκριμένων εξετάσεων για να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι φτιαγμένοι για όσα είχαν φανταστεί ή για όσα οι άλλοι τους είχαν φανταστεί. Ότι τα όνειρα για πρωτιές σε σχολές που αξίζουν τον κόπο, για επιστημονική έρευνα, για κοσμοϊστορικές ανακαλύψεις και κοσμογονικές εφευρέσεις ήταν αυτό ακριβώς. Όνειρα.
 Έπρεπε να φτάσουν οι Πανελλαδικές για να τους πείσουν ότι ο καθηγητής που, όλα αυτά τα χρόνια, υπομονετικά επεσήμαινε τις αδυναμίες τους, τα κενά τους, την ελλιπή προσπάθεια, την αδιαφορία, την έλλειψη γνώσεων από προηγούμενα χρόνια, την αδυναμία τους να επεξεργαστούν ακόμη και απλά δεδομένα, δεν ήταν ένας κακός και δύστροπος άνθρωπος. Ήταν εκείνος που νοιαζόταν γι αυτούς, που προσπαθούσε να τους αφυπνίσει και να τους κινητοποιήσει, να τους βοηθήσει να δουν διαφορετικές προοπτικές και λύσεις.
Κι από την άλλη, έπρεπε να φτάσουν οι Πανελλαδικές για να τους δείξουν ότι όλοι εκείνοι που τους χάιδευαν τα αφτιά (τι βίτσιο κι αυτό!) δίνοντάς τους μεγάλους βαθμούς, δικαιολογώντας τις αβλεψίες τους, κρύβοντάς τους τις αδυναμίες τους, επικροτώντας τις άθλιες (σε διασκεδάσεις, παρέες, εκμετάλλευση χρόνου) επιλογές τους και την έλλειψη ενδιαφερόντων (μα τι να κάνουν, παιδιά είναι!), δεν ήταν οι καλοί της υπόθεσης. Ήταν εκείνοι που κοίταζαν την ευκολία τους, που επιζητούσαν την ησυχία τους αποφεύγοντας συγκρούσεις και κυρίως την αλήθεια.
Αυτό ήταν οι Πανελλαδικές και τώρα τέλειωσαν. Το ζήτημα είναι τι πρόκειται να συμβεί στο εξής. Γιατί οι Πανελλαδικές λειτούργησαν (πάντα το κάνουν) όπως και οι «βάρβαροι» του Καβάφη (Προσοχή: Δεν πρόκειται για σειρά στο Netflix). Ήταν μια ωραία δικαιολογία. Μια δικαιολογία για την απραξία και τη γοητευτική μετριότητα. Αρκετοί μαθητές (πιθανώς και πάρα πολλοί εκπαιδευτικοί) δεν ενημερώνονταν όλο αυτό το διάστημα, «γιατί προετοιμάζομαι για τις Πανελλαδικές». Δεν διάβασαν ούτε ένα βιβλίο της προκοπής, «γιατί όλη τη μέρα διαβάζω για τις Πανελλαδικές». Δεν ασχολήθηκαν με οτιδήποτε δημιουργικό, «γιατί είναι μεγάλη η πίεση των Πανελλαδικών και θέλω να ξεσκάσω για λίγο». Δεν άφηναν το κινητό από το χέρι, «γιατί με αυτές τις Πανελλαδικές θα αποκοπώ τελείως από την παρέα;». Δεν έχασαν βλακοβιντεάκι για βλακοβιντεάκι στο youtube, γιατί «τα δίνω όλα για τις Πανελλαδικές, δεν μπορώ να σκέφτομαι συνεχώς!»...
Θεωρώ ότι οι Πανελλαδικές λειτούργησαν άψογα για εκείνους που, έτσι κι αλλιώς, δεν θα έκαναν οτιδήποτε ουσιαστικό και παραγωγικό για τους ίδιους. Υπήρξαν η καλύτερη δικαιολογία για όσους λατρεύουν τη μάζα. Αλλά τώρα πια ανήκουν στο παρελθόν. Κρίμα, γιατί «ήσαν μια κάποια λύσις». Κι αυτή η «λύσις» δεν υφίσταται πλέον. Οπότε «πεδίον δόξης λαμπρόν». Αν οι εξετάσεις δεν υπήρξαν απλώς μια εύκολη δικαιολογία, να η ευκαιρία για να κάνουν οι υποψήφιοι όλα εκείνα τα οποία τους εμπόδιζαν να κάνουν. Ενημέρωση, καλλιέργεια, απόκτηση ουσιαστικής γνώσης, επαφή με την τέχνη, με τη φύση, με αξιόλογα άτομα, αποφυγή όσων λατρεύει και επιλέγει η μάζα. Αν πράγματι επιθυμία κάποιου είναι η διάκριση, τότε καλείται να διαφοροποιηθεί από τους πολλούς. Να απομακρυνθεί από το εύκολο και το μέτριο και να καταπιαστεί με το δύσκολο και ωραίο.
Οι «Ιθάκες» (Προσοχή: Μάταια θα το αναζητήσετε στο Netflix) περιμένουν αλλά δεν φτάνονται με την αδράνεια. Ούτε με δικαιολογίες. Και ας μην το ξεχνάμε: Οι Πανελλαδικές τελείωσαν. Μαζί τους και οι δικαιολογίες!