Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Συνάντησα την ελπίδα στο δρόμο και μου είπε ότι έρχεται...

Ημέρα εκλογών. Ξύπνησα στις μαύρες μου. Αισθανόμουν βαρύς. Κι όμως, χθες βράδυ έφαγα ελαφρά. Κάτι άλλο έφταιγε. Μάλλον οι εκλογές. Κάποιοι ελπίζουν σε αυτές. Εγώ όχι. Τέλος πάντων, οι άλλοι κάτι μπορεί να ξέρουν παραπάνω, ας μην τους θεωρήσω εξαρχής βλαμμένους. Το αποτέλεσμα θα κρίνει. Σκεφτόμουν ότι κάποια στιγμή έπρεπε να πάω να ψηφίσω. Το καθυστερούσα. Ούτε ο καφές στην ηλιόλουστη βεράντα, ανάμεσα στα φυτά μου, κατάφερε το παραμικρό. Ζήλευα όλους εκείνους που θα πήγαιναν μέσα στην τρελή χαρά να ασκήσουν το εκλογικό δικαίωμά τους. Εγώ δεν ένιωθα καμιά χαρά. Ένιωθα βάρος. 
Σκέφτηκα να ασχοληθώ με τη δουλειά μου. Μπορεί να αισθανόμουν καλύτερα. Μια στοίβα γραπτών με περίμενε. Ίσως αν κατάφερνα να τη μετριάσω, μετρίαζα και την άρνησή μου. Τίποτα. Τα όσα διάβαζα με έκαναν ακόμη πιο χάλια. Συνήθως αυτό συμβαίνει. Διαβάστε μαθητικά δοκίμια και θα με καταλάβετε. Μάλλον επέτειναν την απαισιοδοξία μου. Η κατάρα μου είναι να βλέπω χειροπιαστά το μέλλον της χώρας μας μέσα από τα γραπτά και άρα το επίπεδο των αυριανών πολιτών. Ελπίδα καμιά. Τα εγκατέλειψα πιο άκεφος από ό,τι ξεκίνησα. 
Σύρθηκα στο μπάνιο. Ούτε καν το καυτό νερό είχε την παραμικρή ευεργετική επίδραση. Συμμαζεύτηκα, πήρα την ταυτότητά μου και ξεκίνησα για το εκλογικό τμήμα. Δεν έβλεπα την παραμικρή ιερότητα σε αυτό που πήγαινα να κάνω. Έριξα μια ματιά στον υπολογιστή ψάχνοντας το εκλογικό τμήμα μου. Έφτασα σε αυτό χωρίς η διάθεσή μου να έχει αλλάξει στο παραμικρό. Ευτυχώς υπήρχαν ελάχιστοι εκεί. Δε θα αναγκαζόμουν να υποστώ ανόητες φλυαρίες για το μέλλον της χώρας. Μάλλον οι περισσότεροι είχαν ήδη ψηφίσει και κάπου θα περίμεναν την ελπίδα. Ψήφισα. Ένιωθα ακόμη χειρότερα. 
Η κατάστασή μου μού θύμισε το Φίλιπ Μάρλοου, το διάσημο ντετέκτιβ του Raymond Chandler. Αντιγράφω:

«Ένιωθα κούφιος και αδειανός σαν τα διαστήματα ανάμεσα στα άστρα. Όταν έφτασα σπίτι ετοίμασα ένα δυνατό ουίσκι και στάθηκα πλάι στο ανοιχτό παράθυρο του καθιστικού˙ ήπια μια γουλιά ακούγοντας τη φασαρία από την κίνηση στη λεωφόρο Λόρελ Κάνιον και χαζεύοντας το λαμποκόπημα της μεγάλης, αγριεμένης πόλης πάνω από τις καμπύλες των λόφων που διέσχιζε η λεωφόρος. Από μακριά ο στριγκός θρήνος των αστυνομικών ή πυροσβεστικών σειρήνων τη μια δυνάμωνε την άλλη αργοχανόταν, δίχως ποτέ να σταματάει για πολύ. Είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα κάποιος τρέχει να ξεφύγει, κάποιος άλλος τον κυνηγάει να τον πιάσει. Εκεί έξω, στη νύχτα των χιλίων φονικών, κόσμος πέθαινε, σακατευόταν, κοβόταν από σπασμένα γυαλιά, σκοτωνόταν με το αυτοκίνητο, τον πατούσαν τα βαριά λάστιχα κάποιου φορτηγού. Κόσμος έτρωγε ξύλο, ληστευόταν, στραγγαλιζόταν, βιαζόταν και δολοφονούνταν. Κόσμος πεινούσε, αρρώσταινε, έπληττε, έπεφτε σε απόγνωση από τη μοναξιά, τις τύψεις ή τον φόβο, κόσμος σκληρός, φουριόζος, αράθυμος, παραδομένος σε λυγμούς. Μια πόλη όχι χειρότερη από άλλες, μια πόλη πλούσια, γεμάτη σφρίγος και περηφάνια, μια πόλη παραπλανημένη και συντριμμένη και κενή. Τα πάντα εξαρτώνται από ποια σκοπιά τα βλέπεις και πόσο μπροστά είσαι στη βαθμολογία. Εγώ δεν είχα ούτε έναν πόντο. Δεν μ’ έμελλε. Αποτέλειωσα το ποτό μου και πήγα για ύπνο.». 
Raymond Chandler, “Ο μεγάλος αποχαιρετισμός” 

Ήταν αδιανόητο. Με βαριά βήματα έφτασα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για το σπίτι. Δεν το άντεχα. Κάπου πρέπει να υπήρχε μια αχτίδα φωτός. Κάπου πρέπει να υπήρχε κάποια ελπίδα και για μένα κι εγώ απλώς έπρεπε να τη βρω... Κάπου έκανα κάτι λάθος. 
Και ναι. Τελικά αυτό ήταν. Το βρήκα. Η λύση έλαμψε σαν την πρώτη ακτίνα του ήλιου ένα χειμωνιάτικο πρωινό. Το λάθος ήταν ολωσδιόλου δικό μου. Το προεκλογικό κλίμα με είχε αποπροσανατολίσει. Είχα πειστεί σαν τον κάθε πανηλίθιο ότι την ελπίδα στη φέρνουν άλλοι. Κάτι σαν delivery. Λάθος μεγαλειώδες! Την ελπίδα τη δημιουργεί ο καθένας και πιθανότατα δεν το κάνει με την ψήφο του. Τουλάχιστον όχι μόνο με αυτήν. Το κάνει αλλιώς και το κάνει καθημερινά και αδιάλειπτα. Έπρεπε να πάρω τα πράγματα στα χέρια μου. Ήταν βλακώδες να περιμένω από τους άλλους. Ήταν χάσιμο χρόνου. 
Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου, δίπλα σε ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ και μπήκα. Συμπλήρωσα κάποιες στήλες σε ένα δελτίο Τζόκερ και το κατέθεσα. Ο πράκτορας με ενημέρωσε ότι είχε Τζακ Ποτ. Πήρα το απόκομμα. Ένιωθα ανακούφιση. Επιτέλους, το βάρος είχε φύγει από πάνω μου. Τώρα ναι, μπορώ κι εγώ να ελπίζω. Μπορώ να περιμένω την ελπίδα να έρθει. Είμαι έτοιμος. 


 *Ο κ. Ζάχος πιστεύει ότι ένα Τζόκερ θα μας σώσει. 
 Και το πιστεύει πολύ.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Εκλογές, silver alert…

Οι Έλληνες πολίτες -αυτό το εξαιρετικά ευφυές είδος του πλανήτη- λατρεύουν τις εκλογές. Μη με παρεξηγήσετε. Δεν εννοώ σε καμιά περίπτωση ότι οι Έλληνες είναι πολιτικοποιημένοι. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα γνώριζαν για ποιο λόγο γίνονται εκλογές και για ποιο λόγο συμμετέχουν σε αυτές. Κάτι τέτοιο, όμως, δε συμβαίνει επουδενί. Λαός και «πολιτικοί» είναι απολίτικοι. Τόσο ο μεν (λαός) όσο και οι δε («πολιτικοί») αγνοούν τι είναι αυτό που λέγεται «εκλογές» και βέβαια αγνοούν τον πραγματικό λόγο για τον οποίο γίνονται. Παρόλ’ αυτά τις λατρεύουν. Χρόνια τώρα. 
Οι πολιτικοί έχουν την αίσθηση ότι οι εκλογές είναι μια διαδικασία ανάδειξής τους σε μια καλοπληρωμένη θέση εξουσίας. Από τη στιγμή που θα εκλεγούν ανάθεμα κι αν ξέρουν τι να κάνουν. Κάποτε, βέβαια, είχαν δουλίτσα. Διόριζαν κομματικούς οπαδούς σε θέσεις του δημοσίου. Αν τέτοιες θέσεις δεν υπήρχαν, απλώς τις δημιουργούσαν. Όταν το μαγαζί βάρεσε κανόνι, η δουλειά τους τέλειωσε. Βρέθηκαν χωρίς αντικείμενο. Πλέον η μόνη δουλειά που μπορούν να κάνουν είναι να φουσκώνουν τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, κατά προτίμηση σε τραπεζικό ίδρυμα του εξωτερικού, ώστε τα χρήματά τους να είναι εξασφαλισμένα από τις βλακώδεις επιλογές της εγχώριας πολιτικής. Άρα από τους ίδιους και τις βλαμμένες αποφάσεις τους. Άλλωστε αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ποιοι μας κυβερνούν, οπότε δεν αναλαμβάνουν το παραμικρό ρίσκο. 
Στα ίδια και χειρότερα χάλια έχουν περιέλθει οι πολίτες. Μέχρι να βαρέσει κανόνι το μαγαζί, θεωρούσαν ότι εκλογές είναι μια διαδικασία επιλογής εκείνων που θα τους εξασφάλιζαν μια θεσούλα στο μαγαζί ή πρόσβαση στο ταμείο του με την ανάθεση κάποιων έργων. Η πτώχευση του μαγαζιού είχε παρενέργειες και στη δική τους κοσμοθεωρία. Έχασαν τον κόσμο κάτω από τα πόδια τους. Στην προσπάθεια να βρουν άλλο λόγο για τη συμμετοχή τους, έδωσαν στις εκλογές διαφορετικό νόημα. Τις είδαν σαν «silver alert». Μέσω των εκλογών αναζητούν τον εξαφανισμένο πατερούλη που θα τους προστατεύσει, θα συγχωρήσει τα λάθη που έκαναν. Θα τους παραμυθιάσει ότι δεν ήταν τελείως ηλίθιοι που άπλωσαν τα πόδια τους έξω από το πάπλωμά τους. Θα τους παρηγορήσει λέγοντάς τους ότι παρασύρθηκαν από... (η φαντασία μου αδυνατεί να εντοπίσει από ποιον). Θα τους εκφράσει τη στοργή του, θα τα βάλει με τους κακούς που μας δάνειζαν ασύστολα. Θα αναλάβει την ευθύνη να τους βγάλει από τα αδιέξοδα στα οποία έχουν περιέλθει και για τα οποία, όπως όλοι έχουμε γνωρίζουμε, ουδεμία ευθύνη φέρουν. Οι άλλοι φταίνε. Πάντα το έκαναν άλλωστε (δηλαδή να φταίνε). 
Κάπως έτσι βαδίσαμε μέχρι τη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση. Πολιτικοί και πολίτες βρήκαν το νόημα και μάλλον τα βρήκαν μεταξύ τους. Οι πολιτικοί συνειδητοποιώντας ότι οι δυνατότητες για παροχές έχουν εκλείψει και κυρίως ότι γι αυτό έχουν πειστεί και οι πολίτες, έκαναν το αυτονόητο. Υπόσχονται περισσότερα!!! Διορισμοί, αποκατάσταση απολυμένων, επαναφορά μισθών σε προ κρίσης επίπεδα, δημιουργία θέσεων εργασίας και φυσικά και πάνω από όλα το Άγιο Δισκοπότηρο των υποσχέσεων: Έξοδος από τα μνημόνια και απελευθέρωση από τα δεσμά των δανειστών. 
Θα αναρωτηθεί κάποιος γιατί το κάνουν αυτό τη στιγμή που και οι ίδιοι και οι πολίτες γνωρίζουν ότι τέτοιου είδους υποσχέσεις είναι ανέφικτες. Ο λόγος είναι απλός. Είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουν. Η προεκλογική εκστρατεία ανέκαθεν στηριζόταν σε υποσχέσεις. Αγνοούν το περιεχόμενο μιας, διαφορετικού επιπέδου και αισθητικής, εκλογικής αναμέτρησης. 
Οι Έλληνες πολίτες απλώς προσαρμόστηκαν σε αυτό το κλίμα τάχιστα αποδεικνύοντας το επίπεδο ευφυΐας τους για μια ακόμη φορά. Ακούει κανείς πολίτες να λένε ότι θα ψηφίσουν τον Τάδε επειδή ΔΕΝ θα κάνει, όταν έλθει εν τη βασιλεία του, όσα ισχυρίζεται σήμερα. Ακούει και δεν πιστεύει στα αφτιά του. Ποιος έχασε τη λογική, βέβαια, για να τη βρούμε εμείς; Μάλλον κανένας, οπότε πορευόμαστε με ό,τι έχουμε. Και μάλλον δεν έχουμε πολλά. 
Οι περισσότεροι απλώς ελπίζουν. Προσωπικά αγνοώ σε τι αλλά αυτό ελάχιστα επηρεάζει. Καλό είναι να ελπίζει κανείς. Για τη συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών οι εκλογές είναι σαν το λαχείο. Το αγοράζεις, για μερικές μέρες ελπίζεις και όταν γίνεται η κλήρωση χωρίς να κερδίσεις το παραμικρό το πετάς. Η ελπίδα πεθαίνει και πάμε για άλλα...
Οπότε μήπως οι πολίτες, αυτό το συμπαθέστατο είδος, έφτασε ο καιρός να σκεφτούν λογικά και να επιλέξουν σοβαρούς ανθρώπους που δεν υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια; Κάποιους που απλώς προτείνουν να οργανωθεί το κράτος, να περιοριστεί η διαφθορά και να μειωθούν οι σπατάλες; Λέω μήπως. Γιατί, ωραία και καλά είναι τα συνθήματα που μιλούν για την «ελπίδα» που άλλοτε «είναι εδώ» και άλλοτε «έρχεται» αλλά μήπως "έφτασε" ή "έρχεται" απλώς για να τα τινάξει μια και καλή εδώ;


Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Εμείς τα βολεύουμε με τους ανεγκέφαλους

Τυπικό είδος εγκεφάλου με το
οποίο ο Έλληνας βολεύεται μια χαρά.
Διαβάζω στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (είναι εφημερίδα...) και δεν πιστεύω στα μάτια μου. Άρθρο με τίτλο «Η καινοτόμος Ελλάδα μεταναστεύει», αναφέρει ότι: «Συνολικά πάνω από 100.000 Έλληνες επιστήμονες, στην πλειονότητα νέοι, βρίσκονται στο εξωτερικό, είτε έχοντας εδραιωθεί επαγγελματικά είτε αναζητώντας μία καλή θέση εργασίας. Επίσης, ακόμη 30.000 σπουδάζουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, πολλοί εκ των οποίων προσβλέπουν σε αναζήτηση εργασίας ώστε να μείνουν μόνιμα στην ξένη χώρα... Στο εξωτερικό αρχίζουν να αναζητούν την τύχη τους και έμπειροι πανεπιστημιακοί και ερευνητές, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επιστημονικής έρευνας...». Και «τα στοιχεία που αποτυπώνουν το μεγάλο πρόβλημα της “διαρροής εγκεφάλων” από την Ελλάδα» παρουσιάζονται ως «στοιχεία σοκ».
Εντάξει, να δικαιολογήσω το χαρακτηρισμό, γιατί κάποιος που διαβάζει το κείμενο, πράγματι παθαίνει σοκ και ίσως πέφτει από τα σύννεφα αλλά για πολύ διαφορετικούς λόγους από εκείνους που φαντάζεται η εφημερίδα. Μια εφημερίδα που θέλει να λέγεται σοβαρή να δημοσιεύει τέτοιο άρθρο. Μμμμ, μπράβο και σε ανώτερα. Γιατί προσωπικά δε βλέπω ούτε και νιώθω το παραμικρό σοκ διαβάζοντας ότι οι εγκέφαλοι μάς εγκαταλείπουν. Ωραία, φεύγουν οι εγκέφαλοι που μπορούν να καινοτομήσουν, που έχουν όρεξη για δουλειά, που επιθυμούν να διακριθούν, που θέλουν να προσφέρουν, που διαθέτουν εξαιρετικά εφόδια, που χαρακτηρίζονται από δυναμισμό... Ε και! 
Σοκ και κουραφέξαλα. Καλά κάνουν και φεύγουν και να πάνε όπου θέλουν και να πάνε στο καλό. Τι έπρεπε να κάνουν; Μήπως έπρεπε να μείνουν; Γιατί και να έμεναν θα τους αξιοποιούσαμε; Πόσο ανόητος μπορεί να είναι κάποιος για να επιθυμεί κάτι τέτοιο! Φεύγουν οι «εγκέφαλοι», γιατί μόνο να βλάψουν θα μπορούσαν την ελληνική κοινωνία και τη χώρα ως εθνική οντότητα. Εμείς -ιστορικά τεκμηριωμένο- δε χρειαζόμαστε -ποτέ δε χρειαστήκαμε- «εγκεφάλους» και δη εγκεφάλους που μπορούν να λειτουργήσουν με βάση τη λογική. Εμείς πανταχόθεν χρειαζόμασταν ανεγκέφαλους.
Σκεφτείτε (αυτό, βέβαια, μπορεί να συμβεί, μόνο αν ανήκετε στους τελευταίους «εγκεφάλους» που δεν την έχουν κάνει ακόμα από τη χώρα)! Έστω λοιπόν, ότι οι εγκέφαλοι έμεναν εδώ και μάλιστα τους δινόταν (υπόθεση εργασίας) και η ευκαιρία να συμμετέχουν στα επιστημονικά, καλλιτεχνικά, εκπαιδευτικά, οικονομικά και κυρίως πολιτικά δρώμενα της χώρας. Τι θα έκαναν στην περίπτωση αυτή; Δε θέλει πολλή σκέψη. Θα προσπαθούσαν να βάλουν τα πράγματα σε τάξη. Θα προωθούσαν την αξιολόγηση και άρα τους πιο ικανούς παντού. Θα έδιναν ώθηση στην παραγωγικότητα και την καινοτομία. Θα συρρίκνωναν και θα έκαναν λειτουργικό το Δημόσιο. Θα περιόριζαν το λαϊκισμό. Θα καταδίκαζαν τα σκάνδαλα. Θα στήριζαν τη διαφάνεια. Θα μπουζούριαζαν τους εμπλεκόμενους σε σκάνδαλα πολιτικούς και γενικότερα δημόσιους λειτουργούς. Θα περιθωριοποιούσαν τους καταληψίες. Το χειρότερο δε όλων θα ήταν ότι θα επιθυμούσαν και τελικά ίσως το κατάφερναν να οδηγήσουν μια ολόκληρη χώρα και τον υπερήφανο λαό της μαζί (που είναι ο καλύτερος της Οικουμένης) στην ανάπτυξη. Εφιάλτης. Απλά εφιάλτης τρομακτικός. 
Για τέτοια είμαστε; Όχι και πάλι όχι. Και μάλιστα με κεφαλαία (Ο Χου Ι), όπως εκείνο το ξεγυρισμένο που είχαμε πει στο Μουσολίνι στα αρχαία χρόνια. Το να έμεναν θα ήταν σοκ πραγματικό, όχι το ότι φεύγουν. Οπότε άσε τους εγκεφάλους να πάρουν το δρόμο τους και εμείς μια χαρά τα βολεύουμε με τους ανεγκέφαλους. Αυτούς ξέρουμε, αυτούς εμπιστευόμαστε. Δε θα αλλάξουμε τώρα στα πίσω πίσω. Αυτοί μας καταλαβαίνουν. Αυτοί μας πονούν. Αυτοί μας καλοπιάνουν τόσα χρόνια οδηγώντας μας στην πλήρη καταστροφή. Αυτοί νιώθουν ότι δε θέλουμε να εξελιχτούμε. Γιατί άντε και εξελιχτήκαμε. Με τι θα γκρινιάζουμε, με τι θα μιζεριάζουμε; Δηλαδή, τι θα λέμε τότε; «Πω πωωω, τι ανάπτυξη είναι αυτή, δεν αντέχουμε άλλο»; Μπορεί να ήμασταν και χαρούμενοι. Είναι παράλογο ακόμα και για τον πλήρως ανεγκέφαλο. 
Οπότε ας τους αφήσουμε να φύγουν κι ας αφήσουμε τα δακρύβρεχτα του στιλ: «φεύγουν τα παιδάκια μας και πάνε στα ξένα και τι θα κάνουμε τώρα και ποιος θα μας φέρνει ένα ποτήρι νερό στα γεράματα». Δεν τους χρειαζόμαστε, γιατί αυτοί δε θα ανέχονταν ούτε την αυθαιρεσία ούτε το λαϊκισμό ούτε τις καταλήψεις. Αυτοί θα ήθελαν να λειτουργούν όλα ρολόι. Να φύγουν, λοιπόν, να φύγουν και να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να εμπιστευόμαστε εκείνους που μας τάζουν λαγούς με πετραχήλια, σκίζουν τα μνημόνια, υπόσχονται ότι θα γιγαντώσουν το δημόσιο με τα κολλητά τους ανίκανα και ανεγκέφαλα κομματόσκυλα, φουσκώνουν τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους στο όνομα ενός κενού νοήματος πατριωτισμού. Να φύγουν και εμείς να συνεχίσουμε ήσυχοι τις καταλήψεις πανεπιστημίων, δρόμων, δημόσιων κτηρίων, παραλίων, πεζοδρομίων... έτσι ώστε να μη λειτουργεί τίποτε όπως πρέπει και να εμποδίζουμε την παραγωγή νέων εγκεφάλων. Δεν τους χρειαζόμαστε. Η καινοτόμος Ελλάδα μπορεί να μεταναστεύει, μένει όμως εκείνη που πραγματικά χρειαζόμαστε! Κι εμείς θα εξακολουθήσουμε να τα βρίσκουμε με τους ανεγκέφαλους που μένουν εδώ πιστοί στο καθήκον. Τέτοιοι είμαστε άλλωστε... και όχι επειδή κάποιοι μάς ψεκάζουν. 

*Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι αυτή η χώρα δεν είναι δική μας. 
 Απλώς... την έχουμε καταλάβει.


Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Ο υπουργός Παιδείας κάνει... πλάκα!!!

Λατρεύω τον υπουργό Παιδείας. Όχι τον εκάστοτε. Τον νυν λατρεύω. Θα σας φαίνεται παράξενο αλλά δεν είναι. 
Μικρό παιδί είχα ένα πρόβλημα. Το πρόβλημα λεγόταν «μάνα». Η μάνα μου, λοιπόν, με μάλωνε διαρκώς: «Πότε θα σοβαρευτείς, βρε παιδάκι μου; Όλα αστεία τα βλέπεις. Τίποτα δεν παίρνεις στα σοβαρά»! Για τη μητέρα μου, όπως και για την πλειονότητα των ανθρώπων, σοβαρότητα σήμαινε: Σταματάς να γελάς, και με ύφος χιλίων καρδιναλίων πορεύεσαι. Καθετί που συμβαίνει πρέπει να ανάγεται σε τραγωδία, το προσεγγίζεις μίζερα, με περισσή σοβαροφάνεια ή το προσπερνάς. 
Είχα τελείως διαφορετική αντίληψη. Μετά από χρόνια συνεχίζω να πιστεύω ότι το χιούμορ είναι η πιο σοβαρή αντιμετώπιση της ζωής. Το ίδιο κάνει και ο υπουργός, γεγονός, λοιπόν, αρκετό για να τον λατρεύω. Ο υπουργός έχει χιούμορ και δε χάνει ευκαιρία να το δείχνει. Του έδωσαν μια θέση κι αυτός την αξιοποιεί για να κάνει πλάκα. Δεν εξηγούνται διαφορετικά οι αλλαγές επί αλλαγών που προωθεί ως προς το νέο Σύστημα Εισαγωγής πριν καν αυτό τεθεί σε εφαρμογή. Κάνει μια αλλαγή, ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών και λίγο μετά επαναλαμβάνει το ίδιο. Σκέφτεται μια άλλη, ηρεμεί εκείνους που διαμαρτύρονταν ξεσηκώνοντας, όμως, κάποιους άλλους. Το σκηνικό επαναλαμβάνεται και αν μη τι άλλο, έχει... πολλή πλάκα. 
Μετά από μέρες αδράνειας ο υπουργός επανήλθε. Ανακοινώνει, ο καλός μας, ότι την τάδε μέρα θα δοθεί στη δημοσιότητα η Τράπεζα Θεμάτων. Οι ενδιαφερόμενοι συνωστίζονται μπροστά στις οθόνες και τα πληκτρολόγια, τρελαίνονται στα “refresh” αλλά μάταια. Ο υπουργός απλώς ανακοινώνει ότι η δημοσίευση της Τράπεζας θα γίνει σε λίγες μέρες... Καλό. Θυμίζει τις απλοϊκές πλάκες των παιδικών χρόνων μας. 
Το καλύτερο, βέβαια, είναι αυτό που κάνει με τα μαθήματα που θα περιλαμβάνονται στις «νέου τύπου» Πανελλαδικές. Διαμαρτυρίες, πανικός, ξεσηκωμός από εκείνους που πλήττονται χάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα. Και γιατί και πώς και ωχ αμάν αμάν. Διαλύεται στο γέλιο ο υπουργός. Βαριέται, όμως, εύκολα οπότε... Άλλη αλλαγή στο προσκήνιο. Βγαίνει το ένα μάθημα, μπαίνει το άλλο. «Φύγε εσύ, έλα εσύ». Χαρές στο στρατόπεδο που βλέπει τις ώρες των ιδιαιτέρων να αυξάνουν. Γκρίνιες και διαμαρτυρίες από το στρατόπεδο των χαμένων. Γέλια και πάλι ο υπουργός. 
Μια τέτοια φάση ζούμε και τώρα. Ο υπουργός σκέφτηκε να βγάλει τη Λογοτεχνία από τις Πανελλαδικές εξετάσεις κάποιων επιστημονικών πεδίων. Το ίδιο έκανε και με τη Χημεία, η οποία θα αντικαθίσταται από την Πληροφορική για την εισαγωγή σε κάποιες σχολές. Και πάλι γκρίνιες και πάλι στομφώδεις, βαρύγδουπες ανακοινώσεις και κυρίως επιστολές προς τον υπουργό. Επιστολές ανοιχτές μάλιστα, ώστε να μην κουράζεται να τις ανοίγει ο άνθρωπος. Από τη μια, οι φιλόλογοι να τονίζουν την «αναμφισβήτητης διαχρονικής αξίας και τεράστιας μορφωτικής δύναμης νεοελληνική λογοτεχνική γλώσσα, τόσο της ποίησης και όσο και της πεζογραφίας». Από την άλλη, οι χημικοί να συγχαίρουν (να και η ειρωνεία) «τον Υπουργό Παιδείας κ. Ανδρέα Λοβέρδο για την εξαιρετικά επιτυχημένη εν ψυχρώ εκτέλεση της Επιστήμης της Χημείας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση».
Προσωπικά δεν το πιάνω. Δηλαδή, η αξία ενός μαθήματος εξαρτάται από το αν εξετάζεται πανελλαδικά; Όχι βέβαια! Το μόνο που εξαρτάται από το αν ένα μάθημα εξετάζεται πανελλαδικά είναι οι ώρες ιδιαιτέρων που θα προκύψουν από την ανάγκη που θα δημιουργηθεί. Άρα το μόνο που εξαρτάται είναι το αν κάποιοι θα έχουν πρόσβαση στην πίτα που λέγεται μαύρα κέρδη από τα ιδιαίτερα. Διαφορετικά δεν το πιάνω. Αν ο καθηγητής τόσο πονάει για το μάθημά του, δε θα το διδάσκει με εξαιρετικό τρόπο στην αίθουσα; Και τότε δε θα βοηθήσει τους μαθητές του να το καταλάβουν, να το αγαπήσουν και να το αξιοποιήσουν στη ζωή τους; Δηλαδή, είναι καλύτερα ένα μάθημα να συνδέεται με το άγχος των πανελλαδικών, με την αποστήθιση, με την αγωνία της επίδοσης; Οι μαθητές αποκομίζουν περισσότερα τότε; Δεν είναι καλύτερα ένα μάθημα να προσεγγίζεται χαλαρά μέσα στις αίθουσες με την καθοδήγηση φωτισμένων εκπαιδευτικών; Είναι σίγουρο ότι, χωρίς τον πέλεκυ των εξετάσεων, οι μαθητές θα αποκομίσουν κι από τη Λογοτεχνία κι από τη Χημεία πολύ περισσότερα. 
Ο υπουργός βρήκε τον μπελά του. Και το μόνο που τον σώζει είναι να... σοβαρευτεί, να αποφασίσει επιτέλους τι θέλει, ποιους θα ικανοποιήσει και ποιους θα αφήσει παραπονεμένους. Να τα βάλει κάτω, να μετρήσει τα κουκιά-ψήφους που θα κερδίσει σε κάθε περίπτωση και να αφήσει τις δοκιμές. 
Το να προτείνω εγώ κάποιος να σκεφτεί τους άμοιρους τους μαθητές και την αγωνία τους είναι τραβηγμένο. Οπότε δε θα το κάνω! 

*Ο κ. Ζάχος βρήκε εξαιρετική και την πλάκα με τους 
εθελοντές εκπαιδευτικούς που θα αμείβονται με και μάλλον θα τρώνε... μόρια

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Μια... Τράπεζα στον τάφο της Αμφίπολης

Γενικά, με τις τράπεζες η χώρα μας δεν τα πάει καλά. Μια που οι βλαμμένες ζητούν πίσω και με τόκους όσα μας δάνεισαν, μια που πλέον οποιαδήποτε πληρωμή προς το κράτος περνάει από αυτές, προκάλεσαν έλλειψη εμπιστοσύνης, ταύτισή τους με την πλουτοκρατία και το βάρβαρο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα, που αντιμετωπίζει τους λαούς ως υποζύγια και άλλα ωραία και... «ξύλινα». Τέλος πάντων, μια κάπως αρνητική εικόνα την είχαμε γι αυτές. Τώρα το κακό παράγινε. Και οι κακόμοιρες δε φταίνε σε τίποτα. Όχι, η ευθύνη δε βαρύνει τα τραπεζικά ιδρύματα. Βαρύνει εξολοκλήρου το Υπουργείο Παιδείας.
Τώρα που οι τράπεζες αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας, που ο αριθμός τους συρρικνώνεται, έρχεσαι βρε υπουργείο και ιδρύεις μια ακόμα τράπεζα; Μα πόσο... «υπουργείο» πρέπει να είσαι, για να το κάνεις; Και άντε την ίδρυσες. Έχεις εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία της πριν την εφαρμόσεις; Καλά καλά δεν είχες, βρε υπουργείο, τη φαντασία να της βρεις ένα αξιοπρεπές όνομα, πώς τη ρίχνεις στην αγορά; Άκου εκεί «Τράπεζα Θεμάτων»! Πολύ ωραίο όνομα. Πετυχημένο. Όλη η φαντασία της ανθρωπότητας εξαντλήθηκε στην αναζήτησή του. 
Δηλαδή, πώς θα φαινόταν μια τράπεζα που θα λεγόταν «Τράπεζα Χρημάτων»; Ωραίο θα φαινόταν; Ρίξε βρε υπουργείο, ε... υπουργείο, μια ματιά στην πιάτσα. «Εθνική Τράπεζα» η μια! Ωραίο. Αποπνέει μια αίσθηση «εθνικού», δικού μας, οικείου. Λες «θα την εμπιστευτώ, βρε παιδάκι μου, γιατί το εθνικό είναι αλλιώς». «Τράπεζα Πίστεως» η άλλη! Καλό. Χτυπάει στο συναίσθημα, φέρνει στο μυαλό εμπιστοσύνη. Το πάει λίγο και στο θρησκευτικό. «Πιστεύω εις μιαν Τράπεζα, μητέρα παντοκρατόρισα...». «Τράπεζα Πειραιώς» η τρίτη. Το ακούει ο γαύρος και τρέχει. Σου λέει μπορεί και να κληρώνουν εισιτήρια για το ντέρμπυ των αιωνίων. Αυτά είναι. Όλοι κάτι λένε με το όνομα.
Κι εσύ, υπουργείο, τι πήγες και βρήκες. Σαν φτωχός συγγενής. Θα μου πεις, όλα τα άλλα είναι εντάξει και με έπιασε πρεμούρα με το όνομα; Τίποτα δεν είναι εντάξει. Λες και την «ίδρυσαν» άσχετοι με την ελληνική πραγματικότητα. Για «τράπεζα θεμάτων» ακούμε και «τράπεζα θεμάτων» δε βλέπουμε. Μα δεν την έλεγαν «Κρυμμένη Τράπεζα»; Πιο πιασιάρικο θα ήταν. Και πιο κοντά στην πραγματικότητα. Αφού κάποιες στιγμές με πιάνω να σκέφτομαι: «να δεις που η “τράπεζα θεμάτων” είναι θαμμένη στον “τάφο της Αμφίπολης”». Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι οι εργασίες εκεί κωλυσιεργούν, γιατί θα αποκαλυφθεί ότι ο «ένοικος» είναι η τράπεζα, η αρχαιολογική σκαπάνη θα τη φέρει στο φως και το υπουργείο δε θα ξέρει τι να την κάνει.
Τράπεζες ήθελε το υπουργείο. Όλο πόζα και ιδέα. Κοντεύει η ώρα των πανελλαδικών με το καινούριο σύστημα και οι μαθητές δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Κοντά 160.000 μαθητές (Α’ και Β’) Λυκείου πορεύονται στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Και μαζί με αυτούς γονείς, παππούδες και γιαγιάδες, νονοί και νονές, θείοι και θείτσες υποψηφίων. Μη βάλω και τις μερικές χιλιάδες εκπαιδευτικών αλλά και παραπαιδευτών (εμείς της παραπαιδείας).
Κι άντε και εμφανίζεται η «ΤΘ». Έχεις σκεφτεί, βρε υπουργείο, πώς θα εξαλείψεις τις αδικίες της; Θέλεις οι εξετάσεις της Α’ και Β’ Λυκείου με την «ΤΘ» να μετρούν για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Διασφάλισε πρώτα την αντικειμενικότητα. Βάλε όλα τα παιδάκια να διαγωνίζονται σε κοινά θέματα, την ίδια μέρα, με άγνωστους επιτηρητές, με βαθμολόγηση από σώμα βαθμολογητών, με καλυμμένα τα ονόματα και μετά να μετράει και για την προαγωγή και για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια και για την αποστολή στον Άρη.
Το υπουργείο αγνοεί τι έγινε κατά τον πρώτο χρόνο εφαρμογής της «ΤΘ»; Για άλλα κι άλλα του στέλνουν sms του υπουργού. Γι αυτό δε βρέθηκε ένας να στείλει; Αγνοεί την... πιθανότητα εκπαιδευτικοί (ιδιωτικοί ή δημόσιοι) να βοήθησαν λίγο(!) τους μαθητές τους; Και ναι ναι, ξέρω ότι οι εκπαιδευτικοί μας είναι «νερό για λειτουργιά» και ότι δεν κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα και ότι κι αν κάνουν, αποκλείεται να βοηθούν τους μαθητές τους που τυχαίνει να είναι και μαθητές τους στο σχολείο που διδάσκουν. Υποθέσεις κάνω. Και μήπως δε μάθαμε για ιδιωτικό σχολείο που έπαιρνε νωρίτερα τα θέματα και προετοίμαζε τους μαθητές του; Αλήθεια, τι έγινε με αυτούς τους μαθητές; Κλήθηκαν να ξαναδώσουν ή κατοχύρωσαν τα εικοσάρια που τους εξασφάλισε το σχολείο; 
Είμαι περίεργος να δω τι θα γίνει, όταν οι γονείς των μαθητών της Α’ και Β’ Λυκείου καταλάβουν τι συμβαίνει και ποιες αδικίες κρύβει το σύστημα. Πιθανώς θα το αντιληφθούν, όταν τα βλαστάρια τους χάσουν τη σχολή της αρεσκείας τους, εξαιτίας της «ΤΘ». Και τότε δε θα είναι καλά τα πράγματα ούτε για το υπουργείο ούτε για κανέναν! Οπότε, βρε υπουργείο, μήπως να σκεφτείς πιο λογικά την εφαρμογή της «ΤΘ», πριν να είναι αργά; Μην είσαι πέρα για πέρα... «υπουργείο».
Μήπως να σταματήσουν πάραυτα οι ανασκαφές στην Αμφίπολη και να αφήσουμε στην ησυχία της την «ΤΘ». Άντε να της κάνουμε και κανένα τρισάγιο και... αιωνία της η μνήμη!

Ο κ. Ζάχος πιστεύει ότι οι γονείς θα πρωταγωνιστούν 
στις επόμενες καταλήψεις σχολείων. 
Και θα έχουν και δίκιο!