Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

52

Με την αγαπημένη χελώνα μου και τη γλυκύτατη
 τούρτα από τους συνεργάτες μου 
«Πώς αισθάνεσαι»; Είναι η συνήθης ερώτηση, όταν κάποιος έχει γενέθλια. Και ιδίως όταν αυτά δεν είναι από τα πρώτα γενέθλια της ζωής του. Προσωπικά τη βρίσκω πλήρως και αδικαιολόγητα ηλίθια απορία. Γενέθλια είναι. Δεν είναι ούτε κοψομέσιασμα ούτε σκωληκοειδίτιδα ούτε πυρετός. Οπότε πώς να νιώθω;
Σήμερα γιορτάζω τα 52α γενέθλιά μου. Σχεδόν έχω βαρεθεί να γιορτάζω γενέθλια. Είμαι ένας βετεράνος γενεθλίων. Μεγαλώνω -όσο κι αν η Ζέτα (η γυναίκα μου) και κάποιοι ακόμη πολύ καλοί φίλοι αδυνατούν να το πιστέψουν- και παρόλ’ αυτά(;;;), αισθάνομαι ωραία. «Πότε θα μεγαλώσεις επιτέλους», λένε. Μεγαλώνω αλλά με έναν δικό μου τρόπο. Ποτέ δεν είχα στερεότυπα για το πώς θα έπρεπε να είμαι στα 52. Για καμιά ηλικία δεν είχα. Μάλλον γι αυτό αισθάνομαι έτσι. 
Όσο κι αν το παλεύω δε βρίσκω ούτε έναν λόγο για να μην αισθάνομαι έτσι. Βρίσκομαι στην καλύτερη φάση της ζωής μου. Το ίδιο αισθανόμουν, βέβαια, και σε κάθε προηγούμενη αντίστοιχη μέρα. Αισθανόμουν υπέροχα στα 30. Το ίδιο στα 35, στα 40 και στα 45. Φαντάζομαι ότι το ίδιο συνέβαινε στα 20 και στα 25 και πιθανότατα στα 2 και στα 3… 
Κάθε φορά κοίταζα πίσω. Τα πράγματα είχαν πάει καλά. Στα 3 είχα σταματήσει να τρώω τα νια νια που έτρωγα στο… 1. Γιατί, λοιπόν, να μη νιώθω ευτυχία; Στα 5 και στα 6 ήμουν πιο ανεξάρτητος από ό,τι στα 3. Έβγαινα και έπαιζα στις αλάνες. Στο ποτάμι και στα γύρω βουνά του χωριού που μεγάλωσα στήναμε μάχες, γνωρίζαμε τα όριά μας, αποκτούσαμε φιλίες και εμπειρίες. Επέστρεφα στο σπίτι γεμάτος λάσπες, ιδρωμένος, χαρούμενος κι εκτονωμένος. Το μόνο άσχημο ήταν ότι δεν μπορούσα να αποφύγω το μπάνιο. Ασήμαντο, αφού και αργότερα που θα μπορούσα να το αποφύγω, δεν το έκανα. Για ποιον λόγο, λοιπόν, να αισθάνομαι άσχημα που μεγάλωνα; 
Για ποιον λόγο θα έπρεπε να αισθάνομαι άσχημα στα είκοσι; Μήπως επειδή ήμουν στο πανεπιστήμιο; Μήπως επειδή είχα την ευκαιρία να παρακολουθώ τις διαλέξεις του Νίκου Σβορώνου και του Χάγκεν Φλάισερ, επειδή μπορούσα να βρίσκομαι στο αμφιθέατρο του Παντερμαλή, του Χουρμουζιάδη και πολλών άλλων εξαιρετικών δασκάλων; Μήπως επειδή ένιωθα ανεξάρτητος, μακριά από το σπίτι; Μήπως επειδή έβαζα βάσεις για τη μελλοντική ζωή μου; Μήπως επειδή δεν είχα πια μπροστά μου τις Πανελλαδικές; Θα ήταν ανόητο να γκρινιάζω και τότε. Ε; 
Κάπως έτσι έφτασα στα 52 κι ακόμη (μπορεί να είναι νωρίς) δε βρίσκω λόγο να με χαλάει το ότι μεγαλώνω. Έχω καταλήξει ότι είναι ζήτημα οπτικής. Αν κάποιος μεγαλώνει καλά, δεν έχει λόγο να παραπονιέται. Όταν κάποιος κάνει αυτό που πρέπει στην κατάλληλη ηλικία, δε νιώθει ότι ο χρόνος έχει περάσει άσκοπα. Δεν αισθάνεται ότι τον έχασε, ότι τον σπατάλησε. Μάλλον αισθάνεται ότι η ζωή του είναι γεμάτη. 
Θα ήταν παράλογο και άδικο να παραπονιέμαι. Βρίσκομαι σε μια φάση ζωής που μου προσφέρει μεγαλύτερη ηρεμία από οποιαδήποτε άλλη. Τα πράγματα δείχνουν ότι έχω καταφέρει αρκετά στη δουλειά μου και στη ζωή μου. Έχω κερδίσει την αποδοχή ατόμων που εκτιμώ. Την αποδοχή ακόμη και κάποιων μαθητών μου. Έχω επιλέξει το περιβάλλον μου. Μπορώ να διασκεδάζω με κακεντρεχή σχόλια εις βάρος μου. Μπορώ να γελάω με τις αντιδράσεις που προκαλούν τα κείμενά μου, τα πιστεύω μου. Έχω την άνεση να απορρίπτω και να αποφεύγω ανθρώπους που σπαταλούν τον χρόνο μου. Οι περισσότεροι μου έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα να είμαι… «παράξενος», «περίεργος», «απόλυτος», «ιδιότροπος». Μάλιστα, έχω καταφέρει το παιδικό όνειρό μου. Μπορώ να είμαι ελεύθερος. Να κάνω και να γράφω αυτό που θέλω, να είμαι ενοχλητικός στους μέτριους που προσπαθούν να μας καταδυναστεύσουν και αυτό να θεωρείται μια… ιδιαιτερότητά μου. Νιώθω ότι δικαιώνονται οι επιλογές μου και αισθάνομαι ότι βρίσκομαι μπροστά σε νέες προκλήσεις. 
Κυρίως νιώθω καλά παρακολουθώντας το παιδί μου να εξελίσσεται, να γίνεται καλύτερο από μένα, να με αφήνει έτη φωτός πίσω, να με κάνει να φαντάζω κατεστημένο, να ασχολείται με πράγματα που αδυνατώ να κατανοήσω, να με αμφισβητεί και παρόλ’ αυτά (ελπίζω τουλάχιστον) να με εκτιμά. Ε Πάνο;;; 
Μεγάλωσα έτσι και θα συνεχίσω να το κάνω, γιατί τα γενέθλια δεν ήταν απλώς μια αφορμή να γιορτάζω την επιτυχία του να αντεπεξέρχομαι σε μια τυπική, αυτοματοποιημένη, βιολογική υποχρέωση. Μου το δίδαξε ο Ουμπέρτο Έκο αυτό μέσα από ένα κείμενό του. Σε αυτό περιέγραφε την αντίδραση ενός καθηγητή του, όταν ο μικρός Έκο, γεμάτος χαρά, του ανακοίνωνε ότι είχε γενέθλια. Ο καθηγητής τον κοίταξε απαξιωτικά και του είπε: «Και για ποιον λόγο χαίρεσαι; Επειδή κατασπατάλησες ένα ολόκληρο χρόνο από τη ζωή σου; Επειδή κατάφερες να είσαι εντάξει στη βιολογική υποχρέωσή σου μεγαλώνοντας απλώς έναν χρόνο;». Μετά από αυτό ο Έκο δεν σπατάλησε κανέναν άλλο χρόνο διδάσκοντας κι εμένα ότι ό,τι είναι να κάνεις, κάν’ το τη στιγμή που πρέπει. Όταν αναπολείς το τι θα μπορούσες να είχες κάνει, θα είναι αργά για δάκρια, αργά για όλα και τότε, όπου και αν ρίξεις την ευθύνη, είναι αδύνατον να διορθώσεις το παραμικρό! Κάπως έτσι έφτασα να αδυνατώ να κατανοήσω τη νοσταλγία των ανθρώπων για το παρελθόν, για τα θλιβερά και άσκοπα «reunion», για εκείνους που πέρασαν από τη ζωή τους, για όσα πέρασαν από τη ζωή τους είτε ως ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες είτε ως ευκαιρίες που μετατράπηκαν σε γεγονότα. Είναι ωραία να κλείνει κανείς τα 52. Κι αν συνεχίσει να είναι υγιής, φαντάζομαι ότι θα είναι υπέροχο να κλείνει και τα 53, τα 55, τα 105… 
Να με χαίρεστε, λοιπόν!!! 
Και κυρίως να είμαι καλά, να με χαίρομαι εγώ!


Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Οι Πανελλαδικές δεν είναι Survivor



Με ποιον τρόπο άραγε μπορεί κανείς να βοηθήσει μαθητές -ακόμη και μαθητές που προετοιμάζονται για Πανελλαδικές- να συνειδητοποιήσουν ότι η παρακολούθηση εκπομπών ριάλιτι μπορεί να είναι επικίνδυνες για το άμεσο -Πανελλαδικές- αλλά και για το πολύ... μελλοντικό μέλλον τους;
Ο προβληματισμός με είχε απασχολήσει πολύ πριν. Από τη στιγμή που το Survivor εισέβαλε δυναμικά στην ελληνική -τηλεοπτική και μη- πραγματικότητα. Οι συζητήσεις με τα παιδιά αρκετές. Κάποτε ουσιαστικές. Κάποτε ανούσιες ως προς το αποτέλεσμα. Αναγκάστηκα, όμως, να ταχτοποιήσω τις σκέψεις και τις θέσεις μου απέναντι στο... φαινόμενο, με αφορμή πρόσκληση σε φιλολογική ημερίδα με αντικείμενο το μάθημα της Έκθεσης και την προετοιμασία γι αυτό.
            Εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς είναι τα υψηλά ποσοστά τηλεθέασης-απήχησης του Survivor αλλά και άλλων ανάλογων εκπομπών. Το να προσπαθήσει, όμως, κανείς να εμβαθύνει στα αίτια της απήχησης της συγκεκριμένης εκπομπής, είναι δεδομένο ότι θα προκαλέσει αντιπαραθέσεις και κάποτε άμυνες απέναντι στην επιλογή κάποιων -πολλών κάποιων- να το παρακολουθούν.
            Αποφάσισα, λοιπόν, να αφήσω τις περισπούδαστες αναλύσεις ειδικών και μη να εντοπίσουν και να συζητήσουν ενδελεχώς τα αίτια της δημοφιλίας του ριάλιτι που για κάποιους αποτελεί πλέον τρόπο ζωής. 
            Μπορώ, βέβαια, να κάνω μια απλή παρατήρηση, η οποία αποτελεί προσωπική άποψη για το ζήτημα. Παρακολουθούν, λοιπόν, τόσοι πολλοί το Survivor απλώς επειδή… μπορούν και αντέχουν να το παρακολουθούν. Ταιριάζει στην ποιότητα της σκέψης τους, στο επίπεδο αισθητικής τους, στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντά τους.
Θεωρώ αδιανόητο να παρακολουθεί κάποιος μια εκπομπή που δεν ταιριάζει στο νοητικό επίπεδό του. Άλλοι θα παρακολουθήσουν μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση και τελείως άλλοι ανθρώπους να κραυγάζουν και να ξεκατινιάζονται επιδεικνύοντας τον φανατισμό και την παντελή έλλειψη επιχειρημάτων. Άλλοι θα παρακολουθήσουν την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βιέννης και άλλοι τον μουσικό διαγωνισμό της Eurovision. Άλλοι θα παρακολουθήσουν μια, οποιουδήποτε περιεχομένου, εκπομπή που απαιτεί τη νοητική συμμετοχή τους και άλλοι αντέχουν να παρακολουθήσουν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ή το Survivor οι νοητικές απαιτήσεις των οποίων κινούνται στο πνευματικό τίποτε. Ένας και ελάχιστα ευφυής νους αδυνατεί να σταθεί, ακόμη και για ελάχιστη ώρα, απέναντι σε κάτι που όχι απλώς δεν προϋποθέτει την παραμικρή σκέψη αλλά αντίθετα επιβάλλει την απόλυτη νοητική αδράνεια. Πολύ περισσότερο δε αδυνατεί να το κάνει επαναλαμβανόμενα.
Θεωρώ εξίσου αδιανόητη την παρακολούθηση μιας εκπομπής από κάποιον, αν αυτή δεν ταιριάζει στην αισθητική του. Άλλοι θα παρακολουθήσουν εκπομπές που εξυψώνουν την ανθρώπινη αξία και άλλοι προγράμματα που εξευτελίζουν κάθε έννοια αξιοπρέπειας. Άλλοι θα χαρούν με την ανάδειξη και γνωστοποίηση των επιτευγμάτων ενός επιστήμονα, ενός καλλιτέχνη ή ενός απλού ανθρώπου, ο οποίος απλώς έδειξε ανθρωπιά, θάρρος, δύναμη και άλλοι θα διασκεδάσουν με τα κακόβουλα σχόλια, με την κατινιά, τη χωριατιά και τα κουτσομπολιά που γίνονται θέαμα προγραμμάτων τύπου ριάλιτι. Είναι άλλωστε λογικό. Διασκεδάζει κανείς με κάτι που δεν του είναι ξένο, με κάτι που αποτελεί κομμάτι της καθημερινότητάς του. Αν σε κάποιους αρέσει το κουτσομπολιό και η υποτίμηση του άλλου, για ποιον λόγο να ενοχλείται από το περιεχόμενο του Survivor;

Εκείνο που θα έπρεπε, όμως, να προβληματίζει πραγματικά είναι ότι η παρακολούθηση των ριάλιτι και κυρίως του Survivor αναφέρεται στους πολλούς. Και τι συμβαίνει με τους πολλούς σήμερα;
Δείτε τα ποσοστά ανεργίας. Σκεφτείτε τα ποσοστά των ατόμων που ετεροαπασχολούνται ή και υποαπασχολούνται σήμερα. Ένας στους δύο πτυχιούχους είναι άνεργος. Και είναι νέος. Αρκετοί ακόμη πτυχιούχοι κινούνται στα όρια της οικονομίας με αμοιβές χαμηλές που τους αναγκάζουν να παραμένουν στα σπίτια των γονιών τους και άρα υπό τον έλεγχό τους μέχρι μεγάλη ηλικία. Η σκληρή πραγματικότητα δείχνει ότι δεν είναι οι πολλοί εκείνοι που τα καταφέρνουν καλά στη ζωή τους. Είναι οι λίγοι. Και μάλλον είναι εκείνοι οι λίγοι που δεν παρακολουθούν φανατικά τη λατρεμένη εκπομπή. Ούτε παρόμοιου επιπέδου, βέβαια.
      Παρατηρείτε μια αντίφαση. Οι πολλοί μπορούν -και μάλλον το κάνουν με άνεση- να παρακολουθούν Survivor. Οι λίγοι καταφέρνουν να παρακολουθούν με την ίδια άνεση την εξέλιξη της αγοράς και τις απαιτήσεις της. Οι λίγοι, επίσης, είναι εκείνοι που καταφέρνουν να τα πάνε όσο καλά ονειρεύονται στις Πανελλαδικές. Λιγότεροι ακόμη καταφέρνουν να τα πάνε καλά στο μάθημα της Έκθεσης, όπου συνήθως το ποσοστό εκείνων που καταφέρνουν να γράψουν πάνω από δεκαοχτώ κινείται κοντά στο θλιβερό 1%.
            Το συμπέρασμα; Αν κάποιος θέλει να τα πάει καλά στη ζωή του, στις Πανελλαδικές και ειδικότερα στην Έκθεση δεν πρέπει να κάνει όσα επιλέγουν και κάνουν οι πολλοί. Πρέπει να κάνει, να επιλέγει και να παρακολουθεί εκείνα που επιλέγουν, κάνουν και τελικά παρακολουθούν οι λίγοι. Κι αυτοί, μάλλον, δεν παρακολουθούν Survivor.
Για πάνω από είκοσι χρόνια ασχολούμαι με τη διδασκαλία της Έκθεσης προετοιμάζοντας άτομα για τις Πανελλαδικές και -μου αρέσει να πιστεύω- για τη ζωή τους. Εδώ και χρόνια, παρατηρώντας την πορεία δεκάδων μαθητών, έχω καταλήξει στα συστατικά που οδηγούν στη συγγραφή μιας καλής Έκθεσης.

Το πρώτο και κυριότερο είναι η γλωσσική κατάρτιση του μαθητή. Η καλή χρήση της Ελληνικής. Η γνώση των κανόνων της. Το ικανοποιητικό λεξιλόγιο. Αυτό είναι η βάση. Ο μαθητής που διαθέτει καλή γλωσσική παιδεία κατανοεί τι απαιτεί από αυτόν το θέμα. Σκέφτεται σωστά και διατυπώνει τις θέσεις του με ακρίβεια και καθαρότητα διασφαλίζοντας τη συνοχή του κειμένου και την ουσία στις απαντήσεις του. Με την ίδια άνεση κατανοεί το περιεχόμενο του κειμένου που του δίνεται για περίληψη. Συνειδητοποιεί με άνεση και αφαιρεί τις λεπτομέρειες, αναγνωρίζει και εντοπίζει το ουσιαστικό και το διατυπώνει με λίγες λέξεις συνδέοντας τα νοήματα σε ένα προσωπικό κείμενο.
Και το ερώτημα είναι: Μπορεί η παρακολούθηση του Survivor αλλά και άλλων τηλεοπτικών εκπομπών παρόμοιου επιπέδου να συμβάλει με οποιοδήποτε τρόπο στη γλωσσική καλλιέργεια του νέου; Δε νομίζω ότι ένα τέτοιο ερώτημα χρειάζεται ιδιαίτερη συζήτηση...
            Η Έκθεση, όμως, χρειάζεται και την ενημέρωση σε μεγάλο βαθμό. Η επαφή με την πραγματικότητα προσφέρει τα στοιχεία εκείνα που χρειάζεται κανείς για να στήσει τα επιχειρήματά του. Προσφέρει το υλικό που προσφέρει στον μαθητή την άνεση να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε θέμα χωρίς δυσκολίες. Το θέμα μπορεί να αναφέρεται στον λαϊκισμό, στην παγκοσμιοποίηση, στο περιβάλλον, στο γέλιο, στη διαπολιτισμική εκπαίδευση, στην ανεργία, στην τρομοκρατία, στον χουλιγκανισμό ή ακόμη και στα... ριάλιτι. Σκεφτείτε πόσα άρθρα, αναλύσεις, απόψεις διατυπώθηκαν μόνο κατά το τελευταίο διάστημα σχετικά με τα θέματα αυτά. Σκεφτείτε τώρα πόσες συζητήσεις, αναλύσεις, απόψεις ακούει για τα ίδια θέματα σπαταλώντας τον χρόνο σας στο Survivor.
Το συμπέρασμα; Η ουσιαστική ενημέρωση απαλλάσσει τον μαθητή από τάματα, περιορίζει το τρέμουλο και τον κρύο ιδρώτα. Ο ενημερωμένος μαθητής δεν περιμένει να τα πάει καλά μόνο σε περίπτωση που «έχει πιάσει το θέμα». Μπορεί να τα πάει καλά απέναντι σε οποιοδήποτε θέμα του δοθεί.
Και μια αναγκαία παρατήρηση. Το Survivor μπορεί να δίνει μια πολύ ωραία, ουσιαστική και άκρως ειδυλλιακή εικόνα του τροπικού μέρους στο οποίο εξελίσσεται αλλά, δυστυχώς για εκείνους που έχουν επενδύσει στην παρακολούθησή του, τα θέματα Έκθεσης των τελευταίων ετών καμιά σχέση δεν έχουν με την επικαιρότητα του… Άγιου Δομήνικου.
            Τέλος, η Έκθεση είναι αποτέλεσμα κανόνων λογικής. Ένα καλό μυαλό συνειδητοποιεί σε τι χρειάζεται ο πρόλογος και άρα τι πρέπει να περιέχει. Γνωρίζει για ποιον λόγο ισχυρίζεται κάτι και πώς θα το στηρίξει. Κατανοεί τις σχέσεις μεταξύ νοημάτων, παραγράφων, ενοτήτων και -γνωρίζοντας καλά τη γλώσσα- μπορεί να τις διατυπώσει σωστά καθοδηγώντας τον βαθμολογητή βήμα προς βήμα. Ξέρει τι είναι ουσιαστικό και τι όχι για το θέμα που καλείται να αντιμετωπίσει. Συνειδητοποιεί τη σημασία και τον ρόλο του επιλόγου και εκφράζει σωστά τα νοήματα που αποτυπώνουν την ολοκλήρωση του θέματος.
Πιστεύει κανείς ότι η παρακολούθηση του Survivor μπορεί να συνεισφέρει στην τόνωση της κριτικής σκέψης του; Θεωρεί κανείς ότι το μυαλό του επεξεργάζεται οτιδήποτε ουσιαστικό τις ώρες που αφιερώνει στην παρακολούθηση ατόμων που ξεκατινιάζονται, εξευτελίζουν τους άλλους και τελικά αυτοεξευτελίζονται;
           
Αν οι φετινοί μαθητές έδιναν ... Survivor, οι περισσότεροι τουλάχιστον, θα τα πήγαιναν καταπληκτικά. Όμως, δίνουν Πανελλαδικές, οπότε μάλλον θα έχουν ένα μικρό προβληματάκι, όπως και κάθε χρόνο άλλωστε. Εκτός κι αν ο στόχος τους είναι να διαπρέψουν σε πρωινάδικα της κακιάς ώρας ή αν πιστεύουν ότι θα λύσουν τα προβλήματά τους συμμετέχοντας κάποια στιγμή σε ανάλογης ποιότητας εκπομπές…


Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Μάνα υποψήφιου γιατρού, κουράγιο

Έχω την αίσθηση και μάλλον δεν είμαι ο μόνος ότι αυτοί εκεί στο υπουργείο Παιδείας το πάνε για φούντο το μαγαζί. Αν δεν τους ψεκάζουν, δεν ξέρω τι να υποθέσω. Οι άνθρωποι δεν είναι με τα καλά τους. Ανακοίνωσαν τον αριθμό των εισακτέων για τα ΑΕΙ της χώρας για το 2017. Θα αναρωτηθείτε «και τι κακό έχει αυτό;» και θα έχετε απόλυτο δίκιο. Με μια πρώτη ματιά, πράγματι, δεν έχει κανένα κακό αντιθέτως έχει πολλά καλά. Οι μαθητές μπορούν να προγραμματίσουν τις επιλογές τους, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να οργανώσουν... όσα, τέλος πάντων, πρέπει να οργανώσουν και γενικά είναι καλό να γνωρίζουμε όλοι τι μας γίνεται. 

Μέχρι εδώ εντάξει αλλά προσέχοντας κανείς τις θέσεις των σχολών υγείας, μπορεί να καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Οι θέσεις που δίνονται φέτος σε όσους επιθυμούν την εισαγωγή τους στην ιατρική, την οδοντιατρική και άλλες θαυμαστές για τον ελληνισμό σχολές είναι μειωμένες.

ΜΕΙΩΜΕΝΕΣ, καλά διαβάσατε. Κι αυτό δεν νομίζω ότι έχει κάτι καλό. Γιατί, κ. υπουργέ μου, μάλλον δεν έχετε σκεφτεί τις συνέπειες. Μπορεί εσείς και η κυβέρνησή σας να μειώσατε τους μισθούς και να μην κουνήθηκε φύλο. Μπορεί να πετσοκόψατε τις συντάξεις και να μην κουνήθηκε φτερό. Μπορεί να κόψατε επιδόματα, επιδοτήσεις, παροχές και να μην ακούστηκε κιχ. Μπορεί να κόψατε το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος και να σας χειροκρότησαν όσοι το ψήφισαν. Αλλά δεν μπορεί να κόβετε θέσεις από τις σχολές υγείας και να περιμένετε ότι δεν θα συμβεί το παραμικρό. 

Και άντε, το βρίσκω απίθανο να υπάρξουν αντιδράσεις από τους υποψηφίους. Αυτούς τους είπαν ότι πρέπει να γίνουν γιατροί και χωρίς να το πολυσκεφτούν αποφάσισαν να γίνουν, οπότε και δεν τους καίγεται καρφί. Ούτε πινέζα τους καίγεται. Ούτε βίδα τους καίγεται. Ούτε καν το πελεκούδι τους καίγεται. Και γενικά δεν τους καίγεται τίποτε. Αλλά... 

Αλλά την ελληνίδα μάνα τη σκεφτήκατε, κύριε Γαβρόγλου μου (πρόκειται για τον υπουργό Παιδείας); Σιγά και μην την σκεφτήκατε. Γιατί η ελληνίδα μάνα, κ. υπουργέ μου, και ιδίως η ελληνίδα μάνα που έχει βάλει σκοπό της ζωής της να δει το βλαστάρι της γιατρό δε συγκρίνεται με καμιά άλλη δύναμη της Φύσης ολάκερης. Ούτε με τον μισθωτό ούτε με τον συνταξιούχο ούτε με τον άστεγο, τολμώ να πω. Δεν τα βάζεις με την ελληνίδα μάνα που ονειρεύεται την ώρα και τη στιγμή που το αγοράκι της ή και το κοριτσάκι της θα εισαχθεί στην Ιατρική. Δεν την αγγίζεις αυτή. Αυτή είναι το άλλο πράγμα. Γιατί, κύριε υπουργέ μου, τι θα πει αυτή η μάνα στις φιληνάδες της τώρα που της στερείς το όνειρο; Πώς να αιτιολογήσει την «αποτυχία» της. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποτυγχάνει το παιδί. Η μάνα αποτυγχάνει κι αυτό δεν πρόκειται να το συγχωρήσει στην κυβέρνηση ακόμη κι αν ήταν από εκείνους που χόρευαν τσάμικα στο Σύνταγμα όταν εκλέχθηκε η πρώτη φορά Αριστερά. 

Και τώρα τη βλέπω και πάλι στο Σύνταγμα τη μάνα κι αυτή τη φορά όχι για να χορέψει η ίδια αλλά για να χορέψει την Κυβέρνηση και μάλιστα στο ταψί. Τύφλα να έχουν οι «Αγανακτισμένοι» και οι αγρότες και οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ μαζί. Η μάνα που έζησε γι αυτήν τη μοναδική στιγμή νιώθει ότι τα έχασε όλα. Κι αυτό δεν είναι απλό πράγμα, γιατί εκείνος που νιώθει ότι δεν του έχει απομείνει το παραμικρό περιέρχεται σε απόγνωση, συσσωρεύει θυμό, οργή, μίσος κι όλα αυτά θα τα εκφράσει. Και δε νομίζω ότι αυτό θα αρέσει σε κανέναν και κυρίως στα στελέχη της Κυβέρνησης που της στέρησαν το όνειρο, τον στόχο, τον λόγο ύπαρξης, το νόημα ζωής. 

Κύριε υπουργέ, σκεφτείτε το ξανά. Αναιρέστε την απόφασή σας. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα το κάνετε. Φτάσαμε σε σημείο να θεωρούμε έκπληξη το να αποφασίζετε κάτι και να μην το αλλάζετε και δυο και τρεις ή και παραπάνω φορές. Κι εδώ πρόκειται για το μέλλον της Κυβέρνησης. Μισή ντροπή δική σας και μισή δική μας. Η ελληνίδα μάνα του υποψήφιου γιατρού δεν πρόκειται να το βάλει κάτω. Θα σας κυνηγήσει όπως κυνηγούσαν οι κυνηγοί κεφαλών στην Άγρια Δύση. Και θα σας κυνηγήσει μέχρι να πατήσετε μαύρο χιόνι, το οποίο ως γνωστόν είναι πολύ σπάνιο πράγμα. Άρα θα σας κυνηγήσει για πολύ, ακούραστα. Η ζωή σας θα γίνει εφιάλτης. 

Δώστε στη μάνα του υποψήφιου γιατρού αυτό που χρειάζεται. Δώστε της τις θέσεις που της ανήκουν. Δώστε της και παραπάνω, γιατί το να δει αυτή η μάνα το ζωντόβολό της να μπαίνει στην Ιατρική δεν είναι μικρό πράγμα. Να μπαίνει. Το να βγαίνει δεν τη νοιάζει ιδιαίτερα. Μάλλον δεν τη νοιάζει καθόλου. Δώστε της τη χαρά να σηκώσει το τηλέφωνο ή να βρεθεί με τις φιληνάδες της και να τους τρίψει στη μούρη την επιτυχία της: «Αχ, βρε κορίτσια, δεν σας τα είπα. Περάσαμε στην Ιατρική».



Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Δεν είναι οι ψεκασμοί αλλά οι καφέδες, ανόητοι

«Κυρία, πότε εμείς θα μάθουμε να κάνουμε σωστή Περίληψη; Πότε θα μπορούμε να κατανοούμε ένα κείμενο και να αποδίδουμε σωστά τα νοήματά του σε λίγες λέξεις; Και πότε θα μάθουμε να γράφουμε μια καλή Έκθεση, με σωστά και λογικά επιχειρήματα»; Η ερώτηση, αυθόρμητα διατυπωμένη, από μαθητή δευτέρας Λυκείου σε συνεργάτη μου μόλις λίγες μέρες πριν. Το «λίγες μέρες πριν» έχει τη σημασία του, αφού ήδη βρισκόμαστε στα μέσα Μαρτίου και η σχολική χρονιά βαδίζει ταχύτατα προς τη λήξη της, οπότε οι πιθανότητες του συγκεκριμένου μαθητή να μάθει να κάνει σωστή Περίληψη ή και ό,τι άλλο έχουν περιοριστεί επικίνδυνα. 
Να διευκρινίσω ότι ο συγκεκριμένος ομολογεί ότι του είναι δύσκολο να διαβάζει κείμενα. Του φαίνεται βαρετό και άρα προτιμάει να κάνει άλλα πράγματα -φαντάζομαι πολύ χρήσιμα για τον εγκέφαλό του έστω κι αν αυτό δεν φαίνεται ιδιαίτερα προς τα έξω. Η απάντηση, λοιπόν, στην ερώτηση και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα, θα μπορούσε να είναι ένα απόλυτο και μεγαλειώδες «ποτέ». Βέβαια, τότε θα αντιμετώπιζα κατηγορίες του στιλ «είσαι πολύ σκληρός με τα παιδιά» και άλλα τέτοια ανόητα, οπότε θα το προσεγγίσω λίγο πιο... ανθρωπιστικά αφήνοντας την ελπίδα να πεθάνει τελευταία. Αλλά, για να εξηγούμαστε, θα πεθάνει. 
Ο μαθητής, με την ερώτησή του, δεν εξέφρασε απλώς μια μαθητική αγωνία. Εξέφρασε την απορία ενός ολόκληρου λαού που αναρωτιέται «πότε επιτέλους θα βγούμε από την κρίση;», φαντάζομαι, για να συνεχίσουμε να κάνουμε ζωάρα άνετη και κυρίως ξεκούραστη και χαλαρή. Ο μαθητής δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης. Είναι το αποτέλεσμα μιας διαπαιδαγώγησης που ευθύνεται για την κατάντια μας σε όλα τα επίπεδα. Δεν είναι η παιδική ανοησία που οδηγεί σε τέτοιες απορίες, δεν είναι η εφηβική άγνοια που ευνοεί τέτοιους προβληματισμούς(;). Είναι η διαπαιδαγώγηση, το κλίμα που έχει εδραιωθεί εδώ και χρόνια, η νοοτροπία με την οποία αναθρέψαμε γενιές και γενιές Ελλήνων. 
Η απάντηση θα έπρεπε να είναι δεδομένη: «θα μάθεις να αποδίδεις σωστά ένα κείμενο περιληπτικά, όταν μάθεις να κατανοείς την ελληνική γλώσσα. Θα μάθεις να γράφεις μια Έκθεση σωστά, όταν κατανοήσεις την πραγματικότητα και όταν αποκτήσεις λογική». Κι αυτό δε γίνεται με την επιφοίτηση. Αν ήταν να γίνεται έτσι, μάλλον θα είχε συμβεί ήδη. Γίνεται με προσπάθεια. Μια προσπάθεια που θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει εδώ και λίγα χρόνια. Δεκαέξι με δεκαεφτά για την ακρίβεια. Και θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει από τους γονείς. Κι αφού κάτι τέτοιο δε συνέβη, τώρα χρειάζεται πολλαπλάσιος κόπος και προσπάθεια εξαντλητική και κυρίως προσωπική. Προσπάθεια έξω από το σχολείο, γιατί το σχολείο έκανε αυτό που μπορούσε να κάνει και μάλλον αυτό δεν είναι... αρκετό. Το έκανε προσφέροντας απλόχερα μεγάλους βαθμούς, περιορίζοντας τις απαιτήσεις, αυξάνοντας τις απουσίες... Όμως, θα καταφέρει κάποιος να γράφει σωστά, όταν διαβάσει βιβλία και άρθρα, όταν προσεγγίσει την εξέλιξη, όταν βγει από τον θλιβερό μικρόκοσμό του τού τίποτα, του survivor, του ηλίθιου σήριαλ, των βλακωδών αναρτήσεων στο fb, των ηλίθιων συζητήσεων με ηλίθιους συνομηλίκους του, όταν κατανοήσει τη δομή της κοινωνίας. 
Αν όλα αυτά φαντάζουν δύσκολα και περίεργα, τότε το «ποτέ» είναι η δεδομένη απάντηση. Όχι μόνο για τον μαθητή που αναρωτιέται πότε θα μάθει, χωρίς να προσπαθεί αλλά για τον κάθε Έλληνα που περιμένει την άσπρη μέρα πίνοντας φραπέ ή πλέον freddo. Και κάποια στιγμή, πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είναι οι ψεκασμοί που μας έφτασαν εδώ που φτάσαμε αλλά οι αμέτρητοι τόνοι κάθε είδους καφέ που καταναλώσαμε αραχτοί στις πλατείες και στα πάρκα συζητώντας για μια κατάσταση που έπρεπε να αλλάξει. Συζητώντας μόνο, γιατί η προσπάθεια είναι άλλο. Η προσπάθεια χρειάζεται εγρήγορση και γι αυτό άλλωστε την περιμένουμε από τους... άλλους. Κι αυτοί οι «άλλοι», πόσο βλαμμένοι; Τίποτε δεν κάνουν πια. Κάθονται και αγναντεύουν. Μας εγκατέλειψαν, μας γύρισαν την πλάτη. 
Οπότε, για μια ακόμη φορά, θα πρέπει να γίνω λίιιγο σκληρός με τα παιδιά και όχι μόνο (πράγμα που δεν με στενοχωρεί ιδιαίτερα). Ρίξτε μια ματιά γύρω σας. Δείτε τα ποσοστά της ανεργίας που φτάνουν στον ουρανό. Και τώρα σκεφτείτε. Θεωρείτε πιθανό να δημιουργηθούν ξανά οι θέσεις εργασίας που εξαφανίστηκαν; Πιστεύει κανείς ότι θα χρειαστούμε στο μέλλον τόσους εργάτες στα εργοστάσια και στα χωράφια όσους χρειαστήκαμε στο παρελθόν; Θα χρειαστούμε στο εξής τόσους ταμίες τραπεζών και δημόσιους υπαλλήλους όσους χρειαστήκαμε στο παρελθόν; Ακόμη κι αν οι πρόσφυγες από τη Συρία μας ταράξουν στην επένδυση, ακόμη κι αν από θαύμα δημιουργηθούν νέα εργοστάσια, πιστεύει κανείς ότι θα εμφανιστούν οι θέσεις που χάθηκαν; Αν το πιστεύει κάποιος, τότε είναι βέβαιο ότι τον ψεκάζουν, γιατί δεν πρόκειται αυτό να συμβεί στον αιώνα τον άπαντα. Λέγεται τεχνολογία και εξέλιξη. 
Όλες οι στατιστικές δείχνουν καθαρά τι συμβαίνει. Το 50% των νέων 25 ως 35 χρόνων είναι άνεργοι στη χώρα μας. Άλλο ένα 30% υποαπασχολείται ή αμείβεται με πενιχρές αμοιβές. Οπότε μας μένει ένα 20% περίπου που βρίσκει τον δρόμο του, που τα καταφέρνει, που πετυχαίνει τους στόχους του. Τα πράγματα γίνονται απλοϊκά. Αν κάποιος επιθυμεί να τα πάει καλά σήμερα στην Περίληψη και την Έκθεση και αύριο στη ζωή του, πρέπει να κάνει όχι αυτό που κάνει το 80% αλλά αυτό που κάνει το 20% και ίσως το ακόμη λιγότερο. Και αυτό το 20% κάνει το δύσκολο, το επίπονο, το εξαντλητικό και τελικά το διαφορετικό, κλεισμένο στο δωμάτιό του, στο γραφείο του, στον χώρο της δουλειάς του. Ενώ το 80% τι κάνει; Πιθανώς παρακολουθεί εκπομπές επιπέδου survivor και πίνει καφέδες στις πλατείες και στους πεζοδρόμους, οπότε είναι και πιο ευάλωτο στους... ψεκασμούς που το απονεκρώνουν.


Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Η βλακεία είναι ταξική;

Ανάμεσα στις λεπτομερείς και ιδιαίτερα... ουσιαστικές απόψεις που διατυπώθηκαν για το πρόσφατο πολύνεκρο δυστύχημα ξεχώρισα μία. Ήταν, λένε, το δυστύχημα ταξικό. Η εμπλοκή ενός πολυτελούς αυτοκινήτου και του γόνου μιας πλούσιας οικογένειας ήταν στοιχεία ικανά να αναδείξουν τον ειδικό που έχει κρυμμένο μέσα του ο κάθε Έλληνας για οτιδήποτε συμβαίνει, να πυροδοτήσουν την προπαγάνδα και, φυσικά, την υστερία απέναντι σε όσους -λίγους- έχουν εκείνα που θα επιθυμούσαν να έχουν οι πολλοί. 
Ο αριθμός των 1500-1600 νεκρών κάθε χρόνο από τροχαία δε στάθηκε ικανός να συγκινήσει σε τέτοια έκταση και ένταση. Η ανακοίνωση του αριθμού των τροχαίων -θανατηφόρων και μη- αποτελεί μια απλή και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον είδηση ανάμεσα στις πολλές. Μάλιστα, για τους περισσότερους ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι αστρολογικές προβλέψεις της ημέρας ή οι προβλέψεις για τον καιρό. Αλλά όχι τώρα. Τα χαρακτηριστικά του δυστυχήματος έβαλαν στο τραπέζι της συζήτησης την οδηγική συμπεριφορά και παιδεία του Έλληνα.
Θα μπορούσα να απορήσω για την έκπληξη που προκλήθηκε αλλά δεν το κάνω. Ο Έλληνας συνηθίζει να «πέφτει από τα σύννεφα» πιο συχνά και από επαγγελματία αλεξιπτωτιστή. Ένα θέμα για το οποίο ο καθένας μπορεί να έχει άποψη και κάποτε βιώματα είναι όμορφη αφορμή για τον Έλληνα. Αφορμή για έκφραση, για εκτόνωση, για ανάδειξη των συμπλεγμάτων του, για το «κάνε με για μια μέρα πρωθυπουργό και θα δεις». 
Έτσι και τώρα. Αλλά από το να συζητιέται στα καφενεία και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τη γνωστή εμβρίθεια(;) που χαρακτηρίζει τον λαό μας, μέχρι το να δίνονται ταξικά χαρακτηριστικά στο δυστύχημα νομίζω ότι πάει πολύ ακόμη και για τους Έλληνες. Αλλά αυτοί είμαστε. Μιλάμε, ψηφίζουμε, κρίνουμε, απαιτούμε, νουθετούμε, οδηγούμε, κυρίως με βάση το συναίσθημα και όχι με βάση τη λογική. Επειδή τελικά αυτή μας λείπει. 
Αναφέρονται οι περισσότεροι στην οδηγική παιδεία του Έλληνα. Μάλλον έχουν εντοπίσει την παιδεία του σε άλλους τομείς και τώρα την αναζητούν και στην οδηγική συμπεριφορά. Δεν θα καταφέρουν και πολλά. Η παιδεία λείπει από την οδηγική συμπεριφορά μας, επειδή μας λείπει από παντού. Κι αυτό δεν είναι θέμα ταξικό. Καθημερινά άνθρωποι οδηγούν μιλώντας στο κινητό χωρίς το υποχρεωτικό bluetooth. Δεν έχω καταφέρει να ταυτίσω τη συγκεκριμένη βλακώδη συμπεριφορά με ταξικά χαρακτηριστικά. Οδηγοί ακριβών ή φτηνών αυτοκινήτων το κάνουν εξίσου συχνά. Καθημερινά οδηγοί, που κοιτάζουν τη βολή τους, παρκάρουν σε πεζοδρόμους, σε πεζοδρόμια, σε θέσεις αναπήρων ή και στη μέση του δρόμου. Κι εδώ αδυνατώ να διαχωρίσω τους ανόητους πρωταγωνιστές σε πλούσιους ή φτωχούς. Καθημερινά προσπερνούν επικίνδυνα και παράνομα, κορνάρουν στα φανάρια, βρίζουν, μουντζώνουν οδηγοί αυτοκινήτων. Ούτε κι εδώ έχω καταφέρει να ταυτίσω τη χωριατιά και την παντελή έλλειψη σεβασμού με ταξικά κριτήρια. Καθημερινά αντικρίζουμε οδηγούς χωρίς ζώνη ή με παιδιά στο αυτοκίνητο χωρίς αυτή. Κι εδώ η ανοησία δε γνωρίζει φραγμούς και ταξικούς διαχωρισμούς. 
Η κουλτούρα, άρα και η οδηγική παιδεία, μπορεί να είναι γνώρισμα των πλουσίων και των φτωχών, των μορφωμένων και των αμόρφωτων, των Δεξιών αλλά και των Αριστερών, των μεγάλων και των μικρών, των αντρών αλλά και των γυναικών εξίσου. Το ίδιο και η υποκουλτούρα βέβαια. Και απλώς ήρθε ένα ακόμη -από τα πάρα πολλά- δυστύχημα να αποδείξει ότι, με εξαίρεση τον θάνατο, η βλακεία δεν είναι ταξική. Η βλακεία δεν κάνει διακρίσεις. Και μάλλον είναι η μόνη.