Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Παιδεραστής σε Νηπιαγωγείο...

Θα εμπιστευόσασταν ποτέ σε μια ομάδα πυροσβεστών υπό τις εντολές ενός πυρομανή να σβήσει τη φωτιά που κατακαίει το σπίτι σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν σε έναν πεινασμένο λύκο τη φύλαξη του κοπαδιού σας από αιγοπρόβατα για να πάτε προς νερού σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν το παιδάκι σας σε Νηπιαγωγείο του οποίου τη διεύθυνση έχει αναλάβει γνωστός και αμετανόητος παιδεραστής; Θα θεωρήσω, για την οικονομία του λόγου, ότι η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα είναι αρνητική από την πλειονότητα των ερωτηθέντων.
Και αν τελικά, λειτουργώντας ως σώφρονες άνθρωποι, δεν εμπιστευόσασταν κανέναν από τους παραπάνω, για ποιο λόγο να εμπιστεύεστε στους κατ’ επάγγελμα πολιτικούς το μέλλον της χώρας (σπίτι), της περιουσίας σας (κοπάδι) ή των παιδιών σας (παιδιά); Γιατί μάλλον αυτό κάνετε δίνοντας ξανά και ξανά την ψήφο σας (εμπιστοσύνη) σε πολιτικούς που αντιμετωπίζουν την πολιτική ως μόνιμη ιδιότητα και ως επάγγελμα, κάποτε και ως οικογενειακή επιχείρηση.
Όσο κι αν προσπαθώ να εντοπίσω έστω αφορμές εμπιστοσύνης προς το λαό μας, μου είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο. Οι επιλογές μας, κατ’ επανάληψη, υπήρξαν παράλογα καταστροφικές. Τα αποτελέσματα αυτού του παραλογισμού βιώνουμε σήμερα. Παρόλα αυτά η αισιοδοξία μου ως προς τις μελλοντικές επιλογές μας βρίσκεται στο ναδίρ. Εκείνο που βλέπω είναι μια επανάληψη λαθών που μας οδήγησαν στην προβληματική καθημερινότητά μας. Το θέμα, βέβαια, δεν είναι τι βλέπω ή τι δε βλέπω προσωπικά. Το θέμα είναι ότι αυτό ακριβώς οσμίζονται και οι πολιτικοί κι ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Προς όφελος των ιδίων και προς δυστυχία δική μας, βέβαια.
Σε αυτό ακριβώς το κλίμα είναι ενταγμένες οι πρακτικές που ακολουθούν οι περισσότεροι. Συγχωροχάρτια ζητούν είτε με δακρύβρεχτες απολογίες μεταμέλειας και ύφος αμαρτωλού που είδε το φως το αληθινό είτε με μεταγραφή σε άλλα κόμματα είτε με τη δημιουργία καινούριων. Θύματα αναζητούν απευθυνόμενοι σε μάζες ηλιθίων. Γιατί αν δε μας περνούσαν για ηλιθίους, θα τα είχαν μαζέψει και θα πήγαιναν στο καλό γνωρίζοντας ότι δεν τους παίρνει άλλο. Μάλλον όμως, πιστεύουν ότι τους παίρνει κι άλλο. Κι εμείς τους δώσαμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Γιατί μπορεί ο σοφός λαός να το φωνάζει ποικιλοτρόπως με το «ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του» ή με το «άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς» αλλά από ό,τι φαίνεται αυτός ο σοφός λαός είναι ένας άλλος λαός. Στον δικό μας φαίνεται να πέφτει πολύ βαριά και δυσνόητη τόση σοφία!
Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας. Κι αυτή δείχνει να κινείται σε επίπεδα απόλυτου μηδέν. Λείπει η ωριμότητα που θα λειτουργούσε διδακτικά, λείπει η κοινωνική συνείδηση που θα λειτουργούσε ενωτικά, λείπει η γνώση που θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στις προσπάθειες των διεφθαρμένων να εκμεταλλευτούν ανθρώπους προς όφελος δικό τους και των... δικών τους.
Είναι μεγάλη ευκολία να ρίχνουμε σήμερα συνολικά τα βάρη για την κατάστασή μας στους κακούς «ξένους». Αυτοί οι ίδιοι ήταν οι καλοί «ξένοι» που μέχρι πριν λίγο καιρό μας δάνειζαν για να περνάμε καλά. Βέβαια, εκείνοι μας δάνειζαν για να κάνουμε επενδύσεις, για να οργανώσουμε και να εκσυγχρονίσουμε το κράτος, για να προχωρήσουμε σε αναπτυξιακές κινήσεις. Πού να το φανταστούν ότι εμείς όλο αυτόν τον πακτωλό χρημάτων που εισέρρεε στη χώρα, τον μετατρέπαμε σε μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητα, σε μεγάλης έκτασης εξοχικά, σε παχυλούς λογαριασμούς σε ξένες τράπεζες, σε ταξιδάκια αναψυχής, σε σινιέ ρουχαλάκια...
Αν χρειαζόμαστε «βαρβάρους» για να αισθανθούμε καλύτερα, θα πρέπει να τους αναζητήσουμε ανάμεσά μας. Το «πας μη Έλλην βάρβαρος» δεν ισχύει στην περίπτωσή μας. Οι «βάρβαροι» βρίσκονται ανάμεσά μας κι όσο τους ανεχόμαστε και τους στηρίζουμε, θα συνεχίσουν να κάνουν αυτό που γνωρίζουν καλά: να κοιτάζουν την πάρτη τους αδιαφορώντας για τον πόνο, τη φτώχια, την κατάντια που δημιουργούν. Οι «ξένοι» μας δάνεισαν και τώρα κάνουν το πιο φυσιολογικό που θα μπορούσαν να κάνουν. Απλώς ζητούν πίσω τα λεφτά τους. Μήπως το ίδιο δε θα έκανε ο καθένας από εμάς;
Όσο για το κίνημα φιλελληνισμού που αναπτύσσεται και προβάλλεται κατά κόρον από κανάλια, σταθμούς, εφημερίδες ήταν αναμενόμενο. Όλοι αυτοί που δηλώνουν «είμαστε όλοι Έλληνες», μάλλον γνωρίζουν πόσοι Έλληνες κυκλοφορούν με πολυτελή porsche cayenne, BMW, Mercedes, σκάφη αναψυχής και δε συμμαζεύεται, χωρίς να πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν. Και ποιος δε θα ήθελε να είναι Έλληνας με τέτοιες πολυτέλειες!
Και μπορεί κάποιοι να φωνάζουν «give greece a chance» αλλά μάλλον το φωνάζουν προς τη λάθος κατεύθυνση. Ό,τι μας δώσουν οι ξένοι, θα το απαιτήσουν πίσω πολλαπλάσια. Εκείνοι που πλέον πρέπει «να δώσουν μια ευκαιρία στην Ελλάδα» είναι οι Έλληνες. Αυτοί όμως, συνεχίζουν να δίνουν ευκαιρίες σε εκείνους τους πολιτικούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Συνεχίζουν να εμπιστεύονται τον «παιδεραστή στο νηπιαγωγείο». Τέτοια διαστροφή!

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Α, τα Χριστούγεννα ήταν; Εμείς την Ανάσταση περιμένουμε!

Εδώ και λίγο καιρό, το ανήθικο, διεφθαρμένο και τραγικά ανίκανο πολιτικό κατεστημένο που δημιουργήσαμε με τη συμμετοχή μας, εκθρέψαμε με τη διαπλοκή μας και συντηρούμε με την αποχή μας έχει αποδυθεί σε ανελέητο αγώνα. Αγώνα για εντοπισμό του υπευθύνου για το χάλι μας το μαύρο. Και πριν ο κόκορας λαλήσει, τον εντόπισαν -όχι τον κόκορα. Τέτοια ταχύτητα! Τύφλα να έχουν ο Πουαρό, ο Σέρλοκ Χολμς και ο Μάρλοου μαζί. Και σαν άλλοι «29 κατασκευαστές πλυντηρίων» οι διεφθαρμένοι λαϊκιστές συμφωνούν: υπεύθυνο για όλα τα δεινά του ελληνικού έθνους -Πελοποννησιακός πόλεμος, Τουρκοκρατία, Κατοχή, Εμφύλιος, δικτατορία και πλέον χρεοκοπία- είναι το παιντί, δηλαδή ο Γιωργάκης. Τέτοια αντανακλαστικά!
Από το «μαζί τα φάγαμε» έχουν περάσει αιώνες. Τα κοράκια της εξουσίας κατάλαβαν ότι αυτό μόνο εχθρούς για εκείνους γεννούσε. Άλλωστε οι κοιλιές ορισμένων εραστών της εξουσίας είναι εμφανώς αδύνατον να συγκριθούν με εκείνες του μέσου Έλληνα. Οπότε τι να πουν; Ότι ναι μεν μαζί τα φάγαμε αλλά εσείς έχετε καλύτερο μεταβολισμό και δε σας πιάνεται αυτό που τρώτε;
Χρειάζονταν διαφορετική λύση. Κι ο κλήρος έπεσε στον Γιώργο -κι ο αθεόφοβος έδωσε πολλά δικαιώματα. Πολύ πρώτο! Προσέξτε συλλογιστική. Αφού διεφθαρμένοι πολιτικοί και παρατρεχάμενοι δημοσιογράφοι, κάθε παράταξης και μέσου, εντόπισαν το φταίχτη, μένει η πολιτική εξόντωση και περιθωριοποίηση του πρώην πρωθυπουργού κάτι που ελάχιστα ενδιαφέρει, γιατί μάλλον κανείς δεν έχει την αίσθηση ότι «θα χάσει η Βενετιά βελόνι». Ενδιαφέρει, όμως, ο σκοπός των ανίκανων. Το σχέδιο είναι απλό. Πρώτα μας πείθουν ότι ο Γιώργος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το χάλι μας το μαύρο. «Δεύτερα», τον αποκαθηλώνουν από πρωθυπουργό και μάλλον από ΠΑΣΟΚάρχη. «Τρίτα», προστρέχουν στους πολίτες με δάκρυα στα μάτια για άφεση αμαρτιών, δυστυχείς που δεν κατάλαβαν νωρίς τις προθέσεις εκείνου που μέχρι χθες έγλυφαν και στήριζαν. «Τέταρτα», απαλλαγμένοι από τα ανοσιουργήματα που εν αγνοία τους(!!!) τελέστηκαν σε βάρος της χώρας, ξαναζητούν τη στήριξή μας για να μη χάσουν τις θεσούλες τους και τα προνόμιά τους. Το «πέμπτα» ούτε θέλω να το σκέφτομαι...
...Αλλά το φοβάμαι, γιατί έχει να κάνει με τις επιλογές μας, δηλαδή τις επιλογές του λαού. Κι αυτός -παρά τα θρυλούμενα- τις τελευταίες δεκαετίες, δεν έχει να επιδείξει επιλογές που να εμπεριέχουν έστω ψήγματα λογικής. Η κατάσταση που βιώνουμε στους περισσοτέρους γεννά φόβο, απαισιοδοξία, ανασφάλεια και αβεβαιότητα για το μέλλον, συναισθήματα που καθιστούν παρείσακτη οποιαδήποτε λογική, η οποία και εγκαταλείπεται. Είναι αυτό ακριβώς που επιδιώκουν τα κοράκια της εξουσίας. Η εκμετάλλευση των τρομαγμένων είναι πια απλή υπόθεση. Οι διεφθαρμένοι ήδη επανακάμπτουν ως μεσσίες για εξασφάλιση της έμπρακτης στήριξης -παροχή ψήφου- ή της ανοχής -αποχή από τα κοινά- που θα τους επιτρέψει να συνεχίσουν να ελέγχουν την εξουσία και να προωθούν τα άνομα συμφέροντά τους σε βάρος όλων μας.
Κι όμως, λύση υπάρχει και δεν είναι άλλη από τη συμμετοχή, αρκεί αυτή να εμπεριέχει ίχνη λογικής. Είμαστε υπεύθυνοι για το οικοδόμημα της διαφθοράς και άρα υπεύθυνοι για την κατεδάφισή του. Το ξεσκαρτάρισμα δεν είναι τόσο δύσκολο όσο φαντάζει. Χρειάζεται απλώς να εντοπίσουμε τι ευνοεί τη διαφθορά. Και την ευνοούν πολλά. Ματαιοδοξία, έλλειψη ηθικής, παιδείας, κοινωνικής συνείδησης και κυρίως ελέγχου. Γρήγορη εξέταση των δεδομένων δείχνει ότι η μακρόχρονη παραμονή συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων στην εξουσία διευκόλυνε τη διαπλοκή τους με το οικονομικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο. Η συγκεκριμένη κατάσταση δημιούργησε συμμαχίες ενάντια στο λαό οδηγώντας ένα μεγάλο τμήμα του στην ανέχεια, το περιθώριο και τη χώρα στη χρεοκοπία.
Κι εδώ μπαίνουμε εμείς, δηλαδή ο λαός. Μία στάση -όχι λύση- είναι να συνεχίσουμε να υπομένουμε την αθλιότητα ως κομπάρσοι στηρίζοντας ανίκανους πολιτικούς βουτηγμένους στη διαφθορά. Η λύση είναι να διεκδικήσουμε ρόλο πρωταγωνιστικό σπάζοντας την αλυσίδα διαιώνισης της διαφθοράς. Πώς θα γίνει αυτό; Μα με την επιλογή καινούριων προσώπων. Σε κανέναν από εκείνους που στήριξαν υπάρχουσες πολιτικές δεν πρέπει να δοθεί ψήφος και άρα ευκαιρία για επανεκλογή. Κι αυτό ανεξάρτητα από το κόμμα που θα στηρίξει κάποιος. Άλλωστε κανένα κόμμα δε διαθέτει λύση τη δεδομένη στιγμή. Σε κανέναν από τους νυν και πρώην πολιτικούς δεν πρέπει να δοθεί ψήφος. Είναι καιρός να πάνε στα σπίτια τους -για φυλακή δεν το βλέπω- και να μας αφήσουν ήσυχους. Στο εξής, σε κανέναν πολιτικό δεν πρέπει να δοθεί ψήφος για δεύτερη θητεία, σε κανέναν να μην επιτρέψουμε να κάνει επάγγελμα την πολιτική.
Αν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση ανανεώνουμε τα πολιτικά πρόσωπα, τους αφαιρούμε τη δυνατότητα να ταμπουρώνονται στην εξουσία και να διαπλέκονται με οικονομικά και δημοσιογραφικά συμφέροντα. Το φαινόμενο των αιώνιων βουλευτών και υπουργών είναι καιρός να σταματήσει. Και μόνο εμείς μπορούμε να στήσουμε τα αναχώματα που απαιτούνται. Αν περιμένουμε βελτίωση κάνοντας απλώς ευχές, δε θα τη δούμε ποτέ. Άλλωστε τις μέρες που πέρασαν δεν ανταλλάξαμε και λίγες. Ναι αλλά και ο νέος Χρόνος μας βρήκε στα ίδια ενώ τα χειρότερα έπονται. Η Ανάσταση δεν πρόκειται να έλθει αν δεν την προκαλέσουμε με τις επιλογές μας.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Τα δώρα της συμφοράς

Το ερώτημα μοιάζει μαζικά υπαρξιακό. «Τι να του πάρω πάλι; Κάθε χρόνο τα ίδια. Ποιος ψάχνει τώρα»; Απασχολεί μπαμπάδες, μαμάδες, νονούς, κουμπάρους, μπατζανάκηδες, συννυφάδες παππούδες και γιαγιάδες αυτές τις μέρες. Το δώρο στο παιδί, το ανίψι, το βαφτιστήρι, το δεν ξέρω κι εγώ ποιο, συχνά αποτελεί εφιάλτη. Στο ερώτημα υπάρχει πλέον μια απάντηση ικανή να διευκολύνει αρκετά: «Δεν ξέρω τι θα του πάρεις τελικά αλλά σε καμιά περίπτωση μην του πάρεις οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή. Ιδίως αν το παιδί -αποδέκτης- είναι κάτω των δεκαπέντε, αγόρασέ του μια τέτοια μόνο αν το μισείς φρικτά και θέλεις να το καταστήσεις πνευματικά ανάπηρο για πάντα και να το σπρώξεις στην κοιλάδα της ηλιθιότητας από όπου δε θα καταφέρει να ξεμυτίσει ποτέ των ποτών»!
Μέχρι τώρα η γενιά μου θαύμαζε τους μπόμπιρες που έκαναν τα μαγικά τους μπροστά σε οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή. Παιχνιδομηχανές φορητές ή μη, υπολογιστές, κινητά και άλλα ψηφιακά καλούδια αποτελούσαν... παιχνιδάκι για τους πιτσιρικάδες. Χρειάζονται ελάχιστα δευτερόλεπτα για να κατανοήσουν τον τρόπο λειτουργίας τους, μερικά λεπτά για να ανακαλύψουν τις δυνατότητές τους και λίγες ώρες για να βαρεθούν όσα διαθέτουν απαιτώντας τα επόμενης γενιάς κατασκευάσματα. Οι περισσότεροι είχαμε την αίσθηση ότι η άνεση των παιδιών απέναντι σε καθετί ψηφιακό αποτελούσε ένδειξη αλλά και άσκηση ευφυΐας. Τα φτύναμε για να μην τα ματιάσουμε και κάποτε τα προτρέπαμε στη συγκεκριμένη ενασχόληση.
Υπήρξαμε αδαείς. Πλέον νευροεπιστήμονες, παιδαγωγοί, ψυχολόγοι μας κάνουν την καρδιά περιβόλι με πορίσματα τελευταίας εσοδείας. Ναι -λένε οι ειδικοί- τα παιδιά μαθαίνουν να εστιάζουν σε πολλά ταυτόχρονα χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες τεχνολογίες, έρχονται σε επαφή με αμέτρητες πληροφορίες, τις οποίες όμως δεν επεξεργάζονται και άρα δεν κατανοούν, αποκτούν εκατοντάδες εικονικούς φίλους συζητώντας μαζί τους κάθε ανοησία, έρχονται σε επαφή με αμέτρητες εικόνες αλλά στην πραγματική ζωή τους τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στο σχολείο τους, στις εξετάσεις τους, αύριο στη δουλειά τους θα τους ζητούν να εστιάσουν σε ένα αντικείμενο και αυτά θα έχουν ανημπόρια, θα πρέπει να αφομοιώνουν και να διαχειρίζονται γνώσεις και κάθε είδους δεδομένα, θα χρειαστούν πραγματικούς φίλους και βέβαια κανείς δε θα τους ζητήσει να... ζωγραφίσουν την άποψή τους, τα επιχειρήματα, τις προτάσεις, τις επιλογές τους. Θα τους ζητήσουν, όμως, να εκφραστούν με γραπτό ή προφορικό λόγο κι αυτά δε θα ξέρουν την τύφλα τους τη μαύρη.
Εντάξει, δεν το διατυπώνουν έτσι ακριβώς οι ειδικοί αλλά οι λόγιες λέξεις που χρησιμοποιούν εκείνοι δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου. Οι ειδικοί μάλιστα, το πάνε πολύ πιο μακριά και διαπιστώνουν ότι οι σύγχρονες τεχνολογίες -υπολογιστές, διαδραστικοί πίνακες- είναι εξίσου καταστροφικές και στην εκπαίδευση. Κι όμως, ναι! Τη στιγμή που κάποιοι φωστήρες πολιτικοί μιας καταχρεωμένης χώρας ξοδεύουν εκατομμύρια σε net book για μαθητές και σε διαδραστικούς πίνακες, εκείνοι που γνωρίζουν τις επιπτώσεις των ψηφιακών τεχνολογιών, δηλαδή εκείνοι που τις δημιουργούν, στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία που δεν τις αξιοποιούν! Πρόκειται για τα σχολεία της Silicon Valley, όπου φοιτούν τα παιδιά των εργαζομένων σε εταιρείες, όπως η Google, η Apple και η Yahoo. Ε λοιπόν, όσο τρελό κι αν δείχνει είναι πραγματικότητα. Στα συγκεκριμένα σχολεία τα μόνα αποδεκτά εργαλεία μάθησης είναι το χαρτί, το μολύβι και το παραδοσιακό βιβλίο κι αυτό όχι σε ψηφιακή μορφή! Οι εκπαιδευτικοί αυτών των σχολείων συστήνουν να αποφεύγεται η χρήση των τεχνολογιών και στο σπίτι και οι γονείς -γκουρού της ψηφιακής τεχνολογίας- το αποδέχονται.
Λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με μια ανατροπή. Παρόλα αυτά ορισμένοι θα προχωρήσουν και φέτος σε επιλογές δώρων πιο συφοριασμένων κι από την ίδια τη συμφορά. Η αλλαγή, έτσι κι αλλιώς, είναι δύσκολο πράγμα. Για τους γονείς οι σύγχρονες τεχνολογίες είναι συνώνυμες της ηρεμίας. Τα παιδιά αποβλακώνονται για ώρες σε αυτές προσφέροντας αντίστοιχες ώρες ησυχίας και χαλάρωσης στη μαμά και τον μπαμπά. Για όλους είναι πολύ δύσκολο να σκεφτούν λίγο μακροπρόθεσμα. Όταν, βέβαια, θα βλέπουν το παιδί να μην καταφέρνει να συγκεντρωθεί σε ένα βιβλίο, μια άσκηση, μια εργασία ή να αδυνατεί να κατανοήσει ακόμα και ένα απλό κείμενο λίγων γραμμών και να διατυπώσει με τρόπο κατανοητό μια ολοκληρωμένη πρόταση, θα είναι πολύ αργά για να διορθωθεί το παραμικρό.
Κάποιοι τώρα θα βρεθούν και θα πουν: Καλά μας είπες τι να μην πάρουμε, δε μας λες και τι να πάρουμε; Αυτό εξαρτάται από το στόχο. Αν δε μισείτε ιδιαίτερα το παιδί στο οποίο πρέπει να δωρίσετε κάτι και ο στόχος είναι να το βοηθήσετε να αποκτήσει ένα καλό μυαλό, τότε ακολουθείστε τις συμβουλές των ειδικών που ισχυρίζονται ότι στη δημιουργία ενός καλού μυαλού συμβάλλουν πρωτίστως η ανάγνωση και ο προφορικός λόγος. Οπότε μια καλή λύση θα ήταν να αρχίσουμε να χαρίζουμε και βιβλία στα παιδιά και μετά να τα συζητάμε μαζί τους. Έτσι είναι απίθανο να χάσουμε οτιδήποτε. Οι μόνοι που θα χάσουν είναι όσοι κατασκευάζουν ή προωθούν τις σύγχρονες τεχνολογίες αποκομίζοντας δυσθεώρητα κέρδη. Ναι, αλλά είπαμε ότι αυτοί στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία που αξιοποιούν παραδοσιακές μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης, κρατώντας τα μακριά από κινδύνους, τους οποίους οι ίδιοι γνωρίζουν πολύ καλά!

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Αυτή η κρίση δεν είναι δική μας...

Όταν ξεκινούσε το πανηγύρι της κρίσης και του μνημονίου είχε διαφανεί ότι κανένας δεν είχε διάθεση να «σηκώσει τα μανίκια», να αναλάβει τις ευθύνες του και να στρωθεί στη δουλειά. Εξαίρεση ο νυν πρωθυπουργός που τα σήκωνε πρωταγωνιστώντας σε τηλεοπτικό προεκλογικό σποτάκι από εκείνα που μας προετοιμάζουν για όσα ... δεν πρόκειται καμιά φορά να δούμε στην πραγματικότητα. Άλλωστε κι αυτός στη διαφήμιση έμεινε! Εκτός κι αν κάποιος πιστεύει ότι το να οδηγείς μια χώρα στη χρεοκοπία προϋποθέτει ανασκούμπωμα.
Αν ήμασταν βιολιστές, η Vanessa Mae θα είχε πλαντάξει από τη ζήλια της, ο κόσμος της μουσικής θα τα είχε ακούσει όλα από εμάς, αφού αρκετούς μήνες μετά συνεχίζουμε το βιολί μας. Παρακολουθούμε τη χώρα να οδηγείται στην καταστροφή, όπως ακριβώς παρακολουθήσαμε, στο παρελθόν, τα εξευτελιστικά «ριάλιτι» και, τώρα τα τουρκικά σήριαλ που έχουν γίνει ανάρπαστα μεταξύ των αθεράπευτα ηλιθίων. Χωρίς, δηλαδή, να κάνουμε τίποτα. Βλέπουμε την κατάσταση να φτάνει στο απροχώρητο και δε μας νοιάζει. Λες και πρόκειται για χώρα αλλουνού. Την ίδια στιγμή, βέβαια, όπου κι αν κοιτάξουμε, βλέπουμε αγανακτισμένους. Αλλά αγανακτισμένους με τους άλλους. Αγανακτισμένο με τον εαυτό του δεν έχω συναντήσει ακόμα. Ούτε έχω δει κάποιον έστω διατεθειμένο να αγανακτήσει με τον εαυτό του.
Κι ενώ οι ξένοι μάς κουρεύουν χωρίς να μας ρωτήσουν έστω πώς, εμείς το μόνο που κάνουμε είναι να επιδιδόμαστε στο διαχρονικό εθνικό σπορ μας. Δηλαδή, να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω περιμένοντας από τους υπολοίπους να σώσουν την κατάσταση αλλά κι εμάς. Μπορεί να συμβαίνει αυτό, γιατί οι άλλοι, για κάποιο αδιόρατο λόγο, μας χρωστούν χάρη, επειδή απλώς υπάρχουμε και αναπνέουμε δίπλα τους. Μεγάλη η χάρη μας. Κι αν συνεχιστεί αυτή η αφασία, οι άλλοι θα μας κάνουν γουλί με συνοπτικές διαδικασίες. Και καλά να πάθουμε.
Οποιοσδήποτε σώφρων άνθρωπος προσπαθούσε να καταλάβει -παρακολουθώντας τις αντιδράσεις της βλαμμένης ελληνικής γνώμης- τι έφταιξε και οδηγηθήκαμε κατά διαόλου, θα πάθαινε ό,τι κι ο Τζακ Νίκολσον στη «Φωλιά του Κούκου». Λογικός θα ξεκινούσε, «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» θα κατάληγε. Γιατί σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της -απολύτως αποχαυνωμένης- κοινής γνώμης, για την κρίση της Ελλάδας δε φταίει κανείς! Τουλάχιστον αρχικά ο ένας προσπαθούσε να ρίξει τα βάρη στους άλλους, σήμερα πλέον ο καθένας απλώς προσπαθεί να σώσει το τομάρι του αποποιούμενος κάθε ευθύνη.
Για την κρίση, τη χρεοκοπία, την πτώχευση της χώρας μας, λοιπόν, δε φταίνε ούτε οι αργόμισθοι ούτε οι πρόωρα ή παράνομα συνταξιοδοτημένοι ούτε οι συνδικαλιστές ούτε οι μιζαδόροι ούτε εκείνοι που δεν αποδίδουν ΦΠΑ ούτε όσοι παίρνουν ευφάνταστης γελοιότητας και ονομασίας επιδόματα ούτε οι φαρμακοποιοί ούτε οι γιατροί ούτε οι πολιτικοί ούτε οι δημοσιογράφοι ούτε οι αγρότες ούτε οι υπάλληλοι της ΔΕΗ και σίγουρα ούτε εκείνοι του ΟΣΕ... Οπότε πού οδηγούμαστε; Μα πού αλλού; Στην απόλυτη καταστροφή.
Αλλά και στην απόλυτη πρωτοτυπία. Φαίνεται ότι η κρίση η δικιά μας δεν είναι σαν των άλλων. Η κρίση άλλων κοινωνιών έχει όνομα, αιτία και γι αυτό ίσως κάποια στιγμή και λύση. Η δική μας είναι κρίση αυτοφυής. Κανείς δεν ξέρει από πού προήλθε, κανείς δεν την είδε να έρχεται κανείς δεν την ένιωσε να στρογγυλοκάθεται και κυρίως κανείς δε γνωρίζει αν, πότε και πώς θα μας εγκαταλείψει. Όποιος ακούει να γίνεται αναφορά στις ευθύνες της δικής του συντεχνίας, έχει έτοιμη τη βλακώδη απάντηση: «Μα εμείς φταίμε; Εμείς μόνο τόσα εκατομμύρια επιβαρύνουμε τον κρατικό προϋπολογισμό»! Κανένας, βέβαια, από όλους αυτούς τους «εμείς» δε διαθέτει τη νοητική ικανότητα να σκεφτεί σφαιρικά και να καταλήξει στο απλοϊκό συμπέρασμα ότι η χρεοκοπία μας υπήρξε το άθροισμα του «εμείς» + «εμείς» + «εμείς» + «ανίκανοι και διεφθαρμένοι πολιτικοί».
Και τώρα κάποιοι νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να είναι αγανακτισμένοι, να απεργούν, να κατεβαίνουν στους δρόμους, να αδιαφορούν για τις υποχρεώσεις τους, να φωνάζουν ενάντια σε ... ποιον; Αλήθεια, όλοι αυτοί που σήμερα αγανακτούν, πού βρίσκονταν τόσο καιρό; Πού βρίσκονταν στις προηγούμενες εκλογές, πού βρίσκονταν στις προ προηγούμενες; Γιατί, αν δεν παραβρέθηκαν σ’ αυτές, σήμερα δε θα έπρεπε να έχουν μούτρα ούτε για αγανάκτηση ούτε για διεκδικήσεις. Κι αν τελικά παραβρέθηκαν, τι ψήφισαν; Μήπως τον «μπάρμπα» που θα διόριζε τους ίδιους, τα παιδιά και τα εγγόνια τους σε κάποια θεσούλα του δημοσίου χωρίς ευθύνες αλλά με σίγουρα λεφτά; Ή μήπως εκείνον που τους έταζε κι άλλους λαγούς με πετραχήλια;
Την αφασία πολλοί αγάπησαν, τα αποτελέσματά της όμως ουδείς. Κι εδώ που φτάσαμε δε φτάσαμε ούτε εξαιτίας της σοβαρότητας ούτε της οργάνωσης ούτε του μέτρου. Εξαιτίας της αφασίας φτάσαμε και της ανευθυνότητας και της άκρατης τεμπελιάς. Και τώρα που τα βλέπουμε και τρώμε τα αποτελέσματα στα μούτρα, δε μας αρέσει. Τώρα προσπαθούμε να ανακαλύψουμε συνωμοσίες. Λες κι άμα καταλάβουμε τι και πώς έγινε, αυτό θα ξεγίνει κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Σύμφωνα με το Νόμο του Μέρφυ «αν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει» κι εμείς κάνουμε τα πάντα για να τον επιβεβαιώσουμε. Ίσως επειδή η πλειονότητα των ηλιθίων που μας περιβάλλει θεωρεί ότι ό,τι ήταν να πάει στραβά, πήγε. Αλλά δεν είναι έτσι. Το πράγμα έχει περιθώρια να στραβώσει κι άλλο. Και μπορεί μέχρι στιγμής απλώς να πήγαμε για μαλλί και να βγήκαμε κουρεμένοι αλλά υπάρχει μεγάλη πιθανότητα τώρα που μας πήραν το μαλλί να μας πάρουν και τα σώβρακα.

Ο κ. Ζάχος συμβουλεύει:
Φύλαγε τα σώβρακά σου, για να έχεις τα μισά.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

Κλείστε το το ρημάδι…

Ε, λοιπόν, η μόνη λύση είναι να κλείσει το κράτος! Και δεν είναι ότι με έπιασε ανάγκη δημοσιοποίησης των αναρχικών ιδεωδών μου! Ούτε κρίση αναρχίας (όπως λέμε ηλικίας) με έπιασε έτσι στα ξεκούδουνα. Πόνος βαρύς και ασήκωτος με έπιασε από τις απανωτές «λυπητερές» που πληρώνουμε. Γιατί, όπως και να το κάνουμε από το «λεφτά υπάρχουν», με το οποίο ξεκινήσαμε, μέχρι το «δώστε και σώστε, γιατί χανόμαστε», στο οποίο φτάσαμε, υπάρχει μια μικρή διαφορά! Και άντε να δίναμε με μια προοπτική αλλά να δίνουμε απλώς για να ξαναδώσουμε, χωρίς να βλέπουμε έστω μια κίνηση καλής θέλησης, πάει πάρα πολύ. Εμείς να πληρώνουμε και οι άλλοι αντί να περιορίζουν το άχρηστο κράτος, να συνεχίζουν να διορίζουν με ξένα κόλλυβα; Αμαρτία!
Δηλαδή, τι πρέπει να κάνουμε; Κάποιος θα μπορούσε να πει: «η λύση είναι να δουλέψεις περισσότερο, γομάρι»! Εντάξει να δουλέψω περισσότερο αλλά πού να βρω τον παραπάνω χρόνο γι αυτό; Όσο κι αν το τανάω το ρημάδι το εικοσιτετράωρο, δε λέει να μεγαλώσει. Μετρημένες ώρες, συγκεκριμένα και απαραβίαστα λεπτά και δευτερόλεπτα. Τζίφος. «Να κάνεις μεγαλύτερη οικονομία», θα έλεγε άλλος, αλλά όταν δουλεύω από το πρωί μέχρι το βράδυ, πού χρόνος για σπατάλες; Ακόμα και ο Σκρουτζ θα ζήλευε την οικονομία που κάνουμε και θα κότσαρε φωτογραφία μας πάνω από το κρεβατάκι του και θα μας άναβε καντήλι κάθε βράδυ, αν δεν τσιγκουνευόταν το λάδι.
Κάθομαι και σκέφτομαι πού πάνε όλα αυτά τα λεφτά που πληρώνω. Και η μόνιμη απάντηση είναι ότι όλες αυτές οι εισφορές, πάγιες και έκτακτες, δεν πηγαίνουν παρά στον προσωπικό νταβατζή μας, δηλαδή στο κράτος. Ωραία, και τι τα κάνει ο νταβατζής αυτά τα ωραία και λαχταριστά χρήματα; Τα διαθέτει για να βελτιώσει τη ζωή μας, την καθημερινότητά μας βάζοντάς τη σε τάξη περιορίζοντας το άγχος που όπου να ’ναι θα μας ξεκάνει όλους και θα κοιτάμε ομαδικά τα ραπανάκια ανάποδα;
Τίποτα από αυτά! Τα ωραία και λαχταριστά λεφτουδάκια μας πάνε στην αυτοσυντήρηση του νταβατζή. Για όσους δεν αμείβονται από αυτόν (τον νταβατζή) δε μένει ούτε φράγκο ή μάλλον ευρώ. Οπότε η λύση είναι μία και μοναδική κι όσο δεν προωθείται, ούτε άσπρη ούτε κόκκινη ούτε γαλάζια μέρα πρόκειται να δούμε. Πίσσα σκοτάδι και έρεβος θα αντικρίζουμε στο λίγο καιρό που μας απομένει. Ναι «λίγο», γιατί αν συνεχίσουμε με τους ίδιους ρυθμούς Μπιάφρα θα καταντήσουμε και θα τριγυρνάμε σκελετωμένοι από την πείνα με τουμπανισμένα στομάχια από την αφαγία.
Και λύση άλλη δεν υπάρχει από το να κλείσει το κράτος. Κι αυτό δεν είναι μεταφορικό αλλά κυριολεκτικό. Γιατί, άμα κλείσει, δε θα χρειάζεται να το πληρώνουμε κι αυτό είναι πολύ καλό για όλους πλην εκείνων που είναι το … κράτος. Κακό, όσο κι αν ψάχνω, δεν εντοπίζω. Δηλαδή, και τώρα που υπάρχει το κράτος το καταλαβαίνουμε; Μόνο όταν καλούμαστε να πληρώσουμε το καταλαβαίνουμε και μάλλον δε θα πειράξει κανέναν να πάψει να το καταλαβαίνει αυτό.
Βλέπουμε άλλους λαούς και λιγουρευόμαστε την οργάνωση, την ποιότητα της ζωής, το βιοτικό επίπεδο και κυρίως την ηρεμία τους. Ξέρουν τι τους ξημερώνει, βρε παιδί μου, ενώ εμείς… Ούτε ο Χορταρέας ούτε ο Τζόσουα ούτε η Παγιατάκη μπορούν να μας πουν τι μας ξημερώνει, που διαθέτουν κι ένα κληρονομικό χάρισμα ενόρασης.
Κι εμάς, τι μας προσφέρει εμάς το κράτος; Εκπαίδευση, ανθρώπινη περίθαλψη, αίσθηση ασφάλειας, λύση στα προβλήματά μας; Όχι βέβαια! Δηλαδή, τι πρόκειται να πάθουμε αν πουληθεί ο ΟΣΕ, η ΔΕΗ, η ΕΡΤ, ο ΟΠΑΠ, ο ΟΛΠ και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο πληρώνουμε; Πάθαμε κάτι από τη στιγμή που πουλήθηκε η Ολυμπιακή; Μήπως δεν καταφέραμε να επιβιώσουμε χωρίς εθνικό αερομεταφορέα; Τα καταφέραμε και μάλιστα με άνεση. Ε, έτσι θα τα καταφέρουμε και χωρίς εθνικό τρενομεταφορέα και χωρίς εθνικό ηλεκτροδιανομέα και χωρίς εθνική ραδιοτηλεόραση και χωρίς όλους εκείνους τους υπαλλήλους που αγνοούν και οι ίδιοι ποια είναι η δουλειά τους, χωρίς όλες εκείνες τις υπηρεσίες που αν βρίσκονταν στα χέρια ιδιωτών θα κόστιζαν λιγότερο κι από τα μισά από όσα κοστίζουν σήμερα.
Όμως, από πού θα πρέπει να αρχίσει το ξεσκαρτάρισμα, ώστε να αποφευχθούν αντιδράσεις; Μα από εκεί από όπου ξεκινάει το κακό. Από εκείνους που σέρνουν το χορό οδηγώντας μας σε τέλος πιο τραγικό κι από το χορό του Ζαλόγγου. Από τους βουλευτές και τους πολιτικούς εν γένει. Δηλαδή, τι τους χρειαζόμαστε τριακόσιους βουλευτές; Τα είδαμε τα χαΐρια μας. Άλλωστε όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει. Κι αν ήταν λιγότεροι θα παθαίναμε περισσότερα; Αν ήταν εκατό, θα πείραζε κανέναν άλλον πέρα από εκείνους που δε θα εκλέγονταν; Ίσα ίσα, λιγότεροι βουλευτές θα σήμαινε λιγότεροι σύμβουλοι, λιγότεροι βοηθοί, λιγότερα γραφεία, ρουσφέτια και ασύστολοι διορισμοί, λιγότεροι υπάλληλοι της Βουλής, λιγότεροι που να θέλουν να γίνουν υπουργοί, λιγότερα βουλευτικά αυτοκίνητα και κινητά και ακίνητα και κυρίως λιγότερα έξοδα για ντομάτες που προορίζονται για τα μούτρα βουλευτών… Οπότε;
Οπότε για να μην πάθουμε σύνδρομο στέρησης στο ξαφνικό, ας αρχίσουμε από ήπιες κινήσεις. Άντε να το κρατήσουμε ανοιχτό (το κράτος) για λίγο ακόμα αλλά ας το περιορίσουμε στο μισό και παραπάνω, γιατί ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ ΑΛΛΟ και κυρίως γιατί όσο δεν το κάνουμε μόνοι μας, θα έρθουν οι ξένοι δανειστές μας και θα μας το κλείσουν το ρημάδι με συνοπτικές διαδικασίες. Να ησυχάσουμε κι εμείς κι αυτοί!