Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Αγώνας για ανοιχτά μυαλά

Άλλη μια πολυαναμενόμενη «επανάσταση» έμεινε στα χαρτιά ή, καλύτερα, στα μυαλά όσων αρνούνται πεισματικά να ξεφύγουν από την εποχή των Παγετώνων. Ούτε η εκπαιδευτική κοινότητα κατάφερε να σηκώσει το βάρος μιας επαναστατικής κίνησης που θα έριχνε την κυβέρνηση, θα έδιωχνε την τρόικα και τα επονείδιστα Μνημόνια. Επανάσταση ακούμε και επανάσταση δε βλέπουμε. Και καλά εμείς να περιμένουμε υπομονετικά την επόμενη αναγγελία επικείμενης επανάστασης. Τι γίνεται, όμως, με τους εμπνευστές και αγγελιαφόρους της; Μήπως κινδυνεύουν να πέσουν σε βαριάς μορφής κατάθλιψη βλέποντας τις ελπίδες τους για επανάσταση να διαψεύδονται η μια μετά την άλλη; Ή μήπως πρέπει επιτέλους να επαναπροσδιορίσουν τον όρο, μπας και δουν άσπρη μέρα; 
Δε λέω, ωραίες ήταν και οι εποχές που οι μάζες έπιαναν τις πέτρες, τα ακόντια, τα γιαταγάνια ή τα καριοφίλια και επαναστατούσαν απέναντι στον τύραννο. Ωραίες αλλά μακρινές και... βάρβαρες, βρε παιδί μου. Η σημερινή δημοκρατία προσφέρεται για επαναστάσεις αλλά για επαναστάσεις διαφορετικές. Πώς να το πω; Πιο εξευγενισμένες. Σε δημοκρατικές κοινωνίες οι λαοί διαθέτουν άλλα όπλα. Έχουν τις εκλογές. Εκεί οι πολίτες μπορούν να συμμετέχουν μαζικά, να εκφράζουν την άποψή τους και να κάνουν τις επιλογές τους. Μέσω της κάλπης μπορούν να στέλνουν στα σπίτια τους υποκριτές, ανίκανους και κλέφτες ενώ στο Κοινοβούλιο ειλικρινείς και άξιους. Το βρίσκω πιο ποιοτικό. Σίγουρα λιγότερο κοπιαστικό και απαιτητικό. Για να το κάνει κάποιος αυτό, δε χρειάζεται να διαθέτει τρομερές αντοχές για να τρέχει σε δρόμους ή κορφοβούνια ούτε να είναι άσος στο σημάδι. Ακόμα κι αν δυσκολεύεται να εντοπίσει την τρύπα της κάλπης, θα βρεθεί κάποιος καλός άνθρωπος της εφορευτικής επιτροπής και θα τον βοηθήσει. Ενώ στο παρελθόν τι θα έκανε; Θα έλεγε στο διπλανό του: πάρε και τη δική μου σφεντόνα και κοπάνα τον εχθρό στο «δόξα πατρί», γιατί εγώ βαράω στο γάμο του καραγκιόζη; Με βεβαιότητα, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σήμερα. Η μόνη προϋπόθεση για να σταθεί κανείς σωστά απέναντι στην κάλπη είναι να διαθέτει παιδεία. Εύκολο. Προϋποθέτει μόνο ανοιχτά σχολεία και ανοιχτόμυαλους δασκάλους. 
Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Παλιά οι δούλοι, οι λαοί, οι εργάτες εγκατέλειπαν τη δουλειά και κατέβαιναν στους δρόμους. Αυτό έκαναν. Έκαναν πάρα πολύ καλά. Οι εργαζόμενοι, για παράδειγμα, έβλεπαν τον εργοστασιάρχη να τα κονομάει τρελά ενώ σ’ αυτούς μοίραζε ψίχουλα και τους φερόταν και σαν ζώα. Απεργούσαν και αυτό ήταν πραγματική πίεση. Με κλειστό το εργοστάσιο, ο εργοστασιάρχης σταματούσε να τα κονομάει τρελά. Αναγκαζόταν να περιορίσει λίγο τα κέρδη του, δίνοντας περισσότερα στους εργαζομένους. Δεν είχε άλλη λύση. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Σήμερα, ο εργοστασιάρχης έχει εναλλακτικές. Αν θεωρεί ότι οι εργαζόμενοι είναι αχάριστοι, «παίρνει» το εργοστάσιο, π.χ. από την Ελλάδα, και το πάει στην Κίνα ή όπου αλλού τον περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες. Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα παύουν να είναι εργαζόμενοι (είναι πλέον άνεργοι) ενώ ο εργοστασιάρχης συνεχίζει να τα κονομάει ακόμα πιο τρελά δίνοντας λιγότερα ψίχουλα σε εργαζομένους άλλης εθνικότητας. 
Από την άλλη, και οι μαζικές πορείες ή συγκεντρώσεις είχαν μια λογική στο παρελθόν. Με ελάχιστες δυνατότητες ενημέρωσης της κοινής γνώμης, όσοι διεκδικούσαν οτιδήποτε δεν είχαν άλλους τρόπους. Κατέβαιναν στους δρόμους, φώναζαν συνθήματα, μοίραζαν και μερικά φέιγ βολάν κι εντάξει. Οι υπόλοιποι ενημερώνονταν για τα αιτήματά τους και ή τους συμπαραστέκονταν (σε περιπτώσεις δίκαιων αιτημάτων) ή τους έγραφαν κανονικά (σε περίπτωση ανόητων απαιτήσεων). Σήμερα, γνωρίζουμε τι διεκδικεί ο καθένας, πριν ακόμα βγει να το διαλαλήσει. Γνωρίζουμε ποιος νιώθει αδικημένος, ποιος καταπιεσμένος, ποιος προδομένος και το μαθαίνουμε εύκολα, γρήγορα, άμεσα και από πολλές πηγές. Γιατί, λοιπόν, να κατέβει κανείς στους δρόμους και να ξελαρυγγιάζεται; Μήπως τα συνθήματα βοηθούν την κοινή γνώμη να κατανοεί καλύτερα τα αιτήματα; Όχι! Χώρια που όλη αυτή η ανακατωσούρα προκαλεί εκνευρισμό στους υπολοίπους και αρνητική διάθεση απέναντι στις συμπαθείς (πάντα) τάξεις των διεκδικητών. 
Οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να καλοβλέπουν χώρες που επιτρέπουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων όσοι αγώνες κι αν γίνουν. Το κεφάλαιο θα συνεχίσει να κινείται προς τους φορολογικούς παραδείσους όσο κι αν διεκδικούμε δίκαιη κατανομή του πλούτου. Οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί θα αναλώνονται στην προσπάθεια βελτίωσης της κατάστασης μέσω της υποβάθμισης των συνθηκών του αναπτυγμένου κόσμου σε συνθήκες αναπτυσσόμενου. Αν πρέπει να αγωνιστούμε για κάτι σήμερα -σίγουρα πρέπει- είναι για την επιβολή δημοκρατικών κανόνων σε όσες χώρες επιθυμούν να συμμετέχουν στην παγκόσμια αγορά. Οι υπόλοιπες ας μείνουν στο περιθώριο. Κι αν οι κυβερνήσεις δεν είναι έτοιμες για κάτι τέτοιο, ίσως μπορούμε εμείς ως καταναλωτές! 
Και βέβαια, ο συγκεκριμένος αγώνας δεν μπορεί να στηριχτεί σε ξεπερασμένες εθνικές πρακτικές. Η παγκοσμιοποίηση απαιτεί παγκοσμιοποιημένες δράσεις και αυτό προϋποθέτει διαφορετική παιδεία. Παιδεία που θα βοηθήσει κυρίως τους νέους να καταλάβουν τις αρχές λειτουργίας της νέας πραγματικότητας. Και τότε θα μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν και να τη βελτιώσουν με δημοκρατικές διαδικασίες. 
Κι αυτό είπαμε, προϋποθέτει ανοιχτά σχολεία και κυρίως ανοιχτά μυαλά από εκείνους που έχουν αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς. Αν κάποιος αγώνας αξίζει σήμερα, είναι ο αγώνας για δημιουργία ανοιχτών μυαλών. Ίσως έτσι να ζήσουμε την επανάσταση που κάποιοι οραματίζονται. Και την οραματίζονται μέσα από συντηρητικής κοπής αγώνες. Γι αυτό και διαψεύδονται επανειλημμένα.

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Η τεχνολογία δε σκοτώνει τη δημιουργικότητα (αυτό το κάνει η ανοησία)

Σε κόμιξ, μερικές δεκαετίες πριν, οι Σκρουτζ, Ντόναλντ και ανιψάκια βρίσκονται σε άγνωστο πλανήτη. Στόχος να κρύψουν το πολύτιμο περιεχόμενο του θησαυροφυλακίου του Σκρουτζ σώζοντάς το από τις αρπακτικές διαθέσεις των Λύκων. Εκεί συναντούν πλάσματα που βρίσκονται τεχνολογικά έτη φωτός μπροστά σε σύγκριση με τους κατοίκους της Λιμνούπολης. Η ζωή τους όμως, γεμάτη ανέσεις, απαλλαγμένη από ρουτινιάρικες, βαρετές και καθόλου δημιουργικές γήινες ασχολίες, δεν τους κάνει ευτυχισμένους. Έχει καταλήξει αφόρητα ανιαρή, τα πάντα ρυθμίζονται από μηχανές υψηλής τεχνητής νοημοσύνης, τα βιολογικά χαρακτηριστικά τους έχουν αλλοιωθεί. Η κάτοικοι του πλανήτη διαθέτουν μικροσκοπικά και ατροφικά κάτω άκρα, αφού τη μετακίνησή τους έχουν αναλάβει ιπτάμενα οχήματα...
            Πολύ πριν την εφεύρεση του Διαδικτύου, των κινητών, των κάθε είδους αυτοματισμών που κυριαρχούν σήμερα, ένα παιδικό κόμιξ έθετε εξαιρετικά προχωρημένους προβληματισμούς. Η τεχνολογία μπορεί να κάνει τους ανθρώπους ή έστω τα παπιά πιο ευτυχισμένους; Διευρύνει ή περιορίζει τους δημιουργικούς ορίζοντες της ανθρωπότητας; Η απόκτηση μιας ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής που ήρθε να αντικαταστήσει την παλιά αναλογική -η κακομοίρα είχε φάει πλέον τα ψωμιά της παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να την κρατήσω στη ζωή- επανέφερε την ανάμνηση της ιστορίας και των προβληματισμών που προσπαθούσε να θέσει.
            Σοκ! Χωρίς να κάνω και πολλά, αποτυπώνει με εξαιρετική ευκρίνεια τα φαντασμαγορικά χρώματα του ηλιοβασιλέματος, την αχλύ του πρωινού τη στιγμή που ο ήλιος κάνει την εμφάνισή του, τις εκφράσεις των προσώπων σε στιγμές χαράς, λύπης, χαλάρωσης. Το τέλος της δημιουργικότητας; Μήπως μετατρεπόμαστε σε όντα σαν εκείνα του πλανήτη που είχαν αφεθεί στα... χέρια της τεχνολογίας που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει;
            Τo άγχος ότι -και λόγω ηλικίας- μετατρέπομαι σε σύγχρονο Λουδίτη ευτυχώς ήταν  μικρής έντασης και ακόμα μικρότερης διάρκειας. Τα πάντα επανήλθαν στη θέση που πάντα υποστήριζα. Η τεχνολογία δεν καταστρέφει ή έστω περιορίζει τη δημιουργικότητα. Αντίθετα, ανοίγει νέα όρια. Σε κάθε επίπεδο. Ίσως μάλιστα η τεχνολογία προσφέρει σε περισσότερους ανθρώπους τη δυνατότητα να είναι πιο δημιουργικοί. Τα πάντα, όπως συνέβαινε ανέκαθεν, συνδέονται αποκλειστικά με τον τρόπο χρήσης της και σίγουρα με την κουλτούρα του καθενός.
            Τα δεδομένα αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες. Οι υπολογιστές, η εξέλιξη των εφαρμογών και των δυνατοτήτων τους άνοιξαν νέους, συχνά επαναστατικούς δρόμους στην επιστήμη. Η προσφορά της τεχνολογίας στην ενημέρωση και την επικοινωνία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ακόμα και από τον πιο ηλίθιο νου. Νέες μορφές τέχνης (και η φωτογραφία) δημιουργήθηκαν και εξελίχθηκαν εξαιτίας της. Η αντικατάσταση του χαρτιού και του μολυβιού δεν έθεσαν περιορισμούς στη δημιουργική γραφή. Το ψηφιακό βιβλίο και η εφημερίδα δεν περιόρισαν την απόλαυση της ανάγνωσης. (...)
            Θα μπορούσα να συνεχίσω χωρίς σταματημό τα παραδείγματα που συνδέουν την τεχνολογία με τη διεύρυνση οριζόντων, την επίλυση προβλημάτων, την απάντηση ερωτημάτων, την καταπράυνση του πόνου, τον περιορισμό του μόχθου αλλά δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Η συνείδηση ότι η τεχνολογία είναι ανθρώπινο δημιούργημα, δίνει από μόνη της απάντηση στον προβληματισμό. Η εξέλιξή της δε σηματοδοτεί το «τέλος» μιας προσπάθειας αλλά πάντα την «αρχή» μιας νέας, πιο πολύπλοκης, πιο εύχρηστης, πιο παραγωγικής και συχνά πιο ανθρώπινης.
            Η καινούρια φωτογραφική μηχανή δεν είναι παρά η τεχνολογική αποτύπωση δεδομένων που κατάκτησαν προηγούμενες γενιές φωτογράφων. Είναι η τεχνολογική εφαρμογή γνώσεων και εμπειριών που αποκτήθηκαν μέσα από παρατήρηση χρόνων, με χρήση χιλιάδων χιλιομέτρων φιλμ. Μια καινούρια γενιά φωτογραφικών μηχανών έρχεται, όχι για να μας πει, «Εντάξει, τέλος η δημιουργικότητα. Τώρα οι μηχανές θα κάνουν τα πάντα»! Όχι. Έρχεται για να μας προκαλέσει: «Τελειώσαμε με τα δεδομένα. Βαρεθήκαμε τα ειδυλλιακά τοπία που στόλιζαν τα εφηβικά δωμάτια. Προχωρήστε σε νέες πρακτικές, διαμορφώστε νέες ιδέες, γίνετε περισσότερο ευφάνταστοι, ανακαλύψτε νέα όρια αισθητικής». Με απλά λόγια, κάθε νέα τεχνολογία ωθεί σε ανανέωση της δημιουργικότητας και της καινοτομίας. Αυτό συνέβαινε πάντα. Η επιστήμη, η τέχνη, η εργασία, η καθημερινότητα έβρισκαν πάντα συμμάχους στην τεχνολογία. Σίγουρα δεν έβρισκαν εχθρούς.
            Οι Νταλί και Πικάσο δεν υπήρξαν χειρότεροι ζωγράφοι από τον Ντα Βίντσι, αν και χρησιμοποίησαν καλύτερης ποιότητας πινέλα, καμβάδες ή μπογιές. Οι Higgs (σωματίδιο του Θεού), Watson και Crick (DNA) δεν αποτελούν επιστήμονες μικρότερης εμβέλειας από τον Αϊνστάιν, αν και αξιοποίησαν πιο σύγχρονα μέσα έρευνας. Η ιστορία θα συνεχίσει να καταγράφει επιστήμονες και καλλιτέχνες που θα προτείνουν νέες ιδέες, πρακτικές, λύσεις, τεχνοτροπίες, ειδικότητες... Το ανθρώπινο πνεύμα είναι μια μηχανή αναζήτησης και δημιουργίας. Το αν η τεχνολογία σκοτώνει τη δημιουργικότητα είναι ανόητος προβληματισμός. Χωρίς περιεχόμενο. Εκείνο που πράγματι θα άξιζε είναι ο προβληματισμός του πώς θα «κατασκευάσουμε» περισσότερους δημιουργικούς ανθρώπους. Γιατί ο ηλίθιος δεν μπορεί να είναι δημιουργικός, όσα μέσα κι αν του προσφερθούν. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν ανέκαθεν αυτό!

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Αναγνωρίζοντας (και αποφεύγοντας) ηλιθίους

Το να έρχεσαι καθημερινά σε επαφή με πολλούς ανθρώπους είναι γεγονός δραματικό, έτσι κι αλλιώς. Χωρίς προϋποθέσεις. Καταντάει δε τραγωδία, για όσους διαθέτουν κριτήρια επιλογής. Δε θα κάνουν παρέα με όλους (βαριούνται), δε χαμογελούν σε όλους (δε δίνουν θάρρος), δεν έχουν «έναν καλό λόγο για όλους» (δεν αρκεί να είναι κάποιος «αδιάφορος»). Το να οριστεί η «ηλιθιότητα» είναι δύσκολη υπόθεση. Διαχρονικά. Ο καθένας, ακόμα κι αυτός που αποτελεί τον απόλυτο και ολοκληρωτικό ορισμό του ηλιθίου στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, χαρακτηρίζει διαρκώς κάποιους άλλους ως ηλιθίους. Αυτός, όμως, διαθέτει πράγματι το αισθητήριο αντίληψης της ανοησίας των άλλων; Όχι! Αυτός χαρακτηρίζει ηλιθίους απλώς όσους δε συμφωνούν μαζί του. Όποιος διαφωνεί μαζί τους, «φυσικά, και είναι ηλίθιος»! Αυτοί, λοιπόν, δεν πιάνονται. Το να χαρακτηρίσεις κάποιον ηλίθιο προϋποθέτει αντικειμενικά κριτήρια. Κριτήρια την παγίδα των οποίων ακόμα και ο πιο... ευφυής ηλίθιος αδυνατεί να αποφύγει. 
Τα πονήματα, από την αρχαιότητα ως σήμερα, με αντικείμενο τον ορισμό, τα κριτήρια αναγνώρισης και τους τρόπους εκδήλωσης της ηλιθιότητας, συγκλίνουν σε δυο αβίαστα συμπεράσματα: α) Είναι αδύνατον να προφυλαχτείς από τον ηλίθιο, γιατί ό,τι κάνει, το κάνει από βλακεία, γεγονός που τον καθιστά τελείως απρόβλεπτο και εξαιρετικά επικίνδυνο. β) Ο ηλίθιος είναι αδύνατο να είναι δημιουργικά πρωτότυπος. Οδηγείται, βέβαια, κάποτε σε εξωφρενικά βλακώδεις ενέργειες αλλά αυτές απλώς διευρύνουν τα όρια της βλακείας που έχουμε υπόψη μας. Οι ενέργειες αυτές, με σιγουριά δεν είναι δημιουργικές. 
Το πρώτο συμπέρασμα (το α που προηγήθηκε) είναι ανησυχητικό. Το δεύτερο, όμως, συμπέρασμα (το β, που ακολουθεί το α που προηγήθηκε) ίσως μας προσφέρει τα κριτήρια αναγνώρισης της ηλιθιότητας και πιθανώς δυνατότητες προφύλαξης από αυτήν. 
Αφού η δημιουργική πρωτοτυπία δεν αποτελεί -σε καμιά περίπτωση- ίδιον του ηλιθίου, αυτός είναι δέσμιος στερεοτύπων. Τα γνωστά κλισέ. Οι επιλογές, οι ενέργειες και κυρίως οι θέσεις που διατυπώνει δεν αποτελούν παρά χιλιοειπωμένες βλακείες που έχουν καθιερωθεί ακριβώς γι αυτό το λόγο. Να εξυπηρετούν τους ηλιθίους. Η χρήση κλισέ αποτελεί πειστήριο βλακείας. Δηλώνει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος δε διαθέτει ίχνος πρωτοτυπίας. Αυτός μοιάζει με το θολό αποτέλεσμα του καρμπόν. Μην έχοντας καμιά δυνατότητα να εκστομίσει κάτι ευφυές, χρησιμοποιεί απόψεις άλλων, σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων. Και τις δημιουργεί... με το εντυπωσιακό επίπεδο βλακείας του. Τα άτομα αυτά δεν πρέπει να χαρακτηρίζουν ποτέ και κανέναν ηλίθιο, γιατί τότε απλώς εκτίθενται. Δείχνουν έτσι ότι αδυνατούν να κατανοήσουν το αυτονόητο, δηλαδή, ότι είναι ελάχιστες οι πιθανότητες να υπάρχει κάποιος πιο ηλίθιος από αυτούς. 
Ενδεικτική της βλακείας κάποιου είναι η φράση «Το ξέρω αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω». Πολυετείς έρευνες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όσοι τη χρησιμοποιούν είναι ολοκληρωτικά και απαρέγκλιτα ηλίθιοι. Ο ανθρώπινος νους σκέφτεται με δυο τρόπους. Με λέξεις και με εικόνες. Αυτό σημαίνει ότι αν «ξέρω» κάτι, το έχω στο μυαλό μου είτε με λέξεις, τις οποίες μπορώ και να διατυπώσω -προφορικά ή γραπτά- είτε με εικόνες, οπότε και μπορώ να το… ζωγραφίσω. Το να «ξέρει» κανείς οτιδήποτε αλλά να αδυνατεί να το εξωτερικεύσει, απλώς δεν παίζει, οπότε είναι καλύτερο να δηλώνει εξαρχής την άγνοιά του, παρά να εξευτελίζεται με εξευτελιστικό τρόπο. 
Επίδειξη και συνάμα απόδειξη απέραντης ανοησίας αποτελεί και η έκφραση: «Στον προφορικό λόγο είμαι πολύ καλός, στο γραπτό έχω πρόβλημα». Είναι γεγονός ότι γραπτός και προφορικός λόγος στηρίζονται σε κοινούς γλωσσικούς κανόνες, αξιοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο και πηγάζουν από το ίδιο κέντρο (σκέψης) του εγκεφάλου. Αποτελούν, με απλά λόγια, εκφράσεις της γλώσσας. Και η γλώσσα δεν είναι κάτι αυτόνομο. Αντικατοπτρίζει την παιδεία του ατόμου. Υπάρχουν άρα δυο πιθανότητες (εξαίρεση άτομα με συγκεκριμένα προβλήματα). Ή κάποιος διαθέτει υψηλό επίπεδο παιδείας και άρα γλωσσική καλλιέργεια, οπότε και την αξιοποιεί, γράφοντας και μιλώντας, ή διαθέτει παιδεία κοτόπουλου, οπότε είτε προφορικά είτε γραπτά αδυνατεί να διατυπώσει κάτι με αρχή, μέση και τέλος. Η ψευδαίσθηση που χαρακτηρίζει τα συγκεκριμένα άτομα οφείλεται στο ότι όταν μιλούν, οι συνομιλητές τους δεν τους διορθώνουν ή για λόγους οικονομίας χρόνου ή εξαιτίας και της δικής τους άγνοιας ή, τέλος, επειδή αδημονούν να τελειώσει το μαρτύριο της συζήτησης με κάποιον βλάκα. 
Απόγνωση είναι λογικό να νιώθει κάποιος και όταν ακούει από νέους την απορία: «κι εσείς τι κάνατε, όταν ήσασταν στην ηλικία μας»; Συνήθως αυτό συμβαίνει, όταν κάποιος εντοπίζει αδυναμίες, τεμπελιά ή άλλα προβλήματά τους. Πρόκειται για αντίδραση. Βλακώδη και συντηρητική αντίδραση. Ο νέος που αναρωτιέται γι αυτό, θυμίζει δεινόσαυρο που κατάφερε να επιβιώσει παρά τις αντιξοότητες μέχρι τις μέρες μας. Είναι δυνατόν κάποιος νέος να συγκρίνει αυτά που πρέπει να κάνει σήμερα με όσα μπορούσε και έπρεπε να κάνουν εκπρόσωποι προηγούμενης γενιάς; Δηλαδή, αυτός ο κρεμανταλάς δεν έχει ακούσει τίποτα για την εξέλιξη; Κι αν έχει ακούσει, δεν κατάφερε να το αποκωδικοποιήσει; Ρινίσματα τούβλου κουβαλάει αντί για μυαλό; Αυτός ίσως κατάφερνε κάτι, αν ο κόσμος του ήταν ο κόσμος της γιαγιάς του αλλά, δυστυχώς, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Είμαστε πολύ μακριά από την εφεύρεση μιας μηχανής του χρόνου που θα μπορούσε να μεταφέρει τον κάθε ηλίθιο στο παρελθόν. Συνήθως, τέτοια παιδιά προέρχονται από γονείς που χρησιμοποιούν τη φράση «Κι εμείς που μεγαλώσαμε έτσι, τι πάθαμε;», οπότε δε χρειάζεται να αφιερώσω χώρο στο συγκεκριμένο. Από γονείς πιο ακίνητους κι από ανδριάντα, τι παιδιά θα βγουν; 
Ακούμε κάποτε γονείς, οι οποίοι αναφερόμενοι στα παιδιά τους χρησιμοποιούν το πρώτο πληθυντικό. «Διαβάζαμε μέχρι αργά χθες το βράδυ». «Αρχίζουμε την επανάληψη». «Περάσαμε στη σχολή Λαϊκής Παραδοσιακής Μουσικής και Οργάνων». Επιστημονικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι αρκετοί από αυτούς, μικροί είχαν πέσει με πάταγο από την κούνια με το κεφάλι στο πάτωμα, οπότε προκλήθηκαν βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και μόνιμη βλάβη που εμφανίζεται ως συνεχείς κρίσεις ηλιθιότητας μέχρι μεγάλη ηλικία, όταν δηλαδή θα έπρεπε να σκέφτονται και να δρουν ως ενήλικες. Η χρήση του πρώτου πληθυντικού χαρακτηρίζει κυρίως μαμάδες που επιδιώκουν ταύτιση με το παιδί τους, ώστε να του προκαλέσουν Οιδιπόδειο και όλοι ξέρουμε τι βίτσια υποκρύπτει αυτό. Συχνά, αυτές οι μανάδες νιώθουν ότι μια πιθανή επιτυχία των παιδιών τους θα προσδώσει στις ίδιες μια κάποια αξία, ένα νόημα ζωής, μια προσωπική αίσθηση επιτυχίας, τέλος πάντων. Μεγαλύτερο γίνεται το πρόβλημα όταν το πρώτο πληθυντικό χρησιμοποιείται από πατεράδες, γιατί πατέρας να επιθυμεί την καλλιέργεια Οιδιπόδειου είναι λιγάκι περίεργο και χρήζει συστηματικής και μακροχρόνιας ψυχιατρικής βοήθειας. 
Τα παραπάνω αποτελούν απόψεις ειδικών. Κι εγώ ασπάζομαι τις απόψεις των ειδικών. Δε διαθέτω το απαραίτητο υπόβαθρο ώστε να τις αμφισβητήσω. Απλώς, πώς να το πω βρε παιδί μου, τις βρίσκω λίγο… απόλυτες και τους χαρακτηρισμούς τους λίγο… βαρείς αλλά μάλλον έτσι είναι οι ειδικοί. Σαν τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων. Αυτοί ξέρουν! Και τέλος πάντων, δεν είναι αυτό που πρέπει να μας απασχολεί. Η ουσία είναι ότι όσο ευγενικά κι αν προσπαθήσει κανείς να χαρακτηρίσει τον ηλίθιο, τον πανίβλακα, τον ανόητο, το συντηρητικό, αυτός παραμένει τέτοιος και τίποτα δεν τον σώζει, γιατί αν ήταν λίγο πιο ευφυής θα απόφευγε τη χρήση τέτοιων κλισέ και δε θα περιέφερε τη βλακεία του σαν παντιέρα, οπότε και δε θα πρόσφερε με απλοχεριά αφορμές να τον κρίνουν ως τέτοιο.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Μια επανάσταση που έχασε το δρόμο...

-Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να επαναστατήσεις, ε; 
-Ενάντια σε τι;* 

Το παιδάκι μου (όχι και τόσο παιδάκι πλέον) κάθεται αναπαυτικά και αμέριμνα στην άνετη πολυθρόνα του γραφείου του. Επιδίδεται στην αγαπημένη ενασχόλησή του που νομίζω ότι είναι να δώσει όνομα σε καθένα από τα pixels της οθόνης που έχει απέναντί του. Δε θα ήθελα να είμαι στη θέση του και σίγουρα όχι επειδή κάθεται στην άνετη πολυθρόνα του γραφείου του. Πρώτον, δε διαθέτω την υπομονή που απαιτεί η καταμέτρηση όλων αυτών των μικροσκοπικών φωτεινών κουκίδων που συνθέτουν την ψηφιακή εικόνα της οθόνης. Δεύτερον, το κακόμοιρο αγνοεί αυτό που το περιμένει. Κι αυτό που το περιμένει, είναι... εγώ!
Πλησιάζω ήρεμα ρωτώντας τον (όσο χαλαρά θα τον ρωτούσα αν θέλει κάτι να φάει) για ποιο λόγο θα επαναστατούσε. Σταματάει την ενδελεχή καταμέτρηση, βάζει παύση σε ό,τι έκανε και με κοιτάζει με ύφος “τι με περιμένει άραγε;”. Απαντάει με ερώτηση, για να κερδίσει χρόνο. «Σε ποιον να επαναστατήσω; Απέναντι στο κράτος;». «Να επαναστατήσεις» του απαντώ, «απέναντι στο κράτος, σε εμένα, στο κατεστημένο». Και συνέχισα: «Αυτό βέβαια, θα σήμαινε ότι μπορεί να έχανες τελικά τα πάντα»! Μετά από ελάχιστη σκέψη, δηλώνει χωρίς περιστροφές: «Δε νομίζω ότι θα με συνέφερε ιδιαίτερα μια τέτοια επιλογή, ε;». Γύρισε στην αγαπημένη ενασχόλησή του -είχαν απομείνει κάποια ακόμα pixels χωρίς όνομα- αλλά ήδη μου είχε δώσει την απάντηση που σκεφτόμουν εδώ και καιρό. 
Διαβάζω ή ακούω διαρκώς για μια επανάσταση που έρχεται, που αρκετοί την περιμένουν προσπαθώντας να εντοπίσουν απλώς το πότε και πώς. Κρατάω μικρό καλάθι. Ναι μεν μια επανάσταση είναι αναγκαία αλλά δεν την πολυβλέπω. Μπορεί, βέβαια, να έρχεται αθόρυβα, ακροπατώντας -αν μια επανάσταση διαθέτει πόδια. Έχω καταλήξει ότι όλη η κουβέντα είναι «ευσεβείς πόθοι» ανθρώπων που σκέφτονται ότι θα ήταν πολύ ωραίο να συνέβαινε αλλά δε θα έκαναν το παραμικρό γι αυτήν. Άλλωστε οι περισσότεροι γαλουχηθήκαμε με τη λογική: «Κάτσε στα αβγά σου. Εμείς θα σώσουμε τον κόσμο;», που σημαίνει ότι ναι μεν περιμένουμε μια σωτηρία αλλά από αλλού.
Ναι, αλλά κάθε επανάσταση χρειάστηκε ένα πράγμα: Επαναστάτες! Δυστυχώς, αυτοί σήμερα απλώς δεν υφίστανται. Δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις που τους δημιουργούν. Ούτε η ολοκληρωτική ανέχεια ούτε η κουλτούρα που θα οδηγούσε σε επαναστατικές επιλογές αποτελούν ίδιον του αναπτυγμένου κόσμου, στον οποίο, για ανεξήγητους λόγους, ανήκει ακόμα η Ελλάδα. 
Μπορεί να βιώνουμε υψηλά ποσοστά ανεργίας, συρρίκνωση μισθών, έλλειψη προοπτικής αλλά δεν είναι αρκετά, επειδή για την πλειονότητα δεν ταυτίζονται ακόμα με το «τίποτα». Οι άνεργοι δεν πεθαίνουν ακόμα από την πείνα -εξαιτίας της οικογενειακής προστασίας ή της ισχνής βοήθειας που παρέχουν κοινωνικοί μηχανισμοί. Όσο η σύνταξη των μεγαλυτέρων επαρκεί για την επιβίωση, όσο υφίσταται η αίσθηση της ιδιοκτησίας, ξεχνάμε την επανάσταση. Ο επαναστάτης γεννιέται από τη συνείδηση του «τίποτα». Νιώθει ότι δε ρισκάρει τίποτα, γιατί απλώς δεν έχει τίποτα. Η αίσθηση του «κάτι» -σπίτι, ελικόπτερο, αυτοκίνητο, πενιχρός μισθός, οικόπεδο στο χωριό, ποδήλατο, κινητό, υπολογιστής...- απομακρύνει από κάθε διάθεση δράσης. Το «κάτι» δημιουργεί στους περισσοτέρους την ψευδαίσθηση ότι ανήκουν στο σύστημα. Όλοι αυτοί κλαίνε τη μοίρα τους, κλαίγονται για την ένοχη κοινωνία στους φίλους τους ή στο Facebook αλλά δε θα κινητοποιηθούν από το φόβο να χάσουν κι αυτό το «κάτι» που τους ανήκει(;). 
Παράλληλα, λείπει η κουλτούρα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανατρεπτικές ενέργειες. Ριζοσπαστικές πολιτικές ή οικονομικές επιλογές συχνά ευνοήθηκαν από την εμφάνιση και ενίσχυση νέων τάξεων. Αυτές αποκτούσαν πλούτο που επέτρεπε πρόσβαση στη γνώση και την καλλιέργεια. Η καλλιέργεια, με τη σειρά της, οδηγούσε στη συνείδηση ότι πραγματική δύναμη έχουν όσοι ελέγχουν την εξουσία, γεγονός που στήριζε την απαίτηση πρόσβασης σ’ αυτήν. Η συγκεκριμένη τάξη έτσι διασφάλιζε και διεύρυνε τον πλούτο της. Σήμερα η μεσαία τάξη αποδυναμώνεται. Η οικονομική άνεση που διέθετε, δυστυχώς, δεν αξιοποιήθηκε για την απόκτηση κουλτούρας. Σπαταλήθηκε σε «επενδύσεις» που χάνουν την αξία τους με γεωμετρική πρόοδο, σε καφέδες σε γκλαμουράτα μέρη, σε δήθεν επιλογές αλλά όχι στην απόκτηση κουλτούρας. Η μάζα δε διαθέτει καλλιέργεια. Πήγε σχολείο, σπούδασε και κάτι παραπάνω, διαθέτει όλα τα καλούδια που παρέχουν ενημέρωση αλλά δεν τα αξιοποίησε για να ξεστραβωθεί. Ρίξτε μια ματιά στους λουόμενους μιας παραλίας. Πόσοι διαβάζουν, ενημερώνονται, έχουν διάθεση και ανάγκη για σκέψη; Κι όμως, πρόκειται, στην πλειονότητά τους, για μορφωμένους ανθρώπους. Προτιμούν έναν «καλό» καφέ από όποια κινητοποίηση. Καμιά επανάσταση άλλωστε δε φημίζεται για τον καλό καφέ που πρόσφερε στους επαναστάτες. 
Ακόμα κι έτσι θα μπορούσαμε να ελπίζουμε αλλά τελικά απουσιάζει ο καταλύτης. Ο ηγέτης. Εκείνος που, διαθέτοντας την απαιτούμενη παιδεία, χωρίς να σκέφτεται τι μπορεί να χάσει, θα μπορούσε να μετατρέψει τη σωρευμένη διεθνή ή έστω εγχώρια αγανάκτηση σε ιδεολογικό σχήμα, σε ανθρωπιστική δράση μακριά από συμφέροντα, σε συνεκτικό κρίκο και άρα σε κίνητρο μαζικής προσπάθειας για ανατροπές. Οπότε, μπορούμε να κουβεντιάζουμε για επανάσταση όσο τραβάει η ψυχή μας αλλά αυτή δε διαθέτει GPS για να βρει μόνη της το δρόμο. Κάποιος πρέπει να της τον δείξει... 

*Ο κ. Ζάχος ξεπατίκωσε το συγκεκριμένο διάλογο της σειράς 
κινουμένων σχεδίων “doctor Katz” από το βιβλίο 
«Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;» του Sergi Pamies

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Τα επαγγέλματα του μέλλοντος

Αν διακρινόμουν από συγγραφική δεινότητα, αν κάποια υπερκόσμια δύναμη μου είχε χαρίσει και το ελάχιστο... ταλέντο, θα μπορούσα κάθε χρόνο να γράφω κι ένα έπος εφάμιλλο της ομηρικής Οδύσσειας. Κι αυτό επειδή -εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων- η παροχή βοήθειας στη συμπλήρωση ενός μηχανογραφικού αποτελεί μια μικρή Οδύσσεια. Άρα η παροχή βοήθειας στη συμπλήρωση πολλών αποτελεί μια μεγάλη. Η εμπλοκή αφάνταστων παραμέτρων (άγνοια, σύγχυση, ευθυνοφοβία, αναποφασιστικότητα, περιορισμοί λόγω της «διόρθωσης» που βιώνουμε) και παραγόντων (γονείς, παππούδες, μπατζανάκηδες, κουμπάροι και λοιποί) έχουν καταστήσει την επιλογή των περισσότερων τελειοφοίτων περιπετειώδη. 
Η διαδικασία προσφέρει, βέβαια, και κάτι θετικό, τη δυνατότητα κατανόησης του μέλλοντος. Οι επαγγελματικές επιλογές των τελειοφοίτων σκιαγραφούν την ελληνική πραγματικότητα που προετοιμάζεται. Τάσεις που είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται τα προηγούμενα χρόνια διαψεύδονται ενώ άλλες κυριαρχούν διαγράφοντας τη μελλοντική ελληνική πραγματικότητα. 
Φέτος έγινε ξεκάθαρο ότι η εικόνα που είχαμε για την ελληνική αγορά εργασίας θα ανατραπεί ριζικά. Η πλειονότητα των παιδιών κινείται επαγγελματικά σε τρεις όλες κι όλες κατευθύνσεις. Την έρευνα, την εγκληματολογία και τη γαστρονομία... Αυτά! Υπάρχουν, βέβαια, και τα παιδιά που εμμένουν σε παραδοσιακές επιλογές αλλά τείνουν να αποτελέσουν μειονότητα. Τα συμπεράσματα μόνο αισιοδοξία(;) γεννούν. 

Συμπέρασμα πρώτο και καλύτερο: Η μεγάλη έκρηξη 
Η πλειονότητα των παιδιών δηλώνει τη διάθεσή της να ασχοληθεί με την έρευνα. Έρευνα σε ό,τι κι αν σπουδάσει. Έρευνα στη Γενετική, στην Κοινωνική εργασία, στη Μεθοδολογία Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, στην Παραδοσιακή Μουσική, στην Κλωστοϋφαντουργία, στην Πληροφορική και πάει λέγοντας... Όπου κι αν περάσει ο υποψήφιος, θα το κάνει, όχι για να γίνει ένας «απλός» καθηγητής, γιατρός, δικηγόρος, κοινωνικός εργάτης αλλά για να εξελιχθεί σε ένα «σύνθετο» ερευνητή. Μάλιστα! Αυτό θα κάνει και να το γνωρίζετε όλοι! Με τόσους ερευνητές και σε τόσους τομείς, ξεχάστε όσα ξέρατε. Σε διάστημα δέκα, δεκαπέντε το πολύ χρόνων η σημερινή γνώση θα πάει περίπατο. Θα αντικατασταθεί και θα εμπλουτιστεί από τη γνώση που θα παραχθεί στο εξής. Έκρηξη γνώσης που μπροστά της ακόμα και το big bang θα ωχριά. Οι απαντήσεις σε όσα αγνοούμε μας περιμένουν. Μυστήρια του σύμπαντος, του ανθρώπινου εγκεφάλου, της ψυχής θα γίνουν κατανοητά σύντομα και άρα θα πάψουν να είναι μυστήρια. Ασθένειες που μας ταλαιπωρούν πλέον θα αποτελέσουν παρελθόν. Η ζωή μας, η σκέψη μας, οι αξίες μας, ο τρόπος ζωής μας θα μεταβληθούν πάραυτα και ο κόσμος μας δε θα έχει όμοιό του, χάρη στους ερευνητές που θα αρχίσουν, από την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά, να προετοιμάζονται στα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ μας. Τα επιστημονικά περιοδικά θα βρίθουν ανακοινώσεων και πορισμάτων Ελλήνων επιστημόνων, τα διεθνή συνέδρια θα κυριαρχούνται από συμπατριώτες μας ερευνητές. Με το μικροσκόπιο θα ψάχνουμε επιστήμονες άλλης εθνικότητας στα βραβεία Νόμπελ. Τι καλά! 
Ίσως μια μικρή υστέρηση να έχουμε στα Νόμπελ λογοτεχνίας, μιας και οι περισσότεροι νέοι που δηλώνουν ότι θέλουν να γίνουν ερευνητές έχουν τόση σχέση με το βιβλίο -όχι μόνο το λογοτεχνικό- όση και ο τυφλοπόντικας, ο οποίος αντιμετωπίζει μια μικρή δυσκολία λόγω προβλημάτων όρασης. Αλλά κι αυτουνού το πρόβλημα θα λύσουν οι ερευνητές του μέλλοντος. Τώρα θα μου πείτε «πώς κάποιος που δεν έδειξε διάθεση να διαβάσει ούτε Μίκυ Μάους, θα γίνει ερευνητής;» αλλά εγώ αυτό το θεωρώ κακεντρέχεια. Θα γίνει ερευνητής που δε θα διαβάζει. Απλώς θα ερευνά. Δηλαδή, σε τι χρειάζεται η μελέτη, η σφαιρική γνώση, η διάθεση αναζήτησης σε κάποιον ερευνητή; Σε τι θα τον βοηθήσει να γνωρίζει τι ήδη έχει ανακαλύψει η έρευνα που προηγήθηκε; Στο κάτω κάτω μπορεί να ξαναανακαλύψει πράγματα αλλά να το κάνει με μεγαλύτερη... χάρη. 

Συμπέρασμα δεύτερο: Πόλεις Αγγέλων 
Ένα μεγάλο ποσοστό νέων επιθυμεί να ασχοληθεί με άλλου είδους (και πάλι όμως) έρευνα. Αυτοί, όταν μεγαλώσουν, θα γίνουν εγκληματολόγοι. Τρέμετε παλιοεγκληματίες. Μια ακόμα επανάσταση μπροστά μας. Το τέλος της εγκληματικότητας. Οι εγκληματολόγοι θα καιροφυλακτούν. Ένας κόσμος χωρίς έγκλημα. Οι στρατιές των εγκληματολόγων θα εξιχνιάζουν κάθε μυστήριο πιο γρήγορα από κάθε μυθιστορηματικό ήρωα, από κάθε τηλεοπτικό αστέρα ανόητων σειρών τύπου CSI… Ίσως μάλιστα οι μελλοντικοί εγκληματολόγοι κάνουν ένα ακόμα βήμα προβλέποντας και άρα προλαμβάνοντας το έγκλημα. Κάτι σαν ενόραση αλλά που δε θα είναι ενόραση αλλά επιστημονική διαδικασία. Πω πωω, οι εγκληματίες θα πάθουν κατάθλιψη αλλά αν θέλουν να προσφέρουν, μπορούν εθελοντικά να αποτελέσουν πειραματόζωα των ερευνητών, στους οποίους εκτενής αναφορά έγινε παραπάνω. 
Αυτό βέβαια, θα δημιουργήσει και προβλήματα, αφού πλέον δε θα χρειαζόμαστε κλειδαριές, συναγερμούς, χρηματοκιβώτια, αστυνομικούς, όπλα. Και τι θα κάνουν όσοι ασχολούνται με τα αντίστοιχα επαγγέλματα; Ε, ας γίνουν κι αυτοί εγκληματολόγοι! Η αίσθηση ασφάλειας θα μας απαλλάξει από κάθε άγχος. Ονειρεμένος κόσμος, αγγελικά πλασμένος! 
Το μόνο που με κάνει να κρατάω καλάθι μέτριων διαστάσεων είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς που ονειρεύονται την εγκληματολογία αγνοούν το δρόμο που θα ακολουθήσουν. Οι περισσότεροι, αν ερωτηθούν με ποιο τρόπο θα γίνουν εγκληματολόγοι ή ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο της εγκληματολογίας, μένουν με το στόμα ανοιχτό. Μη χειρότερα! Δηλαδή, για να γίνω κάτι, πρέπει και να ξέρω τι είναι αυτό ή πώς θα γίνω; Ίσως, βέβαια, η συγκεκριμένη στάση να οφείλεται, όχι στην άγνοιά τους, αλλά σε έλλειψη διάθεσης να δώσουν πληροφορίες σε άλλους που λένε ότι στόχος τους είναι να γίνουν εγκληματολόγοι, χωρίς να έχουν ψάξει ούτε τι κάνει ένας εγκληματολόγος... Μπέρδεμα. 

Συμπέρασμα τρίτο: Μοριακή γαρδούμπα 
Ό,τι γνωρίζατε για τη γεύση, ξεχάστε το. Εκατοντάδες σεφ βρίσκονται στα σκαριά ή πρόκειται να βρεθούν οσονούπω. Κι άλλη επανάσταση. Η ιστορία της γεύσης αλλάζει, μια νέα εποχή ξημερώνει για τα παϊδάκια, το σπληνάντερο, τη σκορδαλιά, για όλα. Νέες γεύσεις θα αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές. Φαγητά που γνωρίζαμε θα αποκτήσουν νέα εμφάνιση και πολύ περισσότερο... γεύση. Συνταγές μαγειρικής δε θα προλαβαίνουν να εμφανίζονται και θα αντικαθίστανται από άλλες. Τα κανάλια δε θα προλαβαίνουν να δείχνουν εκπομπές μαγειρικής και να αναδεικνύουν νέους αστέρες της γαστρονομίας. Ο ουρανίσκος μας θα ζει καθημερινές επαναστάσεις. Η αναδιατύπωση της νοστιμιάς θα είναι η καθημερινότητά μας. Εστιατόρια κάθε είδους θα κατακλύσουν κάθε γωνιά της ελληνικής γης προσφέροντας χαρά στους πελάτες τους και θέσεις εργασίας στους ανέργους. Η Michelin δε θα προλαβαίνει να μοιράζει αστέρια σε ελληνικά εστιατόρια. Γαλαξίας θα γίνουμε! Υπάρχει μόνο ένα μικρό προβληματάκι. Ποιοι και κυρίως πόσοι Έλληνες (θα) μπορούν να επισκέπτονται αυτούς τους ναούς της γεύσης; Αυτό είναι ένα θέμα αλλά δε χάθηκε ο κόσμος. Αρκετοί από τους επίδοξους σεφ ίσως βρουν άλλες διεξόδους. Αρκετά παραδοσιακά σουβλατζίδικα, χασαποταβέρνες αλλά και καντίνες επαρχιακών οδών χρειάζονται σίγουρα αναβάθμιση. Το «βρόμικο» θα αποκτήσει άλλο νόημα. Είναι κι αυτό μια κάποια εξέλιξη. 

Συμπέρασμα τέταρτο: Η Ελλάδα δε θα ανήκει στους Έλληνες 
Η Ελλάδα θα ξεμείνει από Έλληνες. Όταν ρωτάω όλα αυτά τα παιδιά, που σήμερα δηλώνουν ότι θα γίνουν ερευνητές, εγκληματολόγοι και σεφ, πού θα βρουν δουλειά, παίρνω μια εύκολη απάντηση: «στο εξωτερικό». Μια Ελλάδα χωρίς Έλληνες! Καλό!!! Θα αποτελέσουμε σύντομα μειονότητα στη χώρα μας. Οπότε μήπως να αρχίσουμε να φερόμαστε καλύτερα στους μετανάστες που θα κυριαρχήσουν; Για τα παιδιά αυτά το «εξωτερικό» είναι η λύση. Ένας παράδεισος ανεξάντλητων ευκαιριών και θέσεων εργασίας για τον καθένα. Φαντάζονται ότι εκεί τα πράγματα θα είναι εύκολα, ότι εκεί ήδη τους προετοιμάζουν μια μεγαλειώδη υποδοχή. Ότι τους περιμένουν. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ελάχιστοι από αυτούς διαθέτουν τα προσόντα, το κουράγιο και κυρίως τη γνώση που χρειάζεται κανείς για να αναδειχτεί στη διεθνή αγορά και σε ένα περιβάλλον έντονα ανταγωνιστικό. Ελάχιστοι διαθέτουν τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία για να διακριθούν. Εκείνο που μετράει βέβαια είναι η διάθεση. Αρκεί να συνοδεύεται από προσπάθεια. 

Συμπέρασμα πέμπτο και τελευταίο: Η τηλεόραση αποτελεί πολύ κακή επιρροή 
Κάποιοι -ελάχιστοι- θα τα καταφέρουν. Θα εξελιχτούν και θα πετύχουν. Θα γράψουν ιστορία σε ό,τι κι αν κάνουν. Τα όνειρα συνήθως δε βλάπτουν. Η μη εκπλήρωσή τους μπορεί να προκαλέσει μια κατάθλιψη αλλά αυτό είναι το τίμημα. Ο κόσμος μας εξελίχτηκε και θα συνεχίσει να το κάνει, επειδή κάποιοι ονειρεύτηκαν την εξέλιξη αυτή. Κάποια παιδιά θα εγκαταλείψουν τα όνειρά τους, όταν δουν ότι η υλοποίησή τους απαιτεί σκληρή και συνεχή δουλειά. Κάποια άλλα θα διαψευστούν, εξαιτίας παραγόντων που ούτε μπορούν να διανοηθούν. Η ζωή μοιάζει με αγώνα δρόμου. Πολλοί ξεκινούν αλλά λίγοι ανεβαίνουν στο βάθρο του νικητή. Έτσι γίνεται πάντα. Οι σημερινοί τελειόφοιτοι πολύ γρήγορα θα καταλάβουν ότι αφιέρωσαν πολύ χρόνο στην τηλεόραση και ότι ο Προσανατολισμός που δέχτηκαν από αυτή ίσως δεν ήταν ο καλύτερος. Σίγουρα δεν ήταν ρεαλιστικός. 


Ο κ. Ζάχος αδημονεί να ζήσει τις επαναστάσεις που κυοφορούνται 
στην επιστήμη, την κοινωνία, τη γεύση