Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

Και τώρα τι θα κάνετε χωρίς βαρβάρους; -Επίμετρο στις Πανελλαδικές-


«Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.»

Κ.Π. Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους

Λοιπόν, αυτό ήταν. Για μια ακόμη χρονιά οι Πανελλαδικές (σχεδόν) τελείωσαν. Και μάλιστα, παρά τα θρυλούμενα, αυτό συνέβη αναίμακτα. Εξαιρετικά ευχάριστο. Άλλη μια φουρνιά υποψηφίων πήρε το βάπτισμα του πυρός και κυρίως πήρε τις απαντήσεις της. Γιατί αυτό ακριβώς είναι οι Πανελλαδικές. Ούτε τα θέματα που δόθηκαν, ούτε οι βαθμοί που περιμένουμε, ούτε καν η προετοιμασία. Οι Πανελλαδικές είναι ένα και μόνο. Είναι απαντήσεις.
Τώρα πλέον ο καθένας από τους υποψηφίους γνωρίζει λίγο καλύτερα ποιος είναι, προς τα πού βαδίζει, τι έκανε λάθος, τι έκανε σωστά, αν έκανε αρκετά, αν έκανε ελάχιστα, αν μπορεί κι άλλο, αν έφτασε στα όριά του, αν οι επιλογές του ήταν λογικές, αν οι συνεργασίες που επέλεξε ήταν ουσιαστικές, αν η αυτοϊδέα του υπήρξε αντικειμενική.
Για ένα μικρό ποσοστό υποψηφίων οι Πανελλαδικές ήρθαν απλώς να επιβεβαιώσουν και ίσως να ενισχύσουν την εικόνα για τον εαυτό τους. Σε αυτούς έδειξαν ότι οι στόχοι που είχαν θέσει υπήρξαν λογικοί και άρα εφικτοί, ότι η προσπάθειά τους κινήθηκε στη σωστή πορεία, ότι οι επιλογές συνεργατών ήταν οι κατάλληλες. Κυρίως, ήρθαν για να δείξουν ότι ένα σημαντικό βήμα έγινε, αν και μένουν ακόμη πολλά και πιθανώς πιο δύσκολα.
Για την πλειονότητα, όμως, οι Πανελλαδικές υπήρξαν τραγικά αποκαλυπτικές. Συμβαίνει κάθε χρόνο και σχεδόν σε παρόμοια ποσοστά. Οι περισσότεροι -πόσο κρίμα- χρειάζονται τις Πανελλαδικές στα δεκαοχτώ(!!!) τους για να συνειδητοποιήσουν πού ακριβώς βρίσκονται. Έπρεπε να φτάσει η ώρα των συγκεκριμένων εξετάσεων για να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι φτιαγμένοι για όσα είχαν φανταστεί ή για όσα οι άλλοι τους είχαν φανταστεί. Ότι τα όνειρα για πρωτιές σε σχολές που αξίζουν τον κόπο, για επιστημονική έρευνα, για κοσμοϊστορικές ανακαλύψεις και κοσμογονικές εφευρέσεις ήταν αυτό ακριβώς. Όνειρα.
 Έπρεπε να φτάσουν οι Πανελλαδικές για να τους πείσουν ότι ο καθηγητής που, όλα αυτά τα χρόνια, υπομονετικά επεσήμαινε τις αδυναμίες τους, τα κενά τους, την ελλιπή προσπάθεια, την αδιαφορία, την έλλειψη γνώσεων από προηγούμενα χρόνια, την αδυναμία τους να επεξεργαστούν ακόμη και απλά δεδομένα, δεν ήταν ένας κακός και δύστροπος άνθρωπος. Ήταν εκείνος που νοιαζόταν γι αυτούς, που προσπαθούσε να τους αφυπνίσει και να τους κινητοποιήσει, να τους βοηθήσει να δουν διαφορετικές προοπτικές και λύσεις.
Κι από την άλλη, έπρεπε να φτάσουν οι Πανελλαδικές για να τους δείξουν ότι όλοι εκείνοι που τους χάιδευαν τα αφτιά (τι βίτσιο κι αυτό!) δίνοντάς τους μεγάλους βαθμούς, δικαιολογώντας τις αβλεψίες τους, κρύβοντάς τους τις αδυναμίες τους, επικροτώντας τις άθλιες (σε διασκεδάσεις, παρέες, εκμετάλλευση χρόνου) επιλογές τους και την έλλειψη ενδιαφερόντων (μα τι να κάνουν, παιδιά είναι!), δεν ήταν οι καλοί της υπόθεσης. Ήταν εκείνοι που κοίταζαν την ευκολία τους, που επιζητούσαν την ησυχία τους αποφεύγοντας συγκρούσεις και κυρίως την αλήθεια.
Αυτό ήταν οι Πανελλαδικές και τώρα τέλειωσαν. Το ζήτημα είναι τι πρόκειται να συμβεί στο εξής. Γιατί οι Πανελλαδικές λειτούργησαν (πάντα το κάνουν) όπως και οι «βάρβαροι» του Καβάφη (Προσοχή: Δεν πρόκειται για σειρά στο Netflix). Ήταν μια ωραία δικαιολογία. Μια δικαιολογία για την απραξία και τη γοητευτική μετριότητα. Αρκετοί μαθητές (πιθανώς και πάρα πολλοί εκπαιδευτικοί) δεν ενημερώνονταν όλο αυτό το διάστημα, «γιατί προετοιμάζομαι για τις Πανελλαδικές». Δεν διάβασαν ούτε ένα βιβλίο της προκοπής, «γιατί όλη τη μέρα διαβάζω για τις Πανελλαδικές». Δεν ασχολήθηκαν με οτιδήποτε δημιουργικό, «γιατί είναι μεγάλη η πίεση των Πανελλαδικών και θέλω να ξεσκάσω για λίγο». Δεν άφηναν το κινητό από το χέρι, «γιατί με αυτές τις Πανελλαδικές θα αποκοπώ τελείως από την παρέα;». Δεν έχασαν βλακοβιντεάκι για βλακοβιντεάκι στο youtube, γιατί «τα δίνω όλα για τις Πανελλαδικές, δεν μπορώ να σκέφτομαι συνεχώς!»...
Θεωρώ ότι οι Πανελλαδικές λειτούργησαν άψογα για εκείνους που, έτσι κι αλλιώς, δεν θα έκαναν οτιδήποτε ουσιαστικό και παραγωγικό για τους ίδιους. Υπήρξαν η καλύτερη δικαιολογία για όσους λατρεύουν τη μάζα. Αλλά τώρα πια ανήκουν στο παρελθόν. Κρίμα, γιατί «ήσαν μια κάποια λύσις». Κι αυτή η «λύσις» δεν υφίσταται πλέον. Οπότε «πεδίον δόξης λαμπρόν». Αν οι εξετάσεις δεν υπήρξαν απλώς μια εύκολη δικαιολογία, να η ευκαιρία για να κάνουν οι υποψήφιοι όλα εκείνα τα οποία τους εμπόδιζαν να κάνουν. Ενημέρωση, καλλιέργεια, απόκτηση ουσιαστικής γνώσης, επαφή με την τέχνη, με τη φύση, με αξιόλογα άτομα, αποφυγή όσων λατρεύει και επιλέγει η μάζα. Αν πράγματι επιθυμία κάποιου είναι η διάκριση, τότε καλείται να διαφοροποιηθεί από τους πολλούς. Να απομακρυνθεί από το εύκολο και το μέτριο και να καταπιαστεί με το δύσκολο και ωραίο.
Οι «Ιθάκες» (Προσοχή: Μάταια θα το αναζητήσετε στο Netflix) περιμένουν αλλά δεν φτάνονται με την αδράνεια. Ούτε με δικαιολογίες. Και ας μην το ξεχνάμε: Οι Πανελλαδικές τελείωσαν. Μαζί τους και οι δικαιολογίες!

Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Αναπαράγοντας Ανεύθυνους

Στο προηγούμενο σημείωμα αναφέρθηκα στο πώς, ως ελληνική κοινωνία, εκπαιδεύουμε ανθρώπους ανεύθυνους, με αφορμή την πρόσφατη πολύνεκρη τραγωδία και την προσπάθεια όλων των εμπλεκόμενων μερών να αποφύγουν την ουσιαστική ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης. Αναφέρομαι σε «ουσιαστική ανάληψη» κι όχι στους δακρύβρεχτους θεατρινισμούς που ζήσαμε. Γιατί, όταν αποδέχομαι ότι έχω, έστω και ελάχιστη, ευθύνη για τους ενενήντα τρεις (μέχρι στιγμής) νεκρούς και την απερίγραπτη καταστροφή, τα μαζεύω και πάω σπίτι μου, ώστε κάποιος πιο άξιος να με αντικαταστήσει. 
Λίγες ώρες μετά ένα περιστατικό που βίωσα με έπεισε ότι ως κοινωνία όχι απλώς εκπαιδεύουμε ανεύθυνους αλλά και πως με κάθε τρόπο τους διδάσκουμε ότι η ανευθυνότητα αποτελεί μια καθ’ όλα αποδεκτή συμπεριφορά σε κάθε επίπεδο και ανεξάρτητα από τον βαθμό επικινδυνότητάς της. 
Περίοδος εγγραφών. Οπότε, Λάρισα downtown. Πρωινή συνάντηση και καφές στο φροντιστήριο. Όλα τα μέλη εκεί. 
Όλα; 
Όχι. Ένα από τα μέλη δεν έχει εμφανιστεί ακόμη. Και δε μας έχει συνηθίσει σε τέτοια. 
Κάποια στιγμή η συνάδελφος κάνει την εμφάνισή της φανερά αναστατωμένη. 
-Ξέρετε τι μου έτυχε χθες βράδυ; 
Πού να ξέρουμε οι καψεροί; Γιατί, όλοι εμείς στην «άποψη» ένα κληρονομικό χάρισμα το διαθέτουμε, χωρίς, όμως, αυτό να μας δίνει την άνεση να γνωρίζουμε τα πάντα. Αν τα γνωρίζαμε, θα παίζαμε τζόκερ, θα κερδίζαμε τα οχτώ εκατομμυριάκια και μην τους είδατε, μην τους απαντήσατε. 
Κι αφού, όπως έγινε φανερό, δεν ξέραμε, η συνάδελφος καθηγήτρια άρχισε να μας αφηγείται το γεγονός που... έγινε. Αφήγηση που συνοδευόταν από έντονες κινήσεις, δραματική έκφραση συναισθημάτων, παιχνίδια με τον τόνο της φωνής αλλά και ενδιάμεσα σχόλια κοινωνικού περιεχομένου. Έτσι είναι αυτή (η συνάδελφος). Το να σου μεταφέρει ένα γεγονός χωρίς σχόλια, χωρίς παρεκβάσεις της είναι αδύνατο και κυρίως αδιανόητο. Άρχισε, λοιπόν: Φεύγοντας από δω το βράδυ μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για το σπίτι. Στον δρόμο πιάνω το κινητό για να συνεννοηθώ με τα παιδιά μου. Φτάνοντας έξω από το Δημοτικό Ωδείο βλέπω μπλόκο της τροχαίας κι έναν αστυνομικό να μου κάνει νόημα να σταματήσω. Πετάω το κινητό στη θέση του συνοδηγού αλλά ήταν πλέον αργά. (Εννοείται ότι μεταφέρω απλώς τα γεγονότα αποφεύγοντας τα ενδιάμεσα σχόλια). 

Ωραία. Ο καθένας θα μπορούσε να φανταστεί τα επακόλουθα. Πρόστιμο, αφαίρεση διπλώματος και πινακίδων για έναν ή δυο μήνες κι όλα καλά και σε άλλα με υγεία. Η συνάδελφος, η οποία δεν υπήρξε νομοταγής, παρότι μορφωμένη και με γνώση του νόμου, πιθανώς θα το σκεφτόταν πολύ καλά πριν ξαναπιάσει το κινητό κατά τη διάρκεια οδήγησης και μάλιστα χωρίς τη χρήση Bluetooth. Η ποινή θα διαδραμάτιζε τον ρόλο της, ο οποίος δεν είναι τιμωρητικός αλλά παιδαγωγικός. 
Έτσι είναι ο νόμος και γι αυτό υφίσταται σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αποτελεί ένα ακόμη μέσο διαπαιδαγώγησης των πολιτών, στους οποίους οικογένεια και σχολείο δεν κατάφεραν να μεταδώσουν κοινωνική συνείδηση. 
Καλά και άγια όλα αυτά αλλά θα ίσχυαν σε οποιαδήποτε αναπτυγμένη και σοβαρή χώρα αλλά όχι στην Ελλάδα, γιατί ελάχιστοι μπορούν να ισχυριστούν ότι ζούμε σε μια κανονική χώρα. Η συνέχεια του επεισοδίου υπήρξε λίιιγο πιο διαφορετική, άκρως γραφική και συνάμα απόλυτα γελοία. 
Το όργανο (αστυνομικός) πράγματι αφαίρεσε από τη συνάδελφο το δίπλωμα και την άδεια κυκλοφορίας. Πρόστιμο, όπως την ενημέρωσε, δεν υφίσταται για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ό,τι συνέβη μέχρι εδώ μας κάνει να σκεφτόμαστε ότι είμαστε μια οργανωμένη χώρα, αλλά... Αλλά από το σημείο αυτό και έπειτα αρχίζει ένα θέατρο του παραλόγου που φωνάζει από μακριά: Εδώ είναι Ελλάδα! Εδώ είναι Βαλκάνια και ζούμε πρωτόγονες καταστάσεις. 
Το «όργανο», αφού έκανε τα τυπικά και αναμενόμενα, άρχισε να συμβουλεύει τη συνάδελφο. Της είπε ότι «δεν τρέχει τίποτε» και «να μη στενοχωριέται», γιατί την επόμενη μέρα θα μπορούσε να πάει στα γραφεία της τροχαίας, να κλαφτεί λίγο, να πει ότι το χρειάζεται το δίπλωμα και την άδεια κυκλοφορίας και να τα πάρει πίσω και ούτε γάτα ούτε ζημιά!!! Δηλαδή, ο τύπος που πληρώνεται από το κράτος και άρα από τους φορολογούμενους για να ελέγχει την τήρηση του νόμου, παρέχει συμβουλές σε κάποιον που τον παραβίασε χωρίς καμιά αμφιβολία, ώστε να αποφύγει τις κυρώσεις. 
Όπως καταλαβαίνετε η περιέργεια όλων μας για το τι συνέβη τελικά είχε χτυπήσει κόκκινο και μάλιστα της φωτιάς σαν τα νύχια μιας άλλης συναδέλφου. Η συνάδελφος / παραβάτης συνέχισε αφηγούμενη πλέον την πρωινή επίσκεψή της στην τροχαία. Εκεί την έστειλαν στον αξιωματικό υπηρεσίας, στον οποίο εξήγησε ότι τα έγγραφα που της αφαιρέθηκαν της είναι απαραίτητα. Φαντάζομαι το σκηνικό και φαντάζομαι ότι θα έπαιξε πολύ δράμα του στιλ «είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για μένα να κυκλοφορώ με αυτοκίνητο, γιατί τα βράδια δουλεύω στην Uber για ένα έξτρα εισοδηματάκι, γιατί ξέρετε κύριε αξιωματικέ υπηρεσίας μου ότι οι καιροί είναι δύσκολοι και πώς θα ζήσω τα παιδάκια μου...». 
Και εντάξει, μπορεί το σκηνικό να μην εμπεριείχε όλο αυτό το δράμα αλλά η συνέχεια αποτελεί την επιτομή της φαιδρότητας. Ο αξιωματικός της είπε ότι δεν μπορούσε έτσι απλά να της επιστρέψει τα έγγραφα αλλά ότι υπήρχε λύση. Και η λύση ήταν να πάρει ένα χαρτί από γιατρό (μάλιστα από γ ι α τ ρ ό) που να λέει ότι υπήρξε άμεση ιατρική ανάγκη και για αυτό μιλούσε στο κινητό. 
Η γελοιότητα σε όλο το μεγαλείο της, χτυπάει ταβάνι. Όλοι κοροϊδεύουν όλους. Όλοι γνωρίζουν ότι υπήρξε παράβαση, η οποία ευτυχώς δεν απέβη μοιραία (ναι, αλλά πόσες και πόσες παρόμοιες παραβάσεις οδηγούνται σε δράματα καθημερινά!), όλοι γνωρίζουν ότι η επιβολή του νόμου θα μπορούσε να συνετίσει τον παραβάτη, ότι είναι βλακώδες τα όργανα του νόμου να καθοδηγούν τον παραβάτη σε λύσεις που παρακάμπτουν τον νόμο αλλά παράλληλα, όλοι επιθυμούν μέσα στο όργιο βλακώδους ανοησίας και ανευθυνότητας να υφίσταται κάτι το ηθικό (στη συγκεκριμένη περίπτωση χαρτί από γιατρό!!!). 
Τελικά, η συνάδελφος βρήκε γιατρό που υπέγραψε το συγκεκριμένο χαρτί χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, οπότε θα συνεχίσει να οδηγεί και μάλλον -τώρα που γνωρίζει τα κόλπα- με το κινητό στο χέρι. Η ευκαιρία να διδαχτεί η ίδια και ίσως ο περίγυρός της δείχνοντας μεγαλύτερο σεβασμό και υπακοή στους νόμους χάθηκε. 
Παρόμοιες καταστάσεις βιώνουμε διαρκώς. Η παραβατικότητα αποτελεί πια μια οικεία καθημερινότητα που δεν εκπλήσσει κανέναν εμποδίζοντας κάθε πιθανότητα προόδου. Εννοείται ότι βρισκόμαστε μακριά από το να αποτελέσουμε οργανωμένο κράτος. Η αντικοινωνική συμπεριφορά (αυτό σημαίνει παραβιάζω τον νόμο) θα συνεχίσει να χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα και η ελπίδα για κάτι καλύτερο θα συνεχίσει να αποτελεί ζητούμενο. 
Ο νόμος μπορεί να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο σε μια κοινωνία. Μπορεί να διαπαιδαγωγεί, μπορεί να διαφυλάσσει την ηρεμία, την ενότητα, την αίσθηση δικαιοσύνης. Μπορεί όμως, να το κάνει αυτό σε περιπτώσεις όπου η παραβατική συμπεριφορά -ανευθυνότητα- είναι η εξαίρεση. Όταν είναι ο κανόνας, τότε ο νόμος υπάρχει απλώς για... ομορφιά, ανίκανος να συμβάλει στην τόνωση της υπευθυνότητας. 
Οπότε, κι όσο οι... υπεύθυνοι για την τήρηση των κανόνων κάνουν τα στραβά μάτια και μάς δείχνουν τρόπους αποφυγής των συνεπειών της ανευθυνότητάς μας, θα συνεχίσουμε να ανεχόμαστε την ανέγερση αυθαιρέτων, την επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά, την οικολογική καταστροφή, τον εκφοβισμό, την αναξιοκρατία, τις «παρεμβάσεις» συλλογικοτήτων, την καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας... ως φυσιολογικές συμπεριφορές.


Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

Εκπαιδεύοντας Ανεύθυνους

Αν κάτι έχει αφήσει η πρόσφατη, πολύνεκρη και καταστροφική τραγωδία στη χώρα μας είναι πόνος, πικρία και, με βεβαιότητα, αρκετούς προβληματισμούς. Ο πόνος θα συνοδεύει για αρκετό διάστημα εκείνους που έχασαν οικείους, περιουσίες και σημεία αναφοράς. Η πικρία εκείνους που παρακολούθησαν την εξέλιξη ενός δράματος απέναντι στο οποίο, για πολλοστή φορά, ο κρατικός μηχανισμός στάθηκε ανίκανος να αμυνθεί. Οι προβληματισμοί όσους δε μένουν απλώς στα γεγονότα αλλά προσπαθούν να εξαγάγουν συμπεράσματα και να εντοπίσουν απαντήσεις.
                Εκείνο που παρατηρήθηκε, όμως, είναι η έλλειψη απαντήσεων. Στην ελληνική επικράτεια αποτελεί σύνηθες φαινόμενο. Όλοι οι άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενοι, ανεξάρτητα από τη θέση που βρίσκονται αλλά και το τι εκπροσωπούν, προσπαθούν αγωνιωδώς να διώξουν την ευθύνη από πάνω τους. Η ανάληψη -με ουσιαστικό και όχι θεατρικό τρόπο- οποιασδήποτε ευθύνης στη χώρα μας δείχνει να ισοδυναμεί με τη χειρότερη αμαρτία που οδηγεί στην κόλαση. Η συγκεκριμένη απαράδεκτη δειλία απέναντι στην ευθύνη είναι συνθήκη ικανή, ώστε να εξηγήσει την κατάσταση -οικονομική, πολιτική και κοινωνική- στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα.
                Η συγκεκριμένη ανευθυνότητα δεν είναι τυχαία και δεν έχει να κάνει με θεϊκές παρεμβάσεις και επιδιώξεις σκοτεινών δυνάμεων, οι οποίες φθονούν και ζηλεύουν τον περιούσιο λαό μας. Πρόκειται για στάση ζωής, την οποία προετοιμάζουν από πολύ πολύ νωρίς γονείς, σχολείο και φυσικά η εκάστοτε εξουσία. Δυστυχώς, η δομή της προσωπικότητάς, η κουλτούρα μας και άρα οι επιλογές ζωής μας καθορίζονται, σε μεγάλο βαθμό, από ένα σύνολο παραγόντων που νοσούν.
                Τα πάντα ξεκινούν από εκείνη την κατηγορία γονιών που θα ήθελαν -και συχνά το πιστεύουν- το παιδί τους να συνδυάζει κάτι από Αϊνστάιν (σε πνεύμα), Αντζελίνα Τζολί ή Μπραντ Πιτ (σε εμφάνιση) και Τζεφ Μπέζος (σε επιχειρηματικότητα). Οι συγκεκριμένοι γονείς, μακριά από κάθε ρεαλιστική προσέγγιση, αρνούνται να δουν την πραγματικότητα, γεγονός που τους οδηγεί σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να δικαιολογήσουν κάθε αδυναμία και, κυρίως αυτό, κάθε αποτυχία των παιδιών τους. Για ό,τι ατυχές συμβαίνει στη ζωή των... βλασταριών τους θα φταίει το σύστημα, οι εκπαιδευτικοί που δεν αναγνωρίζουν την -πολύ καλά κρυμμένη- αξία του μονάκριβού τους, το κακό το μάτι, η κοινωνία η ένοχη. Ακόμη κι όταν τα... γλυκά τους, στο τέλος του Λυκείου, δείχνουν ανημπόρια να συμπληρώσουν ένα απλό μηχανογραφικό επιλέγοντας τη σχολή στην οποία επιθυμούν να εισαχθούν, η συγκεκριμένη κατηγορία γονιών -είναι η πλειονότητα- έχουν έτοιμη τη δικαιολογία: «και πού να ξέρουν τα καημένα για τις σχολές;». Παράλληλα, και για να αποφευχθούν τα χειρότερα στήνουν ένα ωραίο υπερπροστατευτικό σκηνικό γύρω από τα… γλυκούλια τους, ώστε να ελέγχουν τα πάντα. Πόσες πιθανότητες έχει ένα παιδί που μεγαλώνει με αυτόν τον τρόπο να αναλάβει ποτέ ευθύνη για το οτιδήποτε κάποια στιγμή στη ζωή του; Είναι τουλάχιστον βλακώδες να θεωρεί κανείς ότι με την πάροδο των χρόνων ένα τέτοιο άτομο θα γίνει υπεύθυνο. Και πώς να γίνει άλλωστε; Με επιφοίτηση;
                Στο καταστροφικό έργο των γονιών έρχεται να προστεθεί και ένα νοσηρό, σε μεγάλο βαθμό, εκπαιδευτικό σύστημα που ισοπεδώνει τα πάντα. Μεγάλοι βαθμοί χωρίς το παραμικρό αντίκρισμα, απλοϊκά θέματα σε εξετάσεις που δεν αναδεικνύουν και δε διαχωρίζουν τους πραγματικά ικανούς, συνεχής μείωση της ύλης σε επίπεδα ντροπιαστικά. Η αποτυχία θεωρείται κάτι τραγικό, η πίεση στον μαθητή, ώστε να αναλάβει τις ευθύνες του, να οργανώσει την προσπάθειά του, να κοπιάσει για να κατακτήσει υψηλούς στόχους θεωρούνται καταστάσεις βάρβαρες και ανοίκειες για το ελληνικό πρότυπο διαπαιδαγώγησης. Το παιδί κάπως έτσι φτάνει στο τέλος της εφηβείας χωρίς να έχει μάθει τι σημαίνει ευθύνη ακόμη και απέναντι σε απλά ζητήματα της καθημερινότητας και χωρίς προοπτική να κατανοήσει τη σημασία της υπευθυνότητας ως στάσης ζωής.
                Και σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί ένα κράτος ανεύθυνο, ανοργάνωτο, λαϊκιστικό, στελεχωμένο, ως επί το πλείστον, από μετριότητες. Το κακό ολοκληρώνεται από μια ηγεσία που γνωρίζει έναν και μόνο τρόπο για να διεκδικεί την ψήφο των πολιτών(;). Και ο τρόπος που γνωρίζει δεν είναι η παραγωγικότητα της εξουσίας, δεν είναι η επίλυση προβλημάτων, δεν είναι η ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών ζωής, ούτε η εξυπηρέτηση των ανθρώπων και η παροχή αίσθησης ασφάλειας σε αυτούς. Όχι, δεν είναι τίποτε από αυτά. Είναι το ρουσφέτι, είναι η αιτιολόγηση παράνομων πράξεων, είναι η εύνοια των μέτριων με αντάλλαγμα ψήφους. Και όταν, βέβαια, η ηγεσία δεν αναλαμβάνει τις δικές της ευθύνες, λειτουργεί κι ως πρότυπο για τους υπολοίπους.
                Αν κάποιος αναρωτιέται για το ποιοι είναι οι υπεύθυνοι για την πρόσφατη τραγωδία, έχει την απάντηση. Η κοινωνία μας φταίει που ανέχεται τα αυθαίρετα, που αντιμετωπίζει τον κρατικό μηχανισμό ως χώρο για να βολεύονται οι κομματικές στρατιές των μετρίων, που επιλέγει πολιτικούς με κριτήριο το προσωπικό όφελος, που δείχνει ανοχή στην καθημερινή παραβατικότητα, που κατεβαίνει στους δρόμους για να φωνάξει ότι η Μακεδονία είναι ελληνική ή είναι Ελλάδα ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, αλλά παρακολουθεί από τον καναπέ την καταστροφική μανία της φωτιάς και την προσπάθεια των υπευθύνων(;) να αποδείξουν ότι δεν έχουν την παραμικρή ευθύνη. 
Η κοινωνία μας φταίει, επειδή φοβάται να διδάξει υπευθυνότητα.

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

Πανελλαδικές, προσδοκίες και ψευδαισθήσεις (προετοιμάζοντας τους οπαδούς της αθλιότητας)

Η αδυναμία αρκετών γονιών να συμβιβαστούν με τις χαμηλές επιδόσεις των παιδιών τους στις πανελλαδικές, όπως ισχυρίστηκα στο προηγούμενο σημείωμα, θα μπορούσε απλώς να θεωρηθεί μια γραφική και ανόητη αντίδρασή τους ανάμεσα στις τόσες άλλες. Και από τους περισσότερους έτσι αντιμετωπίζεται. Η έκφραση «οι βαθμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονται στο παιδί μου» προκαλεί μειδιάματα και δεν αφήνει περιθώρια σοβαρής προσέγγισης. 
Θα ήταν ακριβώς έτσι, αν η συγκεκριμένη στάση ολοκληρωνόταν με την επίρριψη ευθυνών στους καθηγητές του μαθητή (ο συγκεκριμένος μαθητής δε φταίει ποτέ και για τίποτε) ή με το πακετάρισμα του παιδιού και την αποστολή του σε φοιτητικούς παραδείσους για εκπληκτικού κύρους σπουδές (γιατί φταίει το σύστημα). Βουλγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία, ίσως και Αζερμπαϊτζάν και, τώρα τελευταία, Κύπρος τρίβουν τα χέρια τους για τα έσοδα από Έλληνες φοιτητές-τουρίστες. Στους συγκεκριμένους προορισμούς το παιδί θα ενταχθεί σε σχολές, τις οποίες, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ούτε με το κιάλι θα μπορούσε να δει μέσω πανελλαδικών. Από αυτές κάποια στιγμή, θα αποφοιτήσει και τότε... κλάψε με μάνα κλάψε με τη νύχτα με φεγγάρι. 
Αλλά, δυστυχώς, το πράγμα δε σταματάει εδώ. Γίνεται ο προθάλαμος διαμόρφωσης άθλιων πολιτών και της κρίσης της δημοκρατίας. Εκτρέφει οπαδούς της απόλυτης αθλιότητας. Οι πανελλαδικές αποτελούν για την πλειονότητα των εφήβων ουσιαστικά την πρώτη δύσκολη δοκιμασία. Μέχρι τότε η κατάσταση βολεύεται με την παροχή υψηλών βαθμών από το σχολείο, με χτυπήματα στην πλάτη και χάιδεμα αφτιών. Η πρώτη ουσιαστική και αντικειμενική αξιολόγηση έρχεται με τις πανελλαδικές. Σε αυτές ο μαθητής καλείται να δείξει και κυρίως, ο ίδιος να κατανοήσει τι πράγματι αξίζει. Οι περισσότεροι βρίσκονται τελικά μακριά από τους στόχους τους και από την πλασματική εικόνα που είχαν διαμορφώσει για τον εαυτό τους με την αμέριστη συμπαράσταση ανόητων γονιών και βολεμένων εκπαιδευτικών. 
Ναι αλλά η πλειονότητα των γονιών στη χώρα μας αρνείται να δεχτεί ότι τα μόρια που συγκέντρωσε το παιδί τους είναι τα μόρια για τα οποία άξιζε. Η στάση τους οδηγεί τα παιδιά τους σε τελείως λαθεμένα συμπεράσματα. Είναι πολύ εύκολο το παιδί να διαμορφώσει υψηλή αυτοϊδέα, η οποία, όμως, δεν έχει την παραμικρή σχέση με τις αντικειμενικές δυνατότητές του. Η καταστροφή έχει ήδη συντελεστεί. Το νεοελληνικό σύνδρομο του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ» έχει περάσει στην επόμενη γενιά. Άνθρωποι που θέλουν πολλά χωρίς και να προσπαθούν γι αυτά θα στελεχώσουν τις στρατιές των άθλιων πολιτών της ελληνικής δημοκρατίας. 
Αφού η κοπιαστική προσπάθεια βρίσκεται έξω από τα σχέδια αυτών των ατόμων, η επίτευξη των στόχων θα αναζητήσει άλλες ατραπούς. Τον πατερούλη και τη μανούλα θα αντικαταστήσουν με εξαιρετική άνεση οι λαϊκιστές που θα συνεχίσουν να παραμυθιάζουν τον σημερινό έφηβο λέγοντάς του ότι αξίζει περισσότερα από όσα διαθέτει αλλά και με υποσχέσεις για απλοϊκές λύσεις στα προβλήματα και τις επιδιώξεις του. Τη θέση των «καταραμένων πανελλαδικών» που του έδειξαν τι πράγματι αξίζει, σταδιακά θα καταλάβουν οι πολιτικοί που τον φέρνουν σε επαφή με τη δύσκολη και απαιτητική πραγματικότητα, οι εργοδότες που περιμένουν από αυτόν πολλά, οι πελάτες που επιθυμούν υψηλού επιπέδου εξυπηρέτηση, οι άνθρωποι που δεν τον κανακεύουν. 
Τα παιδιά που μεγαλώνουν με την αρρωστημένη αντίληψη του «τα μόρια αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική αξία του παιδιού μου» αύριο θα στηρίξουν τους ψευτοτσαμπουκάδες λαϊκιστές που θα σκίζουν τα μνημόνια, που θα ωρύονται ότι η αδράνειά μας οφείλεται στο ότι κάποιες (ποιες άραγε;) δυνάμεις μάς ψεκάζουν, θα διεκδικούν αναξιοκρατικά θέσεις περιορισμένης ευθύνης αλλά καλά αμειβόμενες στον δημόσιο τομέα, θα «παρεμβαίνουν» με μολότοφ και καταστροφές δημόσιας περιουσίας, αφού κάποιος από πολύ νωρίς τους έπεισε ότι αξίζουν περισσότερα από όσα έχουν ή θα αδιαφορούν για τα κοινά, επειδή κάποιος «από μηχανής θεός» θα λύνει τα προβλήματα χωρίς τη δική τους δράση. 
Εννοείται ότι οι συγκεκριμένες προσωπικότητες είναι αδύνατον να στηρίξουν την ανάπτυξη, να συμβάλουν στην επίλυση προβλημάτων, στην εξυγίανση της πολιτικής ζωής, στη συνοχή της κοινωνίας και την ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας. Φαίνεται τελικά ότι η χώρα που γέννησε τη δημοκρατία και άρα την ισότητα και τη δικαιοσύνη έχει γίνει αλλεργική στις συγκεκριμένες αρχές. Οπότε, και άσχετα με ό,τι ορισμένοι ισχυρίζονται, η ελπίδα με μεγάλη βεβαιότητα δεν έρχεται ούτε πρόκειται σύντομα να το κάνει. Γιατί μπορεί ο λαός μας να είναι αλλεργικός στις δημοκρατικές αρχές αλλά και η ελπίδα είναι αλλεργική στην αθλιότητα. Και την αποφεύγει παθιασμένα.


Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Πανελλαδικές, προσδοκίες και ψευδαισθήσεις


Η περίοδος συμπλήρωσης των μηχανογραφικών είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική. Αποκαλυπτική για τους υποψηφίους αλλά κυρίως για τους γονείς τους. Αυτό ελάχιστοι από τους εμπλεκομένους το γνωρίζουν. Ακόμη και τώρα που με τόση καθαρότητα το αποκαλύπτω, ελάχιστοι θα το αξιοποιήσουν και θα προφυλαχτούν από τις προεκτάσεις του.
Απέναντί μου έχω τη μάνα υποψηφίου (αδιάφορο το φύλο), η οποία μου ζήτησε βοήθεια για τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού. Η συζήτηση αρχίζει με την προσπάθειά μου να μάθω πώς τα πήγε στις εξετάσεις του το παιδί, το οποίο συγκέντρωσε αρκετά μόρια αλλά όχι τόσο αρκετά, ώστε να κατακτήσει την εισαγωγή στην περιπόθητη σχολή (μία είναι η περιπόθητη σχολή και δε θέλω ανοησίες). Η συνέχεια είχε πλάκα. Η μάνα -όλη αυτή την ώρα έδειχνε ανήσυχη σαν να είχε σκουλήκια σε κάποιο σημείο του σώματός της, το οποίο δεν μου επιτρέπει η ανατροφή μου να αποκαλύψω- δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί άλλο. Ο διάλογος που ακολούθησε πρόσφερε μια κωμική εσάνς στη σκηνή:

Μάνα: Τα μόρια αυτά δεν είναι του... παιδιού μου (η διακριτικότητά μου είναι παροιμιώδης).
Εγώ (δείχνοντας έκπληκτος και δίνοντας την αίσθηση ότι δεν καταλαβαίνω): Τι εννοείτε; Τίνος είναι αυτά τα μόρια; Από άλλον υποψήφιο τα πήρατε; Μήπως έγινε λάθος από το υπουργείο;
Μάνα: Εεε, δεεεν το εννοούσα έτσι...
Εγώ (συνεχίζοντας να το παίζω έκπληκτος): Μα παιχνίδια θα κάνουμε τώρα; Ποιανού είναι τα μόρια τελικά;
Μάνα (ξέπνοα): Του παιδιού μου είναι. Εννοούσα ότι δεν ανταποκρίνονται στις δυνατότητές του. Δεν ταιριάζουν στο προφίλ του. Το παιδί αυτό είναι για μεγάλα πράγματα!
Εγώ (εκφράζοντας ανακούφιση): Ααα, πείτε μου έτσι... Τέλος πάντων, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή αυτά τα μόρια έχει συγκεντρώσει το παιδί, με αυτά θα κάνουμε δουλειά. Αν εσείς ή το παιδί πιστεύετε ότι αδικήθηκε, τότε ας κάνει μια δεύτερη προσπάθεια την επόμενη χρονιά.
Μάνα (με ύφος λατρείας προς εμένα): Αυτό λέω κι εγώ αλλά δεν ακούει. Αγύριστο κεφάλι, σαν την πεθερά μου. Να ξαναδώσει και θα περάσει στην περιπόθητη σχολή!
Παιδί (αναστενάζοντας και δείχνοντας παραίτηση): Άντε πάλι τα ίδια...

Εννοείται ότι το παιδί κατά τη διάρκεια της συζήτησης τρελών που έστησα με τη μάνα του γελούσε ακατάπαυστα, κατανοώντας όσα η μάνα αδυνατούσε να αντιληφθεί και παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου.
Γι αυτό λέω ότι η συμπλήρωση του μηχανογραφικού είναι αποκαλυπτική. Αρκετοί γονείς (αποφυγή απόλυτης αναφοράς) έχουν διαμορφώσει μια εξιδανικευμένη εικόνα για τα παιδιά τους. Εικόνα που τελικά αποδεικνύεται ψευδαίσθηση. Αυτό οφείλεται στο ότι νιώθουν υπεύθυνοι για την προσωπικότητα, τις επιδόσεις και τις επιλογές των παιδιών τους. Και είναι. Αυτοί τα μεγάλωσαν, αυτοί υπήρξαν -έστω άθλια- πρότυπα στις πρώτες φάσεις της ζωής τους, αυτοί τα γαλούχησαν, αυτοί... Κι αν το παιδί τα πάει καλά στις πανελλαδικές, όλα ωραία και καλά. Έλα, όμως, που τα περισσότερα δεν ανταποκρίνονται στις μεγάλες προσδοκίες των γονιών. Τότε αρχίζει το δράμα με πιο συχνή έκφραση την αντίδραση της μάνας που με τόση ζωντάνια περιέγραψα παραπάνω. Οι γονείς περιέρχονται σε κατάσταση σοκ αδυνατώντας να δεχτούν μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Η κατάστασή τους είναι τόσο δραματική και δύσκολα διαχειρίσιμη, με αποτέλεσμα να αποκαλύπτουν την πραγματική εικόνα του χαρακτήρα τους.
Η λογική του «τα μόρια αυτά δεν ανταποκρίνονται στο παιδί μου» απλώς δεν έχει την παραμικρή λογική. Από τη μια, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το «ανταποκρίνονται». Ανταποκρίνονται στο τι; Μήπως στο ύψος του παιδιού; Μήπως στα ωραία πράσινα, γαλάζια, καστανά αμυγδαλωτά μάτια του; Μήπως στα κιλά του ή μήπως στην ομορφάδα του; Μάλλον όχι, ε; Πολύ δύσκολο να βρεθεί στατιστική που να επιβεβαιώνει ότι τα μόρια που θα συγκεντρώσει κανείς στις πανελλαδικές σχετίζονται με την εμφάνισή του. Έχω δει τόσα όμορφα παιδιά όσα και κακομούτσουνα να πετυχαίνουν ή το αντίθετο.
Οπότε, σε ποια στοιχεία του παιδιού ανταποκρίνονται ή (συνήθως) δεν ανταποκρίνονται τα μόριά του στις εξετάσεις; Μια σκέψη θα ήταν σε σχέση με τον χρόνο που αφιέρωσε στη μελέτη. Αλλά η σκέψη αυτή θα ήταν εξαιρετικά απλοϊκή. Παιδιά που αφιερώνουν τον ίδιο χρόνο στο διάβασμα, έχουν πολύ διαφορετικές επιδόσεις. Κι αυτό έχει να κάνει με την ποιότητα της προσπάθειας. Κι αυτή με τη σειρά της έχει να κάνει με την προσπάθεια και τα ερεθίσματα που έχουν προηγηθεί των πανελλαδικών. Έχει να κάνει με την ικανότητα του παιδιού να διαχειρίζεται την πίεση, τα συναισθήματά του αλλά και τις αντιξοότητες που εμφανίζονται. Έχει να κάνει με την ευφυΐα που απέκτησε το παιδί από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Έχει να κάνει με πολλά.
Είχα μαθητές που πέτυχαν τον στόχο τους ενώ έχασαν πολύ οικεία πρόσωπά τους έναν ή δύο μήνες πριν τις εξετάσεις τους (δεν τους ξεχνάω ποτέ). Ναι αλλά και μαθητές που σε ανάλογες περιπτώσεις δεν τα κατάφεραν. Είχα μαθητές που πέτυχαν με πολύωρο διάβασμα αλλά και μαθητές που τα κατάφεραν με λίγες ώρες ενασχόλησης και με εκδρομές στο Πήλιο λίγο πριν τις εξετάσεις.
Οπότε καλά θα κάνουν τόσο τα ίδια τα παιδιά αλλά κυρίως οι γονείς τους να αποδεχτούν μια πραγματικότητα. Τα μόρια των πανελλαδικών πάντα μα πάντα ανταποκρίνονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ευφυΐα, προσπάθεια, συγκέντρωση, συναισθηματική νοημοσύνη, δομή...) των παιδιών τους, γιατί από αυτά εξαρτώνται οι επιδόσεις τους.
Οι περισσότεροι γονείς μπορεί να έχουν μεγάλες προσδοκίες από τα βλαστάρια τους. Μπορώ να καταλάβω και τον πόνο που κάποτε προκαλεί η διάψευση. Όμως, οι μεγάλες προσδοκίες των γονιών αποδεικνύεται ότι δεν αρκούν για την επιτυχία. Το βασικό είναι να έχουν μεγάλες προσδοκίες τα ίδια τα παιδιά από τον εαυτό τους. Κι αυτό εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τη στάση των γονιών. Και οι γονείς το γνωρίζουν και είναι η συγκεκριμένη γνώση που τους οδηγεί σε γραφικές αντιδράσεις. Οι ψευδαισθήσεις δεν είναι καλός οδηγός.