Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Το λυκαυγές του ελληνικού Μεσαίωνα

Η ανείπωτη χαρά που νιώθω είναι... ανείπωτη. Η Ελλάδα δείχνει να εγκαταλείπει την ένδοξη αρχαιότητα -ξέρετε, τότε που «εμείς φτιάχναμε ωραίους και γερούς Παρθενώνες και άλλα ευκλεή οικοδομήματα»- και σιγά σιγά εισέρχεται στο Μεσαίωνα. Υπήρξε, βέβαια, μια μικρή χρονική υστέρηση συγκριτικά με τους υπόλοιπους δυτικούς λαούς αλλά, σε κλίμακα αιωνιότητας δεν πρόκειται παρά για σταγόνα στον ωκεανό. Τώρα, και για να μη δίνω λαβές και βρεθεί κανείς να με κακολογήσει, διευκρινίζω. Η ευτυχία μου δεν απορρέει από την είσοδό μας στο Μεσαίωνα αυτή καθαυτή αλλά από το τι έπεται. Μπορεί για κάποιους αιώνες τα πράγματα να είναι λίγο αχνά έως και μαύρα αλλά αμέσως μετά έρχεται το καλό: Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός. Τι καλά!!! Το φως (όχι το Άγιο αλλά του Διαφωτισμού και των ανθρωπιστικών ιδεών) βρίσκεται μπροστά μας.
Η απέραντης αισιοδοξίας θέση που διατυπώθηκε ήδη στηρίζεται σε πλήθος τεκμηρίων. Η ελληνική κοινωνία άλλωστε καθόλου φειδωλή είναι σ’ αυτό. Σε μια εποχή που ο υπόλοιπος κόσμος βιώνει δυναμικά την κυριαρχία της ψηφιακής τεχνολογίας και την εδραίωση της παγκοσμιοποίησης με τα καλά και τα κακά της, εμείς είμαστε... αλλού. Στηρίζουμε άτομα που κηρύσσουν το μίσος, τη βία, το φόβο απέναντι στους διαφορετικούς, θεωρούν δεδομένη την «καθαρότητα» και ανωτερότητά μας. Ψηφίζουμε κόμματα που πιστεύουν ότι οι βλακώδεις επιλογές μας για το οτιδήποτε οφείλονται στο ότι μας ψεκάζουν. Τα ποσοστά των λειτουργικά και ψηφιακά αναλφάβητων συμπατριωτών μας (ανήκουν κι αυτοί άραγε στους... ανώτερους;) κινούνται στις πρώτες θέσεις του δυτικού και πλέον μεγάλου μέρους του ανατολικού κόσμου. Όσο για την οικονομική πραγματικότητα... Κι αυτή δείχνει να αποκτά με ρυθμούς Flash Gordon γνωρίσματα του Μεσαίωνα, τότε που η εξαθλίωση, η πείνα, η περιθωριοποίηση μεγάλων ομάδων πληθυσμού κυριαρχούσαν.
Εκείνο όμως που πιστοποιεί τη θριαμβευτική είσοδό μας στην εποχή του σκοταδισμού δεν είναι παρά η νοοτροπία μας. Αποτέλεσμα άθλιας, υποτυπώδους, συντηρητικής παιδείας (όχι μόνο εκπαίδευσης), η σκέψη της πλειονότητας των μελών του «ανώτερου έθνους» χαρακτηρίζεται από πηχτό σκοτάδι. Πίσσα. Νυχτερίδες και αράχνες. Πίστη σε δεισιδαιμονίες, αγωνία απέναντι στην «αμαρτία» της αμφισβήτησης, εμπιστοσύνη σε μεσσίες της πολιτικής, εξοβελισμός του ξένου, διαιώνιση στερεοτυπικών επιλογών ως προς τον τρόπο ζωής και τους στόχους, λατρεία του λαϊκισμού, φόβος απέναντι στο καινούριο, μισαλλοδοξία και κυρίως υποκρισία...
Κι όλα αυτά δεν ισχύουν για συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα. Χαρακτηρίζουν και άτομα που κατέχουν θέσεις εξουσίας, που -δυστυχώς- διαμορφώνουν και χειραγωγούν την κοινή γνώμη. Μεταφέρω: «...Εάν υπήρχε στιβαρά εκκλησιαστική Διοίκηση, τότε θα είχε εκδώσει ΑΦΟΡΙΣΜΟ για το ασεβέστατο αυτό ανθρωπάκι. Αφού όμως αυτό δεν έγινε, εμείς παρακαλούμε τον Θεό να σαπίσει το στόμα του! Συγχωρήστε με, Αδελφοί και Πατέρες!...». Μάλιστα. Θα πιστεύει κάποιος ότι πρόκειται για απόσπασμα αρχείων της Ιεράς Εξέτασης αλλά πιστεύει καθολικά λάθος. Πρόκειται για λόγια -αμβροσία και νέκταρ στάζουν τα άτιμα- του μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιου διατυπωμένα λίγες μέρες πριν την Ανάσταση του Κυρίου ο οποίος, έχω την υπόνοια, κήρυττε «αγαπάτε αλλήλους». Το προς αφορισμό θύμα; Ο συγγραφέας Ν. Δήμου που τόλμησε να αμφισβητήσει την αγιότητα του «Αγίου Φωτός» όχι το 1014 αλλά το 2014. 
Το 2014 από κάποιους -πολλούς κάποιους- κρίνεται αναγκαίος ο αφορισμός, ο λιθοβολισμός, ο μαρτυρικός θάνατος, η θεία τιμωρία εκείνου που τολμά και διατυπώνει αιρετικές θέσεις για το «Άγιο Φως», για το «κρυφό σχολειό», για το «φανερό σχολειό», για τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ, για την αξιολόγηση στο δημόσιο, για την ποιότητα της επιλογής υποψηφίων ενόψει ευρωεκλογών, για οτιδήποτε παγιωμένο τελικά. Κατά τα άλλα η ελευθερία του λόγου στο μεγαλείο της. Μα καλοί μου άνθρωποι, το 2014 ελευθερία λόγου δε σημαίνει υποχρέωση να ασπαστώ τις διαφορετικές απόψεις αλλά υποχρέωση διασφάλισης του δικαιώματος εκείνου που τις λέει, να μπορεί να τις λέει.
Καθετί άλλο παραπέμπει στο Μεσαίωνα. Κι αυτό μπορεί να μας κάνει αισιόδοξους. Μπορεί να μας περιμένουν τα χίλια μύρια όσα βάσανα. Μπορεί ο σκοταδισμός να σκεπάζει απειλητικά τα πάντα γύρω μας. Μπορεί η άγνοια, η ακρισία, η εξαθλίωση να μας ακολουθούν αλλά θα το κάνουν για λίγους μόνο αιώνες ακόμη. Ακολουθεί η Αναγέννηση κι αυτό δεν μπορεί παρά να μας γεμίζει με αισιοδοξία. Βρισκόμαστε στο λυκαυγές της πιο σκοτεινής περιόδου αλλά πλέον μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι. Το λυκαυγές ακολουθείται από το λυκόφως. Σε λίγους αιώνες ο κ. Δήμου και ο κάθε Δήμου της ελληνικής κοινωνίας θα μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα χωρίς να κινδυνεύει με... αφορισμό. 

Ο κ. Ζάχος αναρωτιέται αν όλοι εκείνοι που αγανάκτησαν με τις δηλώσεις Δήμου, 
το βράδυ της Ανάστασης παρέμειναν μέχρι το τέλος της ακολουθίας 
ή απλώς έλαβαν το φως και ξεκίνησαν αγώνα δρόμου με έπαθλο την αχνιστή μαγειρίτσα.


Κυριακή 13 Απριλίου 2014

«Να το πάρει το ποτάμι...»

Τι ανάγκη για αλλαγή είναι αυτή, βρε παιδί μου; Για τη χώρα μας και το λαό της μιλάω (γραπτώς). Δώσε μας αλλαγή και πάρε μας την ψυχή, που λέει ο λόγος. Και δεν είναι μόνο σήμερα. Πάντοτε ήμασταν υπέρμαχοι της αλλαγής. Αρκεί να μη χρειαζόταν να κάνουμε και πολλά! Αυτή την ανάγκη μας εκμεταλλεύονται ανέκαθεν οι επαγγελματίες, πλέον και οι ερασιτέχνες της πολιτικής. «Ψηφίστε με και θα φέρω την αλλαγή», ο ένας. «Αλλαγή εδώ και τώρα», ο άλλος. Και τα συναφή: «επανίδρυση», «αναγέννηση», «άνοιξη»...
Και να μην την είχαμε πατήσει δεόντως με τόσες αλλαγές, να πω. Αλλά την έχουμε πατήσει ουκ ολίγες φορές ακολουθώντας όσους ευαγγελίζονταν την αλλαγή. Κι αν κάτι πληρώνουμε σήμερα, έχω την υπόνοια, ότι δεν είναι παρά το κόστος όλων αυτών των αλλαγών. Τέτοιοι είμαστε. Μυαλό ούτε για δείγμα. Επαναλαμβάνουμε τα λάθη περισσότερες φορές κι από το μαθητή που επαναλαμβάνει το ΑΟΔΕ πριν τις πανελλαδικές. Από εκεί ξεκινούν όλα. Μας έλεγαν: «η επανάληψη είναι μητέρα της μαθήσεως». Εκεί την πατήσαμε. Μένουμε στην επανάληψη αλλά από μάθηση, κουμπούρες. Συνεχίζουμε απτόητοι.
Αυτό που αγνοούμε είναι ότι ως χώρα και ως λαός δε χρειαζόμαστε αλλαγή. Σταθερότητα χρειαζόμαστε αλλά... Δεν κόβει το άτιμο. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα βρεθήκαμε πάλι στα ίδια. Βοηθάει και η προεκλογική περίοδος. Βγαίνει ο πάσα ένας και υπόσχεται αλλαγή. Τώρα, ποια αλλαγή, κανείς το γνωρίζει. Σίγουρα όχι εκείνος που την υπόσχεται. Αυτό είναι εξειδίκευση. Άλλος υπόσχεται την αλλαγή, άλλος την προσδιορίζει κι άλλος τη φέρνει. Τι μας νοιάζει, όμως, η λεπτομέρεια; Εμείς αλλαγή θέλουμε. Χρειάζεται να ξέρουμε και ποια; Ο Χου Ι, δηλαδή ΟΧΙ.
Κι επειδή δε συνηθίζω να λέω (γραπτώς πάντα, γιατί αυτά μένουν) λόγια του αέρα, έχω και το παράδειγμα. Και μάλιστα νωπό. Βγαίνει, λοιπόν, η τηλεοπτική περσόνα και λέει: «Ιδρύω το ποτάμι και θα φέρω την αλλαγή που χρειάζεστε». Είπαμε, βέβαια, ότι εμείς ναι μεν φτιαχνόμαστε με την αλλαγή, αλλά δεν ξέρουμε ποια είναι αυτή. Οπότε έρχεται ο ειδικός και μας δίνει τη γνώση. Μας τη δίνει άραγε; Ο ίδιος άλλωστε δηλώνει κάτι σαν: «Ας ξεκινήσουμε και τα βρίσκουμε στην πορεία, γιατί δεν έχουμε προετοιμαστεί επαρκώς». Με απλά λόγια αυτό σημαίνει: "Δώστε μας την εντολή να σας κυβερνήσουμε αλλά δε γνωρίζουμε το πώς..."! Και τι είναι επιτέλους η εντολή διακυβέρνησης; Εντολή για αβγά μάτια είναι; Κι άντε τα αβγά, αν δεν πετύχουν, τα πετάς και φτιάχνεις άλλα (ευτυχώς δεν πάθαμε και τίποτα)! Τη διακυβέρνηση τι την κάνεις; Λίγα πάθαμε μέχρι τώρα από διακυβερνήσεις του κ...λου; Κι άλλα μας χρειάζονται;
Για έναν λαό του επιπέδου μας όμως αυτό είναι αρκετό. Ουάου, «ποτάμι», ρε συ! Ωραίο πράγμα. Τουλάχιστον αρκετό για να κινητοποιήσει τα ένστικτα και τις τάσεις αναζήτησης του καινούριου. Σκέψου, ένα «ποτάμι» είναι αρκετό. Την επομένη και χωρίς να ξέρουμε καν το... όνομα του «ποτάμι», αυτό μαζεύει για την πλάκα του ένα 7% και βάλε. Αν μας έλεγαν και το όνομα, πού θα έφταναν τα ποσοστά του; Δηλαδή, μπορεί τώρα ο ιδρυτής του «ποτάμι» να κλαίει με μαύρο δάκρυ. Σου λέει, «εδώ βγήκα και απλώς ανακοίνωσα ότι ιδρύω «ποτάμι» και σάρωσα. Τι θα γινόταν αν έλεγα ότι ιδρύω καταρράκτη, πέλαγος ή και ωκεανό; Το χαμό θα έφτιαχνα»; Εμ έτσι είναι. Θέλουν μια προετοιμασία τα κόμματα για να βγουν σωστά. Τι είναι η ίδρυση ενός «ποτάμι» πια; Εδώ η Δημιουργία βάστηξε εκατομμύρια χρόνια και πέρασε από σαράντα και παραπάνω κύματα κι εσύ ιδρύεις έτσι στα γρήγορα ένα «ποτάμι»; Βέβαια, από μόνη της η ίδρυση ενός «ποτάμι» είναι κάτι μεγαλειώδες. Έχει κάτι το μεταφυσικό, κάτι από τη Δημιουργία.
            Φοβερό. Μερικές χιλιάδες από εμάς δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν «ποτάμι» αλλά αγνοούν τα πάντα γι αυτό. Το μόνο που γνωρίζουν είναι ο ιδρυτής του. Αγνοούν τα πρόσωπα που θα το στελεχώσουν, τις θέσεις, τις επιδιώξεις του, την ιδεολογική βάση του, το τηλέφωνο, το mail, τη διεύθυνσή του. Αγνοούν τα πάντα αλλά το στηρίζουν. Εκεί είναι το μυστικό. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι μια προοπτική αλλαγής. Όσο πιο θολή, τόσο καλύτερη. Γιατί όταν αρχίσουν να ανακοινώνονται πρόσωπα, θέσεις, μέτρα, αρχίζουν και τα δύσκολα. Η προοπτική ξεθωριάζει. Η ουτοπία παίρνει ανθρώπινες διαστάσεις. Κι εδώ που φτάσαμε δε μας σώζουν τα ανθρώπινα. Δεν είμαι βέβαιος ότι πια μπορούν να το κάνουν και τα θεϊκά.
            Τη στιγμή που γράφω το συγκεκριμένο αγνοώ προτάσεις και δεσμεύσεις του «ποτάμι». Και δεν εννοώ το τι επιδιώκει το «ποτάμι». Εννοώ το πώς θα το πετύχει. Γιατί κι εγώ μπορεί να θέλω τον ουρανό με τα άστρα αλλά αγνοώ το πώς θα τα αποκτήσω. Όσο, λοιπόν, αγνοώ, δεν είμαι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος. Δε δηλώνω υπέρ ή κατά. Το μόνο που κάνω είναι να φοβάμαι. Τρομάζω με όλους εκείνους που δηλώνουν υπέρ ή κατά ενώ αγνοούν τουλάχιστον όσα κι εγώ. Γιατί όταν τόσοι πολλοί τοποθετούνται ενώ αγνοούν, σημαίνει ότι ως λαός έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε. Πολύ δρόμο μέχρι να καταλάβουμε ότι η αλλαγή θα προκύψει από εμάς. Από κανένα ποτάμι ή άλλο στοιχείο της φύσης και σίγουρα από κανέναν Μεσσία. Αυτοί έχουν πεθάνει προ πολλού και μια δεύτερη παρουσία φαντάζει μακρινή. Μακάρι και το «ποτάμι» και οι χείμαρροι και οι καταρράκτες που θα δημιουργηθούν στο εξής να δώσουν δείγματα θετικά. Μακάρι να δούμε προτάσεις που θα οδηγήσουν στη σταθερότητα που χρειαζόμαστε.
            Γιατί ωραία είναι τα κόμματα να «αφουγκράζονται» την κοινωνία αλλά ακόμα πιο ωραία είναι να διατυπώνουν υλοποιήσιμες θέσεις, ικανές να καλύπτουν τις ανάγκες της. Οπότε μήπως έφτασε ο καιρός... «να το πάρει το ποτάμι» και να μας πουν επιτέλους πώς θα πορευτούν, για να μάθουμε κι εμείς και να αποφασίσουμε αν είμαστε υπέρ ή κατά;

            Ο κ. Ζάχος λατρεύει τα καθαρά ποτάμια.

Τα θολά τα φοβάται. 

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Ευτυχείς στην τραγωδία μας

Η πιο πολυχρησιμοποιημένη λέξη των τελευταίων ετών είναι αναμφισβήτητα η «κρίση». Και τα παράγωγά της, βέβαια. Τα «αχ», τα «βαχ» και τα «τι μας βρήκε στα καλά καθούμενα». Η κρίση επέφερε μύρια δεινά στο λαό μας αλλά κι ένα πολύ καλό. Έβαλε στη ζωή μας αυτό που χρειαζόμαστε και απαιτούμε. Την τραγωδία. Γιατί για τον Έλληνα, ζωή χωρίς τραγωδία δεν είναι ζωή. Την ψάχνει την τραγωδία του, τη θέλει τη μιζέρια και την κλάψα. Ζει για τον πόνο. Αν αδυνατεί να την εντοπίσει, τη δημιουργεί. Άγχος. Πού να βρίσκεις διαρκώς τραγωδίες; Πόσο δημιουργικός να είναι πια κανείς. Ήρθε, λοιπόν, η κρίση και ανανέωσε το υλικό της έμπνευσής μας. Έλυσε το πρόβλημα. 
Νομίζω ότι δε θα αφήσουμε την κρίση να μας εγκαταλείψει ποτέ. Μπορούμε να την ξεπεράσουμε αλλά τη βρίσκουμε μαζί της ηδονικά. Δε θέλουμε να ξεφύγουμε από το δράμα. Φάνηκε από την αρχή εξάλλου. Πρώτα αναζητώντας τις αιτίες της. Αναλύσεις επί αναλύσεων. Ελάχιστες σοβαρές, οι περισσότερες σοβαροφανείς, απλοϊκές, δυσνόητες, ανόητες, κατάφεραν να προκαλέσουν τέτοιο μπέρδεμα που θα το ζήλευε και καλώδιο hands free. Άκρη καμιά. Ο καθένας είδε εκείνο που τον βόλευε. Κανείς δεν ανέλαβε ευθύνες. Υπεύθυνοι ήταν πάντα οι άλλοι. 
Αφήσαμε πίσω μας το στάδιο αυτό. Άλλωστε, δε μας συνέφερε να το σκαλίζουμε και πολύ. Μπορεί να στάθηκε αδύνατος ο εντοπισμός των αιτιών αλλά εμείς αισθανθήκαμε έτοιμοι για την αναζήτηση λύσης. Τώρα πώς κι ενώ αγνοούμε τα αίτια, θα εντοπίσουμε τη λύση, είναι ένα παράδοξο. Παράδοξο για όσους διαθέτουν στοιχειώδη λογική. Άρα όχι για τους Έλληνες. Αφού όλοι αρνούνται τις ευθύνες τους, αρνούνται και να συμβάλλουν πρακτικά στη λύση. Λύσεις προτείνονται αλλά λύσεις που θα δώσουν άλλοι. Πιθανώς βρισκόμαστε σε αναμονή θεϊκής παρέμβασης. Τι σόι περιούσιος είμαστε άλλωστε; 
Απλώς δεν περιμένουμε τίποτα. Είμαστε σε στάση τρένου που έχει καταργηθεί εδώ και αιώνες. Λατρεύουμε την κρίση. Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε να ζήσουμε μια ευτυχισμένη ζωή χωρίς τραγωδία; Δε θέλουμε να την αποχωριστούμε. Γι αυτό και λειτουργούμε έτσι. Με τα χέρια στις τσέπες αγναντεύουμε μια πόρτα κλειστή. Περιμένουμε ότι κάποια στιγμή -τελείως μαγικά- κάποιος -αγνοούμε ποιος- θα την ανοίξει για να γίνει το γιουρούσι και να βγούμε κλοτσοπατινάδα. Σειρά προτεραιότητας αποκλείεται να τηρήσουμε. Την ίδια στιγμή, βέβαια, λίγο πιο πέρα, μια πόρτα είναι ανοιχτή αλλά ελάχιστα μας ενδιαφέρει. Δεν είναι ότι δεν τη βλέπουμε. Τη βλέπουμε αλλά σφυρίζουμε αδιάφορα λιώνοντας στην ανείπωτη χαρά της τραγωδίας μας. Κι όμως, η πόρτα είναι ανοιχτή. Είναι η πόρτα από την οποία μπήκαμε στην κρίση. Ο τελευταίος την άφησε ανοιχτή. Σιγά και μην την έκλεινε. Τόσοι πέρασαν, τι είναι αυτός; Κορόιδο είναι; Η έξοδος είναι η είσοδος. Όλοι, λίγο πολύ, γνωρίζουμε πώς φτάσαμε στα «Τάρταρα», οπότε, πάρ’ το αλλιώς και ίσιωνε. Δρόμος εναλλακτικός απλώς δεν υφίσταται. 
Μας οδήγησαν στην κρίση πολιτικοί διεφθαρμένοι, αδαείς, άτομα με νοητική υστέρηση. Ας τους ξαποστείλουμε εκεί από όπου ήρθαν, εκεί που ανήκουν. Θα γεμίσουν τα ιδρύματα. Και οι πολιτικοί δε φεύγουν με βρισιές. Είναι ξετσίπωτοι. Με τις επιλογές μας φεύγουν. Φτάσαμε εδώ εξαιτίας του τερατώδους, αναχρονιστικού δημόσιου τομέα. Ε, ας τον περιορίσουμε κι ας τον εκσυγχρονίσουμε, να κάνουμε δουλειά. Χώρια που τόσοι δημιουργικοί, δουλευταράδες, καινοτόμοι υπάλληλοι, απαλλαγμένοι από τα δεσμά του Δημοσίου, θα δώσουν νέα πνοή στον ιδιωτικό τομέα οδηγώντας την παραγωγικότητα στο ζενίθ (αυτό πάντα το μπέρδευα με το ναδίρ). Και η φοροδιαφυγή έβαλε το χεράκι της, οπότε ας τελειώνουμε με αυτήν. Η τεμπελιά, η όρεξή μας για πολλά λεφτά με λίγη δουλειά, η έλλειψη διάθεσης να ρισκάρουμε το παραμικρό, ο συντηρητισμός μας υπήρξαν αιτίες της εξαθλίωσης. Ας αρχίσουμε να δουλεύουμε πιο σκληρά. Και να δημιουργούμε. Και να αναζητούμε το καινούριο, το διαφορετικό, το αποδοτικό... 
Όλα αυτά, όμως, δε γίνονται ούτε με σαχλές κουβέντες σε επίπεδο καφετέριας της γειτονιάς ούτε με βλακώδη σχόλια και τζάμπα μαγκιές στο Διαδίκτυο. Χάσιμο χρόνου είναι αυτά. Σπατάλη ενέργειας. Λύση, με βεβαιότητα, δεν είναι. Λύση είναι άλλα και κυρίως η αναζήτηση μιας άλλης κουλτούρας ζωής. Λύση είναι η αλληλεγγύη και η προσπάθεια που θα έχει αποτέλεσμα για όλους. Το άλλο -τον αγώνα για την πάρτη μας- το δοκιμάσαμε και απέτυχε παταγωδώς. 
Φαίνεται ότι δεν είμαστε έτοιμοι γι αυτό. Οπότε ας περιμένουμε. Ας αγναντεύουμε την κλειστή πόρτα σαχλοκουβεντιάζοντας ανόητα για ψεκασμούς, συνωμοσίες και Μεσσίες. Υμνώντας την τραγωδία μας στα καφέ και στο Διαδίκτυο. «Έχει ο Θεός»! Με αυτό άλλωστε πορευτήκαμε μέχρι τώρα. Με αυτό και με το ένδοξο παρελθόν μας. Και τα δυο διαθέτουν πολύ πόνο. Και μας αρέσει ο πόνος, η πίκρα, η μιζέρια. Ποτέ δε θελήσαμε να ξεφύγουμε από το Μεσαίωνα και το σκοτάδι του. Τώρα θα αλλάξουμε; Τώρα θα απαλλαγούμε από τον Γραικό που έχουμε μέσα μας; Όχι βέβαια. Γιατί αν αλλάξουμε, θα βγούμε κι από την κρίση. Και πού να βρεις άλλη τόσο ηδονική τραγωδία μετά; 

Ο κ. Ζάχος λατρεύει την κωμωδία. 
Ανέκαθεν τον απωθούσαν η τραγωδία και οι τραγωδοί



Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Είναι να απορεί κανείς...

Όπως όλοι γνωρίζουμε... Δεν υπάρχει χειρότερη κι ανιαρότερη λύση για να ξεκινήσει κανείς το… οτιδήποτε. Αν υπήρχε, θα την είχα χρησιμοποιήσει εδώ, γιατί το μόνο που επιθυμώ είναι να αποδομήσω το οτιδήποτε. Τέλος πάντων, επειδή αδυνατώ να εντοπίσω κάτι που όλοι να γνωρίζουμε, θα ξεκινήσω αλλιώς. 
Πρόσφατα. Σκηνή πρώτη. Οι γονείς που βρίσκονται απέναντί μου κάνουν ότι απορούν(;). «Και τι μπορούμε να κάνουμε για τα γλωσσικά προβλήματα του λεβέντη;». Ο «λεβέντης», παρεμπιπτόντως, είναι το καμάρι τους. Με τη σειρά μου απορώ κι εγώ. Απλώς εγώ μπορώ και το κάνω πραγματικά. Δηλαδή, τι μπορούμε(;) να κάνουμε για τα γλωσσικά προβλήματα ενός παιδιού που πλησιάζει πλέον στο τέλος της εφηβείας; Ο «λεβέντης» αδυνατεί να διατυπώσει ακόμη και την πιο απλή πρόταση χωρίς λάθη. Με απλά λόγια, ο «λεβέντης» και καραμπουζουκλής μαζί αδυνατεί να γίνει αντιληπτός ακόμη κι αν το μόνο που επιθυμεί είναι να πληροφορήσει κάποιον για την πρωινή ώρα αφύπνισής του. Δυσκολεύεται να δώσει και παραγγελία για έναν απλό καφέ. Όσο για πιο σύνθετες παραγγελίες..., ας μην το συζητάμε καλύτερα. 
Είναι από τις στιγμές που σκέφτομαι τα κενά του ελληνικού δημοσίου. Αν ζούσαμε σε μια οργανωμένη χώρα, η Πρόνοια θα είχε παρέμβει και ίσως είχε καταφέρει να σώσει το παιδάκι από τους γονείς που το έφτιαξαν και το... κατέστρεψαν. Γιατί όταν ένας γονιός αναρωτιέται «τι μπορούμε να κάνουμε για τα γλωσσικά προβλήματα του λεβέντη;», όταν ο λεβέντης έχει γίνει ήδη μαντράχαλος, τα πράγματα δεν είναι καλά. Μπορεί να υπάρχει έμβιο ον σε αυτόν και σε οποιοδήποτε άλλον πλανήτη που να μην αντιλαμβάνεται ότι η γλώσσα μαθαίνεται από τις πρώτες στιγμές της ζωής μας; Ότι δεν πρόκειται για διαδικασία που ξεκινάει στο τέλος της εφηβείας; Τελικά, υπάρχει και δεν είναι ένα αλλά πολλά. Σίγουρα δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση. Όσο για την απάντηση στην ερώτηση των γονιών είναι απλό: «Δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά. Ο λεβέντης είναι καμένο χαρτί. Ό,τι ήταν να γίνει, έπρεπε να έχει γίνει στα δεκαέξι πρώτα χρόνια της ζωής του. Τώρα το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι πασαλείμματα που θα τον οδηγήσουν σε μια σχολή και πάπαλα». 
Λίγες μέρες μετά. Σκηνή δεύτερη. Αίθουσα. Βρίσκομαι με μαθητές και ρωτάω αν υπάρχει οποιαδήποτε απορία για το θέμα που πρέπει να προσεγγίσουμε. Η παραμικρή απορία για ένα θέμα τεσσάρων γραμμών. Βρίσκομαι απέναντι σε νεκρούς! Αυτοί σίγουρα έχουν λύσει και τη μεγαλύτερη απορία: «Υπάρχει μετά θάνατον ζωή;». Αυτό, βέβαια, δε σήμαινε ότι μπορούσαν και να προχωρήσουν (όχι οι νεκροί) στην ανάλυσή του. Άρα απορίες υπήρχαν, απλώς τα καημένα τα ζωντόβολα τις... αγνοούσαν. Στέκονταν απέναντι στα τετραδιάκια τους και στο θέμα ανήμπορα να σκεφτούν είτε την απάντηση είτε την απορία που τους εμπόδιζε να εντοπίσουν την απάντηση. Μετά από παροτρύνσεις μου ένας μαθητής ήρθε να βάλει την τελεία (.) σε αυτό που ονομάζεται εξέλιξη. Η απορία του ήταν «τι απορία να έχω;»!!! 
Το μόνο που κατάφερα να σκεφτώ ήταν ότι τουλάχιστον βιώνω μια κοσμοϊστορική στιγμή. Τη στιγμή που ο πολιτισμός φτάνει στο τέλος του, εγώ θα αναφωνώ ότι ήμουν παρών στην αρχή του τέλους. Η μόνη απορία που είχαν τα παιδιά ήταν ποια απορία έπρεπε να έχουν. Άλλοτε έπρεπε να δίνουμε στις νέες γενιές απαντήσεις ακόμα και στα πιο ευφάνταστα ερωτήματά τους. Αυτό σπανίζει πια. Στο εξής θα πρέπει να τους δίνουμε πρώτα τις απορίες που πρέπει να διατυπώσουν και, αν καταφέρνουν να το κάνουν σωστά, να τους δίνουμε και την απάντηση. 
Σήμερα. Σκηνή τρίτη. Απέναντι από τον υπολογιστή. Δεν επιθυμώ να αφηγηθώ μια ακόμη ιστορία. Θέλω απλώς να συνδέσω τις προηγούμενες. Η δυστοπία του Όργουελ είναι εδώ. Μπορεί να βρισκόμαστε στο 2014 και όχι στο 1984 αλλά το κακό είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται από τότε. Ο Όργουελ δεν έπεσε έξω. Ο «Μεγάλος Αδελφός» αφάνιζε λέξεις, ώστε οι υπήκοοί του να αδυνατούν να σκεφτούν το παραμικρό και άρα να αντιδρούν στο καθετί. Σήμερα ο «Μεγάλος Αδελφός» βρίσκεται στα περισσότερα σπίτια και λέγεται γονιός. Στα περισσότερα σχολεία και λέγεται δάσκαλος. 
Παιδιά με χαμηλό επίπεδο γλωσσικής καλλιέργειας αδυνατούν να σκεφτούν σωστά. Σκεφτόμαστε με λέξεις. Αδυνατούν να κατανοήσουν «μηνύματα» (όχι τα sms) και να διατυπώσουν απορίες γι αυτά. Και πλέον δεν πρόκειται μόνο για παιδιά. Όλοι εκείνοι που διατυπώνουν ηλίθιες, ρηχές απορίες καθημερινά ανήκουν στην ίδια συνομοταξία. Άνθρωποι που αναρωτιούνται(;) «και ποιον να ψηφίσω δηλαδή;» ενώ αυτοχαρακτηρίζονται ενημερωμένοι, φοιτητές που απορούν(;) «και πού να ψάξω για πληροφορίες;» ενώ πιστεύουν ότι είναι επιστήμονες, μαθητές που αγωνιούν(;) «και ποια είναι η λύση;» ενώ η δουλειά τους είναι να δίνουν απαντήσεις, εργαζόμενοι που αγνοούν «και πώς θα βγούμε από την κρίση;» αλλά γνώριζαν πώς να οδηγηθούμε σ’ αυτήν, υποψήφιοι που αδυνατούν να βγάλουν άκρη «και ποια σχολή να δηλώσω;» τη στιγμή που θεωρούν ότι διαθέτουν αυτογνωσία και γνώση της πραγματικότητας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, που αναζητούν τον «Μεσσία» που θα τους απαλλάξει από την οδύνη της αναζήτησης, που θα τους δώσει έτοιμες και εύκολες απαντήσεις για τα πιο απλά ως τα πιο σύνθετα ζητήματα, είναι φορείς του προβλήματος. 
Όλο και λιγότεροι βιώνουν τη χαρά της απορίας, τη διαδικασία του προβληματισμού, την ανάγκη της αναζήτησης, την ένταση της σύνθεσης, την ηδονή του εντοπισμού της λύσης. Σε μια εποχή ευκολίας όλα αυτά εκλείπουν, γίνονται γνωρίσματα των λίγων. Μια νέα κάστα ανθρώπων ετοιμάζεται να εξουσιάσει, ήδη το κάνει, τους πολλούς. Η ποιότητα της σκέψης γίνεται το νέο κριτήριο ανάδειξης των ισχυρών. Η ικανότητα της απορίας μετατρέπεται σε όπλο εξουσίας. Γονείς (που θα πάνε στην κόλαση) και εκπαιδευτικοί (που θα τους κάνουν παρέα) προετοίμασαν μια μάζα δούλων. Άλλωστε και οι ίδιοι ανήκουν σε αυτήν. Οπαδοί της ευκολίας, λάτρεις του λαϊκισμού, θύματα της παθητικότητας και της άγνοιας. 
Και όλοι αυτοί ισχυρίζονται ότι έχουν ανάγκες και επιθυμούν να τις καλύψουν. Θα έλεγα τι έχουν! Η ανάγκη αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό του πολιτισμού. Και το έκανε γιατί μετατρεπόταν σε απορία. Σήμερα η δυνατότητα για απορία αφανίζεται. Μα πού πάει ο κόσμος; Είναι να απορεί κανείς. 

Ο κ. Ζάχος διευκρινίζει ότι τα παραπάνω αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας. 
Άλλωστε, όπως όλοι γνωρίζουμε, ο εν λόγω κύριος δε στοχοποιεί μαθητές. Ποτέ. Ε; 


Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Οι Απροσάρμοστοι

Εντάξει. Το να μην καταλαβαίνει κάποιος ότι η κρίση καταφτάνει οσονούπω, πολύ ή και λίγο, πριν αυτή μας επισκεφθεί και μπαστακωθεί εις τον αιώνα τον άπαντα, σημαίνει ότι αυτός ο «κάποιος» είναι -με εξαιρετική επιείκεια- απλώς λειτουργικά αναλφάβητος. Με τους λίγους φόρους του ελληνικού λαού και τα πολλά δάνεια από... παντού πληρώσαμε την εκπαίδευσή του, προσπαθήσαμε να του ανοίξουμε τα μάτια αλλά δεν καταφέραμε να τον ξεστραβώσουμε. Του μάθαμε την «αλφαβήτα» αλλά ως εκεί. Στάθηκε αδύνατον να του μάθουμε πώς να επεξεργάζεται ακόμα και απλοϊκά δεδομένα. Ως ένα βαθμό, λογικό ο ανθρωπάκος να μην μπορεί να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματα - προάγγελους της πτώχευσης. Δε διαθέτει το απαιτούμενο επίπεδο κριτικής σκέψης. 
Οδυνηρά αποδεκτό. Το να μη συνειδητοποιεί κάποιος ότι το «κακό -κρίση- που μας βρήκε» εδώ και λίγα χρόνια, θα μας συνοδεύει για πολύ, σημαίνει ότι ο εν λόγω «κάποιος» είναι απλώς ηλίθιος. Μπορεί να κατανοήσει αυτό που συμβαίνει, τη στιγμή που συμβαίνει. Είναι, όμως, πρακτικά αδύνατον να εξαγάγει συμπεράσματα για το εγγύς και πολύ περισσότερο για το απώτερο μέλλον. Ο ηλίθιος μπορεί να βιώνει επιφανειακά το παρόν αλλά ουδεμία επαφή -νοητική και συναισθηματική- μπορεί να έχει με το παρελθόν και το μέλλον. Γι αυτό άλλωστε είναι ηλίθιος. 
Τραγικά απαράδεκτο ακόμα και με τα πιο ανθρωπιστικά ιδεώδη. Το να μην έχει καταλάβει κάποιος ακόμα ότι η κρίση που μας ταλανίζει εδώ και χρόνια... μας ταλανίζει εδώ και χρόνια και πρόκειται να μας ταλανίσει για πολύ ακόμα, σημαίνει ότι αυτός ο κάποιος είναι ο ορισμός της άνοιας και του κώματος -όχι του πολιτικού ή του γραμματικού κόμματος, φυσικά- μαζί! Ο άνθρωπος είναι βλάκας με περικεφαλαία -στην οποία αναγράφεται, με εξαιρετικά μεγάλη και άρα ευδιάκριτη γραμματοσειρά, ότι είναι βλάκας- και καλά θα κάνουν τα ερευνητικά κέντρα να τον αξιοποιήσουν ως πειραματόζωο, γιατί η μόνη χρησιμότητά του είναι ακριβώς αυτή. Και καλά θα κάνουν επίσης οι… ελάχιστοι υπόλοιποι να απομακρυνθούν από κοντά του, γιατί ο βλάκας είναι μεγάλη απειλή για την ανθρωπότητα. 
Απίθανα ανίκανοι. Μόνον έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί η συγκεκριμένη τάξη υπερηλιθίων. Αδυνατούν, ακόμα και τώρα να καταλάβουν ότι ο κόσμος γύρω τους ήρθε τα πάνω κάτω και πιθανότατα δεν πρόκειται να ξαναέρθει τα κάτω πάνω. Ζουν εγκλωβισμένοι σε κόσμους γραφικής αφασίας. Φαντασιώνονται ότι ακόμα είναι αποδεκτοί. Πιστεύουν ότι παραμένουν αναγκαίοι στην ανθρωπότητα. Αδυνατούν να αποδεχτούν ότι ήταν «χρήσιμοι», όσο μπορούσαν να ξοδεύουν, να ζουν σε μια κιτς απομίμηση χλιδής και φυσικά να πληρώνουν για τα γούστα τα δικά τους και των άλλων μαζί. Ούτε να φανταστούν δεν μπορούν ότι ποτέ κανείς δεν τους προσέγγισε λόγω της ευφυΐας τους. Ούτε για το χιούμορ τους τούς εκτίμησε. Ξαφνικά φάνηκαν τόσο βαρετοί όσο ακριβώς είναι στην πραγματικότητα. 
Γραφικές καρικατούρες. Αυτό αποτελούν πια τύποι που προσπαθούν να συντηρήσουν μια εικόνα που έχει ξεθωριάσει. Τώρα αποτελούν βάρος ασήκωτο για μια κοινωνία που δε διαθέτει ούτε τις αντοχές ούτε τις ανοχές πλέον γι αυτό. Τα πρότυπα ανοησίας και αντιαισθητικής χυδαιότητας και νεοπλουτισμού χάνονται από προσώπου ελληνικής γης με την ταχύτητα που χάνονται πλέον οι καπνιστές και τελικά οι θαμώνες των μπαρ. Τα πρότυπα έχουν αλλάξει. Άνθρωποι που προσπαθούν, που τα καταφέρνουν, που ζουν με μέτρο, με αξιοπρέπεια και -κυρίως αυτό- είναι εντάξει στις υποχρεώσεις και τους λογαριασμούς τους με τους άλλους αποτελούν τα νέα σημεία αναφοράς. Τέτοιοι άνθρωποι δεν αφήνουν πλέον χώρο έκφρασης στη γραφική γελοιότητα της κιτς μεγαλομανίας του νεκρού παρελθόντος. 
Ο ορισμός του εξευτελισμού. Άνθρωποι που τριγυρίζουν σαν φαντάσματα νεκρών σε έναν κόσμο ζωντανών για να μας θυμίζουν εποχές που έχουν δει τα ραδίκια ανάποδα. Άτομα που τρέχουν για τα λούσα για τους ίδιους και για τα κακομαθημένα τους, για ιδιαίτερα μαθήματα (αυτά μόνο για τα κακομαθημένα τους) αφήνοντας πίσω τους μόνο χρέη όπως ο ασβός την επώδυνη δυσωδία του. Άτομα που πλέον είναι μόνο αντικείμενο χλευασμού και έμπνευση για ανέκδοτα. Και η ώρα του απόλυτου εξευτελισμού πλησιάζει. Η αγορά θα πάψει να στηρίζει τα τζάμπα λούσα, γιατί απλώς βλέπει το λογαριασμό να μεγαλώνει χωρίς προοπτική. Αλλά είπαμε ότι πρέπει να φτάσει η συγκεκριμένη στιγμή, γιατί ο ηλίθιος μόνο αυτή αντιλαμβάνεται. Ούτε το πριν ούτε το μετά. 
Απροσάρμοστοι. Άνθρωποι χωρίς μέλλον. Χωρίς πιθανότητα βελτίωσης ακόμα και σε συνθήκες εργαστηριακές. Θα συνεχίσουν να ζουν το όνειρο όσο κάποιοι τους ανέχονται. Θα ζήσουν τον εφιάλτη μόλις αρχίσουν τα πρώτα σκουντήματα. Και μάλλον δε θα είναι σκουντήματα στοργής. Πιθανώς θα είναι κλωτσιές, γιατί με τέτοιες διώχνει κανείς τα «επονείδιστα» βάρη από κοντά του. 

Ο κ. Ζάχος ποτέ δε διακρινόταν για την ιδιαίτερη ανοχή του 
απέναντι σε «δήθεν» συμπεριφορές και τους εκφραστές τους 
και αρκετοί τον θεωρούσαν περίεργο γι αυτό