Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Λέξεις που φωνάζουν

Τελευταία δεχόμαστε μια καταιγιστικά γραφική επίθεση πολιτικής ορθότητας. Ένα τσούρμο "υπερευαίσθητων" επιδιώκει τον... εξευγενισμό του λόγου σε κάθε επίπεδο, πιθανότατα ως αντίδραση στη ζοφερή πραγματικότητα ή ίσως της διάψευσης που έχουν δεχτεί από τις εξελίξεις. Το κάνει (το τσούρμο) μάλιστα, ακόμη και απέναντι σε περιπτώσεις εμφανέστατης διάθεσης για χιούμορ και αποδόμησης της γλώσσας. Και τότε απλώς γίνονται γραφικά φαιδροί. Κάπως έτσι θυμήθηκα το «1984» του Orwell, όπου η εξουσία του Μεγάλου Αδελφού δίνει στα Υπουργεία της ονόματα αντιφατικά, γλυκά κι αγαπησιάρικα στην προσπάθεια αλλοίωσης των θλιβερών συνθηκών που έχει επιβάλει. 
Στο «1984», λοιπόν, το Υπουργείο «Ειρήνης» φρόντιζε για τη διαιώνιση του πολέμου, εκείνο της «Αλήθειας» τροφοδοτούσε την προπαγάνδα, τη διαστρέβλωση ή και εξαφάνιση της πραγματικότητας, της «Αγάπης» (τι γλυκό!) συντηρούσε τον τρόμο και «συνέτιζε» τους ικανούς να διαπράξουν, μελλοντικά, «εγκλήματα σκέψης». Τέλος, το Υπουργείο «Αφθονίας», σε μια κοινωνία όπου και τα βασικά αγαθά ήταν δυσεύρετα, μάλλον δεν είχε και πολλά να κάνει. Διδακτικό. Μπορεί η εξουσία να δίνει στα Υπουργεία της ονόματα τρισχαριτωμένα που θυμίζουν στοργή και προδέρμ αλλά η πραγματικότητα συνεχίζει να είναι αποκαρδιωτικά δυστοπική. 
Τι «1984» τι 2015. Οι λέξεις χάνουν το νόημά τους με ταχύτητα που προκαλεί πανικό στους λεξικογράφους και φθόνο στον Flash Gordon. Άλλοτε στο όνομα της πολιτικής ορθότητας και άλλοτε στο πλαίσιο κυβερνητικής προπαγάνδας οι λέξεις... βελτιώνονται χάνοντας το νόημά τους. Την ίδια στιγμή η κατάσταση αρνείται πεισματικά να αναβαθμιστεί. Αν οι αγωνιζόμενοι για τη βελτίωση χαρακτηρισμών -είτε συνθηκών είτε ατόμων- αγωνίζονταν το ίδιο σθεναρά για τη βελτίωση καταστάσεων, θα ζούσαμε στον παράδεισο. 
Μπορεί π.χ., εδώ και δεκαετίες να «μετατρέψαμε» τον «υπανάπτυκτο κόσμο» σε «αναπτυσσόμενο» αλλά αν ερωτηθεί ο κάτοικος αυτών των περιοχών πόσο αναπτυσσόμενος νιώθει, αντί απάντησης θα δεχόμασταν μια ξεγυρισμένη μπούφλα στα μούτρα. Μπορεί τα «άτομα με ειδικές ανάγκες» να έγιναν «άτομα με ειδικές ικανότητες» αλλά αυτό σε τίποτε, πιθανώς, δεν άλλαξε την καθημερινότητά τους. Μπορεί οι «λαθρομετανάστες» να έγιναν «παράτυποι μετανάστες» αλλά οι συνθήκες ζωής τους και η αντιμετώπιση που δέχονται, με βεβαιότητα, δε βελτιώθηκαν όσο ο χαρακτηρισμός που τους αποδίδεται. 
Το ίδιο ισχύει και σε επίπεδο καταστάσεων. Μπορεί η «τρόικα» να εξελίχθηκε σε «θεσμοί» αλλά αισθάνομαι ότι συνεχίζει να κάνει ό,τι και πριν. Χώρια που ο λαός συνεχίζει να την αποκαλεί «τρόικα». Έτσι τη γνώρισε, έτσι την αγάπησε. Μπορεί το μισητό και επονείδιστο «Μνημόνιο» να μετεξελίχτηκε σε «δανειακή σύμβαση» ή «πρόγραμμα γέφυρα» αλλά εξακολουθεί να απαιτεί από εμάς μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν αλλά εμείς αρνούμαστε να κάνουμε. Με απλά λόγια, μπορεί οι χαρακτηρισμοί να μεταβάλλονται με ευφάνταστο τρόπο, να αποκτούν μια γλυκύτητα, μια... εσάνς ανθρωπισμού αλλά η πραγματικότητα παραμένει ανεπηρέαστη. Το αποτέλεσμα υπήρξε μια «τρύπα» ή σύμφωνα με τους κώδικες της πολιτικής ορθότητας μια «οπή στο νερό». 
Οι λέξεις, όμως, φτιάχνονται για να αποδώσουν την πραγματικότητα. Όταν την αλλοιώνουν, απλώς σιωπούν. Όταν, λοιπόν, με το καλό, οι «αναπτυσσόμενοι» λαοί μπουν σε τροχιά ανάπτυξης, τότε να τους χαρακτηρίσουμε αναπτυσσόμενους. Όχι πριν. Κάποτε το αποτέλεσμα μιας τέτοιας προσπάθειας μπορεί να είναι και αρνητικό. Αν π.χ. χαρακτηρίζουμε ως «ανθρωπιστική κρίση» την κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα, τότε πώς θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση στη Συρία, την Υεμένη, τη Νιγηρία, το Αφγανιστάν...; Μήπως έτσι ωραιοποιείται η τραγική πραγματικότητα που βιώνουν οι συγκεκριμένες περιοχές, προκαλούνται λαθεμένες εντυπώσεις ως προς το μέγεθος της οδύνης τους και ίσως περιορίζεται η διάθεση για βοήθεια και στήριξή τους; Αν, λοιπόν, επιθυμούμε για εμάς την «ανθρωπιστική κρίση», τότε πρέπει να εφεύρουμε έναν τραγικότερο όρο για την κατάσταση αυτών των περιοχών -ίσως ανθρωπιστικός εφιάλτης ή ανθρωπιστική φρίκη- ώστε να δηλώνεται η διαφορά. Οπότε όλοι αυτοί οι υπερευαίσθητοι, που σοκάρονται από τη χρήση πολιτικά ανορθόδοξων λέξεων, ας δείξουν πιο έμπρακτα την ευαισθησία τους κι ας αφήσουν τις λέξεις στην ησυχία τους. Τα υπόλοιπα μου κάνουν πολύ... δήθεν. 
Απεχθάνομαι τις κραυγές αλλά λατρεύω τις λέξεις που φωνάζουν. Λατρεύω π.χ. τα χιουμοριστικά κείμενα που χρησιμοποιούν πολιτικά ανορθόδοξους χαρακτηρισμούς, επειδή δηλώνουν με ακρίβεια αυτό που πρέπει. Αδυνατώ να καταλάβω την αντίδραση ορισμένων σε τέτοιους χαρακτηρισμούς. Μπορεί να τους θεωρούν μειωτικούς αλλά θα συμφωνήσω με τον Orwell: «Ο σκοπός ενός αστείου δεν είναι να μειώσει κάποιον, αλλά να του θυμίσει ότι είναι μειωμένος». Πιστεύω, λοιπόν, ότι αν ένα τσουλί δεν το χαρακτηρίσεις «τσουλί» αλλά Χιονάτη (που είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα), δε θα καταλάβει ποτέ τι ακριβώς είναι και άρα ελάχιστα θα προβληματιστεί γι αυτό. Το ίδιο ισχύει για το βλάκα, το ζωντόβολο, τον αγύρτη, το λαϊκιστή. Άλλωστε ακόμη και ο Αϊνστάιν δε μάσησε τα λόγια του, όταν μίλησε για την «απεραντοσύνη της ανθρώπινης βλακείας». Βέβαια, η αίσθηση του χιούμορ διαφέρει. Κάποιοι ενδεχομένως, δεν τη διαθέτουν στο ελάχιστο. Μου είναι δύσκολο να το καταλάβω αλλά από την άλλη... «ποτέ δεν πρέπει να υποτιμάς την ηλιθιότητα της κοινής γνώμης». 

Θεωρώ ότι οι λέξεις πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους. 
Και πρέπει να την κάνουν φωναχτά.



Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Τα S.O.S. των Πανελλαδικών

Οι Πανελλαδικές για την ελληνική οικογένεια είναι κάτι σαν το Άγιο Δισκοπότηρο*1. Μάλλον δεν είναι «κάτι σαν», είναι το Άγιο Δισκοπότηρο. Πολλοί το πόθησαν, λιγότεροι μόχθησαν να το αποκτήσουν και ακόμη λιγότεροι το κατάφεραν. Έτσι και οι Πανελλαδικές. Πολλοί τις θέλουν, λιγότεροι παλεύουν και ακόμη λιγοτερότεροι πετυχαίνουν σ’ αυτές. 
Τόσο σημαντικό γεγονός θα περνούσε απαρατήρητο. Όχι! Κάθε χρόνο, τέτοια λόγια... Έναρξη καταιγισμού δημοσιευμάτων με προφητείες για sos θέματα, συμβουλές για το πώς πρέπει οι υποψήφιοι να διαβάζουν ή να ντύνονται, με ποιο πλευρό να κοιμούνται, τι να λένε στη βραδινή προσευχή, πόσα πορτοκάλια να τρώνε, ώστε τελικά να καρποφορήσουν οι ίδιοι... 
Αυτά είναι τόσο άχρηστα όσο και το στυλό στον αδιάβαστο μαθητή. Του είναι παντελώς άχρηστο. Όσοι τα προωθούν αδυνατούν να σκεφτούν το κακό που κάνουν στους υποψηφίους δημιουργώντας κλίμα που θυμίζει «μητέρα των μαχών». «Επιτυχία ή Θάνατος»! Αν, λοιπόν, κάτι πρέπει να κάνουν οι υποψήφιοι είναι να αδιαφορήσουν τελείως για όλη αυτή τη σοβαροφανή παρωδία. 
Εκείνο που κυρίως εντυπωσιάζει εντυπωσιακά είναι ότι οι συμβουλές αναφέρονται σε όσους απλώς… δεν τις χρειάζονται. Γιατί εκείνος που ξεκινάει την προσπάθειά του με τις... επαναλήψεις δε σώζεται ούτε με το καλύτερο ξεμάτιασμα. Η επανάληψη συνήθως ακολουθεί τη μελέτη της ύλης και δεν μπορεί επ’ ουδενί λόγω να υποκαταστήσει την πρώτη προσπάθεια. Τι ρόλο, λοιπόν, έχουν τα sos; Άντε κι ο κακομοίρης ο αδιάβαστος έβγαλε πέντε χιλιάδες μόρια εκεί που ήταν να βγάλει τρεις. Ε και; Αδιάβαστος θα πάει. 
Για τους άριστους τίποτα! Ίσως επειδή η αριστεία στη χώρα μας θεωρείται «ρετσινιά» και ανίατη αρρώστια και με υπουργική βούλα. Οι άριστοι στο περιθώριο. Αν κάποιοι, όμως, χρειάζονται συμβουλές είναι όσοι έχουν προετοιμαστεί για πολλά μόρια. Αυτοί είναι ανάγκη να καταλάβουν ότι δεν αρκεί η προετοιμασία για πολλά μόρια. Πρέπει και να γράψουν ανάλογα γι αυτά. Η βαριά δουλειά ήδη έχει γίνει. Συγκέντρωση, οργάνωση του διαστήματος που υπολείπεται και κυρίως σύνεση απέναντι στα θέματα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν είναι ό,τι απομένει. Και, βέβαια, όχι ψηλά τον αμανέ. Ακόμη και τα πιο απλά θέματα χρειάζονται προσεκτική προσέγγιση. Πιθανότατα, βέβαια, αυτό θα κάνει η συγκεκριμένη κατηγορία μαθητών αλλά εξαιρέσεις δε λείπουν... 
Τα πολλά μόρια από μόνα τους δε λένε και πολλά. Πολλά λέει η σωστή επιλογή σχολής. Τι κι αν πιάσεις έναν σκασμό μόρια, αν δεν τα αξιοποιήσεις την κατάλληλη στιγμή; Άντε και μπήκες σε μια σχολή που δε σε ενδιαφέρει στο ελάχιστο. Τι θα συμβεί; Πιθανώς δε θα πατάς στις παραδόσεις, θα ξεκινήσεις τις καταλήψεις και κάποια στιγμή μπορεί να καταλήξεις και... πρωθυπουργός της Ελλάδας. 
Γνωρίζετε πόσοι φοιτητές δηλώνουν με το 10% κάθε χρονιά*2; Αυτό και μόνο δείχνει πόσοι οδηγούνται σε λάθος επιλογή. Ζητούμενο δεν είναι η εισαγωγή σε κάποια σχολή. Αυτό μπορεί να είναι ζητούμενο για τη γιαγιά, όχι για τον υποψήφιο. Εκτός κι αν ο υποψήφιος κουβαλάει τα μυαλά της γιαγιάς. Ναι αλλά αυτά έχουν άνοια. Ζητούμενο είναι η εισαγωγή σε σχολή στην οποία θα μπορεί να ανταποκριθεί. 
Άρα ο μαθητής της θετικής κατεύθυνσης σοφό είναι να αποφύγει σχολές που εστιάζουν στον προγραμματισμό. Ενασχόληση με τους υπολογιστές δε σημαίνει like, check in, selfie και γλυκανάλατα σχόλια για βλαμμένους. Τα πράγματα είναι λίγο πιο απαιτητικά και μην περιμένετε ότι κάποιος στο πανεπιστήμιο θα ενδιαφερθεί για όσους δεν κατανοούν τα όσα συμβαίνουν. Αντίστοιχα, μαθητές της τεχνολογικής, αν δε θέλουν να νιώθουν UFO στις πανεπιστημιακές παραδόσεις, ας αποφύγουν σχολές που δίνουν έμφαση στη χημεία, για την οποία δε σκαμπάζουν γρι. Εννοείται, βέβαια, ότι τα παραπάνω δεν ισχύουν για όσους είναι έτοιμοι να τα δώσουν όλα, ώστε να καλύψουν τα κενά. Οι μαθητές της θεωρητικής πρέπει να είναι πολύ ντουγάνια για να κάνουν οποιοδήποτε λάθος στην επιλογή τους, οπότε δεν έχω ιδιαίτερα sos γι αυτούς. 
Εννοείται, επίσης, ότι μαθητές που θα γράψουν στα Μαθηματικά, τη Φυσική, τα Αρχαία... βαθμούς κοντά στα Τάρταρα, θα ήταν ευφυές να αποφύγουν αντίστοιχες σχολές, αφού τα αντικείμενά τους δεν είναι το... φόρτε τους και μάλλον δε θα γίνουν ποτέ. 
Το σημαντικότερο. Όλοι οι υποψήφιοι πρέπει να αποφύγουν κάτι ακόμα. Τους γονείς. Ιδίως εκείνους που απεγνωσμένα «επιθυμούν το καλό του παιδιού τους» και άρα συνεχώς φυτρώνουν εκεί που δεν τους σπέρνουν. Η αποφυγή σχολών που αποτελούν επιλογή των γονιών είναι το Α και το Ω. Στην τελική, δεν πρόκειται να σπουδάσει ο γονιός. Αυτός απλώς θα πληρώνει και άρα δεν του πέφτει λόγος. Στην περίπτωση μάλιστα που ο μαθητής έχει την, έστω αμυδρή, υπόνοια ότι ο γονιός του είναι βλαμμένος, πρέπει να αποφύγει τις συμβουλές του, όπως ο ακατονόμαστος το λιβάνι. Μπορεί να πονάει η συνείδηση ότι ο γονιός είναι ζωντόβολο αλλά είναι καλύτερος αυτός ο πόνος από εκείνον που θα προκαλέσει μια ατυχής επιλογή. Και κρατάει λιγότερο! 

*1: Δε χάνετε και τίποτα να ψάξετε και να βρείτε πληροφορίες για το Άγιο Δισκοπότηρο. Μπορεί έτσι να ανοίξετε λίγο τα στραβά σας. 
*2: Προσωπικά το αγνοώ αλλά πρέπει να είναι πάρα πολλοί. 

Θεωρώ ότι δουλειά του κατεστημένου είναι να δίνει συμβουλές στους νεότερους. 
Δουλειά του νέου είναι να αμφιβάλλει γι αυτές.



Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Δυσάρεστος λαϊκισμός ή αθεράπευτη ηλιθιότητα;

Υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσά μας που πιστεύουν και μάλιστα το διατυμπανίζουν ότι αποτελούμε οικουμενικά τον πιο έξυπνο λαό. Όλο και πιο συχνά αναρωτιέμαι πού στο καλό στηρίζουν την άποψή τους. Η έστω και απλή επαφή με την κατάντια που αντιμετωπίζουμε θα τη διέψευδε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Οπότε μάλλον ακόμα και αυτή η απλή επαφή με την πραγματικότητα απλώς είναι αδύνατη για τους περισσότερους. Και οπότε ας μην περιμένουμε και πολλά. Αν αφήναμε για λίγο στην άκρη τη γελοία αρχοντοχωριατιά μας, τα βλακώδη συμπλέγματα του νεοπλουτισμού που μας κατατρύχουν, θα ήταν εύκολο ένα συμπέρασμα: είμαστε ένα έθνος που αρνείται ή αδυνατεί να αντικρίσει την αλήθεια, που ζει μέσα στην πλάνη του απόλυτου παραμυθιού, ένα έθνος απαίδευτων που αποτελεί βούτυρο στο ψωμί του κάθε λαϊκιστή πολιτικού. 
Αν κάποια στιγμή αποφασίσουμε να εγκαταλείψουμε το στερεότυπο της μεγάλης ιδέας που τρέφουμε για τον εαυτό μας, θα συνειδητοποιήσουμε το απλό. Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι ότι υπάρχουν πολλοί λαϊκιστές πολιτικοί. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν πολλοί πολίτες που καταπίνουν το λαϊκισμό πιο εύκολα και από την ασπιρίνη. Δε νομίζω ότι κάποιος λογικός άνθρωπος πια θα αμφισβητούσε το γεγονός ότι η πολιτική ζωή της χώρας από τη δεκαετία του ΄80 και έπειτα βασίστηκε αποκλειστικά στο λαϊκισμό. Όσα ζούμε άλλωστε το μαρτυρούν. 
Οι πολιτικοί λατρεύουν το λαϊκισμό και τον υιοθετούν χωρίς τύψεις. Αν, όμως, τους κατηγορήσει κανείς για λαϊκισμό ωρύονται ότι ουδεμία σχέση έχουν με αυτόν κατηγορώντας τους κατηγόρους τους για... λαϊκισμό. Η συγκεκριμένη στάση, βέβαια, μας οδηγεί σε ένα ωραίο συμπέρασμα. Ακόμα και οι λαϊκιστές θεωρούν το λαϊκισμό πρόβλημα και τον αντιμετωπίζουν ως βρισιά. Για εγκατάλειψή του βέβαια, ούτε κουβέντα. 
Και ενώ οι αυτοί -οι πολιτικοί- κάνουν τη δουλειά τους ή, τέλος πάντων, αυτό που θεωρούν δουλειά τους, το ερώτημα είναι τι κάνουν οι πολίτες. Οι πολιτικοί πουλάνε φτηνό λαϊκισμό και οι πολίτες συνεχίζουν να τον αγοράζουν πληρώνοντάς τον πανάκριβα διογκώνοντας τον ήδη εξωφρενικά μεγάλο λογαριασμό. Το θέμα, βέβαια, είναι ότι κανένας πολίτης δεν παραδέχεται ότι έστω κάποια στιγμή παρασύρθηκε από αυτόν. Η αυτοκριτική μάλλον δεν αποτελεί το δυνατό σημείο μας... Άλλωστε μια τέτοια παραδοχή από οποιονδήποτε θα ισοδυναμούσε με αποδοχή του βαθμού ανοησίας του. Είναι δύσκολο σε κάποιον να δεχτεί ότι αποτέλεσε θύμα πλάνης υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα. Είναι τραγικά τραυματική η αίσθηση ότι κάποιοι τον εξαπάτησαν με αέρα κοπανιστό, με μεγάλα λόγια που δεν είχαν την παραμικρή λογική βάση και, σίγουρα, καμιά σχέση με την πραγματικότητα. 
Οι πολιτικοί δείχνουν να μη διαθέτουν την παραμικρή αίσθηση αξιοπρέπειας. Δεν τους ενοχλούν ούτε η αυτοαναίρεσή τους ούτε οι λοιδορίες που δέχονται ούτε βέβαια οι απανωτές διαψεύσεις. Συνεχίζουν ένα απολύτως καταστροφικό παιχνίδι με τίμημα την κατάληψη της εξουσίας. Βαφτίζουν το κρέας ψάρι, επειδή γνωρίζουν πολύ καλά σε ποιους απευθύνονται. 
Παρόλα αυτά δεν είναι οι πολιτικοί το πρόβλημα. Συμβαίνει ό,τι και με άλλα προβλήματα. Δε θα υπήρχαν τόσοι πολλοί έμποροι ναρκωτικών, αν δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί που θέλουν να τα αγοράσουν. Το ίδιο ισχύει και με τον εγχώριο λαϊκισμό. Δε θα υπήρχαν τόσοι πολλοί λαϊκιστές πολιτικοί, αν δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί πολίτες με επίπεδο σκέψης κατεψυγμένου μυδιού. Γιατί ακόμα και το κατεψυγμένο μύδι, έχω την αίσθηση, θα κρατούσε μικρό καλάθι όταν άκουγε κάποιους να του υπόσχονται ότι θα το απαλλάξουν από τη μίζερη και τραγική κατάστασή του, θα το αποψύξουν, θα το επαναφέρουν στην πρότερη μαλθακή και αδιάφορη ζωή του χωρίς όμως να διαθέτουν το παραμικρό μέσο γι αυτό. 
Οπότε όταν έχεις να κάνεις με μια μάζα ανθρώπων που δεν αντιδρά σε υποσχέσεις για επαναφορά των μισθών σε εποχές τετράπαχων αγελάδων, που περιμένει με ψευτοτσαμπουκάδες να ξαναβρεί τη χαμένη(;) αξιοπρέπειά της, που ελπίζει ότι θα της χαριστούν τα χρέη που έχει συσσωρεύσει σε ανόητες και χωρίς προοπτική σπατάλες ενώ το ταμείον είναι μείον... Τότε ας μην περιμένουμε το παραμικρό. Κάποιοι βέβαια προσπαθούν, κάθε φορά, να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους. Ναι αλλά πρέπει να μάθουν ότι κανένα λάθος δεν αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο. 
Ζούμε επανειλημμένα τον ίδιο εφιάλτη. Κάποιοι υπόσχονται τον ουρανό με τα άστρα και «πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις», ερχόμενοι σε επαφή με την πραγματικότητα, αρχίζουν να τα μαζεύουν και μάλιστα με άκομψο τρόπο. Αλλά είπαμε ότι το πρόβλημα δεν είναι αυτοί. Δυστυχώς κάποιοι άλλοι τους πιστεύουν και κάθε φορά νιώθουν απλώς την ανάγκη να δικαιολογήσουν τη βλακώδη επιλογή τους. Φτάνουμε στο ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Οι πρώτοι αν δεν είναι δυσάρεστα λαϊκιστές, είναι ανόητοι και επικίνδυνα αδαείς. Οι δεύτεροι είναι απλώς αθεράπευτα και επικίνδυνα ηλίθιοι. 

Ο κ. Ζάχος συμβουλεύει: 
 όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Η δυστυχία του να είσαι άριστος

Ήρθε κι έδεσε σαν το σιρόπι στο γλυκό. Το μόνο που μας έλειπε ήταν οι δηλώσεις του υπουργού Παιδείας(;) για την αριστεία. Σύμφωνα με τον υπουργό «η αριστεία μοιάζει με ρετσινιά καθώς εάν αριστεύσεις είσαι αναγκασμένος να είσαι αντάξιος αυτής της έννοιας διαρκώς, ενώ αν αποτύχεις σε κυνηγάει η δυστυχία της αποτυχίας». Ενώ στη συνέχεια δήλωνε για τις εξετάσεις των Πειραματικών σχολείων ότι «…Κρατάμε δυστυχώς τις εξετάσεις και για αυτή τη χρονιά, γιατί κάποια παιδιά έχουν επενδύσει σε αυτό και δεν θέλουμε να βάλουμε πάγο σε αυτή την έστω στρεβλή φιλοδοξία τους». 
Εξαιρετικά. Πού βρισκόταν κρυμμένο αυτό το φρουτάκι; Επιτέλους. Βρέθηκε κάποιος να μιλήσει στην ψυχή του λαού. Ακούς εκεί να υπάρχουν άνθρωποι που επιθυμούν να είναι άριστοι! Μη χειρότερα, Παναγία μου. Μα καλά, είναι δυνατόν να επιθυμεί κάποιος να κουβαλάει τέτοια ρετσινιά τρομάρα του; Δηλαδή, φανταστείτε το, να περπατάει στο δρόμο, να ανακοινώνει κάποιο επίτευγμα, να δέχεται τη βράβευση από επιστημονικά ιδρύματα ή και κυβερνήσεις και οι άλλοι να τον σχολιάζουν: «Μμμμ, καλέ κοίτα έναν επιτυχημένο. Δες έναν άριστο στον τομέα του που προωθεί την καινοτομία, που στηρίζει την εξέλιξη, που αποτελεί πηγή έμπνευσης για τους άλλους. Σα δεν ντρέπεται ο αλήτης, ο επονείδιστος, ο επαίσχυντος, ο αξιοκαταφρόνητος, ο αξιοκατάκριτος»!!! Α, όλα κι όλα, αίσχος. Σηκώνεται τέτοιο άγος! 
Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι με τόσο... «στρεβλές φιλοδοξίες»; Απίστευτο. Πρέπει να είναι πολύ βλαμμένοι. Δηλαδή, να επιθυμεί κάποιος να ξεχωρίσει; Να μη θέλει τη μετριότητα; Δεν πάει καλά ο κόσμος. Γιατί άντε να συμβαίνει κάτι τέτοιο σε άλλες χώρες που έχουν συνηθίσει στην πρωτοπορία, που δημιουργούν το ένα επίτευγμα πίσω από το άλλο, που έχουν μάθει να αναπτύσσονται και μάλιστα να τους αρέσει αυτό. Αλλά στη χώρα μας; Πάει πολύ. Στην Ελλάδα βρε παιδιά; Είναι δυνατόν σε μια χώρα με σύμβολο το τρίπτυχο: τεμπελιά, δανεικά, άγνοια, να εμφανίζονται φυντάνια και επιθυμούν μετά βδελυγμίας να μας χαλάσουν τη συνταγή; 
Να επιδιώκει κάποιος την αριστεία; Πού ακούστηκε! Και καλά ο ίδιος να θέλει για τον εαυτό του την κούραση, να γουστάρει το άγχος, να φτιάχνεται με τη δημιουργικότητα. Ωραία, αλλά τους άλλους δεν τους σκέφτεσαι βρε άριστε, ε άριστε (σε στιλ υποτίμησης, όπως λέμε, βλάκα, ε βλάκα)! Λίγη τσίπα βρε, λίγη κοινωνική συνείδηση. Δηλαδή, το άγχος που προκαλείς σε μια κοινωνία αχρήστων δεν το καταλαβαίνεις; Τι θέλεις τώρα, να σε βλέπουμε και να μας πιάνει κατάθλιψη; Άμα, βρε ξετσίπωτε, θέλεις να πετύχεις, να πας στο εξωτερικό, βρε. Να πας στους «κουτόφραγκους» που κάνουν κρα για άριστους και επιτυχημένους και άλλες τέτοιες βλακώδεις ανοησίες. Εδώ αυτά δεν περνάνε. Του Έλληνα ο τράχηλος δεν υπομένει το ζυγό της αριστείας. Μπορεί να υπομένει τουρκικούς, ρωμαϊκούς, γερμανικούς, τροϊκανικούς ζυγούς αλλά τον της αριστείας... Ποτέ δεν το έκανε και ούτε θα το κάνει. Ποτέ των ποτών (γενική του ποτέ και όχι των ποτών σε bar). 
Αυτός είναι υπουργός. Τέτοιους ανθρώπους θέλαμε και, εδώ που τα λέμε, τέτοιους είχαμε. Ελάχιστες εξαιρέσεις επιτυχημένων, λογικών, αρίστων σπάνια ζήσαμε και αυτό από λάθος. Μας ξέφευγαν. Μόλις όμως τους παίρναμε χαμπάρι… στον Καιάδα. Τέτοιες ρετσινιές εμείς δεν τις γουστάρουμε. Χίλια μπράβο στον υπουργό, ο οποίος σκέφτεται και την ψυχική υγεία ενός ολόκληρου λαού. Άλλωστε το είχε πει ο άλλος: «Η Ελλάδα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο». Εμ, τι θα είναι βρε άνθρωπε; Φαίνεται μάλλον, ότι κάποια στιγμή είχαμε χάσει το δρόμο και ψάχναμε την αριστεία. Και να το άγχος και να η κόπωση και να η προσπάθεια. Απάνθρωπα πράγματα. Μπαϊλντίσαμε! Γιατί το άγχος για να πετύχεις είναι εξοντωτικό. Η αγωνία του αν θα τα καταφέρεις είναι εχθρός της ψυχικής υγείας. Η ανάγκη να διατηρήσεις την αριστεία σε εξουθενώνει, σε εξοντώνει, σε τρελαίνει. Και χώρια που μια τέτοια προσπάθεια δημιουργεί ρυτίδες. Οπότε έρχεται το υπουργάκι το φίνο και τα σβήνει όλα αυτά τα χαζά και τα μισά με μια μονοκονδυλιά. 
Είναι πολύ τσίφτης ο υπουργός. Και δε νομίζω ότι κάποιο πρόβλημα θα προκύψει από τις θέσεις του. Γιατί θα υπάρξουν τώρα εκείνοι οι βλαμμένοι κακεντρεχείς που θα σκεφτούν «πώς θα βρίσκουμε τα άτομα που θα αναδεικνύονται στις κατάλληλες θέσεις»; Μμμμ, σιγά το δύσκολο. Με κλήρωση βρε κουτά. Κλήρωση σε όλα. Να κληρώνονται οι πολιτικοί, οι διευθυντές, οι βουλευτές, οι ευρωβουλευτές, οι φοιτητές, οι δήμαρχοι, οι κλητήρες, οι τραγουδιάρηδες, τα τσουλιά… Κλήρωση παντού. Θα ξυπνάμε κάθε μέρα και θα περιμένουμε τα αποτελέσματα της κλήρωσης, ώστε να γνωρίζουμε το ρόλο που θα παίξουμε. Ωραία. Ούτε άγχος ούτε τίποτα. Και θα έχει και την πλάκα του. Χώρια που δε θα βαριόμαστε κιόλας. Θα μου πείτε και τι θα κάνουμε κάθε που θα μας τυχαίνει κάτι που δεν το ξέρουμε. Μα βρε στούρνοι, σάματις κάναμε κάτι μέχρι τώρα; Ρόλους θα παίζουμε. Ποιος θα ζητάει να κάνουμε και δουλειά; 
Τώρα το έπιασα το νόημα και το χρωστάω στον υπουργό τον καραμπουζουκλή. «Η ελπίδα έρχεται» έλεγαν, κι εγώ, ως άλλος άπιστος Θωμάς δεν τους πίστευα. Αλλά τώρα το είδα το φως το αληθινό. Η ελπίδα έρχεται πράγματι για τους τεμπέληδες, τους ανίκανους, τους μέτριους, και ιδίως τους... τελείως μα τελείως άχρηστους! Μάλλον αυτοί είναι η πλειονότητα της κοινωνίας μας. Μια κοινωνία που πάντα λάτρευε τη μοίρα, το κισμέτ, που κινούνταν με το «ήταν γραφτό». Ο κ. υπουργός τα είπε όλα. Χαλαρά! 



Ο κ. Ζάχος ζητάει ταπεινά συγγνώμη από όσους μαθητές 
βοήθησε να φτάσουν στην αριστεία. Δεν ήξερε ότι είναι ρετσινιά. 


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος;»

Η ελπίδα είναι ένα πολύ ωραίο πράγμα. Συνάμα είναι και ένα πολύ κακό πράγμα. Εξηγώ. Είναι εξαιρετικά ωραίο πράγμα όταν την περιμένει κανείς. Χαρές, κακό, χαμόγελα, αναγεννητική διάθεση, πανηγύρια, χαμός. Συνήθως αυτή η φάση κρατάει λίγο. Για την ακρίβεια κρατάει ελάχιστα. Αμέσως μετά έρχεται η διάψευση. Γιατί η ελπίδα συνήθως δεν έρχεται, ιδίως όταν περιμένεις να σου τη φέρουν delivery. Πάντα μα πάντα κάτι στραβώνει και ο deliverάς χάνει το δρόμο, παθαίνει ατύχημα, κάτι γίνεται, τέλος πάντων, και η παράδοση αναβάλλεται για τη... Δευτέρα Παρουσία. Αυτή η φάση κρατάει πολύ. Για την ακρίβεια είναι σχεδόν μόνιμη. 
Το συμπέρασμα είναι ότι η ελπίδα δεν είναι σαν την πίτσα από την πιτσαρία της γειτονιάς. Εκεί τα πράγματα είναι πιο απλά και οι αποστάσεις καθιστούν το εγχείρημα εφικτό. Όλα κινούνται σε πιο ανθρώπινα όρια. Δυστυχώς, όμως, η ελπίδα δε φτιάχνεται σε συνοικιακή πιτσαρία. Ούτε σε κομματικά γραφεία φτιάχνεται. Είναι λιγάκι πιο... μεταφυσική. Εκεί τα δεδομένα αλλάζουν. Οι αποστάσεις βλέπετε... 
Κάπου εκεί χάνεται διαρκώς ο περιούσιος ελληνικός λαός ή τουλάχιστον η πλειονότητά του. Περιμένει την ελπίδα. Ο ίδιος δεν κάνει τίποτε και ποτέ για να τη φέρει. Όχι όχι, το μόνο που κάνει είναι να επιλέγει deliverά, αφού ο προηγούμενος εκλεκτός της καρδιάς και της ψήφου του διέψευσε τις προσδοκίες και μας άφησε (κυριολεκτικά) στον άσσο. Έτσι είναι αυτός ο λαός. Πάντα περίμενε. Μα από κάποιον καλό Θεό, μα από μια καλή μοίρα, μα από κάποιον πολιτικό. Πάντα στην αναμονή. Οι ουρές είναι το φόρτε μας. Να σηκώσει τα μανίκια και να στρωθεί στη δουλειά απλώς δεν παίζει. Να καθίσει κάτω και να βάλει την γκλάβα του να σκεφτεί τα λάθη του και να αναλάβει τις ευθύνες του είναι αμαρτία. 
Έτσι τον γαλούχησαν οι γονείς, λίγο μετά οι εκπαιδευτικοί και αργότερα οι πολιτικοί που αναδείκνυε με το μυαλό που διέθετε και διαθέτει. Κατά τα φαινόμενα όχι ιδιαίτερα πολύ. Αυτός ο λαός δε φταίει ποτέ και για τίποτα. Του το έμαθαν οι γονείς, όταν έτρεχαν στους δασκάλους του για «να ζητήσουν το λόγο» για τους χαμηλούς βαθμούς του κακορίζικού τους. Του το δίδαξαν οι δάσκαλοι προσφέροντας σε κάθε «οικοδομικό υλικό», που λεγόταν μαθητής, απλόχερα μεγάλους βαθμούς, ώστε να αποφύγουν την επίσκεψη των αγριεμένων γονιών που θα διεκδικούσαν όσα το ζωντόβολό τους δεν άξιζε και δε θα κατάφερνε με προσωπική προσπάθεια στον αιώνα των αιώνων (αμήν). 
Έτσι τελικά τον διαπαιδαγώγησαν οι ηγέτες του. Πάντα άκουγε ότι «ο λαός αυτός είναι ο καλύτερος, ο πιο φιλότιμος, ο πιο ευφυής, ο πιο δουλευταράς, ο πιο άμωμος και άσπιλος της οικουμένης ολάκερης, πάντα είχε δίκιο...». Ήταν οι περιστάσεις που πάντα τον οδηγούσαν σε βλακώδεις και αμετροεπείς επιλογές. Δε φταίει αυτός για τη διαφθορά. Μπορεί δηλαδή η διαφθορά να είναι αποτέλεσμα ψεκασμού, όπως θα ισχυριζόταν τμήμα της νέας κυβέρνησης; Δε φταίει για το χρέος. Σίγουρα όχι. Γι αυτό φταίνε εκείνοι οι παλιάνθρωποι (οι κουτόφραγκοι) που μας δάνειζαν αφειδώς, όπως ισχυρίζεται ολόκληρη η καινούρια -και κάθε προηγούμενη- κυβέρνηση. Δε φταίει για την αναξιοκρατία. Απλώς αυτός ο ευφυέστατος λαός αρνείται την αξιολόγηση. Η αξιοκρατία, λοιπόν, θα εμφανιστεί με τρόπο μαγικό, ως άλλος «από μηχανής θεός», και θα μας πει: «Βρε τα παιδιά! Τι γίνεται ρε λεβέντες; Όλα καλά; Ήρθα. Κουράστηκα λίγο αλλά ήρθα. Και τώρα βάλτε μπρος την αξιολόγησή σας γιατί αξιοκρατία χωρίς αξιολόγηση δε γίνεται»! 
Κάπως έτσι φτάσαμε εδώ που είμαστε. Χρειάστηκαν λίγες μόνο μέρες για να συνειδητοποιήσουμε -λαός και εξουσία- ότι η ελπίδα δεν έρχεται με delivery και υποσχέσεις. Δεν έρχεται με λόγια. Η πραγματικότητα είναι ο εχθρός της και δυστυχώς όλοι εκείνοι που για μια ακόμα φορά υποσχέθηκαν τα άπιαστα, τώρα αρχίζουν και ξυπνούν από τον ωραίο και γαλήνιο ύπνο του δικαίου(;) που χαρίζει η... Αντιπολίτευση. Μαζί τους και μια μεγάλη μάζα Ελλήνων που προσδοκούσε ότι αυτή τη φορά διάλεξε το σωστό deliverά. Τον deliverά που με τελείως αντικομφορμιστικό τρόπο θα μας ξελάσπωνε, θα μας μείωνε τα χρέη, θα προχωρούσε σε νέους διορισμούς, θα χάριζε τα δάνεια... Ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβουν όλοι αυτοί ότι υπήρχαν δύο μόνο δρόμοι. Και τώρα διαλέγουμε και παίρνουμε. Το δυσβάσταχτο δρόμο του ευρώ ή τον αβάσταχτο δρόμο της δραχμής. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. 
Κάποιοι βέβαια, μιλούν για χαμένη αξιοπρέπεια που πλέον ξαναβρέθηκε. Δεν είμαστε πια η κατσαρίδα που την ποδοπατούν οι ξένοι. Ωραία. Πρέπει να είμαστε πολύ βλαμμένοι τελικά. Αξιοπρέπεια με τι κριτήρια; Μάλλον, για μια ακόμα φορά, τα απολύτως δικά μας. Θα μπορούμε πλέον να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια και να αναφωνούμε: «Είμαστε οι πιο αξιοπρεπείς εξαθλιωμένοι της οικουμένης. Τι καλά!!! Πεθαίνουμε από την πείνα αλλά το κάνουμε σαν Έλληνες». Μαυρίλα πιο μαύρη κι από ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες του στιλ «λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο». Γιατί καθόλου αξιοπρεπείς είμαστε για όλους εκείνους που μας δάνεισαν και τώρα βλέπουν τα λεφτουδάκια τους να κάνουν φτερά σαν να ήπιαν λίτρα ολόκληρα red bull. Αλλά τέτοιοι είμαστε. Προτιμούμε από το να μας οδηγούν οι άλλοι σε έναν αργό και βασανιστικό θάνατο, να ακολουθήσουμε με δική μας ευθύνη το βέβαιο δρόμο ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει. Κάποια στιγμή μόνο υπέμεινε κάτι Τούρκους για τετρακόσια χρόνια αλλά... από τότε μάθαμε και υπομένουμε τη σκλαβιά λιγότερο και με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια. Μακάρι όλα να πάνε καλά. Να βρεθεί ένας τρόπος ώστε και οι κουτόφραγκοι να μη χάσουν τα λεφτά τους και εμείς εδώ να πάψουμε να χορεύουμε τον αέναο χορό του Ζαλόγγου. Διαφορετικά ας βάλουμε μπρος το όραμα νέων εκλογών που θα ξαναγεννήσουν την ελπίδα. Βέβαια, αν συνεχίσουμε τις αερολογίες και τις μαγκιές τη βλέπω την ελπίδα. Τη βλέπω να έρχεται μαζί με την ανάσταση των νεκρών...