Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

«Ποιοι, επιτέλους, πετυχαίνουν στις Πανελλαδικές»;

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι πλέον γνωρίζω. Και το να γνωρίζεις δεν είναι πάντα καλό. Μετά, όμως, από δυο δεκαετίες και... μέσα σε αίθουσες, γνωρίζω την απάντηση. Όταν κάποιος με ρωτάει, εγώ γνωρίζω. Γνωρίζω ποιοι μαθητές θα πετύχουν, ποιοι θα κινηθούν στη μετριότητα και -από πολύ νωρίς- ποιοι θα αποτύχουν. Αυτό, όμως, είναι πρόβλημα. Πρόβλημα, γιατί αυτό που γνωρίζω, συνήθως, δεν μπορώ και να το πω άμεσα στον ενδιαφερόμενο. Πρόβλημα, όμως, και επειδή πια δυσκολεύομαι να το κρύψω. Τα πάντα το δηλώνουν. Οι περισσότεροι, ευτυχώς, δεν θέλουν πραγματικά να ξέρουν, οπότε τη βγάζω καθαρή. 

Το να με ρωτούν «Μα ποιοι, επιτέλους, είναι αυτοί που πετυχαίνουν σήμερα;» αποτελεί μια ευκαιρία εκτόνωσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις δίνει κανείς... γενικά τη συνταγή αποφεύγοντας προσωπικές ρήξεις, ηλίθιες δικαιολογίες και ατελείωτες γκρίνιες. Θεωρώ ότι ο καθένας μπορεί να ξέρει ποιοι είναι αυτοί. Μπορεί αλλά δε θέλει. 

Και είναι βασικό να το θέλει πραγματικά. Αυτός που πραγματικά επιθυμεί να προβλέψει(;) την πιθανή προσωπική πορεία του ή την πορεία του παιδιού του, βλέπει καθαρά. Δεν παραβλέπει όσα δεν τον συμφέρουν και δεν τα εξιδανικεύει. 

Τα πάντα ξεκινούν από ένα δεδομένο. Πετυχαίνουν λίγοι. Λίγοι μαθητές αριστεύουν στις εισαγωγικές εξετάσεις, ακόμη λιγότεροι το κάνουν στο πανεπιστήμιο και ελάχιστοι στην περαιτέρω πορεία τους. Οι πολλοί οδηγούνται στη μετριότητα και την αποτυχία. Βλέπουν τα ραπανάκια ανάποδα, χωρίς να έχουν πλησιάσει καν τα όνειρά τους. Αφού οι λίγοι πετυχαίνουν, δε μένει παρά να αποκωδικοποιήσουμε τι κάνουν αυτοί και τι η μάζα. Αν γίνει αυτό, θα ξέρουμε. 

Οι λίγοι, λοιπόν, δεν ψάχνουν δικαιολογίες ούτε επιρρίπτουν ευθύνες. Δεν τους φταίνε ποτέ οι άλλοι, το σύστημα, ο ανάδρομος Ερμής, το καναρίνι του γείτονα, η επιτροπή θεμάτων, οι βαθμολογητές, ο εργοδότης, το κατεστημένο, οι ανταγωνιστές, οι καιρικές συνθήκες, η κρίση, οι κακές παρέες που τους παρασύρουν. Και δεν το κάνουν γιατί γνωρίζουν το απλό. Είναι αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο να παρέμβουμε και κυρίως να «διορθώσουμε» το περιβάλλον. Άρα δεν περιμένουμε το παραμικρό από αυτό. Πιο εύκολη και λιγότερο χρονοβόρα είναι η αυτοδιόρθωση. Οι λίγοι περιμένουν μόνο από τον εαυτό τους. Οι πολλοί από τους άλλους, οι ίδιοι είναι, σε κάθε περίπτωση, νερό για λειτουργιά. Συμπέρασμα πρώτο: Επιτυχία ίσον ανάληψη ευθυνών. 

Πετυχαίνει εκείνος που προσπαθεί. Και προσπαθεί με πάθος. Προσπαθεί από νωρίς. Προσπαθεί εστιάζοντας στον στόχο του. Το κάνει διαρκώς, χωρίς χαώδη διαλείμματα. Συνεχίζει να το κάνει, όταν βρίσκει δυσκολίες, όταν η κόπωση απειλεί να τον καταβάλει, το κάνει μετά από αποτυχίες και κυρίως αφού πετύχει. Αγωνίζεται απέναντι στους φόβους του, τις ανασφάλειες του, τους άλλους, τον εαυτό του. Στοχεύει εκεί που δεν πίστευε ότι μπορεί να φτάσει. Πασχίζει να διαψεύσει τον εαυτό του, το περιβάλλον, όσους λένε ότι «αυτό είναι αδύνατο». Όσοι προσπαθούν αποσπασματικά ή επιφανειακά, όσοι καθυστερούν να ξεκινήσουν την προσπάθεια, ελάχιστες ελπίδες έχουν. Συμπέρασμα δεύτερο: Επιτυχία ίσον προσπάθεια. 

Η επιτυχία προϋποθέτει φαντασία, καινοτομία, δημιουργικότητα. Πετυχαίνει εκείνος που διεκδικεί καλλιέργεια, επαφή με τις εξελίξεις, γνώση. Όσοι χάνουν το χρόνο τους στο fb παρακολουθώντας βλακώδεις αναρτήσεις, προτείνοντας ατάκες απύθμενης ανοησίας, κάνοντας like σε καθετί που κινείται στο ψηφιακό σύμπαν τους, σχολιάζοντας τη -συνήθως- θεϊκή ομορφιά του καθενός, σπαταλώντας ώρες ατελείωτες σε ψηφιακά παιχνίδια και τηλεοπτικά σκουπίδια, εντέλει στο απόλυτο τίποτα, δεν αφήνουν στον εαυτό τους και πολλά περιθώρια. Αυτό μπορεί να το κάνει η μάζα και αυτή έχει τόση σχέση με την επιτυχία όση θα έχει -σε ελάχιστο διάστημα- και ο δημόσιος υπάλληλος με τη μονιμότητα. Η διαφορετική και ουσιαστική άποψη, η διαφορετική και αξιόλογη ιδέα, η διαφορετική και ανατρεπτική πρόταση διατυπώνονται από τους διαφορετικούς, από όσους τολμούν να κάνουν ό,τι η μάζα δεν μπορεί να κάνει, άρα από εκείνους που επιλέγουν το διαφορετικό. Συμπέρασμα τρίτο: Επιτυχία ίσον ανατροπή. 

Τελικά, δεν είναι δύσκολο να ξέρει κανείς «ποιοι, επιτέλους, πετυχαίνουν». Το δύσκολο είναι να θέλει να το ξέρει. Γιατί, το να ξέρει κάποιος, απαιτεί και συνεχείς διορθωτικές κινήσεις, επιμονή, προγραμματισμό και κυρίως ρήξη με την καθημερινή μετριότητα και αποστασιοποίηση από αυτήν. Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Αν ήταν, θα το διάλεγαν οι πολλοί και τότε τα δεδομένα θα άλλαζαν. Εκείνοι που θα μας έλλειπαν θα ήταν οι μέτριοι, οι βαρετοί, οι γκρινιάρηδες, οι τεμπέληδες, οι ανίκανοι, οι αποτυχημένοι. Όμως αυτοί δεν μας λείπουν. Πιθανώς δεν θα λείψουν ποτέ κι από κανέναν.
Και για να μην αφήσω το παραμικρό περιθώριο παρανόησης, τεμπέλης και ανίκανος και αποτυχημένος είναι εκείνος που λέει ότι έχει στόχο αλλά δεν κάνει το παραμικρό γι αυτόν. Ίσως γιατί το σύμπαν τον έχει βάλει στο μάτι.


Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Τελείες, παράγραφοι και... κενά

Ο Γούντι Άλεν δεν πρέπει να ήταν διόλου ευχαριστημένος από την εκπαίδευσή του. Δήλωνε γι αυτή: «Είχα μια φρικτή εκπαίδευση. Ήμουν σε ένα σχολείο για διανοητικά καθυστερημένους καθηγητές». Θυμάμαι τα λόγια του όταν μαθητές μου με πλησιάζουν λέγοντας: «Κύριε, μας είπαν στο σχολείο...». Κάθε που το ακούω αυτό αγωνιώ για όσα ακολουθούν. Ξέρετε, κάποτε, όσα τους λένε στο σχολείο σχετίζονται με το μάθημα που διδάσκω, την Έκθεση και είναι ένας ύμνος στην αυθεντία εκείνου που τα λέει. Συνήθως, μάλιστα, «όσα τους λένε στο σχολείο» συνοδεύονται από την υπενθύμιση ότι αυτός που λέει, όσα λέει, βαθμολογεί στις Πανελλαδικές και άρα γνωρίζει τα πάντα. Γιατί, το να βαθμολογεί κανείς στις Πανελλαδικές, είναι τίτλος και πτυχίο καλύτερο από όποιο άλλο πτυχίο, μάστερ και διδακτορικό μαζί. Λες και οι βαθμολογητές αποτελούν την αφρόκρεμα της εκπαιδευτικής κοινότητας ή προκύπτουν από κάποια φοβερή και τρομερή αξιολόγηση -λέξη, όμως, άγνωστη στο εκπαιδευτικό σύμπαν. 
Ενίοτε, όσα τους λένε στο σχολείο ή οπουδήποτε αλλού, είναι μπαρούφες αξιοθρήνητες. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και το: «κύριε, η κυρία (ή και ο κύριος κάποτε) που μας κάνει Έκθεση στο σχολείο μάς είπε ότι μια παράγραφος πρέπει να είναι δεκατέσσερις γραμμές». Αυτό τους είπε η κυρία που τους κάνει Έκθεση. Κι αυτή η κυρία -και δεν είναι μία αλλά πολλές- περιμένει αποδοχή και σεβασμό από τους μαθητές. Βέβαια, αυτή η κυρία, όπως όλοι γνωρίζουμε, «διορθώνει στις Πανελλαδικές». Πιθανώς, όμως, η συγκεκριμένη κυρία δεν έχει γράψει ποτέ στη ζωή της τίποτε πέρα από λίστα με ψώνια για το μπακάλικο, μάλλον σε παραγράφους των δεκατεσσάρων γραμμών. 
Όσο κι αν ερευνήσει κανείς, ορισμό παραγράφου με κριτήριο την έκτασή της δε θα βρει. Η παράγραφος ορίζεται παγκοσμίως ως αυτόνομο τμήμα-νόημα του γραπτού λόγου αλλά όχι ως έκταση. Κι όμως, κάποιες κυρίες βγαίνουν και τη λένε αβασάνιστα την ανοησία κι όποιον πάρει ο χάρος. Και μετά έχουμε παραδείγματα παιδιών που ενώ έχουν διατυπώσει ένα πλήρες αλλά περιορισμένης έκτασης νόημα, συνεχίζουν να γράφουν λόγια του αέρα, με «επίσης» και με «παράλληλα», ώσπου η παράγραφος να καλύψει τις επιθυμητές δεκατέσσερις γραμμές. 
Κι άντε, να δεχτούμε τον ορισμό της παραγράφου που εισήγαγε η κυρία. Βγαίνει άκρη; Με το γραφικό χαρακτήρα ποιου θα ορίσουμε το κριτήριο; Γιατί υπάρχει εκείνο το παιδί που γράφει γράμματα ψείρες. Για να διαβαστούν απαιτείται η επιστράτευση ισχυρού μικροσκοπίου. Υπάρχει, όμως, κι εκείνο το ζωντόβολο που χρησιμοποιεί γράμματα τα οποία θα φθονούσε κι ο πιο καλλιγράφος όνος. Οπότε, κυρία μου, μήπως πρέπει παρόμοιες εκστατικές συμβουλές να τις συνοδεύεις με εγχειρίδιο για το είδος αλλά και το μέγεθος της γραμματοσειράς των παιδιών; 
Ο ορισμός της παραγράφου, όμως, δεν είναι ο μόνος που ικετεύει για τη λύπησή μας. Είναι και ο αριθμός των τελειών. Ναι, ο αριθμός των τελειών που πρέπει να περιέχει μια παράγραφος και για να ακριβολογώ εκείνη του προλόγου. Μου μεταφέρει μαθητής την εμπειρία του από διόρθωση Έκθεσης στο σχολείο: «Αυτή(!) που μας κάνει Έκθεση (και μάλλον διορθώνει στις Πανελλαδικές συμπληρώνω εγώ) μου είπε ότι ο πρόλογος χρειάζεται πέντε (5) τελείες». Στη λογική ερώτηση αν του εξήγησε για ποιο λόγο χρειάζεται πέντε κι όχι έξι ή τέσσερις ή κάτι άλλο, απάντηση δεν πήραμε, ούτε εγώ ούτε ο μαθητής. Δηλαδή, αυτή η κυρία ορίζει τον πρόλογο ως τμήμα του γραπτού λόγου που απαρτίζεται από πέντε περιόδους; Τελικά, βρήκαμε μια λύση για να της κάνει το κέφι. Ο συγκεκριμένος μαθητής είχε χρησιμοποιήσει τρεις τελείες, οπότε αποφασίσαμε στο τέλος του προλόγου να χρησιμοποιεί τα αποσιωπητικά, ώστε να συμπληρώνει το μαγικό αριθμό πέντε.
Στο hall of fame όσων τους έχουν πει στο σχολείο δε θα μπορούσα να μη συμπεριλάβω τη συναρπαστική συμβουλή καθηγήτριας για τον τρόπο οργάνωσης μιας περίληψης. Η συγκεκριμένη -βαθμολογήτρια Πανελλαδικών, φυσικά- προτείνει στους μαθητές να γράφουν αποσπασματικά το νόημα κάθε παραγράφου του κειμένου που τους δίνεται αφήνοντας ένα κενό στην αρχή της περίληψής τους. Για τη συγκεκριμένη κυρία η περίληψη δεν αποτελεί ένα ενιαίο κείμενο αλλά συνονθύλευμα νοημάτων. Η συνοχή της -τόσο της περίληψης όσο και της κυρίας μάλλον- έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Θα αναρωτιέστε ίσως για το κενό στην αρχή της περίληψης και δε θα έχετε άδικο. Λοιπόν, το κενό συμπληρώνεται στο τέλος και είναι το θεματικό κέντρο της περίληψης. Ο πρόλογός της, δηλαδή. Κι αν απορείτε για το τι συμβαίνει όταν το θεματικό κέντρο του κειμένου είναι τελικά μεγαλύτερο ή μικρότερο από το κενό που έχει ήδη αφήσει ο μαθητής, η κυρία έχει τη λύση. Ο μαθητής θα πρέπει να χρησιμοποιήσει το κατάλληλο μέγεθος γραμμάτων, ώστε αυτό να καλυφθεί με ακρίβεια... 
«Κύριε, μας είπαν στο σχολείο...». Όταν το ακούω αυτό από μαθητή μου, αναρωτιέμαι: Μήπως στο ίδιο σχολείο πήγαινε και ο Γούντι Άλεν;

 Ο κ. Ζάχος πίστευε ότι διδάσκει το μάθημα της Έκθεσης 
 στο φροντιστήριο «άποψη»


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Τι θα ψηφίσω

Είναι η κυρίαρχη συζήτηση και ο βασικός προβληματισμός. «Τι θα ψηφίσουμε»; Συνήθως ακολουθεί έντονος αναστεναγμός και μάλλον κατήφεια. Σε ποιους; Στους Έλληνες! Που άμα τους έδινες εκλογές και δημοψηφίσματα παραμυθιάζοντάς τους ότι είναι ο κυρίαρχος λαός, και το βρακί τους έπαιρνες. Και τώρα; Ποιος να το περιμένει! Να έρχονται εκλογές και ο Έλληνας όχι μόνο να μη δείχνει την παραμικρή χαρά αλλά να νιώθει και βάρος. Βρε πώς αλλάζουν οι καιροί;
Αλλά έτσι είναι. Κοροϊδία στην κοροϊδία από τους πολιτικούς, ε έφτασε η ώρα να μην τους ακούει κανείς πλέον. Τάξε το ένα, τάξε το άλλο χωρίς να δίνεις το παραμικρό όταν έρχεσαι εν τη βασιλεία σου, έφτασε η ώρα της ανατροπής. Γιατί αν χρειαζόταν μια ανατροπή η χώρα, αυτή χρειαζόταν. Ούτε τις ανατροπές των φανφαρόνων ούτε εκείνες των φαντασμάτων του παρελθόντος. Εκείνο που χρειαζόταν η χώρα ήταν ο περιορισμός της ηλιθιότητας του εκλογικού σώματος. Όχι, βέβαια, ότι περιμένω και πολλά αλλά όσο και να είναι… Όταν, όμως, ακούς ανθρώπους που στις προηγούμενες εκλογές στήριξαν πρόσωπα και κόμματα που τους έταξαν τον ουρανό μαζί με τα άστρα του, να δηλώνουν πια απηυδισμένοι και κουρασμένοι και προδομένοι και (αυτό τους είναι αδύνατον να το αποδεχτούν) βλαμμένοι και κορόιδα και… ε τότε ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ. Ίσως μάλιστα αυτό να είναι το μόνο καλό που έφερε η προηγούμενη κυβέρνηση. Το σύνθημα «η ελπίδα έρχεται» έκρυβε μυστικά. Μάλλον εννοούσαν ότι η ελπίδα θα έρθει μόλις φύγουμε εμείς και αφού έχουμε διαψεύσει τους πάντες και τα πάντα. Με τόσες υποσχέσεις που δεν μπόρεσαν να τηρήσουν, οδήγησαν αρκετούς σε απόγνωση και αρκετοί από αυτούς τους αρκετούς ψάχνονται για το πού θα κατευθύνουν την ψήφο τους. Τα μεγάλα καλάθια και τα κοφίνια που κρατούσαν πριν από έξι εφτά μήνες παροπλίστηκαν και πλέον οι ψηφοφόροι βαδίζουν προς τις εκλογές χωρίς να κρατούν ούτε καλαθάκι για το Λάζαρο. 
Ωραία όλα αυτά. Περασμένα και ελπίζω όχι ξεχασμένα. Και τώρα τι κάνουμε; «Τι θα ψηφίσουμε»; Προσωπικά το έχω με χαρακτηριστική άνεση. 
Πρώτον. Θα ψηφίσω εκείνον που θα δεσμευτεί ότι την επομένη κιόλας των εκλογών θα κλείσει την ΕΡΤ και το κανάλι της Βουλής. Εντάξει, ας κρατήσουμε έναν κρατικό τηλεοπτικό σταθμό και άντε έναν ραδιοφωνικό εθνικής εμβέλειας. Μέχρι εκεί. Κι αυτό χωρίς να καταργήσει το χαράτσι που πληρώνουν οι Έλληνες για να ΜΗ βλέπουν ΕΡΤ και ΒΟΥΛΗ. Το χαράτσι αυτό (ίσως ελάχιστα μειωμένο) να κατευθυνθεί πλέον στον τομέα της υγείας. Να διατίθεται για το διαρκή εκσυγχρονισμό των υποδομών σε νοσοκομεία, κέντρα υγείας αλλά και στη βελτίωση των μισθών όλων εκείνων που αφιερώνουν τη ζωή τους στο λειτούργημα που ασκούν. Σκέφτεστε τι υπηρεσίες υγείας θα απολαμβάνει ο κάθε Έλληνας τότε; Κι αν θέλουν ας το φέρουν και σε δημοψήφισμα για να δούμε αν οι πολίτες επιθυμούν να πληρώνουν για τη βλακοΕΡΤ ή για την υγεία όλων! 
Δεύτερον. Θα ψηφίσω εκείνον που θα δεσμευτεί ότι θα μειώσει τον αριθμό των βουλευτών κατά ένα τρίτο ενώ παράλληλα θα περιορίσει και τις αμοιβές τους. Δηλαδή, σε τι μας χρειάζονται τριακόσιοι βουλευτές και αντίστοιχοι παρατρεχάμενοι; Δε φτάνουν οι διακόσιοι για να καταστρέψουν τη χώρα. Ή μήπως η καταστροφική πορεία που ακολουθήσαμε μέχρι τώρα προϋποθέτει πλουραλισμό γραφικότητας και ανοησίας και μετριότητας; Θεωρώ ότι οι διακόσιοι μας είναι υπεραρκετοί και μπορούν να συνεχίσουν να είναι το ίδιο επικίνδυνοι όσο και οι τριακόσιοι. Εννοείται ότι το μέτρο πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη μείωση του αριθμού των υπαλλήλων της Βουλής και των αμοιβών τους. 
Τρίτον. Θα ψηφίσω εκείνον που θα δεσμευτεί ότι θα διαχωρίσει πλήρως και χωρίς εξαιρέσεις τη Νομοθετική από την Εκτελεστική εξουσία. Κανένας βουλευτής δε θα καταλαμβάνει και υπουργική θέση. Έχω την αίσθηση ότι σε μια δημοκρατία οι εξουσίες πρέπει να είναι ανεξάρτητες, ώστε η μία να ελέγχει τις άλλες. Οι υπουργοί θα πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα εφόδια για τη θέση τους και να προέρχονται από την κοινωνία χωρίς ο κομματισμός να περιθωριοποιεί τους άξιους. Οι υπουργικές θέσεις δεν μπορεί να είναι παροχές σε ημετέρους εξαιτίας των υπηρεσιών που πρόσφεραν στο κόμμα. Το κράτος πρέπει να είναι ακομμάτιστο. 
Τέταρτον. Θα ψηφίσω εκείνον που θα δεσμευτεί ότι θα αγωνιστεί για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Τα φαντάσματα που επιθυμούν επιστροφή στο παρελθόν, σε εθνικά νομίσματα και σε καταστάσεις πρωτόγονες είναι καιρός να χαθούν εκεί που ανήκουν. Στη λήθη του μακρινού παρελθόντος. 
Πέμπτον. Θα ψηφίσω εκείνον που θα δεσμευτεί για τον εκσυγχρονισμό και τον εξορθολογισμό του κράτους. Θα αγωνιστεί για ένα κράτος πιο γρήγορο, λιγότερο διεφθαρμένο που θα σέβεται και θα εξυπηρετεί τους πολίτες, που θα αξιοποιεί τη σύγχρονη τεχνολογία περιορίζοντας τις ουρές και το χάσιμο χρόνο που χάνεται ακόμα και για απλοϊκές υποθέσεις. 
Έκτον. Θα ψηφίσω εκείνον που θα στηρίξει τους ιδιωτικούς παραγωγικούς τομείς που μπορούν να ανοίξουν το δρόμο στην ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την αύξηση των εσόδων για το κράτος. 
Έβδομον. Θα ψηφίσω εκείνον που δε θα υποσχεθεί διορισμούς, αυξήσεις, επαναπροσλήψεις, χάρισμα δανείων, σκίσιμο μνημονίων και δε συμμαζεύεται. Θα ψηφίσω εκείνον που θα μας πει ξεκάθαρα πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση και ότι η έξοδος από αυτή απαιτεί σκληρή δουλειά από όλους. Εκείνον που θα δώσει πρώτος το παράδειγμα για θυσίες προωθώντας όλα τα παραπάνω χωρίς να φοβηθεί το πολυθρύλητο πολιτικό κόστος.
Κι όλα αυτά με κόστος μηδέν (0)! Αντίθετα με κέρδος που ούτε μπορούμε να το φανταστούμε!
Βαρέθηκα πια εκείνους τους πολιτικούς που υπόσχονται ό,τι τους κατέβει και σιχάθηκα όλους εκείνους τους πολίτες που είναι τόσο εύπιστοι σε κάθε βλακώδη υπόσχεση! Κι αν κανείς δε δεσμευτεί σε όλα αυτά θα ψηφίσω εκείνον που βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτά. Κι αν δεν υπάρχει τέτοιος, υπάρχει και το λευκό. Έχουν μια εβδομάδα καιρό να με πείσουν. Στις εκλογές θα συμμετέχω έτσι κι αλλιώς. 
Αυτά!!!

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

(Τι) διδαχτήκαμε;

Τους τελευταίους μήνες η Ελλάδα έζησε μεγάλες χαρές. Νέα κυβέρνηση, νέα ΠτΒ, νέα πολιτικά ήθη και έθιμα κι ένα δημοψήφισμα. Αυτή δεν είναι δημοκρατία, party animal είναι. Αρκετοί περίμεναν ότι την πολιτική αλλαγή θα συνόδευαν ριζοσπαστικές οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές. Η ελπίδα (φήμες έλεγαν ότι έρχεται) δεν ήταν αβάσιμη(;). Ο όγκος των προεκλογικών υποσχέσεων έκανε κάποιους να δηλώνουν ευχαριστημένοι «ακόμη κι αν κάνουν τα μισά από αυτά». Σκίσιμο μνημονίων, επαναπροσλήψεις αλλά και νέες προσλήψεις στο Δημόσιο, καταπολέμηση διαπλοκής και διαφθοράς, επαναφορά μισθών σε επίπεδα εποχών τετράπαχων αγελάδων, κατάργηση οφειλών (δάνεια, εισφορές, οφειλές στη ΔΕΗ, στην ΕΥΔΑΠ, στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, στο ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΣΤΑ ΣΠΟΡ...), αλλαγή της Ευρώπης αλλά και του Σύμπαντος και η λίστα δεν είχε τέλος. 
Δεν «είχε», γιατί πλέον έχει. Και μάλιστα «τέλος» φαρδύ πλατύ. Η κυβέρνηση μπορεί τα Μνημόνια να μην τα έσκισε αλλά έσκισε τη μεγάλη (με το συμπάθιο) λίστα υποσχέσεων. Αυτές παραπέμφθηκαν στις καλένδες και μαζί τους και οι προσδοκίες περί ελπίδας, η οποία προφανώς αποφάσισε να καταλύσει αλλού. Και «τίθω» εγώ το ερώτημα: «τι διδαχτήκαμε από όλα αυτά»; [...] Για να εντοπίσεις τα «τι» βέβαια, προϋπόθεση αποτελεί να έχουμε κάτι, οτιδήποτε, διδαχτεί. Κι εμείς απλώς φαίνεται ότι δεν έχουμε διδαχτεί το παραμικρό. Άρα άσκοπη η αναζήτηση του «τι». Οπότε τέλος ανάλυσης και πάμε για άλλα. Το σωστό ερώτημα θα ήταν: «τι θα έπρεπε να έχουμε διδαχτεί αλλά δεν το κάνουμε». 
Θα έπρεπε, λοιπόν, να έχουμε καταλάβει ότι η Ευρώπη -παρά τις φήμες για το αντίθετο- δεν ήταν έτοιμη για την αλλαγή που ευαγγελίζονταν οι κυβερνώντες μας. Οι κουτόφραγκοι, τελικά, γουστάρουν να αποτελούν θύματα εκμετάλλευσης των φιλελεύθερων ή σοσιαλιστικών κυβερνήσεών τους και του απάνθρωπου καπιταλισμού που ρουφάει το αίμα τους και διαμορφώνει εργασιακούς Μεσαίωνες καταλύοντας ελευθερίες, ισότητες και άλλα τέτοια πανέμορφα. Αναφαίρετο δικαίωμα αυτών των ανόητων να επιθυμούν ό,τι θέλουν. Αν εμείς γουστάρουμε κάτι άλλο, ας το λουστούμε μόνοι μας. Αν δε θέλουμε «αυτό» το ευρώ και «αυτή» την Ευρώπη, ας τα εγκαταλείψουμε. Ας ζήσουμε με ό,τι μόνοι μας μπορούμε να παράγουμε αποκλειστικά με δικές μας πρώτες ύλες, τεχνολογία και τεχνογνωσία (το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;). Και βέβαια, ας θέσουμε στη νέα γενιά δυσκολίες πρόσβασης στα πανάκριβα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ευρώπης, στην αγορά εργασίας και έρευνας των αναπτυγμένων κοινωνιών της Δύσης. 
Αν διαθέταμε έστω ίχνη λογικής, θα γνωρίζαμε -πριν το βιώσουμε με τον πιο σαδομαζοχιστικό τρόπο- ότι μεταξύ δανειστή και δανειζομένου το πάνω χέρι το έχει με χαρακτηριστική άνεση ο δανειστής. Ιδίως όταν συνεχίζεις να τον έχεις ανάγκη, επειδή σου δανείζει με το καλύτερο επιτόκιο της αγοράς κι επειδή κάτι Ρωσίες, κάτι Κίνες και κάτι πρώην Σοβιετικές... «δημοκρατίες» έκαναν την πάπια, όταν τους χρειαστήκαμε. Άρα μαγκιές του στιλ: «εμείς θα βαράμε τα νταούλια και θα φυσάμε τις πίπιζες και οι αγορές θα χορεύουν» είναι αποκλειστικά για τα εσωτερικά πανηγύρια και αποδεκτές μόνο από νοητικά καθυστερημένους που αγνοούν πλήρως τους κανόνες λειτουργίας της αγοράς. 
Επίσης, θα έπρεπε να έχουμε βάλει στην γκλάβα μας και ότι «τα γούστα πληρώνονται». Αν συνεχίσουμε να γουστάρουμε μεγαλεία, έναν τερατώδη και σπάταλο δημόσιο τομέα, ανισότητες μισθών και προνομίων ακόμη και μεταξύ δημόσιων υπαλλήλων, συντάξεις στα 55, στα 48 ή στα... 3, πρέπει να βρούμε και τα λεφτά που απαιτούνται γι αυτά. Και είναι πολλά τα λεφτά. Οπότε ή συνεχίζουμε να δανειζόμαστε χωρίς προοπτική(1ο) ή ξεζουμίζουμε φορολογικά μέχρι σκασμού και αφανισμού ιδιωτικό τομέα, υπαλλήλους και συνταξιούχους(2ο) ή περιορίζουμε τις δαπάνες του δημοσίου, το εξυγιαίνουμε δίνοντας παράλληλα ευκαιρίες ανάπτυξης στην ελεύθερη αγορά και δημιουργίας θέσεων εργασίας σε αυτήν (3ο). 
Θα έπρεπε ακόμη να έχουμε αντιληφθεί ότι «έξω από το χορό πολλά τραγούδια λες». Οπότε (1ο) η εκάστοτε αντιπολίτευση μπορεί να λέει ό,τι μπαρούφα της καπνίσει, η εκάστοτε κυβέρνηση, όμως, πρέπει να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και άρα, αν ως αντιπολίτευση είχε φανεί ανεύθυνη, πρέπει να εξασκηθεί στις «κωλοτούμπες». Ότι (2ο) η εξουσία είναι μεγάλος διαφθορέας και ότι προσλήψεις και τοποθετήσεις ημετέρων σε σημαντικές θέσεις πάνε σύννεφο είτε από αριστερές είτε από δεξιές κυβερνήσεις. Λογικό μέχρι ενός σημείου. Εμπιστεύεται κανείς τους ομοϊδεάτες του και όχι εκείνους που πρεσβεύουν τελείως διαφορετικές θέσεις. Προϋπόθεση ότι οι ημέτεροι διαθέτουν στοιχειώδη εφόδια για να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της θέσης τους. Ότι (3ο) «αριστερός» και ατράνταχτη περιουσία δε συμβαδίζουν. Αν, μάλιστα, αυτή την περιουσία δεν τη διαθέτει -στο όνομα της ισότητας και της δικαιοσύνης- για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, για την οποία τόσο κόπτεται, απλώς πρόκειται για ανέκδοτο. Ότι (4ο) είναι μούφα «αριστερός» εκείνος που δεν αγωνίζεται για το διαχωρισμό Νομοθετικής και Εκτελεστικής εξουσίας, τη μείωση του αριθμού των βουλευτών και των μισθών τους, τον περιορισμό των προνομίων βουλευτών, υπαλλήλων της Βουλής και οποιουδήποτε άλλου. 
Ανακεφαλαιώνω. «Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι» ή καλύτερα μην κρατάς ούτε σπιρτόκουτο. Τα πολλά κεράσια τα λένε λαϊκισμό κι αν αυτός ήταν κριτήριο προόδου, θα ήμασταν η πιο αναπτυγμένη χώρα. Αν υπάρχει ελπίδα, αυτή πηγάζει από εμάς. Και πιθανότατα θα σκεφτόταν να μας επισκεφθεί μόνο αν κάποια στιγμή διδασκόμασταν κάτι και το δείχναμε με τις επιλογές μας στις εκλογές που έρχονται.