Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Αναγνωρίζοντας (και αποφεύγοντας) ηλιθίους

Το να έρχεσαι καθημερινά σε επαφή με πολλούς ανθρώπους είναι γεγονός δραματικό, έτσι κι αλλιώς. Χωρίς προϋποθέσεις. Καταντάει δε τραγωδία, για όσους διαθέτουν κριτήρια επιλογής. Δε θα κάνουν παρέα με όλους (βαριούνται), δε χαμογελούν σε όλους (δε δίνουν θάρρος), δεν έχουν «έναν καλό λόγο για όλους» (δεν αρκεί να είναι κάποιος «αδιάφορος»). Το να οριστεί η «ηλιθιότητα» είναι δύσκολη υπόθεση. Διαχρονικά. Ο καθένας, ακόμα κι αυτός που αποτελεί τον απόλυτο και ολοκληρωτικό ορισμό του ηλιθίου στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, χαρακτηρίζει διαρκώς κάποιους άλλους ως ηλιθίους. Αυτός, όμως, διαθέτει πράγματι το αισθητήριο αντίληψης της ανοησίας των άλλων; Όχι! Αυτός χαρακτηρίζει ηλιθίους απλώς όσους δε συμφωνούν μαζί του. Όποιος διαφωνεί μαζί τους, «φυσικά, και είναι ηλίθιος»! Αυτοί, λοιπόν, δεν πιάνονται. Το να χαρακτηρίσεις κάποιον ηλίθιο προϋποθέτει αντικειμενικά κριτήρια. Κριτήρια την παγίδα των οποίων ακόμα και ο πιο... ευφυής ηλίθιος αδυνατεί να αποφύγει. 
Τα πονήματα, από την αρχαιότητα ως σήμερα, με αντικείμενο τον ορισμό, τα κριτήρια αναγνώρισης και τους τρόπους εκδήλωσης της ηλιθιότητας, συγκλίνουν σε δυο αβίαστα συμπεράσματα: α) Είναι αδύνατον να προφυλαχτείς από τον ηλίθιο, γιατί ό,τι κάνει, το κάνει από βλακεία, γεγονός που τον καθιστά τελείως απρόβλεπτο και εξαιρετικά επικίνδυνο. β) Ο ηλίθιος είναι αδύνατο να είναι δημιουργικά πρωτότυπος. Οδηγείται, βέβαια, κάποτε σε εξωφρενικά βλακώδεις ενέργειες αλλά αυτές απλώς διευρύνουν τα όρια της βλακείας που έχουμε υπόψη μας. Οι ενέργειες αυτές, με σιγουριά δεν είναι δημιουργικές. 
Το πρώτο συμπέρασμα (το α που προηγήθηκε) είναι ανησυχητικό. Το δεύτερο, όμως, συμπέρασμα (το β, που ακολουθεί το α που προηγήθηκε) ίσως μας προσφέρει τα κριτήρια αναγνώρισης της ηλιθιότητας και πιθανώς δυνατότητες προφύλαξης από αυτήν. 
Αφού η δημιουργική πρωτοτυπία δεν αποτελεί -σε καμιά περίπτωση- ίδιον του ηλιθίου, αυτός είναι δέσμιος στερεοτύπων. Τα γνωστά κλισέ. Οι επιλογές, οι ενέργειες και κυρίως οι θέσεις που διατυπώνει δεν αποτελούν παρά χιλιοειπωμένες βλακείες που έχουν καθιερωθεί ακριβώς γι αυτό το λόγο. Να εξυπηρετούν τους ηλιθίους. Η χρήση κλισέ αποτελεί πειστήριο βλακείας. Δηλώνει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος δε διαθέτει ίχνος πρωτοτυπίας. Αυτός μοιάζει με το θολό αποτέλεσμα του καρμπόν. Μην έχοντας καμιά δυνατότητα να εκστομίσει κάτι ευφυές, χρησιμοποιεί απόψεις άλλων, σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων. Και τις δημιουργεί... με το εντυπωσιακό επίπεδο βλακείας του. Τα άτομα αυτά δεν πρέπει να χαρακτηρίζουν ποτέ και κανέναν ηλίθιο, γιατί τότε απλώς εκτίθενται. Δείχνουν έτσι ότι αδυνατούν να κατανοήσουν το αυτονόητο, δηλαδή, ότι είναι ελάχιστες οι πιθανότητες να υπάρχει κάποιος πιο ηλίθιος από αυτούς. 
Ενδεικτική της βλακείας κάποιου είναι η φράση «Το ξέρω αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω». Πολυετείς έρευνες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όσοι τη χρησιμοποιούν είναι ολοκληρωτικά και απαρέγκλιτα ηλίθιοι. Ο ανθρώπινος νους σκέφτεται με δυο τρόπους. Με λέξεις και με εικόνες. Αυτό σημαίνει ότι αν «ξέρω» κάτι, το έχω στο μυαλό μου είτε με λέξεις, τις οποίες μπορώ και να διατυπώσω -προφορικά ή γραπτά- είτε με εικόνες, οπότε και μπορώ να το… ζωγραφίσω. Το να «ξέρει» κανείς οτιδήποτε αλλά να αδυνατεί να το εξωτερικεύσει, απλώς δεν παίζει, οπότε είναι καλύτερο να δηλώνει εξαρχής την άγνοιά του, παρά να εξευτελίζεται με εξευτελιστικό τρόπο. 
Επίδειξη και συνάμα απόδειξη απέραντης ανοησίας αποτελεί και η έκφραση: «Στον προφορικό λόγο είμαι πολύ καλός, στο γραπτό έχω πρόβλημα». Είναι γεγονός ότι γραπτός και προφορικός λόγος στηρίζονται σε κοινούς γλωσσικούς κανόνες, αξιοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο και πηγάζουν από το ίδιο κέντρο (σκέψης) του εγκεφάλου. Αποτελούν, με απλά λόγια, εκφράσεις της γλώσσας. Και η γλώσσα δεν είναι κάτι αυτόνομο. Αντικατοπτρίζει την παιδεία του ατόμου. Υπάρχουν άρα δυο πιθανότητες (εξαίρεση άτομα με συγκεκριμένα προβλήματα). Ή κάποιος διαθέτει υψηλό επίπεδο παιδείας και άρα γλωσσική καλλιέργεια, οπότε και την αξιοποιεί, γράφοντας και μιλώντας, ή διαθέτει παιδεία κοτόπουλου, οπότε είτε προφορικά είτε γραπτά αδυνατεί να διατυπώσει κάτι με αρχή, μέση και τέλος. Η ψευδαίσθηση που χαρακτηρίζει τα συγκεκριμένα άτομα οφείλεται στο ότι όταν μιλούν, οι συνομιλητές τους δεν τους διορθώνουν ή για λόγους οικονομίας χρόνου ή εξαιτίας και της δικής τους άγνοιας ή, τέλος, επειδή αδημονούν να τελειώσει το μαρτύριο της συζήτησης με κάποιον βλάκα. 
Απόγνωση είναι λογικό να νιώθει κάποιος και όταν ακούει από νέους την απορία: «κι εσείς τι κάνατε, όταν ήσασταν στην ηλικία μας»; Συνήθως αυτό συμβαίνει, όταν κάποιος εντοπίζει αδυναμίες, τεμπελιά ή άλλα προβλήματά τους. Πρόκειται για αντίδραση. Βλακώδη και συντηρητική αντίδραση. Ο νέος που αναρωτιέται γι αυτό, θυμίζει δεινόσαυρο που κατάφερε να επιβιώσει παρά τις αντιξοότητες μέχρι τις μέρες μας. Είναι δυνατόν κάποιος νέος να συγκρίνει αυτά που πρέπει να κάνει σήμερα με όσα μπορούσε και έπρεπε να κάνουν εκπρόσωποι προηγούμενης γενιάς; Δηλαδή, αυτός ο κρεμανταλάς δεν έχει ακούσει τίποτα για την εξέλιξη; Κι αν έχει ακούσει, δεν κατάφερε να το αποκωδικοποιήσει; Ρινίσματα τούβλου κουβαλάει αντί για μυαλό; Αυτός ίσως κατάφερνε κάτι, αν ο κόσμος του ήταν ο κόσμος της γιαγιάς του αλλά, δυστυχώς, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Είμαστε πολύ μακριά από την εφεύρεση μιας μηχανής του χρόνου που θα μπορούσε να μεταφέρει τον κάθε ηλίθιο στο παρελθόν. Συνήθως, τέτοια παιδιά προέρχονται από γονείς που χρησιμοποιούν τη φράση «Κι εμείς που μεγαλώσαμε έτσι, τι πάθαμε;», οπότε δε χρειάζεται να αφιερώσω χώρο στο συγκεκριμένο. Από γονείς πιο ακίνητους κι από ανδριάντα, τι παιδιά θα βγουν; 
Ακούμε κάποτε γονείς, οι οποίοι αναφερόμενοι στα παιδιά τους χρησιμοποιούν το πρώτο πληθυντικό. «Διαβάζαμε μέχρι αργά χθες το βράδυ». «Αρχίζουμε την επανάληψη». «Περάσαμε στη σχολή Λαϊκής Παραδοσιακής Μουσικής και Οργάνων». Επιστημονικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι αρκετοί από αυτούς, μικροί είχαν πέσει με πάταγο από την κούνια με το κεφάλι στο πάτωμα, οπότε προκλήθηκαν βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και μόνιμη βλάβη που εμφανίζεται ως συνεχείς κρίσεις ηλιθιότητας μέχρι μεγάλη ηλικία, όταν δηλαδή θα έπρεπε να σκέφτονται και να δρουν ως ενήλικες. Η χρήση του πρώτου πληθυντικού χαρακτηρίζει κυρίως μαμάδες που επιδιώκουν ταύτιση με το παιδί τους, ώστε να του προκαλέσουν Οιδιπόδειο και όλοι ξέρουμε τι βίτσια υποκρύπτει αυτό. Συχνά, αυτές οι μανάδες νιώθουν ότι μια πιθανή επιτυχία των παιδιών τους θα προσδώσει στις ίδιες μια κάποια αξία, ένα νόημα ζωής, μια προσωπική αίσθηση επιτυχίας, τέλος πάντων. Μεγαλύτερο γίνεται το πρόβλημα όταν το πρώτο πληθυντικό χρησιμοποιείται από πατεράδες, γιατί πατέρας να επιθυμεί την καλλιέργεια Οιδιπόδειου είναι λιγάκι περίεργο και χρήζει συστηματικής και μακροχρόνιας ψυχιατρικής βοήθειας. 
Τα παραπάνω αποτελούν απόψεις ειδικών. Κι εγώ ασπάζομαι τις απόψεις των ειδικών. Δε διαθέτω το απαραίτητο υπόβαθρο ώστε να τις αμφισβητήσω. Απλώς, πώς να το πω βρε παιδί μου, τις βρίσκω λίγο… απόλυτες και τους χαρακτηρισμούς τους λίγο… βαρείς αλλά μάλλον έτσι είναι οι ειδικοί. Σαν τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων. Αυτοί ξέρουν! Και τέλος πάντων, δεν είναι αυτό που πρέπει να μας απασχολεί. Η ουσία είναι ότι όσο ευγενικά κι αν προσπαθήσει κανείς να χαρακτηρίσει τον ηλίθιο, τον πανίβλακα, τον ανόητο, το συντηρητικό, αυτός παραμένει τέτοιος και τίποτα δεν τον σώζει, γιατί αν ήταν λίγο πιο ευφυής θα απόφευγε τη χρήση τέτοιων κλισέ και δε θα περιέφερε τη βλακεία του σαν παντιέρα, οπότε και δε θα πρόσφερε με απλοχεριά αφορμές να τον κρίνουν ως τέτοιο.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Μια επανάσταση που έχασε το δρόμο...

-Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να επαναστατήσεις, ε; 
-Ενάντια σε τι;* 

Το παιδάκι μου (όχι και τόσο παιδάκι πλέον) κάθεται αναπαυτικά και αμέριμνα στην άνετη πολυθρόνα του γραφείου του. Επιδίδεται στην αγαπημένη ενασχόλησή του που νομίζω ότι είναι να δώσει όνομα σε καθένα από τα pixels της οθόνης που έχει απέναντί του. Δε θα ήθελα να είμαι στη θέση του και σίγουρα όχι επειδή κάθεται στην άνετη πολυθρόνα του γραφείου του. Πρώτον, δε διαθέτω την υπομονή που απαιτεί η καταμέτρηση όλων αυτών των μικροσκοπικών φωτεινών κουκίδων που συνθέτουν την ψηφιακή εικόνα της οθόνης. Δεύτερον, το κακόμοιρο αγνοεί αυτό που το περιμένει. Κι αυτό που το περιμένει, είναι... εγώ!
Πλησιάζω ήρεμα ρωτώντας τον (όσο χαλαρά θα τον ρωτούσα αν θέλει κάτι να φάει) για ποιο λόγο θα επαναστατούσε. Σταματάει την ενδελεχή καταμέτρηση, βάζει παύση σε ό,τι έκανε και με κοιτάζει με ύφος “τι με περιμένει άραγε;”. Απαντάει με ερώτηση, για να κερδίσει χρόνο. «Σε ποιον να επαναστατήσω; Απέναντι στο κράτος;». «Να επαναστατήσεις» του απαντώ, «απέναντι στο κράτος, σε εμένα, στο κατεστημένο». Και συνέχισα: «Αυτό βέβαια, θα σήμαινε ότι μπορεί να έχανες τελικά τα πάντα»! Μετά από ελάχιστη σκέψη, δηλώνει χωρίς περιστροφές: «Δε νομίζω ότι θα με συνέφερε ιδιαίτερα μια τέτοια επιλογή, ε;». Γύρισε στην αγαπημένη ενασχόλησή του -είχαν απομείνει κάποια ακόμα pixels χωρίς όνομα- αλλά ήδη μου είχε δώσει την απάντηση που σκεφτόμουν εδώ και καιρό. 
Διαβάζω ή ακούω διαρκώς για μια επανάσταση που έρχεται, που αρκετοί την περιμένουν προσπαθώντας να εντοπίσουν απλώς το πότε και πώς. Κρατάω μικρό καλάθι. Ναι μεν μια επανάσταση είναι αναγκαία αλλά δεν την πολυβλέπω. Μπορεί, βέβαια, να έρχεται αθόρυβα, ακροπατώντας -αν μια επανάσταση διαθέτει πόδια. Έχω καταλήξει ότι όλη η κουβέντα είναι «ευσεβείς πόθοι» ανθρώπων που σκέφτονται ότι θα ήταν πολύ ωραίο να συνέβαινε αλλά δε θα έκαναν το παραμικρό γι αυτήν. Άλλωστε οι περισσότεροι γαλουχηθήκαμε με τη λογική: «Κάτσε στα αβγά σου. Εμείς θα σώσουμε τον κόσμο;», που σημαίνει ότι ναι μεν περιμένουμε μια σωτηρία αλλά από αλλού.
Ναι, αλλά κάθε επανάσταση χρειάστηκε ένα πράγμα: Επαναστάτες! Δυστυχώς, αυτοί σήμερα απλώς δεν υφίστανται. Δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις που τους δημιουργούν. Ούτε η ολοκληρωτική ανέχεια ούτε η κουλτούρα που θα οδηγούσε σε επαναστατικές επιλογές αποτελούν ίδιον του αναπτυγμένου κόσμου, στον οποίο, για ανεξήγητους λόγους, ανήκει ακόμα η Ελλάδα. 
Μπορεί να βιώνουμε υψηλά ποσοστά ανεργίας, συρρίκνωση μισθών, έλλειψη προοπτικής αλλά δεν είναι αρκετά, επειδή για την πλειονότητα δεν ταυτίζονται ακόμα με το «τίποτα». Οι άνεργοι δεν πεθαίνουν ακόμα από την πείνα -εξαιτίας της οικογενειακής προστασίας ή της ισχνής βοήθειας που παρέχουν κοινωνικοί μηχανισμοί. Όσο η σύνταξη των μεγαλυτέρων επαρκεί για την επιβίωση, όσο υφίσταται η αίσθηση της ιδιοκτησίας, ξεχνάμε την επανάσταση. Ο επαναστάτης γεννιέται από τη συνείδηση του «τίποτα». Νιώθει ότι δε ρισκάρει τίποτα, γιατί απλώς δεν έχει τίποτα. Η αίσθηση του «κάτι» -σπίτι, ελικόπτερο, αυτοκίνητο, πενιχρός μισθός, οικόπεδο στο χωριό, ποδήλατο, κινητό, υπολογιστής...- απομακρύνει από κάθε διάθεση δράσης. Το «κάτι» δημιουργεί στους περισσοτέρους την ψευδαίσθηση ότι ανήκουν στο σύστημα. Όλοι αυτοί κλαίνε τη μοίρα τους, κλαίγονται για την ένοχη κοινωνία στους φίλους τους ή στο Facebook αλλά δε θα κινητοποιηθούν από το φόβο να χάσουν κι αυτό το «κάτι» που τους ανήκει(;). 
Παράλληλα, λείπει η κουλτούρα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανατρεπτικές ενέργειες. Ριζοσπαστικές πολιτικές ή οικονομικές επιλογές συχνά ευνοήθηκαν από την εμφάνιση και ενίσχυση νέων τάξεων. Αυτές αποκτούσαν πλούτο που επέτρεπε πρόσβαση στη γνώση και την καλλιέργεια. Η καλλιέργεια, με τη σειρά της, οδηγούσε στη συνείδηση ότι πραγματική δύναμη έχουν όσοι ελέγχουν την εξουσία, γεγονός που στήριζε την απαίτηση πρόσβασης σ’ αυτήν. Η συγκεκριμένη τάξη έτσι διασφάλιζε και διεύρυνε τον πλούτο της. Σήμερα η μεσαία τάξη αποδυναμώνεται. Η οικονομική άνεση που διέθετε, δυστυχώς, δεν αξιοποιήθηκε για την απόκτηση κουλτούρας. Σπαταλήθηκε σε «επενδύσεις» που χάνουν την αξία τους με γεωμετρική πρόοδο, σε καφέδες σε γκλαμουράτα μέρη, σε δήθεν επιλογές αλλά όχι στην απόκτηση κουλτούρας. Η μάζα δε διαθέτει καλλιέργεια. Πήγε σχολείο, σπούδασε και κάτι παραπάνω, διαθέτει όλα τα καλούδια που παρέχουν ενημέρωση αλλά δεν τα αξιοποίησε για να ξεστραβωθεί. Ρίξτε μια ματιά στους λουόμενους μιας παραλίας. Πόσοι διαβάζουν, ενημερώνονται, έχουν διάθεση και ανάγκη για σκέψη; Κι όμως, πρόκειται, στην πλειονότητά τους, για μορφωμένους ανθρώπους. Προτιμούν έναν «καλό» καφέ από όποια κινητοποίηση. Καμιά επανάσταση άλλωστε δε φημίζεται για τον καλό καφέ που πρόσφερε στους επαναστάτες. 
Ακόμα κι έτσι θα μπορούσαμε να ελπίζουμε αλλά τελικά απουσιάζει ο καταλύτης. Ο ηγέτης. Εκείνος που, διαθέτοντας την απαιτούμενη παιδεία, χωρίς να σκέφτεται τι μπορεί να χάσει, θα μπορούσε να μετατρέψει τη σωρευμένη διεθνή ή έστω εγχώρια αγανάκτηση σε ιδεολογικό σχήμα, σε ανθρωπιστική δράση μακριά από συμφέροντα, σε συνεκτικό κρίκο και άρα σε κίνητρο μαζικής προσπάθειας για ανατροπές. Οπότε, μπορούμε να κουβεντιάζουμε για επανάσταση όσο τραβάει η ψυχή μας αλλά αυτή δε διαθέτει GPS για να βρει μόνη της το δρόμο. Κάποιος πρέπει να της τον δείξει... 

*Ο κ. Ζάχος ξεπατίκωσε το συγκεκριμένο διάλογο της σειράς 
κινουμένων σχεδίων “doctor Katz” από το βιβλίο 
«Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;» του Sergi Pamies

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Τα επαγγέλματα του μέλλοντος

Αν διακρινόμουν από συγγραφική δεινότητα, αν κάποια υπερκόσμια δύναμη μου είχε χαρίσει και το ελάχιστο... ταλέντο, θα μπορούσα κάθε χρόνο να γράφω κι ένα έπος εφάμιλλο της ομηρικής Οδύσσειας. Κι αυτό επειδή -εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων- η παροχή βοήθειας στη συμπλήρωση ενός μηχανογραφικού αποτελεί μια μικρή Οδύσσεια. Άρα η παροχή βοήθειας στη συμπλήρωση πολλών αποτελεί μια μεγάλη. Η εμπλοκή αφάνταστων παραμέτρων (άγνοια, σύγχυση, ευθυνοφοβία, αναποφασιστικότητα, περιορισμοί λόγω της «διόρθωσης» που βιώνουμε) και παραγόντων (γονείς, παππούδες, μπατζανάκηδες, κουμπάροι και λοιποί) έχουν καταστήσει την επιλογή των περισσότερων τελειοφοίτων περιπετειώδη. 
Η διαδικασία προσφέρει, βέβαια, και κάτι θετικό, τη δυνατότητα κατανόησης του μέλλοντος. Οι επαγγελματικές επιλογές των τελειοφοίτων σκιαγραφούν την ελληνική πραγματικότητα που προετοιμάζεται. Τάσεις που είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται τα προηγούμενα χρόνια διαψεύδονται ενώ άλλες κυριαρχούν διαγράφοντας τη μελλοντική ελληνική πραγματικότητα. 
Φέτος έγινε ξεκάθαρο ότι η εικόνα που είχαμε για την ελληνική αγορά εργασίας θα ανατραπεί ριζικά. Η πλειονότητα των παιδιών κινείται επαγγελματικά σε τρεις όλες κι όλες κατευθύνσεις. Την έρευνα, την εγκληματολογία και τη γαστρονομία... Αυτά! Υπάρχουν, βέβαια, και τα παιδιά που εμμένουν σε παραδοσιακές επιλογές αλλά τείνουν να αποτελέσουν μειονότητα. Τα συμπεράσματα μόνο αισιοδοξία(;) γεννούν. 

Συμπέρασμα πρώτο και καλύτερο: Η μεγάλη έκρηξη 
Η πλειονότητα των παιδιών δηλώνει τη διάθεσή της να ασχοληθεί με την έρευνα. Έρευνα σε ό,τι κι αν σπουδάσει. Έρευνα στη Γενετική, στην Κοινωνική εργασία, στη Μεθοδολογία Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, στην Παραδοσιακή Μουσική, στην Κλωστοϋφαντουργία, στην Πληροφορική και πάει λέγοντας... Όπου κι αν περάσει ο υποψήφιος, θα το κάνει, όχι για να γίνει ένας «απλός» καθηγητής, γιατρός, δικηγόρος, κοινωνικός εργάτης αλλά για να εξελιχθεί σε ένα «σύνθετο» ερευνητή. Μάλιστα! Αυτό θα κάνει και να το γνωρίζετε όλοι! Με τόσους ερευνητές και σε τόσους τομείς, ξεχάστε όσα ξέρατε. Σε διάστημα δέκα, δεκαπέντε το πολύ χρόνων η σημερινή γνώση θα πάει περίπατο. Θα αντικατασταθεί και θα εμπλουτιστεί από τη γνώση που θα παραχθεί στο εξής. Έκρηξη γνώσης που μπροστά της ακόμα και το big bang θα ωχριά. Οι απαντήσεις σε όσα αγνοούμε μας περιμένουν. Μυστήρια του σύμπαντος, του ανθρώπινου εγκεφάλου, της ψυχής θα γίνουν κατανοητά σύντομα και άρα θα πάψουν να είναι μυστήρια. Ασθένειες που μας ταλαιπωρούν πλέον θα αποτελέσουν παρελθόν. Η ζωή μας, η σκέψη μας, οι αξίες μας, ο τρόπος ζωής μας θα μεταβληθούν πάραυτα και ο κόσμος μας δε θα έχει όμοιό του, χάρη στους ερευνητές που θα αρχίσουν, από την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά, να προετοιμάζονται στα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ μας. Τα επιστημονικά περιοδικά θα βρίθουν ανακοινώσεων και πορισμάτων Ελλήνων επιστημόνων, τα διεθνή συνέδρια θα κυριαρχούνται από συμπατριώτες μας ερευνητές. Με το μικροσκόπιο θα ψάχνουμε επιστήμονες άλλης εθνικότητας στα βραβεία Νόμπελ. Τι καλά! 
Ίσως μια μικρή υστέρηση να έχουμε στα Νόμπελ λογοτεχνίας, μιας και οι περισσότεροι νέοι που δηλώνουν ότι θέλουν να γίνουν ερευνητές έχουν τόση σχέση με το βιβλίο -όχι μόνο το λογοτεχνικό- όση και ο τυφλοπόντικας, ο οποίος αντιμετωπίζει μια μικρή δυσκολία λόγω προβλημάτων όρασης. Αλλά κι αυτουνού το πρόβλημα θα λύσουν οι ερευνητές του μέλλοντος. Τώρα θα μου πείτε «πώς κάποιος που δεν έδειξε διάθεση να διαβάσει ούτε Μίκυ Μάους, θα γίνει ερευνητής;» αλλά εγώ αυτό το θεωρώ κακεντρέχεια. Θα γίνει ερευνητής που δε θα διαβάζει. Απλώς θα ερευνά. Δηλαδή, σε τι χρειάζεται η μελέτη, η σφαιρική γνώση, η διάθεση αναζήτησης σε κάποιον ερευνητή; Σε τι θα τον βοηθήσει να γνωρίζει τι ήδη έχει ανακαλύψει η έρευνα που προηγήθηκε; Στο κάτω κάτω μπορεί να ξαναανακαλύψει πράγματα αλλά να το κάνει με μεγαλύτερη... χάρη. 

Συμπέρασμα δεύτερο: Πόλεις Αγγέλων 
Ένα μεγάλο ποσοστό νέων επιθυμεί να ασχοληθεί με άλλου είδους (και πάλι όμως) έρευνα. Αυτοί, όταν μεγαλώσουν, θα γίνουν εγκληματολόγοι. Τρέμετε παλιοεγκληματίες. Μια ακόμα επανάσταση μπροστά μας. Το τέλος της εγκληματικότητας. Οι εγκληματολόγοι θα καιροφυλακτούν. Ένας κόσμος χωρίς έγκλημα. Οι στρατιές των εγκληματολόγων θα εξιχνιάζουν κάθε μυστήριο πιο γρήγορα από κάθε μυθιστορηματικό ήρωα, από κάθε τηλεοπτικό αστέρα ανόητων σειρών τύπου CSI… Ίσως μάλιστα οι μελλοντικοί εγκληματολόγοι κάνουν ένα ακόμα βήμα προβλέποντας και άρα προλαμβάνοντας το έγκλημα. Κάτι σαν ενόραση αλλά που δε θα είναι ενόραση αλλά επιστημονική διαδικασία. Πω πωω, οι εγκληματίες θα πάθουν κατάθλιψη αλλά αν θέλουν να προσφέρουν, μπορούν εθελοντικά να αποτελέσουν πειραματόζωα των ερευνητών, στους οποίους εκτενής αναφορά έγινε παραπάνω. 
Αυτό βέβαια, θα δημιουργήσει και προβλήματα, αφού πλέον δε θα χρειαζόμαστε κλειδαριές, συναγερμούς, χρηματοκιβώτια, αστυνομικούς, όπλα. Και τι θα κάνουν όσοι ασχολούνται με τα αντίστοιχα επαγγέλματα; Ε, ας γίνουν κι αυτοί εγκληματολόγοι! Η αίσθηση ασφάλειας θα μας απαλλάξει από κάθε άγχος. Ονειρεμένος κόσμος, αγγελικά πλασμένος! 
Το μόνο που με κάνει να κρατάω καλάθι μέτριων διαστάσεων είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς που ονειρεύονται την εγκληματολογία αγνοούν το δρόμο που θα ακολουθήσουν. Οι περισσότεροι, αν ερωτηθούν με ποιο τρόπο θα γίνουν εγκληματολόγοι ή ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο της εγκληματολογίας, μένουν με το στόμα ανοιχτό. Μη χειρότερα! Δηλαδή, για να γίνω κάτι, πρέπει και να ξέρω τι είναι αυτό ή πώς θα γίνω; Ίσως, βέβαια, η συγκεκριμένη στάση να οφείλεται, όχι στην άγνοιά τους, αλλά σε έλλειψη διάθεσης να δώσουν πληροφορίες σε άλλους που λένε ότι στόχος τους είναι να γίνουν εγκληματολόγοι, χωρίς να έχουν ψάξει ούτε τι κάνει ένας εγκληματολόγος... Μπέρδεμα. 

Συμπέρασμα τρίτο: Μοριακή γαρδούμπα 
Ό,τι γνωρίζατε για τη γεύση, ξεχάστε το. Εκατοντάδες σεφ βρίσκονται στα σκαριά ή πρόκειται να βρεθούν οσονούπω. Κι άλλη επανάσταση. Η ιστορία της γεύσης αλλάζει, μια νέα εποχή ξημερώνει για τα παϊδάκια, το σπληνάντερο, τη σκορδαλιά, για όλα. Νέες γεύσεις θα αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές. Φαγητά που γνωρίζαμε θα αποκτήσουν νέα εμφάνιση και πολύ περισσότερο... γεύση. Συνταγές μαγειρικής δε θα προλαβαίνουν να εμφανίζονται και θα αντικαθίστανται από άλλες. Τα κανάλια δε θα προλαβαίνουν να δείχνουν εκπομπές μαγειρικής και να αναδεικνύουν νέους αστέρες της γαστρονομίας. Ο ουρανίσκος μας θα ζει καθημερινές επαναστάσεις. Η αναδιατύπωση της νοστιμιάς θα είναι η καθημερινότητά μας. Εστιατόρια κάθε είδους θα κατακλύσουν κάθε γωνιά της ελληνικής γης προσφέροντας χαρά στους πελάτες τους και θέσεις εργασίας στους ανέργους. Η Michelin δε θα προλαβαίνει να μοιράζει αστέρια σε ελληνικά εστιατόρια. Γαλαξίας θα γίνουμε! Υπάρχει μόνο ένα μικρό προβληματάκι. Ποιοι και κυρίως πόσοι Έλληνες (θα) μπορούν να επισκέπτονται αυτούς τους ναούς της γεύσης; Αυτό είναι ένα θέμα αλλά δε χάθηκε ο κόσμος. Αρκετοί από τους επίδοξους σεφ ίσως βρουν άλλες διεξόδους. Αρκετά παραδοσιακά σουβλατζίδικα, χασαποταβέρνες αλλά και καντίνες επαρχιακών οδών χρειάζονται σίγουρα αναβάθμιση. Το «βρόμικο» θα αποκτήσει άλλο νόημα. Είναι κι αυτό μια κάποια εξέλιξη. 

Συμπέρασμα τέταρτο: Η Ελλάδα δε θα ανήκει στους Έλληνες 
Η Ελλάδα θα ξεμείνει από Έλληνες. Όταν ρωτάω όλα αυτά τα παιδιά, που σήμερα δηλώνουν ότι θα γίνουν ερευνητές, εγκληματολόγοι και σεφ, πού θα βρουν δουλειά, παίρνω μια εύκολη απάντηση: «στο εξωτερικό». Μια Ελλάδα χωρίς Έλληνες! Καλό!!! Θα αποτελέσουμε σύντομα μειονότητα στη χώρα μας. Οπότε μήπως να αρχίσουμε να φερόμαστε καλύτερα στους μετανάστες που θα κυριαρχήσουν; Για τα παιδιά αυτά το «εξωτερικό» είναι η λύση. Ένας παράδεισος ανεξάντλητων ευκαιριών και θέσεων εργασίας για τον καθένα. Φαντάζονται ότι εκεί τα πράγματα θα είναι εύκολα, ότι εκεί ήδη τους προετοιμάζουν μια μεγαλειώδη υποδοχή. Ότι τους περιμένουν. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ελάχιστοι από αυτούς διαθέτουν τα προσόντα, το κουράγιο και κυρίως τη γνώση που χρειάζεται κανείς για να αναδειχτεί στη διεθνή αγορά και σε ένα περιβάλλον έντονα ανταγωνιστικό. Ελάχιστοι διαθέτουν τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία για να διακριθούν. Εκείνο που μετράει βέβαια είναι η διάθεση. Αρκεί να συνοδεύεται από προσπάθεια. 

Συμπέρασμα πέμπτο και τελευταίο: Η τηλεόραση αποτελεί πολύ κακή επιρροή 
Κάποιοι -ελάχιστοι- θα τα καταφέρουν. Θα εξελιχτούν και θα πετύχουν. Θα γράψουν ιστορία σε ό,τι κι αν κάνουν. Τα όνειρα συνήθως δε βλάπτουν. Η μη εκπλήρωσή τους μπορεί να προκαλέσει μια κατάθλιψη αλλά αυτό είναι το τίμημα. Ο κόσμος μας εξελίχτηκε και θα συνεχίσει να το κάνει, επειδή κάποιοι ονειρεύτηκαν την εξέλιξη αυτή. Κάποια παιδιά θα εγκαταλείψουν τα όνειρά τους, όταν δουν ότι η υλοποίησή τους απαιτεί σκληρή και συνεχή δουλειά. Κάποια άλλα θα διαψευστούν, εξαιτίας παραγόντων που ούτε μπορούν να διανοηθούν. Η ζωή μοιάζει με αγώνα δρόμου. Πολλοί ξεκινούν αλλά λίγοι ανεβαίνουν στο βάθρο του νικητή. Έτσι γίνεται πάντα. Οι σημερινοί τελειόφοιτοι πολύ γρήγορα θα καταλάβουν ότι αφιέρωσαν πολύ χρόνο στην τηλεόραση και ότι ο Προσανατολισμός που δέχτηκαν από αυτή ίσως δεν ήταν ο καλύτερος. Σίγουρα δεν ήταν ρεαλιστικός. 


Ο κ. Ζάχος αδημονεί να ζήσει τις επαναστάσεις που κυοφορούνται 
στην επιστήμη, την κοινωνία, τη γεύση

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Τα όνειρα των άλλων

Η μάνα στην άλλη άκρη της γραμμής -τηλεφωνικής, όχι σιδηροδρομικής ούτε αναμονής μπροστά σε τραπεζικό γκισέ- μου ανακοινώνει ότι θέλει να μου εμπιστευτεί το γιο της, μαθητή α΄ Λυκείου. Αυτό είναι καλό. Πολύ καλό για μένα. Το να θέλει κάποιος να μου εμπιστευθεί την προετοιμασία του παιδιού του, είναι μεγάλη τιμή. Φαντάζομαι όχι μόνο για μένα. Ο γιατρός που του εμπιστεύονται την υγεία ή τη ζωή τους, πιστεύω ότι νιώθει την τιμή που του γίνεται. Ο δικηγόρος που του εμπιστεύονται τις υποθέσεις τους, πιθανολογώ ότι νιώθει το ίδιο. Ο μανάβης που του εμπιστεύονται τη διατροφή τους, ο ιδιοκτήτης εμπορικού που του εμπιστεύονται την εμφάνισή τους, την επικοινωνία τους, ο dj που του εμπιστεύονται τη διασκέδασή τους... θεωρώ ότι αισθάνονται κάπως έτσι. Άρα για μένα η εμπιστοσύνη είναι μεγάλο πράγμα. 
Τώρα, εσείς θα νομίζετε ότι κάθισα να γράψω ένα κείμενο περί εμπιστοσύνης και δίκιο θα έχετε, μετά τον πρόλογο που έκανα. Θα διαψευστείτε γρήγορα, γιατί εγώ θα επανέλθω στο αρχικό τηλεφώνημα της μάνας. Η συγκεκριμένη, λοιπόν, συνέχισε λέγοντάς μου ό,τι πιο φαιδρό, βδελυρό και επικίνδυνο μπορεί να εκστομίσει μια μάνα: «Εμείς στρατό θέλουμε»! Μάλιστα. «Αυτοί» στρατό θέλουν και το δηλώνουν. Μα κυρία μου, ποιος δε θέλει στρατό; Εγώ δε θέλω; Θέλω και παραθέλω, γιατί ποιος θα φυλάει τα σύνορα ενός εθνικού κράτους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, σε περίπτωση εισβολής εξωτερικών εχθρών; Εγώ θα τα φυλάξω που δεν ξέρω να λύσω, να δέσω και να οπλίσω ούτε ένα απλό τυφέκιο G3, το οποίο είναι ένα τυφέκιο μάχης διαμετρήματος 7.62mm; Αμ δε, που θα τα φυλάξω εγώ που δεν έριξα ούτε μια χειροβομβίδα, όσο υπηρετούσα, επειδή δεν άντεχα τη φασαρία! Με τι να τα φυλάξω; Με τη σφεντόνα που έριχνα μικρός; Και πού στο καλό να την έχει η μάνα μου τη σφεντόνα τώρα πια; Όχι. Να τα φυλάξει ο γιος σου, να ξέρουμε τι μας γίνεται. 
Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, το γιο της τον ρώτησε; Ρωτάω, επειδή έχω μια αμυδρή υποψία ότι δεν τον ρώτησε. Σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα μπερδεύονται. Γιατί, άντε και μου τον φέρνει τον μοσχαναθρεμμένο της και μου τον εμπιστεύεται. Εγώ με τι έχω να αντιπαλέψω; Για ποιο πράγμα να αγωνιστώ; Να αγωνιστώ για την εκπλήρωση του ονείρου της μάνας ή για το όνειρο του γιου (αν του έχει αφήσει ακόμα ίχνη πρωτοβουλίας και εκφράσει προσωπική άποψη); Εγώ το παιδάκι το λυπάμαι από τώρα κι ας μην το έχω γνωρίσει προσωπικά. Όλα αυτά τα παιδάκια τα λυπάμαι. Τα παιδάκια που οι γονείς τους θέλουν να τα κάνουν γιατρούς, φαρμακοποιούς, δικηγόρους, αστυνομικούς, στρατιωτικούς, μηχανικούς, εκπαιδευτικούς και ό,τι άλλο και το έχουν αποφασίσει πριν τα παιδάκια να γεννηθούν. 
Τα καημένα τα ζωντόβολα! Αν ήξεραν τι τα περιμένει, θα αρνούνταν να γεννηθούν. Ως σπερματοζωάριο θα έκαναν τα πάντα για να μη φτάσουν στο ωάριο, αφήνοντας άλλο να έχει την «τύχη» να γεννηθεί από τέτοιους γονείς. Το φαντάζεστε; Να γίνεται ο χαμός και το ευφυές σπερματοζωάριο να καθυστερεί, παρατηρώντας το χώρο της μήτρας ή πιάνοντας κουβέντα με άλλα. Να δίνει και συμβουλές στα υπόλοιπα, για να αποφύγει την κακοτυχία: «Από εκεί πηγαίνετε. Θα φτάσετε πιο γρήγορα». Ή «Εσείς για αγόρι ή για κορίτσι προορίζεστε»; Ή να προσπαθεί να σώσει την κατάσταση: «Εσύ -σπερματοζωάριο- μού φαίνεσαι παντελώς ηλίθιο. Δεν αφήνεις κανένα πιο έξυπνο να φτάσει πρώτο»;
Τέλος πάντων, εγώ τα καταλαβαίνω αυτά τα παιδάκια πολύ καλά. Είχα άλλωστε νονό στρατηγό! Και σε εποχές που οι στρατηγοί είχαν μεγάλη πέραση και ζούσαν μέσα στο μεγαλείο και τη χλιδή, όχι σαν τώρα που ο μισθός τους εξαφανίζεται πιο γρήγορα κι από τους πάγους στους Πόλους! Τον έβλεπα με την ατσαλάκωτη στολή του, με τα αστέρια του που έλαμπαν, με τα μετάλλια στο στήθος και σκεφτόμουν... πώς μπορεί όλο αυτό το στήσιμο; Οι γονείς μου, βέβαια, όλο και τσύγκλιζαν προς αυτήν την κατεύθυνση: «Να διαβάζεις και όταν μεγαλώσεις να γίνεις κι εσύ στρατηγός»! Κι εγώ φυσικά, απλώς δε διάβαζα. Να διαβάζω για ποιο λόγο; Για να μεγαλώσω, να γίνω στρατηγός και να μην μπορώ να κουνηθώ μέσα στη στολή; Να ιδροκοπάω σαν ζώο μέσα στο χακί με τις αρβύλες χειμώνα - καλοκαίρι; Ή μήπως για να ξύνομαι μέχρι να γίνει πόλεμος και να πάω να φυλάξω τα σύνορα; Α πα πα! Τέτοια πράγματα δεν τα ήθελα, οπότε απόφευγα τη μελέτη και κάθε προσπάθεια. 
Καταλαβαίνετε τώρα γιατί τα καταλαβαίνω αυτά τα παιδάκια. Τα καταλαβαίνω κι εύχομαι να έχουν τη δική μου τύχη. Ναι, μέσα σε όλα αυτά φάνηκα τυχερός. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ο πατέρας μου, για καλή μου τύχη, παρέκκλινε της πορείας που είχε ήδη χαραχτεί για μένα και έριξε στο τραπέζι την πρόταση να γίνω γιατρός. Ευτυχώς η μάνα μου φοβόταν τα αίματα και τις αρρώστιες -Σε αυτήν έμοιασα. Προτιμώ ένα καλό ξεμάτιασμα από τον καλύτερο γιατρό- και επήλθε διάσταση απόψεων και πλήρης διαφωνία. Και ξέρετε, τέτοιες συγκρούσεις φέρνουν ταραχή, ανακατωσούρα και τελικά σύγχυση. Μεγάλη σύγχυση! Κι ο λύκος στην αντάρα χαίρεται. Μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε, βρήκα την ευκαιρία να χαράξω τη δική μου πορεία. Χαμός, τρέλα, φωνές, λιποθυμίες, απειλές περί επικείμενων εγκεφαλικών, καρδιακών επεισοδίων και τραγικών θανάτων. Πανικός από εκείνους που κάθε έφηβος που σέβεται τον εαυτό του, επιδιώκει με τους γονείς του και τους ευχαριστιέται τρελά. 
Περιμένω με αγωνία την προσωπική επαφή μου με το παιδάκι της μάνας που τηλεφώνησε. Αν βέβαια, η συγκεκριμένη μάνα, διαβάσει το κείμενο, μάλλον θα περιμένω πολύ. Εγώ πάντως θα περιμένω και θα κάνω τα πάντα, ώστε το παιδί να βρει το δικό του δρόμο. Θα συγκρουστώ με τους γονείς του, ώστε να το βοηθήσω να συγκρουστεί κι αυτό, να επιδιώξει τη ρήξη, να αμφισβητήσει και να καταλήξει στις δικές του επιλογές. Αυτό προσπαθώ στις περισσότερες περιπτώσεις. Κάνω αυτό που κάνω εδώ και χρόνια και το κάνω για να βοηθήσω τέτοια παιδιά να ξεφύγουν από γονείς που τα καταδυναστεύουν, που τα ευνουχίζουν, που προσπαθούν να τους αφαιρέσουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποτελούν συστατικά επιτυχίας, δηλαδή, να πολτοποιήσουν κάθε ίχνος ιδιαιτερότητας, πρωτοβουλίας, δυναμισμού, ελευθερίας και άρα κάθε ίχνος διάθεσης για προσπάθεια. Και το κάνω, γιατί έχω συνειδητοποιήσει ένα πράγμα: Κάποιος αγωνίζεται πάντα και μόνο για τα δικά του όνειρα. Ποτέ για τα όνειρα των άλλων... 

Πάντα ευχαριστιέμαι μια ωραία σύγκρουση 
με το κατεστημένο και μάλιστα συχνά την τροφοδοτώ

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Προετοιμάζοντας «χαμένες γενιές»

«Eάν δεν δράσουμε τώρα, τότε ο Νότος της Ευρώπης 
 κινδυνεύει να χάσει μία ολόκληρη γενιά» 
Βόλφγκανγκ Σόιμπλε 

Κάθε κρίση, κάθε ανατρεπτική μεταβολή, κάθε σύγκρουση δημιουργεί θύματα. Θεσμοί, ιδέες, ζωικά είδη, αξίες και κυρίως άνθρωποι «θυσιάζονται»(;) στο βωμό της εξέλιξης. Οι κλιματικές αλλαγές του μακρινού παρελθόντος, ο πελοποννησιακός πόλεμος, η επανάσταση του ’21, ο πρώτος και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η εμφάνιση και εξέλιξη της τεχνολογίας προκάλεσαν εκατόμβες θυμάτων. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο και σήμερα οι συνταρακτικές μεταβολές που επιφέρει η εδραίωση της παγκοσμιοποίησης και ο θάνατος του εθνικού κράτους, να προκαλούν τα δικά τους θύματα. Το γεγονός -δημιουργία θυμάτων- είναι ιστορικά δεδομένο και ως ένα σημείο αποδεκτό, το ζητούμενο βρίσκεται στο πώς θα τα περιορίσουμε και κάπου εκεί ξεκινάει το πρόβλημα. 
Πιθανώς είναι αδύνατο σήμερα να περιορίσουμε τα θύματα της εξέλιξης, όπως κι αν «δράσουμε». Μάλλον είναι πολύ αργά τόσο για δάκρυα όσο και για δράσεις, τουλάχιστον για ένα μεγάλο μέρος της σημερινής νέας γενιάς. Αν κάτι μπορεί να γίνει, μπορεί να γίνει για τις επόμενες. Αυτό που θα μπορούσε να συμβεί, ώστε να περιορίσουμε τα σημερινά θύματα, είναι να περιορίσουμε τις εξελίξεις, ίσως και να τις σταματήσουμε. Ανεδαφικό και ανέφικτο. Οι σημερινοί νέοι-θύματα έχουν προετοιμαστεί για τη θυσία τους, μάλλον από τη στιγμή της γέννησής τους και απλώς περιμένουν τους δημίους τους. 
Μεγαλώνοντας σε ένα συντηρητικό περιβάλλον οικογένειας και εκπαίδευσης η πλειονότητα των σημερινών νέων έχει εμποτιστεί με στερεότυπα κάθε είδους από το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο. Στερεότυπα ως προς τα εφόδια που θα χρειάζονταν στη ζωή τους, στερεότυπα ως προς τις σπουδές που θα επέλεγαν, το επάγγελμα που θα ασκούσαν, τον τρόπο αλλά και τον τόπο ζωής τους έχουν κατακλύσει και τη σημερινή γενιά, όπως και πολλές άλλες πριν από αυτή. Ναι αλλά τα στερεότυπα δεν μπορεί να είναι η πυξίδα για το μέλλον. Είναι το βαρίδιο που κρατάει κάποιον γερά δεμένο με το παρελθόν. Το παρελθόν, όμως, σβήνει και στις μέρες μας αυτό συμβαίνει με πολύ γρήγορους ρυθμούς, οπότε αρκετοί νέοι της εποχής μας καλούνται να παλέψουν με δεδομένα, τα οποία κανείς τους γνωστοποίησε. 
Αυτός -συντηρητισμός- είναι και ο λόγος για τον οποίο συνήθως ένα μεγάλο ποσοστό των θυμάτων κάθε μεταβολής, είναι νέοι άνθρωποι. Τελείως παράλογο! Ιστορικά αποδεικνύεται ότι οι μεγαλύτεροι -το κατεστημένο- είναι εκείνοι που δημιουργούν τα προβλήματα. Οι νέοι, από την άλλη, είναι εκείνοι που τα λύνουν. Οπότε όσες δράσεις κι αν προωθήσουν οι συντηρητικοί σήμερα, δε θα καταφέρουν παρά να βαθαίνουν την κρίση και να βυθίζουν στην απόγνωση εκείνους τους νέους που δεν είχαν προετοιμαστεί για όσα συμβαίνουν. 
Για τους απροετοίμαστους, λοιπόν, η κατάσταση είναι τραγική. Το θετικό είναι ότι όλοι οι νέοι δεν ανήκουν στη συγκεκριμένη κατηγορία. Υπάρχουν εκείνοι -και υπάρχουν και στη χώρα μας- που είναι έτοιμοι για κάθε προσαρμογή που θα απαιτηθεί. Κάποιοι ήδη έχουν προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και τα πάνε καλά, μπορούν να αντιμετωπίζουν τη ζωή αισιόδοξα και κυρίως να βλέπουν ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Υπάρχουν εκείνοι που αξιοποίησαν δημιουργικά τα μαθητικά και πλέον τα φοιτητικά χρόνια τους. Δε χάνουν τον καιρό τους. Είναι μάλλον εκείνοι που θα λύσουν τα προβλήματα που συσσώρευσαν ο κ. Σόιμπλε και η γενιά του. 
Η συγκεκριμένη ομάδα δεν ήταν δεδομένα «τυχερή». Σίγουρα ανάμεσά της υπάρχουν εκείνοι που μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από ανοιχτό πνεύμα, που τους δίδαξε την αξία της ενημέρωσης, τους έμαθε να προσπαθούν, τους πρόσφερε τα απαραίτητα ερεθίσματα, τους ώθησε στην αναζήτηση στόχων, τους στήριξε κάθε φορά που επέλεγαν τη ρήξη και κυρίως τους παρότρυνε να αμφισβητούν. Υπάρχουν κι εκείνοι, όμως, που αναγκάστηκαν να επαναστατήσουν στο συντηρητικό περιβάλλον τους, εκείνοι που δεν άφησαν τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς, τους πολιτικούς να τους παρασύρουν στην ευκολία του λαϊκισμού και στα δεδομένα του συντηρητισμού τους. Όπως και να έχει, ευτυχώς υπάρχουν κι αυτοί οι νέοι. Κι αυτοί δεν περιμένουν από κανέναν Σόιμπλε δράσεις. Έχουν πάρει τη ζωή τους στα χέρια τους, στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις και αγωνίζονται δυναμικά να πετύχουν όνειρα και στόχους σε μια πορεία που οι ίδιοι χάραξαν. 
Είναι κρίμα οι εμμονές των μεγαλυτέρων να διαμορφώνουν νέους-θύματα. Είναι και επικίνδυνο, γιατί όταν αυτοί γίνονται πολλοί, τότε η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει, να γίνει ανεξέλεγκτη και τότε κάθε δράση από την πλευρά του συντηρητικού κατεστημένου θα είναι περιττή. Ήδη είναι περιττή και πιθανώς περαιτέρω καταστροφική. Οι λαϊκιστές και οι εξτρεμιστές καραδοκούν και είναι έτοιμοι να αποτελέσουν τους δημίους μιας ήδη καταδικασμένης, στην πλειονότητά της, γενιάς. 

Θεωρώ ότι το κατεστημένο πρέπει να κάνει αυτό που μπορεί 
και γνωρίζει καλά: Να μένει ακίνητο!