Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

ΒΑΒΕΛ!


Πριν πολλά πολλά χρόνια (εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", 15.10.2000) είχα γράψει αυτό:


Η περίοδος αυτή αποτελεί για μένα την πιο οδυνηρή περίοδο της εκάστοτε σχολικής χρονιάς όχι μόνο γιατί εντάσσομαι σε πλήρες και πολύωρο πρόγραμμα μαθημάτων -και άρα κάθε έννοια χαλάρωσης εξαφανίζεται- αλλά γιατί είναι η περίοδος που δέχομαι τα πρώτα γραπτά της χρονιάς από τους μαθητές μου. Κάθε φορά το γεγονός αυτό μου προκαλεί έντονο σοκ, εκνευρισμό αλλά, το σημαντικότερο, προβληματισμό, οργή και λύπη. Δεν πρόκειται να δημοσιοποιήσω τα «μαργαριτάρια» των μαθητών –και είναι πάρα πολλά αυτά- αφού θεωρώ ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε προσβολή των δασκάλων, των γονιών αλλά και, γενικότερα του περιβάλλοντος που ευθύνεται για τη διαπαιδαγώγηση και, συνεπώς, για τη γλωσσική παιδεία αυτών των νέων. 
Είναι γεγονός ότι κάθε χρονιά ανάμεσα στο πλήθος των γραπτών υπάρχουν εκείνα που με κάνουν αισιόδοξο για την πορεία αρκετών παιδιών, αφού η κατάρτισή τους, η άποψη για την πραγματικότητα και τελικά το επίπεδο καλλιέργειάς τους πιστοποιείται από την ποιότητα και την ιδιαιτερότητα των εργασιών τους. Πρόκειται για εργασίες ατόμων που πρόκειται να πετύχουν στη ζωή τους και να διεκδικήσουν θέσεις εξουσίας. Όμως, δυστυχώς, αυτά τα δείγματα καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό ανάμεσα στο πλήθος των Εκθέσεων με τις οποίες έρχομαι κάθε εβδομάδα σε επαφή. 
Τα περισσότερα κινούνται σε μέτριο ως πολύ χαμηλό επίπεδο και το περιεχόμενό τους μόνο απλοϊκό μπορεί να χαρακτηριστεί. Γεμάτα λάθη συντακτικά και ορθογραφικά, που μαρτυρούν την άγνοια βασικών κανόνων, αλλά και με απόψεις που βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα, δίνουν την αίσθηση ότι τα άτομα αυτά δεν έχουν καμιά επαφή με το περιβάλλον τους. Η αδυναμία αυτών των παιδιών να περιγράψουν ακόμα και απλές καθημερινές καταστάσεις είναι τραγική. Αδυνατούν να στηρίξουν τις απόψεις τους και να οδηγηθούν σε ουσιαστικά συμπεράσματα, αδυνατούν να συνδέσουν νοήματα μεταξύ τους και να χρησιμοποιήσουν τις λέξεις με το πραγματικό τους νόημα. 
Κάθε φορά σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη της λαθεμένης πορείας που ακολουθούμε ως προς τη διαπαιδαγώγηση και κατάρτιση των νέων μας. Είναι απόδειξη ότι το κακό ξεκινάει από τα πρώτα εκπαιδευτικά στάδια με προγράμματα που δεν έχουν ουσιαστικά αποτελέσματα ως προς την κατάκτηση ακόμα και του πρωταρχικού εφοδίου που χρειάζεται κανείς, δηλαδή τη γλώσσα. Με δασκάλους που αγνοούν και οι ίδιοι ακόμα και τους βασικούς κανόνες χειρισμού του κώδικα επικοινωνίας μας, δασκάλους που δεν έχουν προσεγγίσει ποτέ ένα ουσιαστικό έντυπο, όχι μόνο βιβλίο, αλλά και εφημερίδα ή έστω και περιοδικό –το «Λοιπόν», το «Σοκ» και τα συναφή δεν ανήκουν στα «ουσιαστικά»- αδυνατώντας να διδάξουν και τα πιο απλά, αφού και οι ίδιοι δεν τα έχουν κατανοήσει. 
Είναι απόδειξη μιας εκπαίδευσης που σε όλα τα στάδια απαιτεί αποστήθιση και όχι έρευνα και προβληματισμό, απαιτεί αγώνα για βαθμό και όχι για απόκτηση εφοδίων ζωής. Είναι τελικά απόδειξη της αδιαφορίας της ίδιας της οικογένειας για την ουσιαστική καλλιέργεια των παιδιών της, αφού τα πρότυπα που τους προβάλλει ταυτίζουν τον ελεύθερο χρόνο με την παθητικότητα, την αποχαύνωση μπροστά στην τηλεόραση, την αποξένωση και την έλλειψη διαλόγου ανάμεσα στα μέλη της. Είναι τελικά το επίπεδο της γλωσσικής καλλιέργειας των μαθητών η απόδειξη του ότι η εύκολη λύση που έχουμε επιλέξει ως κοινωνία σε κάθε θέμα δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να προκαλέσει κινδύνους. 
Είναι πράγματι εξοργιστικό να σκέφτεται κανείς την αδιαφορία και την ανευθυνότητα των ανθρώπων που έχουν αναλάβει την προετοιμασία και τη διαδικασία διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς. Τι είδους συνείδηση διαθέτουν; Τι έχουν να απολογηθούν; Συνειδητοποιούν άραγε το πρόβλημα; Ή μήπως και εκεί η εύκολη λύση της επίρριψης ευθυνών στους άλλους και στο σύστημα είναι η λύση; Οι εκπαιδευτικοί, από τη μια πλευρά, καταδικάζουν την αδιαφορία των γονιών και εγκαταλείπουν κάθε ουσιαστική προσπάθεια που θα μπορούσε να συμβάλλει στη βελτίωση των παιδιών και, από την άλλη, οι γονείς κατηγορούν ασύστολα τους εκπαιδευτικούς αποποιούμενοι κάθε ευθύνης συνεχίζοντας την παθητική, πολύωρη παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων χείριστης ποιότητας. 
Το πρόβλημα είναι τραγικό! Τα παιδιά αυτά αδυνατούν να κατανοήσουν ακόμα και απλές καθημερινές έννοιες, αδυνατούν να κατανοήσουν τις εξελίξεις και άρα να προσαρμοστούν σ’ αυτές. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που μου λένε ότι στην προσπάθειά τους να διαβάσουν μια εφημερίδα αδυνατούν να κατανοήσουν τα μηνύματά της, αδυνατούν άρα να ενημερωθούν ουσιαστικά. Αδυνατούν να εκφράσουν τις απόψεις τους ακόμα και για απλούς όρους και προβλήματα που τίθενται στην καθημερινή διδασκαλία. Η απάντηση σχεδόν μόνιμη: «το ξέρω αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω». Μα αυτό σημαίνει ότι αδυνατούν να σκεφτούν, αφού… σκέφτομαι με λέξεις. 
Πολλοί είναι εκείνοι που συνδέουν το πρόβλημα με ορισμένες μόνο εκφάνσεις της ζωής μας, όμως κάτι τέτοιο είναι παράλογο και εξωπραγματικό, γιατί γλώσσα είναι τα πάντα. Η παράδοσή μας, ο πολιτισμός μας, τα επιτεύγματα που μας περιβάλλουν, τα πάντα αποκτούν υπόσταση μόνο όταν η γλώσσα τα μορφοποιήσει με κάποιες έννοιες. Γλώσσα είναι η επικοινωνία μας με τον κόσμο, το περιβάλλον μας, είναι η εικόνα του επιπέδου καλλιέργειας που διαθέτουμε, της αισθητικής μας.
Αναρωτιέμαι πώς αυτά τα παιδιά θα μπορέσουν να διεκδικήσουν θέση εργασίας; Τι προσωπικότητα θα επιδείξουν όταν θα χρειαστεί να κριθούν από κάποιον εργοδότη μέσω συνέντευξης; Πώς θα πείσουν τον πελάτη τους σε έναν, οποιοδήποτε επαγγελματικό χώρο; Το σημαντικότερο, με τι κώδικα συνεννοούνται με τους φίλους τους, με ποιο τρόπο εκφράζουν τα συναισθήματά τους, τις σκέψεις και τις απορίες τους για τη ζωή; Με ποιο τρόπο τελικά θα εξωτερικεύσουν τον έρωτά τους, την αγάπη τους και τελικά την οργή και την αντίδρασή τους; Πώς θα καταφέρουν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις που πλέον συντελούνται με ραγδαίους ρυθμούς, ώστε να καταφέρουν να τις παρακολουθήσουν; Ή μήπως θα είναι τα θύματα της εποχής μας που θα φυτοζωούν στο περιθώριο αδυνατώντας να παρέμβουν στις διαδικασίες; 
Το πρόβλημα λαμβάνει διαστάσεις τεράστιες και είναι λογικό να μας θλίβει το γεγονός αυτό που μόνο «αναλφαβητισμός» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Σε μια εποχή γνώσης και τρομακτικών δυνατοτήτων διάδοσής τους, σε μια εποχή υψηλής κατάρτισης και εξειδίκευσης είναι απαράδεκτο το φαινόμενο αυτό. Τι πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον; Όταν ο καθένας δίνει στις έννοιες ένα νόημα διαφορετικό ποια θα είναι η κατάσταση; Μήπως οι νέοι αυτοί θα αισθάνονται ότι ζουν σε μια σύγχρονη «Βαβέλ» αδυνατώντας να κατανοήσουν ακόμα και απλά γλωσσικά μηνύματα; 


Λίγο καιρό μετά (εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», 25.10.00) 
το Δ.Σ. του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Λάρισας 
απάντησε με αυτό:

«Το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου συζήτησε το παραπάνω δημοσίευμα και τις αναφορές του στο Δάσκαλο του Δημοσίου σχολείου και ομόφωνα: 

-Εκφράζει την έκπληξή του, την απορία του αλλά και την αγανάκτησή του για τα όσα ισχυρίζεται ο κ. Ζάχος για το έργο του δασκάλου και το ρόλο του στο δημόσιο δωρεάν σχολείο. 

-Ο κ. Ζάχος προσβάλλει βάναυσα χιλιάδες εκπαιδευτικούς όταν, με ανάξιους σχολιασμούς, ισχυρισμούς και αυθαίρετες γενικεύσεις, ούτε λίγο ούτε πολύ κρίνει τους δασκάλους στο σύνολό τους ακατάλληλους για την αποστολή τους. 

-Θεωρούμε αυτονόητο το δημοκρατικό δικαίωμα του καθενός να διατυπώνει δημόσια τις απόψεις του, δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε από κανέναν να συκοφαντεί με χυδαιότητα και εμπάθεια τον κλάδο των δασκάλων που τόσα έχει προσφέρει και θα συνεχίζει να προσφέρει στην ελληνική κοινωνία και στη χώρα. 

-Εκτός κι αν κάποιοι μηδενίζουν τα πάντα στο βωμό της άγρας πελατών και της διαφήμισής τους στο χώρο της παραπαιδείας που πιστά υπηρετούν. 

-Τα πάντα όμως έχουν κι ένα μέτρο και λυπούμαστε ειλικρινά που σ’ αυτή την περίπτωση ο κ. Ζάχος έχει χάσει την αίσθηση του μέτρου και του ανεκτού».  


Όλα αυτά τα θυμήθηκα μετά από πολλά πολλά χρόνια 
επειδή ετοιμάζω κάτι ακόμα για το θέμα.

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

33%... Οι Ψεκασμένοι

«Επιτρέπεις στους ισχυρούς να απαιτούν την εξουσία εν ονόματι του “ανθρωπάκου”. 
Όμως, εσύ ο ίδιος παραμένεις βουβός. 
Ενισχύεις τους ισχυρούς με περισσότερη δύναμη. 
Επιλέγεις για εκπροσώπους ανθρώπους αδύναμους και κακοήθεις. Τελικά διαπιστώνεις πάντα, πολύ αργά, πως σ’ έπιασαν κορόιδο».  

Wilhelm Reich, Άκου, Ανθρωπάκο! 

Ε ναι, αυτή τη φορά το ομολογώ. Έπαθα ό,τι παθαίνει ο πιο δραματικά άξεστος κρετίνος της οικουμένης. Έπεσα από τα σύννεφα. Αιτία; Η δημοσίευση έρευνας που αναφέρει ότι το 33% των Ελλήνων πιστεύει ότι μας ψεκάζουν. Μάλιστα! Ένας στους τρεις και βάλε αποτελεί μέλος του ιδιοφυέστατου κλαμπ των συνωμοσιολόγων που επιρρίπτει κάθε ευθύνη για τα δεινά του λαού και του τόπου μας στους... ψεκασμούς. Ναι. Το 2013 υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Και δεν είναι ούτε ένας ούτε δύο ούτε τρεις. Είναι τριάντα τρεις στους εκατό από εκείνους που ζουν γύρω μας, ανασαίνουν, έχουν άποψη και -που να πάρει και να σηκώσει- την εκφράζουν. 
Και τι λένε αυτοί οι «33%»; Λένε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, ότι φτάσαμε εκεί που φτάσαμε, εξαιτίας ψεκασμών. Λένε ότι η συμπεριφορά, οι επιλογές, η στάση μας, οφείλονται σε μικροσταγονίδια που φτάνουν στα ρουθούνια μας κι από εκεί στα πνευμόνια και στον εγκέφαλό μας από αεροπλάνα που γεμίζουν τον καταγάλανο ουρανό της πατρίδας μας με «ουρές» αερίων και άλλων κακών. Λένε ότι για την κατάθλιψη, για τις αυτοκτονίες, για το χρέος, για την απελπισία, για το φόβο, για την ανευθυνότητα, για την αδράνεια που επιδεικνύουμε φταίνε οι ψεκασμοί που δεχόμαστε από τις δυνάμεις του κακού.
Όλα αυτά μπορεί να τα λένε και τα λένε σοβαρά, αλλά τελικά απλώς δεν ξέρουν τι λένε. Το περίεργο είναι ότι η συγκεκριμένη άποψη βρίσκει μεγάλη απήχηση όχι μόνο σε άτομα μεγάλης ηλικίας και ίσως αμόρφωτα. Όχι σε άτομα που πάσχουν από γεροντική άνοια ή εγνωσμένης και ιατρικά διαπιστωμένης ηλιθιότητας. Όχι. Βρίσκει ιδιαίτερη απήχηση μεταξύ ατόμων 18-24 ετών! Σε άτομα, δηλαδή, που ξοδέψαμε χρόνο και χρήμα για να τα μορφώσουμε, ίσως και να τα σπουδάσουμε και να τα καλλιεργήσουμε. Στα μούτρα μας! Άμα η επένδυση είχε αυτά τα αποτελέσματα, όλοι οι υπόλοιποι -εκτός του 33%- καταλαβαίνουν γιατί η χώρα και ο λαός μας βρίσκονται στο λάκκο με τα σκα...ά και δεν μπορούν να πάρουν ανάσα. 
Αν το καλοσκεφτεί κανείς (το 33% σίγουρα αδυνατεί), ένας στους τρεις με τους οποίους ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή, πιστεύει τη συγκεκριμένη μπαρούφα. Τραγικό αλλά ισχύει. Ένας στους τρεις από εκείνους στους οποίους λέμε «καλημέρα» και «καληνύχτα», είναι βλαμμένος μέχρι εκεί που ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να αντιληφθεί. Κι όμως, αυτός ο ένας στους τρεις κυκλοφορεί ελεύθερος. Ζει ανάμεσά μας, ψηφίζει, οδηγεί, εργάζεται, πίνει, τρώει, κοιμάται (κι αυτό το τελευταίο, το κάνει με χαρακτηριστική άνεση). Οπότε έτσι εξηγούνται όλα, μα όλα. Τα αναπάντητα ερωτήματα βρίσκουν απάντηση. Έτσι εξηγείται η άξεστη συμπεριφορά τόσων οδηγών, τα αποτελέσματα των εκλογών, η επιδεικτική τεμπελιά και η χοντροκοπιά και ο λαϊκισμός και ο ορυμαγδός λαθών και απρεπειών που έχουν τιγκάρει την καθημερινότητά μας. 
Και αυτοί οι 33% νιώθουν κι ευτυχισμένοι. Βρήκαν δικαιολογία για όλα. Παλιότερα για όλα έφταιγε το Σύστημα. Σήμερα, φταίνε οι ψεκασμοί. Φταίνε για τις αποτυχίες τους, για τη μετριότητά τους, για την απόγνωσή τους, για τη διάψευση των προσδοκιών τους, για τη μιζέρια τους, για την υποτίμηση που δέχονται καθημερινά, για την αδυναμία τους να αμφισβητήσουν, για την αδυναμία τους να αποπληρώσουν τα δάνεια, για το ότι παρασύρθηκαν σε έναν τρόπο ζωής στον οποίο δεν μπορούν πια να ανταποκριθούν. 
Δηλαδή, καλό μου 33%, τις αποφάσεις και τις επιλογές μας τις καθορίζουν τα πνευμόνια μας; Ε άμα είναι έτσι, να κυκλοφορείτε με μάσκες και λύθηκε το πρόβλημα. Όμως, δεν είναι έτσι. Και κατά βάθος, το ξέρετε ότι δεν είναι. Γιατί, άντε και τα σώσατε τα πνευμονάκια σας και τα κρατάτε καθαρά και υγιή από τους ψεκασμούς, τι γίνεται με τα άλλα; Τι γίνεται με το μυαλό και την «ψυχή»; Κουβαλάτε δράμι από αυτά; Με βεβαιότητα, όχι. Οπότε χωρίς μυαλό, χωρίς δυναμισμό, χωρίς γνώση και καλλιέργεια, δεν πάτε πουθενά. Όσες μάσκες κι αν φορέσετε, η μετριότητα, η αθλιότητα και η μεγαλοπρεπής ηλιθιότητα θα σας συνοδεύουν πάντα και παντού. Κοιτάξτε γύρω σας. Θα δείτε ανθρώπους που σκέφτονται, που αντιδρούν, που αγωνίζονται, που κάνουν σωστές επιλογές, που δεν παρασύρονται, που κοπιάζουν, που είναι ευγενικοί, που γίνονται μέρα με τη μέρα καλύτεροι, που πετυχαίνουν. Όλοι αυτοί πώς το κάνουν; Μήπως κρατάνε την ανάσα τους, όταν γίνεται ψεκασμός; Ε, λοιπόν, κρατάτε την κι εσείς. Αλλά κρατάτε την πολύ. Μέχρι που να σκάσετε και να μας απαλλάξετε από την παρουσία σας. Αφήστε τους υπόλοιπους να καταναλώνουν το ψεκασμένο οξυγόνο. 
Δεν ξέρω αν φαίνεται, αλλά έχω εκνευριστεί. Ένας στους τρεις να δηλώνει απροκάλυπτα τη βλακεία του; Δε φτάνει που είναι απέραντα βλάκας, είναι και απέραντα ξετσίπωτος; Άντε να ζούσαμε στο Μεσαίωνα, να το δικαιολογήσω πάραυτα. Αλλά το 2013; Μετά από τόσους αιώνες αυτό καταφέραμε; Για ποια κατάκτηση μπορούμε να περηφανευτούμε; Τουλάχιστον όμως, τώρα εξηγούνται όλα. 
Λένε ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Σίγουρα κάνουν ένα μεγάλο λάθος. Με όλα όσα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία αποδεικνύεται ότι η ελπίδα ήδη μας έχει αφήσει χρόνους και καιρούς. Εκείνη που δε λέει να μας εγκαταλείψει είναι η απόλυτη και ολοκληρωτική βλακεία! Αυτή πεθαίνει τελευταία. Σαν τις κατσαρίδες μετά από πυρηνική καταστροφή! 

Ο κ. Ζάχος νιώθει σκασμένος. 
 Όχι επειδή κρατάει την ανάσα του! 


Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Αγώνας για ανοιχτά μυαλά

Άλλη μια πολυαναμενόμενη «επανάσταση» έμεινε στα χαρτιά ή, καλύτερα, στα μυαλά όσων αρνούνται πεισματικά να ξεφύγουν από την εποχή των Παγετώνων. Ούτε η εκπαιδευτική κοινότητα κατάφερε να σηκώσει το βάρος μιας επαναστατικής κίνησης που θα έριχνε την κυβέρνηση, θα έδιωχνε την τρόικα και τα επονείδιστα Μνημόνια. Επανάσταση ακούμε και επανάσταση δε βλέπουμε. Και καλά εμείς να περιμένουμε υπομονετικά την επόμενη αναγγελία επικείμενης επανάστασης. Τι γίνεται, όμως, με τους εμπνευστές και αγγελιαφόρους της; Μήπως κινδυνεύουν να πέσουν σε βαριάς μορφής κατάθλιψη βλέποντας τις ελπίδες τους για επανάσταση να διαψεύδονται η μια μετά την άλλη; Ή μήπως πρέπει επιτέλους να επαναπροσδιορίσουν τον όρο, μπας και δουν άσπρη μέρα; 
Δε λέω, ωραίες ήταν και οι εποχές που οι μάζες έπιαναν τις πέτρες, τα ακόντια, τα γιαταγάνια ή τα καριοφίλια και επαναστατούσαν απέναντι στον τύραννο. Ωραίες αλλά μακρινές και... βάρβαρες, βρε παιδί μου. Η σημερινή δημοκρατία προσφέρεται για επαναστάσεις αλλά για επαναστάσεις διαφορετικές. Πώς να το πω; Πιο εξευγενισμένες. Σε δημοκρατικές κοινωνίες οι λαοί διαθέτουν άλλα όπλα. Έχουν τις εκλογές. Εκεί οι πολίτες μπορούν να συμμετέχουν μαζικά, να εκφράζουν την άποψή τους και να κάνουν τις επιλογές τους. Μέσω της κάλπης μπορούν να στέλνουν στα σπίτια τους υποκριτές, ανίκανους και κλέφτες ενώ στο Κοινοβούλιο ειλικρινείς και άξιους. Το βρίσκω πιο ποιοτικό. Σίγουρα λιγότερο κοπιαστικό και απαιτητικό. Για να το κάνει κάποιος αυτό, δε χρειάζεται να διαθέτει τρομερές αντοχές για να τρέχει σε δρόμους ή κορφοβούνια ούτε να είναι άσος στο σημάδι. Ακόμα κι αν δυσκολεύεται να εντοπίσει την τρύπα της κάλπης, θα βρεθεί κάποιος καλός άνθρωπος της εφορευτικής επιτροπής και θα τον βοηθήσει. Ενώ στο παρελθόν τι θα έκανε; Θα έλεγε στο διπλανό του: πάρε και τη δική μου σφεντόνα και κοπάνα τον εχθρό στο «δόξα πατρί», γιατί εγώ βαράω στο γάμο του καραγκιόζη; Με βεβαιότητα, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σήμερα. Η μόνη προϋπόθεση για να σταθεί κανείς σωστά απέναντι στην κάλπη είναι να διαθέτει παιδεία. Εύκολο. Προϋποθέτει μόνο ανοιχτά σχολεία και ανοιχτόμυαλους δασκάλους. 
Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Παλιά οι δούλοι, οι λαοί, οι εργάτες εγκατέλειπαν τη δουλειά και κατέβαιναν στους δρόμους. Αυτό έκαναν. Έκαναν πάρα πολύ καλά. Οι εργαζόμενοι, για παράδειγμα, έβλεπαν τον εργοστασιάρχη να τα κονομάει τρελά ενώ σ’ αυτούς μοίραζε ψίχουλα και τους φερόταν και σαν ζώα. Απεργούσαν και αυτό ήταν πραγματική πίεση. Με κλειστό το εργοστάσιο, ο εργοστασιάρχης σταματούσε να τα κονομάει τρελά. Αναγκαζόταν να περιορίσει λίγο τα κέρδη του, δίνοντας περισσότερα στους εργαζομένους. Δεν είχε άλλη λύση. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Σήμερα, ο εργοστασιάρχης έχει εναλλακτικές. Αν θεωρεί ότι οι εργαζόμενοι είναι αχάριστοι, «παίρνει» το εργοστάσιο, π.χ. από την Ελλάδα, και το πάει στην Κίνα ή όπου αλλού τον περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες. Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα παύουν να είναι εργαζόμενοι (είναι πλέον άνεργοι) ενώ ο εργοστασιάρχης συνεχίζει να τα κονομάει ακόμα πιο τρελά δίνοντας λιγότερα ψίχουλα σε εργαζομένους άλλης εθνικότητας. 
Από την άλλη, και οι μαζικές πορείες ή συγκεντρώσεις είχαν μια λογική στο παρελθόν. Με ελάχιστες δυνατότητες ενημέρωσης της κοινής γνώμης, όσοι διεκδικούσαν οτιδήποτε δεν είχαν άλλους τρόπους. Κατέβαιναν στους δρόμους, φώναζαν συνθήματα, μοίραζαν και μερικά φέιγ βολάν κι εντάξει. Οι υπόλοιποι ενημερώνονταν για τα αιτήματά τους και ή τους συμπαραστέκονταν (σε περιπτώσεις δίκαιων αιτημάτων) ή τους έγραφαν κανονικά (σε περίπτωση ανόητων απαιτήσεων). Σήμερα, γνωρίζουμε τι διεκδικεί ο καθένας, πριν ακόμα βγει να το διαλαλήσει. Γνωρίζουμε ποιος νιώθει αδικημένος, ποιος καταπιεσμένος, ποιος προδομένος και το μαθαίνουμε εύκολα, γρήγορα, άμεσα και από πολλές πηγές. Γιατί, λοιπόν, να κατέβει κανείς στους δρόμους και να ξελαρυγγιάζεται; Μήπως τα συνθήματα βοηθούν την κοινή γνώμη να κατανοεί καλύτερα τα αιτήματα; Όχι! Χώρια που όλη αυτή η ανακατωσούρα προκαλεί εκνευρισμό στους υπολοίπους και αρνητική διάθεση απέναντι στις συμπαθείς (πάντα) τάξεις των διεκδικητών. 
Οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να καλοβλέπουν χώρες που επιτρέπουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων όσοι αγώνες κι αν γίνουν. Το κεφάλαιο θα συνεχίσει να κινείται προς τους φορολογικούς παραδείσους όσο κι αν διεκδικούμε δίκαιη κατανομή του πλούτου. Οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί θα αναλώνονται στην προσπάθεια βελτίωσης της κατάστασης μέσω της υποβάθμισης των συνθηκών του αναπτυγμένου κόσμου σε συνθήκες αναπτυσσόμενου. Αν πρέπει να αγωνιστούμε για κάτι σήμερα -σίγουρα πρέπει- είναι για την επιβολή δημοκρατικών κανόνων σε όσες χώρες επιθυμούν να συμμετέχουν στην παγκόσμια αγορά. Οι υπόλοιπες ας μείνουν στο περιθώριο. Κι αν οι κυβερνήσεις δεν είναι έτοιμες για κάτι τέτοιο, ίσως μπορούμε εμείς ως καταναλωτές! 
Και βέβαια, ο συγκεκριμένος αγώνας δεν μπορεί να στηριχτεί σε ξεπερασμένες εθνικές πρακτικές. Η παγκοσμιοποίηση απαιτεί παγκοσμιοποιημένες δράσεις και αυτό προϋποθέτει διαφορετική παιδεία. Παιδεία που θα βοηθήσει κυρίως τους νέους να καταλάβουν τις αρχές λειτουργίας της νέας πραγματικότητας. Και τότε θα μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν και να τη βελτιώσουν με δημοκρατικές διαδικασίες. 
Κι αυτό είπαμε, προϋποθέτει ανοιχτά σχολεία και κυρίως ανοιχτά μυαλά από εκείνους που έχουν αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς. Αν κάποιος αγώνας αξίζει σήμερα, είναι ο αγώνας για δημιουργία ανοιχτών μυαλών. Ίσως έτσι να ζήσουμε την επανάσταση που κάποιοι οραματίζονται. Και την οραματίζονται μέσα από συντηρητικής κοπής αγώνες. Γι αυτό και διαψεύδονται επανειλημμένα.

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Η τεχνολογία δε σκοτώνει τη δημιουργικότητα (αυτό το κάνει η ανοησία)

Σε κόμιξ, μερικές δεκαετίες πριν, οι Σκρουτζ, Ντόναλντ και ανιψάκια βρίσκονται σε άγνωστο πλανήτη. Στόχος να κρύψουν το πολύτιμο περιεχόμενο του θησαυροφυλακίου του Σκρουτζ σώζοντάς το από τις αρπακτικές διαθέσεις των Λύκων. Εκεί συναντούν πλάσματα που βρίσκονται τεχνολογικά έτη φωτός μπροστά σε σύγκριση με τους κατοίκους της Λιμνούπολης. Η ζωή τους όμως, γεμάτη ανέσεις, απαλλαγμένη από ρουτινιάρικες, βαρετές και καθόλου δημιουργικές γήινες ασχολίες, δεν τους κάνει ευτυχισμένους. Έχει καταλήξει αφόρητα ανιαρή, τα πάντα ρυθμίζονται από μηχανές υψηλής τεχνητής νοημοσύνης, τα βιολογικά χαρακτηριστικά τους έχουν αλλοιωθεί. Η κάτοικοι του πλανήτη διαθέτουν μικροσκοπικά και ατροφικά κάτω άκρα, αφού τη μετακίνησή τους έχουν αναλάβει ιπτάμενα οχήματα...
            Πολύ πριν την εφεύρεση του Διαδικτύου, των κινητών, των κάθε είδους αυτοματισμών που κυριαρχούν σήμερα, ένα παιδικό κόμιξ έθετε εξαιρετικά προχωρημένους προβληματισμούς. Η τεχνολογία μπορεί να κάνει τους ανθρώπους ή έστω τα παπιά πιο ευτυχισμένους; Διευρύνει ή περιορίζει τους δημιουργικούς ορίζοντες της ανθρωπότητας; Η απόκτηση μιας ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής που ήρθε να αντικαταστήσει την παλιά αναλογική -η κακομοίρα είχε φάει πλέον τα ψωμιά της παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να την κρατήσω στη ζωή- επανέφερε την ανάμνηση της ιστορίας και των προβληματισμών που προσπαθούσε να θέσει.
            Σοκ! Χωρίς να κάνω και πολλά, αποτυπώνει με εξαιρετική ευκρίνεια τα φαντασμαγορικά χρώματα του ηλιοβασιλέματος, την αχλύ του πρωινού τη στιγμή που ο ήλιος κάνει την εμφάνισή του, τις εκφράσεις των προσώπων σε στιγμές χαράς, λύπης, χαλάρωσης. Το τέλος της δημιουργικότητας; Μήπως μετατρεπόμαστε σε όντα σαν εκείνα του πλανήτη που είχαν αφεθεί στα... χέρια της τεχνολογίας που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει;
            Τo άγχος ότι -και λόγω ηλικίας- μετατρέπομαι σε σύγχρονο Λουδίτη ευτυχώς ήταν  μικρής έντασης και ακόμα μικρότερης διάρκειας. Τα πάντα επανήλθαν στη θέση που πάντα υποστήριζα. Η τεχνολογία δεν καταστρέφει ή έστω περιορίζει τη δημιουργικότητα. Αντίθετα, ανοίγει νέα όρια. Σε κάθε επίπεδο. Ίσως μάλιστα η τεχνολογία προσφέρει σε περισσότερους ανθρώπους τη δυνατότητα να είναι πιο δημιουργικοί. Τα πάντα, όπως συνέβαινε ανέκαθεν, συνδέονται αποκλειστικά με τον τρόπο χρήσης της και σίγουρα με την κουλτούρα του καθενός.
            Τα δεδομένα αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες. Οι υπολογιστές, η εξέλιξη των εφαρμογών και των δυνατοτήτων τους άνοιξαν νέους, συχνά επαναστατικούς δρόμους στην επιστήμη. Η προσφορά της τεχνολογίας στην ενημέρωση και την επικοινωνία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ακόμα και από τον πιο ηλίθιο νου. Νέες μορφές τέχνης (και η φωτογραφία) δημιουργήθηκαν και εξελίχθηκαν εξαιτίας της. Η αντικατάσταση του χαρτιού και του μολυβιού δεν έθεσαν περιορισμούς στη δημιουργική γραφή. Το ψηφιακό βιβλίο και η εφημερίδα δεν περιόρισαν την απόλαυση της ανάγνωσης. (...)
            Θα μπορούσα να συνεχίσω χωρίς σταματημό τα παραδείγματα που συνδέουν την τεχνολογία με τη διεύρυνση οριζόντων, την επίλυση προβλημάτων, την απάντηση ερωτημάτων, την καταπράυνση του πόνου, τον περιορισμό του μόχθου αλλά δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Η συνείδηση ότι η τεχνολογία είναι ανθρώπινο δημιούργημα, δίνει από μόνη της απάντηση στον προβληματισμό. Η εξέλιξή της δε σηματοδοτεί το «τέλος» μιας προσπάθειας αλλά πάντα την «αρχή» μιας νέας, πιο πολύπλοκης, πιο εύχρηστης, πιο παραγωγικής και συχνά πιο ανθρώπινης.
            Η καινούρια φωτογραφική μηχανή δεν είναι παρά η τεχνολογική αποτύπωση δεδομένων που κατάκτησαν προηγούμενες γενιές φωτογράφων. Είναι η τεχνολογική εφαρμογή γνώσεων και εμπειριών που αποκτήθηκαν μέσα από παρατήρηση χρόνων, με χρήση χιλιάδων χιλιομέτρων φιλμ. Μια καινούρια γενιά φωτογραφικών μηχανών έρχεται, όχι για να μας πει, «Εντάξει, τέλος η δημιουργικότητα. Τώρα οι μηχανές θα κάνουν τα πάντα»! Όχι. Έρχεται για να μας προκαλέσει: «Τελειώσαμε με τα δεδομένα. Βαρεθήκαμε τα ειδυλλιακά τοπία που στόλιζαν τα εφηβικά δωμάτια. Προχωρήστε σε νέες πρακτικές, διαμορφώστε νέες ιδέες, γίνετε περισσότερο ευφάνταστοι, ανακαλύψτε νέα όρια αισθητικής». Με απλά λόγια, κάθε νέα τεχνολογία ωθεί σε ανανέωση της δημιουργικότητας και της καινοτομίας. Αυτό συνέβαινε πάντα. Η επιστήμη, η τέχνη, η εργασία, η καθημερινότητα έβρισκαν πάντα συμμάχους στην τεχνολογία. Σίγουρα δεν έβρισκαν εχθρούς.
            Οι Νταλί και Πικάσο δεν υπήρξαν χειρότεροι ζωγράφοι από τον Ντα Βίντσι, αν και χρησιμοποίησαν καλύτερης ποιότητας πινέλα, καμβάδες ή μπογιές. Οι Higgs (σωματίδιο του Θεού), Watson και Crick (DNA) δεν αποτελούν επιστήμονες μικρότερης εμβέλειας από τον Αϊνστάιν, αν και αξιοποίησαν πιο σύγχρονα μέσα έρευνας. Η ιστορία θα συνεχίσει να καταγράφει επιστήμονες και καλλιτέχνες που θα προτείνουν νέες ιδέες, πρακτικές, λύσεις, τεχνοτροπίες, ειδικότητες... Το ανθρώπινο πνεύμα είναι μια μηχανή αναζήτησης και δημιουργίας. Το αν η τεχνολογία σκοτώνει τη δημιουργικότητα είναι ανόητος προβληματισμός. Χωρίς περιεχόμενο. Εκείνο που πράγματι θα άξιζε είναι ο προβληματισμός του πώς θα «κατασκευάσουμε» περισσότερους δημιουργικούς ανθρώπους. Γιατί ο ηλίθιος δεν μπορεί να είναι δημιουργικός, όσα μέσα κι αν του προσφερθούν. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν ανέκαθεν αυτό!

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Αναγνωρίζοντας (και αποφεύγοντας) ηλιθίους

Το να έρχεσαι καθημερινά σε επαφή με πολλούς ανθρώπους είναι γεγονός δραματικό, έτσι κι αλλιώς. Χωρίς προϋποθέσεις. Καταντάει δε τραγωδία, για όσους διαθέτουν κριτήρια επιλογής. Δε θα κάνουν παρέα με όλους (βαριούνται), δε χαμογελούν σε όλους (δε δίνουν θάρρος), δεν έχουν «έναν καλό λόγο για όλους» (δεν αρκεί να είναι κάποιος «αδιάφορος»). Το να οριστεί η «ηλιθιότητα» είναι δύσκολη υπόθεση. Διαχρονικά. Ο καθένας, ακόμα κι αυτός που αποτελεί τον απόλυτο και ολοκληρωτικό ορισμό του ηλιθίου στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, χαρακτηρίζει διαρκώς κάποιους άλλους ως ηλιθίους. Αυτός, όμως, διαθέτει πράγματι το αισθητήριο αντίληψης της ανοησίας των άλλων; Όχι! Αυτός χαρακτηρίζει ηλιθίους απλώς όσους δε συμφωνούν μαζί του. Όποιος διαφωνεί μαζί τους, «φυσικά, και είναι ηλίθιος»! Αυτοί, λοιπόν, δεν πιάνονται. Το να χαρακτηρίσεις κάποιον ηλίθιο προϋποθέτει αντικειμενικά κριτήρια. Κριτήρια την παγίδα των οποίων ακόμα και ο πιο... ευφυής ηλίθιος αδυνατεί να αποφύγει. 
Τα πονήματα, από την αρχαιότητα ως σήμερα, με αντικείμενο τον ορισμό, τα κριτήρια αναγνώρισης και τους τρόπους εκδήλωσης της ηλιθιότητας, συγκλίνουν σε δυο αβίαστα συμπεράσματα: α) Είναι αδύνατον να προφυλαχτείς από τον ηλίθιο, γιατί ό,τι κάνει, το κάνει από βλακεία, γεγονός που τον καθιστά τελείως απρόβλεπτο και εξαιρετικά επικίνδυνο. β) Ο ηλίθιος είναι αδύνατο να είναι δημιουργικά πρωτότυπος. Οδηγείται, βέβαια, κάποτε σε εξωφρενικά βλακώδεις ενέργειες αλλά αυτές απλώς διευρύνουν τα όρια της βλακείας που έχουμε υπόψη μας. Οι ενέργειες αυτές, με σιγουριά δεν είναι δημιουργικές. 
Το πρώτο συμπέρασμα (το α που προηγήθηκε) είναι ανησυχητικό. Το δεύτερο, όμως, συμπέρασμα (το β, που ακολουθεί το α που προηγήθηκε) ίσως μας προσφέρει τα κριτήρια αναγνώρισης της ηλιθιότητας και πιθανώς δυνατότητες προφύλαξης από αυτήν. 
Αφού η δημιουργική πρωτοτυπία δεν αποτελεί -σε καμιά περίπτωση- ίδιον του ηλιθίου, αυτός είναι δέσμιος στερεοτύπων. Τα γνωστά κλισέ. Οι επιλογές, οι ενέργειες και κυρίως οι θέσεις που διατυπώνει δεν αποτελούν παρά χιλιοειπωμένες βλακείες που έχουν καθιερωθεί ακριβώς γι αυτό το λόγο. Να εξυπηρετούν τους ηλιθίους. Η χρήση κλισέ αποτελεί πειστήριο βλακείας. Δηλώνει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος δε διαθέτει ίχνος πρωτοτυπίας. Αυτός μοιάζει με το θολό αποτέλεσμα του καρμπόν. Μην έχοντας καμιά δυνατότητα να εκστομίσει κάτι ευφυές, χρησιμοποιεί απόψεις άλλων, σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων. Και τις δημιουργεί... με το εντυπωσιακό επίπεδο βλακείας του. Τα άτομα αυτά δεν πρέπει να χαρακτηρίζουν ποτέ και κανέναν ηλίθιο, γιατί τότε απλώς εκτίθενται. Δείχνουν έτσι ότι αδυνατούν να κατανοήσουν το αυτονόητο, δηλαδή, ότι είναι ελάχιστες οι πιθανότητες να υπάρχει κάποιος πιο ηλίθιος από αυτούς. 
Ενδεικτική της βλακείας κάποιου είναι η φράση «Το ξέρω αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω». Πολυετείς έρευνες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όσοι τη χρησιμοποιούν είναι ολοκληρωτικά και απαρέγκλιτα ηλίθιοι. Ο ανθρώπινος νους σκέφτεται με δυο τρόπους. Με λέξεις και με εικόνες. Αυτό σημαίνει ότι αν «ξέρω» κάτι, το έχω στο μυαλό μου είτε με λέξεις, τις οποίες μπορώ και να διατυπώσω -προφορικά ή γραπτά- είτε με εικόνες, οπότε και μπορώ να το… ζωγραφίσω. Το να «ξέρει» κανείς οτιδήποτε αλλά να αδυνατεί να το εξωτερικεύσει, απλώς δεν παίζει, οπότε είναι καλύτερο να δηλώνει εξαρχής την άγνοιά του, παρά να εξευτελίζεται με εξευτελιστικό τρόπο. 
Επίδειξη και συνάμα απόδειξη απέραντης ανοησίας αποτελεί και η έκφραση: «Στον προφορικό λόγο είμαι πολύ καλός, στο γραπτό έχω πρόβλημα». Είναι γεγονός ότι γραπτός και προφορικός λόγος στηρίζονται σε κοινούς γλωσσικούς κανόνες, αξιοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο και πηγάζουν από το ίδιο κέντρο (σκέψης) του εγκεφάλου. Αποτελούν, με απλά λόγια, εκφράσεις της γλώσσας. Και η γλώσσα δεν είναι κάτι αυτόνομο. Αντικατοπτρίζει την παιδεία του ατόμου. Υπάρχουν άρα δυο πιθανότητες (εξαίρεση άτομα με συγκεκριμένα προβλήματα). Ή κάποιος διαθέτει υψηλό επίπεδο παιδείας και άρα γλωσσική καλλιέργεια, οπότε και την αξιοποιεί, γράφοντας και μιλώντας, ή διαθέτει παιδεία κοτόπουλου, οπότε είτε προφορικά είτε γραπτά αδυνατεί να διατυπώσει κάτι με αρχή, μέση και τέλος. Η ψευδαίσθηση που χαρακτηρίζει τα συγκεκριμένα άτομα οφείλεται στο ότι όταν μιλούν, οι συνομιλητές τους δεν τους διορθώνουν ή για λόγους οικονομίας χρόνου ή εξαιτίας και της δικής τους άγνοιας ή, τέλος, επειδή αδημονούν να τελειώσει το μαρτύριο της συζήτησης με κάποιον βλάκα. 
Απόγνωση είναι λογικό να νιώθει κάποιος και όταν ακούει από νέους την απορία: «κι εσείς τι κάνατε, όταν ήσασταν στην ηλικία μας»; Συνήθως αυτό συμβαίνει, όταν κάποιος εντοπίζει αδυναμίες, τεμπελιά ή άλλα προβλήματά τους. Πρόκειται για αντίδραση. Βλακώδη και συντηρητική αντίδραση. Ο νέος που αναρωτιέται γι αυτό, θυμίζει δεινόσαυρο που κατάφερε να επιβιώσει παρά τις αντιξοότητες μέχρι τις μέρες μας. Είναι δυνατόν κάποιος νέος να συγκρίνει αυτά που πρέπει να κάνει σήμερα με όσα μπορούσε και έπρεπε να κάνουν εκπρόσωποι προηγούμενης γενιάς; Δηλαδή, αυτός ο κρεμανταλάς δεν έχει ακούσει τίποτα για την εξέλιξη; Κι αν έχει ακούσει, δεν κατάφερε να το αποκωδικοποιήσει; Ρινίσματα τούβλου κουβαλάει αντί για μυαλό; Αυτός ίσως κατάφερνε κάτι, αν ο κόσμος του ήταν ο κόσμος της γιαγιάς του αλλά, δυστυχώς, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Είμαστε πολύ μακριά από την εφεύρεση μιας μηχανής του χρόνου που θα μπορούσε να μεταφέρει τον κάθε ηλίθιο στο παρελθόν. Συνήθως, τέτοια παιδιά προέρχονται από γονείς που χρησιμοποιούν τη φράση «Κι εμείς που μεγαλώσαμε έτσι, τι πάθαμε;», οπότε δε χρειάζεται να αφιερώσω χώρο στο συγκεκριμένο. Από γονείς πιο ακίνητους κι από ανδριάντα, τι παιδιά θα βγουν; 
Ακούμε κάποτε γονείς, οι οποίοι αναφερόμενοι στα παιδιά τους χρησιμοποιούν το πρώτο πληθυντικό. «Διαβάζαμε μέχρι αργά χθες το βράδυ». «Αρχίζουμε την επανάληψη». «Περάσαμε στη σχολή Λαϊκής Παραδοσιακής Μουσικής και Οργάνων». Επιστημονικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι αρκετοί από αυτούς, μικροί είχαν πέσει με πάταγο από την κούνια με το κεφάλι στο πάτωμα, οπότε προκλήθηκαν βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και μόνιμη βλάβη που εμφανίζεται ως συνεχείς κρίσεις ηλιθιότητας μέχρι μεγάλη ηλικία, όταν δηλαδή θα έπρεπε να σκέφτονται και να δρουν ως ενήλικες. Η χρήση του πρώτου πληθυντικού χαρακτηρίζει κυρίως μαμάδες που επιδιώκουν ταύτιση με το παιδί τους, ώστε να του προκαλέσουν Οιδιπόδειο και όλοι ξέρουμε τι βίτσια υποκρύπτει αυτό. Συχνά, αυτές οι μανάδες νιώθουν ότι μια πιθανή επιτυχία των παιδιών τους θα προσδώσει στις ίδιες μια κάποια αξία, ένα νόημα ζωής, μια προσωπική αίσθηση επιτυχίας, τέλος πάντων. Μεγαλύτερο γίνεται το πρόβλημα όταν το πρώτο πληθυντικό χρησιμοποιείται από πατεράδες, γιατί πατέρας να επιθυμεί την καλλιέργεια Οιδιπόδειου είναι λιγάκι περίεργο και χρήζει συστηματικής και μακροχρόνιας ψυχιατρικής βοήθειας. 
Τα παραπάνω αποτελούν απόψεις ειδικών. Κι εγώ ασπάζομαι τις απόψεις των ειδικών. Δε διαθέτω το απαραίτητο υπόβαθρο ώστε να τις αμφισβητήσω. Απλώς, πώς να το πω βρε παιδί μου, τις βρίσκω λίγο… απόλυτες και τους χαρακτηρισμούς τους λίγο… βαρείς αλλά μάλλον έτσι είναι οι ειδικοί. Σαν τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων. Αυτοί ξέρουν! Και τέλος πάντων, δεν είναι αυτό που πρέπει να μας απασχολεί. Η ουσία είναι ότι όσο ευγενικά κι αν προσπαθήσει κανείς να χαρακτηρίσει τον ηλίθιο, τον πανίβλακα, τον ανόητο, το συντηρητικό, αυτός παραμένει τέτοιος και τίποτα δεν τον σώζει, γιατί αν ήταν λίγο πιο ευφυής θα απόφευγε τη χρήση τέτοιων κλισέ και δε θα περιέφερε τη βλακεία του σαν παντιέρα, οπότε και δε θα πρόσφερε με απλοχεριά αφορμές να τον κρίνουν ως τέτοιο.